Παρασκευή 12 Ιουλίου 2024

ΚΥΠΡΟΣ ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ

 

 

                         Τ Ο  Ν Η Σ Ι   Τ Η Σ  Α Φ Ρ Ο Δ Ι Τ Η Σ

       «Η Κύπρος είναι η αληθινή πατρίδα της Αφροδίτης. Ποτέ δεν είδα, νησί με τόση θηλύτητα, ποτέ δεν ανέπνεψα αέρα τόσο γιομάτο μ’ επικίντυνες γλυκύτατες συμβουλές. Αλαφρή κά-ρωση με κυριεύει, νύστα και γλύκα, και το δειλινό, όταν πέσει ο ήλιος και φυσήξει από τη θάλασσα το αλαφρό και σαλέψουν λίγο, δεξιά ζερβά, τα μικρά καϊκια και ξεχυθούν στην παραλία τα μικρά παιδιά με το γιασεμί στο χέρι, η καρδιά μου ξεζώνεται και παραδίνεται σαν την Πάνδημη Αφροδίτη.

     Ό,τι αλλού σπάνια, σε στιγμές νάρκης, αισθάνεσαι, εδώ το ζεις ακατάπαυστα, το νιώθεις αργά, βαθιά να σε διαπερνάει, σαν τη μυρωδιά του γιασεμιού: «Η σκέψη είναι μια προσπάθεια ενάντια στην κατεύθυνση της ζωής, η ανάταση η ψυχική, η αγρύπνια του νου, η έφοδος προς τ’ απάνου, είναι τα μεγάλα προπατορικά αμαρτήματα ενάντια στη θέληση του Θεού».

      Προχτές ακόμα γύριζα μέσα στα βουνά της Ιουδαίας κι άκουγα απ’ όλη τη γης ν’ ανεβαίνει μια αντίθετη, ανήλεη χραυγή: «Ας κοπεί το χέρι για να δοξάζει τον Κύριο, ας κοπεί το πόδι για να χορεύει αιώνια». Μέσα στην πύρα του ήλιου η άμμος έτρεμε και κάπνιζαν οι κορφές του βουνού. Ένας θεός σκληρός, χωρίς νερό, χωρίς δεντρό, χωρίς γυναίκα, περπατούσε κι ένιωθες να βουλιάζουν τα κόκαλα της κεφαλής σου. Όλη η ζωή τινάζουνταν στο πυρωμένο μυαλό σα μια κραυγή πολέμου.

     Και τώρα η Κύπρος κάθεται στη μέση του πελάγου και σιγοτραγουδάει σα μια Σειρήνα και γλυκαίνει την αγριεμένη απ’ τ’ αντικρινά βουνά της Ιουδαίας κεφαλή μου. Δρασκελίσαμε τη μικρή θάλασσα, κι από το στρατόπεδο του Γιεχωβά περάσαμε, σε μια νύχτα, στην κλίνη της Αφροδίτης. Πήγαινα από τη Φαμαγκούστα στη Λάρνακα, από τη Λάρνακα στη Λεμεσό, ολοένα σιμώνοντας στο ιερό σημείο της θάλασσας, στην Πάρο, όπου μέσα στους αφρούς του άστατου, ακατάλυτου υγρού στοιχείου η θηλυκή τούτη μάσκα του μυστηρίου γεννήθηκε.

     Καθαρά μέσα μου ένιωθα να παλεύουν τα δυο μεγάλα φοβερά ρέματα: Το ένα σπρώχνει στην εναρμόνιση, στην υπομονή και στη γλύκα. Δουλεύει άνετα, χωρίς καμιά προσπάθεια, ακολουθώντας μονάχα τη φυσική βουλή των πραμάτων. Μια πέτρα ρίχνεις ψηλά, μια στιγμή τη βιάζεις να παραβεί τη θέλησή της’ μα γρήγορα χαρούμενη ξαναπέφτει. Ένα στοχασμό ρίχνεις ψηλά, μα γρήγορα ο στοχασμός κουράζεται, δυσφορεί στον αδειανόν αέρα και ξαναπέφτει και σοφιλιάζει με τα χώματα.

     Το άλλο ρέμα είναι, θαρρείς, παρά φύση. Ένας απίστευτος παραλογισμός. Θέλει να νικήσει το βάρος, να σκοτώσει τον ύπνο, να σπρώξει το Σύμπαν, με το μαστίγι, προς τ’ απάνου.

    Σε ποιο από τα δυο ρέματα ν’ αρμονιστώ, να πώ: αυτό είναι η βούλησή μου, να ξεχωρίσω, σίγουρα πια, το καλό από το κακό, θέτοντας ιεραρχία στις αρετές και στα πάθη;

      Τούτα συλλογιζόμουν το πρωί που ξεκινούσα από τη Λεμεσό και πήγαινα στην Πάφο. Μεσημέρι. Το τοπίο τραχύ κι ασήμαντο. Χαρουπιές, χαμηλά βουνά, κόκκινο χώμα. Κάποτε μια ανθισμένη ροδιά μέσα στην ασπρίλα του μεσημεριού άναβε και πετούσε φλόγες’ κάποτε δυο τρείς ελιές σάλευαν γαληνές και μέρωναν το τοπίο.

     Περάσαμε ένα στεγνό ποταμό γιομάτο ροδοδάφνες. Μια κουκουβάγια μικρή κούρνιαζε σ’ ένα πέτρινο γιοφύρι, στο δρόμο, ακίνητη, θαμπωμένη, παραλυμένη από το σφοδρότατο φως. Σιγά σιγά, το τοπίο γλύκαινε. Περάσαμε ένα χωριό γιομάτο περβόλια- τα βερίκοκα γυάλιζαν ολόχρυσα, και μέσα από τα σκοτεινά, χοντρά φύλλα έλαμπαν κρεμανταλιές τα μούσμουλα.

     Οι γυναίκες πρόβαιναν στα κατώφλια, βαριοντυμένες, παχές. Μερικοί άντρες έστρεψαν μέσα από τους καφενέδες το κεφάλι, άλλοι εξακολουθούσαν με πάθος την πρέφα τους. Μια μικρή κοπέλα κρατούσε στον ώμο ένα μεγάλο, ολοστρόγγυλο σταμνί ζωγραφισμένο με πρωτόγονα μαύρα σχέδια. Παραμέρισε, κατέφυγε απάνου σε μια μεγάλη πέτρα, τρομαγμένη’ μα ως της χαμογέλασα, έλαμψε το πρόσωπο της, σα να ‘πεσε απάνου της ο ήλιος.

     Το αυτοκίνητο σταμάτησε. Ρώτησα την κοπέλα:

     -Πως σε λεν;

Περίμενα να πει Αφροδίτη. Μα η κοπέλα αποκρίθηκε:

-Μαρία.

-Κι είναι μακριά ακόμα η Πάφος;

Η κοπέλα στενοχωρήθηκε, δεν κατάλαβε τι της έλεγα.

-Τα Κουκλιά, τα Κουκλιά θες να πεις, γιε μου, πετάχτηκε κι είπε μια γριά. Όπου είναι το παλάτι της Κεράς της Ροδαφνούσας. Να, εδώ, πίσου από τις χαρουπιές.

-Και γιατί τα λεν Κουκλιά, κερά;

-Τι, δεν το ξέρεις; Εκεί, παιδί μου, βρίσκουν κούκλες, κάτι μικρές γυναίκες πήλινες. Να, σκάψε κι εσύ και θα ‘βρεις. Λόρδος δεν είσαι;

-Και τι τις κάνουν αυτές τις μικρές γυναίκες;

-Ξέρω κι εγώ; Άλλοι λεν πως είναι θεοί, άλλοι λεν πως είναι διάβολοι. Ποιος μπορεί να τους ξεχωρίσει;

-Τι λέει η θρησκεία;

-Τι να πει κι αυτή η κακομοίρα; Θαρρείς πως τα ξέρει κι αυτή όλα;

     Εδώ σταμάτησε η κουβέντα. Ο σοφέρ βιαζόταν, περάσαμε το χωριό κι απλώθηκε πάλι η θάλασσα ζερβά μας, απέραντη, σκούρα γαλάζια, γιομάτη αφρούς. Κι άξαφνα, ως στράφηκα δεξιά, είδα, μακριά απ’ το δρόμο, στην κορφή ενός χαμηλού λόφου, ένα ανοιχτό, γιομάτο παράθυρα, καταγκρέμιστο φρούριο. Ένιωσα, ήταν ο περίφημος καθεδρικός ναός της Αφροδίτης. Κοίταξα τις γραμμές του βουνού τρογύρα, τη θάλασσα, το μικρό κάμπο όπου θα κατασκήνωσαν οι προσκυνητές, προσπάθησα ν’ απομονώσω τούτο το ιερό πλαίσιο της πολυφίλητης, πολύμαστης θεάς και να ξαναζήσω το δράμα. Μα, όπως συχνά μου συμβαίνει, η καρδιά μου ήταν ακίνητη, δεν καταδέχουνταν όλες τούτες τις άσαρκες φαντασίες.

     Ο σοφέρ μπροστά σε μια ταβέρνα στο δρόμο σταμάτησε και φώναξε:

-Κυρία Καλλιόπη!

Η μικρή πόρτα άνοιξε βιαστικά και πρόλαβε στο κατώφλι και στάθηκε μια στιγμή η ταβερνιάρισσα.

     Ποτέ δεν θα την ξεχάσω. Αψηλή, παχιά, ως τριάντα χρόνων, στεατόπυγη καμωματού, γιόμιζε όλη τη θύρα και χαμογελούσε η λαϊκή τούτη, όλο γοητεία Αφροδίτη. Ο σοφέρ την κοίταξε, αναστέναξε σιγά, κι έστριψε το νεαρό μουστάκι του. Ύστερα της κάνει:

-Σίμωσε ντε, φοβάσαι;

Αυτή γέλασε, χαχάρισε και κατέβηκε το κατώφλι. Εγώ ανυπόμονα έστησα το αυτί μου ν’ ακούσω το διάλογο. Ο σοφέρ είπε:

-Αύριο να μου ετοιμάσεις δυο οκάδες λουκούμια, από τα καλά.

     Αυτή σοβαρεύτηκε κι είπε:

-Είκοσι τέσσερα γρόσια, όχι παρακάτου.

-Δεκαοχτώ.

-Είκοσι τέσσερα.

Ο άντρας την κοίταξε λίγο’ αναστέναξε πάλι κι είπε: «Ας είναι. Είκοσι τέσσερα!»

     Η συμφωνία έκλεισε. Όλο το τοπίο πήρε απροσδόκητη γλύκα. Η μικρή τούτη ασήμαντη στιχομυθία είχε ταράξει την καρδιά μου. Δεν μπόρεσε να με συγκινήσει ο μέγας ναός, όλη η υποβολή του ξακουστού τοπίου, οι αναμνήσεις, οι ιστορικές σοφίες’ κι η μικρή τούτη ανθρώπινη στιγμή ανάστησε μέσα μου, μονομιάς, όλη την Αφροδίτη.

     Έτσι χαρούμενος εκίνησα κι ανέβηκα σιγά τον ιερό λόφο.

Η θρούμπα, οι ασφόδελοι, οι παπαρούνες, όλα τα γνωστά συναπαντήματα του ελληνικού βουνού. Ένας μικρός βοσκός, κατσίκες, τσομπανόσκυλα, ένα αγαθό, χνουδωτό νιογέννητο γαϊδουράκι, που σκιρτούσε και κοίταζε κατάπληχτο ακόμα τον κόσμο.

     Βασίλευε πια ο ήλιος, οι ίσκιοι μεγάλωναν, και πιάναν τη γης, το Άστρο της Αφροδίτης έλαμπε, έπαιζε, κατρακυλούσε στον ουρανό. Μπήκα στον έρημο ναό της «Κεράς» ήσυχα, χωρίς καμιά ταραχή, σα να ‘μπαινα στο σπίτι μου. Κάθισα σε μιαν πέτρα’ δε συλλογιζόμουν τίποτα, δεν έκανα καμιάν προσπάθεια να σκεφτώ. Ήμουν αλαφρά κουρασμένος, αλαφρά χαρούμενος, ωραία βολεμένος απάνου στην πέτρα. Σιγά σιγά άρχισα να κοιτάζω μερικά έντομα που κυνηγούνταν στον αέρα και πότε πηδούσαν από χόρτο σε χόρτο κι άκουγα τον ξερό, μεταλλικό κρότο των φτερών τους.

     Άξαφνα, έτσι που παρακολουθούσα τα έντομα, κυριεύτηκα από μυστηριώδη φόβο. Στην αρχή δεν μπορούσα να νιώσω την αιτία’ μα αργά ένιωσα, με τρόμο. Ως ήμουν απορροφημένος, θυμήθηκα, σκοτεινά πρώτα κι ύστερα όλο εντονότερα, ένα φοβερό θέαμα που είχα δει στην εφηβική μου ηλικία.

     Γυρίζοντας ένα μεσημέρι στην κοίτη ενός ξεραμένου ποταμού, είδα κάτου από ένα πλατανόφυλλο δυο έντομα να σμίγουν. Ήταν δυο πράσινα, λιγνά, χαριτωμένα αλογάκια της Παναγίας. Ζύγωσα αγάλια, κρατώντας την αναπνοή μου. Μα απότομα σταμάτησα τρομαγμένος’ το αρσενικό, μικρό κι αδύναμο, ήταν από πάνου κι αγωνίζουνταν να τελέψει την ιερή εντολή του’ μα με τρόμο είδα πως του έλειπε το κεφάλι. Γαλήνια η θηλυκιά το μασούλιζε, κι άμα τέλειωσε, στράφηκε πάλι σιγά κι έκοψε το λαιμό, κι ύστερα πάλι το στήθος του αρσενικού, που γαντζωμένο σφιχτά αποπάνου της εξακολουθούσε να πάλλεται…

     Η φοβερή τούτη σκηνή ανατινάχτηκε, ξάφνου τώρα μέσα απ’ τα χαλάσματα τούτα. Αστραπή γαλάζια σκίζει απόψε και φωτίζει την καρδιά μου.

     Η πολύμαστη θεά ανασηκώνει τον πέπλο της. Στα φυτά και στα ζώα η πνοή του μυστηρίου είναι πιο φανερή παρά στον άνθρωπο. Αυτά, πιστά, ξέσκεπα, ακλουθούν τη μεγάλη Κραυγή. Ταυτίζουν τον έρωτα και το θάνατο. Όταν δίχως κεφάλι, δίχως στήθος μάχουνταν να νικήσουν το θάνατο, γεννώντας, με δέος μαντεύουμε μέσα μας την ίδια κραυγή. Τον ίλιγγο, τη βεβαιότητα του χαμού’ κι όμως, πιο απάνου, τη χαρά, την παραφροσύνη στο χαμό, την έφοδο για την αθανασία….

     Είχε πια νυχτώσει. Ένας γέρος με είχε αγναντέψει από τον απέναντι λόφο και κατέβηκε. Στέκουνταν πολλήν ώρα πίσου μου μα δεν τολμούσε να ζυγώσει. Μα ως με είδε να σηκώνουμαι, άπλωσε το χέρι του.

-Σου έφερα, αφεντικό, μιαν αντίκα να την αγοράσεις. Μου έβαλε στη φούχτα μια μικρή πέτρα’ κοίταξα, δεν μπόρεσα να διακρίνω τι παράσταινε. Ο γέρος άναψε ένα σπίρτο. Τώρα διέκρινα σκαλισμένο ένα κεφάλι γυναίκας μ’ ένα κράνος πολεμικό. Κι ως έστρεφα ολούθε το πετράδι, ξέκρινα πώς το απάνου μέρος του κράνους παράσταινε αναποδογυρισμένο ένα κεφάλι πολεμιστή. Ευτύς θυμήθηκα τον Άρη, και ταράχτηκα θωρώντας έτσι την Αφροδίτη να φοράει, σα στολίδι του κεφαλιού της, τον άντρα. Γύρισα ευτύς τη δαχτυλιδόπετρα στο γέρο και του είπα απότομα, χωρίς να θέλω:

-Πήγαινε. Δε μ’ αρέσει.

     Τη νύχτα κοιμήθηκα εκεί κοντά σ’ ένα μικρό ξενοδοχείο. Τα ξημερώματα είδα όνειρο: Κρατούσα στην απαλάμη μου ένα μαύρο, κατάμαυρο ρόδο. Κι ως το κρατούσα, ένιωθα σιγά, λιμασμένα, αθόρυβα να μου τρώει το χέρι.

    Νίκος  Καζαντζάκης, σ. 189-194

           Η Κυπριακή ματιά του Νίκου Καζαντζάκη

      Με την συμπλήρωση 50 χρόνων από την Κυπριακή Τραγωδία και την ανάγνωση του Καζαντζακικού έργου, θέλησα να αντιγράψω τον οδοιπορικό λόγο του Κρητικού πεζογράφου και ποιητή Νίκου Καζαντζάκη από ταξίδι του στην Κύπρο το 1926. Ένα μικρό, μάλλον σύντομο ταξιδιωτικό οδοιπορικό-σε σχέση με τα υπόλοιπα που περιλαμβάνει ο τόμος- ενταγμένο στις ταξιδιωτικές περιπλανήσεις του Κρητικού συγγραφέα εκείνα τα χρόνια. Εντυπώσεις και περιγραφές του από την Ιταλία το 1926, την Ιερουσαλήμ επίσης το 1926, την Αίγυπτο το 1927, το Σινά το 1927, τέλος, δέκα χρόνια μετά, τον Μοριά 1937. Τόποι ορόσημα που χάραξαν τα ίχνη τους καθοριστικά, διαμορφώνοντας τις σελίδες και την πορεία της ανθρώπινης ιστορίας και του πολιτισμού, αλλάζοντάς τες. Αναμμένοι Φάροι, ιερά, ένδοξα αρχαία τοπόσημα της μεσογειακής λεκάνης, τα οποία διαμόρφωσαν το γίγνεσθαι όχι μόνο της αρχαίας ιστορίας και κληρονομιάς αλλά και την σύγχρονή τους ιστορική ρεαλιστική και πολιτική πραγματικότητα. Γόνιμη συγγραφικά δεκαετία για τον Καζαντζάκη η περίοδος αυτή του Μεσοπολέμου, η τόσο πολιτικά και στρατιωτικά ταραγμένη, ανατρεπτική, σκοτεινή, αβέβαιη, γεμάτη πολεμικές εντάσεις και στρατιωτικές κατακτητικές επιχειρήσεις, πραξικοπήματα και δικτατορίες, εμφύλιες συρράξεις, επαναστατικά κινήματα μα και, επαναστατικές επιστημονικές και τεχνολογικές ανακαλύψεις, εφευρέσεις πρωτόγνωρες που τρόμαζαν για τα αποτελέσματά τους, τις επιπτώσεις τους ακόμα και τους ίδιους τους εφευρέτες. Ο Καζαντζάκης εργάζεται σαν ανταποκριτής, συνεργάτης εφημερίδων ενώ ταυτόχρονα, προετοιμάζει-δουλεύει πάνω στο τιτάνιο ποιητικό του έπος την «Οδύσσεια», αγωνίζεται να δαμάσει τους δικούς του προσωπικούς δαίμονες, τις άγριες φουρτούνες της ψυχής και του μυαλού του. Ταξιδεύει εντός και εκτός Ελλάδος, σε διάφορους ηπείρους και συλλέγει σαν μέλισσα την γύρη του πνεύματος και της καθόλου καθημερινής ζωής που ανθίζει και καρποφορεί στα ιερά αυτά χώματα της ιστορίας και του πολιτισμού, Κρατά σημειώσεις, παρατηρεί, σχολιάζει ότι κεντρίζει την άγρυπνη πάντα συνείδησή του, προκαλεί το ενδιαφέρον του, το ακοίμητο βλέμμα του, λαχταρά η καρδιά του να μας κοινωνήσει αποτυπώνοντας με το μελάνι πάνω στο λευκό χαρτί με τον στρατό των λέξεων, των 24 φρουρών των γραμμάτων, πιστών του συντρόφων του ελληνικού αλφαβήτου. Γράφει:

«Τι χαρά είναι τούτη, Θε μου, να ζεις και να βλέπεις και να ζεις με τη μεγάλη Τίγρη και να μη φοβάσαι! Κι ένα πρωί να σηκώνεσαι να λες: «Οι λέξεις! Οι λέξεις! Άλλη σωτηρία δεν υπάρχει! Δεν έχω στην εξουσία μου παρά 24 μολυβένια στρατιωτάκια, θα κηρύξω επιστράτεψη, θα σηκώσω στρατό, θα νικήσω το θάνατο!».

     Ονειρεύεται το αγωνιστικό του χρέος, τον σκοπό της ζωής του. Μας εξομολογείται στην εισαγωγή με τίτλο «Η τίγρη η συνταξιδιώτισσα» μεταξύ άλλων, σ.23 του βιβλίου:

       «Ο δημιουργός παλεύει με ουσία σκληρή, αόρατη, ανώτερή του. Κι ο πιο μεγάλος νικητής βγαίνει νικημένος’ γιατί πάντα το πιο βαθύ μας μυστικό-το μόνο που αξίζει να ειπωθεί-μένει ανείπωτο. Δεν υποτάζεται αυτό ποτέ στο υλικό περίγραμμα της τέχνης. Πλαντούμε στην κάθε λέξη. Βλέπουμε ένα δέντρο ανθισμένο, έναν ήρωα, μια γυναίκα, το άστρο της αυγής και φωνάζουμε: «Άχ!» και τίποτε άλλο δεν μπορεί να χωρέσει η καρδιά μας. Όταν το «Άχ!» αυτό θελήσουμε, αναλύοντάς το, να το κάμουμε στοχασμό και τέχνη, να το μεταδώσουμε στους ανθρώπους, να το σώσουμε από την ίδια μας τη φθορά, πως ξευτελίζεται σε λόγια αδιάντροπα, βαμμένα, γεμάτα αγέρα και φαντασία!

     Μια νύχτα είδα ένα όνειρο. Ήμουν σκυμμένος απάνω σ’ ένα σωρό χαρτιά κι έγραφα, έγραφα…. Αγκομαχούσα σα ν’ ανέβαινα βουνό’ μαχόμουνα να σώσω, να σωθώ, πάλευα με τις λέξεις, πολεμούσα να τις δαμάσω, τις ένιωθα ν’ αναπηδούν γύρα μου άγριες, ν’ αντιστέκουνται σα φοράδες. Ξάφνου σκυμμένος ως ήμουν, ένιωσα, στο κλειδί του κεφαλιού μου, μια ματιά να με διαπερνάει. Σήκωσα τρομαγμένος τα μάτια κι είδα: Μπροστά μου ένας νάνος, με μαύρα γένια ίσαμε τη γης, στεκόταν, κουνούσε αργά, με περιφρόνηση, το βαρύ κεφάλι και με κοίταζε. Τρομαγμένος έσκυψα πάλε το σβέρκο στο ζυγό και ξακολούθησα να γράφω. Μα η ματιά διατρυπούσε πάντα, ανήλεη, το κορφοκέφαλό μου. Ξανασήκωσα τα μάτια σιγά, με τρόμο, κι είδα το νάνο να κουνάει πάντα το κεφάλι με θλίψη και περιφρόνηση. Κι άξαφνα, για πρώτη φορά στη ζωή μου, αηδία ανέβηκε στο σπλάχνο μου, αγανάχτηση για τα χαρτιά τούτα, τα βιβλία και τα μελάνια όπου χανόμουν, για τον αγώνα μου τον ανόσιο να κλείσω μέσα σε καλούπια ωραιότητας την ψυχή μου.

    Έτσι με την αναγούλα τούτη στα σωθικά ξύπνησα. Μια φωνή μέσα μου σηκώθηκε αυστηρή. Σα να ‘ταν ακόμα ο νάνος μπροστά μου και μιλούσε:…………».

    Δεν μιμείται τον αρχαίο Οδυσσέα στις Ομηρικές του περιπλανήσεις και ταξιδιωτικές περιπέτειες ο Καζαντζάκης, γίνεται ο ίδιος ο νέος, σύγχρονος Οδυσσέας των χρόνων του πρόθυμος πάντα να γνωρίσει και να κατακτήσει τον κόσμο και τα μυστικά του, να τον εξερευνήσει μέχρι εξαντλήσεως, να τον γευτεί ως τα άκρα, να τον απολαύσει, να τον θαυμάσει και να τον «μισήσει» αηδιάσει ταυτόχρονα, να λύσει τα αινίγματά του να θέσει τα δικά του διλήμματα και αδιέξοδα. Να γεφυρώσει τα ρήγματά του, το μυθικό με το ιστορικό του πρόσωπο, το μύθο του με την αλήθεια του, τον κυνικό ρεαλισμό του με τις χιλιάδες ψευδαισθήσεις του. Να υπερβεί το αβυσσαλέο χάσμα μεταξύ πνεύματος και φθαρτής ύλης, μεταξύ Θεού και Ανθρώπου, χαράς και πόνου, ελπίδας και  απελπισίας. Να συνενώσει τα αδιέξοδα των μεταφυσικών περιπλανήσεων των ανθρώπων με τους δρόμους του σκληρού ρεαλισμού της πραγματικότητας. Να αλλάξει κατεστημένες νοοτροπίες και παμπάλαια πιστεύω των ανθρώπων, μιλώντας τους για προφητείες που ακόμα δεν έχουν επαληθευτεί. Να υπερβεί τα σύνορα μεταξύ Ζωής και Θανάτου, να επαναπροσδιορίσει τα σταυροδρόμια επικοινωνίας τους. Μας προτρέπει γράφοντας για την δική του αγωνία και πάλη αγώνων να αντέξουμε τον ίλιγγο του ύψους των συλλογισμών του, των μηχανισμών του νου του, κοιτώντας κατάματα το αβάσταχτο, ασήκωτο πραγματικό και μοναδικό μυστικό του Κόσμου που κρύβεται πίσω από κάθε προσωπείο του μέσα στο Χρόνο, στην Ιστορία και τις παραδόσεις της, το εμβληματικό φλάμπουρο του Τίποτα, του Χάους, την πλήρη και άνευ όρων εκ μέρους μας αποδοχή του. Της μη Αθανασίας, δικαίωσης, ανταμοιβής μεταφυσικών απολαβών. Πώς να αντέξει ο «μικρός» άνθρωπος, ο φθαρτός και πεπερασμένος από την φύση του, την Μοίρα του, αυτό το ασήκωτο βάρος της Καζαντζακικής μαρτυρίας, αυτήν την αιματηρή μη αισιόδοξη και ελπιδοφόρα πραγματικότητα της ζωής, μία αλήθεια που τυλιγμένη σαν κρεμμύδι με μυθικά και θρησκευτικών παραδόσεων και δοξασιών πέπλα, ηρώων πανοπλίες και φιλοσοφίες, των ιδεών προστάγματα, της τέχνης καλλωπίσματα και παιχνιδίσματα κρύβει αυτό που στην αλήθεια της είναι. Κινούμενη άμμος η ματιά του πριν βυθιστεί στην ματαιότητα του Αγώνα και όμως επιμένει, αντέχει, συνεχίζει να μάχεται, γράφει νυχθημερόν, κραυγάζει και ας μην ακούει κανείς την απέλπιδα φωνή του, κραυγή του, ούτε ο Άνθρωπος ούτε ο Θεός. Και οι δύο «στροβιλίζονται» μέσα στην βεβαιότητα της αυτοδικαίωσής τους μέσα στους καθρέφτες της Ιστορίας. Συντροφιά στα Ταξίδια του έχει την «Τίγρη την συνταξιδιώτισσα», φορτωμένη με «τα λάφυρα» και γιομάτοι πληγές επιστρέφοντας στο κελί τους από τις περιπλανήσεις τους «γαντζώνεται η τίγρη τούτη αμίλητη στην κορφή του κεφαλιού μου. Εκεί είναι η κούρνια της….» και κείνος υπομένει, αντέχει, μεταφέρει τον αλύτρωτο αγώνα του. Ότι στις χιλιάδες λέξεις του, στα βιβλία που έγραψε θέλησε να μας πει ο Κρητικός συγγραφέας, το είπε σε μία πρόταση ένας άλλος ποιητής και θυμόσοφος. «Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης». Μια ηρωική ματαιότης η γραφή του Καζαντζάκη και όποιος αντέξει στις περιπλανήσεις της ατομικής του μοναξιάς και ερημιάς.

      Εντυπώσεις, εικόνες, καταστάσεις, συμπεριφορές ανθρώπων και κοινωνικές τους συνήθειες, θρησκευτικές τους πρακτικές και προλήψεις, μυθολογικές τους δοξασίες και αντιδράσεις κλειστές αγροτικές κοινωνίες, με την δική τους οικονομική αυτάρκεια απέναντι στο ξένο, τον άγνωστο ταξιδευτή, τον έμπορο, τον επισκέπτη. Εισπνέει τα αρώματα και τις μυρωδιές του χώρου, απολαμβάνει την αύρα των χωμάτων που βαδίζει, νιώθει τις δεκάδες αισθήσεις που αποπνέει το τοπίο, περιγράφει την ντόπια πανίδα και χλωρίδα των τοποθεσιών. Αναγνωρίζει τις μικρές και μεγάλες αλλαγές τους στο χρόνο, αλλαγές του χώρου που διαμορφώνουν και την εικόνα και συμπεριφορές των κατοίκων τους, διαπλάθουν το κοινά σκιρτήματα της ψυχής τους, ζυμώνουν την κοινή τους συνείδηση και αίσθηση βίου. Στοχάζεται, παρατηρεί, περιγράφει τοπία και χώρους, άγνωστους, απάτητους, γνωρίζει ανθρώπους, συνομιλεί μαζί τους, συναντά πολιτικούς ηγέτες και ποιητές, επισκέπτεται τοποθεσίες και πόλεις που περπάτησαν καθολικοί άγιοι φτωχούληδες του Θεού. Ο ιταλός ηγέτης-δικτάτορας Μπενίτο Μουσολίνι, ο Αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Π. Καβάφη, ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, «Βρισκόμαστε στον αστερισμό των λύκων. Ο Άγιος Φραγκίσκος είναι ένα μικρό αρνί και μας αρέσει-ακριβώς γιατί είμαστε λύκοι.». Συνομιλεί μαζί τους, εικονογραφεί το πορτραίτο τους, εκθέτει τις πολιτικές του θέσεις και πολιτική φιλοσοφία. Ο Καζαντζάκης έχει συναίσθηση της ιστορικής αποστολής του, ότι ζει και γράφει στο μεταίχμιο μιας εποχής και ενός κόσμου που αλλάζει με ραγδαίες ταχύτητες. Είναι οι τελευταίοι σπασμοί ενός Κόσμου και Πολιτισμού που πεθαίνει και το κλάμα ενός νέου Κόσμου που γεννιέται, ανατέλλει. Δεν διστάζει να εκφράσει τις σκέψεις του για ηγετικές προσωπικότητες της εποχής του διαφορετικών πολιτικών και ιδεολογικών ταυτοτήτων, συστημάτων της ανθρωπότητας. Δεν είναι μόνο λεξικογράφος, ταξιδογράφος, εξερευνητής ιδεών και φιλοσοφικών συστημάτων αλλά και ένας τοπιογράφος ιστορικός. Ιστορεί άφοβα, τολμηρά, ίσως και παρακινδυνευμένα όμως χρήζουν προσοχής και εξέτασης τα όσα μας λέει και γράφει.  Γράφει μιλώντας μας και συσχετίζοντας τα δύο κυρίαρχα κεντρικά πολιτικά συστήματα και ιδεολογίες της εποχής:

     «Η βαθύτατη άρα ομοιότητα Φασισμού και Μπολσεβικισμού έγκειται σε τούτο: Κι οι δύο εχτελούν το ανώτατο χρέος. Κι οι δύο, χωρίς να το θέλουν, χωρίς να το ξέρουν, είναι πιστοί συνεργάτες. Τρείς είναι σήμερα, θαρρώ, οι ανώτατοι τύποι που έχουν το δικαίωμα να πλάσουν, κατ’ εικόνα τους κι ομοίωση, τους ανθρώπους: Ο Λένιν, ο Γκάντι, κι ο Μουσολίνι.

     Ο Γκάντι ενεργεί στο κέντρο της Ασίας, σε μια σκοτεινή μάζα από τριακόσια εκατομμύρια, και ξυπνά τη συνείδηση της κοιμισμένης Ανατολής. Αυτό που ζητά ο Ταγκόρ με τα ιδεολογικά του χαμομήλια-να ενώσει την Ευρώπη με την Ασία- το προετοιμάζει ο Γκάντι γυρίζοντας γυμνοπόδης τις Ινδίες και μαχόμενος να λευτερώσει τους Ινδούς από τη φτώχεια, από την αμάθεια κι από την Αγγλία.

     Ο Λένιν κι ο Μουσολίνι, πιο κοντά μας, στην Ευρώπη ο ένας και στα σύνορα Ευρώπης κι Ασίας ο άλλος’ ανοίγουν δυο διαφορετικούς δρόμους και βιάζουν την πραγματικότητα ν’ ακολουθήσει. Κάθε χώρα σήμερα, θέλοντας και μη, σπαράζεται ανάμεσα στους δύο τούτους δρόμους. Όχι μονάχα κάθε χώρα, μα και κάθε ψυχή. Θα πείτε: «Μα εμείς δε θέμε να ‘μαστε μήτε μπολσεβίκοι μήτε φασίστες. Χάθηκε ο ίσιος δρόμος;»

     Χάθηκε. Στις κρίσιμες ιστορικές εποχές, ο ίσιος δρόμος χάνεται. Ακριβώς γι’ αυτό είναι κρίσιμες. Χάνεται το κανονικό βάδισμα. Είναι ανάγκη-είτε άτομο είσαι είτε λαός- να πηδήξεις. Ένα χάος μεσολαβεί ανάμεσα του παλιού κόσμου, που σώζεται ακόμα ετοιμόρροπος, και του νέου, όπου μας σπρώχνουν οι οικονομικές και ψυχικές ανάγκες οι μεταπολεμικές. Πρέπει να πηδήξουμε. Όσοι δεν μπορούν να πηδήξουν, θα πέσουν στο χάος.

     Οι ομοιότητες Μπολσεβικισμού και Φασισμού είναι μεγάλες: Η βία που μεταχειρίζουνται κι οι δυο να υποτάξουν δουλικά το άτομο στην ολότητα. Οι αυστηροί περιορισμοί της ατομικής ελευτεριάς. Η αμείλιχτη πειθαρχία στην οικονομική παραγωγή και κατανάλωση και στις πολιτικές και κοινωνικές εκδηλώσεις. Το μίσος του κοινοβουλευτισμού και της φιλελεύθερης δημοκρατικής ιδεολογίας. Τάξη, ασφάλεια, άμεση κατάπνιξη κάθε αντίδρασης. Ρυθμός ανήλεος.»…………………

 Το βλέμμα του άγρυπνο, η σκέψη του σε εγρήγορση, οι δυνάμεις του πάντα ακμαίες, ακούραστος περιηγητής, και γραφιάς περιγράφει γλαφυρά και ρωμαλέα ότι εντοπίζει η όρασή του, πέφτει στην αντίληψή του, εστιάζει το ανήσυχο βλέμμα του. Περιηγείται τοποθεσίες και συνθέτει την ιστορική τους εικόνα μέσα στον χρόνο, την προβολή της στο παρών, το μέλλον, σε μία ενιαία γραμμή, η μυθολογική αχλή, οι θρησκευτικές συνήθειες η ιερότητα των τόπων, η σύγχρονή του ιστορική ρεαλιστική πραγματικότητα. Στην επίσκεψή του στην χώρα των Φαραώ, την Αίγυπτο πρωτεύοντα ρόλο παίζει η τροφοδότρια παμπάλαιη υγρή δύναμη του ποταμού Νείλου που γονιμοποιεί την Αιγυπτιακή γη. Καταγράφει αρχαίους ύμνους που δοξολογούν τον μεγάλο ποταμό και το πνεύμα του, «Χαίρε Νείλε, που σαρκώνεσαι στη γης/και έρχεσαι ειρηνικά/να ζωογονήσεις την Αίγυπτο…» ενώ κλείνει το πρώτο κεφάλαιο με στίχο σύγχρονου Αιγύπτιου ποιητή Αχμέτ Βέη Σάουκη, ο οποίος με όμοια λατρεία υμνεί το Νείλο: «Το νερό σου γίνεται χρυσάφι και πνίγεις/ τη γης, για να την αναστήσεις πιο ωραία….». Όμως ο Καζαντζάκης δεν στέκεται μόνο στην ιστορία και την περιγραφή της αρχαίας Αιγύπτου, τις Πυραμίδες και ανασκαφές αλλά αναφέρεται και στην σύγχρονη Αίγυπτο. (Ας θυμηθούμε το χαρακτηριστικό παράδειγμα της αγγλίδας μυθιστοριογράφου αστυνομικών έργων, την Άγκαθα Κρίστι, της οποίας σε πολλά μυθιστορήματα γίνεται λόγος για τις αρχαιολογικές ανασκαφές στην άνω και κάτω Αίγυπτο). Όσο για την γνωριμία του με τον Αλεξανδρινό ποιητή Κωνσταντίνο Π. Καβάφη και την θετική εντύπωση που του έκανε επισκεπτόμενος την οικία του και κουβεντιάζοντας μαζί του, αρχίζει το 6 κεφάλαιό του με τα εξής:

     «Η πιο εξαιρετική πνεματική φυσιογνωμία της Αιγύπτου είναι χωρίς άλλο ο ποιητής Καβάφης.  Στο μεσόφωτο του αρχοντικού σπιτιού του προσπαθούσα να διακρίνω τη μορφή του. Ανάμεσά μας είναι ένα μικρό τραπεζάκι, γιομάτο ποτήρια με χιώτικη μαστίχα κι ουίσκι-και πίνουμε.». Λέει παρακάτω: «Η φωνή του είναι γεμάτη ακκισμούς και χρώμα –και χαίρουμαι με τέτοια φωνή να διατυπώνεται η πονηρή, όλο κοκεταρία, βαμμένη, στολισμένη γραία αμαρτωλή ψυχή του.». Ενώ το Καβαφικό ποίημα «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον» διανθίζει τις πεζές εξομολογητικές σκιαγραφήσεις του της φυσιογνωμίας της Καβαφικής παρουσίας. Στην επίσκεψή του στο Θεοβάδιστο Όρος του Σινά, ξεδιπλώνει την υπαρξιακή του αγωνία, συνομιλεί με ασκητές μοναχούς και ο Θεός, είναι ακόμα ο σκληροτράχηλος Γιεχωβά με το άγριο και τραχύ εκδικητικό ακόμα πρόσωπο. Την εικόνα που του δίνει η ερημία του άνυδρου όλο άμμο τοπίου. Γράφει:

«Χρόνια πολλά το Σινά το Θεοβάδιστον όρος, έλαμπε στο νου μου σα μια απροσπέλαστη κορφή. Η Ερυθρά Θάλασσα, η Πετραία Αραβία, το μικρό λιμάνι της Ραϋθώς, η μακριά καμηλοπορεία μέσα στην έρημο, η περιπλάνηση στα φοβερά, απάνθρωπα βουνά, όπου σαράντα χρόνια περνούσαν και βογκούσαν απάνω από τη φλεγομένην και ου κατακαιομένην βάτον- να ένας άθλος που χρόνια παραστρατημένος στις μεγάλες πολιτείες λαχτάριζα να τελέψω.». Και παρακάτω: «Η Γαλιλαία είναι ένα σχόλιο απλό και φωτεινό κάτω από το κείμενο της Καινής Διαθήκης. Ο Θεός φαντάζει εδώ ειρηνικός, ολιγαρκής, χαρούμενος, σαν καλός άνθρωπος.» Και συνεχίζει: «Μα η Παλαιά Διαθήκη με ανατάραζε πάντα αρμολογούντα πολύ πιο βαθιά με την ψυχή μου. Όταν διάβαζα την ωμή τούτη όλο γδίκηση και αστροπελέκι Βίβλο, που σαν το βουνό όπου κατέβηκε ο Θεός την αγγίζεις και καπνίζει, τινάζουμουν  από τη λαχτάρα να πάω να δω με τα μάτια μου τ’ αποτρόπαια βουνά όπου γεννήθηκε και να τ’ αγγίξω.»…  Σαν εμβόλιμο δημοσιεύεται το «Ένα Γράμμα» στην Αγαπημένη του Μουντίτα. Την σύντροφο συνταξιδιώτισσα στα γερμανικά χώματα που βάδισε ο δάσκαλός τους φιλόσοφος Φρειδερίκος Νίτσε, την γνωστή μας μαρξίστρια Έλλη Λαμπρίδη. Στον Καζαντζάκη ταιριάζει αυτό που ο ίδιος γράφει: «Ο Ήρωας μιας ράτσας θέτει πάντα ως σκοπό το Αδύνατο’ μα γρήγορα το πλήθος εφευρίσκει μικρές δυνατότητες, βολικούς πρόχειρους σκοπούς, κι αλαφρώνει». Σελ. 111.

     Το Καζαντζακικό ταξίδι συνεχίζεται στα αγιασμένα χώματα της Ιερουσαλήμ και στην χώρα της πανάρχαιας ράτσας, φυλής των Εβραίων. Η «Γη της Επαγγελίας» βρίσκει τον εικονογράφο της ψυχής της ιστορικής παράδοσής της. Από την Καζαντζακική στιχομυθία:

     «-Ποιος είσαι;

-Είμαι το Μάτι που άγρυπνο μεσουρανώ στα σωθικά σου και βλέπω. Και θες δε θες, είτε μπροστά πηγαίνεις είτε πίσω, και στο χαμό σου και στη λύτρωση, ανήλεα σε σεριανίζω!

-Δε θέλω! Είμαι άνθρωπος, σάρκα και λάσπη και πνέμα, ένα! Κι όλος, ως την καρδιά, ως το μέτωπο και πάνω από το μέτωπο, καίγουμαι! Η ερημιά δε γαληνεύει την καρδιά μου, ο Χριστός δεν μπορεί πια να σώσει την ψυχή μου, μια φωνή αυστηρή με κράζει και την ακλουθώ. Δεν παίζω εγώ θέατρο και δε θέλω θεατές.

-Δε σε ρωτώ! Είμαι εντός σου, από πάνω σου, καβαλάρης. Εγώ μονάχα δεν περέρχουμαι, κι εσύ φύγεις, εφήμερο παιχνίδι του νερού, του χωμάτου, της φωτιάς και του ανέμου! Εγώ μονάχα υπάρχω!

-Ποιος εσύ;

-Τόσα χρόνια είμαι μαζί σου, δυστυχισμένε και δε με γνώρισες;

     Η φωνή έτσι έσβησε, περιπαιχτικιά και θλιμμένη.».

Τα Ταξιδιωτικά του Νίκου Καζαντζάκη είναι το συμπλήρωμα της φιλοσοφίας των μυθοπλασιών του αν και, ακολουθούν διαφορετική διαδρομή, αποτελούν θα σημειώναμε πρώιμες εισηγήσεις της Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας στην χώρα μας. Αλληλένδετες επιδράσεις της μυθοπλασίας, του αυτοβιογραφικού λόγου, της ταξιδιωτικής περιπέτειας, της Καζαντζακικής φιλοσοφίας και φαντασίας πέρα από τα είδη γραφής που καλλιεργεί και χαράσσει το προσωπικό του πιστεύω, τα οντολογικά του ερωτήματα, θέτει τις υπαρξιακές του αγωνίες. Η Κραυγή του είναι ενιαία, αυτή του Ποιητή.

     Επόμενος σταθμός του Νίκου Καζαντζάκη το «Νησί της Αφροδίτης». Στη Μεγαλόνησο που ο Ελληνισμός αποκαλύπτει τις Ομηρικές του ρίζες, στην γλώσσα και στην εκφραστική της, τα ήθη και τα έθιμα της ζωής, τις θρησκευτικές της παραδόσεις και κοινωνικές συνήθειες, στο μυθικό της ερωτικό πρόσωπο. Ο Κυπριακός Ελληνισμός στάθηκε αλώβητος-και ευτυχώς- από τις αχαρακτήριστες πολιτικές πρακτικές και επεμβάσεις του Ελλαδικού Ελληνισμού και του κατεστημένου του για πολλούς αιώνες. Η περίοδος της Αγγλικής κυριαρχίας και διακυβέρνησης έφερε την αρχή του τέλους της ανεξαρτησίας της Κυπριακής οντότητας. Ότι με τις πολιτικές τους πρακτικές την ζημίωσαν οι έλληνες πολιτικοί προσπάθησαν να λειάνουν οι κατά καιρούς ελλαδίτες ποιητές, πεζογράφοι, θεατρικοί συγγραφείς, διηγηματογράφοι, δοκιμιογράφοι, λόγιοι με τα έργα, τις καλλιτεχνικές τους δημιουργίες, τις επισκέψεις τους στο Νησί.

Διαβάζοντας την Ταξιδιογραφία του Νίκου Καζαντζάκη, βλέπουμε έναν άνθρωπο ασκητικό, λιτοδίαιτο, ολιγαρκή στις επιθυμίες του, άπληστο για γνώσεις και εμπειρίες, αναζητητή ενός Θεού λυτρωτή πέρα από ιστορικές και πολιτισμικές παραδόσεις, τα κατά καιρούς ονόματα που του δίνουν οι άνθρωποι. Φυσικά, συμφωνώντας με τον μαθητή και πνευματικό του σύντροφο, τον Παντελή Πρεβελάκη, ο Καζαντζάκης εμφορείται από αυτό που θα ονομάζαμε «αριστοκρατικό εθνικισμό» κάτι που, είναι εμφανές μεταξύ άλλων κειμένων του, στο Ταξίδι του στο Μοριά, που συμπεριλαμβάνεται στις τελευταίες σελίδες του τόμου. Τα κείμενα των περιηγήσεών του στην Πελοπόννησο έχουν σταθεί αφορμή και πηγή έρευνας για αρκετούς Καζαντζακικούς ερευνητές και μελετητές, στις δικές τους μελέτες και στις προτεινόμενες θεωρητικές ερμηνευτικές της «αριστοκρατικής του ιστορικότητας». Στον τρόπο που βλέπει και αντιμετωπίζει την Ιστορία.

     Και στην επίσκεψή του στην Κύπρο, ο Καζαντζάκης, περιγράφει το κρυφό μεθύσι της ζωής των ανθρώπων και του χώρου, του γεωγραφικού τοπίου στην λαύρα του Καλοκαιρινού του ταμπλό. Φωτογραφίζει την ψυχή και την συνείδηση του χώρου, των τοποθεσιών και των κατοίκων τους, την μάλλον απλοϊκή προσωπικότητά τους, την φτώχεια του βίου τους, τις συνήθειές τους, έρχεται σε επαφή όχι με φημισμένα Κυπριακά πρόσωπα αλλά καθημερινές του εμπόρισσες γυναίκες, παιδιά και γέρους. Περιγράφει περιστατικά και ατομικές αντιδράσεις. Συμπλέκει την ιστορία με την μυθολογία, την τέχνη με τις τοπικές παραδόσεις, ιστορίες και βιώματα ανθρώπων με την αρχαία ιστορία των χωμάτων που τα περπατούν, ζουν, εγχαράσσεται στη μνήμη και την φαντασία τους τα αρχαία Κυπριακά είδωλα, τα «Κουκλιά». Προγονικοί αρχαίοι Θεοί ή Δαίμονες, τι σημασία έχει ή παίζει στο παρόν τους, καμία. Η ιστορία έχει σταθερή διάρκεια αλλά διαφορετικές εκφραστικές εκδηλώσεις και εμφανίσεις των συμβόλων της και των προβολών της. Άλλες φορές οι διάφορες ανθρώπινες καταστάσεις εμφανίζονται στην στασιμότητά τους. Το φυσικό περιβάλλον προσδιορίζει τις ανάγκες των ανθρώπων διαμορφώνει την ιστορική τους εικόνα, διαπλάθει το μύθο των σχέσεών τους τόπων και ανθρώπων. Καταπληκτικές και πάντα ιδιαίτερες, βαθυστόχαστες και καθαρές οι περιγραφές της πανίδας και της χλωρίδας του Κυπριακού εδάφους. Κάθε τόπος και κάθε χώρος έχει την δική του ελκυστική μαγεία στα μάτια του Κρητικού ταξιδευτή και κάθε ταξιδιώτη. Μια ενιαία γραμμή φιλοσοφίας και σταθερού στοχασμού, οπτικής αναζητήσεων, οντολογικών παρατηρήσεων χαρακτηρίζει την γραφή του, κάθε φορά η σκέψη του εξαρτάται αν όχι αποκλειστικά, πάντως σε μεγάλο βαθμό από τον χώρο, την ατμόσφαιρα που τον τυλίγει. Δεν μας προαναγγέλλει ιστορικές αλλαγές η ματιά του, δεν είναι περιηγητικά αναθεωρητική η γραφή του, ούτε διακοσμημένη με εξωτερικές εκπλήξεις ώστε να προκαλέσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το Κυπριακό τοπίο την δεδομένη χρονική στιγμή δεν είναι ένας ξερός, στεγνός χώρος αποφλοιωμένος από αναμνήσεις και μνήμες, παραστάσεις (πεδίο έρευνας και εξέτασης της επιστήμης και των ιστορικών) άγευστο από τις χιλιάδες επιρροές και εμπειρίες των ανθρώπων μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι και κληρονομιά του. Το τοπίο, το όποιο τοπίο, ανεξάρτητα του φορτίου των εθνικών και πολιτιστικών του παραδόσεων, ανθρώπινης φυλής και ράτσας περιπέτεια, είναι η συλλογική μνήμη των ανθρώπων στην ιστορική τους διαδρομή και κατοπινής πορεία ζωής καθώς πρωτοαντικρίζουν το φώς της ημέρας, νιώθουν την θερμότητα του ήλιου, ακούγεται το πρώτο της ανασφάλειας κλάματα τους, βλέπουν αυτό ακόμα που δεν κατανοούν το σχήμα τους, την μορφή τους έρχονται σε επαφή μπουσουλώντας και κλαίγοντας με αυτό που αποκαλούμε ύπαρξη στις πολλαπλές εκδηλώσεις της και την ονοματίζουν σε μια μητρική γλώσσα και πατρική που διδάσκονται ως φθόγγοι ως κραυγή. Είναι η μυθολογία της, ο αβάσταχτος σκληρός, ασήκωτος και ανερμήνευτος ρεαλισμός της και πολλές φορές κυνισμός της, η αδελφωμένη με τα πράγματα γύρω της φωνή της. Ο χώρος, ο εθνικός χώρος κάθε λαού και των ανθρώπων που τον κατοικούν, είναι τα χώματα που τους γέννησαν, βάδισαν, έκλαψαν και γέλασαν, έπαιξαν τους βόλους τους και θαμπώθηκαν από το φώς του ήλιου. Είναι οι ήχοι που ακόμα δεν αναγνωρίζουν και όμως τους μαγεύουν και τους προσκαλούν την προσοχή, ένα πλέγμα άγνωστων και αινιγματικών ή και σκοτεινών καταστάσεων που τους αναμένουν καθώς μεγαλώνουν. Είναι οι αναρίθμητοι ρυθμοί της Φύσης, οι κελαϊδισμοί των πουλιών τα τιτιβίσματα των εντόμων, το πέταγμα των πτηνών, το χαμόγελο και η θλίψη κάθε έμβιας ζωής πάνω στον πλανήτη, η βία της άγριας ζωής στην αναζήτηση της τροφής τους. Το τοπίο είναι το μητρικό γάλα και η αίσθηση της ασφάλειας της μητρικής αγκαλιάς και πατρικής σιγουριάς των πρώτων βημάτων, είναι η ψηλάφηση του σώματος κάθε φορά αλλιώς και ιδιαιτέρως, η πρώτη ερωτική συγκίνηση και επαφή, το δειλό άγγιγμα του σώματος του άλλου, το φιλί του στεναγμού και του λυγμού της εικόνας του Άλλου πέρα από φύλο και ηλικία, θρήσκευμα ή καταγωγή. Είναι το παιχνίδι μιάς εθνικής γλώσσας που τα ριζώματά της εξαρτώνται από την εκάστοτε πατρίδα αναφοράς των ανθρώπων. Οι ρίζες της προέρχονται από τα γενέθλια χώματα κάθε ατόμου-πέρα από φύλο και φυλή- πριν ακόμα το άτομο ψελλίσει τις πρώτες του συλλαβές, σχηματίσει την προσωπική του μυθολογία και χαρακτήρα, του χώρου από τον οποίο προέρχεται. Τα χώματα της πατρίδας είναι η αναγνώριση της προσωπικής μας ιστορίας που ακόμα δεν έχει ερμηνευτεί, κατανοηθεί στην ιστορική καθολικότητά της. Αυτό το γνωρίζει ο Κρητικός Νίκος Καζαντζάκης. Είναι τα χώματα της ιστορίας που δεσμευτικά υποδέχονται την αρχή και το τέλος της ζωής των ανθρώπων που τα περπατούν, τα οργώνουν, τα πατούν, τα φροντίζουν, τα καλλιεργούν, τα διαφυλάσσουν, τα προστατεύουν. Η πρώτη πατρίδα των ανθρώπων δεν είναι η γλώσσα-ή τουλάχιστον μονάχα αυτή- είναι η αίσθηση του συνανήκειν σε έναν χώρο μία τοποθεσία, -σε δύο διαφορετικές σωματικά οντότητες που σε προστατεύουν, σε καθοδηγούν, σε προφυλάσσουν- που αρδεύει τις ρίζες και την παράδοσή της, την προϋπάρχουσα ατμόσφαιρά ενός Τόπου πριν την δική σου βιολογική εμφάνιση.

Ας μου επιτραπούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Το σύνολο έργο του Νίκου Καζαντζάκη μπορεί κανείς να το αποδεχτεί ή να το απορρίψει, το ίδιο μπορεί να πράξει και για επιμέρους είδη και κατηγορίες της γραφής του, μυθιστόρημα, ποίηση, θέατρο κλπ, να καυτηριάσει αρνητικά ή να επαινέσει θετικά τις ιδέες και τις σκέψεις του, την γενικότερη στάση απέναντι στα προβλήματα και αδιέξοδα της ζωής, την ατομική του φιλοσοφία, την Νιτσεϊκή του αγωνία, όμως, όποιος αναγνώστης θελήσει να έρθει σε επαφή, να διαβάσει έστω και ένα βιβλίο του αμέσως θα καταλάβει και θα αποδεχτεί ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν έλληνα συγγραφέα ο οποίος κατάγονταν από τα Κρητικά χώματα. Πέρα από τον στρόβιλο της σκέψης και των στοχασμών του, πέρα από την υιοθέτηση μιάς γλώσσας πανελλήνιας, πανελλαδικής εμβέλειας γλωσσάρι, πέρα από τις σπουδές του και τις περιηγητικές περιπλανήσεις του στην υδρόγειο, ο Νίκος Καζαντζάκης σαν προσωπικότητα και σαν γραφιάς ( συνήθειες κοινωνικών του αντιδράσεων) παρέμεινε ένας Κρητικός Έλληνας. Παρά τις συνεχείς περιπλανήσεις τους στους χώρους του πνεύματος και των διαφόρων χωρών, τίποτα δεν κατόρθωσε να εκμηδενίζει την Κρητική του ταυτότητα και χαρακτήρα ακόμα και το ύφος της πλούσιας και πολύχρωμης γλώσσας του. Το ίδιο θα υποστηρίζαμε και για την περίπτωση του Σκιαθίτη Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, το ίδιο και για του Επτανήσιους ή Μικρασιάτες λογοτέχνες, τους Μανιάτες, Πελοποννήσιους δημιουργούς, Ηπειρώτες, Μακεδόνες κλπ. Αυτό δεν συμβαίνει και με τον ηδονικό και ερωτικό Κωνσταντίνο Π. Καβάφη, είναι η φωνή του Αλεξανδρινού λέμε αμέσως μόλις την ακούμε να την διαβάζουν. Είναι μήπως τοπικιστική ή εθνικιστική η ματιά του Θεσσαλονικιού ποιητής Ντίνου Χριστιανόπουλου; Το ίδιο συμβαίνει και στους χώρους της ξένης λογοτεχνίας και γραμματείας. Ακόμα και οι πιο ριζοσπαστικές και εξτρεμιστικές συγγραφικές φωνές της Αμερικάνικης συγγραφικής παράδοσης, μοντερνιστών και παραδοσιακών, η ταυτότητά τους είναι πρώτα εθνική δηλαδή Αμερικάνικη. Οικουμενική η εικαστική δημιουργία του μεγάλου Πάμπλο Πικάσο αλλά είναι ο ισπανός στην καταγωγή διεθνούς φήμης ζωγράφος, το ίδιο και ο Σαλβαντόρ Νταλί, ο ανδαλουσιανός ποιητής και θεατρικός ποιητής Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, ο ιρλανδός εστέτ Όσκαρ Ουάϊλντ. Η σκηνοθετική ματιά του Αντρέι Ταρκόφσκι, το κινηματογραφικό πνεύμα του Σεργκέι Αϊζενστάιν, είναι οικουμενικό, διαχρονικό, υπερ-ιστορικό, εκφράζει τις μεταφυσικές θρησκευτικές πτυχές της σλάβικης φυλής ή της μαρξιστικής κομμουνιστικής ιδεολογίας, όλοι όμως αναγνωρίζουμε ότι είναι ρώσοι δημιουργοί και καλλιτέχνες και ανήκουν στην ρώσικη πνευματική επικράτεια όπως ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ο Λέων Τολστόι, ο Μαξίμ Γκόργκι, ο Άντον Τσέχωφ και τόσοι άλλοι. Θέλω να πω, ότι δεν μπορεί να θαυμάζουμε τον μεγάλο έλληνα ιστορικό Θουκυδίδη και να αρνιόμαστε τον «εθνισμό» ή τον «εθνικιστικό» πατριωτισμό των Αθηναίων, των Σπαρτιατών, των Θηβαίων, των κατοίκων των άλλων ελληνικών πόλεων. Ο εκάστοτε τόπος, η όποια πατρίδα, τα γενέθλια χώματα έχουν σύνορα. Στους ανεμόμυλους της Ιστορίας οι άνθρωποι πολεμούσαν για συγκεκριμένα, απτά πράγματα, καθημερινά και αναγκαία στους ίδιους, τα παιδιά τους, τις οικογένειές τους. Η εξάλειψη της οικονομικής και κοινωνικής αδικίας και εκμετάλλευσης δεν γίνονταν και εξακολουθούν να γίνονται μέσα στο παιχνίδι της Ιστορίας με παραδείσιους όρους μη υπεράσπισης τους, μεταφυσικά αερόστατα διεθνιστικής περιπλάνησης ιδεών και αποδοχής του υφιστάμενου Κόσμου. Μπορεί στο απώτατο μέλλον η ανθρωπότητα να παγκοσμιοποιήσει την ανθρώπινη σκέψη, να εξαλείψει τις επιμέρους εθνικές ιδέες, να συνενώσει ηπείρους και έθνη σε μία «παγγαία» ιστορικών και πολιτισμικών αναφορών, προ το παρών, οι άνθρωποι ανήκουμε σε έθνη, κρατικές οντότητες, θρησκείες, φύλα, χρώμα, της πατρίδας του καθενός χώματα, και δύσκολα αποφασίζουν να γίνουν περιπλανώμενοι πρόσφυγες. Άλλες οι αιτίες της προσφυγιάς και μετανάστευσής τους προσδιορίσημες και εξηγήσιμες, στο σκληρό παιχνίδι των γεωστρατηγικών και οικονομικών συμφερόντων όχι δικαιολογήσιμες ιστορικά εξ ου και οι πολέμοι. Κατακτητικοί ή αμυντικοί. Αναφέρω αυτά τα άτακτα της δικής μου αναγνωστικής σκέψης για όσους και όσες παλαιότερους μελετητές και σύγχρονους, θεωρούν τον Νίκο Καζαντζάκη εθνικιστή και «σοβινιστή». Κατά την αναγνωστική μου γνώμη λάθος θέση και άποψη, ο Καζαντζάκης είναι αυτό που μας φανερώνει διαρκώς, ένας Κρητικός. Όσο για την σκέψη του είναι αυτό που αναφέρει στην αρχή της περιήγησής του στον «Μοριά» του έκτου κεφαλαίου του βιβλίου του «Ταξιδεύοντας», είναι δηλαδή το πρόσωπό του όπως και της Ελλάδας ένα παλίμψηστο με ότι αυτό σημαίνει και συνεπάγεται στην αποδοχή, ερμηνεία ή άρνηση της γραφής του. Και οι Ταξιδιωτικές του εργασίες είναι τα διάφορα στάδια της σκέψης του, τα ιδεολογικά και φιλοσοφικά, ιστορικά και αισθητικά μέρη από τα οποία πέρασε, μέχρι να καταλήξει ή κατασταλάξει στην δική του κοσμοθεωρία και αγωνία ζωής. Του ηρωικού αγώνα του ανθρώπου στην κατάκτηση της απόλυτης Ελευθερίας.

Ο Νίκος Καζαντζάκης, ακολούθησε τα χνάρια των μυστικών αγίων και προφητών της παγκόσμιας παράδοσης δίχως όμως την δική τους ιστορική και μεταφυσική, υπαρξιακή ελπιδοφόρα σημαντική, καταστάλαγμα ζωής και πίστης. Οι μεγάλοι μύθοι των ηγετών των Θρησκειών, τα αγωνιστικά χνάρια των αγίων πιστών τους, μαρτύρων και συμβόλων τους προσφέρουν στον Άνθρωπο μία Ελπίδα, ο Καζαντζάκης όχι. Ο ηρωικός του μηδενισμός ήταν κάτι που δεν αντέχονταν από τις μεγάλες ανθρωπομάζες. Ο Νίκος Καζαντζάκης φιλοδόξησε να μεταδώσει τις δικές του αγωνιστικές αντοχές και υπαρξιακές ανάγκες στους ώμους μιας Ανθρωπότητας που δεν την ενδιέφερε. Ο Αλέξης Ζορμπάς μπορεί να σαρκάζει τον θάνατο όχι όμως και το ανθρώπινο περιβάλλον του. Ο Καπετάν Μιχάλης είναι το σύμβολο της δικής του πατρικής εξουσίας όχι όμως και του συνόλου των πατεράδων της Ανθρωπότητας. Ο Καζαντζάκης δεν «κατόρθωσε» να γίνει «άγιος» όπως αναζητούσε από τα νεανικά του χρόνια, όχι γιατί ήταν ηθικά άμεμπτος, ακέραιος σαν χαρακτήρας ίσως και πέραν των ορίων φιλάνθρωπος αλλά γιατί δεν κατόρθωσε να ανακαλύψει το δρόμο της μεταφυσικής ανταμοιβής και ελπιδοφορίας που έχει ανάγκη από την εμφάνισή του πάνω στη Γη το Ζώο που λέγεται Άνθρωπος, για να αντέξει την ύπαρξή του μέσα σε ένα φυσικό περιβάλλον εχθρικό με αμέτρητους κινδύνους και αδιέξοδα. Η σβούρα του μυαλού του δεν σταμάτησε σε κανένα, τόσο απαραίτητο μέσα στην Ιστορία «Κοινωνικό ψεύδος», στις «Κατά συνθήκη συμβάσεις» της ανθρωπότητας που οικοδομούν τα διαφορετικά παλίμψηστα των πολιτισμικών και ιστορικών εκδοχών της Ζωής. Η αχόρταγη ψυχή του «βιάστηκε» από την θέλησή του να αποδεχτεί το αδύνατο. Και με την έννοια αδύνατο, δεν εννοούμε το φαινόμενο του θανάτου, αυτό ούτως ή άλλως είναι κάτι δεδομένο και ανεξάρτητο από την δική μας βούληση αλλά κάτι μάλλον πιο ισχυρό και δραστικό στις συνειδήσεις των ανθρώπων, την προσωπική τους αντοχή απέναντι στην ελπίδα και την ατομική κάθε φορά δικαίωση. Δεν θέλει κότσια μόνο η μεταφυσική απόρριψη και άρνηση αλλά και το αντίθετό της, η όποια μυθική αποδοχή της, ιστορική αποδοχή της, μεταφυσική της αναγνώριση. Ο ηρωικός και μαρτυρικός δρόμος της αγωνίας κάθε ανθρώπου προσέγγισης των δύο εκδοχών της Αλήθειας είναι κοινός. Αυτό, μάλλον δεν το αποδέχτηκε- από ιδιοσυγκρασία χαρακτήρα- ο Καζαντζάκης. Ο Καζαντζάκη ίσως, πάλευε για να παλεύει. Σωτηρία του, τα 24 γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου στους διαφορετικούς κάθε φορά συνδυασμούς τους και περιδινήσεις τους. Όμως, ούτε η γλώσσα δεν τον «έσωσε» κράτησε την «επικαρπία» της αναγνωστικής αναγνώρισης της γραφής του με τους όρους μέσα στον χρόνο που ήθελε η ίδια. Σίγουρα η φωνή του διασώθηκε, ασφαλώς η τιγρίσια Κραυγή του ακόμα ακούγεται στα πέρατα της οικουμένης, σαν μία ηχώ σπαρακτικής μεγαλειώδους και μαγευτικής «αποτυχίας» όπως είναι όλες οι Κραυγές των τιτάνων δημιουργών του παγκόσμιου πνεύματος. Το γλωσσικό της γραφής του βέλος του Νίκου Καζαντζάκη, ενδέχεται να μην στράφηκε σε κάποια θεϊκή ή μεταφυσική βεβαιότητα μόνο αλλά προς τον ίδιο του τον εαυτό. Γιατί, μερικά παγκόσμια και σκοτεινά αινίγματα, παραμένουν άλυτα και αυτή είναι η αξία τους, η ομορφιά τους, ο λόγος της ύπαρξής τους, δεν θάβονται κάτω από τόνους προσευχών και παρακλητικών ύμνων ούτε κάτω από όγκους φιλοσοφικών και γνωσιολογικών αρνήσεων και απορρίψεων συγγράμματα. Και το υψιπετές φτερούγισμα των αγγέλων κουράζει, εξαντλεί, πόσο μάλλον η γραφή μιάς φθαρτής ύλης ακόμα και ενός έλληνα ποιητή από την Κρήτη.

      Ο Καζαντζάκης λοιπόν, υφαίνει ένα ενιαίο ταξιδιωτικό, περιηγητικό υφαντό στο χρόνο. Ταξιδεύει και παρατηρεί καταγράφει και εικονογραφεί σε βάθος και με προσοχή, ευλάβεια τα πάντα και τους πάντες. Ορατά και αόρατα όπου ο νους του πεταρίζει, η φαντασία του φτερουγίζει. Συνενώνει ψυχές, σώματα, συνειδήσεις, ιστορία, μυθολογία, πολιτική, φιλολογία, χώρους και τοπία, καταστάσεις, διαφορετικές ηλικίες, ίχνη Θεών, Ανθρώπων, πολιτικές δυνατότητες του πνεύματος και της φθαρτής ύλης. Με μια ενεργητικότητα αξιοθαύμαστη και αξιοζήλευτη, που κάνει τον Καζαντζακικό αναγνώστη να μην ξεχωρίζει τα είδη και την ποιότητα, την αξία της γραφής του.

     Νεοφώτιστη κάθε φορά η ματιά του «εξορκιστική» η γραφή του των παραπτωμάτων της Ιστορίας, της Πολιτικής και της Θρησκευτικής μεταφυσικής, της ανθρώπινης κοινωνικότητας. Μια υμνολογία του χώρου και των ανθρώπων στην καθολικότητά τους πριν το τέλος της φθαρτότητάς τους.

     Συμπερασματικά, τα Ταξιδιωτικά μπορεί για κάποιους να αποτελούν εύπεπτα και ξεκούραστα λογοτεχνικά αναγνώσματα μέσα από τα οποία γνωρίζουν τόπους και μέρη που έχουν ή δεν έχουν επισκεφθεί, για τους σταθερούς αναγνώστες του Καζαντζακικού έργου αποτελούν πηγή απαντήσεων αρκετών ερωτημάτων, συγκριτικά με τα «ταξιδιογραφήματα» άλλων ελλήνων δημιουργών της εποχής του. Οι Ταξιδιωτικές αναμνήσεις δεν πρέπει να θεωρούνται λογοτεχνικό πάρεργο αλλά μια «ιδεο-πνευματική» και μια «φαντασιο- δημιουργική» ανάπλαση και αναγέννηση ενός τόπου και μιάς εποχής», σ.14.

     Στην σωστή ανάγνωση και ερμηνεία των Ταξιδιωτικών βιβλίων του Νίκου Καζαντζάκη απαραίτητη είναι η διαμερισματοποιημένη εισαγωγή και τα στοιχεία που δημοσιεύει ο επιμελητής της έκδοσης, επιστημονικός σύμβουλος των εκδόσεων Καζαντζάκη κ. Νίκος Μαθιουδάκης, για την ειδική έκδοση της εφημερίδας ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, το 2014. Εξώφυλλο- σχεδιασμός Δημήτρης Αν. Νίκας. σελ.336

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς 12 Ιουλίου 2024

Με την λαύρα της Καζαντζακικής γραφής να συναγωνίζεται την Καλοκαιρινή.     

Τρίτη 9 Ιουλίου 2024

Κλείτος Ιωαννίδης, Ο κριτικός δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον αναγνώστη

 

Ο κριτικός δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον αναγνώστη

Του Κλείτου Ιωαννίδη

περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα τχ.2/1, 1987, σ.16

       Πέρασε μισός αιώνας από την Κυπριακή Τραγωδία. Ακατανόητες πολιτικές ενέργειες και διπλωματικές αποφάσεις των τότε ελλήνων και κυπρίων πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών, άφρονες και αχαρακτήριστες επιλογές της κυπριακής εκκλησίας, της ιεραρχίας (των τριών μητροπολιτών) έφεραν τα φρικτά, αιματηρά, φοβερά αποτελέσματα και δύστοκες συνέπειες στην σύγχρονη ελληνική ιστορία του Ελληνισμού. Ένα μέρος του πανάρχαιου Κυπριακού Ελληνισμού χάθηκε από την στρατιωτική τουρκική εισβολή και κατοχή του Κυπριακού εδάφους. Η Κύπρος διχοτομήθηκε αμετάκλητα, η τούρκικη εισβολή και κατοχή του 1974, με την σιωπηρή ανοχή των τότε μεγάλων δυνάμεων και των δύο πολιτικών και ιδεολογικών στρατιωτικών συνασπισμών, υπήρξε η δεύτερη μεγάλη Ελληνική Εθνική τραγωδία μετά την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 τον προηγούμενο αιώνα. Πάνω από 200.000 ελληνοκύπριοι ξεριζώθηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες, έγιναν πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα. Έχασαν τα σπίτια και τις περιουσίες τους, τις δουλειές τους, καταστράφηκαν οι τάφοι των προγόνων τους, γκρεμίστηκαν τα ιερά τους, χάθηκαν οι πολιτιστικοί τους θησαυροί. Μαυροφορέθηκε η Κυπρία Αφροδίτη, θρήνησαν και εξακολουθούν να μοιρολογούν έκτοτε τον χαμό των δικών τους ανθρώπων οι Κύπριες μανάδες, πατεράδες και παιδιά, γονείς. Θρηνούν συγγενείς και φίλους, μέλη των οικογενειών τους που σκοτώθηκαν στον πόλεμο, χάθηκαν στην ξένη επέμβαση και κατοχή από τον εισβολέα ή παρέμειναν, για δεκαετίες αγνοούμενοι. Κύπριοι και Έλληνες δολοφονηθέντες και θυσιασθέντες μάρτυρες στο βωμό στρατιωτικών, οικονομικών, πολιτικών γεωστρατηγικών συμφερόντων. Η Ελλάδα-με δική της υπαιτιότητα, (των τότε ηγετών της)-έχασε έναν πόλεμο στη νεότερη σύγχρονη ιστορία της με τρομακτικά για τον Ελληνισμό αποτελέσματα έκτοτε. Μετά τις δύο τούρκικες εισβολές του 1974 ο εθνικός κορμός του Ελληνισμού κουβαλά στα σπλάχνα του ένα ανοιχτό τραύμα. Ένα ιστορικό τραύμα που πέρασε ήδη και κατέχει σημαντική θέση στην Κυπριακή και Ελληνική γραμματεία και τέχνη εδώ και μισό αιώνα. Κάθε μορφή της Ελληνικής Τέχνης, κάθε εκφραστικό της είδος, ατομικά ή συλλογικά αποτελέσματα του ελληνικού λόγου και γραφής αποτύπωσαν στα μετά- τραυματικά ιστορικά και πολιτικά αυτά χρόνια την Κυπριακή Τραγωδία. Όσες πολιτικές και διπλωματικές προσπάθειες και αν έγιναν τα 50 αυτά χρόνια η ΚΥΠΡΟΣ, παραμένει ακόμα σκλαβωμένη, διχοτομημένη, μοιρασμένη, τραυματισμένη, κατεστραμμένη στο υπόδουλο μέρος της. Το Κυπριακό του Ελληνισμού Τραύμα δεν έκλεισε, τα Κυπριακά χώματα «φυλακίζονται» με φράχτες από τις εχθρικές κατοχικές δυνάμεις, και όπως φαίνεται, δίχως να είμαι διπλωματικός ή ιστορικός αναλυτής, απλά ένας επαρκής θέλω να πιστεύω αναγνώστης και μελετητής ιστορικών και πολιτικών μελετών της Ελλαδικής και Κυπριακής λογοτεχνίας δεν θα κλείσει. Η διχοτόμηση όπως την ήθελαν (;)- την σχεδίαζαν (;)- οι ισχυροί της γης και οι σύμμαχοι των γειτόνων μας επιτεύχθηκε. Η γείτονα χώρα, από την δική της πλευρά, σαν κληρονόμος της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ποτέ δεν συγχώρησε την μικρή και φτωχή Ελλάδα που αγωνίστηκε για την ανεξαρτησία και την ελευθερία της τον 19ο αιώνα. Η πολιτική της γεωγραφικής επέκτασης του «μεγάλου ασθενούς» συνεχίζεται και μετά την εγκαθίδρυση της τούρκικης πολιτικής δημοκρατίας από τον ιδρυτή της. Η Μεγαλόνησος μοιράστηκε, ας το επαναλάβουμε, όσο και αν μας πονά σαν Έλληνες και Ελληνισμός. Τα ιστορικά και πολιτικά λάθη που διαπράξαμε σαν Έλληνες πληρώνονται στην διεθνή πολιτική και στρατιωτική σκακιέρα. Ή τουλάχιστον, θεωρώ, ότι οι δικές μας μεταπολιτευτικές γενιές που κατέβαιναν σε διαδηλώσεις και πορείες και υπέγραφαν ψηφίσματα διαμαρτυρίας, σήκωναν πλακάτ, έγραφαν συνθήματα υπέρ του ιερού αγώνα του Κυπριακού Λαού- Ελληνισμού και της απελευθέρωσης της Κύπρου από τον ξένο ζυγό και τα στρατεύματά του, δεν θα προλάβουν να την δουν Ελεύθερη. Μία ενιαία κρατική οντότητα. Τα παραβάν και τα παραπετάσματα δεν σκεπάζουν μόνο τα βυζαντινά ψηφιδωτά και τις χριστιανικές αγιογραφίες αλλά και τα Κυπριακά χώματα και τάφους των προγόνων του Ελληνισμού. Απαισιόδοξη, σκληρή, αλλά φοβάμαι ρεαλιστική διαπίστωση, αυτή είναι η σύγχρονη ιστορική και πολιτική πραγματικότητα του παγκόσμιου τσίρκου των μοντέρνων καιρών μας. Όσο για τα ψηφίσματα και τις αποφάσεις του ΟΗΕ είναι αστείο, και να σκεφτεί κανείς ότι έχουν αξία οι ανακοινώσεις, τα ψηφίσματα, τα λόγια των επίσημων εκπροσώπων του. Λόγια και ανακοινώσεις που λέγονται για να λέγονται στην αναγκαία επαγγελματική γραφειοκρατία του διεθνούς οργανισμού. Μπορεί να κάνω λάθος, πάντως, τα «όνειρα» που έλεγε ο ποιητής, δεν θα πάρουν ιστορική εκδίκηση στο άμεσο μέλλον. Ας ευχηθούμε οι Έλληνες και οι ιστορικοί του Μέλλοντος όταν προσμετρούν στην επικράτεια της χώρας μας τα νησιά του Αιγαίου να είναι ακόμα ίδια στον αριθμό.

     Η Βιβλιογραφία για την Κυπριακή Τραγωδία είναι τεράστια και στο γενικό της περίγραμμα και στις επιμέρους σχολιασμούς της γνωστή. Έχουν γραφεί εκατοντάδες ιστορικές μελέτες και ερευνητικές εργασίες, έχουν δημοσιευθεί χιλιάδες άρθρα και έχουν κυκλοφορήσει αντίστοιχα ποιητικά και πεζά, θεατρικά, δοκιμιακά βιβλία, ταξιδιωτικά, τα οποία μας μιλούν για την τραυματική αυτή περίοδο του Ελληνισμού, της Ρωμιοσύνης αν θέλετε από Κυπρίους και Έλληνες αλλά και Ξένους συγγραφείς, ιστορικούς και λογίους. Τα Λογοτεχνικά Πάρεργα και ο γράφων, έχει αναφερθεί ουκ ολίγες φορές στο θέμα αυτό και έχει αναρτήσει κείμενα για τα Κυπριακά Γράμματα και Κυπρίους συγγραφείς σε τακτά χρονικά διαστήματα, πέρα από τις ιστορικές ή ημερολογιακές επετείους. Φέτος, ασχολούμενος με τον Κρητικό συγγραφέα Νίκο Καζαντζάκη ανατρέχω και διαβάζω παλαιά δημοσιεύματα και άρθρα για το έργο του, τα είδη των βιβλίων του σε παλαιά τεύχη περιοδικών και εφημερίδων. Σε ένα από αυτά τα λογοτεχνικά περιοδικά-της νεανικής εποχής μας, δημοσιεύεται σε συνέχειες άρθρο για τον Νίκο Καζαντζάκη με τρείς επιστολές. Ακριβέστερα έχει να κάνει με τη δεύτερη σύζυγό του και κληρονόμο του την Ελένη Ν. Καζαντζάκη. Το άρθρο δημοσιεύεται στην σελίδα 15 του περιοδικού «ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ», τεύχος 2 / Ιανουάριος 1987 και φέρει τον τίτλο: «Ποιοι ξανασταυρώνουν τον Νίκο Καζαντζάκη», ενώ στην μαρκίζα της σελίδας αναγράφεται: «Στοιχεία- ντοκουμέντα από το έργο του μεγάλου Κρήτα συγγραφέα». Στην επόμενη σελίδα, αριθμό 16 των «Νεοελληνικών Γραμμάτων» παρουσιάζεται ο ποιητής και φιλόσοφος «Κλείτος Ιωαννίδης: Ο σύγχρονος Κύπριος λογοτέχνης» με ένα θεωρητικό του κείμενο που έχει τίτλο: «Ο κριτικός δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον αναγνώστη». Το κάπως συνοπτικό ή περιληπτικό αυτό κείμενο (είναι εύλογα περιορισμένο το μέγεθός του εφόσον δημοσιεύεται σε έντυπο μαζί με άλλα) εξετάζει την σχέση του διαμεσολαβητή κριτικού με το πρωτογενές κείμενο, ως συνδημιουργού με τον ίδιο τον συγγραφέα. Ένα είδος συνδιαμορφωτή της γραφής που γεννιέται ή έχει κυοφορηθεί και προσφέρεται προς τέρψη του μέσου ή επαρκούς αναγνώστη. Τα γούστα πάντως αλλάζουν ή είναι πολύ προσωπικά και έχουν την δική τους αυτοτέλεια, σημαντική και πρόταση αποδοχής. Το ζήτημα του ρόλου που διαδραματίζει ο Κριτικός ανάμεσα στην πρωτογενή εργασία ενός δημιουργού και τον αναγνώστη, οι γέφυρες αποδοχής που στήνει ή δεν στήνει, η απαξίωσή του και η μη αποδοχή του έργου ενός δημιουργού, είναι κάτι που απασχόλησε τους ασχολούμενους με τα γράμματα από την αρχαιότητα, πέρασε τα μεσαιωνικά και της αναγέννησης χρόνια και έφτασε με τις όποιες εκδοχές του, αξίες και κανόνες του μέχρι των ημερών μας και τους διαφόρους εκπροσώπους των Τεχνών. Η Κριτική αυτονομήθηκε ως ξεχωριστό πεδίο έρευνας και αναφοράς. Ανάλογα την εποχή, τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, το ιδεολογικό ή πολιτικό της υπόστρωμα, η μεταβλητή της αποδοχής της κριτικής φωνής έναντι της πρωτογενούς δημιουργίας άλλαζε, γινόταν αποδεκτή ή απορρίπτονταν από τους ειδικούς, το αναγνωστικό κοινό τους επίσημους ιθύνοντες κρατικούς φορείς που, διαμορφώνουν, τον εθνικό «λογοτεχνικό κανόνα» και την αισθητική του λαού και των μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων. Πάντως, πέρα από τις όποιες θετικές ή αρνητικές ενστάσεις και γνώμες μπορούμε να έχουμε για τον ρόλο και την αξία του Κριτικού, της κριτικής γραφής στις ζωές μας, στην διαχρονική ιστορία των ελληνικών γραμμάτων,-των τελευταίων αιώνων, ποιητές και κριτικοί παράλληλα δάσκαλοι ταυτόχρονα, όπως ο Κωστής Παλαμάς, επηρέασαν δραστικά και αποφασιστικά τις αναγνωστικές συνειδήσεις της εποχής τους αλλά και τις μεταγενέστερες δεκαετίες και διέπλασαν τα αναγνωστικά γούστα του κοινού. Ο Κριτικός για ένα διάστημα είχε και το ρόλο του παιδαγωγού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα από την Παλαμική συνεισφορά και ποιητική- αναγνωστική σοφία, η ανάδειξη στην επιφάνεια του αναγνωστικού χρόνου της ποιητικής φωνής του λησμονημένου Ανδρέα Κάλβου και η πρότασή του στους ποιητές και λογίους του καιρού του. Άλλη σημαντική περίπτωση είναι τα Προλεγόμενα του ποιητή και κριτικού επτανήσιου Ιάκωβου Πολυλά πάνω στην ερμηνευτική και την ανάγνωση, εξέταση των Σολωμικών ποιημάτων. Ο δοκιμιακός Σεφερικός λόγος των Δοκιμών του πόσα μας διδάσκει. Του Γιώργου Σεφέρη ως ποιητή και κριτικού ομού. Η κάπως αριστοκρατική περίπτωση του Ζήσιμου Λορεντζάτου που όχι μόνο σημάδεψε νεότερες συνειδήσεις νέων στοχαστών αλλά και τις βασάνισε ταυτόχρονα με τους ατομικούς του αποκλεισμούς και κρίσεις, και μία σειρά άλλων σύγχρονων  κριτικών περιπτώσεων οι οποίες υπερβαίνουν λογοτεχνικές σχολές και γενιές. Όπως πχ. οι περιπτώσεις εκείνες των νεοελλήνων ποιητών οι οποίοι είναι ταυτόχρονα και κριτικοί αναγνώστες, δάσκαλοι του θεωρητικού λόγου όπως αυτή του πανεπιστημιακού Νάσου Βαγενά, με το «εκλεκτικό» του ορισμένες φορές αγγλοσαξονικό ύφος και της καθαρότητας των κριτικών του νοημάτων. Του παλαιότερου ποιητή Νικόλαου Κάλλας, εγκατεστημένου στην Αμερική με τον υπερρεαλιστικό και μαρξιστικό τόνο της φωνής του και των θέσεών του. Του πανεπιστημιακού Γιώργου Ανδρειωμένου του οποίου οι βιβλιογραφικές- κριτικές του προτάσεις πάνω σε έλληνες ποιητές ή κριτικούς σημάδεψαν θετικά τους τομείς των ενασχολήσεών του. Βλέπε την πρόσφατη δίτομη εργασία του πάνω στα δημοσιεύματα του Κώστα Κουλουφάκου. Την περίπτωση του πεζογράφου Κώστα Βούλγαρη ο οποίος έχει ασχοληθεί και κυκλοφορήσει αρκετές αξιοπρόσεκτες εργασίες πάνω στην σύγχρονη ποιητική και πεζογραφική νεοελληνική παράδοση, ως αναγνωστική αφήγηση της ιστορίας και της κοινωνίας των ημερών μας ως κριτικός και επιμελητής εκδόσεων. Ο ξεχωριστός κριτικός λόγος του ποιητή Ανδρέα Καραντώνη με τις καίριες επισημάνσεις του, ακόμα και αν η κριτική του ματιά είναι απορριπτική όπως στην περίπτωση του Νίκου Καζαντζάκη. Του πεζογράφου Γιάννη Χατζίνη με το άπλωμα της σκέψης του, του ακούραστου Κλέωνος Παράσχου που δεν άφησε έργο και συγγραφέα της εποχής του που να μην ενδιαφερθεί και ασχοληθεί μαζί του αναδεικνύοντας εσωτερικές διαδρομές της σύλληψής του κλπ. Του ποιητή Αντώνη Φωστιέρη ο οποίος παράλληλα με τον ποιητικό λόγο διακονεί και τον χώρο της μετάφρασης από τα γαλλικά και ως κριτικός. Της αξιοπρόσεκτης ποιητικής και κριτικής γραφής του Αναστάση Βιστωνίτη, του οποίου η γλώσσα έχει τέτοια φορτία λυρισμού που σε αφήνουν άφωνο. Του Αλέξανδρου Ίσαρη με το διττό βλέμμα του ποιητή και εικαστικού που μετουσιώνεται σε κριτική θέση, του ποιητή και μεταφραστή αρχαίων έργων και ανθολόγου της δημοτικής ποιητικής παράδοσης Παντελή Μπουκάλα με τις εύστοχες πάντα επισημάνσεις. Του πανεπιστημιακού Βρασίδα Καραλή, του οποίου το κριτικό βλέμμα φορτίζεται εντονότατα από τα πεδία της φιλοσοφίας, της αρχαίας οντολογίας και των αισθητικών του προσλήψεων, σε σημείο που να χρειάζεσαι να καταφύγεις σε ειδικά λεξικά για να κατανοήσεις ενίοτε τον μαγευτικό και στην παραμικρή του λεπτομέρεια λόγο του και στις πιο ιδιαίτερες νοηματικά πτυχές της γραφής του. Το ύφος του είναι τόσο υψηλό (Λογγίνιο;) ακόμα και όταν μέσω της επιστολικής του γραφής πενθεί αγαπημένα του πρόσωπα. Και ίσως, μπορεί να λαθεύω, το αβάσταχτο βάρος του πένθους μεταβιβάζεται στην γλώσσα ως λύτρωση και όχι στο υποκείμενο που την εκφράζει. Του ποιητή Κώστα Στεργιόπουλου με τον βατό κριτικό λόγο και σκέψη, του οποίου θεωρώ δεν έχει αναγνωρισθεί η κριτική συνεισφορά όσο του αξίζει, το ίδιο και του πεζογράφου και κριτικού Πέτρου Χάρη, σταθερού υποστηρικτή της Καζαντζακικής συγγραφικής περιπλάνησης και αναζήτησης. Του ποιητή και εκδότη Δημήτρη Καλοκύρη με την πάντα εικαστική του ματιά, του πεζογράφου Πέτρου Τατσόπουλου με τις εξακτινώσεις της κριτικής του σκέψης στους χώρους της ιστορίας και άλλων σύγχρονων επιστημονικών πεδίων. Του Θεσσαλονικιού διηγηματογράφου και κριτικού Περικλή Σφυρίδη, του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου, του πεζογράφου Βασίλη Βασιλικού. (Ο Βασιλικός ασχολήθηκε κυρίως με τις μορφές και τα είδη της πεζογραφίας, τόσο στις δημοσιεύσεις του όσο και στις τηλεοπτικές του εκπομπές). Ας προσθέσουμε και την περίπτωση του θεατρολόγου Βάλτερ Πούχνερ ο οποίος τον τελευταίο καιρό μας έχει προσφέρει μία σειρά βιβλίων, ποιητικές του συλλογές πέρα από τις καθαρά θεατρικές του κριτικές και ερευνητικές εργασίες πάνω στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου και τις αναφορές του, και πολλές ακόμα σύγχρονες κριτικές φωνές οι οποίες εξακολουθούν να διαμορφώνουν με τα γραφόμενά τους το αναγνωστικό, γλωσσικό και αισθητικό μας κριτήριο και τις αξιολογήσεις μας. Μας βοηθούν στην ορθότερη προσέγγισή μας με ένα μυθιστόρημα, μία ποιητική συλλογή, ένα βιβλίο διηγημάτων, ένα δοκίμιο, στο διάβασμά τους. Κλασικό παράδειγμα από την αγγλική παράδοση είναι ο ποιητής Τόμας Στερν Έλιοτ και η πεζογράφος Βιρτζίνια Γουλφ. Δύο κριτικές φωνές εμβληματικές στον λογοτεχνικό χώρο της δυτικής επικράτειας. Στον χώρο του μοντερνισμού στον δυτικό κόσμο, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ τα παραδείγματα των Κριτικών θεωριών είναι πάμπολλα, πολυποίκιλα και αρκετές φορές αντιμάχονται το ένα το άλλο σε σημείο να έχεις την εντύπωση ότι παρακολουθείς αγώνα ρινγκ ως μη όφειλε. Άσε πια αυτήν την πολιτική κριτική ορθότητα που κατάντησε ένα είδος πνευματικού σκλαβοπάζαρου- αποικιοκρατίας της αμερικάνικης διανόησης απέναντι στις άλλες μη αμερικάνικες κουλτούρες και πολιτισμούς, τρόπους ζωής και σκέψης. Η γαλλική διανόηση από την άλλη, ακολουθεί και αυτή την δική της σχολή και έχει εδραιώσει την δική της θεωρητική παράδοση για το τι είναι Κριτική και ποιος ο ρόλος και η ευθύνη του Κριτικού και η σχέση του με τον συγγραφέα, όπως και στο τι είναι Λογοτεχνία. Κλασικό γαλλικό παράδειγμα οι κριτικές και δοκιμιακές προσεγγίσεις του Ζαν Πωλ Σάρτ, χαρακτηριστικό παράδειγμα το βιβλίο του για τον Ζαν Ζενέ, ή η τόσο μάλλον θολή ματιά του Ρολλάν Μπάρτ πάνω σε θέματα της γραφής ως αυτόνομης από τον συγγραφέα, το χέρι του. Ενδιαφέρουσα είναι και η εικαστική κριτική ματιά του Οδυσσέα Ελύτη έτσι όπως την διαβάζουμε στα «Ανοιχτά Χαρτιά» και σε άλλα του βιβλία. Ξεχωριστή είναι και η κριτική πρόταση του ποιητή και μυθιστοριογράφου Ευγένιου Αρανίτση. Οι κριτικές του πάντα κάτι νέο μας κομίζουν και μας ελκύουν ιδιαίτερα. Στον χώρο του Θεάτρου, φωνές σαν του Στάθη Δρομάζου, του Τάσου Λιγνάδη, του Μάριου Πλωρίτη, του Κώστα Γεωργουσόπουλου και ορισμένων άλλων είναι όχι μόνο θεατρική παιδαγωγία αλλά και τα γραπτά τους αγωγή ψυχής και εθνικής συνείδησης.

     Ασφαλώς, η αναφορά στην αρνητική θέση του γερμανού ποιητή Ράινερ Μαρία Ρίλκε που επικαλείται ο Κύπριος ποιητής Κλείτος Ιωαννίδης, για την αξία και σημασία του Κριτικού, δεν τον εμποδίζει να εκφέρει τις δικές του θέσεις και απόψεις έστω και αν στις μέρες μας έχουν σκεπαστεί από άλλες πιο σύγχρονες και άλλων κριτικών διακλαδώσεων αποτελεσματικότητας. Όσο για τα αρνητικά της αποδοχής ενός λογοτέχνη σχετικά παραδείγματα που μνημονεύει, είναι κάτι σύνηθες στον χώρο του πνεύματος. Αν ανατρέξουμε στην ιστορία της Κριτικής σκέψης θα διαπιστώσουμε πάμπολλες διιστάμενες, ή αμφίσημες, αντιφατικές κρίσεις πολλών μεγάλων και τρανών της τέχνης για άλλους ομοτέχνους τους. Αρνητικές κρίσεις που είτε προέρχονται από την μεροληπτική στάση του κριτικού-ως αναγνώστη, ή την γνωστική του ανεπάρκεια και μορφωτική υποδομή ή βασίζονταν σε θετικές ή αρνητικές ιδιοσυγκρασιακές θέσεις του και μόνο. Σίγουρα πάντως, όση αξία και αν έχει μία Κριτική φωνή, όσο καλογραμμένο και κατανοητό μπορεί να είναι και να διαβάζεται ένα Κριτικό κείμενο, δεν μπορεί να αντικαταστήσει την πρωτογενή δημιουργία ενός συγγραφέα. Άλλη η συγγραφική φαντασία ενός λογοτέχνη και άλλο η λογική ενός κριτικού που προσπαθεί να ξεκλειδώσει το κείμενο ερήμην και του ίδιου του συγγραφέα και του αναγνώστη. Πολλές φορές πολυφωτίζοντας για να μην σημειώσουμε πολυσκοτίζοντας το έργο το οποίο χάνει τον κεντρικό του στόχο ή το παγιδεύει σε θεωρίες επί των θεωριών που μετατρέπεται σε ένα αδιάβαστο και άχαρο κείμενο, αδιάφορο για τον αναγνώστη. Το Παπαδιαμαντικό και όχι μόνο κείμενο και γραφή για παράδειγμα, έχει χάσει τον αναγνωστικό προσανατολισμό του κάτω από το μικροσκόπιο σύγχρονων μοντέρνων θεωριών. Το ίδιο και ο Νίκος Καζαντζάκης. Το ποια από τις δύο περιπτώσεις της καλλιτεχνικής δημιουργίας, η γραφή ή κριτική αντιπροσωπεύει την συνείδηση της ίδιας της ζωής, αυτό είναι ένα άλλο κεφάλαιο προς εξέταση και συζήτηση στο κατά πόσο αληθεύει. Ή είναι ένα γλωσσοκεντρικό παιχνίδι της γραφής κοροϊδεύοντας τον εαυτό της. Στην ίδια σελίδα με το άρθρο δημοσιεύεται και ένα συγκινητικό και θρησκευτικής χροιάς ποίημα (ανυπόγραφο) του Κύπριου ποιητή και φιλοσόφου Κλείτου Ιωαννίδη ( Κύπρος Μούτουλλας 7/7/1944-) με τίτλο: «Πένθιμο σε μοναχό ποιητή».

Με την συμπλήρωση 50 χρόνων από την Κυπριακή Τραγωδία σκέφτηκα αντί να καταφύγω σε επετειακά ποιήματα να αντιγράψω και να αναρτήσω το κείμενο του Κύπριου ποιητή ο οποίος έζησε, βίωσε και ο ίδιος την εισβολή και κατοχή της πατρίδας του. Ας δώσουμε όμως πρώτα ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τον οδοιπορικό λόγο του Κρητικού συγγραφέα και ποιητή Νίκου Καζαντζάκη από ταξίδι του στην Κύπρο το 1926 και στο τι με γλαφυρό και παραστατικό τρόπο μας αφηγείται-για τους ανθρώπους, τους θρύλους και το Κυπριακό τοπίο- στο βιβλίο του: ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ «Ιταλία- Αίγυπτος- Σινά- Ιερουσαλήμ- Κύπρος- Μοριάς» σε εισαγωγή και επιμέλεια: Νίκου Μαθιουδάκη, επιστημονικού συμβούλου των εκδόσεων Καζαντζάκη. Ο τόμος είναι ειδική έκδοση της εφημερίδας ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, Αθήνα,2, 2014. Εξώφυλλο-σχεδιασμός Δημήτρης Α. Νίκας. Οι Κυπριακές εντυπώσεις του Καζαντζάκη περιλαμβάνονται στις σελίδες 189-194 κάτω από τον τίτλο «ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ».

     Τ Ο  Ν Η Σ Ι   Τ Η Σ  Α Φ Ρ Ο Δ Ι Τ Η Σ

       «Η Κύπρος είναι η αληθινή πατρίδα της Αφροδίτης. Ποτέ δεν είδα, νησί με τόση θηλύτητα, ποτέ δεν ανέπνεψα αέρα τόσο γιομάτο μ’ επικίντυνες γλυκύτατες συμβουλές. Αλαφρή κά-ρωση με κυριεύει, νύστα και γλύκα, και το δειλινό, όταν πέσει ο ήλιος και φυσήξει από τη θάλασσα το αλαφρό και σαλέψουν λίγο, δεξιά ζερβά, τα μικρά καϊκια και ξεχυθούν στην παραλία τα μικρά παιδιά με το γιασεμί στο χέρι, η καρδιά μου ξεζώνεται και παραδίνεται σαν την Πάνδημη Αφροδίτη.

     Ό,τι αλλού σπάνια, σε στιγμές νάρκης, αισθάνεσαι, εδώ το ζεις ακατάπαυστα, το νιώθεις αργά, βαθιά να σε διαπερνάει, σαν τη μυρωδιά του γιασεμιού: «Η σκέψη είναι μια προσπάθεια ενάντια στην κατεύθυνση της ζωής, η ανάταση η ψυχική, η αγρύπνια του νου, η έφοδος προς τ’ απάνου, είναι τα μεγάλα προπατορικά αμαρτήματα ενάντια στη θέληση του Θεού».

      Προχτές ακόμα γύριζα μέσα στα βουνά της Ιουδαίας κι άκουγα απ’ όλη τη γης ν’ ανεβαίνει μια αντίθετη, ανήλεη χραυγή: «Ας κοπεί το χέρι για να δοξάζει τον Κύριο, ας κοπεί το πόδι για να χορεύει αιώνια». Μέσα στην πύρα του ήλιου η άμμος έτρεμε και κάπνιζαν οι κορφές του βουνού. Ένας θεός σκληρός, χωρίς νερό, χωρίς δεντρό, χωρίς γυναίκα, περπατούσε κι ένιωθες να βουλιάζουν τα κόκαλα της κεφαλής σου. Όλη η ζωή τινάζουνταν στο πυρωμένο μυαλό σα μια κραυγή πολέμου.

     Και τώρα η Κύπρος κάθεται στη μέση του πελάγου και σιγοτραγουδάει σα μια Σειρήνα και γλυκαίνει την αγριεμένη απ’ τ’ αντικρινά βουνά της Ιουδαίας κεφαλή μου. Δρασκελίσαμε τη μικρή θάλασσα, κι από το στρατόπεδο του Γιεχωβά περάσαμε, σε μια νύχτα, στην κλίνη της Αφροδίτης. Πήγαινα από τη Φαμαγκούστα στη Λάρνακα, από τη Λάρνακα στη Λεμεσό, ολοένα σιμώνοντας στο ιερό σημείο της θάλασσας, στην Πάρο, όπου μέσα στους αφρούς του άστατου, ακατάλυτου υγρού στοιχείου η θηλυκή τούτη μάσκα του μυστηρίου γεννήθηκε.

     Καθαρά μέσα μου ένιωθα να παλεύουν τα δυο μεγάλα φοβερά ρέματα: Το ένα σπρώχνει στην εναρμόνιση, στην υπομονή και στη γλύκα. Δουλεύει άνετα, χωρίς καμιά προσπάθεια, ακολουθώντας μονάχα τη φυσική βουλή των πραμάτων. Μια πέτρα ρίχνεις ψηλά, μια στιγμή τη βιάζεις να παραβεί τη θέλησή της’ μα γρήγορα χαρούμενη ξαναπέφτει. Ένα στοχασμό ρίχνεις ψηλά, μα γρήγορα ο στοχασμός κουράζεται, δυσφορεί στον αδειανόν αέρα και ξαναπέφτει και σοφιλιάζει με τα χώματα.

     Το άλλο ρέμα είναι, θαρρείς, παρά φύση. Ένας απίστευτος παραλογισμός. Θέλει να νικήσει το βάρος, να σκοτώσει τον ύπνο, να σπρώξει το Σύμπαν, με το μαστίγι, προς τ’ απάνου.

    Σε ποιο από τα δυο ρέματα ν’ αρμονιστώ, να πώ: αυτό είναι η βούλησή μου, να ξεχωρίσω, σίγουρα πια, το καλό από το κακό, θέτοντας ιεραρχία στις αρετές και στα πάθη;

      Τούτα συλλογιζόμουν το πρωί που ξεκινούσα από τη Λεμεσό και πήγαινα στην Πάφο. Μεσημέρι. Το τοπίο τραχύ κι ασήμαντο. Χαρουπιές, χαμηλά βουνά, κόκκινο χώμα. Κάποτε μια ανθισμένη ροδιά μέσα στην ασπρίλα του μεσημεριού ανάβε και πετούσε φλόγες’ κάποτε δυο τρείς ελιές σάλευαν γαληνές και μέρωναν το τοπίο……………

Σημείωση: το κείμενο του Καζαντζάκη θα το αναρτήσω ολόκληρο σε επόμενο σημείωμα.

            Ο κριτικός δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον αναγνώστη

        Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η Κριτική δεν είναι επιστήμη, αν και προϋποθέτει μεγάλες επιστημονικές γνώσεις. Η επιστήμη, όπως ξέρουμε, ασχολείται με σημασίες, ενώ η κριτική τις γεννά, τις αποκαλύπτει. Κατέχει, δηλαδή, το κριτικό λειτούργημα, μια θέση ανάμεσα στην επιστήμη και στον αναγνώστη. Προσφέρει μιά γλώσσα στον αναγνώστη κι ένα ερμηνευτικό λόγο στη μυθική γλώσσα του δημιουργού, την οποία αναλύει η επιστήμη της λογοτεχνίας.

     Η σχέση ανάμεσα στην κριτική και το έργο τέχνης, έχει την ίδια αναλογία μ’ εκείνη του περιεχομένου και της μορφής. Η κριτική αδυνατεί από τη φύση της να μεταφράσει ένα λογοτέχνημα, δηλαδή να το ανακαλύψει, γιατί δεν υπάρχει τίποτα πιο σαφές και αποκαλυπτικό από το ίδιο το έργο τέχνης. Εκείνο που κάνει η Κριτική είναι η αποκάλυψη μιας σημασίας, που κρύβει στους πέπλους της μορφής ένα έργο.

     Σ’ αυτή την αποκαλυπτική εργασία του κριτικού, είναι φυσικό, να υπάρχουν πολλές δυσκολίες, γιατί κάθε σοβαρό βιβλίο είναι και ένας κόσμος. Κι ο κριτικός ενώπιον του έργου, αντιμετωπίζει τόσες δυσκολίες, όσες και ο δημιουργός μπροστά στο μυστήριο του κόσμου. Έτσι, η κριτική γίνεται, όταν γίνεται ολοκληρωμένα, μια ανάγνωση σε βάθος. Αποκρυπτογραφεί, συμμετέχει και συμπάσχει σε μια βαθυσήμαντη ερμηνεία. Βρίσκει και ομολογεί σχέσεις και σύμβολα. Το έργο της κριτικής, χωρίς να είναι μετάφραση, δεν παύει ωστόσο να είναι περίφραση, γιατί ο κριτικός, σε καμιά περίπτωση, δεν μπορεί ν’ αντικαταστήσει και να καταργήσει τον αναγνώστη.

      Κι αν γράφω, σημαίνει θραύω κατά κάποιο τρόπο τον κόσμο και τον αναπλάθω, τότε ο κριτικός, έστω κι αν είναι ο αναγνώστης που γράφει, έχει ν’ αντιμετωπίσει το σκληρό ενδιάμεσο που λέγεται γραφή, ένα είδος κόσμου που θρυμματίστηκε και ξανάγινε. Και το πρόβλημα του κριτικού είναι να ξεπεράσει την τραγική ευκολία της απλής ανάγνωσης, που οδηγεί εξ επαγγέλματος στη γραφή. Χρειάζεται να μπει ανάμεσα στον αναγνώστη και τη γραφή η σχέση αγάπης, η σχέση της επιθυμίας, για να γίνει πιο προσιτός, να πολιορκηθεί ευκολότερα ο κώδικας της γλώσσας του κρινόμενου έργου.

      Ύστερα από τις προκαταρκτικές αυτές σκέψεις ας δούμε πιο αναλυτικά τι σημαίνει κριτική, για να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί ο τομέας αυτός των γραμμάτων μας αντιμετωπίζει δυσκολίες και προβλήματα.

     Αν η λογοτεχνία εξακολουθεί να εκπροσωπεί τη συνείδηση της ζωής, η κριτική θα πρέπει να είναι η συνείδηση της λογοτεχνίας. Ο αφορισμός αυτός οδηγεί αναπόφευκτα στη σπουδαιότητα του ρόλου του κριτικού και μας υποχρεώνει να εξετάσουμε τις διάφορες λειτουργίες του πολυδιάστατου αυτού ρόλου, αφού θα χρειασθεί να τεθεί κι αυτός ο ίδιος ο ρόλος του κριτικού κάτω από μια κριτική εξέταση. Εφόσον ορίσαμε την κριτική ως συνείδηση της λογοτεχνίας, κι αφού καθορίσαμε τη λογοτεχνική δημιουργία ως συνείδηση της ζωής, αναπόφευκτα θα πρέπει να τονίσουμε το έργο του κριτικού με εκείνο του φανού, ίσως και του φάρου, του μεσάζοντος μεταξύ κοινού και δημιουργού, που έχει ως βασικό σκοπό, όχι μόνο να πληροφορήσει, να εκτιμήσει, να χύσει φώς, να καταλάβει και να συμπαθήσει ένα έργο τέχνης, αλλά και να τοποθετήσει το δημιούργημα κοινωνικά, αισθητικά, ηθικά, αφού χρησιμοποιήσει στο κριτικό του έργο, διάφορες επιστημονικές πειθαρχίες, δηλαδή την κοινωνιολογία, την ιστορία, τη φιλοσοφία, τη γραμματική, την ψυχανάλυση, τη θρησκεία, την ιδεολογία κλπ.

     Λέγοντας τούτο, καθόλου δε σημαίνει πως όποιος τοποθετείται μέσα σε μια πολύπλευρη επιστημονική πειθαρχία γίνεται απαραίτητα και κριτικός. Για να αποδοθεί δίκαια ο τίτλος του κριτικού σε κάποιον, χρειάζεται κάτι περισσότερο από το πολύμορφο της επιστήμης, χρειάζεται κάποιο δαιμόνιο κριτικού, ταλέντου ίσως, ακόμη και ψυχή κριτικού. Κι είναι αλήθεια πως δεν συναντάμε κάθε μέρα ένα Αριστοτέλη, ένα Λογγίνο, ένα Κόλεριτζ, ένα Σαιν Μπεβ.

     Ωστόσο, δεν είναι δύσκολο να διακρίνουμε, ανάλογα με τις πνευματικές και άλλες στάσεις και συμπεριφορές, τους κριτικούς που ανήκουν στη συντήρηση και τους προοδευτικούς κριτικούς, που μπορούν να διαδραματίσουν είτε αντιδραστικούς και αρνητικούς ρόλους στην εκτίμηση και αξιολόγηση των έργων τέχνης, είτε ρόλους θετικούς και εξυπηρετικούς στην ανάπτυξη της λογοτεχνίας και γενικότερα της τέχνης. Κατά τη γνώμη μας ένας κριτικός, άξιος του ονόματός του, όποιος και να ‘ναι ο χώρος του, πεζογραφία, ποίηση, θέατρο, μυθιστόρημα, δοκίμιο, εικαστικές τέχνες, για να βρίσκεται αληθινά και πραγματικά στην υπηρεσία των γραμμάτων και στη συνέχεια στην υπηρεσία μιας κοινωνίας, οφείλει να υπερβαίνει τις προσωπικές του προτιμήσεις και προκαταλήψεις. Ακόμη οφείλει να προχωρεί πέρα από το σχόλιο, έστω κι αν τούτο είναι σωστό και πραγματικό, για να γίνεται ένας αυθεντικός και γνήσιος συνεργάτης του δημιουργού και της δημιουργίας, ένας αληθινός συνδημιουργός. Έτσι ο κριτικός γίνεται ο ίδιος δημιουργός κι εφευρέτης μιας ξεχωριστής γλώσσας.

     Οι ευθύνες όμως του κριτικού απέναντι στην τέχνη είναι τεράστιες. Ο μεγάλος Γερμανός ποιητής Ράινερ Μαρία Ρίλκε, στα Γράμματα σ’ ένα ποιητή, προχωρεί μέχρι του σημείου να πει πως η κριτική είναι ο χειρότερος (!) τρόπος για να κατανοήσεις ένα έργο τέχνης. Τάσσεται φυσικά στην πλευρά της αγάπης και της συμπάθειας, γιατί δεν πιστεύει πως με τόσες προκαταλήψεις (ιδεολογικές, συναισθηματικές, φιλοσοφικές), μπορεί να κατανοήσει κάποιος τόσο εύκολα τη μυστηριακή ύπαρξη, που είναι το έργο τέχνης. Κι αν σκεφτούμε πώς ακόμη κι ένας Γκαίτε έκρινε εσφαλμένα τον Χαίλντερλιν και ο Κόλεριτζ έσφαλε στην κρίση του για τον Κητς, τότε πόσο δέος χρειάζεται και πόσος θα πρέπει να είναι ο φόβος Θεού μπροστά σ’ ένα υπό κρίσιν έργο τέχνης. Και κάτι άλλο.

     Η κριτική απαιτεί μια μεγάλη γνωσιολογική και βιωματική ευρύτητα, τόσο μεγάλη όσο και η ίδια η ζωή με την οποία ασχολείται. Ο κριτικός πρέπει να είναι φορτισμένος με το σύνολο της εμπειρίας της ζωής, με το λόγο και το άλογό της, με τον Απόλλωνα και το Διόνυσό της. Ο κριτικός χρειάζεται τις μαντικές και μυστηριακές εκείνες ικανότητες που θα του επιτρέψουν να διεισδύσει σ’ ένα έργο τέχνης και προπαντός  οφείλει να είναι οπλισμένος με το κατ’ εξοχήν όπλο της δημιουργίας, τη δημιουργική φαντασία και τον ενθουσιασμό. Κι αν ο κριτικός δεν διασταυρώνει μέσα στην ψυχή του το κλασικό, δηλαδή ό,τι αντέχει στο χρόνο και παραμένει διαχρονικό και αιώνιο, μαζί με το σύγχρονο, δηλαδή το μήνυμα μιας ορισμένης εποχής κι ενός συγκεκριμένου χώρου, κι αν η κριτική, δεν έχει την ικανότητα να βλέπει την αυτονομία ενός έργου, σ’ όλη τη νομοθετική της διάταξη και ανεξάρτητη διεργασία, τότε κινδυνεύει να γίνει ανεπαρκής και μεροληπτική και συχνά επικίνδυνη.

     Κάποτε ο μεγάλος σοφιστής Γοργίας τέλειωσε τον περίφημο λόγο του στην Ολυμπία, ευχόμενος ανδρεία και ικανότητα αποκρυπτογράφησης των αινιγμάτων και των χρησμών στους ακροατές του. Πράγματι, για να ονομαστεί κάποιος κριτικός και να φέρει επάξια τούτο ο όνομα στους πονηρούς καιρούς που περνάμε, χρειάζεται και ανδρεία και παρρησία, ελευθερία λόγου και σκέψης, για να παραμείνει μακριά και έξω από κολακείες και μικρότητες. Η αποκρυπτογράφηση των μυστικών μηνυμάτων της τέχνης στην πολυδιάστατη όψη και το περιεχόμενό της δεν θα πρέπει να συζητάται. Προϋποτίθεται για τον καθένα που παίρνει το όνομα της τέχνης στο στόμα και τα γραπτά του.

          Π έ ν θ ι μ ο   σ ε  μ ο ν α χ ό  π ο ι η τ ή

Στη Βηθλεέμ του δεν ήρθαν άγγελοι

να υμνούν και να δοξολογούν

ούτε μάγοι εξ ανατολών να καταθέσουν

τα δώρα της αγάπης τους.

Και στον ενταφιασμό του δεν ήταν παρών

ο ευσχήμων βουλευτής.

Απουσίαζαν κι οι μυροφόροι γυναίκες.

Κι ας ζήτησε συγνώμη συγχωρώντας

τους υβριστές του

πιστός στη δύναμη του ελάχιστου

γνώστης τέλειος του τμήματος των στίχων.

Ο μοναχός ποιητής δεν ήταν από τους συνήθεις.

Η ανωνυμία του μεγάλου κόσμου

τον κατάκλυζε συχνά.

Είχε για συντροφιά τις κορυφές του απείρου.

Στον αισθησιασμό της ποίησης αυτός

μαυροφορούσε.

Η άνοιξη των λόγων ποτέ δεν τον παρέσυρε.

Σπυρί πιστό στο μέγα κόσμο

θεατής των άστρων

και βραχοθραύστης

κινούσε για του πάγου το άνθισμα

με τον ήλιο στην καρδιά

και στην πρώτη ποίηση να κατευθύνει….

Στην κάθε νέα πράξη

είχε στο νου ο ασκητής

το «μεταβέβηκεν από του θανάτου εις την ζωήν»

την νεκρώσιμον ακολουθίαν των ανθρώπων.

Κι όμως δεν ήταν καθόλου δυστυχής.

Γνώριζε ως τ’ άκρα την αντοχή των χαρταετών.

Όπως τον Κλαζομένιο

έκτιζε στους θόλους τ’ ουρανού

υπηρετώντας την πατρίδα.

Κι όλο ευγνωμονούσε τη γη

που του πρόσφερε μια τέτοια χάρη.

Η θεά από χαμηλά ήγαν γι’ αυτόν ευεργεσία.

Ο ατέλειωτος Πελοποννησιακός της ποίησής του.

--

Πενήντα χρόνια μετά

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, 8 Ιουλίου 2024                 

 

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2024

Νίκος Καζαντζάκης, η Τερτσίνα για τον ΣΑΙΞΠΗΡ

 

Σ Α Ι Ξ Π Η Ρ Ο Σ

του Ν. Σμπαρούνη

Ώρα καλή στα θέρητα του ανέμου!

τα γέλια και τα κλάματα μας πνίγουν’

ποιός πιά χωράει στα πλάσματά σου, Θέ μου:

Φτερούγες γαλανές τα λόγια ανοίγουν,  4

δέσετε, αδέρφια, ορθούς με καραβίσια

στριφτά σκοινιά τους στίχους να μή φύγουν!

Χτίστης χωριάτης ο Θεός, περίσσια   7

στήνει βαριά κοτρόνια στον αγέρα:

ψωμί, κρασί, φιλί, χοντρά μεθύσια,

κι ήρθες εσύ, του τραγουδιού Πατέρα,   10

και σήκωσες με τον αυλό στα χείλη

καινούργιο πάτωμα από αχό κι αθέρα.

Λάμπει η ψυχή μες στις ετιές το δείλι   13

κι άφοβη πιά, γυμνή προγκάει τη Μοίρα,

της Δισδεμόνας σειώντας το μαντίλι.

Μέλι του θρήνου γίνηκεν η αρμύρα,    16

κι ασκώθηκαν στης νιάς αυγής τον ξύπνο,

φλάμπουρο ιερό, της Αραπιάς τα μύρα.

Σά δάσος ελατόμησες τον ύπνο    19

κι όλα γενήκαν μπλάβοι αχνοί και πάνε

καλεστικοί στου φεγγαριού το δείπνο.

Άντρες, θεοί, κοπέλες ροβολάνε,   22

πλαγιά- πλαγιά, του ονείρου τα δερβένια,

γρικώντας το σουραύλι σου τσοπάνε.

Νέφελα αχνά του γερο-Θεού τα γένια    25

και φαντασιά του κόσμου το ρεπίδι’

της γριάς σκορπίνας γης σκορπάς τα χτένια,

λυτρώθη ο νούς, και στο γαλάζο φρύδι    28

του ανύπαρχτου αντιλάμπισαν τα πάντα

και γίνηκε η τρομάρα μας παιχνίδι.

Μεθύσι η λευτεριά, καρδιά νταγιάντα,    31

ας πιούμε από του Γιόρικ τα καυκάλι

κι ο Κάλιμπαν άς πάρει τη Μιράντα.

Στου τραγουδιού τον άγριο πεντοζάλη,    34

στά πιό αψηλά του στοχασμού μπουρίνια.

όλο χαρά σκορπιέται το κεφάλι.

Η λάσπη γίνεται φτερούγα αγκίνια,    37

και τα μουντά μας στήθια ξεχειλίζουν

μπαχαρικά, γυναίκες, καναρίνια.

Σα στήθια απάρθενα οι μελίγγοι τρίζουν,    40

γενήκαν παπαρούνες τα σπαρμένα,

γελάει το δειλινό, κι αντιφεγγίζουν

στ’ άδεια νερά του ανθρώπου τα γραμμένα’    43

και διώχνουμε απ’ της λευτεριάς το γάμο

τη Φρόνεση, την πιό μωρή παρθένα!

Στο γυρογιάλι του καιρού, στον άμμο,    46

το σπόρο ρίχνεις του μυαλού σου αντρίκεια,

κι ολομεμιάς ανθάει το στέρφο χάμω

τρανές ψυχές, κορμιά και βασιλίκια’    49

τρέμουν στο φώς θεοί χλωμοί, πατρίδες,

χρυσές πετούν φτερούγες τα σκουλήκια

και παίζουν στον αγέρα, οι παραυτίδες!    52

Ονείρατα μας κρούν, κι εμείς γελούμε,

και κρέμουνται κουρέλια οι προσοψίδες.

Αμπέλι το μυαλό μας, και μεθούμε’    55

στο φώς οι σπόροι σταφυλιούν μελίσσι.

κι όλο έρωτα τη φαντασιά θρονιούμε

πά στα σκαμνιά του ανέμου να γεννήσει’    58

κι ανηφοράς με τ’ αστρουλάκια χάντρες,

ώ Τίποτα, ανθισμένο κυπαρίσσι!

Φιλιώνουν λύκοι, αρνιά, γιομώνου οι μάντρες   61

του τσέλιγγά σου νου του χαροκόπου’

βλογάς κρυφά τις πέντε σου ανυφάντρες

που υφαίνουν τον αχνό καιρού και τόπου,    64

κι ασκώντας το χέρι στον αγέρα

γράφεις γοργά τα χρονικά του ανθρώπου.

Αχάει το ραχοκόκαλο φλογέρα,   67

άγριο αγκωνάρι ασκώνουμε το γέλιο,

στεγή μας ο καπνός και περιθέρα

τρικυμιστή το ανέλπιστο περγέλιο’   70

σπιτάκι μας η ξελογιάστρα πάχνη,

κι ένα μελτέμι δροσερό θεμέλιο.

Στου χάροντα και στης ζωής την άχνη   73

στημόνι ο νους και φάδι τ’ όνειρό σου’

το λόγο η χέρα σου, Πατέρα, αδράχνει,

και στο νησί του γύπνου μοναχός σου’   76

πλάθεις ψυχές και τις περνάς γιορντάνι

κι αχούν και κλαίν και τρέμουν στο λαιμό σου!

Το μάτι ανοιείς, το μέγα σιντριβάνι,    79

κι άνθρωποι, ζα στον ήλιο μερμηδίζουν-

όλης της γης κινάει το καραβάνι,

γελούν οι νιοί, οι κοπέλες κοκκινίζουν,    82

αστράφτουν τα μελίγγια φωτοβόλα,

βασίλεια από τα βύθη ανηφορίζουν,

σε κάθε αυτί περνάς καινούρια βιόλα     85

και τρίζει η γης το νου σου να χωρέσει’

το βλέφαρο σφαλνάς, και σβήνουνται όλα!

στην κορυφή της τρέλας, πώς μου αρέσει!    88

Κύρη, τον πιό λαμπρόν ανθό του αγώνα,

το ρόδο, στύλωσες στερνό οροθέσι.

Η έγνοια μας τρώει του σιταριού, τα γόνα    91

στο βάρβαρο κρασί λυγούν, κι η ελπίδα,

η πολυπρόσωπη κυρά αντροφόνα,

την παντερμιά μας διαλαλάει πατρίδα    94

και λυτρωμό του χάρου την τρομάρα’

και στήνει εντός μας το Θεό παγίδα.

Κι ήρθες εσύ, και τη βαριάν αμπάρα   97

της γης ανοιείς μ’ ερωτικό γινάτι,

του αληθινού ξορκίστηκε η κατάρα,

φτερουγισμός του αντρός το ποδολάτι   100

και στις καρδιές, μές στη σγουρή ζαλάδα,

κλωνί βασιλικό περνάς περάτη.

 Χύθη στα φρένα απόκοσμη λιακάδα,   103

κατέβηκαν στη γης τα παραμύθια

και του έρωτα χλιμίντρισε η φοράδα.

Ατιμία και τιμή, ψευτιά κι αλήθεια    106

και της χαράς η τραγική γκριμάτσα,

στου ανύπαρχτου τα σμαραγδένια βύθια

και στου όνειρου τη διάφανη μπουνάτσα    109

με χαμογέλιο ο νούς πώς τα βιγλίζει

ψηλάθε από του Αμλέτου την ταράτσα!

Ορθός, γυμνός ο νούς, το μετερίζι    112

σκορπάει του κεφαλιού του κατεχάρου’

στην πιό αψηλή κορφή καραουλίζει,

στου ονείρου τ’ όνειρο, άχ! και του κουρσάρου   115

καιρού τη συντροφιά γελάει και κλαίει,

το μαύρο πίνοντας κρασί του Χάρου.

Αβάσταχτο γλυκό τραγούδι πλέει   118

στη γλώσσα μου, και τώρα πού τινάχτη

της λευτεριάς ο κούκος και το λέει,

θα πω κι εγώ και το δικό μου το άχτι’   121

τί αγάπησε η καρδιά μου η καρδερίνα

πολλά βαριά τη γης και γίνη στάχτη.

Την ερημιά, την αδικιά, την πείνα    124

χρόνια και χρόνια πολεμώ του κάκου,

της ομορφιάς γρικώντας τη σειρήνα

και το φτερό του εκδικητή κοράκου,    127

σε μιά αψηλή κραυγή χαράς ν’ αλλάξω’

πιά δε βαστώ, παιδιά, και μες στου δράκου

το στόμα θ’ ασκωθώ και θα φωνάξω:     130

«Όρτσα, παιδιά, και χάθη το παιχνίδι!

τα χείλια ανοιγοκλειούν για να προφτάξω,

πρί να με φάει της λασπουριάς το φίδι,   133

της ερημιάς να φέρω το μαντάτο!

Του γάμου μας οχιά το δαχτυλίδι,

μολύβι και το φώς, ανάθεμά το!     136

φαϊ, φιλί, χρυσάφι, γιός, ανάξια

τα πλιάτσικα γι’ αντρίστικο φουσάτο’

στάχτη η φωτιά, σκουλήκια τα μετάξια,   139

ανθρώποι, ζα και κάστρα, αχνοί της άμμου,

κι είναι ο Θεός η μέσα μας μονάξια!

Ψηλά σηκώστε τις καρδιές, παιδιά μου!   142

βάλτε βασιλικό στο αυτί κλωνάρι,

άς πούμε τάχα αυτό γιουρούσι γάμου,

ίσκιους ζεστούς στον ήλιο, στο φεγγάρι,    145

γυναίκα, γιό κρατούμε, και στο μνήμα

όλοι μαζί χιμούμε καβαλάροι.

Κι ένας γοργός σκοπός με πλούσια ρίμα   148

στου ονείρου το αγερόκορμο φιαμπόλι

τον άγριο Χάρο περγελάει και χύμα

κανελανθούς του ρίχνει νεκροστόλι’    151

βαρούν τα νεκροκόκαλα φλογέρες,

και πάν και πάν οι γίσκιοι αθάνατοι όλοι!

Σηκώστε ορθές τις πάχνες μπαντιγέρες!    154

Είμαστε εμείς μες στα πυκνά σκοτάδια

της λευτεριάς οι γιοί κι οι θυγατέρες,

του Τίποτα αρχοντόπουλα, μαγνάδια   157

νύχτας ογρής κι ορθά κουρέλια ονείρου,

φωνές, χαρές, βρισιές, λυγμοί και χάδια

του παντοδύναμου θεού Σαιξπήρου!»    160

     ΝΙΚΟΣ   ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ   ΤΕΡΤΣΙΝΕΣ,

Φιλολογική και τυπογραφική επιμέλεια Ε. Χ. Κάσδαγλη, τυπογραφείο Φ. Κωνσταντινίδη και Κ. Μιχαλά, περικάλυμμα Βαρλάμου. Εκδόσεις Ελένης Ν. Καζαντζάκη, Αθήνα 1960, σ.186. (μεταγενέστερες επανεκδόσεις), σελ. 107-113

ΣΧΕΤΙΚΑ

     Μνήμη Γιώργου και Ηρώς Σγουράκη

     Το Λεξιλόγιο των «Τερτσινών» είναι και αυτό κατά κάποιον τρόπο, «δυσκολοδιάβαστο», ή σωστότερα, αναγνωρίζουμε λέξεις της πανελλήνιας Δημοτικής, λαϊκής διαλέκτου, ιδιαίτερων ιδιωματισμών και χρωματισμών που σήμερα, έχουν περιπέσει σε αχρηστία, δεν εκφέρονται, ή μιλιούνται σπανίως, είναι αλλοιωμένες από τον χρόνο. Είναι η ιδιαίτερη, επιλογική προσωπική του ελληνική πανελλήνια γλώσσα που ανθολογεί, καταγράφει, υιοθετεί και χρησιμοποιεί ο Κρητικός ποιητής, φιλόσοφος, διανοητής και συγγραφέας. Αυτός ο ακαταπόνητος λεξισυλλέκτης. Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε ότι οι περισσότερες από τις λέξεις που κορφολογεί, συνάζει, χρησιμοποιεί ο Νίκος Καζαντζάκης στα έργα του, σήμερα, (επικά, ποιητικά, πεζογραφικά, θεατρικά, ταξιδιωτικά, δημοσιογραφικά, μεταφράσεις) στις κατά καιρούς περιπλανήσεις του στην ελληνική ύπαιθρο, και φυσικά από τις διάφορες τοποθεσίες της ιδιαίτερης πατρίδας του της Κρήτης, δεν μιλιούνται πια ή εκφέρονται παραλλαγμένες, φθαρμένες, στον προφορικό και ενδέχεται, στον γραπτό σύγχρονο, σημερινό λόγο, το λεξιλόγιο των σημερινών ελλήνων των διαφόρων γεωγραφικών διαμερισμάτων της Ελλάδος. Τα πολυδιαβασμένα και πολυμεταφρασμένα έργα του Νίκου Καζαντζάκη, «χρειάζονται;» συνήθως, ένα ερμηνευτικό Λεξικό για να τα πλησιάσεις. Να έχεις κοντά σου αν θες να τα απολαύσεις με άνεση, να χαρείς την Καζαντζακική γραφή, να κατανοήσεις σε βάθος την φιλοσοφία και τα νοήματά της Καζαντζακικής σκέψης, να τα διαβάσεις, να συμπορευτείς και να συλλογιστείς με τις ιδέες του συγγραφέα, να συμπλεύσεις ή όχι με την ακαταμάχητη και πολυμήχανη σκέψη του. Η χρήση ενός Λεξικού- το οποίο ίσως και να έχει την ίδια αναγνωστική βαρύτητα στον αναγνώστη, όπως το βιβλίο που έχει μπροστά του-δεν είναι απαραίτητα αρνητικό, ούτε περιττό, ιδιαίτερα για έναν λογοτέχνη του ξεχωριστού διαμετρήματος του Νίκου Καζαντζάκη, ούτε για τα είδη της γραφής του, την ποιότητα και τον χαρακτήρα των βιβλίων που εξέδωσε. Ένας σταθερός και επαρκής αναγνώστης της ελληνικής λογοτεχνίας, ευρύτερα της παγκόσμιας γραμματείας, δεν θα διστάσει να καταφύγει σε παρόμοιες «λύσεις» για να ξεκλειδώσει το κείμενο, την γραφή που επεξεργάζεται ή απλά απολαμβάνει. Το ωκεάνιο ποιητικό του έπος η «Οδύσσεια», δεν πλησιάζεται σε καμία περίπτωση δίχως την συμβολή και την χρήση ενός επαρκούς ελληνικού λεξιλογίου της ελληνικής δημοτικής γλώσσας. Για να μην επεκταθούμε και σε άλλες απαραίτητες κατηγορίες και επιστήμης Λεξικά όπως πχ. Φιλοσοφικών εννοιών, Πολιτικών, Κοινωνιολογίας, Θρησκειολογίας, Μυθολογίας, Λεξικών με την ονομασία και καταγραφή της πανίδας και της χλωρίδας του τόπου μας κλπ. Ακόμα και αν απευθυνθούμε στον εκδότη του- εμείς οι αγοραστές-αναγνώστες της- να μας «κόψει» μία μερίδα, ή ένα κιλό από το ασήκωτο βάρος του μεγαλόπνοου αυτού ποιητικού έπους, για να θυμηθούμε ένα από τα χαρακτηριστικά ανέκδοτα υποδοχής της «Οδύσσειας» από τους λογίους των χρόνων της κυκλοφορίας της, οι ελάχιστοι τέλος πάντων αγοραστές της που απευθύνονταν στο βιβλιοπωλείο του «Ελευθερουδάκη» και ζητούσαν από τον βιβλιοπώλη και εκδότη να την αγοράσουν όταν την είδαν για πρώτη φορά να εκτίθεται στις βιτρίνες του. Η πλειοψηφία των φιλαναγνωστών και μόνο που την αντίκριζαν και έβλεπαν τον πολυσέλιδο όγκο της, κοντά 2000 πυκνοτυπωμένες σελίδες και διαισθανόντουσαν το βάρος της,- πάνω από 20 κιλά- τους έπιανε τρόμος. Ή έκαναν περιπαικτικές ερωτήσεις, δηκτικές, όπως ο χρονογράφος και συγγραφέας Παύλος Παλαιολόγος, σε άτομα που την είχαν πάνω στο γραφείο τους και την ξεφύλλιζαν. Το αναγνωστικό αυτό πρόβλημα, το ζήτημα της υποδοχής της «Οδύσσειας» από τους διανοούμενους και τους λογίους της εποχής του, το γνώριζε ο Καζαντζάκης, είχε συνείδηση των δυσκολιών ανάγνωσής της, αγοράς της, κατανόησής της για αυτό ξεκάθαρα και με ειλικρίνεια μας εξομολογείται ότι από την στιγμή που το ελληνικό- παγκοσμίων παραμέτρων ποιητικό αυτό έπος κυκλοφόρησε, εκείνος έπαψε να ενδιαφέρεται για την πορεία του. Το έργο αυτονομήθηκε από τον συγγραφέα του και έχει πλέον την δική του πορεία-αναγνωστική και αποδοχής. Αν το συγγραφικό αυτό σκαρί πέσει σε «ξέρα», αυτό δεν τον αφορά πια. Ο στενός φίλος του και συναγωνιστής-μαθητής του Παντελής Πρεβελάκης μας έχει μιλήσει για το θέμα αυτό σε κείμενά του, και ο ίδιος ο συγγραφέας στην αλληλογραφία του. Η στάση αυτή του Καζαντζάκη, θα αποτολμούσαμε να γράφαμε ότι «λύνει» τα χέρια του αναγνωστικού πλησιάσματος της «Οδύσσειας» και της όποιας χρήσης της από τους νεότερους αναγνώστες του έργου μέσα στον χρόνο. Ο κάθε αναγνώστης ή αναγνώστρια, ερευνητής, μελετητής, παίρνει από το ποιητικό αυτό έπος ότι τον ευχαριστεί είτε αυτόνομα- άμεσα, είτε με την μεσολάβηση- έμμεσα- άλλων «κριτικών» και συγγραφικών φωνών. Το ζήτημα της πρόσληψης μιάς όποιας δημιουργίας είναι κάτι τι ξεχωριστό και ανεπανάληπτο και όχι ένα ανοιχτό ή κλειστό πεδίο αντιπαραθέσεων και αντεγκλήσεων. Πολλές φορές των ίδιων των κριτικών και ερευνητών παρά του ίδιου του έργου. Σύγχρονες θεωρητικές φωνές έχουν ένα μοντέλο εξαιτίας των σπουδών τους και αυτό προσπαθούν να εφαρμόσουν πάνω σε ένα κείμενο πέρα από τις προθέσεις του. Έτσι διαισθανόμαστε ότι άλλα τα κριτήρια του συγγραφέα, του έργου του και άλλα των κριτικών διαμεσολαβητών ημών των αναγνωστών, αν δεν λαθεύω.

     Από την άλλη, ας μην λησμονούμε ότι συνηθίζονταν, όπως οι παλαιότερες εκδόσεις πχ. του Χρήστου Γιοβάνη να δημοσιεύουν ένα λεξιλόγιο στο τέλος των τόμων των Απάντων ελλήνων συγγραφέων όπως ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο Ιωάννης Κονδυλάκης κλπ. Το ίδιο έπραξαν και νεότεροι εκδοτικοί οίκοι, όπως ο «Δόμος» του Δημήτρη Μαυρόπουλου ο οποίος επανεξέδωσε τα Παπαδιαμαντικά Άπαντα σε επιμέλεια και φροντίδα του Νίκου Τριανταφυλλόπουλου, με το σχετικό γλωσσάρι. Οι σύγχρονες επανεκδόσεις έργων συγγραφέων παλαιότερων γενεών και εποχών συνοδεύονται από ξεχωριστό τόμο γλωσσάρι του πεζογράφου ή ποιητή. Την αναγκαιότητα αυτή την κατανοούν οι σύγχρονοι εκδότες και επιμελητές, ότι ο γλωσσικός και φιλολογικός σχολιασμός, (μεταφραστικός) είναι απαραίτητος. Ακόμα και τα πεζά ή οι μεταφράσεις έργων του ψυχιάτρου και λογοτέχνη, μεταφραστή Γιώργου Χειμωνά, χρειάζεται να έχεις έναν γλωσσικό χάρτη για να αποκωδικοποιήσεις την ιδιαίτερη συμβολιστική ερμηνευτική της γλώσσας της επιστήμης του που υιοθετεί στα πεζά και τις μεταφράσεις έργων της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας και όχι μόνο. Η πλειοψηφία των ελλήνων συγγραφέων δεν ακολουθεί την γλωσσική «γραμμή» της «Κολωνακιώτικης» προφορικής, ομαλής, στρωτής εκφοράς του πεζογράφου του  πολυδιαβασμένου εξαιρετικού αναμφισβήτητα «Τρίτου Στεφανιού», του Κώστα Ταχτσή. Επίσης, μια και αναφερόμαστε στην αναγνωστική χρήση-λεκτική πυξίδα των Λεξικών, οι Μικρασιάτες έλληνες συγγραφείς αποτελούν μία άλλη ιδιαίτερη περίπτωση δημιουργών της ελληνικής γραμματείας και της καθόλου ιστορίας της, που, χρειάζονται  ένα γλωσσικό λεξιλόγιο. Η γλώσσα τους είναι τόσο πλούσια και πολυποίκιλη, τόσο βαθυόριζη προερχόμενη από τα πανάρχαια σπλάχνα των ελληνικών περιοχών από τις οποίες ξεριζώθηκαν και εκδιώχθηκαν με βία, που το εθνικό αυτό τραύμα δεν έκλεισε, τροφοδότησε την μετέπειτα προσφυγική διαδρομή τους και το έργο τους. Το πολιτιστικό σκηνικό τους είναι πολυποίκιλτο, η προσφυγική εικονοποιία του βίου τους έχει τέτοιο εύρος και ένταση, διαστάσεις, οι αφηγήσεις τους είναι τόσο αιματηρά ζουμερές και πονεμένες, η γλώσσα τους κομίζει όχι μια λογοτεχνική αλλά της πραγματικής ιστορικής τους ζωής κοινωνική αλήθεια. Τα θέματά τους είναι άμεσα, βιωματικά, φέρουν την ατμόσφαιρα, το κλίμα της ίδιας της ιστορικής τους περιπέτειας και όχι λογοτεχνικής της ανάπλασης. Είναι συγγραφικές και άλλες μνημονικές καταθέσεις που κουβαλούν τέτοιον δυσθεώρητο πολιτιστικό πανάρχαιο ελληνικό πλούτο, (και γλωσσικό) που η ίδια η γραφή των συγγραφέων αυτών, σε προτρέπει να αναζητήσεις, να ανατρέξεις σε Μικρασιάτικα λεξικά. Να έρθεις σε επικοινωνία με το ιστορικό σώμα της εθνικής παράδοσής σου πρωτίστως, και κατόπιν με την «επαλήθευση» του σώματος της γραφής. Σχετικό παράδειγμα ο κυρ Φώτης Κόντογλου, ο Στράτης Μυριβήλης, ο Ηλίας Βενέζης, η Διδώ Σωτηρίου, ο Στρατής Δούκας και πολλοί και πολλές άλλες. Φωνές δυνατές και πονεμένες, της παράδοσης ενός «αριστοκρατικού εθνισμού» που θα μας έλεγε ο Ίδας, ο φίλος του Νίκου Καζαντζάκη, ο Ίων Δραγούμης. Το ίδιο θα υποστηρίζαμε και για άλλα πνευματικά και πολιτιστικά τοπόσημα, εκτός του κεντρικού ελληνικού κορμού που διέμεναν ή εξακολουθούν να κατοικούν έλληνες, να ανθίζουν ελληνικές κοινότητες. Αίγυπτος (Αφρική), Αυστραλία, Βόρειο Αμερική, πρώην Σοβιετική Ένωση, Καναδάς, Νότιος Αμερική, Ιαπωνία κλπ. Εστίες πνευματικού πολιτισμού με την ιδιαίτερη συμβολή και προσφορά τους. Η Ελληνική Γλώσσα διαμορφώθηκε ανάλογα με τα τοπόσημα, τις χώρες, τις ηπείρους, τις ιστορικές χρονικές περιόδους που εμφανίστηκε, τις πνευματικές και στοχαστικές ανάγκες και αναζητήσεις των καιρών, της χρήσης και επεξεργασίας της από τους αστούς ή λαϊκούς ανθρώπους δεχόμενη τις σχετικές προσλήψεις και προσμείξεις. Τα πολιτιστικά κοιτάσματα του Ομήρου ή του Πινδάρου, απορρέουν είτε μέσα στον λόγο των αρχαίων τραγικών είτε μέσα στις κωμωδίες του Αριστοφάνη. Μπορεί τα ζητήματα της γλωσσικής και φιλοσοφικής ερμηνείας του Εφέσιου Ηράκλειτου να απασχολούν τους «ειδικούς» όμως ο ξυνός λόγος του έχει διαρρεύσει σε πλείστα λογοτεχνικά και φιλολογικά έργα πέρα από τα όρια της καθαυτής φιλοσοφίας. Μήπως, δεν είμαστε «όλοι μας» παιδιά του Πλάτωνα;. Μικροί ή μεγάλοι σχολιαστές του εκείνου Ιδεών και Θεωριών;

    Αυτές οι άτακτες σκέψεις είναι εύλογες και αναμενόμενες, να έρχονται στο νου ενός σύγχρονου αναγνώστη, μοντέρνων αντιλήψεων επαρκή αναγνώστη εφόσον αναγνωρίζουμε- αποδεχόμαστε ότι η Γλώσσα-στη δεδομένη περίπτωση η Ελληνική, παρά τις αρχαίες ρίζες της και πολιτισμικές της καταβολές- είναι ένας ζωντανός οργανισμός ο οποίος διαρκώς εξελίσσεται μέσα στο Ιστορικό γίγνεσθαι της Ανθρωπότητας. Η Γλώσσα αλλάζει, διαπλάθεται, ζυμώνεται, τροποποιείται η εσωτερική της δομή, η εξωτερική μορφική της τυπολογία, η εικόνα της μεταβάλλεται, η εννοιολογική της ερμηνευτική σημασία, η αποτυποτική φόρμα της, δεν είναι ποτέ σταθερή. Κουβαλά μέσα της δεκάδες ξένα ή ντόπια μεταλλεύματα, προομηρικής, ομηρικής, ελληνιστικής, βυζαντινής, νεότερης διαλέκτου, μυθικών, ιστορικών, μεταφυσικών προσλήψεων. Οι λέξεις της τροφοδοτούνται διαρκώς με καινούργια στοιχεία, ανανεώνονται με συμβολισμούς, γλωσσικά σήματα και κώδικες μη παραδοσιακών αναγνωρίσεων, ανάλογα με τις ιστορικές, κοινωνικές και άλλες συνθήκες που κυοφορείται και εμφανίζεται η μορφή της, η ανθρώπινη-ελληνική εκφορά της στην δεδομένη χρονική στιγμή που φανερώνονται οι προθέσεις και οι ανάγκες της. Αν ο Άνθρωπος είναι η Γλώσσα του, τότε και το φαινόμενο και η λειτουργία της Γλώσσας προέρχεται «παγιδεύεται!» από το ανθρώπινο Ον, την ανθρώπινη φωνή, του οποίου οι σκέψεις, οι στοχασμοί και οι ιδέες, τα όνειρα, οι φιλοδοξίες, τα ερωτηματικά και οι υπαρξιακές αναζητήσεις, οι οντολογικές ανησυχίες, οι αισθητικές του προτιμήσεις, οι μεταφυσικές του αξίες, αλλάζουν ή εμφανίζονται κάθε φορά διαφορετικά, εν ετέρα μορφή μέσα στον χρόνο. Η πολιτική της Γλώσσας, των Λέξεων η πολιτική γενικότερα, κάθε φορά εμπλουτίζεται αναλόγως των ανθρώπινων ιστορικών αναγκών. Είναι άλλο πχ. το πολιτικό και ιδεολογικό Λεξιλόγιο του ποιητή και δασκάλου της κριτικής σκέψης Κωστή Παλαμά, των Επτανήσιων δημιουργών, των ελλήνων μετεπαναστατικών ποιητών και άλλο το γλωσσικό πολιτικό ιχνογράφημα του ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσου. Άλλη η γλώσσα του εικαστικού Νίκου Εγγονόπουλου και η πολιτική της και άλλοι οι γλωσσικοί κώδικες του ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκου. Το πολύτομο έργο του «Ο Μεγάλος Ανατολικός» από μόνο του σου ζητά ή πλάθει το Λεξιλόγιο του. Η πολιτική της γλώσσα του έργου του Οδυσσέα Ελύτη, «Μαρία Νεφέλη» είναι διαφορετική από εκείνη του «Άξιον Εστί», το ύφος των λέξεων, το γλωσσάρι του νομπελίστα ποιητή δεν είναι ο ίδιο. Το επίσημο ή «ανεπίσημο» γλωσσάρι των Υπερρεαλιστών ποιητών διαφέρει από τις συγγραφικές περιπέτειες και την γλώσσα των ελλήνων μεταναστών πρώτης, δεύτερης γενιάς και ούτω καθ’ εξής. Συγκρίνεται η γλώσσα του Μίλτου Σαχτούρη με αυτή του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη;, του Νικόλαου Κάλλας με εκείνη του Νάνου Βαλαωρίτη; Της Ελένης Βακαλό με της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ; Συμπερασματικά, μην μας ξενίζει η αναζήτηση και η αναγνωστική χρήση ενός Καζαντζακικού Λεξιλογίου, ενός γλωσσάριου του Εμμανουήλ Ροΐδη, παράλληλα και αναγκαίου στο διάβασμα των έργων τους, στην ολότητα της μαρτυρίας τους.

       Όταν πρωτοδιάβασα τις «Τερτσίνες» μετά την μεταπολίτευση του 1974, είχε αρχίσει να διαμορφώνεται το γλωσσικό μας κριτήριο σύμφωνα με τους κανόνες της νεοελληνικής γραμματικής που πρότεινε ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης και εφαρμόζονταν δημοσίως στην χώρα μας μετά την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1976. Οι τότε νέοι ήμασταν, «τσαλαβουτούσαμε» μέσα σε μία γλωσσική «μισμαγιά». Αρχαία, Ομηρική, Ελληνιστική, Καθαρεύουσα, Δημοτική της Οικογένειας και του άμεσου φιλικού εξωτερικού περιβάλλοντος, μια κραυγαλέα ακραία φωνητική και γραπτή Δημοτική αριστερών εντύπων ή πολιτικοποιημένων περιοδικών και συγγραφέων. Επιρροές είχαμε και από τις βυζαντινές εκκλησιαστικές υμνολογίες, τα ηχητικά ακούσματα έτσι όπως τα διέσωζε η εκκλησιαστική ορθόδοξη υμνογραφία. Η ελληνική κλειστή ακόμα τότε επαρχία, χρησιμοποιούσε ακόμα στην προφορική της λαλιά, λέξεις και φράσεις, ηχητικά ακούσματα κάπως ξένα σε εμάς που προερχόμασταν από τα μεγάλα αστικά κέντρα. Όσοι έτυχε να ακούσουν ομιλίες επαρχιωτών Ελλήνων γύρω από το σιντριβάνι της Ομονοίας θα καταλάβουν σε τις αναφέρομαι. Όμως τα γλωσσικά πράγματα ήταν ακόμα θολά και μπερδεμένα. Τι να πρωτό στεριώσεις, να αναπροσαρμόσεις, την Ζωή που ανέτειλε με όλη την κυριαρχία και επιβλητικότητά της μπροστά σου ή την γλώσσα που έμαθες ή σου έμαθαν στην δημόσια εκπαίδευσή σου να μιλάς και να προφέρεις. Είμασταν μάλλον στην ουσία ελληνικά «πολύτροποι» ή αν θέλετε αυτοδίδακτοι τραυματισμένοι και «πελαγωμένοι» γλωσσικά. Η γνωστή ρήση του Μπουφόν το ύφος είναι ο άνθρωπος, δηλαδή η γλώσσα που χρησιμοποιεί δεν αντιστοιχούσε μάλλον στη νεολαία της εποχής μας. Αλλά η Ζωή, το πολύπλοκο φαινόμενο που ονομάζουμε μυστήριο της Ζωής, γνωρίζει καλύτερα και δραστικότερα από την Γλώσσα να σε οδηγεί για να την απολαύσεις, την βιώσεις, την εξερευνήσεις, περπατήσεις μέσα στους λαβυρίνθους της. Οι Γλωσσικοί κανόνες και οι αρχές του αυστριακού γλωσσολόγου Λούντβιχ Βιτγκενστάιν όπως τους διαβάζαμε στα συγγράμματά του, των εκδόσεων «Παπαζήσης» ήσαν ας μου επιτραπεί για κάτι «καραφλούς» κυρίους των πανεπιστημιακών σπουδαστηρίων, κάτι «ξενέρωτους» με σπυράκια στο πρόσωπο φοιτητές, κάτι φοιτήτριες «τσελιγγοπούλες» με το κομμουνιστικό ταγάρι στον ώμο και την τρίχα κάγκελο της γάμπας όπως χαμογελαστά πειράζαμε ο ένας τον άλλον κοιτώντας και τις δικές μας γάμπες. Ήταν σχεδόν «αδύνατον» να κρατήσουν «αιχμάλωτα» τα φουρτουνιασμένα Νιάτα και την Ζωή που έρρεε με μεγάλες και άγνωστες πολύστροφες ταχύτητες. Τα νεανικά καφέ της Σόλωνος, το ζαχαροπλαστείο των κουλτουριάρηδων, το Ντόλτσε και τα άλλα νεανικά στέκια στην περιοχή των Εξαρχείων, διαμόρφωναν το γλωσσικό σου αισθητήριο αποτελεσματικότερα από τις νεκρές και κάπως «άψυχες» αίθουσες των Βιβλιοθηκών. Ή στο μπέρδευαν ακόμα πιο πολύ, ή πάλι σε δυσκόλευαν να διακρίνεις την σωστή εκφορά και χρήση από την λανθασμένη. Ψηλαφούσες με περιέργεια και άγχος αν το λάθος ήσουν εσύ ή η γλώσσα που χρησιμοποιούσες.

    Αυτά τα άγουρα όλο ερωτική φρεσκάδα και εμπειρίες, φαντασίας χρόνια άρχισα να διαβάζω βιβλία του Νίκου Καζαντζάκη. Το τηλεοπτικό σήριαλ στην ασπρόμαυρη τότε τηλεόραση υπήρξε μία ακόμα αφορμή. Τότε ήταν που σκέφτηκα να καταγράψω ένα Καζαντζακικό Λεξιλόγιο, να αποθησαυρίσω με την σειρά μου Λέξεις του. Εύλογα η προσπάθειά μου, δεν θα αρχινούσε από την ογκώδη «Οδύσσειά» του, αυτό το τιτάνιο ποιητικό έπος, αν άρχιζες να το επεξεργάζεσαι γλωσσικά, με τις δικές σου μόνο προθέσεις και δυνάμεις, αντοχές, θα ήταν σαν να σε έστελναν ανειδίκευτο εργάτη στα ορυχεία του Βελγίου. Δεν είναι υπερβολικός ο εκ των υστέρων εξομολογητικός αυτός τόνος. Θυμάμαι μία φορά όταν βοηθούσα-έκανα στην πραγματικότητα μόνος μου την μετακόμιση από την οδό Καλλιδρομίου στο νέο σπίτι του συγχωρεμένου Κίμωνα Φράιερ, όταν πήγα να ακουμπήσω την ογκώδη «Οδύσσεια» πάνω στο αναλόγιο και μου γλίστρησε, και έπεσαι πάνω στα πόδια μου, είχα κάνει καμιά βδομάδα να φορέσω παπούτσι. Έτσι, βεβαίως-βεβαίως, η φιλοδοξία μου-η νεανική μου κουζουλάδα-στράφηκε προς τις «Τερτσίνες». Η ποιητική ανταμοιβή ήταν πιο πρόσχαρη.

«Τερτσίνες» ένα ποιητικό βιβλίο με λιγότερες σελίδες, πιο βατό στις τότε αναγνωστικές μου προθέσεις. Είχα διαβάσει σε παλαιότερα τεύχη της Κατοχικής περιόδου του περιοδικού «Νέα Εστία» ορισμένα από τα «Δαντικής» μορφής αυτά Canto. Αυτά τα όχι και τόσο μακροσκελή συνθετικά ποιήματα για τις συγγραφικές συνήθειες του Καζαντζάκη, τεράστια σε όγκο, μέγεθος, αριθμό στίχων, η κάθε συγγραφική του κατάθεση (που ας μου επιτραπεί η λεκτική και γλωσσική «φλυαρία» του, αυτή η αμίμητης σύλληψης γλωσσική του ακράτεια, δεν γνωρίζεις πάντα αν σε ανυψώνει ή σε βυθίζει)  με την εξαιρετική τους ποιητικότητα, ποιότητα και μουσική ρυθμολογία terza rima. Όπως ο επιμελητής του βιβλίου Ε. Χ. Κάσδαγλης μας πληροφορεί στις σημειώσεις του, η πρώτη Τερτσίνα που είχε σαν θέμα της τον «Δάντη» δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ο Κύκλος» τον Ιούνιο του 1933, βλέπε τεύχος 4. Ενώ η τελευταία του που ήταν ένας «Χαιρετισμός στον Ίωνα Δραγούμη» και παρουσιάστηκε στην «Νέα Εστία» Μάρτιος του 1941, τχ. 342. Η Τερτσίνα αυτή δεν συμπεριελήφθη κατόπιν στο βιβλίο με τις είκοσι μία Τερτσίνες που κυκλοφόρησε το 1960 μετά τον θάνατο του Νίκου Καζαντζάκη. Τα 21 ποιήματα αντλήθηκαν από ανέκδοτο τετράδιο που επεξεργάστηκαν, οργάνωσαν και διόρθωσαν οι κληρονόμοι επιμελητές των έργων του. Ορισμένες από τις «Τερτσίνες» του, μπορούσε να διαβάσει ο Καζαντζακικός αναγνώστης, και αυτόνομα, εμβόλιμες ποιητικές συνθέσεις μέσα στα Ταξιδιωτικά του βιβλία. Όπως έχουμε στην Τερτσίνα αφιερωμένη στον άγγλο δραματουργό Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Ο «Σαιξπήρος» γράφτηκε στις 5 Ιουνίου του 1936 και δημοσιεύτηκε στη «Νέα Εστία» στο τεύχος 267 της 1 Φεβρουαρίου του 1938. (στο τεύχος παρουσιάζονται και Τούρκοι πεζογράφοι). Όσοι όμως νέοι της γενιάς μου ή παλαιότεροι Καζαντζακικοί αναγνώστες ενδιαφερόντουσαν για τα βιβλία του Νίκου Καζαντζάκη και ιδιαίτερα τα εξαιρετικής γραφής «Ταξιδιωτικά του», και, είχαν διαβάσει το «Ταξιδεύοντας» «ΑΓΓΛΙΑ» 5Η έκδοση από τις εκδόσεις της Ελένης Ν. Καζαντζάκη, Αθήνα 1964, το βιβλίο το έγραψε ο Καζαντζάκης το Καλοκαίρι του 1940 στην Αίγινα, θα είχαν ευχάριστα διαπιστώσει ότι ανάμεσα στις 294 σελίδες του θα συναντούσε όχι μόνο τις απόψεις και θαυμαστικές, επαινετικές θέσεις του Καζαντζάκη για τον Ουίλιαμ Σαίξπηρ, σελίδες 230-274, αλλά και την Τερτσίνα «ΣΑΙΞΠΗΡ» σελ. 281-285. Η 160 στίχων Τερτσίνα φέρει όχι τον τίτλο «ΣΑΙΞΠΗΡΟΣ» αλλά «ΣΑΙΞΠΗΡ» και δεν αφιερώνεται στον φίλο του Καζαντζάκη Ν. Σμπαρούνη. Αν αντιπαραβάλει ο αναγνώστης τις δύο όμοιες ποιητικές συνθέσεις θα διαπιστώσει και τις ελάχιστες όχι μόνο ορθογραφικές αλλαγές που επέφερε ο Καζαντζάκης στις δύο «εκδοχές», ορθότερα δημοσιεύσεις της ποιητικής αυτής σύνθεσης. Πχ. στ.139-140 "γέμουν νεκρό της ευτυχιάς τ’ αμάξια», /»άνθρωποι, ζα, δεντρά, καπνοί ‘ναι χάμου». Στ. 102 «ένα φιλί γλυκό περνάς περάτη.». στ. 122 «γιατί τη γη η καρδιά μου η καρδερίνα» κλπ.  Όπως και νάχει, διαβάζοντας τις «Τερτσίνες» του Νίκου Καζαντζάκη μα και τις Ταξιδιωτικές του αναμνήσεις και καταγραφές από τα διάφορα ταξίδια του, διαπιστώνουμε για άλλη μία φορά την λογοτεχνική και ποιητική αξία αυτού του έλληνα γραφιά. Οι περιγραφές του, τα χωροταξικά και πνευματικά του πανοράματα είναι καταπληκτικά. Ουσιαστικές και καίριες περιγραφές, ανάγλυφες παραστάσεις τόπων, χώρων, περιοχών, ατμόσφαιρας, καταστάσεων, ψυχολογίας ανθρώπων, εσωτερικής παρατηρητικότητας συγγραφέων, εύστοχες αναλύσεις έργων τους, έστω και μέσα στην συντομία τους, βλέπεις ένα βλέμμα αδηφάγο που παρατηρεί, εξετάζει, καταγράφει με την «μελάνι» του μυαλού του, τις πάλλουσες φλέβες της φαντασίας του. Σαν ένας ζωγράφος εικονογραφεί το μέσα και το έξω των ανθρώπων, αυτό που διακρίνεται και αυτό που δεν διακρίνεται με την πρώτη ματιά από τα μέρη και την πολιτιστική τους παράδοση που επισκέπτεται. Οι ταξιδιωτικές παρατηρήσεις του Καζαντζάκη, δεν περιορίζονται μόνο στις επαγγελματικές, βιοποριστικές του υποχρεώσεις, είναι η ανάγκη της ψυχής του, τα φτερουγίσματα της σκέψης του, η περιπλάνηση των ιδεών του να μετατρέψει τον Κόσμο που έχει μπροστά του σε Πνεύμα έστω και αν ο ηρωικός μηδενισμός του φωνάζει ότι όλα είναι μία φούσκα, μία αξιολάτρευτη ματαιότητα, όλα καταλήγουν σε ένα διαχρονικό Τίποτα. Μια ονειρική ψευδαίσθηση, ο Κόσμος είναι ένα σκουριασμένο κόσμημα θαμμένο στα βάθη της αβύσσου. Μύθοι, Θεοί, Δοξασίες, Φόβοι και Ελπίδες, Δράσεις και Πολιτικές, Άνθρωποι και Δαίμονες, το Καλό και το Κακό, Ποίηση και κάθε μορφή Καλλιτεχνικής Δημιουργίας όλα απολήγουν στο Τίποτα. Αυτό που μας γέννησε και αυτό που θα μας υποδεχτεί στο τέλος. Τι μένει, ο διαρκής Αγώνας πέραν του αποτελέσματος, της έκβασης, του μεταφυσικού επιτιμίου. Μια Κραυγή απελπισίας η φωνή του Νίκου Καζαντζάκη, μπροστά στον θρυμματισμένο και μουτζουρωμένο καθρέφτη του εαυτού μας. Μια αίσθηση μη προοπτικής. Εξάλλου, οι δύο λέξεις που γράφει στον πρόλογο του βιβλίου του «Τερτσίνες», “Desperado” και “Nada”, δεσμευτικά σημαίνουν Απελπισμένος. –Τίποτα. Η Τερτσίνα «Σαιξπήρος» είναι μία εσωτερική ψυχογραφία και μία των έργων του χαρακτηριστική σχεδιαστική φιλοσοφία, ένας οδικός χάρτης έργων του που, συγκλόνισαν τον Καζαντζάκη. «Οθέλλος», «Άμλετ», «Σονέτα» κλπ. Το πρόσωπο της χώρας του της Αγγλίας και του ίδιου που τον γέννησε. Το πολύστροφο μυαλό ενός σκηνοθέτη και υποκριτή, Θεού και Ανθρώπου μαζί πάνω στην σκηνή του Κόσμου. Ένας ηθοποιός όπως είναι ο Θεός που ποιεί τις ανάγκες της δικής του ύπαρξης και αυτοκατανόησης. «Του παντοδύναμου θεού Σαιξπήρου!» όπως κατεβάζει την αυλαία της Τερτσίνας του.

21 Φυσιογνωμίες της παγκόσμιας ιστορίας και του πολιτισμού γνωστές μας ηρωικές και μυθικές Προσωπικότητες. 21 Καζαντζακικές Τερτσίνες αφιερωμένες σε διάφορες Μορφές της ιστορίας, (Μέγας Αλέξανδρος) της φιλολογίας, (Ψυχάρης, Ιών Δραγούμης), ιδρυτές θρησκειών, (Χριστός, Βούδας, Μωάμεθ) της πολιτικής (Τσιγκισχάνος), ηγετικές φυσιογνωμίες, (Χιντεγιόχη). Αρχηγοί επαναστάσεων (Λένιν), αγίες, (Αγία Τερέζα). Μυθιστορηματικούς ήρωες (Δον Κιχώτης, Τόντα Ράμπα), σε μεσαιωνικούς προφητικούς ποιητές (Δάντης), σε έλληνες και ξένους εμβληματικούς ζωγράφους, (Ελ Γκρέκο, Λεονάρντο ντα Βίντσι) σε φιλόσοφους (Φρειδερίκος Νίτσε), σε έλληνες συγγραφείς και ποιητές φίλους του Καζαντζάκη. Συνθέτει Τερτσίνα για την ίδια την λειτουργία και το ποιητικό είδος της Τερτσίνας. Γράφει Τερτσίνα για την σύζυγό του (Ελένη), την Τερτσίνα (Εις Εαυτόν) (παραπέμπει στο  κλασικό έργο του αυτοκράτορα-φιλοσόφου Μάρκου Αυρήλιου). Την Τερτσίνα «Παππούς- Πατέρας- Εγγονός». Την ώρα που φιλοτεχνεί την παρουσία και το πορτραίτο του άγγλου δραματουργού Ουίλιαμ Σαίξπηρ, τον οποίο ο Καζαντζάκης θεωρούσε έναν από τους πνευματικούς του δασκάλους και είχε μεταφράσει το θεατρικό του έργο «Οθέλλος», και τα έργα του σε νούμερο 33 πλησιάζουν τον αριθμό των Σαιξπηρικών έργων μας μιλά για μία ακόμα φορά για τον παρεξηγημένο, τραγικό φιλόσοφο Φρειδερίκο Νίτσε. Διαβάζοντας συνολικά τα βιβλία του Νίκου Καζαντζάκη και προσπαθώντας να κατανοήσουμε τα λεγόμενά του, τις σκέψεις και τις ιδέες του, τις ξένες επιρροές του και τις ενδοκειμενικές του συνομιλίες και αναφορές, εκλεκτικές και μη συγγένειες, μας προξενεί παράξενη εντύπωση η μη αναφορά στο όνομά του και αυτά που γράφονται για τον γερμανό φιλόσοφο Φρειδερίκο Νίτσε, σε έναν σύμμεικτο τόμο που κυκλοφόρησε το 1977 από τις εκδόσεις «Ζήτρος» στην Θεσσαλονίκη. Το «Ο Νίτσε και οι Έλληνες» εποπτεία έκδοσης Τερέζα Πεντζοπούλου- Βαλαλά, μετάφραση-επιμέλεια Ι. Σ. Χριστοδούλου, στοιχειοθεσία- σελιδοποίηση Χριστίνα Νικολαϊδου. Ιδιαίτερα το κείμενο του κ. Δημήτρη Λαμπρέλλη, «Ο Nietzsche στην Ελλάδα. Ένα όνομα για όλα και για τίποτα» μάλλον σηκώνει συζήτηση.

     Έχοντας βοηθό λοιπόν το πολύτομο Λεξικό του Δημητράκου, το μονότομο Λεξικό του Παπύρου και διάφορα άλλα τσέπης Λεξικά, άρχισα να διαβάζω τις «Τερτσίνες» και σε Α-4 χαρτί της μικρής γραφομηχανής «Ολύμπια» να καταγράφω με αλφαβητική σειρά τις λέξεις που μου ήσαν άγνωστες με μολύβι στο χαρτί και κατόπιν να τις μεταφέρω στην γραφομηχανή. Οι λέξεις ήσαν αρκετές, οι λευκές σελίδες ήταν περίπου 15 και των 21 Τερτσινών. Κουραστική αλλά επιμορφωτική δουλειά και οι νεανικές αντοχές μεγάλες συναγωνίζονταν το Καζαντζακικό ενδιαφέρον. Αρκετά χρόνια αργότερα ανακάλυψα σε παλαιοπωλείο ένα κιτρινισμένο και αρκετά φθαρμένο μεγάλου μεγέθους Φυλλάδιο το οποίο περιείχε εκατοντάδες Λέξεις που χρησιμοποίησε ο Καζαντζάκης. Ένα μέρος του γλωσσικού αυτού υλικού το μετέφερε ο συγγραφέας και νομικός Γεώργιος Εμμ. Στεφανάκης στο βιβλίο του, «Αναφορά στον Καζαντζάκη», εκδόσεις Καστανιώτη-Αθήνα 1997. Ενώ, πριν λίγο καιρό, παρουσίασα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα και εγώ με την σειρά μου, σχολιάζοντας τις γλωσσικές πληροφορίες που αντέγραψα ένα μέρος του. Δυστυχώς, άλλες της ζωής ενασχολήσεις και προβλήματα, αναγνωστικά ενδιαφέροντα, αδράνησαν την προσοχή μου για το μικρό αυτό ανθολόγιο λέξεων που χρησιμοποίησε ο Νίκος Καζαντζάκης και είχα συντάξει στα νεανικά μου χρόνια. (Τότε που μαθαίναμε τυφλό σύστημα γραφομηχανής στην Ντιντάκτα εξάσκηση ωφέλιμη). Τα δαχτυλογραφημένα αυτά φύλλα ήρθαν στην επιφάνεια εκ νέου όταν πρόσφατα προμηθεύτηκα τους δύο τόμους με το σύνολο των Λέξεων του Καζαντζάκη. Δεν χρειάζεται να σημειώσω ότι η πρωτόλεια αυτή αποδελτιωτική νεανική μου εργασία πήγε στράφι. Οι πρόσφατες γλωσσικές εργασίες με την επιστημονική τους εγκυρότητα και μεθοδολογία, οργανική λειτουργική καλύπτουν τις γλωσσικές ανάγκες των έργων του Νίκου Καζαντζάκη. Τα δύο βιβλία είναι τα εξής:- Νίκος Μαθιουδάκης, «Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ. Νεολογικά αθησαύριστα στο Έπος του Ν. Καζαντζάκη», εκδόσεις Κάπα Εκδοτική 2020. Και – Βασίλειος Α. Γεώργας, «Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη», γ΄ έκδοση επαυξημένη, εκδόσεις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2024. Στις ενδιάμεσες δεκαετίες έχουν δημοσιευθεί διάφορα άρθρα και εργασίες για την γλώσσα του Νίκου Καζαντζάκη.

     Οι «ΤΕΡΤΣΙΝΕΣ» που κυκλοφορούσαν-τότε-ήταν επανέκδοση του 1960, από τις εκδόσεις της δεύτερης συζύγου του Νίκου Καζαντζάκη της Ελένης Ν. Καζαντζάκη. Περιελάμβανε την αφιέρωση του Καζαντζάκη: «Αφιερώνονται οι στίχοι τούτοι στις δυό ανώτατες λέξεις που έπλασε ως τώρα η περηφάνια κι η παλικαριά του ανθρώπου: D E S P E R A D O,   N A D A». Ακολουθεί ο μονοσέλιδος πρόλογος του ποιητή. Το κύριο σώμα του έργου με τις 21 ΤΕΡΤΣΙΝΕΣ. Και ο τόμος κλείνει με τις χρήσιμες και απαραίτητες ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ του επιμελητή της έκδοσης, σ.181-183 του Ε. Χ. Κάσδαγλη.

Όπως Σημειώνει ο επιμελητής της έκδοσης Ε. Χ. Κάσδαγλης, οι 21 αυτές Τερτσίνες δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Κύκλος», στο περιοδικό «Νέα Εστία», στα «Ελληνικά Φύλλα», στα «Νεοελληνικά Γράμματα», στα «Φιλολογικά Χρονικά», «Καινούργια Εποχή». Ενώ όπως προαναφέραμε, ορισμένες συμπεριλαμβάνονται σε Ταξιδιωτικούς του τόμους. Όπως –Σαίξπηρ Ταξιδεύοντας- Αγγλία, εκδ. Πυρσός, Αθήνα 1941.- Χιντεγιόχη Ταξιδεύοντας Ιαπωνία-Κίνα, εκδ. Αθήνα Αετός, Αθήνα 1942.-Λένιν Ταξιδεύοντας- Ρουσία, εκδ. Δίφρος, Αθήνα 1956.- Τόντα Ράμπα,- Τόντα Ράμπα, εκδ. Δίφρος, Αθήνα 1956. –Δον Κιχώτης, Ταξιδεύοντας-Ισπανία, εκδ. Δίφρος, Αθήνα 1957. Κάθε ένα από τα Τραγούδια αυτά, είναι αφιερωμένα και σε ένα πρόσωπο.

1), Η ΤΕΡΤΣΙΝΑ, του Άγγελου Σικελιανού, στ. 169

2), ΒΟΥΔΑΣ, του Μιχαήλ Αναστασίου, στ. 181

3), ΜΩΥΣΗΣ, της Lia Lewin Dunkelblumen, στ. 187

4), ΧΡΙΣΤΟΣ, του Γιώργου Παπανδρέου, στ. 166

5), ΜΟΥΧΑΜΕΤΗΣ, της Rosa Ghasel- Perez Rubio, στ. 187

6), ΛΕΝΙΝ, του Σ. Δ., στ. 160

7), ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ, του Panait Istrati, στ. 160

8) ΜΕΓΑΣ  ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, του Ίωνα Δραγούμη, στ.163

9). ΤΣΙΓΚΙΣΧΑΝΟΣ, του Πέτρου Βλαστού, στ. 163

10), ΧΙΝΤΕΓΙΟΧΗ, του Μίλιου και της Μαρίκας Χουρμούζιου, σ.157

11), ΤΟΝΤΑ  ΡΑΜΠΑ, του Γιάννη Μαγκλή, στ. 178

12), ΔΑΝΤΗΣ, του Λευτέρη Αλεξίου, στ. 181

13), ΣΑΙΞΠΗΡΟΣ, του Ν. Σμπαρούνη, στ. 160

14), LEONARDO  Conrad Westpfahl, στ. 178

15), Ο  ΓΚΡΕΚΟ, του Π. Πρεβελάκη, στ. 166

16), ΝΙΤΣΕ, του Helmut Von Den Steinen, στ. 181

17), ΑΓΙΑ  ΤΕΡΕΖΑ, του Juan  Ramon  Jimenez, στ. 154

18), ΕΛΕΝΗ, στ.175

19). Ψυχάρης, του Δ. Π. Πετροκόκκινου, στ. 157

20), ΠΑΠΠΟΥΣ- ΠΑΤΕΡΑΣ- ΕΓΓΟΝΟΣ, της Τέας Ανεμογιάννη, στ. 160

21), «ΕΙΣ  ΕΑΥΤΟΝ», του Μανόλη Γ. Χατζηγεωργιάδη, στ. 187.

    Όπως διαπιστώνουμε, οι στίχοι των 21 Τερτσίνων κυμαίνονται μεταξύ 154 στίχων έως 187. Ξεπερνούν δηλαδή τους 150 και δεν φτάνουν τους 190. Ο ίδιος ο συγγραφέας σε γράμματα του στον Παντελή Πρεβελάκη γράφει μεταξύ άλλων: «… Δουλεύω στο νου μου το canto του Greco, βρίσκω σκόρπιους στίχους, μα θ’ αργήσω να το αρχίξω. Θα’ ναι κι αυτό σε τερτσίνες. Τέλεια φόρμα, γιατί μου δίνει πολλές δυσκολίες’ οι ρίμες στριμώνουν, οδηγούν, εμποδίζουν, είναι βάσανο. Μα σε μικρά τραγούδια ως 200 στίχους μου αρέσει. Είναι άσκηση κοπιαστική μα χρήσιμη. Λέω όλα τα canta να ‘χουν αυτήν την φόρμα»…». Αν διαβάσουμε συνολικά της 21 Τερτσίνες, θα νιώσουμε ένα πνεύμα ανεξαρτησίας, ελευθερίας να διαπερνά τα 21 αυτά τραγούδια, πέρα από τις ξεχωριστές θεματικές του καθενός τραγουδιού. Τις φιλοσοφικές, ιστορικές, εκπαιδευτικές, φιλολογικές, ιδεολογικές τους προεκτάσεις. Τα ποιήματα σκιαγραφούν τόσο την προσωπικότητα του τιμώμενου ποιητικά ατόμου όσο και τον χαρακτήρα του ίδιου του Καζαντζάκη, την ατομική και καλλιτεχνική του κοσμοθεωρία. Κάθε Τερτσίνα εμπεριέχει μέσα στους στίχους της, τον πυρήνα της ψυχογραφίας της κάθε Προσωπικότητας, ενσωματώνοντας και μέρος της φιλοσοφίας του έργου τους. Σπουδαίες, Μεγάλες Μορφές, Μεγάλα Έργα. Παγκόσμιες Φυσιογνωμίες ηρωποιημένες στις συνειδήσεις της ανθρωπότητας. Καθολικά σύμβολα ανυψωμένα στις σφαίρες της Θεότητας, των Ηρωικών ανδραγαθημάτων, των λογοτεχνικών προτύπων, της Μυθολογίας και της Τέχνης. Ψυχές που καθοδήγησαν άλλες Ψυχές. Πυκνώσεις ελπίδων και ιστορικών δράσεων, ιδεότυποι διαχρονικά παραδείγματα της Ιστορίας και του Πολιτισμού. Ενθουσιαστικά Πορτραίτα αναφοράς της Καζαντζακικής Πινακοθήκης ανοιχτά στο μέλλον.

    Ας αναφέρουμε μερικές άγνωστες λεξούλες της Τερτσίνας, όπως κάποτε τις κατέγραψα:

-ετιές= το δέντρο ιτιά

-δερβένι= η κλεισούρα

-ρεπίδι= η βεντάλια

-νταγιάντα= αντοχή, υπομονή, ανοχή. (η λέξη συναντάτε και στο έργο «Έρημη Χώρα» του άγγλου ποιητή Τ. Σ. Έλιοτ).

-μπουρίνια= ξαφνική, απότομη αλλαγή του καιρού. Ισχυρός καλοκαιρινός άνεμος με βροχή.

-αγκίνια= ο καινούργιος

-βασιλίκι= βασιλικός, αρχοντικός

-παραυτίδες= τα μαλλιά πάνω από τα αυτιά

-προσοψίδες= πετσέτες προσώπου πρωινού

-περιθέρα= ακρόδωμα, το περβάζι, ο ακρόγυρος της στέγης

-κατεχάρου= ο γνωστικός, ο έμπειρος

-καραουλίζει= στήνω παγίδα, ενέδρα, καραούλι, παραμονεύω.

-φιαμπόλι= το σουραύλι, ο αυλός

-μπαντιγιέρες= σημαία, μπαϊράκι, σήκωσε παντιέρα

-μαγνάδια= λεπτό ύφασμα, πέπλο.

      Στην πρώτη αυτή παρουσίαση της Καζαντζακικής Τερτσίνας, δεν ήθελα να την «μπουκώσω» με πολλές φιλολογικές πληροφορίες αν και, το ίδιο διαπραγματευόμενο ποιητικό θέμα, δηλαδή ο ελισαβετιανός ποιητής «Σαίξπηρ» από μόνο του είναι ένα τεράστιο και ανεξάντλητο κεφάλαιο της παγκόσμιας γραμματείας και του πολιτισμού. Επίσης, δεν κατέγραψα βιβλιογραφικές παλαιότερες και σύγχρονες, νεότερες πληροφορίες που γνωρίζω-και γνωρίζουμε- που αφορούν το είδος αυτό της ποίησης την Τερτσίνα αλλά και ειδικότερα τις Τερτσίνες του Νίκου Καζαντζάκη. Τις άφησα για μελλοντικό σημείωμα. Περιορίστηκα μόνο στον επιμελητή του βιβλίου Ε. Ν. Κάσδαγλη.

      Ας κλείσουμε με απόσπασμα του Καζαντζάκη από τον Πρόλογό του:

     «Στα τραγούδια ετούτα θα ‘θελα να μπορούσα να φανέρωνα την ταραχή και τη χαρά που μου δίνουν οι ψυχές που εθρέψαν την ψυχή μου. Είναι οι Μάνες απ’ όπου βύζαξα την αγάπη, όπως εγώ τη νιώθω, την άσκηση, την επιμονή και την αφιλοκέρδεια’ ακόμα την αντοχή-κι όχι μονάχα την αντοχή, παρά τον αμισάνθρωπο, πασίχαρον έρωτα της μοναξιάς.

     Σήμερα δημοσιεύω τα τραγούδια αυτά. Από τους ανθρώπους που γνώρισα, ψυχανεμίζουμαι πώς εφτά ή οχτώ θα νιώσουν χαρά διαβάζοντάς τα’ οι άλλοι θα τα πετάξουν με δυσφορία. Η γλώσσα τους, ο στίχος, ο ρυθμός, ο «Αόρατος Μονάρχης» που τα κυβερνάει, ο χαρούμενος, άπληστος, ανέλπιδος τρόπος που αντικρίζω την ατομική και την παγκόσμια περιπέτεια, πάνω από κάθε παρηγοριά, πέρα από κάθε ανταπόδοση, μακριά από κάθε φόβο, όλα θα τους είναι ανυπόφορα. Τους παρακαλώ να με συμπαθήσουν’ δεν έκαμα καμιάν προσπάθεια να τους αρέσω. Μά κι αν έκανα, πάλι δεν θα τα κατάφερνα. Η μοναξιά μ’ έχει λίγο τραχύνει, κι η χαρά που νιώθω δημιουργώντας είναι τόσο μεγάλη που άλλη αμοιβή δεν είναι δίκιο να θέλω.».

     Νίκος Καζαντζάκης

     Όπως ανέφερα στην αρχή του σημειώματος, την ανάρτηση αυτή ας μου επιτραπεί να την αφιερώσω στον παραγωγό και σκηνοθέτη Γιώργο Σγουράκη, τον δημιουργό της εκπομπής «ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ» και όχι μόνο, που έφυγε πριν λίγες μέρες από κοντά μας, και στη σύζυγό του Ηρώ.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2024