Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Με την φωνή της Λένας Παππά- Μαρίνου

 

Με την φωνή και για το έργο της Λένας Παππά

        ή βιβλιοκριτικά αντιδάνεια

     «Την παρουσία ενός αξιόλογου ταλέντου δήλωνε με την πρώτη εμφάνισή της η πολύ νεώτερη Λένα Θ. Παππά (Ποιήματα, 1956). Οι επόμενες εμφανίσεις της ενίσχυσαν παρά αποθάρρυναν εκείνους που προσδοκούν από τη νέα ποιήτρια ένα αξιόλογο έργο. Μοναχική, θλιμμένη, εγωκεντρική (όπως όλοι σχεδόν, όσοι κινούνται σ’ αυτό το κλίμα), κρατάει όμως ένα άρωμα αγάπης, έστω και συντριμμένης, για τους ανθρώπους, που το συνοδεύουν τόνοι συγκινητικής τρυφερότητας και εγκαρτέρησης, μαζί με μιάν αμετανόητη πίστη στον έρωτα τον ιδανικό.

          Όταν μου είπες πώς θα φύγης,

          εγώ δεν έκλαψα με δάκρυα’

          δεν σηκώθηκα κάν από την καρέκλα μου.

          Σε κοίταξα μόνο στα μεγάλα σου μάτια,

          λέγοντας μέσα μου: Αγάπη μου,

          καταστροφή μου.

              (Ψίθυροι. 1963)»

Μιχάλης Γ. Μερακλής, Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (1945-1970). Ι. ΠΟΙΗΣΗ. Εκδόσεις Κωνσταντινίδη, Θεσσαλονίκη, σελ. 46

    Στις 2 Ιουλίου 2026 αναρτήσαμε εκτενές σημείωμα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα για την ποιήτρια και πεζογράφο, μεταφράστρια Λένα Παππά- Μαρίνου (Αθήνα 31/7/1932- Αθήνα 18/7/2025) καθώς πληροφορηθήκαμε εντελώς τυχαία την απώλειά της. Σταθήκαμε ιδιαίτερα στα «Στοιχεία Βιβλιογραφίας» της που η ίδια μας είχε παλαιότερα αποστείλει και στα ποιητικά της Άπαντα που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Αρμός και ορισμένα από τα πεζά της. Στην ποιητική δημιουργία μας της Λένας Παππά μας άρεσε αυτό το παιχνίδι της πίστης με την απιστία που διεξάγεται στον λόγο της, της συνύπαρξης της υπαρξιακής της βεβαιότητας με την αμφιβολία. Αυτή η διαρκής συναισθηματική και πνευματική της ρευστότητα, στους στοχασμούς της, τις υπαρξιακές της αναζητήσεις, τις βιωματικές της περιπλανήσεις, μία συμπύκνωση των θέσεών της πάνω στα κεντρικά προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης και της ατομικής της γυναικείας περιπέτειας. Ένα λεκτικό άλλοτε επιγραμματικό και άλλοτε όχι παιχνίδι της ποιητικής της γλώσσας με πολλές αποχρώσεις και συναισθηματικά της σκαμπανεβάσματα, μεταφυσικά της διλήμματα που ενίοτε μένουν μετέωρα μεταξύ του «Ναι» και του «Όχι» της καταγράφουσας Μνήμης. Τα πλείστα στοιχεία στην γραφή της στηρίζονται σε μία λεπτή κλωστή ερωτηματικών προσωπικών της διλημμάτων, αναθεωρήσεων απόψεων και πνευματικών της αξιών καθώς ο πανταχού παρών Θάνατος ελλοχεύει, καιροφυλαχτεί με την πληθώρα των προσωπείων του να ανατρέψει κάθε στιγμή ευτυχίας και ελπίδας, ό,τι είναι βέβαιο, σταθερό μέσα στην Ζωή για την ανθρώπινη νόηση, την δική της αντίληψη μα, και του κάθε ανθρώπου. Οι ποιητικοί της στοχασμοί- που όπως είδαμε στο προηγούμενο σημείωμα σπονδυλώνονται σε εκφραστικούς αφορισμούς ξένων και ελλήνων λογοτεχνών- κινούνται μέσα σε αυτό το της αμφιβολίας δίπολο, άρνησης και κατάφασης σε μία ενιαία συνέχεια καλλιεργώντας την ανάλογη ποιητική της ατμόσφαιρα. Ένα παιχνίδι απαισιοδοξίας και αισιοδοξίας στο διαρκές ταξίδι της ζωής που συμμετέχει με την παρουσία-απουσία του αυτό που ονομάζουμε κατά την θρησκευτική παράδοση Θεός, και υπόκεινται στις ίδιες προδιαγραφές κρίσης και κατάκρισης, άρνησης από την ανθρώπινη ύπαρξη όπως κάθε μεταφυσική σταθερά μέσα στην Φύση. Έχουμε ένα είδος συνυπευθυνότητας της ανωτάτης μεταφυσικής αρχής στα ανθρώπινα αδιέξοδα και βάσανα όπως την αντιλαμβάνεται η ανθρώπινη λογική και εξήγηση. Η Ζωή ως παραμύθι του κυνηγητού της Κοκκινοσκουφίτσας από τον κακό Λύκο μέσα στον ιστορικό Χρόνο, όπου ο κακός Λύκος παίρνει τα προσωπεία είτε του Θεού είτε του Θανάτου μετέχοντας στα δρώμενα της ζωής της. Ή σύμφωνα με την αρχαιοελληνική των Εθνικών Ελλήνων Ομηρική παράδοση ο περιπετειώδης βίος των ανθρώπων δεν είναι παρά το αέναο πανάρχαιο ταξίδι του Οδυσσέα ανάμεσα στην Σκύλα και την Χάρυβδη τις οποίες ο ταξιδευτής άνθρωπος κουβαλά μέσα του. Ο Αλεξανδρινός ποιητής μας το δηλώνει αυτό στα ποιήματά του. Παρενθετικά εδώ να σημειώσουμε ότι παρ’ ότι η Μνήμη παίζει σημαίνοντα ρόλο στα ποιήματα της Λένας Παππά η ποιητική φωνή και το όνομα του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη απουσιάζει από το έργο της σε αντίθεση με του Οδυσσέα Ελύτη που πλεονάζει. Η Μοίρα από την άλλη ως Μάγισσα Κίρκη παραμονεύει κάθε στιγμή να μεταμορφώσει και σκλαβώσει τους τολμηρούς της εξερευνητές της ζωής. Τα ποιήματα της Λένας Παππά είναι ένα σύγχρονο της ανθρώπινης Οδύσσειας ταξίδι όπως το ονειρεύτηκε ή το έπλασε με την φαντασία της η αθώα ματιά ενός κοριτσιού που παρέμεινε αθώα ακόμα και μετά την βιολογική της ωρίμανση, δηλαδή την κοινωνικοποίησή της, τον γάμο της και την μητρότητά της. Είναι ένας αφηγηματικός αυτοβιογραφικός λόγος εξιστόρησης της προσωπικής της περιπέτειας που άφησε τα ίχνη του πάνω στην λευκή σελίδα. Ένα παιχνίδι του δίπολου της φωτεινής ή σκοτεινής Ομορφιάς που είναι πάντα το ζητούμενο για να μην πούμε το ποθούμενο στην συνείδηση της ποιήτριας αλλά και σε κάθε ευαίσθητη και υποψιασμένη ύπαρξη. Δανειζόμενη η Λ. Παππά το του ρώσου συγγραφέα «τσιτάτο» Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο» υφαίνει το δικό της ποιητικό υφαντό και ποιητική.

   Στο δεύτερο αυτό σημείωμα στην μνήμη της παραθέτουμε ενδεικτικό μικρό ανθολόγιο από τα εκατοντάδες συνολικά σύντομα ή εκτενή ποιήματά της, αποσπάσματα που δηλώνουν τα περάσματα των μονοπατιών της φιλοσοφίας της και των ιδεών της, μην αγνοώντας τις μεταφραστικές της επιλογές όπως τις διαβάζουμε σε τόμους του «Χριστιανικού Συμποσίου» βλέπε πχ. απόδοση του ποιήματος του Σάρλ Πεγκύ, «προσευχή για μας τους σαρκικούς» ή του Νοέλ Ντεβώ «φωνή πέρα από τον τάφο» τόμος 1ος/1966. Ακόμα, το αποχαιρετιστήριο κείμενό της για την απώλεια της ποιήτριας και μεταφράστριας, ζωγράφου Νανάς Ησαΐα το δανειζόμαστε από τα κείμενα (του Νίκου Φωκά, της Ελένης Λαδιά κ.ά.) αφιερωμένα στην μνήμη της Ησαΐα του περιοδικού «Ευθύνη» τχ. 374/2, 2003. Συμπληρώνουμε επίσης το δεύτερο σημείωμά μας με τι μας εξομολογείτε σε ορισμένες παλαιότερες συνεντεύξεις της στον τύπο για την ελληνική κοινωνία και την τέχνη της γραφής. Παράλληλα, ενδιάμεσα, αντιγράφουμε ελάχιστα ενδεικτικά πληροφοριακά στοιχεία που δημοσιεύτηκαν για την έκδοση βιβλίων της (ποίηση, διηγήματα, μυθιστόρημα) και εν γένει την πνευματική της παρουσία, τους σχολιασμούς μερίδα κριτικών και ανθρώπων των γραμμάτων που ήσαν πάντα θετικός για το έργο της. Οι σκόρπιες και άτακτες αυτές πληροφορίες υπερβαίνουν ή είναι μέσα στα χρονολογικά όρια της δικής της αποδελτίωσης που φτάνουν μέχρι τις αρχές του 1998. Δεν θελήσαμε να διαμερισματοποιήσουμε τα κριτικά δεδομένα κατά έκδοση βιβλίων της ή να ακολουθήσουμε τα δικά της «στοιχεία βιβλιογραφία» βήματα, αλλά να δώσουμε μία ενιαία ενότητα της συνολικής της συγγραφικής εικόνας όπως την υποδέχτηκαν κριτικές φωνές της εποχής της που δεν είναι και λίγες ούτε αμελητέες.

   Οι ασχολούμενοι με την συλλογή στοιχείων και πληροφοριών κατανοούν ότι δεν θα μπορούσαμε σε ένα ηλεκτρονικό σημείωμα να συμπεριλάβουμε το σύνολο των κριτικών- βιβλιογραφικών της δεδομένων που έχουν δημοσιευτεί, την πληθώρα του ελληνικού και διεθνή έντυπου τύπου. Ας μην ξεχνάμε ότι ο δικός της αποδελτιωτικός κατάλογος καλύπτει πάμπολλα κενά. Εξάλλου, οι μεταφράσεις μόνο των ποιημάτων της σε ευρωπαϊκές και άλλες γλώσσες είναι πάρα πολλές για να μην μιλήσουμε για την ειδησεογραφία των τιμητικών της διακρίσεων και βραβεύσεων. Στο δεύτερο αυτό σημείωμά μας στα Λογοτεχνικά Πάρεργα για την συγγραφική της παρουσία δώσαμε-ευχόμενοι να μην κάναμε λάθος- βαρύτητα στα ονόματα των κριτικών σχολιαστών της και φυσικά ποιες κατηγορίες του έργου της φωτίζουν και βοηθούν τον σημερινό αναγνώστη στην καλύτερη κατανόηση του ποιητικού και πεζογραφικού της ταλέντου, την συνεχή ποιητική ροή της ανεξάρτητα του είδους και της κατηγορίας της μορφής του βιβλίου που κυκλοφόρησε. Αυτό το άλλο της κριτικής βλέμμα που βοηθά τον αναγνώστη να ανοίξει διάλογο με μία ποιητική συλλογή, ένα διήγημα, ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, ένα κείμενο στοχασμού, μία μεταφραστική πρόταση κλπ. Η κριτική φωνή είτε έχει θετικό είτε έχει αρνητικό πρόσημο στέκεται αρωγός στην εξερεύνησή μας με το ίδιο το κείμενο που στην ουσία όπως γνωρίζουμε, έχει προτεραιότητα και ενδιαφέρον.

   Εδώ να σημειώσουμε ακόμη το εξής που είναι εμφανές από την πρώτη στιγμή σε όσους καταπιάστηκαν με τον συγγραφικό της πλούσιο μόχθο. Η ποιήτρια Λένα Παππά- Μαρίνου δεν αισθάνονταν απλά την ποιητική φλέβα να χτυπά ασταμάτητα και δυνατά μέσα της, αυτό το αντιλαμβανόμαστε και σε άλλες γυναικείες περιπτώσεις ελληνίδων ποιητριών των περασμένων και σύγχρονων χρόνων και γενεών, αλλά υπήρξε (η Λ. Παππά) και μία πολυγραφότατη, ακούραστη ελληνίδα λογοτέχνιδα η οποία υπερασπίστηκε με πάθος και ασχολήθηκε με διάφορα είδη της γραφής καθ’ όλη την διάρκεια της καλλιτεχνικής της διαδρομής. Σίγουρα όπως σε κάποιο σημείο της κριτικής του για βιβλίο της μας επισημαίνει και ορθά ο συγγραφέας και εκδότης της Κώστας Τσιρόπουλος ο ποιητικός της λόγος, αυτή η ποιητική της ευκολογραφία, είναι άνισος στο τελικό του αποτέλεσμα, δηλαδή στην συγκεντρωτική του εκδοτική κατάθεση, ίσως δεν θα έπρεπε να συμπεριληφθούν το σύνολο των ποιητικών της μονάδων και συνθέσεων στους τόμους των Απάντων της. Χρειάζονταν ένα ξεκαθάρισμα και μία ίσως καλύτερη επιλογή, αν και όπως φαίνεται και πάλι άφησε απέξω αρκετές ποιητικές της μονάδες δημοσιευμένες σε διάφορα έντυπα, παρά του γεγονότος ότι δεν χάνεται η θέρμη της ποιητικής της φωνής δεν ψυχραίνει. Δεν είναι εύκολο πάντως και ενδέχεται να μην χρειάζεται να μετατραπούν όλα γύρω μας, αυτά που μας αγχώνουν και μας προβληματίζουν, σκοτεινιάζουν τον βίο μας, μας απασχολούν αρνητικά σε καύσιμη ποιητική ύλη και να αποτυπωθούν στην λευκή σελίδα από έναν ποιητή- συγγραφέα. Δεν μεταποιούνται όλες οι παραστάσεις και τα ποικίλα βιώματα της ζωής του καθενός μας σε ποίηση. Τουλάχιστον δεν έχουν όλες οι βιωμένες εμπειρίες μας την ίδια βαρύτητα ποιητικότητας στην ζυγαριά του χρόνου, την ίδια ποιητική ουσιαστικότητα. Οι ρίζες και οι χυμοί της ζωής και των περιπετειών της είναι αναρίθμητοι και διαρκείς, η μελλοντική καρποφορία της τέχνης όμως όπως τους καθρεπτίζει ο έμμετρος ή πεζός λόγος δεν είναι ανεξάντλητοι. Τα παραδείγματα μέσα στην ιστορική διαδρομή της ελληνικής γραμματείας είναι άπειρα, αναγνωρίσιμα, επαναλαμβανόμενα ως τελικό αποτέλεσμα και από τα δύο φύλα των δημιουργών, όσο ισχυρό αποτύπωμα και αν είχε η φωνή τους όταν πρωτοεμφανίστηκε και έγινε αποδεκτή. Ευχόμενος να μην λαθεύω στις θέσεις μου παράσχω ορισμένα παραδείγματα κριτικής αποτίμησης της ποίησής της.

    Ο πειραιώτης δοκιμιογράφος και κριτικός Ευάγγελος Ν. Μόσχος παραδείγματος χάριν στο κείμενό του για το έργο της που στις συμπερασματικές του αξιολογήσεις έχουν θετικό πρόσημο, βλέπε το κριτικό μελέτημα «Το ποιητικό πρόσωπο της Λένας Παππά» περ. «Περίπλους» τονίζει την σημασία δύο συγκεκριμένων ξεχωριστών ποιητικών της συλλογών που κρυσταλλώνουν την στάση της απέναντι στο Θείο και πως την διαπραγματεύεται από διάφορες οπτικές της σύμφωνα με τις κρίσεις του. Οι συλλογές αυτές που ο Ε. Ν. Μόσχος θεωρεί το αποκορύφωμα της ποιητικής της δημιουργίας είναι τα «Ενδόφωνα» του 1982 και «Ουρανοδρόμιο» του 1992 και οι δύο προσέχθηκαν όταν πρωτοκυκλοφόρησαν. Γράφει ο Πειραιώτης κριτικός και δοκιμιογράφος, εκδότης για ένα διάστημα του περιοδικού «Νέα Εστία»: «… Ο ποιητικός κρουνός που αναβρύζει από τις δύο συλλογές μας μεταφέρει σε μεγάλα ποιητικά αναστήματα από το Δαβίδ στον Ράινερ Μαρία Ρίλκε έως τον Σαρλ Πεγκύ και την Αχμάτοβα, με την ιδιάζουσα χριστιανική ευαισθησία τους.». Όμως η υπαρξιακή της αγωνία και κοινωνική και προσωπική της θηλυκή προβληματική, το γυναικείο της βλέμμα και θεώρηση, δεν περιορίζεται μόνο στα «χριστιανικής στόφας» ποιήματά της που την εντάσσουν στον κύκλο της χριστιανικής φιλολογίας με την συγκεκριμένη θρησκευτική εικονογραφία, θεματική και φρονηματική, συμβολιστική (το φίδι, το μήλο, ο παραδείσιος χώρος κλπ.) αλλά και σε άλλους ποιητικούς θεματικούς της κύκλους που στηρίζονται στην Αρχαία Ελληνική των Εθνικών Ελλήνων Γραμματεία, στα Ομηρικά Έπη, στο ταξίδι του Ιάσονα, σε ηρωίδες της Αρχαίας Τραγωδίας, και όχι μόνο. Δίχως να απουσιάζει ο κύκλος της Ευρυδίκης, της Ιφιγένειας, η Ελένη και ο Θησέας, η Ηγησώ αλλά και ο Αδάμ, ο Λάζαρος, η Εύα, η Μαρία Μαγδαληνή.  Έχουμε μία σύζευξη του Αρχαίου Κόσμου και των συμβόλων του με τον κατοπινό τον Χριστιανικό, αλλά και διάφορες παραλλαγές πάνω σε παιδικά τραγούδια «Φεγγαράκι μου λαμπρό…». Η θεματική της περιλαμβάνει ποιήματά της για την Τρίτη Ηλικία, την τέχνη της Φωτογραφίας, την Ηλεκτρονική γλώσσα, τα προσωπεία του Χρόνου, τις εποχές του Χρόνου (πολλά τα Καλοκαιρινά της), τα δέντρα, τα λουλούδια, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Νέρωνας και παραλλαγή τίτλου συλλογής του Ο. Ελύτη κλπ. Ορισμένες φορές έχουμε την αίσθηση ότι σχολιάζει την ποίησή της με άλλες ποιητικές της μονάδες. Ας μην λησμονούμε ακόμη ότι η ποίησή της μπολιάζεται με επιρροές και δάνεια στοιχεία (εκλεκτικές συγγένειες έγραφαν οι παλαιότεροι) από ποιητικά θησαυρίσματα ελλήνων και ξένων λυρικών ποιητών, σπαράγματα φράσεων με προεξάρχοντα τον νομπελίστα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη για να περιοριστούμε στα δικά μας ελληνικά λυρικά χωράφια δίχως να παραβλέπονται και φωνές μοντερνιστών όπως ο Τζέημς Τζόϋς. Οι συλλογές της και οι σκόρπιες ενότητες ποιημάτων της όπως συγκεντρώθηκαν στα τρίτομα Άπαντά της πλημμυρίζουν από φράσεις, σύντομους στίχους, λυρικά θραύσματα, ρήσεις ξένων και ελλήνων λυρικών αντρικών και γυναικείων φωνών ως μότο, που προαναγγέλλουν το ποιητικό κλίμα της ποίησής της που ακολουθεί και προσδιορίζουν την μηνυματική τους δυναμική. Από την άλλη, τώρα, αν διαβάσουμε το μικρό λήμμα του Λεξικού της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας των εκδόσεων Πατάκη, Αθήνα 2007, σελ. 1721, -το υπογράφουν ο κριτικός Αλέξης Ζήρας και ο φιλόλογος νεοελληνιστής Θεοδόσης Κοντάκης-, θα παρατηρήσουμε ότι εντάσσουν την ποίησή της στις παραδοσιακές φωνές. «Παραδοσιακή στη μορφή της, η ποίησή της Π., απηχεί τους προσωπικούς, μεταφυσικούς προβληματισμούς της ποιήτριας, στους οποίους άλλωστε κυριαρχεί μια έντονη παρουσία του συναισθήματος και άλλοτε μια πικρή ειρωνική διάθεση. Κεντρικό πάντως θέμα αποτελεί η επανεύρεση της αθωότητας και η υπέρβαση του φάσματος του θανάτου». Σωστή η παρατήρηση αν και βλέπουμε σε ποιητικές της μονάδες να υπερβαίνει τους «κανόνες» της παραδοσιακής εκφραστικής, η μετρική της να «αντιγράφει» τον δημώδη ποιητικό λόγο, να υιοθετούνται ρυθμικές καταλήξεις παιδικών –εφηβικών τραγουδιών-κοινό κτήμα στα παιδικά τραγούδια- και άλλα ρυθμικά σχήματα, ακόμα και στην ποιητική λειτουργία συγκεκριμένων γραμμάτων, πχ. «β». στην αναζήτηση της χαμένης νεανικής κοριτσίστικης αθωότητας που εστιάζει την προσοχή της η Λένα Παππά. Εδώ να τονίσουμε ότι πέρα από τους βαθμούς αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας που κουβαλά μέσα της η ποίηση στις ευρύτερες διαστάσεις της Λένας Παππά, η λέξη Θεός βρίσκεται σε πληθωρική μνημόνευση και αναφορά, το ίδιο και η λέξη Θάνατος, η φυσική του ανθρώπου μέσα στην Φύση τελειωτική και αμετάκλητη κατάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης είναι επίσης η πλέον επαναλαμβανόμενη λέξη άμεσα ή έμμεσα μέσα στην ποιητική σύνθεση. Τα επτά αυτά γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου της λέξης Θάνατος βρίσκονται διάσπαρτα σε δεκάδες ποιητικές της μονάδες ή υπονοούνται ή παραμονεύουν έτοιμα να προβάλλουν σε κάθε ευκαιρία και να ανατρέψουν την συναισθηματική ισορροπία και ψυχική ευεξία της ελληνίδας ποιήτριας, να αναιρέσουν κάθε μεταφυσική της βεβαιότητα, άλλοτε σαν βιολογική ύπαρξη άλλοτε σαν πνευματική ύπαρξη. Υπάρχει αν θα μπορούσαμε να γράψουμε ένας παροξυσμός αναφοράς της λέξης Θάνατος σε όλη την ποιητική της και της ατομικής της φιλοσοφίας και ιδιοσυγκρασίας του χαρακτήρας της περιπέτεια. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν είναι ο φόβος του φαινομένου του Θανάτου που πλαστουργεί την γραφή της και της δίνει τους σκιερούς και απαισιόδοξους φωτισμούς και μουντές σκιές της. Το σύνηθες αυτό γεγονός- αίσθημα απώλειας είναι κάτι που αφορά τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, μοναδικά, ανεπανάληπτα, ξεχωριστά, ιδιαίτερα, στο πώς ερμηνεύει δηλαδή θρησκευτικά, μεταφυσικά, φιλοσοφικά, υπαρξιακά, ιδεολογικά, συνειδησιακά την τελεσίδικη της ζωής πράξη κατάληξη, μία κατάσταση ανερμήνευτη και ακατανόητη για τον ανθρώπινο νου, όταν μάλιστα συμβαίνει να ανατρέπεται η λογική σειρά του χρόνου της ζωής. Ο Θάνατος είναι το βάδισμα πάνω στην σκοτεινή γέφυρα ανάμεσα στις δύο όχθες δίχως επιστροφή μας. Το Μαύρο σημείο, το σκοτεινό που αντανακλάται στον ορίζοντα της ζωής. Πάντως στατιστικά φανερά ή υποδόρια η λέξη συναντάτε συχνότατα και προσδιορίζει και τον αντίποδά της, τον Έρωτα, την Ερωτική ευωχία και ευτυχία ως συνύπαρξη με το άλλο φύλο, την ελπίδα την ισορροπία και τάξη όπως την ονειρεύεται η ποιήτρια. Υπάρχουν πάντως όσον αφορά το ερωτικό συναίσθημα και κατάσταση ποιητικές της μονάδες που η ποιήτρια συνομιλεί μάλλον περισσότερο με έναν ιδανικό φανταστικό αντρικό εραστή παρά με την αντρική υλική υπόσταση που έχει δίπλα της. Ονειροπολεί ακατάπαυστα ακόμα και όταν έχουν παρέλθει τα χρόνια και οι καταστάσεις της εφηβικής και νεανικής κοριτσίστικής αθωότητας και η ταυτότητα του χαρακτήρα της έχει αποκτήσει την αναγκαία πανοπλία ωριμότητας που της προσθέτει ο χρόνος και οι εμπειρίες. Αλλά αυτό χρειάζεται άλλου είδους εξέταση. Η Λένα Παππά πάντως βρίσκει διεξόδους παρηγοριάς, μορφές «λύτρωσης» και αυτές είναι η γραφή, το γράψιμο, η ενασχόλησή της με τον ποιητικό λόγο, την ποίηση, σαν είδος προσευχής, ικετήριας εμψύχωσης από εδώ προέρχεται και η αστείρευτη πολυγραφία της και ευκολογραφία της. Πώς το εξέφρασε κάποτε ο πολυγραφότατος πεζογράφος Βασίλης Βασιλικός, μιλώντας για την δική του συγγραφική περίπτωση, καλύτερα στο τυπογραφείο παρά στο «τρελοκομείο» αν θυμάμαι σωστά. Η Γλώσσα εντέλει είναι ένα πανάρχαιο λυτρωτικό του ανθρώπου πασπαρτού για κάθε προσωπικό αδιέξοδό του, ατομικό ή συλλογικό μέσα και έξω από τους πύργους των θυρών της Ζωής. Από την στιγμή που ο άνθρωπος βγήκε από το Πλατωνικό Σπήλαιο η μοίρα του ήταν προδιαγεγραμμένη, μονόδρομος και η αποστολή του, μια θαυματουργή ή τραυματική εμπειρία- επιλογή λέξεων προσδιοριστικές των καινούργιων ερωτημάτων του που έθεσε ως απορία θαυμασμού απέναντι στο αινιγματικό και χαώδες Σύμπαν. Η αύξηση και ο εμπλουτισμός των συνδυασμών των γραμμάτων, φωνηέντων, συμφώνων, φθόγγων της Γλώσσας υπό το φώς του Ήλιου και των άστρων της Νύχτας στην μεταξύ μας συνεννόηση και συνύπαρξη αλληλοκατανόηση των κοινών προβλημάτων. Το μυστήριο και το αίνιγμα του Κόσμου δεν το έλυσε μέσα στην Ιστορία κάποια μεταφυσική ύπαρξη άνωθεν προερχόμενη διδασκαλία των διαφόρων θρησκευτικών και θεολογικών μύθων αλλά η υλικότητα της ίδιας της Γλώσσας και των συνδυαστικών της καθρεφτισμάτων ως επίκληση, ως ικεσία, ως παρατήρηση επιστημονική, τους τελευταίους αιώνες του ανθρώπινου είδους μετά την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό ως βεβαιότητα Ελευθερίας και Ανεξαρτησίας της Ανθρώπινης Σκέψης και Στοχασμού. Η Ανθρώπινη Φωνή έκτοτε ακούγεται ως ήχος Ποίησης.     

           ΝΑΝΑ ΗΣΑΪΑ

    Με τη θλίψη στην καρδιά γράφω αυτές τις γραμμές για έναν ακόμη χαμό από την οικογένεια των λογοτεχνών. Δεν ξέρω αν είχε προλάβει να τελειώσει την προσφορά της στη λογοτεχνία η Νανά Ησαϊα- πιστεύω πώς είχε ακόμα πολλά να δώσει και γι’ αυτό ο ξαφνικός θάνατός της μου φάνηκε πρόωρος και άδικος, όπως, άλλωστε, μου φαίνεται κάθε θάνατος άξιου και αγαπημένου. Από τις λίγες φορές που βρεθήκαμε μαζί, είχα αποκομίσει την εντύπωση μιάς προσωπικότητας ισχυρής, ενός ανθρώπου γεμάτου πάθος για τη ζωή και την Τέχνη. Η γραφή της ταιριάζει απόλυτα με την προσωπικότητά της’ είχε εκείνη την πικρή γλύκα της εμπειρίας και της γνώσης, της φιλοσοφημένης γνώσης. Δεν είχε τίποτε το γλυκερό και το επίπλαστο. Τουναντίον, τη διέκρινε μιά ευθυβολία και μία τόλμη που την έχουν μόνο όσοι βιώνουν γενναία τη μοναξιά του κόσμου τούτου. Οι προικισμένοι με τη δωρεά του πνεύματος είναι λίγοι και πολύτιμοι και δυστυχώς, μένουν όλο και πιό λίγοι, γι΄αυτό κι ο χαμός της Νανάς μας λύπησε βαθιά. Δεν θα ξεχάσουμε, όσοι τη γνωρίσαμε, την ευαισθησία και την ευτυχία της’ θα την θυμόμαστε πάντα σαν μια παλλόμενη, ζωντανή και προπαντός, σεμνή και τίμια παρουσία μέσα σ’ ένα κόσμο κίβδηλο, γεμάτο εφήμερη παγωνιά επίδειξης, ανύπαρκτου ταλέντου και πνευματικότητας.

 Λένα ΠΑΠΠΑ, περιοδικό ΕΥΘΥΝΗ τχ. 374/ 2, 2003

        ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ -ΚΡΙΤΙΚΕΣ

1., Συνέντευξη στην Μαρίκα Αρβανιτοπούλου, εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος 4/4/1999

ΛΕΝΑ ΠΑΠΠΑ: «Οι νέοι βρίσκουν κλειστές πόρτες»

[Η ποιήτρια μιλά για το χρόνο, τη ζωή από την κλειδαρότρυπα, των ωχαδελφισμό και τους ποιητές]

   Δεν έχω τίποτα πιο ευχάριστο από το να βρεθώ για δυο ώρες με έναν άνθρωπο που ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με τα Γράμματα και να κουβεντιάσω μαζί του. Αν μάλιστα συμβαίνει ο άνθρωπος αυτός να μην είναι αποκομμένος από τα δρώμενα και να γνωρίζει πώς να κάνει κρόουλ και πεταλούδα, τότε η κουβέντα είναι ένα αληθινό διαμάντι.

   Την ποιήτρια Λένα Παππά τη γνώρισα όπως οι περισσότεροι όταν αυτοί οι θαυμάσιοι Κατσιμιχαίοι βρήκαν στη βιβλιοθήκη ενός γέροντα δασκάλου μια ποιητική συλλογή και εκεί ανακάλυψαν το ποίημά της «Αϊ της αγάπης μαχαιριά» που έγινε στη συνέχεια τραγούδι.

 Αμάθητη σε συνεντεύξεις, αμήχανη στα κασετόφωνα και στους φωτογραφικούς φακούς επιλέγει να επικοινωνήσει με το δικό της άμεσο, απλό, μητρικό τρόπο και να μεταδώσει αυτό που πιστεύει περισσότερο από όλα:

«Είμαι αυτό που γράφω».

Πρίν λίγες μέρες κυκλοφόρησε το δεύτερο πεζό της «Χωρίς ημερομηνία» (εκδ. «Λιβάνη») και σε λίγο καιρό θα κυκλοφορήσει και μια ποιητική συλλογή για παιδιά. Η πρώτη της, για μικρούς αναγνώστες.

Η καλή μαθήτρια των εκθέσεων στο σχολείο που ευτύχησε σε ανώτερες πολλαπλές σπουδές (ιστορία και αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Γαλλική φιλολογία και Ανώτατη σχολή Καλών Τεχνών) με δασκάλους όπως ο Πρεβελάκης, ο Μαρινάτος, ο Ορλάνδος, ο Διονύσης Ζακυνθινός είναι σήμερα υποψήφια στην έδρα ποίησης της Ακαδημίας Αθηνών, διατηρεί αποστάσεις από τα… κέντρα λήψης αποφάσεων και λυπάται που κόβονται δέντρα για να τυπώνονται βιβλία που δεν… διαβάζονται.

«Έχω εναποθέσει τις ελπίδες μου στο χρόνο», μου εξηγεί για την αποχή της από τα κοσμικά δρώμενα και τις καλλιτεχνικές παρέες, που «εξάγουν» καλλιτέχνες. «Ο χρόνος είναι Λυδία Λίθος» λέει με το χαρακτηριστικό, απροσποίητο ύφος της που την κάνει ιδιαίτερα συμπαθή.

Λάτρης της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ και του Κωνσταντίνου Καβάφη που τους ξεχωρίζει από πολύ παλιά αισθάνεται την ποίηση σαν μια προσωπική υπόθεση «που χρειάζεται περιρρέουσα ατμόσφαιρα και παιδεία». «Ζούμε σε μιά εποχή φρικαλέα, σκοτεινή, με απειλές, ερμητική, κλειστή. Πολλοί είναι αυτοί που προτιμούν ένα Άρλεκιν για να ξεχαστούν».

«Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι θέλουν απλώς να σπρώξουν την ημέρα» απαντά στην ερώτηση για τις δυνατότητες διαφυγής του σύγχρονου ανθρώπου. "Μόνο τα όνειρα βοηθούν αυτό το ονειρεύομαι δίνει δύναμη να πετύχουμε αυτός που δεν ελπίζει δεν ονειρεύεται δεν έχει ελπίδες».

*Μ’ αρέσει πολύ που στο βιβλίο σας χρησιμοποιείται τη φράση «αξίζει για μερικές καλές στιγμές να θυσιάσεις τη ζωή σου». Το πιστεύετε;

Νομίζω ναι, δεν υπάρχει συνεχής ροή ευτυχίας, οπότε μερικές στιγμές αξίζουν μια ζωή. Για τον καθένα είναι διαφορετικές. Για μένα είναι οι στιγμές της αγάπης, το μόνο που πιστεύω ότι υπάρχει στον κόσμο είναι η αγάπη.

Στο νέο βιβλίο της που έχει τη γραφή ημερολογίου χρησιμοποιεί μια φράση από την Γιουρσενάρ: (Όποιος γράφει ημερολόγιο είναι ένας ηδονοβλεψίας του εαυτού του).

*Μήπως είμαστε σήμερα όλοι μας λίγο ηδονοβλεψίες;

«Δώσε μας κλειδαρότρυπα και πάρε μας την ψυχή. Ένα διαρκές σόου είμαστε».

*Δεν είναι κακό που δεν κρύβουμε τίποτα στο ντουλάπι;

Μια κλειστή πόρτα έχει περισσότερη γοητεία από μια ανοιχτή.

*Τι πληγώνει περισσότερο την ποιήτρια στην εποχή μας;

Το «ωχ αδελφέ, εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα»; Και βέβαια, ότι αυτά θέλει το κοινό, αυτά του δίνουμε.

Είναι σαρκοβόρο το κοινό, τη ρωτώ, «είναι και σαρκοβόρο και θέλει να εντυπωσιάζεται. Άμα όμως έρθει με το μέρος σου είναι γλυκύτατο. Άμα βρει τον εαυτό του στα κείμενά σου είναι θαυμάσιο. Η ανταμοιβή μου δεν ήταν τα βραβεία. ‘Ηταν οι άνθρωποι που μου είπαν «κι εγώ έτσι θα ήθελα να το πω».

*Να επανέλθω στο βιβλίο σας, γιατί επιλέξατε τη μορφή του ημερολογίου;

Έτσι ήταν μέσα μου. Περιέχει στοιχεία αυτοβιογραφίας που τότε που κρατήθηκαν ως σημειώσεις είχαν έντονη συναισθηματική δροσιά.

*Ευτυχήσατε ως φοιτήτρια με άξιους δασκάλους…

  Που με βοήθησαν ηθικά, πού ήταν άρχοντες όχι μόνο του πνεύματος, ο Πρεβελάκης, ο Μαρινάτος, ο Ορλάνδος, ο Διον. Ζακυνθινός.

*Σήμερα οι νέοι ευτυχούν να έχουν τέτοιους δασκάλους;

  Σήμερα, οι νέοι βρίσκουν τις πόρτες κλειστές. Οι παλιοί είχαν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους. Τώρα μπορεί και να σε θάψουν. Είμαι ευτυχής που έχω φίλους Ελληνιστές στο εξωτερικό οι οποίοι χωρίς να με γνωρίζουν προσωπικά δι’ αλληλογραφίας, μεταφράζουν ποιήματά μου, κάνουν δημοσιεύσεις σε λογοτεχνικά περιοδικά στο εξωτερικό. Εδώ για να δημοσιευτεί ένα ποίημά σου πρέπει να είσαι της παρεούλας. Μη με ρωτάτε ποιας παρεούλας. Είναι δυο, τρεις. Αν δεν ανήκεις σ’ αυτές, τέλος πάντων, πέφτουν κορμιά, θανάσιμο μίσος. Να μην τις ονομάσω γιατί θα πως σκληρά λόγια.

*Θυμώνετε;

Είμαι εκρηκτικός άνθρωπος και παραπονιάρα.

Για την πολιτική και τα παιχνίδια της η Λένα Παππά είναι ξεκάθαρη: «Η πολιτική είναι ένα ματς σικέ. Αλλά με ενδιαφέρει τι γίνεται στον κόσμο»

*Γράφετε συνέχεια;

Μετά το «Χωρίς ημερομηνία» άργησα πολύ να γράψω. Μετά από καιρό, σε μια βδομάδα, έγραψα 92 ποιήματα.

*Πιστεύετε στην τύχη;

Μου μιλάτε για Θεό; Είναι δυνατόν να μην πιστεύεις σε κάτι τέτοιο; Ο Οχάν Παμούκ, ο Τούρκος συγγραφέας λέει: Ποιος Θεός; Ο Θεός πέθανε, ώχ θεέ μου».

Θέλω να πω ότι και Θεός να μην υπήρχε θα τον ανακαλύπταμε».

--

      Λένας Παππά, «Καθ’ οδόν» ποιήματα,

     «Οι Εκδόσεις των Φίλων» Αθήνα 1973, σελ. 100, δραχμές 50

        Αυτό είναι το πέμπτο βιβλίο της Λένας Παππά που από χρόνια γνωρίσαμε κι εκτιμήσαμε την ειλικρίνεια και την λεπτότητά της. Κι είναι αναμφισβήτητα, το καλλίτερό της ως τώρα βιβλίο, γιατί με αρκετά ποιήματα του τόμου αυτού μεταφέρεται από τον γνωστό, προσεγμένο κοριτσίστικο λυρισμό, σε μιά διακεκαυμένη υπαρξιακή ζώνη, όπου η ποίησή της κατασπείρεται από κραυγές και βογγητά. Είναι σαν ξαφνικά να έσπασε κάποιο κρυμμένο, βαθύτερο εσωτερικό κέλυφος, που η ως τώρα ποιητική της δοκιμασία το είχε αφήσει απείραχτο, ίσως κάπου ραγισμένο. Έτσι, σε κάποια ποιήματα-κι είναι να λυπάται κανείς που η ποιήτρια δεν έκαμε αυστηρότερη επιλογή, ώστε ν’ αποφύγει τη δημοσίευση ποιημάτων χαλαρών και περιγραφικών, για να μείνει υψηλός κι ενιαίος ο δραματικός τόνος ‘ σ’ ολόκληρο το βιβλίο- σε κάποια, λοιπόν, ποιήματα η βιαιότητα του πάθους για ζωή είναι εντυπωσιακή, κάποτε συγκλονιστική.

        Οι συντεταγμένες της δημιουργίας της είναι κείνες που επισημάναμε στα ποιήματα του Δεσύλλα: ο χρόνος ο εχθρικός και απροσδιόριστος, η μνήμη η φαρμακωμένη και ο θάνατος. Ενώ όμως εκεί έχουμε σπουδή θανάτου, εδώ έχουμε σπουδή ζωής, παράφορο εναγκαλισμό του κόσμου, με δάκρυα στα μάτια, με μοναξιά, με έρωτα αδηφάγο της ύπαρξης, μ’ απελπισία- τόσο που να μου θυμίζει κάποιες σπουδαίες ισπανόφωνες ποιήτριες σαν τη Ροσαλία ντε Κάστρο ή την Χουάνα ντέ  Ιμπαρμπούρου. Και κάτω απ’ όλα αυτά, για πρώτη φορά διακρίνουμε στην ποίηση της Παππά, μια κάποια ιδεολογική συναρμογή που από έναν υπαρξιακό δρόμο αναρωτιέται και σπουδάζει την ελευθερία (σελ. 12).

    Το μέγα της ερώτημα, βέβαια, είναι:

«πώς να σώσεις/

την αστραπή της ζωής σου/

-μ’ ένα ποίημα, μ’ ένα παιδί,/

μ’ ένα άγαλμα στο μουσείο;» (σελ. 10)

Η ποίηση είναι γι’ αυτή λειτουργία οδυνηρή (σελ. 18), μια μητρότητα αλλά όταν βιώνεται με πάθος, οδηγεί σε μια υπαρξιακή παραφορά, χωρίς να παραγνωρίζονται οι συνέπειές της:

«Μονάχα όποιος καίγεται/

δίνει στους άλλους την ωραία λάμψη/

-και το σκοτάδι είναι βαθύ/

χρειάζονται φωτιές» (σελ.23)

   Η Παππά μαθαίνει με τρόπο συνειδητό το μάθημα του πάθους που αφήνει την έμπνευσή της να ξεκινά πάντα απ’ το αίμα της (σελ.32) που μ’ αυτό-κατά τρόπο αυθεντικά γυναικείο-αποκρίνεται στη σιωπή και προσπαθεί να γεμίσει το κενό που την πνίγει. Η μουσική της, είναι η μουσική του αίματος (σελ.57) και η φωτιά της φανερώνει τη μεγάλη ματαιότητα που την πολιορκεί. Πιασμένη σαν τρελό πουλί στα ξόβεργα της ζωής, οδηγημένη από ανέμους ανεξουσίαστους, κρεμιέται από τις λέξεις για να λυτρωθεί. Κάποτε, νιώθοντας σπαραχτικά την αδυναμία της βογγά:

«Άχ, βουβή γεννήθηκα, βουβή,/

σ’ έναν κόσμο γεμάτο θαύματα/

και φριχτά μυστικά,/

πού στοιβάζονται συντριπτικά/

πάνω στην καρδιά μου» (σελ.41).

    Ανυπεράσπιστη κι όμως λαμπαδιάζοντας από πάθος, χωρίς ενδόμυχα να υποτάσσεται, μαθαίνει τρέχοντας ανάμεσα σε ζωή και σε μοναξιά, σε μοναξιά και σε θάνατο, βυθισμένη στις στάχτες απ’ τις φωτιές της κι αξιολογεί:

«Η δίψα μου έμαθε το στόμα μου/

Η σαϊτιά τη σκοτεινή ωραία γεύση/

του πόνου/

κι η φρίκη του θανάτου/

την ηδονική μου της αναπνοής» (σελ.88)

   Περιμένουμε αυτός ο ταραγμένος της λυρισμός που παύει να είναι λυρισμός, να την οδηγήσει βαθύτερα, μ’ αυστηρότητα και συνέπεια, προς τη φύση της και την τέχνη της.

  ΚΩΣΤΑΣ  ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ, περιοδικό ΕΥΘΥΝΗ, τχ.2/1973, σ.479    

2., εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 6/3/1996

      «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο»

Λένα Παππά: Το Βραβείο Ουράνη για το 1995

   Ο αριθμός 13 σίγουρα δεν ήταν γρουσούζικος για την ποιήτρια Λένα Παππά. Αντίθετα, μάλιστα. Η 13η ποιητική της συλλογή, ή μάλλον τα ποιητικά της άπαντα (1956- 1992), τα οποία με τίτλο «Τα ποιήματα» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Αρμός», ήταν αυτά που της χάρισαν το Α΄ Βραβείο Ποίησης Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το 1995. Κι αν κι αυτό δεν ήταν το πρώτο βραβείο που πήρε η Λένα Παππά για το έργο της, ήταν σίγουρα το σημαντικότερο.

    «Όταν μιλάει κάποιος για τον εαυτό του, πράγμα δύσκολο και άχαρο, κινδυνεύει να πει περισσότερα από όσα πρέπει. Ή χωρίς να το επιδιώξει να του διαφύγουν σημαντικά πράγματα που θα έπρεπε να πει…», ήταν η εισαγωγή της Λένας Παππά, όταν της ζητήσαμε δυό λόγια για το ποιητικό της έργο. Ένα έργο που η ίδια το χαρακτηρίζει «προσιτό».

        «Πιστεύω», λέει η ποιήτρια «πως ένα έργο Τέχνης πρέπει να είναι προσιτό στον καθένα. Γι’ αυτό με μία λέξη την ποίησή μου θα τη χαρακτήριζα «προσιτή». Γράφω όπως αισθάνομαι, όπως αναπνέω. Ποτέ δεν μου άρεσαν οι μεγάλες κραυγές, τα περίπλοκα σχήματα, τα σκοτεινά και λαβυρινθώδη νοήματα. Δεν ακολουθώ καμιά σχολή. Η ποίησή μου είναι μία φωνή της καρδιάς.

        «Προσπαθώ να μείνω πιστή στον εαυτό μου και να εκφραστώ με τις δυνάμεις που εγώ διαθέτω, ξεκινώντας πάντα από βιώματα προσωπικά, αλλά και από προβλήματα της εποχής μου. Γιατί ο ποιητής είναι η μαχόμενη συνείδηση της εποχής του. Δεν μπορεί να την αγνοήσει.

        «Θέματά μου είναι τα αιώνια θέματα που απασχολούν κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο. Η μοναξιά, ο Θεός, ο έρωτας, ο θάνατος. Σημασία βέβαια δεν έχει τόσο το θέμα, αφού όλα έχουν ειπωθεί. Σημασία έχει ότι το τι θα πεις, αλλά το πώς θα το πεις. Δηλαδή ο προσωπικός τόνος. Καθένας δίνει ό,τι έχει.

        «Πάντως κι αυτό είναι το σημαντικό και αισιόδοξο, όλοι σήμερα συγκλίνουν στην αναζήτηση μιας ισορροπίας, στη θεώρηση μιας ομορφιάς και ‘η ομορφιά είναι που τελικά θα σώσει τον κόσμο’

        «Μια μέρα θα κελαηδήσουμε όρθιοι/ και στην ομορφιά γενναίοι./ Αργά- γρήγορα τα πουλιά θα μας ξημερώσουν΄’, λέει ο Ελύτης. Και το πιστεύω. Θέλω να το πιστεύω…».

--

3., Εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, Κυριακή 14/2/1999, σ. 37. Επιμέλεια- παρουσίαση: Γιώργος Παπαϊωσήφ

Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΒΟΥΤΑΕΙ ΣΤΙΣ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΕΣ ΤΗΣ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΣΤΗΝ «ΑτΚ»

Σελίδες ημερολογίου από τη Λένα Παππά

   Αρκετές στιγμές μπήκα στη σκέψη, αν η στήλη πρέπει να έχει τον χαρακτήρα που επιτακτικά επιβάλλουν οι καταστάσεις. Ημέρα των ερωτευμένων, λένε πώς είναι η 14η Φεβρουαρίου και αυτό λόγω της ονομαστικής εορτής του Αγίου Βαλεντίνου, ενός καλόγερου προστάτη των λαβωμένων ανθρώπινων φυλλόκαρδων, από τις σαΐτες του ξεμυαλισμένου έρωτα.

    Η σκέψη που τυραννούσε ασταμάτητα το μυαλό μου ήταν πόσο σωστός ή πόσο άδικος ήταν ο Σωκράτης, όταν στο «Συμπόσιο Περί Έρωτος» του Πλάτωνα, αφοριστικά σχεδόν περιέγραφε το χάσιμο της ψυχής από την κατάληψη του Χαμηλού Έρωτα, εξυμνώντας βέβαια το υπέρτατον του Ανώτερου Έρωτα. Ίσως, τελικά το κατώτερο συναίσθημα να είναι αυτό που επιπόλαια οδηγεί την ανθρώπινη φύση σε δοκιμασίες πολλές φορές επώδυνες και ψυχοφθόρες. Μα όπως είπε και ο Πλάτωνας, αυτή δεν είναι η γνώση; Ο πόνος σε όλες του τις εκδηλώσεις είναι η σμίλη που κτυπά ανηλεώς το μάρμαρο και η εκπορευόμενη σοφία από τον πόνο μοιάζει να δίνει το σχήμα στην άμορφη και ακατέργαστη μάζα. Πόσο ουσιώδης και χρήσιμος είναι ο πόνος μέσα από μια κατάσταση, που προκαλεί ο κατώτερος έρωτας, το χαμηλό συναίσθημα με το οποίο λειτουργούμε; Πραγματικά δεν γνωρίζω να σας πώ, όπως κανείς δεν γνωρίζει την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Ο κοσμογονικός Ησίοδος χρησιμοποίησε πάντως τρία βασικά στοιχεία για τη δημιουργία, τη Γη, το Χάος και  τον Έρωτα. Το σίγουρο όμως είναι πώς τα υψηλά ιδανικά, η αληθινή δύναμη της ψυχής, η έκφραση της Συμπαντικής Αγάπης και οι Κοσμικοί Νόμοι της, εκεί δηλαδή που εκδηλώνεται το θείο όπως λένε οι φιλοσοφικές γραμμές και απόψεις, κατοικούν στο Ανώτερο Συναίσθημα. Είναι ένα εσωτερικό, δικό μας σύμπαν καθάριο, αμόλυντο, με όλες τις Αρχές ταξινομημένες δίκαια. Εκεί είναι ο χώρος που η Ισότητα, η Αδελφότητα και η Ελευθερία είναι υπαρκτές αλλά είναι αδρανείς.

    Θεωρώ πώς ο χώρος δράσης της πραγματικής, της ιερής πεντάλεξης Αγάπης βρίσκεται εκεί, μακριά από το χαμηλό συναίσθημα που δημιουργεί συνεχώς επιθυμίες. Άλλωστε η ζωή μας δεν ορθώνεται με επιθυμίες αλλά νομίζω με σκοπό. Η επιθυμία που δεν ικανοποιείται επιφέρει το αίσθημα της αποστέρησης και η εκπληρωμένη επιθυμία, μάλλον, εξαντλεί το πνεύμα. Είναι σημαντικό να υπάρχει καθαρή συνείδηση του τι είναι επιθυμία. Πολλοί αξιόλογοι συγγραφείς ανά τους αιώνες έχουν περιγράψει τις ανθρώπινες επιθυμίες του Χαμηλού Έρωτα σαν ένα φάντασμα στολισμένο με τα χρώματα της αυταπάτης. Εμείς, οι άνθρωποι, αφήνουμε τις αισθήσεις να κορεστούν, ζητώντας όλο και πιο πολλές απολαύσεις με αποτέλεσμα να γαντζώνονταν στα τεχνάσματα της φαντασίας.

    Σήμερα παρακάμπτω τον φανταστικό δρόμο που μας οδηγεί, άμοιρα πολλές φορές, στο κατώφλι ενός ζαχαροπλαστείου ή ενός ανθοπωλείου, ακόμη και ενός κοσμηματοπωλείου και κτυπώ την πόρτα του σπιτιού της ποιήτριας Λένας Παππά. Στο κεφάλι μου τριγυρίζουν οι γνωστοί στίχοι

«Άϊ της αγάπης μαχαιριά, στης νιότης το κρουστό κορμί, πληγή που ανάβλυζε ευωδιές φιλιών και μουσική, ντύνοντας τον γυμνό έρημο κόσμο. «Άϊ της αγάπης μαχαιριά!».

    Στίχοι από το ποίημα της Λένας Παππά με τίτλο «Του Έρωτα», τραγουδισμένο από τους Χάρη και Πάνο Κατσιμίχα, που συμπεριλαμβάνεται μαζί με άλλα δύο ποιήματά της στην προηγούμενη δισκογραφική δουλειά τους, με τίτλο «Της Αγάπης Μαχαιριά». Δεν είναι όμως οι αισθαντικοί και συνάμα μαγικά υπερβατικοί στίχοι των ποιημάτων της που με φέρνουν κοντά στην πολυβραβευμένη Ελληνίδα ποιήτρια. Είναι ένα καινούργιο, δικό της μυθιστόρημα από τις εκδόσεις «Λιβάνη» με τον άχρονο τίτλο «Χωρίς Ημερομηνία», σελ. 426. Είναι το πρώτο μυθιστόρημα της ποιήτριας Λένας Παππά. Μετά τις ποιητικές συλλογές και τα διηγήματα βουτάει με θάρρος στις λιμνοθάλασσες της μυθιστοριογραφίας και από το πρώτο δείγμα εμφανίζεται η καλή χρήση του γραπτού λόγου, η εμπειρία της σχέσης χαρτιού και σκέψεων όπως λέμε. Σελίδες ημερολογίου απλώνονται στο βιβλίο. Τα καλά φυλαγμένα μυστικά μιας κοπέλας, μιας γυναίκας στη συνέχεια και της ίδιας ηλικιωμένης κυρίας προς το τέλος, ξεδιπλώνονται προσεχτικά, τελετουργικά και με ιερότητα από την ρομαντική πένα της Λένας Παππά. Ξεκινά να γράφει από τα γυμνασιακά της χρόνια για να φτάσει στις εποχές των μεγάλων απαντήσεως της σωματικής ανημπόριας και της ψυχικής σοφίας. Ζωή, πνεύμα, δημιουργία, ολοκλήρωση, έρωτας, αγάπη, ανεκδήλωτο πάθος…. «Τελικά, να που υπήρχε λοιπόν κάτι», όπως είπε και ο Βαν Γκογκ και βέβαια εννοούσε τη σημαντικότητα της ύπαρξης!

     Ποια είναι αυτή η δύναμη, που οδηγεί τους ανθρώπους να γράφουν και να συντηρούν ένα ημερολόγιο κυρία Παππά;

        -Είναι μια ανάγκη να κρατήσεις τον καιρό που φεύγει. Σε ένα ημερολόγιο δεν γράφεις πάντα ωραία και ευχάριστα πράγματα. Αναφέρεσαι, κυρίως, σ’ αυτά που σε πονάνε, είναι μία διαδικασία που λειτουργεί σαν διέξοδος. Η δική μου διέξοδος ήταν τα ποιήματα και δεν είχα ανάγκη τίποτα άλλο, όμως κρατούσα και ημερολόγιο. Όταν δεν έχεις κάποιον να εξομολογηθείς, να μιλήσεις, ξεσπάς πάνω στις σελίδες σου. Το χαρτί είναι μία ασφαλής επιλογή, σου δημιουργεί και τη φυσικότητα που χρειάζεσαι.

        Το ημερολόγιο μοιάζει με μυστική κρύπτη αλλά και με πηγή ψυχικής κάθαρσης.

        -Είναι και τα δύο μαζί. Είναι λυτρωτικό…

        Πόσο ενδιαφέρον είναι για τους αναγνώστες να στρέφουν το βλέμμα τους στις μύχιες σκέψεις μια γυναίκας με τρόπο τέτοιο, που να αποκαλύπτεται δίχως προσωπεία και μάσκες ο εσωτερικός της κόσμος;

        -Είναι πολύ ενδιαφέρον, γιατί το ημερολόγιο μοιάζει με καθρέπτη που αντανακλά τα δικά τους μύχια, αυτά που ο καθένας φοβάται να εκστομίσει, να πει.

        Έχει κόστος η αποκάλυψη, η γύμνια της ανθρώπινης ψυχής;

        -Ναι, υπάρχει κόστος. Σε ένα μυθιστόρημα όμως, πάντα ζει το στοιχείο της φαντασίας, το ψιμύθιο και δεν είναι αυτοβιογραφικό. Υπάρχουν φανταστικά και αληθινά στοιχεία. Όλα είναι αναμεμειγμένα με τέτοιο τρόπο, ώστε κανείς δεν μπορεί να πει ότι το βιβλίο είναι τα κρυφά μυστικά της συγγραφέως (χαμογελάει).

        Είναι ένα βιβλίο γραμμένο από γυναίκα, που διηγείται την ιστορία μιας γυναίκας. Πόσο μπορεί να ενδιαφέρει έναν άνδρα αναγνώστη το «Χωρίς Ημερομηνία»;

        -Το διάβασαν αρκετοί άνδρες το μυθιστόρημα και αυτό που τους έκανε εντύπωση ήταν το πώς αντιδρά μια γυναίκα σε κάποιες καταστάσεις άγνωστες γι’ αυτούς. Ο εσωτερικός κόσμος της Θηλυκής Αρχής, που φανερώθηκε μέσα από τις κρυφές συζητήσεις με το ημερολόγιο μαγνήτισε την προσοχή τους.

        Η ιστορία ξεκινά κάπου στη δεκαετία του 50 και αρχίζει να ανεβαίνει. Τα εφηβικά και νεανικά χρόνια της ηρωίδας σας είναι κάποια τριάντα με σαράντα έτη πίσω. Μπορεί να σταθεί μια παλιά νοοτροπία απέναντι στη σημερινή και να εντυπωσιάσει;

        -Η αλήθεια είναι ότι τις εποχές τις χωρίζει μια άβυσσος. Όλοι όμως ρίχνουν ματιές προς τα πίσω με μεγάλο ενδιαφέρον, θα έλεγα. Το παρελθόν τους κεντρίζει το ενδιαφέρον πιο πολύ από το παρόν. Αυτά που περιγράφονται στο ημερολόγιο είναι συναισθήματα και τα συναισθήματα είναι διαχρονικά. Στο μοναδικό ίσως σημείο που διαφέρει το τότε με το σήμερα είναι οι αντιδράσεις, οι εκδηλώσεις αυτών των συναισθημάτων. Τότε η γυναίκα κλεινόταν μέσα σε ένα δωμάτιο και έκλαιγε. Σήμερα θα πάει σε μπαρ να πνίξει τον πόνο της. Το σταθερό, το αναλλοίωτο σημείο πάντως είναι ο πόνος, από ό,τι αντιληφθήκατε κι εσείς.

--

   Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, Κυριακή 25/7/1999, σελ.19. ΣΑΡΑΝΤΟΣ Ι. ΚΑΡΓΑΚΟΣ

   Χωρίς ημερομηνία λήξης

   Το «Χωρίς ημερομηνία» μπορεί να σημαίνει και χωρίς ημερομηνία λήξης. Το βιβλίο της ανεξάντλητης Λένας Παππά θα μπορούσε να έχει γραφτεί και τον περασμένο αλλά και τον επόμενο αιώνα. Γιατί η ζωή είναι κάτι που λειτουργεί-αν ανεξαρτητοποιηθεί από συγκεκριμένα άτομα- χωρίς ημερομηνία. Η συγγραφέας κλείνει το βιβλίο της με τη φράση του Βαν Γκογκ: “Enfin, voila pourtant il avaint donc quelque chose” (Τελικά, να που υπήρχε κάτι). Θα μπορούσε ακόμη να κλείσει και με τη φράση που λέει ο Τσάιλδ Χάρολδ του Μπάϋρον: «Έζησα, μα δεν έζησα μάταια». Ή, όπως θα θελα εγώ να γραφτεί πάνω στο μνήμα μου: «Διάβασα, έγραψα, δίδαξα». Το μυθιστόρημα της Παππά είναι ιστόρημα μύθου, που το συναντάμε συχνά στη ζωή. Ίσως το έχουμε ζήσει κι εμείς ή κάποιος φίλος ή συγγενής. Είναι μία οικεία υπόθεση, γι’ αυτό έχει μορφή ημερολογίου μακράς χρονικής διάρκειας: Από τα νεανικά φτερουγίσματα μέχρι το κλείσιμο των φτερών, λίγο προτού η «ηρωϊδα» βρεθεί πάνω «από του τάφου το ανοικτό στόμα.» Ένα «ημερολόγιο καταστρώματος» που ισούται μ’ ένα ημερολόγιο ζωής.

    Το βιβλίο ξεκινά από τα νεανικά χρόνια της πλήξης, της ανησυχίας και της αδημονίας. Η ηρωίδα γράφει για να εκφράσει την προσπάθεια που κάνει για να ξεφύγει από το συρματόπλεγμα της ασημαντότητας και της συμβατικότητας. «Την πνίγουνε τα πράγματα», σαν τον Καρυωτάκη. Νιώθει βαρύ το φορτίο της προσωπικής ύπαρξης. Να ζεις χωρίς να ξέρεις γιατί ζεις, να θέλεις χωρίς να ξέρεις τι θέλεις. Και καμιά φορά να χαίρεσαι το άρωμα της ζωής, χάρη στο φιλικό χαιρετισμό ενός τριαντάφυλλου που το άνθισμά του μοιάζει με πονηρό γνέψιμο του ματιού. Η Λένα Παππά, μ’ αυτή την de Profundis εξομολογητική γραφή, κάνει κατάθεση ψυχής. Μέσα σ’ αυτό το ημερολόγιο της σύγχρονης Πηνελόπης υπάρχουμε κι εμείς, υπάρχουνε πολλοί. Γιατί περιέχει στιγμές που όλοι σχεδόν έχουμε ζήσει, όπως εκείνη με τον Κωστάκη που κομπιάζει να κλείνει μέσα στην τάξη τον μέλλοντα του ρήματος γαμέω- ώ! Στις πρώτες, σχεδόν μισές του βιβλίου, δίνονται τα νεανικά χτυποκάρδια, ιδίως τα χτυποκάρδια του θρανίου, σ’ όλους τους αναβαθμούς. Διαβάζουμε φράσεις που συχνά έχουν περάσει σε μαθητικά ημερολόγια ή λευκώματα. Π.χ. «Για κάθε άνθρωπο που μισείς χάνεις ένα λεπτό ευτυχίας». (σελ.75). «Όπου τη βρεις την ομορφιά, αγάπησέ την». «Αν ποτέ χρειαστεί τη ζωή μου, έλα πάρε την» (σελ. 149). Υπάρχουν ακόμη και οι τραγικές για την παιδική ψυχή στιγμές που καλείται να γράψει έκθεση για το επάγγελμα του πατέρα, και ο πατέρας να είναι νεκροθάφτης!

   Και μετά ακολουθούν οι σελίδες που δείχνουν το ωρίμασμα του ανθρώπου μέσα από τον πόνο. Ο θάνατος της μητέρας, η παράλυση του πατέρα, η ακύρωση του ερωτικού ονειροπολήματος, όταν μαθαίνεται ότι το ερωτικό ίνδαλμα έχει μια ακατάσχετη ροή για σεξουαλική εκτροπή, οι πρώτες και φευγαλέες ερωτικές συναντήσεις και μετά ο άνθρωπος-σταθμός στη ζωή που λέγεται σύζυγος. Και μετά άλλη στιγμή: τα παιδιά, ο αιφνίδιος θάνατος του συζύγου, το κύρτωμα από τα χρόνια και τα χτυπήματα, και τέλος η παραμορφωτική αρθρίτιδα, που υποχρεώνει την ηρωίδα να καταθέσει τον κάλαμο, μια και αδυνατεί να γράψει. Και όλα αυτά χωρίς ημερομηνία. Είναι ένας απολογισμός ζωής- υποτίθεται μιας άλλης γυναίκας-για να μπορεί έτσι να είναι απολογισμός ζωής περίπου όλων μας. Στο τέλος τι μένει; Είναι μόνο ήχοι βιολιού που παράγει το μαχαίρι στους τένοντες του αμνού; Η ηρωίδα της Λένας Παππά δεν το πιστεύει. Στο τέλος κάτι μένει. Και μια γραμμή ποιήματος είναι κατάθεση ζωής. Γι’ αυτό έβγαλα στην προηγούμενη φράση τα εισαγωγικά από τη λέξη ηρωϊδα.

   Το «Χωρίς ημερομηνία» είναι βιβλίο μεγάλης ευαισθησίας, που ασφαλώς θα δονήσει τις ευαίσθητες χορδές του αναγνώστη, ο οποίος επιπλέον θα χαρεί την άνετη γραφή και τη θαυμάσια επιλογή των λέξεων.

--

Εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ 6/6/1999

   Στην δική του κριτική για το μυθιστόρημα ο κριτικός Ιωάννης Μ. Χατζηφώτης που επιμελούνταν και κρατούσε την σελίδα κριτικής του βιβλίου στην εφημερίδα Ακρόπολις κλείνει το σημείωμά του με «Ένα βιβλίο που αφήνει πολλά στο αναγνώστη του και δικαιωματικά παίρνει θέση στη βιβλιοθήκη του.».

--

Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 8 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1996. Της ΝΕΝΑΣ Ι. ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ

   Διάχυτος στοχασμός και συναισθηματισμός

Λένας Παππά: Τα ποιήματα (1956-1992) εκδόσεις Αρμός, 1994, σ.448

   Η συλλογή ποιημάτων της Λένας Παππά, συγκεντρωτικός τόμος των 448 σελίδων, ποιημάτων ενιαίων στην μορφή και στην ουσία τους, αποτελεί μία αυθεντική παρουσία στον χώρο της κλασικότροπης βασικά ποίησης, της οποίας κύρια χαρακτηριστικά είναι ο στοχασμός και ο διάχυτος συναισθηματισμός, τον οποίο η ποιήτρια γνωρίζει πώς να αξιοποιεί ποιητικά, καθώς εκπηγάζει από την πνευματική και ψυχική περιπέτεια. Ο πληθωρικός στοχασμός βέβαια, που δύσκολα μετουσιώνεται ποιητικά, βρίσκεται στην ποίηση της Λένας Παππά αντιμέτωπος με ρεαλιστικούς τρόπους και κάποτε με σαρκαστική διάθεση, σημείο έκδηλο που μας επιτρέπει να διαφοροποιούμε την ποίησή της από την παραδοσιακή στιχουργία. Η Λένα Παππά έχει τη δυνατότητα να πολλαπλασιάζει τον ποιητικό λόγο διανθίζοντάς τον με βιώματα αλλά και με πνευματικά προβλήματα. Στο βάθος, ωστόσο, προβάλλεται η προσωπική της αναζήτηση, η ανησυχία η ατομική για το εγώ.

   Το συναισθηματικό υπόβαθρο της Παππά αντιπροσωπεύει τον φορέα του κλίματος της εποχής, γίνεται έκφραση μιας άμεσης γενικότερης διαπίστωσης: της μοναξιάς του αιώνα. Δεν γίνεται όμως παρανάλωμα της απιστίας που χαρακτηρίζει τον αιώνα αυτόν. Από ένα σημείο και πέρα τα πράγματα χρωματίζονται με αποχρώσεις υπαρξιακές και κυρίως μεταφυσικά στοιχεία.

   Ο μεταφυσικός προβληματισμός ξεκινάει από τον τρόμο της μοναξιάς, παραμερίζεται όμως από την πίστη και την εμπιστοσύνη στον Θεό που φτάνει αποτελεσματική ως ακροτελεύτια έκφραση της εσωτερικής ανθρώπινης περιπέτειας. Τα ποιήματα που έχουν έντονο μεταφυσικό προβληματισμό και στην πλειονότητά τους αποτελούν το περιεχόμενο της τελευταίας από τις δέκα συλλογές ποιημάτων του τόμου («Ουρανοδρόμιο», 1992) είναι από τα πυκνότερα της δραματικής ουσίας της ποίησης της Παππά.

   Η εμπιστοσύνη σε εκείνον που «έδωσε τη δίψα» μπορεί όμως να «δώσει και το νερό» (σ.422), η προσευχή που γίνεται δυνατά, ώστε ο πόθος να περνιέται για «γεγονός» (σ.424), η αναζήτηση της πρώτης λευκότητας της ψυχής (σ. 425), η καταφυγή στον αιώνιο άγγελο που θα γεννιέται μέσα στην φάτνη της καρδιάς (σ.427) και πιο πολύ η αγάπη που «ανεβαίνει» (σ.427), κυρίως αυτή, γίνονται μηνύματα και παράλληλα εσωτερικά κριτήρια που φανερώνουν ότι η Λένα Παππά, ποιήτρια της μεταφυσικής αγωνίας, παραμένει σύγχρονη, έστω κι αν από το έργο της απουσιάζουν τα μορφικά στοιχεία που θα την κατέτασσαν στους μοντέρνους-νεωτερικούς ποιητές.

   Στο σημείο αυτό θα άξιζε να θυμηθούμε ότι πρόσφατα εισηγήθηκε ο Νάσος Βαγενάς («Η ειρωνική γλώσσα», Στιγμή, 1994, στο δοκίμιο «Για έναν ορισμό του μοντέρνου στην ποίηση», σελ.21) σχετικά με τη διάκριση ανάμεσα σε νεότερη και σύγχρονη ποίηση, την οποία θεωρεί καθαρά «συμβατική», αφού «η ποίηση, παλιότερη και σύγχρονη, είναι μία. Για την ακρίβεια όλη η ποίηση (η πραγματική ποίηση) είναι μία».

   Αντιμετωπίζοντας λοιπόν ένα ποιητικό κείμενο μέσα από μια συγκεκριμένη οπτική, είτε δηλαδή από τη σκοπιά της προκαθορισμένης  συμμετρικής εκφοράς του ποιητικού λόγου είτε πάλι από τη σκοπιά των νεωτερικών αντιλήψεων-εδώ εντάσσονται και οι εκφραστικές κατακτήσεις που καθιστούν ένα ποίημα «μοντέρνο»-, διατρέχουμε μεγάλο τον κίνδυνο της αυθαιρεσίας. Η ποίηση της Λένας Παππά ως «αντανάκλαση της ανθρώπινης ευαισθησίας», για να επανέλθουμε στον Νάσο Βαγενά, εκφράζει ακριβώς «νέα στοιχεία που αφήνουν τα ίχνη τους στην ευαισθησία μιάς εποχής». Χωρίς λοιπόν να προχωρούμε σε μια συγκεκριμένη αξιολόγηση, με τον υποκειμενικό μοιραίο χαρακτήρα της, επισημαίνουμε την γνησιότητα και τη διαύγεια που διέπει την ποίηση της Λένας Παππά ως εσωτερικό κριτήριο που την ανάγει σε πραγματική ποίηση. Θα ήταν άλλωστε εντελώς άδικο και παράλογο μαζί να παραμερίζεται ή να αποσιωπάται μια τέτοια ποίηση μόνο και μόνο από την… κριτική βούληση που επιμένει να εντάσσει σε σχήματα και χρονικές περιόδους τον ποιητικό λόγο, που μπορεί ωστόσο να ακούγεται για «να μην έχει την τελευταία λέξη ο θάνατος».

--

Σημείωση: Η κριτική προβληματική της κυρίας Νένας Κοκκινάκη για την συγγραφική παρουσία της Λένας Παππά, φανερώνεται και στην βιβλιοκριτική της για την συλλογή διηγημάτων της Λ. Παππά: «Ξενοδοχείο Δ΄ Κατηγορίας», Αθήνα 1996, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ  25/2/1997. Διαβάζουμε μεταξύ άλλων: «Η Λένα Παππά είναι ποιήτρια. Όχι μόνο γιατί έγραψε καλά ποιήματα αλλά γιατί η ποιητική φωνή την ακολουθεί και στις πεζογραφικές της δοκιμές. Η προσχώρησή της όμως στο χώρο της πεζογραφίας, αν και ούτε τυχαία ούτε μη αναμενόμενη ήταν (αφού κατά καιρούς είδαμε διηγήματά της σε λογοτεχνικά περιοδικά), απαιτεί εντούτοις να αναρωτηθούμε κατά πόσον το πεδίο της ποίησής της εφάπτεται με αυτό των πεζών κειμένων της ή αν τελικά διαχωρίζεται απ’ αυτό μ’ ένα ενδιάμεσο πεδίο.» Και συνεχίζει αναρωτώμενη η φιλόλογος και πεζογράφος Νένα Κοκκινάκη: «Είναι τελικά η Λένα Παππά ερασιτέχνης της πεζογραφίας; Ή μήπως της είναι δύσκολο ν’ αντισταθεί στο καθημερινό ασφυκτικό που στοιβάζεται μέσα της, μνήμες, αισθήματα, στιγμές, εικόνες, πράγματα που απαιτούν να εκφραστούν ξεκάθαρα, ωμά, μέσα στη δυνατότητα του πραγματικού και σίγουρα έξω από το αισθησιακό παιχνίδι της ποίησης που δουλειά της είναι ν’ αποκαλύπτει την πραγματικότητα του δυνατού;….»

        ΔΕΙΓΜΑΤΟΛΗΠΤΙΚΑ

Μοιάζουμε πολύ

με τα γυάλινα θαμπά φανάρια στις πλατείες

και στην άκρη των μεγάλων, έρημων δρόμων,

που περιμένουν

ένα παιδί με μια σφεντόνα’

-ένα οποιοδήποτε παιδί, με μια σφεντόνα-

για να πάψουν να διαθλούν το φώς, με τόσο

θανάσιμη αδιααφορία.

--//--

        ΧΙΙ

Από πάντοτε, όλα ήταν ακατανόητα.

Γεμάτοι πάθος προσπαθήσαμε να λύσουμε το γρίφο

ετούτης της αλλόκοτης ζωής’ κι αυτή, πλανεύτρα,

μια κλαίοντας και μια γελώντας, μας περίπαιζε.

--//--

        Καθώς το νερό

Κάθε μέρα συντρίβομαι

σ’ εκατομμύρια κομμάτια

κι επανασχηματίζομαι

καθώς το νερό στα σιντριβάνια.

--//--

        Λάθος παραμύθι

«Δεν έχεις το δικαίωμα»

είπε ο λύκος στην Κοκκινοσκουφίτσα

΄δεν έχεις το δικαίωμα να με προκαλείς

κι ύστερα να παριστάνει την αθώα».

 

Η Κοκκινοσκουφίτσα το παραδέχτηκε’

δεν ξαναπέρασε μόνη απ’ το δάσος

δεν ξαναπήγε καν στη γιαγιά της

ώσπου εκείνη μετακόμισε

σε κεντρική πολυκατοικία.

 

Κι έτσι ζήσαν όλοι τους καλά

κι εμείς καλύτερα.

--//--

Ώ τι υπέροχη καμπύλη

στο κενό

η ζωή μας.

--//--

Υπάρχουν άνθρωποι

που όσο κι αν προχωρούν στην ηλικία

μένουν με άγουρη ψυχή

ή ωριμάζουν ξυνά

καθώς τα φρούτα που μεγάλωσαν στον ίσκιο.

--//--

«Από τον κόσμο των λέξεων

φεύγω απαρηγόρητη.

………………..

--//--

……………….

Αυτό που δε δικαιολογώ, που δεν καταλαβαίνω

είναι η στάση του Θεού

άκαμπτη και σκληρή για δυό πρωτόπειρους

ενώ μπορούσε κάλλιστα

τον Όφι εγκαίρως να εξοντώσει

και όλα θα ήταν μέλι-γάλα στον Παράδεισό του.

--//--

        Ιθάκη

Πολλοί ακούνε το τραγούδι των Σειρήνων

λίγοι

έχουν το σθένος και τη φρονιμάδα

σφιχτά καθώς ο Οδυσσέας

στου καραβιού τους το κατάρτι να δεθούνε.

 

Γι’ αυτό από τις μυριάδες

πού κάθε τόσο ξεκινούνε για μιά Τροία

ελάχιστοι μια μέρα επιστρέφουν

στην Ιθάκη.

--//--

        Θαλασσινή εικόνα.

Φύγανε με την κόκκινη βάρκα

πάνω στα κύματα

με το ευτυχισμένο γαλάζιο

πέρα, στο σμαλτωμένο από τον ήλιο πέλαγο.

 

Η ομορφιά εκείνης της στιγμής

έλαμψε κι αγαπήθηκε για λίγο μόνο

ύστερα ξεχάστηκε

όπως ξεχνιούνται τόσα και τόσα

θαύματα καθημερινά

μες στη ζωή μας.

--//--

Η ποίηση είναι προσευχή.

Το σκοτεινό της βάθος ατέλειωτο

και μέσα του διαμάντι εκτυφλωτικό

λάμπει ο ανεύρετος Θεός.

--//--

        Οι συνταξιούχοι

Αγκιστρωμένοι στο τρεμαλέο τους παρόν

και στις φθαρμένες αναμνήσεις

της πάλαι ποτέ ωραίας νεότητός τους περιφέρουν

από παγκάκι σε παγκάκι μες στα πάρκα

τη δύση τους οι συνταξιούχοι.

Ευελπιστώντας όλοι ανεξαιρέτως

σε πολλές ακόμα

ανοίξεις και χειμώνες αγοράζουν

καινούργια ρούχα

που τα ξεχνάνε κρεμασμένα στην ντουλάπα’

τον χρόνο τους κρατώντας παραμάσχαλα

εφημερίδα διπλωμένη

διασχίζουν τα χλοερά δρομάκια με το σιγανό

βήμα του αργόσχολου, ρίχνοντας ψίχουλα

τη μέρα τους στις πάπιες

λιάζοντας το φόβο τους

πλάι σε μωρά στα καροτσάκια

διασκεδάζοντας την ανία τους

με τα συμβάντα των οδών.

 

Κάθε φορά που μεταξύ τους συναντιούνται

λείπει κι από ένας

μα δεν το συζητούν.

Γερμένοι στα μπαστούνια τους οι περισσότεροι

εμφιαλωμένοι στη σιγή τους

περνούνε με μικρές, διστακτικές κινήσεις

ανόνειροι κι απαρηγόρητοι

σβύνοντας μες στην επανάληψη

μιας καθημερινότητας

που από καιρό τίποτα πια δεν της συμβαίνει.

--//--

«Ήτανε τόσο αληθινά όλα αυτά

δεν τα ονειρεύτηκα, δεν τα φαντάστηκα, όχι»

μας λέει στο ποίημα της «Μνήμη ευτυχισμένη» η ποιήτρια Λένα Παππά και αυτά τα «τόσο αληθινά» της ποιητικής της πνοής εξετάσαμε με την ματιά των κριτικών της στα Λογοτεχνικά Πάρεργα.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

12 Ιουλίου 2026        

 

 

  

 



 

 

      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου