Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ- INGMAR BERGMAN

 

ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ- INGMAR BERGMAN

(Ουψάλα Σουηδία 14/7/1918-Faro Σουηδία 30/7/2007)

    Η μνήμη των εφηβικών μας χρόνων και της γενιάς μας-μετά την σκοτεινή επταετία (1967-1974)- θυμάται και τιμά μία σημαδιακή Ευρωπαϊκή ημερομηνία, αυτήν της 14 Ιουλίου Ημέρα Εορτασμού της Γαλλικής Επανάστασης και κατάληψη της Βαστίλης το 1789 που άλλαξε τον χάρτη της παγκόσμιας ιστορίας. Η δική μας, της πατρίδας μας πολιτική μεταπολίτευση, επήλθε εκατόν ογδόντα πέντε χρόνια αργότερα, στις 24 Ιουλίου 1974, δυστυχώς με την απώλεια και την σκλαβιά του Κυπριακού Ελληνισμού που ακόμα και σήμερα Ιούλιος του 2026, παραμένει διαιρεμένη η Μεγαλόνησος με την σιωπηρή «αποδοχή» της υφιστάμενης κατάστασης Δυτικών και Ανατολικών ισχυρών στρατιωτικά και οικονομικά δυνάμεων και συμμάχων κρατών και συνασπισμών. Οι περισσότεροι-αν όχι όλοι- από τους πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου είτε στην Ελλάδα είτε στην Κύπρο, είτε στο εξωτερικό (πρέσβεις, διπλωμάτες και άλλοι υπηρεσιακοί παράγοντες) έχουν φύγει από την ζωή, δίχως ποτέ να λογοδοτήσουν απέναντι στην Δικαιοσύνη για την άφρονα τότε πολιτική και τα λάθη τους με τα ολέθρια αποτελέσματα. Οι νεότερες ηλικιακά γενιές του Ελληνισμού οτιδήποτε γνωρίζουν για την Κυπριακή Τραγωδία είναι από τις ετήσιες επετειακές εκδηλώσεις μνήμης και τα βιβλία και άρθρα που γράφονται και κυκλοφορούν έκτοτε αναδιφώντας σε ελληνικά, κυπριακά ή ξένα αρχεία και μαρτυρίες, των ασχολουμένων ερευνητών, ιστορικών και δημοσιογράφων με το ζήτημα. Δεν χρειάζεται να σημειώσουμε ότι θα φύγει και η δική μας γενεά από την ζωή και το Κυπριακό ζήτημα θα παραμένει άλυτο και αδικαίωτο.

  Την ίδια ημερομηνία, 14 Ιουλίου στην Ουψάλα της Σουηδίας (14 Ιουλίου του1918) είδε το φώς του ήλιου ένας από τους σπουδαιότερους παγκοσμίως ευρωπαίους σκηνοθέτες, σεναριογράφος, κινηματογραφιστής, θεατράνθρωπος, συγγραφέας, ο μεγάλος Σουηδός Σκηνοθέτης ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ- INGMAR BERGMAN (14/7/1918- Faro 30/7/2007). Για το έργο του Σουηδού σκηνοθέτη έχουμε γράψει σε αρκετά σημειώματά μας στα Λογοτεχνικά Πάρεργα και κρίνει μεταφρασμένα στα ελληνικά βιβλία του, πχ. 4/8/2018, για το βιβλίο του «Το Αυγό του φιδιού» 27/7/2017 κ.ά., και έχουμε αναρτήσει κρίσεις τρίτων για ταινίες του και τον ίδιο.

   Ο παθιασμένος και ταλαντούχος, χαρισματικός αυτός καλλιτέχνης με την Τέχνη του Θεάτρου και του Κινηματογράφου, υπήρξε από τους πλέον αγαπητούς και συζητήσιμους δημιουργούς της γενιά μας και όχι μόνο. Οι κινηματογραφόφιλοι και θεολογίζοντες (ορθόδοξοι και μη) λόγιοι και διανοούμενοι έλληνες στοχαστές και συγγραφείς, είχαν στρώσει το «χαλί» γνωριμίας μας μαζί του, είχαν γράψει και δημοσιεύσει άρθρα, σχόλια και μελέτες για τον σημαντικό αυτόν σκηνοθέτη γιό Λουθηρανού πάστορα. Είχαν μιλήσει για την υπαρξιακή του απαισιόδοξη φιλοσοφία και πώς αποτυπώνονται πάνω στο λευκό πανί, είχαν αναλύσει τις θεολογικές του θέσεις που εκφράζουν οι χαρακτήρες, οι στάσεις και τα σεναριακά λόγια των ηρώων και ηρωίδων του, τις έντονες και ισχυρές επαναλαμβανόμενες υπαρξιακές του αγωνίες, ενοχές, τύψεις, διλήμματα, στάσεις ζωής που εκφράζουν τα αντρόγυνα πρότυπα των πρωταγωνιστών του. Μας μίλησαν για τις ατομικές του απόψεις, στο πώς βλέπει τον ρόλο του άντρα και της γυναίκας, τις κινηματογραφικές του μονομανίες, στο πώς διαπραγματεύτηκε στις ταινίες του τις σχέσεις των δύο φύλων, του έρωτα, της ευτυχισμένων στιγμών του και της διάλυσης του γάμου, των οικογενειακών σχέσεων, τις σχέσεις γονέων με τα παιδιά τους, την εκπαιδευτική και θρησκευτική αγωγή τους, τα παιδικά τραύματα και κατοπινές ενοχικές τύψεις. Αυτοβιογραφικές κυρίως οι ταινίες του, ένα τεράστιο μητριαρχικό ταμπλό που όλοι και όλα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση, σε μία κοινωνική και υπαρξιακή ρευστότητα. Μας φώτισαν τους κοινωνικούς του προβληματισμούς, τις μεταφυσικές του αγωνίες, την επιρροή του από υπαρξιστές φιλοσόφους όπως ο Σιόρεν Κίρκεγκαρντ, θεατρικούς συγγραφείς όπως ο Αύγουστος Στρίνμπεργκ, Σουηδούς σκηνοθέτες και γυναικείες περσόνες του Σουηδικού κινηματογράφου, σταθερά πρόσωπα-πρωταγωνιστές στις ταινίες του. Οι αναλυτές και σχολιαστές των ταινιών του στάθηκαν ιδιαίτερα και ερμήνευσαν στο πως αντιμετωπίζει στα έργα του, διαχειρίζεται φλέγοντα θέματα όπως είναι το φαινόμενο του Θανάτου, την ύπαρξη ή αντίστοιχη ανυπαρξία του Θεού στις κοινωνίες των ανθρώπων, την Σιωπή του ή την Απουσία του και πώς γεμίζεται το κενό αυτό στις ζωές και τις μεταξύ τους σχέση των ανθρώπων. Την σχέση πίστη και απιστίας και ποιοι οι δίαυλοι επικοινωνίας ή ακοινωνησίας, το θέμα της Αγάπης στις διαπροσωπικές και κοινωνικές σχέσεις ως η μόνη σωτηρία των ανθρώπων. Μας περιέγραψαν στο πώς φιλοτεχνεί με μουντά ή φανερά χρώματα το οικογενειακό πουριτανικό και θρησκόληπτο περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε και ανατράφηκε, διαπαιδαγωγήθηκε. Την σχέση του από την μικρή του παιδική ηλικία με την τέχνη του Θεάτρου και του Κινηματογράφου, την συγγραφή πρωτόλειων έργων του που έγραφε, ερμήνευε στα μέλη της οικογένειάς του, τις παιδικές του αταξίες, τιμωρίες, παιχνίδια, κρυψώνες, ντροπαλοσύνες απέναντι στους ξένους και τα δεσίματά του με το γυναικείο προσωπικό που φρόντιζε την οικογενειακή του εστία και την φαμίλια του. Στο πώς υποδέχτηκαν κατά καιρούς τις ταινίες του οι Ευρωπαίοι Κριτικοί Κινηματογράφου και οι συνάδερφοί του σκηνοθέτες και άλλοι ιθύνοντες της κινηματογραφικής παραγωγής των ημερών του. Η κινηματογραφική κριτική δεν υπήρξε πάντα θετική απέναντι στις ταινίες του, τις θεματικές του επιλογές, την προβληματική των  ιδεών του και τις άλλες του επιλογές, ίσως και την μεγάλη ευκολοφιλμογραφία του. Οι διεθνείς δημόσιοι προβληματισμοί και ενστάσεις για ταινίες του, που είχαν εμφανιστεί στις παγκόσμιες οθόνες και προβληθεί πέρα από τα Σουηδικά Κινηματογραφικά σύνορα μετά το τέλος του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου ήσαν δίσημοι, όχι πάντα απορριπτικοί. Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είχε κατορθώσει με την μαγεία του φανού του να αποκτήσει φανατικούς φίλους υποστηρικτές, θεατές των ταινιών του είτε αρνητές του. Είτε όμως με τις θετικές είτε με τις αρνητικές κρίσεις και κινηματογραφικούς και άλλους σχολιασμούς είχαν καταστήσει το όνομά του και τις ταινίες του παγκόσμιο καλλιτεχνικό γεγονός όποτε προβάλλονταν και θέμα δημόσιας συζήτησης στα διάφορα κινηματογραφικά φεστιβάλ που συμμετείχε για πάνω από μισό αιώνα.

Ας μας επιτραπεί να υπενθυμίσουμε στίχους ενός ελληνικού τραγουδιού που ήταν ένα από τα σουξεδάκια της αξέχαστης Μαρινέλλας που δηλώνουν την αντιμετώπισή του από μεγάλη μερίδα του ελληνικού κοινού. «Είμαι η Μαίρη, η Μαιρούλα το μεράκι σου…. πήγα και είδα και του Μπέργκμαν την Σιωπή και δεν κατάλαβα τι ήθελε να πει…». Από την άλλη μεριά των καλλιτεχνικών τειχών υπερβολικά θετική ήταν η κρίση και η άποψη του θεολόγου και στοχαστή Χρήστου Γιανναρά. Η κινηματογραφική κρίση του έμπειρου Βασίλη Ραφαηλίδη ήταν πάντα μία μαρξιστική θεώρηση των ταινιών του με συγκεκριμένα κλειδιά ερμηνείας τους. Το βέβαιο πάντως υπήρξε ότι οι ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν με την συγκεκριμένη θεολογική και υπαρξιακή προβληματική και μεταφυσική ταυτότητά τους υπήρξαν ένα είδος «εκπαιδευτηρίου» για τους φιλότεχνους και κινηματογραφόφιλους νέους και νέες της γενιάς μας στους χρόνους μετά την μεταπολίτευση. Οι ταινίες του ακόμα και αν μας προβλημάτιζαν περισσότερο από όσες ήταν οι απαιτούμενες γνώσεις και εμπειρίες της ηλικίας μας πάντα είχαν κάτι να μας πούν. Πρώτα εισήλθε στις ζωές μας η δική του αισθητική και προβληματική και θεώρηση των πραγμάτων ζωής και κατόπιν άλλων σημαντικών σκηνοθετών, όπως παραδείγματος χάριν του Ρώσου Αντρέϊ Ταρκόφσκι, ενός ορθόδοξου σλάβου σκηνοθέτη και λογίου του οποίου το κινηματογραφικό έργο και τα γραπτά βρίσκονται στον αντίποδα των αντιλήψεων-αν δεν λαθεύω- του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Εδώ θα μπορούσε να αντιτάξει κάποιος ότι ο Σουηδός σκηνοθέτης είναι προγενέστερος ηλικιακά, ήταν ήδη γνωστός και καταξιωμένος όταν εμφανίστηκαν στο προσκήνιο οι ταινίες του Αντρέϊ Ταρκόφσκι, κάτι που του δίνει το προβάδισμα. Ότι αν και οι δύο Ποιητές Σκηνοθέτες της παγκόσμιας έβδομης τέχνης (όπως και ο ιταλός Πιέρ Πάολο Παζολίνι) η θεολογική- οντολογική τους ματιά πάνω στα προβλήματα της ζωής διαφέρουν, κάτω από άλλο θρησκευτικό πρίσμα βλέπουν τις σχέσεις των σύγχρονων ανθρώπων όπως διαμορφώθηκαν από τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας μετά το πέρας του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Τα προτάγματα και οι προτεραιότητες ζωής άλλαξαν, η ερημία και το άξενο των μεγαλουπόλεων, η ατομική και κοινωνική μοναξιά, οι διάφορες αβεβαιότητες από τις αλλαγές των κοινωνικών συνθηκών, η καταστροφή του πλανήτη και η αλόγιστη υπερεκμετάλλευση της Φύσης και του Φυσικού πλούτου, η έντονη και κυρίαρχη από- ιεροποίηση του βίου μας, αυτό που οι κοινωνιολόγοι ονόμασαν απομάγευση, τα καινούργια, σύγχρονα μεταφυσικά ερωτήματα που έθεσε ο άνθρωπος μετά καθώς είχε βλέψεις να πατήσει και να γνωρίσει άλλους πλανήτες πέρα από τον πλανήτη Γη, να εξερευνήσει το Διάστημα. Όλα αυτά τα καινούργια προτάγματα και οι μεταφυσικοί προβληματισμοί που έθεσε η ανθρώπινη ύπαρξη καταργώντας ή αγνοώντας παλαιές, αρχέγονες θρησκευτικές και μυθικές βεβαιότητες και αντιλήψεις, αναπάντητα καινούργια ερωτήματα, απορίες και διλήμματα που θέτονται στους μοντέρνους καιρούς μας μετά από τους χρόνους του Διαφωτισμού και της Αναγέννησης, μακριά και πέρα από μοναστικές σκήτες και διδαχές γερόντων, παραδοσιακά της κρατικής ηθικής χριστιανικά σπουδαστήρια αγωγής ψυχών και σωμάτων. Οι σχέσεις των δύο φύλων δεν είναι πλέον οι ίδιες μέσα στην Ιστορία, ο ρόλος τους μέσα στην Κοινωνία, οι θέσεις τους απέναντι στον Κόσμο, την επαναγνωριμία του και απολαύσεις του. Δεν είναι ίδια η οντολογική ματιά του Μπέργκμαν με του Ταρκόφσκι, δεν είναι θέμα μόνο πίστης ή μη πίστης, εμπιστοσύνης ή αμφισβήτησης απέναντι σε μία ανώτατη αρχή της χριστιανικής παράδοσης και φιλοσοφία αντιμετώπισης των προβλημάτων. Είναι άλλες οι ρίζες της θρησκευτικής παράδοσης του Σουηδού και άλλες του Ρώσου. Άλλες οι εκπαιδευτικές προσλαμβάνουσες και αγωγή του Μπέργκμαν και άλλες του Ταρκόφσκι. Έπειτα, υπάρχει κάτι καλλιτεχνικά εντελώς ουσιαστικό σαν διαφορά στο βλέμμα τους και στις επιλογές τους, ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι κυρίως άνθρωπος του Θεάτρου, είναι Θεατράνθρωπος όπως ο ίδιος συχνά μας εξομολογείται τον μαγεύει περισσότερο η τέχνη του Θεάτρου, της Θεατρικής Σκηνής από τον κινηματογραφικό φακό. Αντίθετα στον Αντρέϊ Ταρκόφσκι αν δεν λαθεύω δεν συναντάμε θεατρικές φόρμες, σκηνές ακόμα και στιγμιότυπα μέσα στις ταινίες του, τα πλείστα των πλάνων του είναι εξωτερικά σε υπαίθριους χώρους, στο άπλωμα του φυσικού τοπίου της Ρώσικης γης. Αντίθετα στο Μπέργκμαν η κινηματογραφική του ματιά είναι στραμμένη μέσα στο σπίτι, τα δωμάτιά του, το σπιτικό περιβάλλον με ότι είναι στολισμένο και φορτωμένο σε έπιπλα και άλλα αντικείμενα. Είναι η οπτική του αν στέκει «κλειστοφοβική» λες και βρισκόμαστε σε θρησκευτικό ασκητήριο. Εδώ η τεχνική του διαφέρει και από τον Δανό σκηνοθέτη Καρλ Ντράγιεφ και τα βασανιστικά του εξωπραγματικά οράματα. Αντίθετα πάλι, η οπτική του Ταρκόφσκι απέναντι στον χριστιανό Θεό και τον ιδεότυπό του Χριστό είναι διθυραμβική, η εμπιστοσύνη της πίστης του Αντρέϊ Ταρκόφσκι είναι όχι μόνο δεδομένη, δεν έχει χαραμάδες αμφισβήτησης αλλά και φανερώνεται διαρκώς από ταινία σε ταινία, από πλάνα σε πλάνα ως η μόνη καλλιτεχνική του πρόταση με βαθιές της ρώσικης ορθόδοξης παράδοσης ρίζες κλαδιά που εκβλαστάνουν μέχρι τον ίδιο. Ο Ταρκόφσκι σαν καλλιτέχνης δεν αναζητά την δική του αλήθεια αλλά την αλήθεια της συνέχειας της παράδοσής του, του τόπου του και του λαού του. Από την άλλη, ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ενώ δανείζεται θρησκευτικά στοιχεία και ανιχνεύει τους θεολογικούς δρόμους αγωγής της δικής του χώρας και εκπαίδευσης, θραύει τα πουριτανικά στερεότυπα, τα καταγγέλλει, τα καυτηριάζει, τα απορρίπτει και τραβώντας τις διαχωριστικές ατομικές του  γραμμές αναζητά και διερευνά την δική του αλήθεια, την αλήθεια των εμπειριών ζωής του που βίωσε, αυτήν που με την πληθωρική του καλλιτεχνική προσωπικότητα και ευαισθησία προβάλλει πάνω στην λευκή οθόνη προκαλώντας αρκετές φορές αντιδράσεις μια και είναι ακατανόητη και μη αποδεκτή από το ευρύ κοινό και μάλιστα διαφορετικών χωρών, παραδόσεων και θρησκευτικών δοξασιών. Ο φακός του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι αυστηρά προσωπικός τόσο συνειδησιακά όσο και συναισθηματικά, ο Μπέργκμαν είτε μας αποκαλύπτεται στους προβληματισμούς του και στα διλήμματά του ως άτομο είτε ως σκηνοθέτης δεν παύει να αναζητά και να προβληματίζεται πάνω στην δική του αλήθεια ως καλλιτέχνης. Ίσως σε ορισμένα από τα σενάριά του και τα κινηματογραφικά πλάνα του να δίνει την αίσθηση ότι «μπλοφάρει» όπως το μικρό παιδί που δίνει την δική του απάντηση στους γονείς του για να αποφύγει την τιμωρία τους και να τον ανταμείψουν με ένα γλύκισμα, ίσως να έμεινε μέσα στους αόριστους κανόνες ενός παιχνιδιού μεταξύ πίστης και απιστίας, βεβαιότητας και αμφιβολίας το αποτέλεσμα πάντως είναι ότι η επιδραστικότητα της ματιάς του και των γραπτών του είναι διαρκής και η εμβέλειά τους καθορίζει τους θεατές ακόμα και σήμερα, αν και θα αναρωτιόμασταν και εμείς μαζί του, πόσοι άραγε βλέπουν σήμερα τις ταινίες του, πόσοι συνομιλούν με τα έργα του. Τι από αυτά τα καλλιτεχνικά αριστουργήματα που μας κληροδότησε γονιμοποιούν ακόμα ανθρώπινες συνειδήσεις, καλλιεργούν ψυχές πιστών και απίστων, φωτίζουν ανεξερεύνητα μονοπάτια της ψυχής και συμπεριφορές ατομικών συναισθημάτων και τροφοδοτούν αμπελώνες αγάπης και ελέους. Σε κάποια από τις συνεντεύξεις του ο μάγος Σουηδός σκηνοθέτης λέει μεταξύ άλλων:

«Στην ερώτηση λοιπόν για τις επιδιώξεις των ταινιών μου, θα μπορούσα να απαντήσω: «Θέλω να είμαι ένας από τους καλλιτέχνες του καθεδρικού ναού που υψώνεται πάνω στην πεδιάδα. Θέλω να βγάλω από την πέτρα το κεφάλι ενός δράκοντα, ενός αγγέλου, ενός δαίμονα, ή έστω ενός αγίου- αδιάφορο σε κάθε περίπτωση νιώθω την ίδια χαρά. Δεν έχει σημασία αν είμαι πιστός ή άπιστος, χριστιανός ή ειδωλολάτρης’ εργάζομαι για το χτίσιμο του ναού μαζί με τους άλλους, γιατί είμαι καλλιτέχνης κι έμαθα ν’ αποσπώ από την πέτρα μορφές, μέλη και σώματα. Δε μ’ ενδιαφέρει η υστεροφημία, ούτε οι κρίσεις των συγχρόνων μου. Το όνομα και ο επώνυμό μου δεν βρίσκονται χαραγμένα πουθενά και θα εξαφανιστούν μαζί μου. Όμως ένα μικρό κομμάτι του εαυτού  μου θα επιζήσει μέσα στη θριαμβική ανώνυμη ολότητα του ναού’ ένας δράκοντας ή ένας δαίμονας, έστω ένας άγιος- αδιάφορο:». Σελ. 17.

Από το βιβλίο ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ, Σύνταξη Διαμαντής Λεβεντάκος, Κείμενα: Ι.Μ., Βέρνον Γιανγκ, Πιο Μπαντέλλι, Γκουίντο Αρίσταρκο, Μωρίς Γκραβιέ, Ρόμπιν Γουνντ, Γιορν Ντοννερ. Έκδοση Κάμερα- Στυλό. Αθήνα Νοέμβρης 1973. (ανάμεσα στους τρείς έλληνες μεταφραστές διαβάζουμε και το όνομα του ποιητή και μεταφραστή Λουκά Θεοδωρακόπουλου).

   Αυτή η σπινθηροβόλα σκέψη-απόψεις που κοινοποιήθηκαν πριν δεκαετίες από έναν καλλιτέχνη, πιστεύουμε αλήθεια ότι θα μπορούσαν να τις ξεστομίσουν πολλοί, ακόμα και από χείλη ιερωμένων ακούστε τι ξεστομίζονται στο διαδίκτυο, θα μπορούσαν αυτά τα άτομα να είναι φίλοι μας, να τους συμβουλευτούμε, να γίνουμε ομοτράπεζοί τους στα βάσανα της ζωής; δεν νομίζω. Το ίδιο θα γράφαμε και για τις δύο περιπτώσεις του ιταλού σκηνοθέτη και ποιητή Πιέρ Πάολο Παζολίνι που έμεινε δέσμιος μέσα στον κομμουνιστικής ατμόσφαιρας καθολικισμό του αλλά και στο ποιητή- σκηνοθέτη Ρώσο Ορθόδοξο Αντρέι Ταρκόφσκι που περισσότερο γυρίζει ταινίες ως πιστός και όχι ως ανεξάρτητος και ελεύθερος καλλιτέχνης. Ο Ταρκόφσκι είναι πρώτα πιστός και μετά σκηνοθέτης ο Μπέργκμαν όχι είναι πρωτίστως ένας σκεπτόμενος στοχαστής καλλιτέχνης έστω και αν καταβασανίζεται, το βλέμμα του είναι αντι- αυτοενοχικό. Δεν έχει αυτήν την «μαζοχιστική» τάση που έχει η μεταφυσική ματιά του Καρλ Ντράγιεφ, ούτε την κάπως αντιστοχαστική του Ζαν Λ. Γκοντάρ στην θρησκευτική κινηματογραφική εκδοχή.

    Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν διψά για επικοινωνία, λατρεύει αν και μοναχικός την συνύπαρξη με καλλιτέχνες και άτομα που έχουν κάτι ουσιαστικό και αληθινό σαν χαρακτήρες ανεξάρτητα αν συμφωνούσαν με την οπτική και την φιλοσοφία των ταινιών του. Δεν έδινε εύκολα συνεντεύξεις, βλέπε την συζήτηση που είχε μαζί του ο έλληνας δημοσιογράφος Θανάσης Λάλας για την εφημερίδα «Το Βήμα», Κυριακή 18/12/1994, "Ο άνθρωπος είναι παιδί της αβεβαιότητας" που του παραχώρησε την συνέντευξη μόνο και μόνο γιατί το όνομα Λάλας του θύμιζε μία παιδική του παραμάνα. Ο υπαρξιακός φιλοσοφικός στοχασμός του Σιορέν Κίρκεγκαρντ είναι το κέντρο αναφοράς του. Ένα από τα κλειδιά ερμηνείας και κατανόησης των ταινιών του, ακόμα και σήμερα που το μεταφυσικό αξιακό μας σύστημα έχει αλλάξει και οι διδαχές των μεγάλων παλαιών ανθρώπινων μύθων έχουν υποχωρήσει στις συνειδήσεις και στις ψυχές των ανθρώπων, των μεγάλων μαζών, σε ένα ιστορικό παρελθόν που παραμένει στην επιφάνεια του χρόνου λόγω παραδοσιακών τελετουργιών και σύνδεση της κρατικής ιδεολογίας με την θρησκευτική εξουσία.

    Θα μπορούσαμε στις μέρες μας να μιλήσουμε με τον ίδιο ένθερμο ζήλο για τις ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν; Θα στεκόμασταν με την ίδια ευλάβεια να παρακολουθήσουμε μπροστά στην οθόνη ενός χειμερινού ή καλοκαιρινού σινεμά έργα όπως η «Σιωπή», η «Έβδομη Σφραγίδα», η «Πηγή των Παρθένων», οι «Άγριες φράουλες», «Το Αυγό του φιδιού», την παραμυθένια «Φάννυ και Αλέξανδρος», τις «Κραυγές και Ψίθυροι», την «Περσόνα», τους «Οι Κοινωνούντες» και τόσα άλλα; Θα μας έκαναν την ίδια εντύπωση όπως παλαιά; Θα μας κέντριζαν το ενδιαφέρον για συζήτηση, ανταλλαγή απόψεων, προβληματισμών; Ή θα ήταν μία νυχτερινή κινηματογραφική έξοδο όμοια με άλλες; Ποιος βλέπει αλήθεια σήμερα τις ταινίες του Σουηδού σκηνοθέτη- ποιητή Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, πόσα αφιερώματα σε ταινίες του γίνονται στις ευρωπαϊκές ταινιοθήκες, μεταφράζονται τα σενάριά του και τα βιβλία του, αφιερώνονται σελίδες στις παγκόσμιες ιστορίες του Κινηματογράφου; Εξετάζονται τα Θεατρικά του έργα; Ανεβάζονται σε ξένες σκηνές. Ποια η κινηματογραφική συμβολή του σήμερα είκοσι περίπου χρόνια μετά τον θάνατό του; Σε έναν φανταστικό μελλοντικό Ναό της Τέχνης σε ποιο σημείο θα εικονογραφούσαμε την ιερή παρουσία του; Αν μας ξανά- αφηγούνταν τις μικρές αυτοβιογραφικές του ιστορίες μέσα στις ταινίες του θα το έκανε με τον ίδιο τρόπο; Αν ο ίδιος επέλεγε να διασώσει αυτό το κινηματογραφικό του λεύκωμα ποιες ταινίες θα συμπεριελάμβανε και ποιες θα άφηνε απέξω από αυτό της ζωής του προσωπικό άλμπουμ; Η κινηματογραφική του φόρμα και οι ρυθμοί έχουν και σήμερα την ίδια επίδραση στους νέους κινηματογραφιστές, ή ήταν μία ατομική του φιλμική «ιδιαιτερότητα» που εξέφρασε ή ζητούσε η εποχή του; εμβαπτυσμένες μέσα στο υπαρξιακό άγχος, την ψυχολογική μουντάδα, την θρησκευτική ομίχλη, το απαισιόδοξο κλίμα; Πάντως, αν δεν κάνουμε λάθος, η θεολογική παρακμή που εξέφρασε τις προηγούμενες δεκαετίες ο Σουηδός σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι μικρότερη από την σημερινή που ζούμε σε αυτόν τον διάχυτο ειδωλολατρικό χριστιανισμό πίστης ή απιστίας δεν έχει και πολύ σημασία. Η αράχνη στον τοίχο έπαψε να είναι «ζαχαρόπηκτη» σελ. 188 αν ήταν ποτέ μέσα στην ιστορική διαδρομή του ανθρώπου, έχει προ πολλού φανερώσει την δηλητηριώδη όψη της.

        Σε ερώτηση Ποια είναι σήμερα η στάση σου απέναντι στην κοινωνικά στρατευμένη φιλμική δημιουργία; Την καταδικάζεις;

Ο Μπέργκμαν δίνει την εξής Απάντηση:

Υπερασπίζομαι μόνο το δικαίωμά μου να είμαι αυτό που είμαι, ακριβώς όπως είμαι, το δικαίωμά μου να είμαι στρατευμένος όταν εγώ νομίσω και να δημιουργώ το έργο που με συγκινεί.

Ερώτηση: Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο στις μέρες μας;

Απάντηση: Δεν ξέρω. Εγώ όμως απαιτώ να έχω την δυνατότητα να το κάνω. Όταν θάρθει η μέρα που ο κόσμος δεν θα βλέπει πια τις ταινίες μου και που με κανέναν πια δεν θα μπορώ να συζητώ μέσα από τα έργα μου, τότε βέβαια θα πρέπει να σταματήσω. Αλλά προς το παρόν συνεχίζω…» σελ. 37-38

Μέρος Α΄

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

18 Ιουλίου 2026

            

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου