Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, Η ΧΑΜΗΛΗ ΦΩΝΗ

 

       Η ΧΑΜΗΛΗ ΦΩΝΗ

Τα λυρικά μιάς περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς

ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ.

Αλέξανδρος Αργυρίου: Ένα σχόλιο (Ίσως όχι εντελώς περιττό…).

Εκδόσεις Νεφέλη-Αθήνα 1990, σελίδες 224, διαστάσεις 14,5Χ21 δραχμές 1456.

Η ΧΑΜΗΛΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΟ «ΑΝΑΓΡΑΜΜΑ» ΤΗΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΗ ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΕΚΑΝΕ Η ΑΡΕΤΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ. ΤΑ ΦΙΛΜ ΕΓΙΝΑΝ ΑΠΟ ΤΟ «ΑΝΑΓΡΑΜΜΑ» ΚΑΙ Η ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΑΠΌ ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟ. ΒΙΒΛΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΑΝΤΙΤΥΠΑ ΑΠΟ ΤΟΝ Θ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟ ΚΑΙ Π. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟ ΤΟ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ 1990 ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΝΕΦΕΛΗ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ 9, ΑΘΗΝΑ 106 79. ΤΗΛ. 363..

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ(1860-1912), Μούχρωμα// Χαραυγή// Του κάκου (Γραμμένο στο ίδιο πλοίο)// Φάληρο.

        Μούχρωμα

Φυσάει τ’ αεράκι μ’ ανάλαφρη φόρα

και τες τριανταφυλλιές αργά σαλεύει’

στες καρδιές και στην πλάση βασιλεύει

ρόδινο σούρουπο, ώρα μυροφόρα.

 

Χρυσή θυμητικών ονείρων ώρα,

πού η  ψυχή τη γαλήνη προμαντεύει,

την αιώνια γαλήνη, και αγναντεύει

σα για στερνή φορά κάθε της γνώρα

 

αξέχαστη’ ξανθές κρινοτράχηλες

αγάπες, γαλανά βασιλεμένα

μάτια ογρά και φιλιά και ανατριχίλες

 

τα δάκρυα’ πλάνα δώρα ζηλεμένα

της ζήσης, που αχνοσβηέται και τελειώνει

σαν το θαμπό γιουλί που ολοένα λυώνει.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΡΥΠΑΡΗΣ (1870-1942),  Μάθε τον πόνο το γερό…// Ο κισσός// Το απόβροχο// Γιατί η χαρά, η λίγη μας χαρά…// Σαν πουλολόγος, ξόβεργα…// Κι από τα τρίκλωνα τα ξέκλωνα…// Από τον ύπνο το βαρύ…// Στην κουπαστή σου αποκοιμήθηκες…// Χωρισμός.

        Μάθε τον πόνο το γερό…

Μάθε τον πόνο το γερό

βουβό στα δόντια σου ναλέθης,

χύνε της λήθης το νερό

μες στο τρελλό κρασί της μέθης.

 

Θα πάη κι αυτό μιάν ομορφιά

και πρι να γύρη ακόμα ο χρόνος,

έχει ο Θεός, τα εφτά καρφιά

θε να μας βάλη ο νέος πόνος.

 

Όριζε, Μοίρα τω Μοιρώ,

εσύ που γνέθεις και ξεγνέθεις’

-χύνε της λήθης το νερό

μες στο τρελλό κρασί της μέθης!

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ (1868-1920), Στο παραθύρι// Φθινόπωρο// Μες στα όνειρά μου πέρασες ένα κι εσύ όνειρό μου…// Το τραγούδι της αυγής// Το τραγούδι που κλαίει// Κι όταν φτάση η άνοιξη…// Τα καράβια// Κι έφυγες και πας…// Και κακός αέρας…

        Τα καράβια

Και τα μάτια στο θάμπωμα ανοιχτά

και τα μάτια σα σε όραμα χαμένα,

και τα μάτια στο θάμπωμα πνιχτά

τα καράβια κοιτάζουνε μακριά,

τα καράβια σαν όραμα χαμένα.

Μιάν αυγή είχαν αφήσει τη στεριά,

τα πανιά τους σαν όραμα απλωμένα,

και μπροστά τους γελούσαν τα νερά

και  τριγύρω σκιρτούσανε φτερά

στα πανιά τους στον άνεμο απλωμένα.

Και ήταν όνειρο εμπρός τους το γλαυκό

και ήταν όνειρο που έφευγαν λευκό,

τα πανιά τους σαν όραμα απλωμένα,

μα στα μάκρη τα βρήκε η καταχνιά

με απλωμένα τα βρήκε τα πανιά

και με απλωμένα απόμειναν πανιά

τα καράβια σαν όραμα χαμένα-

Χαμένα στην ξένη την αυγή,

στην ασάλευτη ολόγυρα σιγή

με ασάλευτα απλωμένα σα νεκρά

τα πανιά τους στα ολόθαμπα νερά

τα μάτια κοιτάζουνε μακρά

τα καράβια σαν όνειρα χαμένα.

  --//--

        Το τραγούδι που κλαίει

Το τραγούδι που κλαίει

στη γωνιά εκεί του δρόμου

λες το θρύλο σου λέει,

λες και κλαίει τον καημό μου.

 

Είναι ο θρύλος παλιός

και ήσουν, λέει, ένας κρίνος

και παληός ο καημός:

ήμουν πάντα ένας θρήνος.

 

και σε αγάπησα, λέει,

σαν αφρό, σαν αιθέρα,

σαν αχνό, σαν ανθό,

σαν πνοή στον αέρα.

 

και σε αγάπησα, λέει-

κι όλο λέει τον καημό μου

το τραγούδι που κλαίει

στη γωνιά εκεί του δρόμου. 

ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ(1869-1943), Αγάπη// Ακόμα…// Βροχή// Μεταμόρφωση// Βενετσάνικο// Το σονέττο του μεσονυχτίου.

        Ακόμα…

Ένα πρωί, σαν πάντα, δεν επρόβαλες

Ν’ ανοίξης το μικρό σου παραθύρι,

Στις γλάστρες με τα λουλούδια, σα λούλουδο,

Το αχνόξανθο κεφάλι σου να γύρη.

 

Τ’ άλλο πρωϊ και τ’ άλλο, πάλι τίποτε,

Κι ακόμη να σε δουν, ακόμα εσένα,

Και μένει το παράθυρο κατάκλειστο

Και τα μυριστικά σου μαραμένα.

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ (1877-1940), Η γυναίκα στο πάρκο// Λυπημένα δειλινά.

        Λυπημένα δειλινά

Στης γειτονιάς της φτωχικής

Γυρίζει ο νους μας τα στενά,

Τα λυπημένα δειλινά

Στοχάζομαι της Κυριακής.

 

Μέσα στην κόκκινη αντηλιά

Το μαραμένο θηλυκό

Δίχως ελπίδα και μιλιά

Ποτίζει το βασιλικό.

 

Κανείς διαβάτης δεν περνά

Κανένα αυτή δεν καρτερεί

Πού στο μπαλκόνι ορθή φορεί

Το γιορτινό της το γκρενά.

 

Σα μοίρα κάθεται μιά γρηά.

Στο φώς μιάς πόρτας ρημαδιού

Μακραίνει ο ίσκιος του παιδιού…

Καμπάνα ακούγεται μακριά.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ (1879-1932), Το χαμόγελο// Στο ακρογιάλι// Το δειλινό…

        Στο ακρογιάλι

Απρίλης ήταν κι ήταν Κυριακή

σαν πήγαμε στο έρημο ακρογιάλι,

και δίπλα στ’ άσπρο το σπιτάκι εκεί

στο στήθος μου έγειρες το αχνό κεφάλι.

 

Μες στη βαθειά εκεί πέρα σιγαλιά,

κρυφούς μαρτύρους είχαμε μονάχους

το πέλαγος, τανήσυχα πουλιά,

τη βάρκα τη μικρούλα και τους βράχους.

 

Για την ωραία στιγμή τη μαγική,

που εσμίξαμε τα χέρια και τα χείλη

δεν το θυμάσαι; Ήταν Κυριακή

κι ήτανε δύση ρόδινη του Απρίλη. 

ΝΑΠΟΛΕΩΝ  ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (1888-1944), Πόθος// Αποχαιρετισμός.

        Αποχαιρετισμός

Μόνος ήρθα, κάποιο βράδυ, κι ήσαν όλοι, γύρω, μόνοι,

κι όλοι ξένοι, τραγουδάμε, μες στη νύχτα που σιμώνει.

 

Κι  όσο ζω, κι όσο μαθαίνω, τόσο νιώθω, αλλοίμονό μου,

το βαθύ και το μεγάλο κι απροσμέτρητο κενό μου.

 

Τη στιγμή του σταυρωμού μου, και για μόνη συντροφιά μου,

μόλις ένιωσα τα χέρια που σταυρώσαν τα καρφιά μου…

 

Μόνος ήρθα κάποιο βράδυ, μόνος πόνεσα για λίγο,

μόνος έζησα του κάκου- κι όπως ήρθα και θα φύγω.

 

Τ’ είναι τάχα για τους άλλους, ο χαμός ενός ατόμου;

-κι όπως ήρθα, και θα φύγω, μόνος μες στο θάνατό μου… 

ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ (1889- 1942), Προδοσία// Καρτέρι// Υπεράνω// Ιδαλγός// Χωρίς σκοπό// Ειδύλλιο// Πρωϊνό τραίνο// Ο πιερρότος// Ποιητής// Διαθήκη.

        Ιδαλγός

Πάντα κλωθογυρίζει μέσ’ τα φρένα

και στ’ όνειρο συχνά με βασανίζει

κ’ έρχεται και γυρνάει σαν ρεφρένα,

την αλησμόνητη ώρα να θυμίζει.

 

Έφυγε σε ταξείδια ονειρεμένα,

κι’ αν η γολέττα μου καιρό αρμενίζει,

σε λιμάνι δεν ηύρε την κανένα,

όσο κι’ αν τα πελάη του ύπνου σχίζει.

 

Κι’ αν στο καπέλλο χθες φτερό ελυγούσε,

κι’ αυτή, μαντίλια στα μαλλιά εφορούσε,

ιππότης Ιδαλγός και Ανδαλουσία.

 

Περνούσε στο πλευρό μου όπως και πρώτα,

σα νάφευγε προς την Αχερουσία,

με τα μάτια στηλά προς άϋλα φώτα!

--

        Ποιητής

Είχα πέσει σε βάθος, είχα πάντα τη μαύρη

κι’ ολαπέλπιδη νύστα του βραχνά καταλύτη

μεσ’ το κάμα του θέρους, τη θλιμμένη και λαύρη

παθοθάνατη ‘ νείρια του οράματος νήτη.

 

Έχω λήθαργου μοίρα κι είχα παραμιλήσει

Είχα ανέβει εκεί πούναι μόνον η βρύση

κι’ η Επιστήμη, κι’ αν δεν είχα, δεν θανέβαινα –είπαν.

 

Επειδή κι’ είχα χάσει το ρέγουλο, είμαι

ο εμπνευσμένος ονείρων και κόσμων προφήτης,

ο πηγαίος ποιητής που στο σύννεφο κείμαι,

ο μεγάλος, ο θείος των ρυθμών υποφήτης. 

ΡΗΓΑΣ ΓΚΟΛΦΗΣ (1886- 1958), Καλοκαιριάτικο μελτέμι// Πρωϊ θολό// Η αλέα μες στην πυκνή βροχή…

        Η αλέα μες στην πυκνή βροχή…

Η αλέα μες στην πυκνή βροχή πρωϊνό όνειρο μου φάνταζε

πού όσο η ματιά το θόλωνε, τόσο στο φώς του σίμωνε,

Πηδούσε ο αέρας τις κορφές των δέντρων που ανατράνταζε

κ’ η θύελλα ανήλεα κράζοντας τον κήπο μας ερήμωνε.

 

Μα εγώ στο βίο μου κι αν περνώ τόσα δρολάπια αδήγητα

που μόνο η θέρμη της ζωής να τα λαγιάση μπόρεσε

ακούω στα μάκρη τ’ ουρανού τον κεραυνό που σμίγει τα

μ’ εκείνα που έχω στην καρδιά κ’ η πένα δεν τα χώρεσε.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ (1880-1952), Χαίρε// Πάλι βρέχει!...// Σημαίνει η Ώρα των Ωρών! …// Στο θρό του απόσπερνου όνειρου….// Απόψε που έρμη νιώθω την καρδιά… // Όλο και βρέχει απαρηγόρητα…// Σ’ έναν καθρέφτη οπάλινο…// Στο παραμύθι της ζωής σου…// Από τον «Ήσκιο της Εριφίλης»// Κ’ έτσι αν πεθαίναμε…

        Χαίρε

Του αθώρητου κι ανέγγιχτου δέρνει με πάλι ο πόνος…

Πλανήθηκα ίσκιων τρυγητής στο αλλοπαρμένο δείλι,

προς το υπεράψηλο δεντρό που ασήκωσε η κορφή σου,

με παρωρίμαντους καρπούς τα φευγαλέα σου χείλη.

 

Με ακολουθά ο αντίλαλος στις έρμες πλάκες μόνος,

κι απ’ τ’ άνθη τα θρηνητικά του χινοπώρου δρέπω

στους κήπους σου τους κρεμαστούς πού αλλόχροιασαν θυμήσου

το Χαίρε πού αφροκρέμασε η αναβρυτή φωνή σου.

 ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ (1890-1953), Περαστικές// Η αγάπη// Ένα καράβι φεύγει…// Στη γειτονιά που πιά δε ζούμε…// Αν νοσταλγώ.

        Αν  νοσταλγώ

Αν νοσταλγώ-δεν είναι εσάς, αγάπες περασμένες,

και τις στιγμές τις ευτυχείς μαζί σας που έχω ζήσει!

-Τα ρόδα σας τα μάρανα στα χέρια μου και τώρα

μέσα στης Μνήμης το παλιό βιβλίο τα ‘χω κλείσει.

 

Μά είναι κάποιες άγνωστες, περαστικές γυναίκες,

που μιά στιγμή σταυρώσανε το βλέμμα τους μαζί μου!

-Τέτοιες, που  μείναν ο γλυκύς κι ανέφικτός μου πόθος,

ενώ –ποιός ξέρει!- θ’ άλλαζαν για πάντα τη ζωή μου!...

 

Αν νοσταλγώ- δεν είναι εσάς, πόλεις όπου έχω ζήσει,

πόλεις που σας εγνώρισα και πού σας έχω αφήσει,

μα κείνες, ταξιδεύοντας, που αντίκρυσα ένα βράδυ

 

κ’ είδα- μακρυά- τα φώτα τους τ’ άπειρα να χορεύουν

(που ήταν σα να με φώναζαν, πού είταν σα να μου γνεύουν!)

και που το πλοίο προσπέρασε, πλέοντας στο σκοτάδι…

ΟΜΗΡΟΣ ΜΠΕΚΕΣ (1886-1971), Η μεγάλη κυρία// Απ’ το μαχαλά// Η δούκισσα η χλωμή.

        Απ’ το μαχαλά

Απ’ τα καινούργια μου σκαρπίνια πάντα τρίζουνε

τα καρντιρίμια στο σοκάκι.

Κι’ όπου τον κράζουν και φιορίζουνε

για μένα δένουνε μεράκι.

 

Μ’ απόψε την καρδιά μου την ορίζουνε

δυό μάτια, στο μικρό σου καμαράκι.

Γι’ αυτό και σα διαβαίνω, ακούς, σφυρίζουνε

του μαχαλά σου οι μάγκες. Σε λιγάκι

 

στο φεγγαρόλουστο θαρθώ το παραθύρι σου,

για το χατίρι σου

να τραγουδήσω τον Πιπίνο.

 

Και τα βαμμένα σου τα μάτια που παιδεύουνε

μες στ’ ασημόφωτο θα ιδούνε να χορεύουνε

οι νότες, στο γλυκό μου μαντολίνο.

ΦΩΤΟΣ ΓΙΟΦΥΛΛΗΣ (1887-1981), Αριθμοί

        Αριθμοί

Βρήκα μες σε χαρτιά κιτρινισμένα

το σονέτο για κείνη την κυρία

πού ήταν τότες κορίτσι, όλο ευτυχία

-τα 18 δεν τα ‘χα δα κλεισμένα

 

Κι είναι από τότες χρόνια 23

(λιγότερο μήτ’ ένα) περασμένα.

Θάχει πατήσει πιά τα 41.

Τάχα όμως νάχει νοιώσει δυστυχία;

 

Τώρα, δε θάναι πιά μήτε δροσάτη

μήτε και πεταχτούλα, μήτε νιά

θάναι δυσκολοκίνητη, γιομάτη

 

μ’ ακόμα θα κρατεί κι όμορφο κάτι:

«Κλείνω», θα λέει με νάζι, «τα 29»

Μα οι αριθμοί δεν έχουνε σπλαχνιά.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ (1896-1928), Χαμόγελο// Αγάπη// Κι αν έσβυσε σαν ίσκιος…// Αφιέρωμα// Εσπέρα// Ο κήπος είμαι που άλλοτε…// Τελευταίο ταξίδι// Τϊ νέοι που φτάσαμεν εδώ…// Όλα τα πράγματά μου έμειναν όπως…// Επιστροφή// Βράδυ// Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα…// Είμαστε κάτι…// Ένα ξερό δαφνόφυλλο…// Θέλω να φύγω πιά από δω…

        Ο κήπος είμαι που άλλοτε..

Ο κήπος είμαι που άλλοτε με τάνθη του ευωδούσε

κ’ εγέμιζε με χαρωπό τιτύβισμα πουλιών,

που με κρυφομιλήματα και ψίθυρο φιλιών,

τη νύχτα στη σκιάδα του, η αγάπη επερπατούσε.

 

Ο κήπος είμαι που έμεινε χρόνια πολλά στην ίδια

θέση, μάταια προσμένοντας κάποιαν επιστροφή,

που αντί λουλούδια τώρα πιά σταγκάθια έχει ταφεί

πού σώπασαν ταηδόνια του και πνίγεται στα φίδια.

ΚΛΕΩΝ ΠΑΡΑΣΧΟΣ (1894-1964), Δάση θυμάμαι σιωπηλά..// Στίχοι για μιά γυναίκα// Αργά απ’ τα βάθη μου…// Σήμερα η μέρα…// Βάρκες επέρασαν…// Μακριά από μένα τώρα…

            Αργά απ’ τα βάθη μου…

Αργά, απ’ τα βάθη μου μι’ ανάμνηση ανεβαίνει,

παλιών καιρών ανάμνηση θαμπή.

Στο φώς του νου μου θα τρεμοσαλέψει ολίγο

κι ύστερα μέσα μου ξανά θαφανιστεί.

Μιά ωχρή μορφή: πόσο πικρή η ματιά, πικρά τα χείλη!

Θυμάμαι απόψε την κραυγή που όλο μου το άμαθο κορμί

έξαλλο ανάδωσε στο πρωτοσμίξιμό μας.

Μιά ιστορία, παλιά ιστορία, μέρες που φύγανε γλυκές!

Αργά, απ’ τα βάθη μου μι’ ανάμνηση ανεβαίνει

παλιών καιρών ανάμνηση θαμπή.

--

          Μακριά από μένα τώρα…

Μακριά από μένα τώρα πιά όλ’ αυτά! Φεύγει ο χειμώνας.

Οι πρώτες κιόλ’ αρχίνησαν χλιαρές ημέρες του Μαρτιού.

Κορίτσια σε προσήλια μέρη καθισμένα σιγοτραγουδούνε,

γεμίζουν ίσκιους γαλανούς οι δρόμοι οι αποσπερνοί…

Έρχεται η άνοιξη’ θαρθείς λαμπρό, χρυσό μου καλοκαίρι,

στα δάση, αργά βραδυάσματα γαλάζια, θάρθετε ξανά,

σε θάλασσες και σε αμμουδιές, φεγγάρια, θαπλωθήτε,

αύρα (από πού φτασμένη;) θα δροσοβολήσεις την ψυχή.

Γνώριμος τόπος μαγικός ξανά θα γίνει ο κόσμος,

σαν τη μεγάλη φωτεινή κάμαρα που έπαιζα παιδί.

--

           Βάρκες επέρασαν…

Βάρκες επέρασαν εμπρός από το σπίτι εχτές,

βάρκες επέρασαν αργά μες της νυκτός τα σκότη.

 

Ο αέρας έφερνε τους ήχους ενός τραγουδιού,

ήχους νοσταλγικούς, κομένους, μισοτελειωμένους.

 

Αργά ο αέρας έφερνε τους ήχους τους γλυκούς

κι όλο μαζί το μύρο του νυχτερινού πελάγου…      

Κ. ΚΑΡΘΑΙΟΣ (1878-1955), Ποτέ δεν φανταζόμουν// Στο σιγαλό λιμάνι// Δυό άνθρωποι// Κιτρίνισαν οι λεύκες// Sotto voce.

          Ποτέ δε φανταζόμουν

Ποτέ δε φανταζόμουν πώς θα ‘ρχότανε

μιά μέρα να σε χάσω έτσι πολύ.

Γιατί δε λείπεις μόνο από το πλάϊ μου:

λείπεις κι’ απ’ την καρδιά μου. Τί ωφελεί

 

κι’ αν είσαι ακόμη στοχασμός, μιά θύμηση

από κάποιο ταξίδι μακρινό,

όνειρο νύχτας, ιστορία που διάβασα

κάπου, κι’ αρχίζω πιά να την ξεχνώ;

 

Αληθινά είναι κρίμα. Εκεί που κάποτε

ο κόσμος του Θεού είχε μαζευτεί,

μιά παλιά μόνο εικόνα τώρα απόμεινε:

κι’ αγάλι, αγάλι, αγάλια σβει κι’ αυτή.

ΛΕΩΝ ΚΟΥΚΟΥΛΑΣ (1894-1967), Μαρία//Βρέχει…

            Βρέχει…

Απόψε βρέχει δίχως τελειωμό

Κ’ έχω ανοιχτά της κάμαρας τα τζάμια’

Κοιτώ της πολιτείας τον παιδεμό

κι όλα τα ρείθρα που έγιναν ποτάμια.

 

Και το βρεμένο χώμα μιάν οσμή

Παράξενη μου φέρνει, πού με πνίγει’

Και πλημμυράνε μύρα και λυγμοί

Το σπίτι, σαν ανθρώπων που έχουν φύγει.

 

Μιάν ανεξήγητη έχω ταραχή,

Σα βλέπω τη βουβή δεντροστοιχία’

Γνώριμων ίσκιων, μέσα στη βροχή,

Σάμπως ναργοπερνάει μιά συνοδεία.

 

Και βρέχει, βρέχει δίχως τελειωμό

Κι ανατριχιάζω με της γης τα ρίγη’

Νιώθω της πολιτείας τον παιδεμό

Σαν αγωνία δική μου, που με πνίγει.

 

Κι όπως ακούω να πέφτει το νερό,

Τα βέλη του το χώμα να τρυπούνε,

Τα μάτια, που βασίλεψαν, θαρρώ

Απόψε τη ζωή πώς νοσταλγούνε.

Γ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ (1898-1969), Δρόμοι.

          Δρόμοι

Δρόμοι λοξοί, που δίπλα σας το παγωμένο ασπρίζει

ρυάκι, κι’ όπου γέρνουνε ξεθωριασμένα κάποια

σπιτάκια, στα κατώφλια τους που η χλόη πρασινίζει,

με σκαλοπάτια ξύλινα γεμάτα βρύα, σάπια.

 

Δρόμοι, ρημάδι αγροτικό με την ξερή την στέρνα,

κ’ ένα μαγγάνι αμίλητο που σκούριασε απ’ το χρόνο,

στο δείλι σας αντίκρυσα κι’ ο κρύος βοριάς που επέρνα,

σάλευε έναν πυρόξανθο σωρό από φύλλα μόνο.

 

Έναν πυρόξανθο σωρό, και τ’ άχυρα που ακόμα

έβοσκε κάποιο ζώο ισχνό, έτσι σαν άλλοτε ίδια,

συντρίμμια η ρόδα του αμαξιού στο μουσκεμένο χώμα,

κι’ ο στάβλος με τα πράσινα απ’ τα βρύα κεραμίδια.

 

Μά ό,τι το σπίτι εμψύχωνε στα χρόνια που περάσαν,

το σπίτι μέσα στην αυλή που αμίλητο έτσι γέρνει,

έσβυσε, οι άνθρωποι εζήσανε, πονέσανε, γεράσαν,

κι’ έφυγαν σαν τα φύλλα πιά πού η χειμωνιά τα παίρνει.

 

Δρόμοι στη χειμωνιάτικη τη νύχτα που σιμώνει,

με το εργαστήρι του παλιού πεταλωτή στα βάθη,

πού το αναμμένο πέταλο χτυπιέται, ηχεί στο αμόνι,

τί να ζητώ μέσα σε σας που επέρασε κι’ εχάθη;

 

Ποιά νάναι η γοητεία σας, μικρόσπιτα και τοίχοι

υγροί, απ’ όπου το άρωμα κάποιας γαζίας βγαίνει,

δρόμοι, που πνίγει η μυρουδιά απ’ το καμμένο νύχι

του αλόγου, φλόγα κόκκινη στην πυροστιά αναμμένη;

 

Νάναι ο θλιμμένος γυρισμός ψυχής πούχουν συντρίψει

οι μάταιοι αγώνες για να βρη ό,τι είχε πλάσει η σκέψη,

κ’ ήρθε σε σας, δρόμοι παλιοί, για να σας πη, με θλίψη,

ότι ήταν ψέμμα τόνειρο κοντά σας πούχε θρέψει;

 

Δεν ξέρω, μα όπως άπλωνε η νύχτα του Δεκέμβρη

τα παγωμένα σκότη της στης γειτονιάς την άκρη,

τόνειρο που με πρόδωσε ξανάρθε εκεί να μ’ εύρη

κι’ άθελα κύλησε πικρό στα μάτια μου ένα δάκρυ.  

ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ (1899-1944), Τ’ απόγεμά μου άς πιστεύω…// Μονοτονία// Σκοπός χαμένος// Αμάξι στη βροχή// Παντοτεινός χωρισμός// Στην ανάρρωση// Αποβραδυνό κουβεντολόγι// Fragmentum// Οι αγνοημένες// Πάλι ο δρόμος…// Της νύχτας// Εικασία// Κορίτσια// Παλιό αθηναϊκό χινόπωρο// Ήρθες…// Αντίκρυ στον κήπο// Κυριακή απόγευμα.

          Μονοτονία

Σ’ ένα άδειο χρώμα, ένα φευγάτο μύρο που πεθαίνει,

το καλοκαίρι που αγαπούσαμε απομένει

 

Στις καταχνιές μέσα, μαζί με τη θλιμμένη δύση,

το καλοκαίρι πού αγαπιώμαστε έχει σβήσει.

 

Τάχα δεν είναι διαλεχτή κ’ η ώρα

νοτιάς το χώμα σα μουσκεύη;

και φύλλα, φύλλα πέφτουν πεθαμμένα,

στις στέρνες μέσα, φύλλα, πριν την ώρα, ένα προς ένα;

 

… παίζει, σαν άχνη ξέχρωμη, λίγη αντηλιά απ’ τη δύση

στο δρόμο, μέσα απ’ τ’ άτρεμα κλαριά που έχουν μαδήσει…

 

Φανταστικά τον άγριο σχοίνο, κάτω στο χωράφι

σαν να τον ζώνη κέρινη φλόγα πολλή, από θειάφι…

 

….Κάποτε, είν’ οι καρδιές τα φύλλα που οι νοτιές ποτίζουν

και τα σκουντούν στα τρίστρατα και τα κλωθογυρίζουν…

 

Κάποτε είναι μιά αγνώριστη ευωδία που αναστενάζει:

η βλάστηση που σήπεται, όλη μαζί, τη βγάζει.

 

Κάποτε ξένος έρωτας ανώφελα προσμένει

να ζεσταθή απ’ την έρημη καρδιά μας που πεθαίνει.

--

          Στην ανάρρωση

Βράδυασε’ πέρασε ο καιρός,

κι’ από νωρίς νυχτώνει.

Άναψε η λάμπα, εγέμισεν

από ίσκιους το σεντόνι.

 

Με χείλια πεισματάρικα,

πού, αντίς να τα ξεπλύνω,

του γιατρικού την ύστερη

την πίκρα καταπίνω,

 

και με κεφάλι αναγερτό

πολύ, πού ούτε σαλεύω-

ήμερα μάτια, αργόπορα,

στο σπίτι ταξιδεύω

 

και στη γιαγιά, που με δετό

μαντήλι απ’ το σαγόνι,

του Καζαμία τα κίτρινα

κατεβατά σαλιώνει.

 

-Ύπνε μου, απόψε δεν πονώ,

μα ιδρώνω και βαριέμαι.

Κ’ εσύ, σα βρέφος, πάρε με

και γλυκοζάλισέ με!

 

Κάνε κ’ εσύ, Χινόπωρο,

στο κρύο, ξάστερο δείλι,

να κλάψη φυσαρμόνικα

σ’ ενός παιδιού τ’ αχείλι.       

ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ (1900-1943), Αποκριάτικο// Μέσα στη βουή του δρόμου// Παιγνίδι.

          Αποκριάτικο

Πω, πω, τί κρύο κάνει…

επάγωσαν οι μάσκες στις βιτρίνες’

ένα τριμένο ντόμινο πώς να ζεστάνει

την καρδιά μου την άδεια σαν κι εκείνες;

 

Είχα μι’ αγάπη που πάει να σβήσει-

δε θα μπορούσε ακόμα να κρατήσει;

Αύριο θα ‘χουμε Άνοιξη κι Απρίλη

κι εμείς δε θα ‘μαστε ούτε φίλοι…

 

Ήταν γραφτό της όμως να πεθάνει

μέσα στην παγωμένη Αποκριά,

έτσι απ’ το κρύο, όπως μιά γριά

πού δεν υπάρχει τίποτε να τη ζεστάνει… 

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΑΛΕΞΙΟΥ (1890-1964), Ο πόνος των άψυχων// Ενδεχόμενα.

          Ο πόνος των άψυχων

Εράγισε το σπάνιο φαρφουρί

που χρόνια απ’ την κινέζικη εταζέρα

μ’ άνθια και μύρα εμέθαε τον αγέρα

κι απάνω του όλοι ανθίζαν οι καιροί.

 

Όμως αυτό δεν το ‘μαθε η μικρή

καλή Κυρά, γιατί την ίδια μέρα

ετίναξε απ’ το δάχτυλο τη βέρα

και βάδισε και χάθηκε αντικρύ.

 

Τώρα, στής πρώτης νύχτας τη μεγάλη,

την άφωνη, τη δίχως έλεος λύπη

των άψυχων ηχάει το καρδιοχτύπι.

 

Κι ώ τ’ ορφανό της, τάρρωστο ανθογυάλι

πώς κλαίει, πώς κλαίει μες στην κλεισμένη σάλλα,

ενώ η ζωή του φεύγει στάλα-στάλα…

ΝΙΚΟΣ ΧΑΓΕΡ- ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (1899-1950), Πλάσματα αιθέρια…// Προσδοκία// Σαν κομπολόι από θανάτους…

           Σαν κομπολόι από θανάτους…

(Σαν κομπολόι από θανάτους είν’ η ζωή μου

-δίχως και γω να ξέρω πώς και τί…-)

 

Ερχότανε σα βράδιαζε. Η ματιά της

ήταν δειλή, γεμάτη ταραχή…

Και πώς χτυπούσεν η καρδιά μου μ’ αγωνία

ως να σιμώσει το περπάτημά της’

(η αιώνια, η συνηθισμένη αρχή…)

 

Μού έλεγε τ’ αθώα τα μυστικά της

για την αγάπη μας, για τα όνειρά της…

Κι εγώ την άκουγα, χαμογελώντας σκεφτικός,

κι από την ευτυχία μελαγχολικός…

 

…Τώρα, θα ‘ν’ μιά κυρία σεβαστή,

θα παίζει πόκερ στα σαλόνια, θα ‘χει κι εραστή.

Κι εγώ, ένας μεσόκοπος ποιητής,

που αραδιάζει στίχους στο χαρτί…

 

(Πόσες φορές, εχάλασεν η ζωή μου,

δίχως και γω να ξέρω πώς και τί…) 

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ (1902-1930), Μόνο γιατί μ’ αγάπησες// Είμαι τρελλή να σαγαπώ.

           Είμαι τρελλή να σαγαπώ

Είμαι τρελλή να σαγαπώ αφού πιά έχεις πεθάνει,

να λυώνω στη λαχτάρα των φιλιών,

να νιώθω τώρα πώς αυτό που μούδωκες δε φτάνει,

δε φτάνει η δρόσος των παλιών.

 

Με μιάν ασίγαστη μανία να θέλω ό,τι μου λείπει,

να θέλω ό,τι μου κράτησες κρυφό

κι έτσι να δέρνομαι μαυτό το μάταιο καρδιοχτύπι’

στα μάτια σου την τρέλλα να ρουφώ.

 

Τί θαπογίνω, αγαπημένε, που θα σε ζητήσω;

Άλλοτε οι μέρες φεύγανε στην προσμονή σου σκιές.

Αιώνες καρτερώντας σε μπορούσα να διανύσω.

Με τόνειρό σου, οι πίκρες μου γλυκές.

 

Πού νάσαι; Τί ναπόμεινε από σε να το ζητήσω;

Πού νάναι το στερνό μου αυτό αγαθό;

Ώ δε μπορεί μιά ολόκληρη ζωή γι’ αυτό να ζήσω

και μάταια καρτερώντας να χαθώ.

ΜΙΧ. Δ. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ(1903-), Τα έρημα κέντρα.

           Τα έρημα κέντρα

Οι έρωτες οι εφήμεροι του περασμένου θέρους

κάθονται τώρα μοναχοί κι’ αμίλητοι και κλαίνε

στων λουτροπόλεων τα ψυχρά κι’ ερημωμένα κέντρα.

Διαβαίνει το φθινόπωρο μοναχικό στα κέντρα

κι’ ένα παλμό οι φτερούγες του νωχελικό ρυθμίζουν,

τη ναρκωμένη ατμόσφαιρα ξυπνώντας ένα γύρω,

σα ν’ ανεμίζει όλη ευωδία μιά σάρπα μεταξένια.

Στο πέλαγος το σιωπηλό των άδειων καθισμάτων,

στο φώς το πάλλευκο, που πιά δεν το στολίζουν ίσκιοι,

πλανιέται ακόμη σαν ηχώ λιπόθυμη τριγύρω

ο βόμβος των ομιλιών κι’ η κίνηση κι’ λάμψη.

Έσβυσε τώρα η κίνηση, τα τραίνα έχουνε πάψει,

κι’ έμεινε το φθινόπωρο μοναχικός θαμώνας.

Οι γλόμποι οι γαλακτόχρωμοι κι’ οι γαλανοί καθρέφτες

μελαγχολούνε, τη βροχή ν’ ακούν έξω να στάζει

και πιό μακριά, στην έρημην ακρογιαλιά, να κλαίνε

τα κύματα, σε θλιβερές εναλλαγές, στη νύχτα.

Έμεινε το φθινόπωρο μοναχικός θαμώνας

στο πέλαγος το σιωπηλό των άδειων καθισμάτων,

και στην απόμερη γωνιά, τριγύρω στο τραπέζι,

βουβοί, στο λευκό μάρμαρο, στηρίζουν τον αγκώνα

και κλαίν οι εφήμεροι έρωτες του περασμένου θέρους.   

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ (1909-1956), Ώ, εσύ που λείπεις…// Απόλογος// Rendez- vous// Αγάπη// Μοναξιά// Περαστική// Εσέ πού τ’ όνομά σου δεν το γράφω…// Τέλος της εποχής.

           Τέλος της εποχής

Με υστερόγραφα μ’ είχες κακομάθει

κι εγώ σε κυνηγούσα με τη ρίμα.

Πάει το παιγνίδι, σκόλασε, τί κρίμα,

κι είσαι ένα ρόδο πιά χωρίς αγκάθι.

 

Τον άνθρωπο σαν τί να τον αλλάζει

κι η γνώμη μας αλλάζει με το χρόνο;

Ξαπλώνομαι όπου να ‘ναι και στυλώνω

το βλέμμα στ’ ουρανού το λείο ατλάζι.

 

Πολύ με παίδεψ’ ο έρωτας, παρότι

θα μ’ έλεγε κανείς ψυχή γαλήνια’

σίδερα εκαίγαν μέσα μου, καμίνια,

πέρσι και πρόπερσι, όλη μου τη νιότη.

 

Μα έχοντας πιά ξεφύγει από τα βρόχια,

τη φύση τώρα χαίρομαι, το σπίτι

και μυστικά ζηλεύω το ζευγίτη

που πάει να σπείρει με τα πρωτοβρόχια.

ΣΟΦΙΑ ΜΑΥΡΟΕΙΔΗ- ΠΑΠΑΔΑΚΗ (1905-1977), Στο Φάληρο.

              Στο Φάληρο

Η πλήξη ψες μας είχε ξαναφέρει

στο Φάληρο, σε κάποιαν αμμουδιά,

ερωτικό μας άλλοτε λημέρι.

Πιό πέρα, μες στην έρημη βραδιά

 

πιασμένα τρυφερά, χέρι με χέρι,

δυό ερωτεμένα εκάθονταν παιδιά.

Μα εμάς του κάκου ζήταγε η καρδιά

παληές χαρές στη θύμηση να φέρει.

 

Κι ως άρχιζε η ψυχρούλα να πληθαίνει.

«Τί θέμε» μου  ‘πες «δω, τέτοιον καιρό;»

Κι εφύγαμε κι οι δυό μετανιωμένοι.

 

Έκανε, αλήθεια, κρύο τσουχτερό

στ’ ακροθαλάσσι τη βραδιάν εκείνη.

Μά το ζευγάρι τ’ άλλο είχε απομείνει… 

Ι. Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (1901-1982), Αποχωρισμός.

           Αποχωρισμός

Μακραίνουν όλα. Είναι ένα πλοίο

που φεύγει μέσα στη βραδιά.

Πώς μου πληγώνει την καρδιά

ν’ ακούω μιά τέτοια λέξη: αντίο!

 

Κάπου είχε ανθίσει μιά βιολέτα.

Κι είπα να πέθαινα μ’ αυτή,

μεσ’ σ’ ένα θάμπος θαλασσί.

Κάπου είχε ανθίσει μιά βιολέτα.

 

Τώρα όλα πέρασαν. Στη δύση

φαιδρό ζυγιάζεται πουλί

τ’ άσπρο πανάκι. Δεν αργεί

σε βάθη ονείρου η γης να σβύσει.

ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ (1912- 1970), Η Δυναστεία των χιμαιρών ΧΙ // XI.

          ΧΙ

Έκλυτη, ένα γρανίτινον όραμα, είναι πλασμένη

για των αισθήσεων τις μακρές, δεινές επιληψίες.

 

Όταν την κόμη λύνοντας, μιά άναστρη νύκτα απλώνει

στους ουρανούς τους πολικούς βαθύγηρων κατόπτρων,

λάμπει, μαστίγιο πύρινο των ληθαργούντων πόθων,

επίφοβη σα βάραθρο κι ωραία σαν αμαρτία.

 

Δεν είναι πλάσμα των φθαρτών, κρυστάλλινων ερώτων’

μιάς λυρικής παραφοράς η φλόγα η θαλασσιά:

 

Σφίγγα ορειχάλκινη, είδωλο μιάς σκοτεινής μαγείας,

για τις σκληρές προορίζεται των Ασιανών λατρείες,

για τους μοιραίους υστερικούς φετιχισμούς των Μαύρων. 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ (1892-1984), Ο σταθμάρχης// Φαντασία// Το γράμμα// Πλοίον εν όψει.

           Φαντασία

Νάναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί

προς έναν δρόμο φιδωτό που σβει στα χάη,

και σένα του καπέλου σου πλατειά και φανταιζί

κάποια κορδέλα του, τρελά να χαιρετάει.

 

Και ναν’ σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά

γι’ άστρα, τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,

κι αυτός ο άνεμος τρελά-τρελά να μας σκουντά

όλο προς  τη γραμμή των οριζόντων.

 

Κι όλο να λες, να λες, στα βάθη της νυκτός

για ένα –με γυάλινα πανιά- πλοίο που πάει

όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο που πέφτει εκτός:

όξ’ απ’ τον κύκλο των νερών- στα χάη.

 

Κι όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί

περ’ από τόπους και καιρούς, έως ότου-φώς μου-

(καθώς τρελά θα χαιρετάει κείν’ η κορδέλα η φανταιζί)

βγούμε απ’ την τρικυμία αυτού του κόσμου…    

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ (1910-1975), Σταυρός του Νότου// Kuro Siwo// Black and white// Mal du depart.

          Mal  du depart

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής

των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,

και θα πεθάνω μιά βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,

χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

 

Για το Μαδράς, τη Σιγγαπούρι, τ’ Αλγέρι, και το Σφάξ

θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,

κι εγώ, σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,

θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

 

Θα πάψω πιά για μακρινά ταξίδια να μιλώ’

οι φίλοι θα νομίζουνε πώς τα ‘χω πιά ξεχάσει,

κ’ η μάννα μου, χαρούμενη, θα λέει σ’ όποιον ρωτά:

«Ήταν μιά λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει…»

 

Μα ο εαυτός μου μιά βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί

και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,

κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,

θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει,

 

Κι εγώ που τόσο επόθησα μιά μέρα να ταφώ,

σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,

θα ‘χω ‘ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ

και μιά κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ (1912-1940), Στερνό// Φθινοπωρινά μηνύματα// Ένα κορίτσι παίζει πιάνο.

          Στερνό

Τώρα, τί η καρδιά να περιμένει

και το βλέμμα στέλνει να ρωτά

στις γωνιές και του δρόμου τ’ ανοιχτά

κ’ όλο νάρχεται και να πηγαίνει;

 

Να ψάχνει, να ρωτά και μιά να σφάλλει.

(Κάποια, πώς θάσαι σύ, στα θαλασσιά.

Με την δικιά σου την κορμοστασιά,

από μακρυά, να σε μπερδεύει μ’ άλλη.)

 

ακόμα, μιά, προσμονής, μέρα χαμένη.

Πουλί κυνηγημένο απ’ τα παιδιά.

Να πέφτει, δίχως έλεος, στην καρδιά,

ο ίσκιος που στο δρόμο κατεβαίνει.

 

Του τελευταίου σύννεφου τ’ ασήμι,

τώπιε, σε μαύρο κύπελλο, η βραδιά.

Στην κάμαρα η ατμόσφαιρα βαρειά

κι’ όλα τα γύρω φιλημάτων μνήμη. 

ΦΩΤΟΣ ΠΑΣΧΑΛΙΝΟΣ (1913-1943), Φθινόπωρο.

        Φθινόπωρο

… Η βροχή δεν είναι για παιδιά

κι ούτε και το χιόνι για παιχνίδι

τώρα που θωρείς σα δαχτυλίδι

μιά πικρία να σφίγγει την καρδιά…

 

-Τάχα πόσο βάσταξες και συ

θύμηση παλιά του Φθινοπώρου;

(Χάσαμε την αίσθηση του χώρου

μέσα σε μιάν ώρα και μισή…)

 

Άτονα τα χείλη για ομιλία…

Πόσος κόπος μέσα στη βροχή

να ‘βρει λίγο φώς τούτη η ψυχή

που σπαράζει από την αγωνία! 

        Διαβάζουμε στην σελίδα 218 πριν τις σελίδες των Περιεχομένων:

          Προτιμήθηκε η διατήρηση της προσωπικής ορθογραφικής εκδοχής του κάθε ποιητή, από τα εκδομένα από τον ίδιο βιβλίο του και όχι από μεταγενέστερα «Άπαντα»- ή επιλογές- χωρίς όμως ο κανόνας αυτός να τηρηθεί απόλυτα (στην περίπτωση λχ. Του Καρθαίου δεν διατηρήθηκε το μονοτονικό σύστημα για λόγους γενικότερης οικονομίας). Διορθώσεις επίσης υπάρχουν όπου διακρίνονται σαφή τυπογραφικά αβλεπτήματα.

 Λίγες ακόμα παλαιές και νέες σκέψεις για την «Χαμηλή Φωνή»   

        «[Λυρισμός είναι] ο δρόμος που φέρνει από το χειροπιαστό στο άπιαστο΄ από την ύλη στο μυστήριό της’ από το πράγμα στην Ιδέα. Μά… και το αντίθετο».

          Πέτυχε άραγε το «Στόχο» του ο ποιητής-ανθολόγος Μανόλης Αναγνωστάκης όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο του με τους 32 εν συνόλω λυρικούς ποιητές και ποιήτριες και τα 147 ποιήματά τους που με υπευθυνότητα επιλέγει να μας παρουσιάσει στην προσωπική του ανθολογία «Χαμηλή Φωνή. Τα λυρικά μιάς περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς»; Η Λυρική Ανθολογία εκδόθηκε πριν 36 χρόνια στην Αθήνα (1990) από τον εκδοτικό οίκο «Νεφέλη» του Γιάννη Δουβίτσα. Αυτήν την ερώτηση κάναμε στον εαυτό μας όταν εδώ και χρόνια αγοράσαμε το βιβλίο αγαπώντας την ποίησή του και σιγοτραγουδώντας την στην μελοποιημένη της εκδοχή από τον μεγάλο μας Μίκη Θεοδωράκη. Μάλιστα εκείνη την περίοδο ασχολούμενοι με το έργο του: ποιητικό-πεζό- αρθρογραφικό, δημοσιογραφικό κλπ. κρατώντας τις σημειώσεις μας και γράφοντας για αυτό,  μας πέρασε μία «παρακινδυνευμένη» σκέψη σαν ερώτηση. Άραγε θα μπορούσε η πολιτική ποίηση του δημοκράτη και αντιστασιακού Μανόλη Αναγνωστάκη να μελοποιηθεί από έναν καθαρόαιμο και αυθεντικό ερωτικό- λυρικό μουσικοσυνθέτη όπως υπήρξε ο Μελωδός των Ονείρων μας ο αντισυμβατικός και ελευθερόφρων έλληνας πολίτης Μάνος Χατζιδάκις; Θα αρκούσε η ουράνια φωνή της τραγουδίστριας Μαρίας Φαραντούρη που έχει ερμηνεύσει Θεοδωράκη σε ποίηση Αναγνωστάκη να σταθεί η γέφυρα ανάμεσα τους; Αλλά ο κίνδυνος της μουσικής μας παρανόησης που σαν φευγαλέα σκιά πέρασε από το νου μας απέτρεψε από το να επεξεργαστούμε περαιτέρω την ερώτηση και περιοριστήκαμε στα της Ανθολογίας. Το δεύτερο ερώτημα που μας γεννήθηκε καθώς αρχίσαμε να ξεφυλλίζουμε τις σελίδες της ήταν τί ήθελε να μας πει, να μας κοινωνήσει με την αυστηρά προσωπική του αυτή Ανθολογία ο «ψηλός» της Ελληνικής Ποίησης; Τα ερώτημα που-τότε-θέσαμε ίσως και να ήταν από την μεριά μας ένας πλεονασμός της αναγνωστικής μας περιέργειας, αχρείαστα, μια και η εισαγωγή «Ένα σχόλιο (Ίσως όχι εντελώς περιττό…» κείμενο του ιστορικού της ελληνικής λογοτεχνίας και κριτικού Αλέξανδρου Αργυρίου μας επεσήμανε από την αρχή με ξεκάθαρο τρόπο το τι είναι η προσωπική αυτή Ανθολόγηση του Αναγνωστάκη. Ποιά η σχετική παράδοση του ελληνικού λυρικού λόγου, το ιστορικό της συγκέντρωσης και επιλογής αντρών και γυναικών ποιητών των ποιημάτων τους, τους ενδοιασμούς του Ανθολόγου να δώσει στην δημοσιότητα για έκδοση του ανθολογούμενου υλικού και την συμβολή του Α.Α.. Ποιοι ανθολόγοι είχαν προηγηθεί του Μ.Α., εκδίδοντας σύγχρονη Λυρική Ποίηση ή μας έδωσαν δείγμα της παρουσιάζοντάς την στο έγκριτο περιοδικό «Νέα Εστία». Η Λυρική Ποίηση είναι ένα ισχυρό και συνεχές ρεύμα στην διαχρονική ιστορία των ελληνικών γραμμάτων, όπως η «Επική», η «Σατιρική», η «Κοινωνική», η «Πολιτική», η «φιλοσοφική», η «θρησκευτική»- «υπαρξιακή» κλπ.. Έλκει την προέλευσή της από την Αρχαία Ελλάδα της οποίας η παράδοση εκβάλλει μέχρι των μοντέρνων ποιητικών ημερών μας. Λυρικά ποιήματα δεν έχουν γράψει μόνο οι λεγόμενοι ελάσσονες ποιητές αλλά και οι μείζονες. Ο ποιητής- ανθολόγος Αναγνωστάκης επέλεξε αποκλειστικά να ασχοληθεί με την λυρική πλευρά της ποίησης των ελασσόνων ποιητών και από αυτήν και μόνο την δεξαμενή αντλεί το υλικό του και μας το παρουσιάζει.

      Από την αρχή του  κειμένου του ο Αλέξανδρος Αργυρίου  είναι ξεκάθαρος και μας δηλώνει μεταξύ άλλων τα εξής:

«Η Ανθολογία που ακολουθεί, με ανθολόγο τον ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη ανήκει σε μιά ασυνήθιστη κατηγορία. Έχει τη μεγαλύτερη δυνατή ομοιογένεια. Περιλαμβάνει αποκλειστικά ελάσσονες ποιητές και μόνο με τα λυρικά τους ποιήματα. Οι δύο αυτοί αποκλεισμοί αφήνουν ελεύθερο το πεδίο για να φανεί η ανάπτυξη μιάς ποίησης χαμηλόφωνης που δεν μπορεί να κατηγορηθεί για μετριότητα και από την οποία δεν απουσιάζει το πάθος και η ένταση. Εξ άλλου λυρικά ποιήματα έγραψαν και οι μείζονες ποιητές και στο έργο τους συχνά συναντάμε λυρικούς τόνους. Κάποτε μάλιστα ολόκληρο το έργο ποιητών μείζονος σημασίας είναι λυρικό. Αφήνω που, εδώ και αρκετές δεκαετίες πριν, έχει υποστηριχθεί ότι όλη η-τότε-σύγχρονη καλή ποίηση ήταν λυρική, και ότι ποίηση και λυρισμός είναι έννοιες ταυτόσημες. Τέλος του 1930 δύο ευαίσθητοι λόγιοι, ο Κλέων Παράσχος και ο Ξεν. Λευκοπαρίδης, συνέθεταν μιά Ανθολογία Ελλήνων Λυρικών Ποιητών στο όνομα του ‘αγνού λυρισμού’. Ήταν η εποχή που συζητιόταν, σχεδόν ταυτόχρονα, ο θάνατος της ποίησης και η poesie pure, που τροφοδότησε η έκδοση της Στροφής του Σεφέρη. Αρκετά αργότερα, και όταν οι καιροί είχαν αλλάξει αισθητά, το 1958, ο Κ. Θ. Δημαράς συντάσσει ‘’εκλογή’’ από τον Ελληνικό λυρικό λόγο, που δημοσιεύτηκε στο χριστουγεννιάτικο τεύχος της Νέας Εστίας (σελ. 131-170), και περιελάμβανε εκατό ποιήματα, αρχίζοντας από το 1708 και τελειώνοντας σιωπηρά το 1940. Και στις δύο περιπτώσεις, οι ανθολόγοι ή θεώρησαν δεδομένο τον όρο και το περιεχόμενο του ‘λυρισμού’, πιστεύοντας προφανώς ότι κάθε ορισμός, που τυχόν υα επιχειρηθεί, δρα περιοριστικά.

        Να το θεωρήσομε κι εμείς δεδομένο; Αν η ανθολογία του Αναγνωστάκη λογαριαστεί ως ‘χρηστική’ που σημαίνει ότι απευθύνεται σε ευρύτερο κοινό, και μέσα στη σύγχυση που επικρατεί σε πολλούς τομείς σήμερα, δεν νομίζω ότι θα βλάψει μιά προσπάθεια καθορισμού και εντοπισμού της λυρικής ποίησης. Προφανώς απλοποιώντας και απλουστεύοντας……».

Η υπογράμμιση με μαύρα γράμματα δική μας.

    Τα όσα χρήσιμα και κατατοπιστικά μας καταθέτει ο Αλέξανδρος Αργυρίου στην Εισαγωγή του όριζαν και το φτερούγισμα της αναγνωστικής μας φαντασίας, καθοδηγούσαν την ματιά μας, φωτίζοντας διευκρινιστικά τα δικά μας ερευνητικά μονοπάτια και τα όποια ερωτήματα σκοπεύαμε να θέσουμε όπως πράτταμε πάντα καθώς διαβάζαμε ένα κείμενο, μία ποιητική συλλογή, ένα πεζογράφημα... Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με την χρονολογική τους σειρά ξεδιπλώνοντας την δική μας αναγνωστική περιπέτεια με την ευκαιρία της επαφής μας εκ νέου με την Ανθολογία του Μανόλη Αναγνωστάκη, ενός έλληνα ποιητή που η παρουσία και η γραφή του ξεπέρασε τα όρια της εποχής και της γενιάς του.

      Από νεαρή ηλικία σαν αναγνώστες και βιβλιόφιλοι εμπειρικά είχαμε «διδαχθεί» ότι η ανάγνωση ενός βιβλίου δεν είναι μόνο η χαρά και η απόλαυση που μας προσφέρει, οι πληροφορίες που μας παράσχουν τα περιεχόμενά του, οι κοινωνικοί προβληματισμοί που μας θέτει ο συγγραφέας του, τα ζωντανά στοιχεία της ποιητικής γλωσσικής παράδοσης του παρελθόντος που διασώζει, αναπλάθει και φέρνει στην επιφάνεια. Η αναπόληση μας σε κόσμους ονειρικούς, ιδανικούς, εξωτικούς. Η κάθε φορά νέα ατμόσφαιρα που μας δημιουργεί και τοποθετεί το θέμα και τους ήρωές του ο συγγραφέας και πρωτίστως η αρχή μιάς συνομιλίας μας μαζί του, μιάς αλληλογνωριμίας μεταξύ των ιδεών και σκέψεων, θέσεων που εκφράζει ο λογοτέχνης στις αφηγηματικές του εξιστορήσεις και των απόψεων και θέσεων ημών των αναγνωστών. Καθένας που επιλέγει να διαβάσει ένα βιβλίο, δεν το διαβάζει γιατί δεν έχει κάτι άλλο καλύτερο να κάνει να περάσει την ώρα του ή να κοιμηθεί το βράδυ, αλλά διαβάζοντας το του θέτει ερωτήματα, εκφράζει τις απορίες τις ενστάσεις του για τα γεγονότα που διαδραματίζονται στις σελίδες του, αποδέχεται ή αμφισβητεί τα όσα γράφει ο συγγραφέας του, την οπτική που ερμηνεύει τα συμβάντα, ενδέχεται να συμπληρώνει με την φαντασία του την σκέψη, τις ιδέες, τα λόγια του όποιου άγνωστού του δημιουργού. Δεν έχει σημασία αν το αποτέλεσμα του διαβάσματός μας είναι θετικό ή αρνητικό, αν δηλαδή προσπεράσουμε με αδιαφορία αυτά που διαβάζουμε και κλείσουμε το βιβλίο ή αντίστοιχα μας γοητεύσει και αναζητήσουμε και άλλα βιβλία του συγγραφέα, σημασία έχει να μας εγείρει νέα ερωτήματα, να μπούμε στην διαδικασία του προβληματισμού και νέων ερωτήσεων που μας γεννά το συγγραφικό έργο, το ίδιο το κείμενο όταν το πιάσουμε στα χέρια μας και επανερχόμαστε συχνά σε αυτό. Η Ανάγνωση είναι μία μορφή επικοινωνίας του άγνωστου συγγραφέα με εμάς τους αναγνώστες με την διαμεσολάβηση της φωνής του που γίνηκε γραπτός λόγος, λέξεις πάνω στο λευκό χαρτί, φράσεις κοινού γούστου και αισθητικής, όπως είναι και οι άλλες μορφές κοινωνικής επικοινωνίας και αλληλογνωριμίας των ανθρώπων μέσα στο πολιτιστικό πλαίσιο μιάς δομημένης κοινωνίας. Το ουσιαστικό-κατά την κρίση μου- είναι να θέτουμε ερωτήματα στο βιβλίο ή το κείμενο κατά το διάβασμα και αυτό με την σειρά του θα μας ανταποδώσει το αναγνωστικό ενδιαφέρον, θα μας δώσει τις απαντήσεις του ανάλογα του περιεχομένου, του είδους και της κατηγορίας που ανήκει, το θέμα που διαπραγματεύεται ένας δημιουργός. Η θέση μας αυτή, η ματιά δηλαδή προσέγγισης μιάς καλλιτεχνικής δημιουργίας που απολαμβάνουμε και χαιρόμαστε, μας τροφοδότησε με θάρρος να συνεχίσουμε να θέτουμε το βασικό ερώτημα, σε τι αποσκοπούσε η έκδοση της «Χαμηλής Φωνής» και αν πέτυχε τον σκοπό που έθεσε εξ αρχής με τον εαυτό του ο ανθολόγος Μανόλης Αναγνωστάκης. Αν θέσουμε ως κανονιστικό ερμηνευτικό πλαίσιο εξέτασης το βασικό αυτό ερώτημα, μπορούμε να διευρύνουμε την βάση του με συγγενικής υφής ερωτήματά μας. Όπως, ποιά τα ποιητικά και φιλολογικά κριτήρια ενός ανθολόγου, ποια τα ποιητικά του γούστα οι αγάπες που τον ωθούν στο να κατατάξει έναν ποιητή των προηγούμενων αιώνων στους μείζονες και έναν άλλον στους ελάσσονες της ποιητικής μας παράδοσης; Τί τον κάνει να θέλει να διασώσει στον αναγνωστικό χρόνο μία ποιητική ή πεζογραφική φωνή ή να αποκλείει μία άλλη; Αναφερόμαστε φυσικά σε γενικές ανθολογίες και όχι τοπικού ή θεματικού ενδιαφέροντος. Συμπίπτουν τα αξιολογικά κριτήρια ενός ανθολόγου με αυτά ενός αναγνώστη και οι επιλογές τους; Ποιες οι κριτικές προϋποθέσεις κάνουν έναν ανθολόγο να εντάξει έναν ποιητή στους μεγάλους και σημαντικούς της παράδοσής μας και έναν άλλον στους μικρούς και ασήμαντους;  Στους πόες δημιουργούς δίπλα στα ποιητικά «κυπαρίσσια» της γενιάς του. Και τελικά το ποιός είναι μείζον και ποιός ελάσσων ποιητής ποιός μπορεί χωρίς αμφισβητήσεις να το ορίσει στους χρονολογικούς κύκλους του πολιτιστικού παιχνιδιού που ονομάζουμε λογοτεχνία; Αυτά τα αφελή ερωτήματα ενός άγουρου ακόμα νέου σε ηλικία αναγνώστη, χωρίς φιλολογική επαρκή κατάρτιση που είχαμε σημειώσει σε φύλλο χαρτιού καθώς πιάσαμε στα χέρια μας την «Χαμηλή Φωνή» επανήλθαν σήμερα το 2026 στην σκέψη μας, καθώς συνεορτάζουμε και εμείς μαζί με τους άλλους φιλαναγνώστες των διαδικτυακών λογοτεχνικών περιοδικών πχ. «Διάστιχο» την μνήμη του Μανόλη Αναγνωστάκη, ελπίζοντας ότι ανήκουμε σαν αναγνώστες της ποίησής του στην ομάδα των «Φίλων του Μανόλη Αναγνωστάκη» που δημιούργησε ο γιός του ποιητή.

     Όταν ξεφυλλίσαμε για πρώτη φορά τις σελίδες της Ανθολογίας «Χαμηλή Φωνή» αναγνωρίσαμε ονόματα ποιητών και ποιητριών που τους θεωρούσαμε μεγάλους, μείζονες, σημαντικά ονόματα, σύμφωνα με την αναγνωστική χαρά που μας προσέφεραν, αρκετούς τους είχαμε διαβάσει αρκετές φορές , αποστηθίσει, σιγοψιθυρίζαμε τα ποιήματά τους δίχως να μας απασχολεί πού τους κατέτασσαν οι «ειδικοί», οι γραμματολόγοι, οι κριτικοί της ποίησης. Η αμεσότητα της επαφής μας ήταν αρκετή. Επιρροή στις επιλογές μας είχε ασκήσει το κριτήριο και η μέθοδος παρουσίασης ποιητών και ποιημάτων των Ανθολογιών του Ηρακλή και του Ρένου Αποστολίδη του Μιχάλη Περάνθη που παρουσίαζαν τους ανθολογούμενους ποιητές και ποιήτριες με αλφαβητική σειρά. Με ποιά κριτήρια επιλέχθηκαν ώστε να συμπεριληφθούν στις εργασίες του πατέρα και του γιού Αποστολίδη φαίνεται από τα κοινά τους βήματα και προτιμήσεις σε ποιητές και ποιήματα του ελληνικού πανθέου. Οι τρείς αυτές ανθολογίες εκ νεότητός μας ήσαν οι οδηγοί μας στις πρώτες ποιητικές μας περιπλανήσεις δίχως υποψία διαχωρισμών και αποκλεισμών, πρωτείων. Από την άλλη, παρατηρήσαμε ότι σημαντικές φωνές στην ανθολόγηση του ποιητή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς από την Θεσσαλονίκη Μανόλη Αναγνωστάκη προέρχονταν από την πόλη μας, τον Πειραιά ή συνδέονταν πνευματικά με αυτό που ονομάζουμε ευρύτερα πειραϊκός πολιτιστικός χώρος. Δεν περιμέναμε σαν Πειραιολάτρες αναγνώστες να συναντήσουμε στις «Χαμηλές Φωνές» ονόματα όπως του Λάμπρου Πορφύρα, του Νίκου Καββαδία, του Καίσαρος Εμμανουήλ, φωνές όπως του επτανήσιου Λορέντζου Μαβίλη, του κριτικού Τέλλου Άγρα, του φαντεζίστ Ρώμου Φιλύρα, του λυρικού και μεταφραστή Γιάννη Γρυπάρη, του σατιρολόγου Κώστα Καρυωτάκη κλπ. Η συναρίθμησή τους στους ελάσσονες ποιητές κατά τα ποιητικά κριτήρια του ανθολόγου σήμαινε ότι ποιητές ποιητικού μεγέθους των παραπάνω ονομάτων «αποκαθηλώνονταν» από το κάδρο των μειζόνων ελλήνων ποιητών; Ότι έμπαινε σε δεύτερη μοίρα στις αναγνωστικές μας προτιμήσεις η ποίησή τους; και ποιοι τέλος πάντων το αποφάσιζαν αυτό για εμάς, τους σταθερούς νέους αναγνώστες της Ποίησης; Ποιοί ήθελαν να διαμορφώσουν το ποιητικό μας γούστο; Οι νέοι γραμματολόγοι, οι μοντέρνοι κριτικοί των περιοδικών και των εφημερίδων; Μήπως τα πανεπιστημιακά  μας σπουδαστήρια και το περιβάλλον των μελλοντικών νέων φιλολόγων; Ή μήπως μερίδα των ίδιων των ποιητών μας; Ποιοί έβαζαν και εξακολουθούν να θέτουν τα θεμέλια του ελληνικού «κανόνα» της ποιητικής αποτίμησης στις μέρες μας; Μήπως οι νέοι ανθολόγοι που ακολουθούν με την σειρά τους των προηγούμενων κριτικών γενεών ανελαστικά ποιητικά κριτήρια και αποκλεισμούς; Απορρίψεις, στενές ατομικές επιλογές; Ή μήπως με τις επιλεκτικές ανθολογικές επιλογές ποιητών και ποιημάτων που μας προτείνουν καλλιεργούνταν ένας πνευματικός «διχασμός» ανάμεσα στις διάφορες γενιές των ελλήνων ποιητών, επιθυμώντας να μας διαμορφώσουν το αναγνωστικό μας γούστο σαν διαμεσολαβητές;  Οφείλαμε και εμείς από την μεριά μας ως αναγνώστες να διαχωρίσουμε τους ποιητές που αγαπούσαμε σε μείζονες και ελάσσονες; Αγνοώντας ίσως τα δικά μας ποιητικά αναγνωστικά κριτήρια; Αναζητούσαμε έναν ποιητικό «οδηγό» (;) και βρισκόμασταν μπροστά σε διαχωρισμούς. Όλα αυτά τα γενικόλογα ίσως ερωτήματα στροβιλίζονταν μέσα μας, μας προβλημάτιζαν καθώς διαβάζαμε και χαιρόμασταν τους Λυρικούς Ποιητές που μας πρότεινε ο Μανόλης Αναγνωστάκης και τα επιλεγμένα από τον ίδιο ποιήματά τους. Μυρίζαμε το ποιητικό άρωμα που ανέδυαν οι σελίδες του βιβλίου, ξυπνούσαν οι αισθήσεις με τις πολύχρωμες ποιητικές εικόνες, συγκινούμασταν με την νοσταλγική, την θλιμμένη ατμόσφαιρά τους, τις ερωτικές ονειροπολήσεις και αναμνήσεις των παλαιών ποιητών, την λυρική τους πάλλουσα φλέβα, την παραδοσιακή ποιητική τους φόρμα, την μουσικότητα του λόγου τους, την επαφή μας με φωνές του παρελθόντος που ήσαν ακόμα ζωντανές με ποιητικά χείλη που ακόμα ανέπνεαν. Ταυτόχρονα αναρωτιόμασταν, άραγε μπορούμε με παλαιότερων γενεών κριτικές προθέσεις να κατανοήσουμε και ερμηνεύουμε ζητήματα της Τέχνης στην εποχή μας, μπορεί η ελληνική γλώσσα άλλων καιρών και αξιακών προτεραιοτήτων να εκφράσει τις ποιητικές ανάγκες και οραματισμούς των ανθρώπων του σήμερα;  Διαβάζοντας σήμερα το 2026 εκ νέου τους ποιητές και τις ποιήτριες της προσωπικής Ανθολογίας του Μ. Αναγνωστάκη τα ίδια ερωτήματα θα θέταμε; Το βέβαιο πάντως στον εκδοτικό χώρο είναι ότι έχουν κυκλοφορήσει έκτοτε προσωπικές Ανθολογίες με τις σχετικές κατηγοριοποιήσεις, τους αποκλεισμούς, τις επαναλήψεις τους, αφήνοντας έξω από τις σελίδες τους τρανταχτά ονόματα της ελληνικής ποίησης που «κάποτε» μας συγκινούσαν και ωθούσαν τους αναγνώστες να έρθουν σε επαφή συχνότερα με την ποίηση και τους ποιητές.

      «Η Χαμηλή Φωνή» βρήκε θερμή ανταπόκριση από κριτικούς και αναγνώστες των προηγούμενων δεκαετιών, όχι αποκλειστικά μόνο από τους ένθερμους υποστηρικτές της ποίησης του Μανόλη Αναγνωστάκη. Τα άκαιρα (;) λοιπόν από την μεριά μας αυτά ερωτήματα πέρασαν σε δεύτερη μοίρα, παρέμειναν ως παλαιοί νεανικοί σχολιασμοί στο σεντούκι της μνήμης μας και επανήλθαν στην επιφάνεια όταν τα τελευταία δύο χρόνια περίπου διαβάζαμε ξανά όχι μόνο την ποίηση και τις κριτικές μελέτες του Μανόλη Αναγνωστάκη αλλά και μια πλειάδα παλαιότερων γενεών ποιητικές συλλογές και φιλολογικών δοκιμίων του προηγούμενου αιώνα. Διατηρώντας το αναγνωστικό δικαίωμα, την αναγνωστική μας ροπή σε δύο παλαιές ποιητικές φυσιογνωμίες, τον δάσκαλο Κωστή Παλαμά και τον περιπλανητή παραμυθά Νίκο Καζαντζάκη.

    Ασφαλώς, δεν θα μπορούσαμε, δεν είχαμε τα εφόδια να απορρίψουμε την ανθολογική επιλογή ενός ποιητή του μεγέθους ενός Μανόλη Αναγνωστάκη, ούτε θα ήταν «ευπρεπές» να εκφράσουμε ανοιχτά τις τυχόν «ενστάσεις» μας τότε, ο σεβασμός μας προς το πρόσωπό του και το έργο του μας απέτρεπε να εκδηλώσουμε δημόσια τις όποιες επιφυλάξεις μας για τις λυρικές φωνές που επέλεξε, όχι για την αδιαμφισβήτητη λυρικότητα της φωνής τους, όσο για τον διαχωρισμό τους σε υψηλές και χαμηλές φωνές όταν μάλιστα έχουμε και τα ουσιαστικά λεγόμενα του Αλέξανδρου Αργυρίου  που από πρώτο χέρι γνώριζε την διαδρομή της συγκέντρωσης του υλικού της συλλογής και τις επιφυλάξεις του Αναγνωστάκη να την δώσει προς έκδοση. Η αγάπη μας όμως για την ποίηση του πειραιώτη Λάμπρου Πορφύρα και του ασυρματιστή Νίκου Καββαδία, του σατιρολόγου και είρωνα Κώστα Καρυωτάκη, του εξαιρετικού Ιωάννη Γρυπάρη, του ήρωα του Δρίσκου Λορέντζου Μαβίλη, του λησμονημένου Μιλτιάδη Μαλακάση και ακόμα του ποιητικού παλμού του λησμονημένου σημαντικού έλληνα κριτικού Κλέωνος Παράσχου παρέμενε σταθερή σε όποια κατηγορία της ελληνικής ποίησης τους κατέτασσαν οι αρμόδιοι περί τα ποιητικά μας πράγματα, ενώ τα ερωτήματα παρέμειναν άτακτες σημειώσεις φύλλων τετραδίου στο συρτάρι του γραφείου μας.

       Κρατήσαμε τις ποιητικές μας απορίες και ερωτήματα. Αποδεχόμενοι την θέση ότι κάθε ανθολόγος-έχοντας μάλιστα και την ιδιότητα του ποιητή-, του καλού και αγαπητού ποιητή όπως στην περίπτωση του Αναγνωστάκη- έχει το αναφαίρετο δικαίωμα με την ανθολόγησή του να επιλέξει ό,τι εκείνος θεωρεί ποιητικά ορθό σύμφωνα με τα κριτήριά του, ως κατάλληλο υλικό στην πρότασή του, στο ποιητικό του γούστο. Στην δεδομένη περίπτωση ο στόχος της Λυρικής παρουσίας των επιλεγμένων ποιητών πέτυχε με την καλύτερη ομοιογένεια. Το Λυρικό Ανθολογικό πορτραίτο ολοκληρώθηκε. Ένας ανθολόγος φανερώνει άμεσα και ανοιχτά τις ποιητικές του αγάπες, τις συγγένειές του, τις προτιμήσεις του. Μας προτείνει το ποιητικό του στιλ, μας αποκαλύπτει την ποιητική του αισθητική, τις ιδεολογικές του προθέσεις, τις αξιολογήσεις και προτιμήσεις του. Πιστεύουμε όμως ότι οι όποιες αξιολογικές κατηγοριοποιήσεις  ενός ανθολόγου οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους το ερώτημα αν η προτεινόμενη ανθολογία αφορά μόνο τον ίδιο τον ανθολόγο για προσωπική του τέρψη ή και για αναγνωστική ευχαρίστηση και χρήση από το ευρύτερο κοινό διαχρονικά της Ποίησης.  Έπειτα, οι παλαιότερες φωνές που αναδύονται στην επιφάνεια των σύγχρονων καιρών μας δεν μπορούν να υπερασπιστούν ούτε την επιλογή χρήσης τους στους μοντέρνους χρόνους μας, ούτε να αντιδράσουν σε ποια από τις δύο κύριες κατηγορίες τους περιλαμβάνουμε, μείζονες ή ελάσσονες. Ο δημιουργός έγραψε, σύνθεσε, μίλησε συμμετείχε με τις ποιητικές του παρεμβάσεις στον καιρό του, διαμόρφωσε την ποιητική ατμόσφαιρα της εποχής του, έδωσε το συγγραφικό του στίγμα και άφησε «ανυπεράσπιστο» το έργο του στους μελλοντικούς αναγνώστες του. Τώρα γενικά μιλώντας με αφορμή το βιβλίο «Χαμηλή Φωνή» του Μ. Αναγνωστάκη γιατί ο κριτικός Τέλλος Άγρας πχ. είναι σημαντικός, «μείζον» κριτικός αλλά «ελάσσων» ποιητής είναι άλλου ανθολόγου και κριτικού «ευαγγέλιο».

Κάνοντας «τον συνήγορο του διαβόλου» πώς γίνεται ένας κριτικός της ποίησης να είναι καλός αναγνώστης και κριτής του ποιητικού λόγου αλλά ο ίδιος ένας ελάσσων ποιητής;

    Ο Αναγνωστάκης αντλώντας αποκλειστικά από την Λυρική δεξαμενή της Ελληνικής ποίησης  όπως μας δηλώνει και ο υπότιτλος του βιβλίου συνοδεύει τα ονόματα μόνο με την χρονολογία γέννησής τους ή θανάτους τους. Κανένα άλλο πραγματολογικό στοιχείο δεν μας δίνεται ως πληροφορία, ή τους καθενός και κάθε μίας ποιητική τεχνογνωσία. Το χρονολογικό τους στίγμα μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε ότι η λυρική ποίησή τους βασίζεται σε άλλους ρυθμικούς βηματισμούς, διαφορετική μετρική, μουσικότητα προερχόμενη από την στιχουργική ομοιοκαταληξία και επιρροές ευρωπαϊκών προτύπων και ακουσμάτων ίχνη. Ποιητικά καταθετήρια τα οποία χρονολογικά κινούνται περίπου γύρω από την ποιητική και κριτική παρουσία του Κωστή Παλαμά. Παραστάσεις και βιώματα, εικόνες και εμπειρίες καταστάσεις των δύο προηγούμενων αιώνων στην πνευματική Ελλάδα. Το χρονολογικό άνοιγμα των φωνών είναι από το 1860 χρονιά γέννησης του επτανήσιου Λορέντζου Μαβίλη έως την χρονιά που είδε το φως του ήλιου ο ποιητής Φώτης Πασχαλινός 1913. Οι περισσότεροι γεννήθηκαν στις αρχές περίπου του προηγούμενου αιώνα, του 20ου, ελάχιστοι τον 19ο.  Αν εξαιρέσουμε τον δικαστικό και ποιητή Μιχαήλ Δ. Στασινόπουλο που έφυγε το 2002 (προσωρινός πρόεδρος της μεταπολιτευτικής ελληνικής δημοκρατίας) κανένας από τους υπόλοιπους συμμετέχοντες δεν βρίσκονταν εν ζωή όταν κυκλοφόρησε πριν 36 χρόνια η ποιητική Ανθολογία. Η αγωνίστρια ποιήτρια και μεταφράστρια Σοφία Μαυροειδή- Παπαδάκη είναι εκείνη που έφυγε τελευταία, το 1977. Η γυναικεία ποιητική παρουσία σε σχέση με την αντρική είναι ετεροβαρής υπέρ των αντρικών φωνών. Ποιητικές φωνές όπως των: Λάμπρου Πορφύρα, Γιώργου Καρατζά, Νίκου Καββαδία, Καίσαρ Εμμανουήλ, Γιώργου Σταυρόπουλου, Ρώμου Φιλύρα και Μήτσου Παπανικολάου προέρχονται από την πόλη του Πειραιά ή είχαν σχετιστεί οργανικά μαζί της, τον ευρύτερο πειραϊκό χώρο. Τον όμορο Δήμο της Νίκαιας όπως ο κριτικός και ποιητής Μήτσος Παπανικολάου. Το ποιητικό Ανθολόγιο του αριστερού και αντιστασιακού πολίτη και ποιητή από  την Θεσσαλονίκη Μανόλη Αναγνωστάκη, μπορούμε να το δούμε σαν ένα είδος ανθολογικό «ΥΓ.» του. Έχουμε 32 ποιητές και 147 ποιήματα που διάβασε, αγάπησε, εξέτασε, ξεχώρισε, επέλεξε να μας παρουσιάσει. Είναι πλεονασμός νομίζω να γράψουμε ότι ο ποιητής-ανθολόγος ήταν ενήμερος της καθόλου ποιητικής ελληνικής παραγωγής από την απελευθέρωση του 1821 και έπειτα. Θέλησε στηριζόμενος στο προσωπικό του ποιητικό γούστο και κριτήριο να μας κοινωνήσει με δημιουργούς μιάς άλλης ποιητικής αίσθησης, ποιητικής λυρικής αγωγής και κλίματος. Και οι 32 ποιητές που ανθολογούνται μας είναι αρκετά γνωστοί, υπάρχουν και λυρικές φωνές που μάλλον όπως διαπιστώνουμε δεν βρίσκονται στην ποιητική επικαιρότητα τόσο συχνά, όπως πχ. ο Γιώργος Σταυρόπουλος, ο Νίκος Χάγερ- Μπουφίδης, ο Όμηρος Μπεκές, ο Γιώργος Καρατζάς, ενώ η φωνή και η παρουσία άλλων, κρατήθηκε στην επιφάνεια του ποιητικού χρόνου και το όνομά τους μνημονεύεται συχνότερα. Όπως πχ. του Κώστα Καρυωτάκη, του Νίκου Καββαδία, του Γιάννη Σκαρίμπα, της Σοφίας Μαυροειδή Παπαδάκη, της Μαρίας Πολυδούρη κλπ. Το έργο τους διαβάζεται, ερευνάται, σχολιάζεται θετικά, τους αφιερώνονται ποιήματα, γονιμοποιούν την ποιητική γραφή νεότερων ηλικιακά μοντέρνων λογοτεχνών. Ο ποιητής και κριτικός Τέλλος Άγρας και ο αυτόχειρας ποιητής της Πρέβεζας ανθολογούνται με τα περισσότερα σε αριθμό ποιήματά τους, 17 και 15 αντίστοιχα, ενώ 7 με ένα τους μόνο, όπως μα δείχνει η παρούσα ανάρτησή τους. Ο Καίσαρ Εμμανουήλ με μία του συλλογή σε δύο ενότητές της.

     Η προσωπική ανθολογία του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη της οποίας ο τίτλος της παραπέμπει-μας θυμίζει, την παλαιά ανθολογία  που εκδόθηκε από το Βιβλιοπωλείον της «ΕΣΤΙΑΣ» χ.χ. «ΧΑΜΗΛΟΦΩΝΗ ΠΟΙΗΣΗ»  του παλαιού ποιητή και συγγραφέα Γιάγκου Αργυρόπουλου, μια ανθολογία που έχουμε μεταφέρει στην ιστοσελίδα μας 29/9/2017, έρχεται να συμπληρώσει τις παράλληλες συγγραφικές εργασίες του ποιητή στον εκδοτικό οίκο «Νεφέλη» του συγχωρεμένου Γιάννη Δουβίτσα. Αναφέρομαι στην εργασία του ως Σύμβουλος Έκδοσης της σειράς «Η ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΚΗ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗ» στην επιλογή και επιμέλεια επανέκδοσης παλαιότερων πεζογραφικών έργων και πεζογράφων, -πολλών λησμονημένων στις συνειδήσεις των νεότερων αναγνωστικών γενεών-, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο.

 Σημαντικός ποιητής πρωτίστως ο Μανόλης Αναγνωστάκης (Θεσσαλονίκη 10/3/1925-Αθήνα 23/6/2005) δοκιμιογράφος, αρχισυντάκτης το 1944 του περιοδικού «ΞΕΚΙΝΗΜΑ», διευθυντής και εκδότης του περιοδικού «ΚΡΙΤΙΚΗ» 1959-1961, δραστήριος πολιτικά πολίτης  ενεργός πολιτικά Έλληνας της δύστοκης και τραυματικής Ιστορικής περιόδου της εποχής του, στρατευμένος από τα νιάτα του στον χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, καταδικασμένος σε θάνατο από στρατοδικείο, αρθρογράφος, σχολιαστής, δοκιμιογράφος, θεωρείται και δικαίως, μία από τις πλέον εμβληματικές ποιητικές μορφές της Α΄ Μεταπολεμικής Γενιάς. Το όνομά του συγκαταλέγεται στις εξέχουσες ποιητικές φυσιογνωμίες της πατρίδας μας με αριστερό πρόσημο όπως του Γιάννη Ρίτσου, του Τάσου Λειβαδίτη, του Γιάννη Ρίτσου, του Κώστα Βάρναλη κ.ά.

Πνευματική προσωπικότητα κύρους, γιατρός στο επάγγελμα (ακτινολόγος), μέχρι το τέλος του επίγειου βίου του στάθηκε όρθιος στις πολιτικές και πνευματικές επάλξεις στην πατρίδα μας για μισό αιώνα, παρά τα μεγάλα χρονικά διαστήματα πνευματικής και συγγραφικής σιωπής του. Κρατώντας όπως οι νεότεροι έλληνες που ασχολούνται με την ποίηση μετά την μεταπολίτευση γνωρίζουμε, χαμηλούς τόνους στις δημόσιες εμφανίσεις του και άλλες παρεμβάσεις του. Η φωνή του σεβαστή τόσο από τους φίλους της ποίησής του, τους ομοϊδεάτες του στον πολιτικό στίβο όσο και από τους πολιτικούς του «αντιπάλους». Ο πολιτικός λόγος της ποίησής του αγαπήθηκε και τραγουδήθηκε από έλληνες και ελληνίδες όσες φορές μελοποιήθηκε από μουσικοσυνθέτες, με πρώτον τον Μίκη Θεοδωράκη. Η πολιτική του στράτευση δεν τον εμπόδισε στην δημόσια εικόνα του ως δημοκράτης πολίτης, να διατηρεί ένα καθαρό, ανεξάρτητο και ελεύθερο κριτικό βλέμμα πάνω στα κοινά και να καυτηριάζει ακόμα και τα κακώς κείμενα του πολιτικού χώρου που υποστήριζε. Φειδωλός στις εμφανίσεις του ο ποιητής Μανούσος Φάσσης από το 1945 που εμφανίστηκε στα γράμματα με την ποιητική του συλλογή «Εποχές» μέχρι και την παρούσα προσωπική του Ανθολογία δεν έπαψε να βρίσκεται στο επίκεντρο της πνευματικής ζωής. Έργα του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές ξένες γλώσσες, τα βιβλία του έχουν επανεκδοθεί από διάφορους εκδοτικούς οίκους και εκατοντάδες είναι οι μελέτες και τα άρθρα που έχουν δημοσιευτεί για το έργο του, οι βιβλιοκριτικές που γράφτηκαν. Μεγάλο μέρος της Βιβλιογραφίας του είναι αναρτημένη στο διαδίκτυο.  Σε παλαιότερα κείμενά μας και αναρτήσεις μας για τον ποιητή έχουμε αναφερθεί στην συνάντησή μας μαζί του, σε κείμενα και βιβλιοκριτική που έχουμε δημοσιεύσει για το έργο του και σε άλλα σημειώματά μας. Οφείλουμε να συμπληρώσουμε ότι ο Μανόλης Αναγνωστάκης ευτύχησε να συγγενεύει με την εξαιρετική κριτικό Νόρα Αναγνωστάκη και την αξιόλογη θεατρική συγγραφέα Λούλα Αναγνωστάκη συζύγου του πεζογράφου και μεταφραστή ιατρού Γιώργου Χειμωνά.

   Να υπενθυμίσουμε ότι ο γνωστός σημαντικός ποιητής και κριτικός Στέλιος Γεράνης κρίνει τα ποιήματα του Αναγνωστάκη στο μηνιαίο λογοτεχνικό πειραϊκό περιοδικό «ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ ΜΑΣ» του Γεράσιμου Βώκου με διευθυντή τον Νίκο Βελιώτη, στο διπλό τεύχος 10-11/4,5,1959, σ.261-, αρκετά πρώιμα. Στο ως άνω πειραϊκό περιοδικό ο ποιητής Στέλιος Γεράνης κρατά την κριτική της παρουσίασης των νέων ποιητικών συλλογών και ο πειραιώτης λογοτέχνης και δημοσιογράφος Χρήστος Λεβάντας την κριτική του πεζού λόγου.

Έγραψαν για την έκδοση:

-ΜΑΡΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ, περ. Αντί τχ. 459/8-2-1991, σ.54-55

-Β. Κ. ΚΑΛ. (ΑΜΑΡΑΣ), Ελευθεροτυπία 20/12/1990

-Α. Κ. (ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΩΤΤΗ;), Ο Ριζοσπάστης 20/12/1990 «Χαμηλή φωνή», υψηλής ωραιότητας. Κυκλοφόρησε «μια προσωπική ανθολογία του Μανόλη Αναγνωστάκη» με λυρικούς ελάσσονες ποιητές

-ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΩΤΤΗ, Κυριακάτικος Ριζοσπάστης 6/1/1991. Είναι το κάτι που μένει. Ο ποιητής για το λυρισμό και άλλα πολλά.- Παλιές δαντέλες με φίνο άρωμα. Μια προσωπική ανθολογία του Μανόλη Αναγνωστάκη

-ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΟΠΟΥΛΗΣ, περ. Αντί τχ. 460/22-2-1991 περί Ύψους;

-ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΒΑΡΑΣ, Η Καθημερινή 18/1/1991 Οι «ελάσσονες» του λυρισμού ΜΙΑ «ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ» ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ

-ΑΘΗΝΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ, Η Αυγή 17/3/1991

-ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ, Η Αυγή 16/12/1990.  Ο Μανόλης Αναγνωστάκης «ξαναμοιράζει τα χαρτιά» της παραδοσιακής ποίησης….

-ΓΙΩΡΓΟΣ Π. ΣΑΒΒΙΔΗΣ, ΤΟ ΒΗΜΑ, 10/2/1991.  Από την ιδιωτική χρήση στη δημοσιότητα. «Μέσα, μα και σαν  έξω απ’ τη Ζωή»

-ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ: Επιμέλεια, ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ 31/3/1991

-ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, περ. Η Λέξη τχ. 102/ 3,4,1991.

-ΤΑ ΝΕΑ, Πέμπτη 20/12/1990. Μανόλης Αναγνωστάκης «Τι μένει τελικά; Η λυρική ποίηση;»

-Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 30/12/1990. Η χαμηλή  φωνή. Μια ανθολογία ποιημάτων που μιλούν για μοναξιά ανεκπλήρωτους έρωτες και μελαγχολικά τοπία

-ΈΘΝΟΣ, 2/1/1991, ΛΥΡΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΠΕΡΑΣΜΕΝΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

-Η ΝΙΚΗ 10/2/1991, Λυρική ποίηση

-περιοδικό ΕΝΑ Μάρτιος 1991. Πράξη «μνήμης και αγάπης»

-Ο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 18/4/1991, Με «χαμηλή φωνή»

-περιοδικό Playboy /Απρίλιος 1991

-περιοδικό Διαδρομές τχ. 27/ 1992.

        Στο τεύχος 755/ Χριστούγεννα 1958, τόμος ΞΔ΄ του έγκριτου λογοτεχνικού περιοδικού «Νέα Εστία», σελ. 124 ο ιστορικός της Ελληνικής Λογοτεχνίας Κωνσταντίνος Θ. Δημαράς, στο πολυσέλιδο κείμενο- ανθολόγιο του «Ελληνικός Λυρικός Λόγος (1708-1958)» Εκλογή Κ.Θ. Δημαράς στο Προλογικό του Σημείωμα σε μια ανθολόγηση των Νεοελλήνων Λυρικών, μας λέει: «Νομίζω ότι μιά από τις πληρέστερες απολαύσεις από όσες μπορεί να μας προσφέρει η επαφή μας με τα γράμματα, είναι η ανθολόγηση λυρικών κειμένων’ είπα πληρέστερη, όχι μεγαλύτερη, ή δυνατότερη…..». Και αυτήν την «πληρέστερη απόλαυση» μας προσφέρει ο ποιητής-ανθολόγος Μανόλης Αναγνωστάκης με την «Χαμηλή Φωνή» του πετυχαίνοντας τον σκοπό του.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

27 Ιανουαρίου 2026

ΥΓ. Με την σκέψη μας νοερά στις εργαζόμενες γυναίκες που χάθηκαν στην έκρηξη στο εργοστάσιο στην Βόρειο Ελλάδα. Μια μάλλον θετική κίνηση θα ήταν να αγοράζουμε μπισκότα της συγκεκριμένης εταιρείας ώστε να μην χάσουν την εργασία τους οι υπόλοιποι εργαζόμενοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου