Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Ζήσιμου Λορεντζάτου, "Περί Ύψους"

 

      Λογγίνος, Περί Ύψους

του Ζήσιμου Λορεντζάτου

    Θα συνάψω μαζί δυό χωρία από το Περί Ύψους, που βρίσκονται το ένα στην αρχή και το άλλο κοντά στο τέλος. Το τρίτο κριτικό κείμενο της αρχαιότητας δεν είναι μονάχα ατέλειωτο, αλλά έχει και μερικά κενά. (Μέσα σε παρένθεση παραπέμπω στα διάφορα κεφάλαια).

    Τα δύο πρώτα αυτά χωρία είναι τα ακόλουθα και μιλούν: για τους κινδύνους όσων βάζουν στόχους αψηλούς στη δουλειά τους, για την ασφάλεια της μετριότητας, καθώς και για τη βουκέντρα ή το χαλινάρι στο γράψιμο. Τους αψηλούς στόχους τους ονομάζει το κείμενο τα μεγάλα. Και λογαριάζει πώς, αν αφεθούν δίχως το στήριγμα ή το σαβούρωμα της γνώσης (δίχα επιστήμης, αστήρικτα και ανερμάτιστα εαθέντα) μοναχά στον εαυτό τους (αυτά εφ’ αυτών), με την ορμή και με την τόλμη του άπραγου (καπί μόνη τη φορά και αμαθεί τόλμη λειπόμενα), παρουσιάζουν τους μεγαλύτερους κινδύνους (ως επικινδυνότερα). Όσο χρειάζονται πολλές φορές το βουκέντρι, άλλο τόσο χρειάζονται και το χαλινάρι (δει γάρ αυτοίς ως κέντρου πολλάκις ούτω δει και χαλινού) (2). Απαραίτητα ή αναγκαστικά θα συμβαίνει πάλι (μήποτε δε τούτο και αναγκαίον ή) με τη μικρότητα και τη μετριότητα (τάς μεν ταπεινάς και μέσας φύσεις), που δεν ριψοκινδυνεύουν τίποτα μήτε βάζουν στόχους αψηλούς (διά το μηδαμή παρακινδυνεύειν μηδέ εφίεσθαι των άκρων), κανονικά να απομένουν αλάθητες στην ασφάλειά τους (αναμαρτήτους ως επί το πολύ και ασφαλεστέρας διαμένειν). Με τους αψηλούς στόχους αντίθετα (τα δε μεγάλα) κινδυνεύει κανένας από την ίδια τη μεγαλοσύνη τους (επισφαλή δι’ αυτό γίγνεσθαι το μέγεθος) (33). Οδηγίες «προς τους ναυτιλλομένους» από κάποιον που φαίνεται πώς ξέρει καλά τους καιρούς. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική- που καθημερινά την επαληθεύομε στη ζωή μας- βρίσκω την παρατήρηση πώς ο μέτριοι κάνουν τα λιγότερα λάθη.

    Για να μη φανταζόμαστε πώς η πάνδημη μανία της πρωτοτυπίας ή του νεωτερισμού είναι φρούτο σημερινό, θα πρέπει να αναφέρομε πώς το Περί Ύψους κακίζει όσους με πάθος αναζητούν ολοένα νέες ιδέες (το περί τας νοήσεις καινόσπουδον), μιά από τις κυριότερες, φαίνεται ζουρλαμάδες εκείνης της εποχής (περί ό δή μάλιστα κορυβαντιώσιν οι νύν) (5). Σε αυτό μοιάζουν ο 1ος και ο 20ος αιώνας μ. Χ. Άλλες εποχές είχαν άλλες μανίες. Μα όπως παρουσιάζει διαφορές, κάθε καιρός κρατάει ορισμένες σταθερές, είτε κακές είτε καλές, ορισμένους απαράβατους νόμους. Ένας από αυτούς είναι και το ακόλουθο παντοτινό συμπέρασμα, πώς η κριτική της τέχνης του λόγου έρχεται στο τέλος και είναι κατάληξη μεγάλης πείρας (η γάρ των λόγων κρίσις πολλής έστι πείρας τελευταίον επιγέννημα) (6).

    Η πρώτη παρατήρηση είναι ιστορική, η δεύτερη γενική. Η μία ανήκει στον ιστορικό χρόνο (5), η άλλη στον χρόνο χωρίς επίθετο (6). Ενώ όλες οι εποχές μπορεί να έχουν ή να μην έχουν τη μανία της πρωτοτυπίας, σε όλες τις εποχές η κριτική της τέχνης του λόγου παντοτινά ακολουθάει μιά σταθερή: πείρας πολλής τελευταίον επιγέννημα. Χρόνος ιστορικός και χρόνος. Ο ένας ακολουθάει το νόμο της αλλαγής, ο άλλος το νόμο της σταθερότητας’ ο ένας το νύν, ο άλλος το αεί. Αποτελεί ζήτημα δύσκολο να αποφασίσομε απάνω στη σχετικότητα ή μη των δυό χρόνων- όχι τη φυσικομαθηματική σχετικότητα-με το πρόσχημα πώς δεν υπάρχουν σταθερές πουθενά, μέσα ή έξω από τον άνθρωπο, πώς δεν υπάρχει χρόνος χωρίς επίθετο παρά μονάχα ιστορικός χρόνος, όπως φιλοσοφικά- όχι φυσικομαθηματικά- υποστηρίζουν ορισμένοι, και πώς και οι δυό παρατηρήσεις μας, και η ιστορική και η γενική, ακολουθούν μαζί με όλα τα άλλα τον δυναμισμό και τη ροή του φυσικού σύμπαντος και αλλάζουν μαζί του’ (αν το σύμπαν αλλάζει αλλάζοντας-που δεν το ξέρουμε, εμείς το λέμε). Είναι φιλοσοφικά ζητήματα οντολογίας. Με άλλους λόγους χρειάζεται πρωτύτερα να αποφασίσομε, καθώς έλεγε ο Αριστοτέλης, τί το όν. Εμείς εδώ δεν θα πάμε τόσο μακριά. Μήτε άλλωστε ακολουθάμε καμιά φιλοσοφία. Η δικιά μας φιλοσοφία- si philosophie il y a- βρίσκεται χωνεμένη ή περιέχεται μέσα στην πίστη μας και δεν αποβλέπει μήτε να εξηγήσει τον κόσμο (interpretieren)- από τις πασίγνωστες Θέσεις για τον Feuerbach (1845) του Μάρξ (1)- μήτε να αλλάξει τον κόσμο (verandern) και να τον κρίνει ή άλλο τίποτα, αλλά σκοπεύει σταθερά στον τρόπο ζωής που ευαγγελίζεται ο Ιωάννης για να σωθεί ο κόσμος: και εάν τις μου ακούση των ρημάτων και μη πιστεύση, εγώ ού κρίνω αυτόν’ ου γάρ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμον, αλλ’ ίνα σώσω τον κόσμον.

    Για τους δύο χρόνους λοιπόν ιδιαίτερα, δεν έχει να σταματήσει κανένας περισσότερο ή να φιλοσοφήσει. Ο Αριστοτέλης, καθώς θυμόμαστε, είχε αποφασίσει πώς τα καθόλου ή τα οία αν γένοιτο, με τα οποία καταπιάνεται η ποίηση μέσα στον χρόνο, αποτελούσαν θέμα φιλοσοφώτερον και σπουδαιότερον από τα καθ’ έκαστον ή τα γενόμενα, με τα οποία καταπιάνεται η ιστορία μέσα στον ιστορικό χρόνο. Δε θα αμφισβητήσομε την προτίμηση του Αριστοτέλη για τα καθόλου και για την ποίηση ή για τον χρόνο χωρίς επίθετο, που θα πρέπει να σχετίζεται με την οντολογία του. Όσοι δεν παίζουν μονάχα με αφηρημένες έννοιες ή με τα λογικά παράδοξα, σα να λέγαμε κρεμασμένοι αψηλά στα μπαλκόνια και όχι στο μεϊντάνι της ζωής, θα αναγνωρίσουν μολοντούτο πώς στην πραγματικότητα υπάρχει ένας χρόνος χωρίς επίθετο πού κρατάει ορισμένες σταθερές. Εκεί μέσα φυλάγονται όσα δεν αλλάζουν, είτε απόλυτον χαραχτηρίσομε είτε σχετικόν, καθώς λέγαμε πρωτύτερα, τον καθένα από τους δυό χρόνους. Ανάλογα με την οντολογία μας (αν φιλοσοφούμε). Αν δεν δυσπιστούσα στα εύκολα λόγια, θα τον ονόμαζα (τον χρόνο τον γενικό) το κελάρι της ποιότητας. Πραγματικά οι περισσότερες σταθερές, όσες φυλάγονται ή συνεχίζονται, είναι σταθερές ποιότητας ή αξιολογικές. Το Περί Ύψους μας μιλάει, σχετικά με την τέχνη του γραψίματος, για μερικές σταθερές που ο ιστορικός χρόνος δεν τις αλλάζει-όπως αλλάζει άλλα πράματα της ιστορίας- και που ο άλλος χρόνος τις φυλάγει ανάλλαχτες.

   Μιά από τις σταθερές αυτές αποτελεί το στοιχείο το αληθινά μεγάλο στην τέχνη του γραψίματος ή τω όντι μέγα, που η αξία του αναγνωρίζεται από όλους τους ανθρώπους σε όλους τους καιρούς και σε όλους τους τόπους. Το αρχαίο κείμενο στο σημείο τούτο μας μιλάει και για το ύψος, που δεν είναι άλλο τελικά από αυτό που εμείς σήμερα ονομάζομε κλασικό.

   Το στοιχείο το τώ όντι μέγα το βρίσκομε στα έργα που προσεχτικά μελετήθηκαν πάλι και πάλι (ού πολλή μεν η αναθεώρησις), στα έργα που είναι δύσκολο ή μάλλον αδύνατο να τους αντισταθείς (δύσκολος δε, μάλλον δ’ αδύνατος η κατεξανάστασις) και που η μνήμη τους μένει πάντα ζωηρή χωρίς να σβήνει ποτέ (ισχυρά δε η μνήμη και δυσεξάλειπτος). Το ύψος διακρίνεται στον εξαιρετικό εκείνο τρόπο της έκφρασης που παρατηρούμε σε ορισμένα έργα. Γενικά (όλως δε) – λέει το κείμενο- πρέπει να λογαριάζεις για έργα κλασικά (νόμιζε ύψη) σε όλη την ομορφιά και την αλήθεια τους (καλά και αληθινά) όσα αρέσουν για πάντα στους πάντες (τα διά παντός αρέσκονται και πάσιν). Όταν παρατηρούμε ανθρώπους με διαφορετική απασχόληση, τρόπο ζωής, φιλοδοξία, ηλικία, γλώσσα (όταν γάρ τοις από διαφόρων επιτηδευμάτων βίων ζήλων ηλικιών λόγων), να συλλογίζονται όλοι με τον ίδιο τρόπο για τα ίδια έργα (έν τι και ταυτόν άμα περί των αυτών άπασι δοκή), τότε η ομόφωνη, σα να λέγαμε, κρίση όσων δεν έχουν τίποτα σχεδόν κοινό αναμεταξύ τους (τόθ’ η έξ ασυμφώνων ως κρίσις και συγκατάθεσις), γίνεται πίστη δυνατή και ακλόνητη για τα έργα του θαυμασμού μας (την επί τω θαυμαζομένω πίστιν ισχυράν λαμβάνει και αναμφίλεκτον) (7).

   Απαραίτητη κοινή προϋπόθεση, μαζί με όλα τα άλλα, ή θεμέλιο για τον κλασικό τρόπο του γραψίματος (προϋποκειμένης ώσπερ εδάφους τινός κοινού) αποτελεί φυσικά να «κυριέψεις» τη γλώσσα –της εν τω λέγειν δυνάμεως- καθώς θα μετάφραζε ο Σολωμός. Χωρίς αυτό δεν γίνεται ολότελα τίποτα (ής όλως χωρίς ουδέν). Εκεί μέσα, με την τέχνη αυτή (διά τέχνης), πλάθονται κατάλληλα και τα σχήματα (ή τε ποιά των σχημάτων πλάσις) που ανταμώσαμε στον Αριστοτέλη, τα διπλά (δισσά), τα σχήματα διανοίας-ή νοήσεως εδώ (8)-και τα σχήματα λέξεως, που και στο ένα και στο άλλο, λέξει και διανοία, καθώς θυμόμαστε, όλους τους ξεπέρασε ο Όμηρος. Το ίδιο το φώς της σκέψης (φώς γάρ ίδιον του νου) δεν είναι στα αλήθεια (τω όντι) παρά οι καλά ή ωραία χρησιμοποιούμενες λέξεις (τα καλά ονόματα) (30). Δεν έχομε παράδειγμα ιστορικό για το αντίθετο.

   Μια άλλη γενική παρατήρηση αναφέρεται στην πολυσυζητημένη, αλλά μόνιμα επίκαιρη δυάδα: τέχνη-φύσις. Σχετικά με το πρόβλημα αυτό βγαίνει πάντα το ίδιο συμπέρασμα, για όλες τις εποχές. Και βγαίνει το ίδιο συμπέρασμα, γιατί δεν αλλάζει η πράξη της δουλειάς από την οποία σχηματίσαμε κάποτε συμπερασματικά τη θεωρία. Η τέλεια ή καλή δουλειά- σε αυτή περιοριζόμαστε εδώ- εξακολουθεί να γίνεται με τον ίδιο τρόπο για όλες τις εποχές. Και είτε ταπεινή είτε μεγάλη, αυτή μονάχα λυτρώνει τον άνθρωπο. Η άλλη μοιάζει περισσότερο με δουλεία και λιγότερο με δουλειά. Η τέλεια τέχνη κρύβει την τέχνη για να φαίνεται φύση’ και η τέλεια φύση ή αυτή που πετυχαίνει το στόχο της (φύσις επιτυχής) και αυτή κρύβει την τέχνη (που βρίσκεται μέσα της). Το ηρακλείτειο γνωμικό φύσις κρύπτεσθαι φιλεί ακολουθάει πιστά τη δεύτερη αυτή περίπτωση. Και στις δύο περιπτώσεις έχομε απόκρυψη. Και η τέχνη του ανθρώπου και η τέχνη της φύσης, για να φτάσουν στην τελειότητα ή στο σκοπό τους, πρέπει να κρυφτούν. Άνθρωπος και φύση κρύβουν την τέχνη τους για να ολοκληρώσουν τα μεγάλα έργα τους. Και στις δύο περιπτώσεις η τέχνη είναι ars abscondita. Με τον ίδιο τρόπο που ο Δημιουργός και των δυό τους είναι deus absconditus. Έχομε εδώ απόλυτη αντιστοιχία και στα δυό επίπεδα. Τότε γάρ η τέχνη τέλειος- παρατηρεί το κείμενο- ηνίκ’ αν φύσις είναι δοκή, η δ’ αύ φύσις επιτυχής, όταν λανθάνουσαν περιέχει την τέχνην (22).

    Τώρα ο ακαταμάχητος πόθος (άμαχον έρωτα) που κάνει τους μεγάλους περιφρονητικούς απέναντι στη λεπτομερειακή ακρίβεια (της δ’ έν άπασιν ακριβείας υπερφρονήσαντες), όπως πρωτύτερα έκανε τους μέτριους αλάθητους, ταυτόχρονα τους σπρώχνει ολοένα προς εκείνο που είναι θεοτικότερο ή δαιμονικότερο από εμάς (ως προς ημάς δαιμονιωτέρου). Έτσι τη θεώρηση και το στοχασμό ή τη σκέψη του ανθρώπινου σκοπού δεν τη φτάνει ολάκερο το σύμπαν (διόπερ τη θεωρία και διανοία της ανθρωπίνης επιβολής ούδ’ ο σύμπας κόσμος αρκεί) και πολλές φορές ο νους πηγαίνει πέρα από τα σύνορα εκείνου του στοιχείου που περιέχει το σύμπαν (αλλά και τους του περιέχοντος πολλάκις όρους εκβαίνουσιν αι επίνοιαι) και πού η ελληνική φιλοσοφία ονόμαζε το περιέχον. Σημειώνω τον όρο, γιατί μου φαίνεται συσχετικός με αυτό που ένας από τους εκπροσώπους της σύγχρονης δυτικής φιλοσοφίας, ο Karl Jaspers, τοποθέτησε στη βάση της οντολογίας του και το ονομάτισε Das Umgreifende. Μια από τις ανθρώπινες παραξενιές είναι και τούτη, που καταγράφω τελειώνοντας και το κεφάλαιο και μαζί τα κυριότερα σημεία διασταύρωσης με το Περί Ύψους. Σχετικά με όλα αυτά τα ζητήματα εκείνο θα είχαμε να πούμε, καταλήγει το κείμενο: Ποιό; Από τη μιά μεριά το χρήσιμο ή το αναγκαίο οι άνθρωποι το λογαριάζουν ευκολόβρετο και κοινό’ και από την άλλη αποθαυμάζουν πάντα το παράδοξο ή εκείνο που δεν μοιάζει με το κανονικό (άλλ’ επί των τοιούτων απάντων εκείν’ αν είποιμεν, ως ευπόριστον μέν ανθρώποις το χρειώδεις ή αναγκαίον, θαυμαστόν δ’ όμως αιεί το παράδοξον) (35).

    Ξαναγυρίζοντας τώρα στην αρχή και αναθυμούμενοι τα δυό παρατσούκλια, που η παράδοση μας λέει πώς ο Πλάτωνας είχε βγάλει του Αριστοτέλη όσα χρόνια (περίπου το ένα τρίτο από ολάκερη τη ζωή του) μαθήτεψε στην Ακαδημία, νούς και αναγνώστης, άς το ευχόμαστε- μισό σοβαρά και μισό χωρατεύοντας-πώς τα δυό παραβγάλματα θα βάζουν και εμάς πάντα το «νού» μας σε κίνηση όταν «αναγνώνομε» τους παλαιούς. Μιά τέτοιας λογής κίνηση, μαζί με ορισμένα ωφέλιμα συμπεράσματα γύρω από την τέχνη του γραψίματος γενικά- τουλάχιστο σε μιά περίπτωση, τη δικιά μου- δοκίμασαν να παρουσιάσουν οι παραπάνω, μπορεί, ασυστηματοποίητες, αλλά γεμάτες ευγνωμοσύνη σελίδες για τους αρχαίους κριτικούς.

        Κηφισιά, Φεβρουάριος 1977

1., Το interpretieren του Μάρξ να χρησιμοποιηθεί σωστά μονάχα για τη δυτική φιλοσοφία-πού πρωταρχίζει να ξε-ή από-χωρίζεται καθαρά από τις θετικές επιστήμες στο τέλος του 18ου και στην αρχή του 19ου αιώνα-και πάλι όχι ολόκληρη. Το παράξενο είναι πώς το αθέμιτο ξεχώρισμα γίνεται με την ανοχή της δυτικής φιλοσοφίας. Στον υπόλοιπο χρόνο ή στις πέντε ηπείρους και σε όλες τις άλλες εποχές, οι άνθρωποι φιλοσοφούν για πολλά άλλα πράγματα, αλλά με κύριο στόχο, όχι το interpretieren, αλλά να βρούν τελικά ποιός θα ήταν ο καλύτερος τρόπος ζωής ή, κατά την αρχαία ελληνική έκφραση, ο άριστος βίος.

Ζήσιμος Λορεντζάτος, ΑΡΧΑΙΟΙ ΚΡΙΤΙΚΟΙ, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1978, σελ. 93-102.

  Το κελάρι του Στοχαστή

    Διαβάζοντας Το Περί Ύψους του Λογγίνου και τα κατά καιρούς σχόλια που έχουν γραφτεί για αυτό το αινιγματικό και σε σημεία του σκοτεινό κείμενο, επανέρχεται στη σκέψη μας το καίριο ερώτημα που παραμένει πάντα επίκαιρο και ενδέχεται αναπάντητο ακόμα και στις ημέρες μας για την Ανθρώπινη- Ελληνική Σκέψη, Φιλοσοφία και Στοχασμό. Είναι η Φύσις υπέρτερη της Τέχνης, δηλαδή Ζωή είναι σημαντικότερη ή μήπως η Καλλιτεχνική Δημιουργία της Ζωής; Ένα ερώτημα που κάθε γενιά καλλιτεχνών και στοχαστών, λογίων και διανοουμένων, συγγραφέων επαναδιαπραγματεύεται με τα δικά της καλλιεργημένα κριτήρια τηρουμένων των ιστορικών, κοινωνικών και πνευματικών συνθηκών που ζει και δημιουργεί χαράσσοντας τα ίχνη της στον χρόνο και την ιστορία. Η ματιά του Ζήσιμου Λορεντζάτου καθώς εξετάζει, για την ακρίβεια ανοίγει μία συνομιλία με το αρχαίο κείμενο, και κατ’ επέκταση με την ελληνική γλώσσα, είναι και αυτή προσανατολισμένη μέσα σε ένα πλαίσιο προβληματισμού που απασχολούσαν του Έλληνες της αστικής τάξης της γενιάς του και των πολιτικών και πνευματικών προσδοκιών τους. Η εξεταστική και συμπερασματική, αξιολογική σύγκριση του Ζήσιμου Λορενζάτου των τριών κριτικών κειμένων της αρχαιότητας, το Περί Ποιητικής (4ος αιώνας π.Χ.), το Ars Poetica (1ος αιώνας π.Χ.) και το Περί Ύψους (1ος αιώνας μ.Χ.), είναι συντριπτική για τα δύο τελευταία όπως μας δηλώνει ο ίδιος στον σύντομο Πρόλογό του. Επισημαίνοντάς μας όμως, ότι: «Ωστόσο και από τα τρία κείμενα μαζί μπορεί να βγάλει κανένας ωφέλιμα συμπεράσματα για την τέχνη του γραψίματος γενικά, όχι μόνο στην αρχαιότητα, αλλά πάντα, και πολλά να μάθει για πολλά (της τέχνης αυτής).». Το ζητούμενο λοιπόν είναι κοινό και για τα τρία συνεξεταζόμενα κείμενα της αρχαιότητας, τρία κείμενα Κριτικής Σκέψης και Συλλογιστικής προερχόμενα από διαφορετικούς του Ελληνισμού της πνευματικής μας κληρονομιάς αιώνες, τα οποία έγιναν στην διάρκεια των αιώνων της ανθρωπότητας παραδειγματικό μοντέλο για την Τέχνη του γραψίματος και της Κριτικής θεωρίας. Τα αρχαία κείμενα κριτικής θεωρίας, είναι οι πρώτες βάσεις (το πρώτο σκαλί;), στο ποιά μέθοδο οφείλει να ακολουθήσει ένας συγγραφέας ώστε το έργο του να συγκαταλεχθεί στα Υψηλά δηλαδή τα Κλασικά, στην ιστορία του Πολιτισμού. Φράση την φράση, λέξη την λέξη ο Λορενζάτος, παράγραφο την παράγραφο διαβάζει τα κείμενα, τα ξεψαχνίζει και μας εκθέτει τις θέσεις και αντιλήψεις του όχι από καθέδρας, ένας φιλόλογος φορτωμένος τα εκπαιδευτικά και φιλολογικά προικιά των οικογενειακών του παρακαταθηκών αλλά σαν ένας απλός καθημερινός μαϊστορας που διερευνά θέματα της ελληνικής παράδοσης. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί στην ανάπτυξη της συλλογιστικής του, οι λέξεις που υιοθετεί στην έκθεση των επιχειρημάτων του, η μείξη λατινικών ορολογιών με ελληνικούς ή σύγχρονους ευρωπαϊκούς όρους δηλώνουν στο πώς υφαίνει τον λόγο του ώστε να γίνει κατανοητός ακόμα και από τον πλέον αμύητο αναγνώστη. Η επικουρική στήριξη μέσα σε παρένθεση αποσπασμάτων των αρχαίων κειμένων που παραπέμπει, φανερώνει την δυναμική του λόγου του, την μαρτυρία της φωνής του, την καθαρότητα της σκέψης του και την «αλήθεια» των συμπερασμάτων του. Θεωρώ, αν δεν λαθεύω, ότι το μικρό βιβλιαράκι του Ζήσιμου Λορεντζάτου «Αρχαίοι Κριτικοί» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίκαρος το 1978, με την μικρή μελέτη του που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά, Αθήνα 1978, «Παλίμψηστο του Ομήρου» και φυσικά την Εκλογή της «Ελληνικής Κριτικής Σκέψης» που εκδόθηκε από τον Ίκαρο δύο χρόνια νωρίτερα, 1976, ένα προσωπικό του Παρουσίασμα με αποσπάσματα από έργα του [Διονυσίου Σολωμού, Ιάκωβου Πολυλά, Κωστή Παλαμά, Κ. Σ. Σοκόλη, Ιών Δραγούμη, Δ. Ζαχαριάδη, Μάρκου Αυγέρη, Ι.Α. Σαρεγιάννη, Τέλλου Άγρα και Γιώργου Σεφέρη], αν κοιταχθούν σαν μία ενιαία κριτική ενότητα θεώρησης της Ελληνικής Σκέψης θα μας δώσουν-στην εποχή τους- το στίγμα των κριτικών θέσεων του Ζήσιμου Λορεντζάτου όσον αφορά ζητήματα του Ελληνισμού και της Ελληνικής παράδοσης. Οι επιλογές του δεν είναι τυχαίες, ούτε ας μου επιτραπεί και η μη συμμετοχή ελλήνων ποιητών του ύψους και της ποιότητας ενός Οδυσσέα Ελύτη ο οποίος πριν εκπνεύσει η δεκαετία του 1970 θα φέρει στην Ελλάδα το δεύτερο Νόμπελ της και θα διαδώσει την ελληνική λυρική ποίηση για μία ακόμη φορά μετά τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη στα πέρατα της οικουμένης. Αλλά ακόμη και η συγγενική μάλλον φωνή προς τον Λορεντζάτο Σκέψη του υπερρεαλιστή ποιητή και εικαστικού Νίκου Εγγονόπουλου (όσον αφορά τα ζωοποιά στοιχεία της παράδοσης) απουσιάζει από την προβληματική του Λορεντζάτου και τις Επιλογές του. Αν εποπτικά δούμε και διαβάσουμε τα θεωρητικά μικρά και μεγάλα κείμενα του Ζήσιμου Λορεντζάτου θα συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είναι ούτε άστοχες, ούτε τυχαίες οι Επιλογές και οι έρευνές του και οι φιλολογικοί του σχολιασμοί και παρατηρήσεις που κάνει για έλληνες δημιουργούς και φυσικά ξένους. Κάπου αποσκοπούν όλα αυτά και κάτι θέλουν να μας δηλώσουν. Τώρα, στο πώς χρησιμοποίησαν και «εκμεταλλεύτηκαν» οι μεταγενέστεροι αναγνώστες και σχολιαστές του τις ιδέες και τα λεγόμενά του, τις απόψεις και θέσεις του είναι ένα άλλο κεφάλαιο ίσως όχι από τα πλέον φωτεινότερα της ελληνικής δοκιμιακής γραμματείας. Αλλά ας μην επεκταθούμε μια και ο δρόμος είναι μακρύς και οι  κατά καιρούς προβολείς φωτισμού του πολύπλευροι.

    Το σίγουρο πάντως είναι ότι ο λόγος, το πνεύμα και οι φωνές των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων παραμένουν πολιτιστικά κληροδοτήματα όχι μόνο του Ελληνισμού αλλά ολόκληρης της Ανθρωπότητας και εξακολουθούν να γονιμοποιούν την σύγχρονη σκέψη, διανόηση και γραφή όσων ενδιαφέρονται. Και ο Λογγίνος και το Περί Ύψους του είναι μία από τις αφορμές.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

6/7/2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου