Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης για τον Ι. Μπέργκμαν

 

I N G M A R  B E R G M A N…

Ένας φιλόσοφος πίσω απ’ την κάμερα

Κείμενο του ΓΙΩΡΓΟΥ- ΙΚΑΡΟΥ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗ

περιοδικό Έψιλον τχ. 855/2-9-2007, σ. 66-72

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΙ ΔΙΑΒΟΛΟΙ- Ο ΑΝΑΤΟΜΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

ΦΩΤΟ: HANS GEDDA/ SYGMA/ CORBIS/ APEIRON

   Ο γιός πάστορα που έγινε άθεος, το καταπιεσμένο πιτσιρίκι που απελευθερώθηκε μέσα από την τέχνη, ο ιδιοφυής δημιουργός που πάλευε με τους δαίμονες της αυτοκαταστροφής: ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν αναδείχθηκε σ’ έναν από τους κορυφαίους σκηνοθέτες του 20ου αιώνα, κινηματογραφώντας δεξιοτεχνικά με την κάμερά του φόβους και εμμονές, φαντασιώσεις και «απαγορευμένα» συναισθήματα, αδιέξοδα και υπαρξιακές αγωνίες-πάντα αδιαφορώντας για την επιτυχία ή την αποτυχία, αναζητώντας μόνο τη λύτρωση της δικής του ανήσυχης ψυχής.

   Τον χαρακτήρισαν ανατόμο της ψυχής, χαρτογράφο της αλλοτρίωσης, αποκωδικοποιητή των συγκρουσιακών σχέσεων στη σύγχρονη εποχή. Κι ακόμα, δύσκολο και στριφνό σκηνοθέτη, βαρύ και αργό. Αλλά ήταν γνήσιος καλλιτέχνης, και κάθε γνήσιος καλλιτέχνης ξέρει να αρνείται την ταξινόμηση, να ελίσσεται ανάμεσα στα στερεότυπα και τα θέσφατα, και να εκφράζει όσο πιο έξοχα καταφέρνει αυτά που σκιρτούν στην ψυχή, αυτά που θάλλουν στο μυαλό του.

   Όσοι είχαμε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε βλέποντας κατάπληκτοι το «Καλοκαίρι με τη Μόνικα», αυτό το γλυκόπικρο εγκώμιο της νιότης, προτιμούσαμε να τον λέμε ποιητή του κάλλους και, τώρα που έφυγε, να θυμόμαστε ότι οι δημιουργίες του, όσα κοινά κι αν είχαν, ήταν μοναδικές (η καθεμία τους), και άλλοτε έθιγαν κρίσιμα πολιτικά ζητήματα, όπως η «Ντροπή» ή το «Αβγό του φιδιού», άλλοτε ανέλυαν την απουσία του Θεού, όπως η «Έβδομη σφραγίδα» και οι «Κοινωνούντες», ενώ άλλοτε βυθομετρούσαν την υπαρξιακή αγωνία, όπως οι «Άγριες φράουλες», η «Περσόνα» και το «Κραυγές και ψίθυροι».

    Προσωπικά θέλω να τον θυμάμαι ως έναν φοβερό και τρομερό, μα μειλίχιο πάντα, αθλητή της τέχνης και της ζωής, έναν αθόρυβο ρέκορντμαν που άφησε εποχή με τις επιδόσεις του. Παρέα με τον αειθαλή και σε λίγους μήνες αιωνόβιο Μανοέλ ντε Ολιβέιρα και τον προσφάτως μακαρίτη, στα 95 του χρόνια, Μικελάντζελο Αντονιόνι, ο Μπέργκμαν έσπασε ρεκόρ αντίστασης στο πέρασμα του χρόνου, αρνούμενος να επιτρέψει στην φθορά να τον οδηγήσει στη σιωπή.

    Στις σχεδόν εννέα δεκαετίες της ζωής του κατόρθωσε να σκηνοθετήσει 60 ταινίες του λεγόμενου ποιοτικού σοβαρού κινηματογράφου και πάνω από 170 θεατρικά έργα και όπερες, χώρια τα σενάρια και τις ραδιοφωνικές παραγωγές του. Επίσης κατόρθωσε να κάνει 5 γάμους και ορισμένες πολύ γόνιμες ερωτικές σχέσεις εκτός γάμου, ανάμεσα στις οποίες αυτές με ερμηνευτικούς κολοσσούς, όπως η Χάριετ Άντερσον, η Μπίμπι Άντερσον και η Λιβ Ούλμαν.

   Καρποί των γαμήλιων και μη δεσμών του ήσαν τουλάχιστον 9 παιδιά, εκ των οποίων μία ηθοποιός, πέντε σκηνοθέτες κινηματογράφου, ένας αεροπόρος και δύο συγγραφείς. Κι ακόμα, ο Μπέργκμαν υπήρξε ο νεότερος διευθυντής θεάτρου στην Ευρώπη, όταν ανέλαβε το θέατρο της πόλης Χέλσινμποργκ σε ηλικία μόλις 26 ετών. Στα ρεκόρ του μεγάλου σουηδού καλλιτέχνη θα πρέπει να συμπεριλάβουμε τις μακροχρόνιες συνεργασίες του με τους αγαπημένους του ηθοποιούς και διευθυντές φωτογραφίας, καθώς και αυτό των απίστευτα χαμηλών προϋπολογισμών για τη δημιουργία των αριστουργημάτων του.

   Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν γεννήθηκε στις 14 Ιουλίου του 1918 στην Ουψάλα της Σουηδίας. Ο πατέρας του, ο Έρικ, ήταν επίσκοπος-και, μάλιστα, διετέλεσε προσωπικός εφημέριος του βασιλιά της χώρας’ συνεπώς, φυσικό ήταν να επιχειρήσει να γαλουχήσει το γιο του με άκαμπτες θρησκευτικές αρχές. Αλλά μια τράμπα, απ’ αυτές που κάνουν τα παιδιά που βαριούνται κάποια παιχνίδια τους, υπήρξε καταλυτική για τον μικρό Ίνγκμαρ: άλλαξε τα μολυβένια στρατιωτάκια του με μια διαλυμένη laterna magica ("πρόγονος" των πρώτων μηχανών προβολής), προσχώρησε στην αθεΐα και προχώρησε  στο καλλιτεχνικό έργο, στήνοντας παραστάσεις μόνος του, παίζοντας με μαριονέτες έργα του Στρίνμπεργκ, πλάθοντας έναν δικό του κόσμο, ένα ιδιωτικό σύμπαν. Και ήταν μόλις εννιά χρονών! Δεν είναι τυχαίο ότι αυτόν ακριβώς τον τίτλο, “Laterna Magica” έδωσε στην αυτοβιογραφία του έξι δεκαετίες αργότερα.

    Στα δεκαεννιά του χρόνια ο Μπέργκμαν αρχίζει σπουδές τέχνης και λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, αλλά ουσιαστικά περνάει τις ώρες του μέσα στις κινηματογραφικές αίθουσες (ένας «εθισμένος της οθόνης», όπως είπε ο ίδιος), ερωτεύεται μια κοπέλα, διαρρηγνύει τις σχέσεις του με τον πατέρα του και εγκαταλείπει τα αμφιθέατρα για τα καλά, έχοντας ήδη γράψει μερικά θεατρικά έργα και μία όπερα. Εργάζεται ως βοηθός σκηνοθέτη στο θέατρο, ανεβάζει ένα δικό του έργο, τον «Θάνατο του Κάσπαρ», συμμετέχει στην συγγραφή σεναρίων, κυριεύεται από τον ίλιγγο της δημιουργίας. Σκηνοθετεί ταινίες που αρχικά μοιάζουν με χαμόγελα, βαφτισμένες σ’ έναν θερινό λυρισμό και μια ποιητική αισιοδοξία, όπως φανερώνουν άλλωστε και οι τίτλοι τους: «Καλοκαιρινά παιχνίδια», «Καλοκαίρι με τη Μόνικα», «Χαμόγελα καλοκαιρινής νύχτας».

   Αποθεώνεται στις Κάννες το 1955, καταβυθίζεται σε υπαρξιακούς προβληματισμούς και αποσβολώνει τον κινηματογραφικό κόσμο με δύο καίρια χτυπήματα ολκής, την «Έβδομη σφραγίδα» (αυτήν την αγωνιώδη παρτίδα σκάκι της ζωής ενάντια στο θάνατο, μια παρτίδα που ο ιππότης Αντόνιους Μπλοκ παίζει ενάντια στο Χάρο), και τις «Άγριες φράουλες» (το ταξίδι του ηλικιωμένου καθηγητή Μποργκ μες στο λαβύρινθο των αναμνήσεων). Αρχίζουν οι πάντες να μιλούν για την εικαστική αριστοτεχνία του Μπέργκμαν, για τη φιλοσοφική του σκευή, για τις συγκλονιστικές περιπλανήσεις του στα σκοτεινά τοπία της ψυχής.

    Ο σουηδός μετρ εγκαινιάζει τη δεκαετία του 1960 με τον τρόπο που της αρμόζει, με έναν τρίπτυχο στοχασμό πάνω στην αλλοτρίωση, τις συναισθηματικές εντάσεις, τη διαλεκτική των διακυμάνσεων του νου. Μας δονεί με τη λεγόμενη «Τριλογία της σιωπής», δηλαδή «Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη» (1961), τους «Κοινωνούντες» (1962) και την συνταρακτική «Σιωπή» (1963)- που δίχασε και ακόμη διχάζει τους θεατές της, όντας το φιλοσοφικό, βαθιά ανθρώπινο, καίτοι αινιγματικό φαινομενικά, μανιφέστο του Μπέργκμαν. Και εδώ, όπως και στις μετέπειτα δημιουργίες του, ο μεγάλος σκηνοθέτης επιμένει ότι μπορούμε να διατηρούμε την ελπίδα ακόμα και μέσα στο σκότος, μπορούμε να εμμένουμε στην ανθρώπινη ουσία μας ακόμα και σε συνθήκες καταρράκωσης του αυτοσεβασμού μας, μπορούμε να διατηρούμε ένα χαμόγελο αισιοδοξίας ακόμα και μέσα στην πιο ζοφερή θλίψη.

   Ακολουθούν ταινίες που φαίνεται ότι αδιαφορούν για την επιτυχία ή την αποτυχία, αλλά, απεναντίας, είναι προσηλωμένες στα όσα ταλανίζουν την ύπαρξη. Η “Persona”, το 1966, η καθηλωτική «Ντροπή», το 1968 (που για ορισμένους παραμένει το κρυφό του αριστούργημα), το «Κραυγές και ψίθυροι», το 1972, οι «Σκηνές από έναν γάμο», το 1973, το «Αβγό του φιδιού» το 1977-ακόμα μία δημιουργία που προκάλεσε θύελλα συζητήσεων και που μοιάζει να είναι ο επί της οθόνης διάλογος του Μπέργκμαν με τον Βισκόντι και τους «Καταραμένους» του, όπως ακριβώς η «Τριλογία της σιωπής» αποτελεί έναν κρίσιμο διάλογο του Σουηδού με τον ιταλό ομότεχνό του, τον Αντονιόνι, και τη δική του «Τριλογία της αλλοτρίωσης», που απαρτίζεται από την «Περιπέτεια», τη «Νύχτα» και την «Έκλειψη».

   Ο Μπέργκμαν θα αναγκαστεί να αυτοεξοριστεί στο Μόναχο ύστερα από μιαν επονείδιστη δίωξη των Αρχών εναντίον του για φοροδιαφυγή. Αν και τελικά απαλλάχτηκε, ποτέ δεν έκρυψε την πικρία του για τον εξευτελισμό που υπέστη. Παρά το σοκ και την αρχική του απόφαση να περάσει στη σιωπή, θα αναλάβει και θα μας προσφέρει αθάνατα φιλμ, όπως η «Φθινοπωρινή σονάτα», το «Φάνι και Αλέξανδρος» και το «Μετά την πρόβα», ενώ δεν θα σταματήσει να καταπιάνεται με το θέατρο, να γυρίζει τηλεταινίες, όπως το “Saraband” (που αποτελεί τη συνέχεια, ύστερα από τρεις δεκαετίες, του «Σκηνές από έναν γάμο») να γράφει σενάρια, να συμπαρίσταται στις δημιουργικές προσπάθειες νεαρών φίλων του και συνεργατών.

   Ο μεγάλος Σουηδός δημιουργός, που επηρέασε γενιές φημισμένων πια σκηνοθετών, που έβαλε την ποιητική σφραγίδα του στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, άφησε την τελευταία του πνοή στις 30 Ιουλίου του 2007 στο θρυλικό πια νησί Φάρο, όπου έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του. Με κάθε του ταινία, με κάθε του πλάνο, πέρασε στην αθανασία.

   ΓΙΩΡΓΟΣ –ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ

Περιοδικό Έψιλον τχ. 855/ 2-9-2007

    ΜΠΕΡΓΚΜΑΝΟΜΑΝΙΑ

   Δεν θα ήταν υπερβολή αν ονομάζαμε «Μπεργκμανομανία» το διεθνές αυτό μεγάλο και ισχυρό ρεύμα του κινηματογραφόφιλου και θεατρόφιλου κοινού που καλλιεργήθηκε γύρω από το όνομα του Σουηδού σκηνοθέτη και σεναριογράφου-ποιητή, από την περίοδο του τερματισμού του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, όταν άρχισαν να προβάλλονται οι πρώτες πρωτόλειες ασπρόμαυρες ταινίες του (κοινωνικά και ψυχολογικά δράματα, πρωτόγνωρης θεματικής και υπαρξιακής προβληματικής) οι θεατρικές του σκηνοθετικές παραγωγές και άλλες καλλιτεχνικές του δραστηριότητες στο παγκόσμιο ευρωπαϊκό στερέωμα. Βγάζοντας τον Σουηδικό κινηματογράφο από την «απομόνωση» της παγωμένης χώρας του και τα στενά σύνορά της. Το περασμένο μισό του προηγούμενου αιώνα ίσως όχι άδικα θα λέγαμε για τον χώρο της Έβδομης Τέχνης να τον ονομάσουμε η Κινηματογραφική εποχή του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, τουλάχιστον κατά την μικρή μας κρίση και καλλιτεχνική θεώρηση. Μια και τις προηγούμενες δεκαετίες δεν είχαμε αφήσει κινηματογραφική αίθουσα σε Αθήνα και Πειραιά, τηλεοπτική δημόσια οθόνη, επετειακό αφιέρωμα και να μην το είχαμε παρακολουθήσει ως φανατικοί λάτρες της μαγευτικής τέχνης του, της μεταφυσικής του οπτικής πάνω στην ζωή και τις ανθρώπινες σχέσεις, της υπαρξιακής του προβληματικής και αξιοσύνης πάνω σε ουσιώδη, διαχρονικά και καίρια ερωτήματα που έθεσε στις ταινίες του για το φαινόμενο της Ζωής, του Θανάτου, της ύπαρξης του Θεού, της Πίστης ή αντίστοιχα της Απιστίας, των συνειδησιακών διλημμάτων, ενοχών, ψυχικών τραυμάτων, ερωτημάτων που μάλλον πρώτη φορά θέτονταν στην ασπρόμαυρη Οθόνη ή τουλάχιστον με τέτοιον εμφανή και επιτακτικό τρόπο. Ο Σουηδός σκηνοθέτης αυτός ο χαριτωμένος όχι και τόσο αισιόδοξος στην προσωπική του φιλοσοφία «ταχυδακτυλουργός» των εφηβικών και παιδικών μας χρόνων κινηματογραφικής ψυχαγωγίας κατόρθωνε πάντα να μας εγείρει το ενδιαφέρον με αυτά που μας έδειχνε πάνω στο λευκό πανί. Ίσως γιατί, τότε, οι μεταφυσικές εμμονές του και αντιλήψεις του καθρέφτιζαν και τις δικές μας αγωνίες και βασανιστικές ανησυχίες. Οτιδήποτε κοίταζαν να μας το προτείνουν μέσα από σύγχρονα, καινούργια διαβάσματά μας και ερευνητικές περιπλανήσεις μας οι διάφορες μεταφρασμένες στα ελληνικά ιστορικές και θεολογικές εκδόσεις περί Χριστιανισμού, περί Θεού, περί της  Ύπαρξής του ή Μη, περί Αμφισβήτησής του, να μας το παράσχουνε με ιστορικά επιχειρήματα και λογικές κοινωνιολογικές εξηγήσεις και κρίσεις, ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, αυτός ο ευφυής και «πανούργος» δημιουργός γιός ενός Λουθηρανού αυστηρού και συντηρητικού πάστορα, μας το οπτικοποιούσε πάνω στην λευκή Οθόνη με ακαταμάχητη δεξιοσύνη, απαράμιλλη μαεστρία, λιτό και ουσιαστικό σενάριο που έγραφε κυρίως ο ίδιος και βασίζονταν οι ταινίες του, τους καταπληκτικούς διαλόγους του, την ορθή επιλογή των σταθερών πρωταγωνιστών συνεργατών του, την σκηνοθετική του μέθοδο, τα μουντά χρώματα και κινηματογραφική ατμόσφαιρα. Μια Κάμερα και ο χειρισμός της που συναντούσαμε για πρώτη φορά στις κινηματογραφικές μας εξόδους. Στην αγάπη μας για τον Σινεμά του Σουηδού σκηνοθέτη είχε συμβάλει καθοριστικά και η μαρξιστική κινηματογραφική ερμηνευτική και διδασκαλία του αείμνηστου Βασίλη Ραφαηλίδη ο οποίος συνήθως υπέγραφε τα κείμενα των κινηματογραφικών προγραμμάτων αλλά και άλλων σπουδαίων κριτικών όπως του Μπακογιαννόπουλου, του Ν. Φ. Μικελίδη, της Ροζίτα Σώκου, του Τόνι Τσιρμπίνου και άλλων ονομάτων ελλήνων κριτικών που μεσουρανούσαν και έγραφαν τα χρόνια εκείνα στις σελίδες των εφημερίδων, των ειδικών για τον κινηματογράφο περιοδικών και άλλων εντύπων. Να υπενθυμίσουμε κάτι γνωστό στους παλαιότερους, ότι οι προβολές των κινηματογραφικών ταινιών στην δημόσια τηλεόραση της ΕΡΤ-1, της ΕΡΤ-2, της ΕΡΤ-3 συνοδεύονταν στην αρχή τους από ανάλυση της ταινίας.

Μπορεί να μην είχαμε κατορθώσει να δούμε και τις πάνω από 60 ταινίες του, η Ταινιοθήκη του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ήταν τεράστια αυτήν την πεντηκονταετία, υπάρχουν αν δεν λαθεύω ορισμένες ταινίες του-ιδιαίτερα της πρώτης του περιόδου- που δεν έχουν προβληθεί στην χώρα μας. Ορισμένες από τις ταινίες του που γυρίστηκαν τα χρόνια της δικής μας Γενιάς, μετά την μεταπολίτευση, τις είχαμε παρακολουθήσει δύο και τρείς φορές πάντα με το ίδιο ενδιαφέρον. Κάθε φορά ανακαλύπταμε και κάτι διαφορετικό από την πρώτη τους παρακολούθηση. Ορισμένα από τα τότε πρωτόλεια δικά μας δημοσιεύματα σε έντυπα σχολίαζαν και κριτίκαραν τα Σενάριά του- Βιβλία του που είχαν κυκλοφορήσει στα Ελληνικά, όπως το «Αυγό του φιδιού». Εδώ δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το ευτυχές γεγονός για τους βιβλιόφιλους και κινηματογραφόφιλους ότι σημαντικά και επιδραστικά Σενάριά του είχαν φροντίσει να τα εκδώσουν στα ελληνικά οι εκδόσεις «Γαλαξίας» της εφημερίδας «Η Καθημερινή» της Ελένης Βλάχου. Αναφέρομαι στην γνωστή σειρά των βιβλίων τσέπης «Βιβλιοθήκη Ελλήνων και Ξένων Συγγραφέων».  Το πρώτο βιβλίο περιλαμβάνει την «ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ» με τα σενάρια των ταινιών «Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη», «Οι Μεταλαμβάνοντες» και την πολυσυζητημένη «Σιωπή». Η μετάφραση ήταν της Ροζίτας Σώκου και του Αντρέα Ρικάκη. Η γνωστή κριτικός συνόδευε την έκδοση και με Προλεγόμενα, ά έκδοση 1963 και κατοπινές εκδόσεις. Το δεύτερο βιβλίο περιελάμβανε δύο εξίσου σημαδιακές  ταινίες του Μπέργκμαν και τα Σενάρια τους. «Οι Άγριες φράουλες» και «Η Έβδομη σφραγίδα» σε μετάφραση Ροζίτας Σώκου, Αθήνα 1970 και σε επανεκδόσεις. Και οι δύο αυτές ταινίες προκάλεσαν αίσθηση όταν τις είδαμε για πρώτη φορά αλλά και κάθε φορά που τις παρακολουθούσαμε με το ίδιο αμείωτο ενδιαφέρον και προσοχή. Πώς μπορεί η μνήμη ενός θεατή του κινηματογράφου να λησμονήσει τις σκηνές που ο Θάνατος παίζει σκάκι με τον Ιππότη; Και άλλες συγκλονιστικές σκηνές που ήξερε να μας προσφέρει η ευαίσθητη, καλλιεργημένη αλλά και κυνική, ψυχρή ματιά του Σουηδού σκηνοθέτη και σεναριογράφου. Από τις χαρακτηριστικές στιγμές της παγκόσμιας κινηματογραφικής τέχνης που ευγνωμονείς τους εφευρέτες της. Η κινηματογραφική αισθητική και επιρροή του Σουηδού σκηνοθέτη και οι επιρροές του, ίσως να μην έχει ερευνηθεί στην χώρα μας όσο έπρεπε, παρά τα κινηματογραφικά του αφιερώματα, τις επετειακές προβολές των ταινιών του, το ανέβασμα σε ελληνικές σκηνές σενάριά του. Βλέπε το Ανοιχτό Θέατρο του σκηνοθέτη Γιώργου Μιχαηλίδη με τα έργα «Μετά την πρόβα» και «Τελευταία κραυγή» που σκηνοθέτησε, σχετική κριτικογραφία στον τύπο τον Μάρτη του 1998. Το έργο «Μετά την Πρόβα» ανέβηκε στην Θεσσαλονίκη στο θέατρο «Αμαλία» το Νοέμβριο του 2000 σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζηβανού. Στο θέατρο του Μεταξουργείου η Άννα Βαγενά σε σκηνοθεσία Δημήτρη Οικονόμου ανέβασε το 2002 την γνωστή «Φθινοπωρινή Σονάτα» κλπ. Έχουμε ακόμα, την έκδοση διαφόρων βιβλίων του-γραπτών του και συνεντεύξεών του στα ελληνικά. Να αναφέρουμε τα θεατρικά του «Πέμπτη Πράξη» εκδόσεις Γκοβόστη 1997 μτφ. Ζαννής Ψάλτης. Την έκδοση των εκδόσεων Αιγόκερως 1986 «Μαριονέτες (Από τη ζωή των μαριονετών) μτφ. Μάλαμα Σεϊτανίδου. Το σενάριο της ταινίας «Κραυγές και Ψίθυροι» Αθήνα 1976 σε μετάφραση-εικονογράφηση Ελεωνόρας Σταθοπούλου. Το βιβλίο «Το Αυγό του φιδιού», εκδ. Λιβάνη 1993 μτφ. Χριστιάννα Σακελλαροπούλου. Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο σε μετάφραση Φίλιππου Δραγούμη κυκλοφόρησαν 1983 οι «Σκηνές από ένα γάμο». Από τον εκδοτικό οίκο της Σύγχρονης Εποχής κυκλοφόρησαν δύο τίτλοι του Ι.Μ. «Οι καλύτερες προθέσεις» 1995 μτφ. Ακριβή Κονιδάρη- Νίκος Σερβετάς και «Σαββατογεννημένος» 1997 από το ίδιο ζεύγος μεταφραστών. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η   έκδοση του Καστανιώτη 1996 με την συζήτηση του δημοσιογράφου και εικαστικού Θανάση Λάλα με τον Ι. Μπέργκμαν 1996. Κλπ.

Σε μεταγενέστερο σημείωμα μας θα παραθέσουμε μία μικρή ενδεικτική αρθρογραφία για τον Σουηδό σκηνοθέτη.

       Ενθυμούμενα τα Λογοτεχνικά Πάρεργα την χρονολογία της απώλειάς του 30/7/2007, και θέλοντας να τιμήσουν την μνήμη ενός από τους πλέον αγαπημένους σκηνοθέτες του γράφοντος το σημείωμα αυτό, ο γράφων σκέφτηκε να αναρτήσει ορισμένες γενικές και ειδικές πληροφορίες για τον πολυτάλαντο και εργασιομανή Σουηδό σκηνοθέτη αυτόν «τον πτυχιούχο ψεύτη», ή «μπλοφαδόρο» όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του στην Αυτοβιογραφία του που κυκλοφόρησε στα Ελληνικά. Βλέπε “INGMAR BERGMAN, ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ. Η ΜΑΓΙΚΗ ΚΑΜΕΡΑ», μετάφραση από τα Σουηδικά Θόδωρος Καλλιφατίδης, εκδόσεις Κάκτος, 1989, σ.286 και επίσης, «ΊΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ, Ο μαγικός κινηματογράφος. Ζωή σαν μυθιστόρημα» μετάφραση Γρηγόρης Ν. Κονδύλης, έκδοση της εφημερίδας «ΤΟ ΒΗΜΑ» 2016 σελ. 396. (επανέκδοση της έκδοσης των εκδόσεων Ποταμός 2010 με τίτλο «Ο μαγικός φανός»). Αντιγράφουμε και αναρτούμε ένα άρθρο που μας άρεσε του συγγραφέα και μεταφραστή κ. Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη, ευχόμενοι να αρέσει και στους αναγνώστες μας.

   Από αυτήν την παγκόσμια αποδοχή και αναγνώριση, καλλιτεχνική καταξίωση του μεγάλου σκηνοθέτη ψυχανατόμου της ανθρώπινης συνείδησης και ψυχής, οντολογικών και υπαρξιακών τραυμάτων, ενοχών, διλημμάτων, κυρίως ερωτημάτων, ηθικών αποδοχών και αμφισβητήσεων, γενικότερα της ποιητικής προβληματικής του Σουηδού καλλιτέχνη δεν θα μπορούσε να απουσιάζει και το ελληνικό κινηματογραφόφιλο κοινό και τα σημαντικότερα ονόματα, που αποτελούσαν τους γνωστούς σοβαρούς κύκλους της κινηματογραφικής κριτικής όπως προαναφέραμε, των διαφόρων πνευματικών κύκλων. Το όνομά του και πολλοί τίτλοι ταινιών του βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη, την ελληνική ειδησεογραφία και τις σελίδες των περιοδικών απασχολούσαν κατά διαστήματα ο βίος του, οι γάμοι του, τα διαζύγιά του, οι σχέσεις του με το άλλο φύλο, το οικογενειακό του περιβάλλον, οι οικονομικές περιπέτειές του με το Σουηδικό κράτος με τα γνωστά επακόλουθα, η απομόνωσή του στο νησί του, Φάρος και ασφαλώς οι συνεχείς κινηματογραφικές, θεατρικές και τηλεοπτικές εργασίες και παραγωγές. Ότι έλεγε και έγραφε, παρουσίαζε ο Μπέργκμαν γίνονταν είδηση, τροφοδοτούσαν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τον σχολιασμό του τύπου. Ο μαγευτικός αυτός καλλιτέχνης υπήρξε μέχρι τις τελευταίες στιγμές της ζωής του ένα ακούραστο, εργασιομανές άτομο, αφιερωμένο στην Τέχνη του θεάτρου και της Κάμερας. Από τα παιδικά του χρόνια έως την χρονιά που έφυγε δεν έπαψε να αναπνέει και να ζει μέσα στην Τέχνη και για την Τέχνη του θεάτρου και του κινηματογράφου. Η σκοτεινή κάμαρα όπου πρόβαλε και έβλεπε τις ταινίες του ήταν η μοναδική του κρυψώνα, το καταφύγιό του, η λύτρωσή του από τα αδιέξοδα του βίου και του μυαλού του. Ο κινηματογραφικός φανός ήταν προέκταση της σκέψης του, του στοχασμού του, του βλέμματός του ο μοναδικός και αποκλειστικός τρόπος που ερμήνευε και αποκρυπτογραφούσε τον Κόσμο γύρω του, τις αγωνίες και τα διλήμματα, τα υπαρξιακά ερωτήματα, τις ενοχές και τα τραύματα ψυχής της ανθρώπινης ύπαρξης. Κρυστάλλωσε τις παραδοσιακές εθιμικές ηθικές βεβαιότητες και αμφιβολίες της ανθρώπινης συνείδησης της εποχής του, της χώρας του, τις αποδοχές και απορρίψεις της θρησκευτικής εκπαιδευτικής του αγωγής του οικογενειακού πουριτανικού, αυστηρού κλίματος που μεγάλωσε και ανατράφηκε. Από την άλλη, ο Ελληνικός Κινηματογράφος βρίσκονταν αυτές τις δεκαετίες στα πάνω του, σε περιόδους μεγάλης άνθησής του και αναγνώρισής του, επιρροών του από ευρωπαϊκά και αμερικάνικα κινηματογραφικά ρεύματα και προοπτικές. Αρκετές εμπορικές επιτυχίες του παλαιού καλού ελληνικού κινηματογράφου συμμετείχαν σε διεθνή φεστιβάλ και έλληνες και ελληνίδες σκηνοθέτες- σκηνοθέτιδες τύγχαναν τιμητικών διακρίσεων και άλλων βραβεύσεων. Αρκετά επίσης ονόματα αντρών και γυναικών ελλήνων ηθοποιών έκαναν «καριέρα» στο εξωτερικό και έπαιζαν ως πρωταγωνιστές σε ευρωπαϊκές και αμερικάνικες θεατρικές σκηνές και Εθνικά Θέατρα. Έτσι, η σύγχρονη και μοντέρνα, διαφορετική κινηματογραφική οπτική και σεναριακή θεματική φωνή του Μπέργκμαν ήταν η θαυμαστή έκπληξη για τους κινηματογραφόφιλους έλληνες και το ειδικό κοινό επαγγελματίες και ερασιτέχνες κινηματογραφιστές.

Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν εισέβαλε στις ζωές μας με την Κάμερά του και την νέα θεώρησή του και ανέτρεψε τα μέχρι τότε παραδοσιακά μας δεδομένα. Αν ο ρώσος σλάβος ορθόδοξης χριστιανικής πνοής συγγραφέας Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι υπήρξε περισσότερο ένας θεολόγος γραφιάς και όχι ένας πεζογράφος του ύψους ενός Λέοντος Τολστόι, αν ο σκηνοθέτης Αντρέ Ταρκόφσκι αγιογράφησε με τον φακό του την πίστη του και την ομορφιά και νοσταλγία του Κόσμου και της Φύσης όπως την εκλαμβάνει ένας χριστιανός πιστός, ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι ο μέγας Αμφισβητίας, ο Άπιστος κάθε υπαρξιακής βεβαιότητας της ανθρώπινης ψυχής. Ο Σουηδός σκηνοθέτης συγκεφαλαιώνει την ρήση του Φρειδερίκου Νίτσε, «ο Θεός πέθανε» μέσα στις ψυχές των σύγχρονων ανθρώπων μέσω των ταινιών του. Και αυτή η σύγχρονη Απιστία της σύγχρονης κοινωνίας και ανθρώπινης συνείδησης είναι η κεντρική διαπίστωση που αναλύει και ερμηνεύει ο προφητικός μάγος του παγκόσμιου κινηματογράφου και του θεάτρου.

Ο Θεϊκός λύχνος έσβησε εδώ και αιώνες μέσα στην Ιστορία ο Κινηματογραφικός φανός φωτίζει τους νέους δρόμους της αγάπης των ανθρώπων.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

26 Ιουλίου 2026

Οι προβολές των αναρτήσεων του Ι. Μπέργκμαν θα συνεχιστούν        

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου