Συνέντευξη
της Ευσταθίας Δήμου στον Γιώργο Χ. Μπαλούρδο
Τι σας έκανε να καταπιαστείτε με το
έργο του Λογγίνου, οι φιλολογικές σας σπουδές και εκπαιδευτικές σας ασχολίες ή
ότι παράλληλα είσαστε και επιτυχημένη συγγραφέας, ασχολούμενη με την συγγραφή
μελετών για Έλληνες συγγραφείς, την κριτική βιβλίου και την διακονία του
ποιητικού λόγου;
Η αλήθεια
είναι ότι ήταν περισσότερο το ένστικτο που με οδήγησε στον Λογγίνο και στο Περί
ύψους σύγγραμμά του, παρά κάποια ειδική και συγκεκριμένη στόχευση ή προϋπόθεση.
Ήταν ένα έργο που με κέντρισε τόσο με τον τίτλο του όσο και με τη μοναδικότητα
του περιεχομένου και της προσέγγισης που επιχειρεί στη λογοτεχνική δημιουργία.
Οφείλω όμως να ομολογήσω ότι στο πίσω μέρος του μυαλού μου ή, καλύτερα, στον
ορίζοντά μου βρίσκονταν και βρίσκεται πάντα η ανάγκη μου να προσδιορίσω τα
κριτήρια εκείνα με τα οποία μπορεί και πρέπει να αποτιμάται ένα λογοτεχνικό
έργο και η αισθητική του αρτιότητα και αξία.
Πόσο και σε πιο βαθμό επηρεάστηκε η
πρωτογενής δημιουργία σας (ποίηση, δοκιμιακός λόγος, κριτική βιβλίου…) και οι
μεταφραστικές σας προθέσεις από τις θεωρητικές αξιολογήσεις περί καλλιτεχνικής
δημιουργίας του έργου Περί ύψους του Λογγίνου;
Σε πρώτο,
επιφανειακό επίπεδο δεν μπορώ να πω ότι υπήρξε κάτι που να συνηγορεί σε μια
ριζική αλλαγή της ματιάς μου πάνω στην τέχνη και την τεχνική του λόγου. Αυτό
όμως δεν σημαίνει ότι το Περί ύψους και η μετάφρασή του παρέμειναν στο
περιθώριο, σε μια γωνιά της λογοτεχνικής μου δραστηριότητας. Το ακριβώς
αντίθετο. Υποψιάζομαι ότι το έργο αυτό, από την πρώτη στιγμή που άρχισα να το
μεταφέρω στα νέα ελληνικά, επέδρασε καίρια και καταλυτικά στην ψυχοσύνθεσή μου,
στον τρόπο που αντικρίζω και προσλαμβάνω τα κείμενα, στον τρόπο που εγώ η ίδια
γράφω, κυρίως όμως στη διεύρυνση του ενδιαφέροντός μου για άλλα είδη, άλλες
μορφές, άλλες πρακτικές δημιουργικής γραφής και άσκησης.
Τροποποιήθηκαν καθόλου τα αισθητικά
σας κριτήρια και καλλιτεχνικά «γούστα» από την ανάγνωση και μετάφραση του
σημαντικού αυτού έργου της αρχαιότητας;
Αν δεν τροποποιήθηκαν, σίγουρα παγιώθηκε μέσα
μου η πεποίθηση ότι το βασικότερο κριτήριο αποτίμησης της αισθητικής αξίας ενός
λογοτεχνικού έργου είναι η σχέση που αυτό αναπτύσσει με τα κλασσικά έργα του
παρελθόντος που, λειτουργώντας ως μέτρα και σημεία αναφοράς, στήνουν πάντοτε
τον πήχη και καλούν κάθε λογοτέχνη σε μια αναμέτρηση στην οποία δεν υπάρχει
νίκη ή ήττα, αλλά μόνο η παράμετρος της προσπάθειας.
Κατά την διάρκεια του χρόνου της
μετάφρασής –πέρα από τα διευκρινιστικά και κατατοπιστικά που μας επισημαίνετε
στον Πρόλογό σας– τι δυσκολίες αντιμετωπίσατε στο «ξεκλείδωμα» της ανάγνωσης
και ερμηνείας ενός τόσο δύσκολου και κουτσουρεμένου κειμένου-και πώς τις
λύσατε; Όχι στηριζόμενη στις θεωρητικές θέσεις του Λογγίνου αλλά σαν σημερινή
μεταφράστρια και λογοτέχνης, με την εμπειρία και την πείρα των γνώσεών σας και
της ευρύτερης καλλιέργειάς σας.
Η βασικότερη δυσκολία που αντιμετώπισα και
που χρειάστηκε χρόνος για να μπορέσω να δώσω λύση, ήταν ο μακροπερίοδος λόγος
του συγγραφέα, κάτι που σήμερα θα δυσκόλευε εξαιρετικά την «παρακολούθηση» της
σκέψης του. Χρειάστηκε, λοιπόν, μετά την πρώτη μετάφραση να γίνουν αρκετές
παρεμβάσεις, «κοψίματα», όπως θα τα λέγαμε, του λόγου για να μπορέσει να
προκύψει ένα κείμενο πιο βατό, πιο εύκολο στην πρόσληψη και την απόλαυσή του.
Μετά την έκδοση του βιβλίου το 2024
από τις εκδόσεις «ΚΟΥΚΚΙΔΑ» διαβάζοντας εκ νέου την μεταφραστική σας δουλειά,
το τι μας δηλώνεται στον Πρόλογό σας και στα σχόλια των τελευταίων σελίδων του
βιβλίου, αναρωτηθήκατε μήπως λησμονήσατε κάτι ακόμα να μας προσθέσετε;
Εκείνο που, τώρα, σκέφτομαι ότι θα άξιζε
εκτενέστερη αναφορά, ίσως και μια προσέγγιση πιο ενδελεχή είναι το σύνολο των
μεταφράσεων του Περί ύψους και ο τρόπος με τον οποίο καθένας από τους
μεταφραστές επέλεξε να μεταφράσει τον Λογγίνο, προβάλλοντας, προφανώς, τη δική
του οπτική πάνω στο έργο, τη δική του «ανάγνωση» και, σίγουρα, την εποχή του.
Η δομή του Προλόγου σας είναι εμφανώς
πολυστρωματική, το αντιλαμβάνεται αμέσως ο μέσος επαρκής αναγνώστης, αυτός ο
δομικός σχεδιασμός του οφείλεται στην πολυεδρικότητα του Λογγινικού κειμένου ή
είναι μία καλλιεργημένη οπτική μιας προσωπικής σας θεώρησης περί μετάφρασης;
Ενός γυναικείου σύγχρονου βλέμματος.
Μου αρέσει πολύ που θέτετε το ζήτημα του
γυναικείου βλέμματος πάνω στο έργο, στην ερμηνεία και τη μελέτη του. Δεν ξέρω
αν ο πρόλογός μου είναι διαφορετικός πάνω στη βάση ότι γράφεται από μια
γυναίκα, ούτε μπορώ να πω με βεβαιότητα πόσο διαφορετικός από τους αντίστοιχους
που έχουν γραφεί από άνδρες. Το μόνο σίγουρο είναι, και αυτό είναι κάτι που θα
ήθελα να το αποκαλύψω, ότι η συγκίνησή μου κορυφώθηκε στο σημείο που ο
συγγραφέας έκανε λόγο για την Σαπφώ και το «ύψος» του λόγου της. Ίσως να μην
είναι το φύλο και η συνακόλουθη σύμπτωση, ίσως όμως και να είναι. Από την άλλη,
δεν μπορώ να μην παραδεχτώ πως η πρόθεσή μου, όταν έγραφα τον πρόλογο, ήταν να
θίξω ζητήματα του λογοτεχνικού παρόντος, αναδεικνύοντας έτσι, ακόμα
περισσότερο, τη σημασία που έχει το έργο σήμερα για όλους μας.
Ποιος πιστεύετε ότι μπορεί να είναι ο
ρόλος του μεταφραστή/ιας στις μέρες μας σε σχέση με τον συγγραφέα;
Νομίζω πως σήμερα το «παιχνίδι» της
λογοτεχνικής μετάφρασης «παίζεται» σε δύο σημεία. Πρώτον, στο να δώσεις έναν
συγκεκριμένο χαρακτήρα, ένα ύφος όπως το λέμε, στο κείμενο που προκύπτει κατά
τη μεταφορά από τη μία γλώσσα στην άλλη και, δεύτερον, να μπορέσεις να
ανακαλύψεις είτε νέες φωνές, είτε μεταφραστικούς δρόμους που να ανανεώνουν τις
ήδη γνωστές. Οι όροι «πιστότητα», «εγγύτητα», «προδοσία» που συχνά
χρησιμοποιούνται για να χαρακτηρίσουν μια μετάφραση σε σχέση με το πρωτότυπο
κείμενο είναι, βέβαια, θεμιτοί, η γνώμη μου όμως είναι η σύνδεση του μεταφραστή
με τον συγγραφέα πραγματοποιείται στο επίπεδο της αναγνωστικής ηδονής. Με άλλα
λόγια, πιστεύω πως η μετάφραση είναι τόσο πιο επιτυχής όσο μένει περισσότερο
κοντά στην ανάγνωση. Όσο λιγότερο μοιάζει με εργασία.
Ασπάζεστε την θέση ότι «ο
μεταφραστής» είναι ταυτόχρονα και «μελετητής, ερμηνευτής», αυτό σημαίνει ότι
διαφοροποιείστε από τις μοντέρνες αντιλήψεις που θέλουν τον μεταφραστή έναν
«αναδημιουργό» ή και «συνδημιουργό» του κειμένου (βιβλίου) που μεταφράζει στην
γλώσσα του;
Προεκτείνοντας
την προηγούμενη σκέψη μου, όπως διατυπώθηκε παραπάνω, θέλω να προσθέσω ότι
θεωρώ τη μετάφραση ακριβώς ένα είδος «ανα-γνώρισης», γνωριμίας, δηλαδή, με το
κείμενο η οποία πραγματοποιείται εκ νέου καθώς αυτό μεταμορφώνεται και αποκτά
ένα άλλο γλωσσικό ένδυμα.
Ο ρόλος και οι αντιλήψεις, οι κρίσεις
ενός αναγνώστη της λογοτεχνίας στις ημέρες μας, πόσο πρυτανεύουν των θεωρητικών
σχημάτων και θέσεων ενός κριτικού; Και ακόμα, σε πιο ύψος του σχήματός του, θα
τον τοποθετούσε ο Λογγίνος;
Ο αναγνώστης και ο κριτικός αποτελούν,
πράγματι, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα δίπολα μέσα στη λογοτεχνική συνθήκη
διαχρονικά. Ένα δίπολο που άλλοτε βρίσκει τους δύο πόλους του να ταυτίζονται
και άλλοτε να απομακρύνονται σημαντικά. Δεν νομίζω ότι θα πρέπει να θεωρούμε
ούτε τον έναν ούτε τον άλλο αυθεντία. Ίσως ο κριτικός να κατέχει μεγαλύτερη
γνώση, ο αναγνώστης όμως έχει ανεπτυγμένη την αίσθηση που είναι επίσης
απαραίτητη στην πρόσληψη και την αξιολόγηση ενός λογοτεχνικού έργου. Η γνώμη
μου είναι πως και οι δύο είναι εξίσου πολύτιμοι για τη λογοτεχνία, ειδικά όταν
συμβαίνει οι ιδιότητές τους να συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο. Να διαμορφώνεται
δηλαδή ένα νόμισμα με δύο όψεις -αναγνώστης και κριτικός- που θα μπορεί να
τοποθετεί ένα έργο απέναντι στον εαυτό του και απέναντι στην λογοτεχνία. Όσο
για τον Λογγίνο, δεν ξέρω που ακριβώς θα τοποθετούσε τον αναγνώστη, υποψιάζομαι
όμως ότι θα τον «αγκάλιαζε» και θα τον αντιμετώπιζε σαν εκκολαπτόμενο ή
μαθητευόμενο κριτικό.
Η έννοια του «πάθους» που μας λέτε
μπορεί να αποκαδραριστεί από τον αρχαίο Τραγικό λόγο και την κατοπινή πασχάλια
υμνογραφία της χριστιανικής θρησκευτικής παράδοσης;
Φυσικά. Το πάθος, ακόμα κι αν ξεκίνησε από τον
αρχαιοελληνικό στοχασμό, διοχετεύθηκε μέσα στο ανθρώπινο πνεύμα και τροφοδότησε
όλη τη δημιουργία, άλλοτε εξερχόμενο σε πρώτο και άλλοτε μένοντας σε δεύτερο
πλάνο.
Μπορεί στις μέρες μας να γίνει
εφαρμόσιμη μία «αντίστροφη θεωρία» ως κριτήριο αξιολόγησης ενός έργου και πόσο
μπορεί αυτή να γίνει αποδεκτή;
Νομίζω πως μπορεί. Πολλοί είναι εκείνοι
άλλωστε που προτείνουν ως τρόπο και μεθόδευση αποτίμησης της αξίας ενός
λογοτεχνικού έργου την επισήμανση των αδυναμιών, των σφαλμάτων, των αβλεψιών
του συγγραφέα και, μάλιστα, με αφορμή συγκεκριμένα λογοτεχνικά κείμενα. Το
«κακό ποίημα» μπορεί επίσης να αποδειχθεί ένα πρόσφορο και πολύ ενδιαφέρον
πεδίο μελέτης, ακριβώς όπως το «καλό ποίημα».
Αποκάλεσαν το Περί ύψους «χρυσό
βιβλίο», εσείς το ονομάζεται «θαρραλέο έργο», γιατί; Γι’ αυτά που αποδέχεται ή
γι’ αυτά που απορρίπτει;
Γι’ αυτά που
απορρίπτει. Και για την αποφασιστικότητα και τη σιγουριά με την οποία τα
απορρίπτει.
Υπάρχει εσωτερική αρμονία στο κείμενο
του Περί ύψους ή βασίζεται σε μία
θεωρητική τεκμηριωμένη ακροβασία προσωπικών του κριτηρίων;
Νομίζω πως το Περί ύψους είναι ένα από τα πιο
αρμονικά θεωρητικά κείμενα της παγκόσμιας δημιουργίας και η αρμονία του αυτή
βασίζεται στην εναλλαγή ανάμεσα στα καθαρά θεωρητικά, κριτικά μέρη και στα
αποσπάσματα από τα λογοτεχνικά έργα που χρησιμοποιεί ο Λογγίνος ως παραδείγματα
προς μίμηση ή, αντίθετα, αποφυγή. Αυτά ακριβώς τα αποσπάσματα δεν λειτουργούν
απλώς και μόνο σαν ανάσες αλλά σαν πηγές λογοτεχνικότητας που εμποτίζουν
ολόκληρο το έργο.
Θα θέλατε να αναφερθείτε λίγο
περισσότερο (αναλύσετε) τον όρο και την σημασία των λέξεων «δεν είμαστε τίποτε άλλο, παρά
μεγαλοφυείς κόλακες». Ο ορισμός ταιριάζει περισσότερο στον
συγγραφέα, τον κριτικό ή σε εμάς τους αναγνώστες;
Θα έλεγα ότι
ταιριάζει και στους τρεις από τη στιγμή που μέσα στην κοινωνία της λογοτεχνίας
μπορεί να μην είμαστε όλοι ίδιοι, έχουμε όμως όλοι την ίδια δυναμική να
υπηρετήσουμε είτε το «ύψος» είτε την «πτώση».
Έχοντας υπόψη τους ορισμούς
«υψηλόφωνης», «μεγαλόστομης», «μεγαλόφωνης» όπως θεωρεί ο Λογγίνος, πώς θα
ερμηνεύαμε την ποίηση του Άγγελου Σικελιανού, του Κωστή Παλαμά, του Νίκου
Καζαντζάκη, του Γιάννη Ρίτσου, και με τι πρόσημο;
Οι συγγραφείς που αναφέρετε ομαδοποιούνται
πράγματι πάνω στην βάση μιας ποίησης που έλκεται από την ιδέα του ύψους, ως
προς τις ιδέες και την έκφραση. Γι’ αυτό πολλά από τα ποιήματα των δημιουργών
αυτών έχουν χαρακτηρισθεί υψηλόφωνα ή μεγαλόστομα ή μεγαλόφωνα. Δεν ξέρω όμως
αν αυτό οφείλεται και πρέπει να αποδοθεί περισσότερο στην πρόθεση και την
παρουσία των ποιητών και όχι στα ίδια τα ποιήματα. Αναρωτιέμαι, αν οι ποιητές
αυτοί δεν είχαν το προφίλ και τη φυσιογνωμία που απέκτησαν, θα αρκούσαν τα
ποιήματά τους και μόνο για να χαρακτηριστούν έτσι;
Μιλάτε για 3 κεντρικούς πυρήνες του
έργου. Μπορείτε να μας δώσετε ορισμένους άλλους δορυφορικούς δευτερεύοντες
απαραίτητους στην κατανόηση του κειμένου;
Νομίζω ότι
το Περί ύψους, από την πρώτη μέχρι την τελευταία λέξη του, θίγει όλα εκείνα τα
ζητήματα που απασχολούν σήμερα λογοτέχνες, κριτικούς και αναγνώστες. Έτσι, σε
μια πρώτη σκέψη, μου έρχεται στο μυαλό η ατμόσφαιρα του λογοτεχνικού έργου, η
σχέση του με το λογοτεχνικό παρελθόν, η έννοια του μέτρου κατά τη συγγραφή και
ο τρόπος με τον οποίο κατακτάται, το ήθος του κειμένου και το ήθος του
λογοτέχνη, ο τόνος ενός έργου και η σχέση του με τη διαμόρφωση της ταυτότητας
και της μοναδικότητάς του, οι προϋποθέσεις για την απολαυστικότερη πρόσληψη της
λογοτεχνίας, ο ρόλος της περιρρέουσας ατμόσφαιρας και της ευρύτερης κοινωνικής
συνθήκης στη λογοτεχνική δημιουργία…
Τέλος, μπορεί ένα κείμενο (ένα
βιβλίο) που είναι πολυδιαβασμένο, ευπώλητο, έχει γίνει μπεστ σέλλερ από το
αναγνωστικό κοινό, να ενταχθεί στα «περί υψηλού» του Λογγίνου;
Εξαρτάται
από το πώς αντιλαμβάνεται και νοηματοδοτεί το ύψος κάθε εποχή. Το ιδανικό θα
ήταν για όλες τις εποχές να είχαν μια κοινή αντίληψη για το ύψος και σε αυτό
είναι που μπορεί να φανεί πολύτιμος ο Λογγίνος.
Η Ευσταθία Δήμου γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική και
Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου, με υποτροφία του ΙΚΥ,
εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή με θέμα τις θεατρικές διασκευές
πεζογραφημάτων. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Έχει
εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Στη Σπορά των αστεριών (2011), Σονέτα (2016) και
Απώλεια Λήθης (2019), τις συλλογές διηγημάτων, Κλέφτες ₊ Αστυνόμοι (2020) και
Λευκό τοπίο (2024) τα μελετήματα Η ποιητική της Άπω Ανατολής (2022), Κάτι απ’
το χνάρι τους… (2022) και Ο Καρυωτάκης στις μέρες μας (2024), από κοινού με τη
Χρύσα Φάντη, Από τη σύγκριση στη σύγκλιση. Η καταγωγική σχέση των Ωδών του
Ανδρέα Κάλβου με τον Επιτάφιο λόγο του Περικλή (2023), Η αφή της γραφής.
Σύγχρονες προσεγγίσεις στην παλαιότερη λογοτεχνία (2023), Ο Καρυωτάκης στις
μέρες μας (2024), Το δραματικό στοιχείο στην ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη
(2025) καθώς και τη σχολιασμένη μετάφραση του έργου του Σημωνίδη του Αμοργίνου
(Ίαμβος κατά γυναικών και άλλα ποιήματα, 2023), του Αρχίλοχου (2023), του
Ιππώνακτα (2024) και του Περί ύψους του Λογγίνου (2024). Άρθρα, κριτικές και
μελέτες της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά
και εφημερίδες. Το 2011 ήταν υποψήφια για το βραβείο καλύτερου νέου ποιητή στο
32ο Πανελλήνιο Συμπόσιο Ποίησης. Από το 2021 είναι σύμβουλος έκδοσης του
περιοδικού Καρυοθραύστις, υπεύθυνη ύλης στο περιοδικό Σταφυλή και
συνδιευθύντρια του περιοδικού Οδοντωτός. Συμμετέχει στη συντακτική ομάδα του
περιοδικού Μουσών και επιμελείται το λογοτεχνικό περιοδικό για τη σάτιρα
Λεβίνα.
Τα Λογοτεχνικά
Πάρεργα ευχαριστούν την φιλόλογο και συγγραφέα κυρία Ευσταθία Δήμου για την προθυμία
της να απαντήσει στις ερωτήσεις μας. Αφορμή της συζήτησής μας στάθηκε το βιβλίο
του Λογγίνου Περί Ύψους, εισαγωγή- μετάφραση Ευσταθία Δήμου, διορθώσεις Δήμητρα
Τουλάτου, μακέτα εξωφύλλου Εύη Κώτσου, εκδόσεις ΚΟΥΚΚΙΔΑ, Αθήνα 2024, σελ. 234.
(Κεντρική διάθεση Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο, Θεμιστοκλέους 37 Αθήνα).
γ.χ.μ.
Πειραιάς
Τρίτη 7 Ιουλίου
2026
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου