INGMAR
BERGMAN
“PERSONA”
Ο ΟΡΙΣΜΟΣ
ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥ
του Δημήτρη Δανίκα
Περιοδικό Ο
Ταχυδρόμος τχ. 176/ 26-7-2003, σ.21
Μεγάλο και εκτενές το Αφιέρωμα στον Σουηδό
σκηνοθέτη και σεναριογράφο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στα Λογοτεχνικά Πάρεργα. Το
αρχίσαμε στις 18 Ιουλίου και το συνδυάσαμε με κριτικές θέσεις ελλήνων κριτικών
κινηματογράφου, ιδιαίτερα, με την ματιά του Βασίλη Ραφαηλίδη, του Δημήτρη
Δανίκα του Νίνου Φένεκ Μικελίδη και άλλων. Προσπεράσαμε τις βιβλιοκριτικές
μεταφρασμένων στα ελληνικά βιβλίων-σεναρίων, θεατρικών του, την αυτοβιογραφία
του. Δεν σταθήκαμε στα θεατρικά του και τις θεατρικές κριτικές που
δημοσιεύτηκαν όταν παραστάθηκαν σε ελληνικές σκηνές. Αντιγράψαμε ελάχιστες
ξένες παλαιότερων ετών ανταποκρίσεις σε ελληνικές εφημερίδες για τις ταινίες
του. Προσπαθήσαμε, δίχως να γνωρίζουμε αν το κατορθώσαμε, οι αναρτήσεις να μην
μοιάζουν κάτι σαν κλειστή μουχλιασμένη αποθήκη Μπεργκμανικών ταινιών που
ανακαλύψαμε τυχαία το κλειδί της και είδαμε το φως της κινηματογραφικής κάμερα
του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και θαμπωμένοι μπήκαμε αρχίζοντας την περιπλάνηση. Θέλησα
να συνδυάσω την παλαιά κινηματογραφική μου εμπειρία και αίσθηση που μου άφησαν
οι ταινίες του όταν τις πρωτοείδα σε Αθηναϊκές και Πειραιώτικες Αίθουσες με
μνήμες, αναμνήσεις, εικόνες, παραστάσεις, φιλικές συντροφιές είτε μόνοι μας που
είδαμε τα έργα του. Ανθρώπινες θερμές και οραματικές διαδρομές πλάνα βίου και
καλλιτεχνικών ονείρων, φτερουγίσματα μιάς άλλης εποχής και κινηματογραφικών
συζητήσεων- αναζητήσεων εντός των γεωγραφικών ορίων της Πόλης μας, του Πειραιά
και εκτός. Είναι πλεονασμός να τονίσουμε ότι οι σκέψεις και οι παρατηρήσεις
μας, οι σχολιασμοί μας πάνω στα έργα του Σουηδού Ίνγκμαρ Μπέργκμαν που
παρακολουθήσαμε στην μεγάλη ή μικρή οθόνη- πλείστα από αυτά πάνω από δύο φορές-
ενέχουν το στοιχείο της ιδιοσυγκρασιακής γνώμης και όχι του ειδικού κριτικού. Η
ματιά μας ήταν πάντα από την σκοπιά ενός σταθερού κινηματογραφόφιλου θεατή με
κρίσεις που συμπληρώναμε κάθε φορά από ταινιοκριτικά δημοσιεύματα στον τύπο.
Παράλληλα, ξανά διαβάσαμε τα σενάριά του-τα βιβλία του- και εργασίες για την
καλλιτεχνική του διαδρομή, την κατάταξη της κινηματογραφικής του παραγωγής σε
χρονολογικές περιόδους όπως η διεθνής κριτική την οργάνωσε σχολιάζοντάς την.
Και από την μεριά μου προσπάθησα να διαμερισματοποιήσω την προβληματική και την
πολυεπίπεδη θεματογραφία του, τους σκηνοθετικούς του σχεδιασμούς και μεταφυσικές
εμμονές του, με δυό λόγια την αυτοβιογραφία της ζωής του, το κινηματογραφικό
οικογενειακό άλμπουμ και προσωπικό του ωραίο και ενδιαφέρον ταξίδι όπως ο ίδιος
μας το πρότεινε στα αριστουργήματά του. Μέχρι σήμερα παραμείναμε σταθεροί
θαυμαστές του, θεωρώντας ότι οι ταινίες του έχουν κάτι να μας πουν, να μας ψυχαγωγήσουν
να μας προβληματίσουν, στέκονται «θεραπευτικά φροντιστήρια» των ψυχών μας, παρά
το γεγονός ότι έχουν αλλάξει οι ιστορικές και κοινωνικές και μεταφυσικές
συνθήκες της γηραιάς ηπείρου, της ανθρωπότητας. Η ανθρώπινη ύπαρξη εξακολουθεί να
βρίσκεται σε κίνδυνο, να «φλερτάρει» με τον κίνδυνο καταστροφή της και των
άλλων μορφών ζωής πάνω στον πλανήτη όπως και τον περασμένο αιώνα που έζησε,
μεγάλωσε και δημιούργησε, κληροδοτώντας τα θαυμάσια κινηματογραφικά και
συγγραφικά του μεγαλουργήματα ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν.
Όσον αφορά τις κινηματογραφικές περιπλανήσεις
μας-μιάς ολόκληρης ζωής- για να είμαστε ειλικρινείς, ο ξένος ευρωπαϊκός και
αμερικάνικος κινηματογράφος σημάδεψε την αισθητική μας εξίσου με τον ελληνικό
σοβαρό, ποιοτικό αλλά και εμπορικό ασπρόμαυρο κινηματογράφο. Συνταξιδέψαμε με
τα είδωλά του, τα λαϊκά πρότυπά του, την ντοκουμενταρίστικη θεματογραφία του,
την ιστορική του διαδρομή, τον εξωτισμό του, την μαγεία που εκπέμπει σε μικρούς
και μεγάλους, (η Εικόνα), το άρωμα της ατμόσφαιρας της Έβδομης Τέχνης από την
εφεύρεσή της μέχρι σήμερα. Χαρήκαμε με τα νέα ρεύματά του και τους
πειραματισμούς του, καθώς και τα πρώτα δειλά βήματα του Νέου, Σύγχρονου
Ελληνικού Κινηματογράφου, τους παραγωγούς και τους συντελεστές του. Από την
Μαρία Πλυτά έως την πειραιώτισσα Λουκία Ρικάκη κοινά τα βαδίσματα. Ας μην λησμονούμε
εμείς οι Πειραιώτες ότι στην Πόλη μας, το πρώτο λιμάνι έκανε τα πρώτα του
μπουσουλήματα ο πρώιμος κινηματογράφος στην ανατολή του προηγούμενου αιώνα.
Εδώ, στα πειραϊκά χώματα και την θαλάσσια αύρα, ένας καλλιεργημένος οραματιστής
ο Σμυρνιός επιχειρηματίας ο Γιάννης Συνοδινός πρόβαλε τις πρώτες ταινίες όπως
μας λένε οι πειραϊκές πηγές, σε αίθουσα καφενείου, στέκι φιλότεχνων πειραιωτών,
όπου παίζονταν πρόχειρες θεατρικές παραστάσεις και οπερέτες φημισμένα ονόματα
τραγουδιστών της εποχής. Αρχές της πρώτη δεκαετίας του προηγούμενου αιώνα, περί
τα 1911 οικοδόμησε την πρώτη μόνιμη κινηματογραφική αίθουσα της Πόλης, το
κινηματοθέατρο «Ολύμπια», αυτό που εμείς οι νεότερες, σύγχρονες γενιές των
Πειραιωτών γνωρίσαμε ως Σινέ «Καπιτόλ». Δυστυχώς δεν υπάρχει πια όπως και άλλες
κινηματογραφικές αίθουσες. Η κινηματογραφοφιλία των Πειραιωτών σιγά-σιγά
έσβησε, χάθηκε και αυτή όπως και τόσα άλλα στους θυελλώδεις ανέμους της
μοντέρνας εποχής μας. Μικρή παρένθεση, αν διασχίσει κανείς την λεωφόρο
Γρηγορίου Λαμπράκη προς την περιοχή των Καμινίων θα δει την μεγάλη υπαίθρια
αλάνα του θερινού κινηματογράφου «Άνεσις» να οικοδομείται. Όσο για το θέατρο
και σινέ «Καλιφόρνια» στην περιοχή της Αγίας Σοφίας αν δεν κάνω λάθος δεν
λειτουργεί πια. Ας μην ξεφύγουμε όμως.
Σε μία μελέτη για την τέχνη της γέννησης του
Κινηματογράφου από τους αδερφούς Λυμιέρ, στην τελευταία πενταετία του 19ου
αιώνα αρχές του 20ου (28 Δεκεμβρίου 1895) είχα διαβάσει και με εντυπωσίασε, ότι
οι τότε αμάθητοι απλοϊκοί θεατές που είδαν για πρώτη φορά στο λευκό πανί ένα
Τραίνο σε κίνηση, υπήρξε τόσο μεγάλος ο φόβος τους γιατί πίστεψαν ότι η
Ατμομηχανή που έβλεπαν στην οθόνη- εν κινήσει- έρχονταν καταπάνω τους και θα τους
πατούσε, θα τους σκότωνε ώστε έτρεξαν να βγουν από την αίθουσα, να κρυφτούν.
Και να φαντασθεί κανείς ότι αυτή η μαγεία που προσφέρει η 7η Τέχνη οφείλεται σε
ένα μικρό «πρόβλημα» της όρασης που προέρχεται από την Φύση. Ένα φυσιολογικό
ελάττωμα των ματιών μας το «Μετοίκασμα». Μας λέει ο δάσκαλος του κινηματογράφου
και κριτικός Βασίλης Ραφαηλίδης στο πρώτο από τα «12 μαθήματα για τον
κινηματογράφο» σελίδα 16.
«Όπως είναι γνωστό, η οπτική εικόνα
παραμένει στον αμφιβληστροειδή χιτώνα επί 1/10 του δευτερολέπτου. Ο χρόνος
αυτός ποικίλλει από άνθρωπο σε άνθρωπο και είναι συνάρτηση της φωτεινότητας του
χρώματος κλπ. Αυτή η δυσπροσαρμοστικότητα του ματιού, αποτελεί την βάση του
«φαινομένου κινηματογράφος». Το μετείκασμα μπορούμε να το διαπιστώσουμε πάρα
πολύ εύκολα και απλά μόνοι μας, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια: δεν χάνουμε την
οπτική εικόνα από το οπτικό εγκεφαλικό κέντρο- αρκεί το ανοιγόκλεισμα να μην
είναι πιο αργό από το 1/10 του δευτερολέπτου.».
Έτσι, λοιπόν, από ένα λάθος στον έλικα του
RNA (DNA) γεννήθηκε η Ζωή πάνω στην Γη και από ένα λάθος των ματιών μας ο
ονειρικός κόσμος του κινηματογράφου που σαν άλλη «μάγισσα Κίρκη» εξακολουθεί να
μας μαγεύει με τις οπτικοποιημένες ιστορίες και ανθρώπινα συμβάντα και καταστάσεις που μας αφηγείται.
Όσον αφορά τώρα τα έργα του Ίνγκριντ
Μπέργκμαν μεταφέρω μία ακόμη κινηματογραφική κρίση, αυτή του Δημήτρη Δανίκα. Από
ένα απόκομμα που διασώθηκε στο μικρό μου αρχείο για τον Μπέργκμαν, είναι η
Κριτική παρουσίαση της ταινίας “Persona” του (1966). Για την ακρίβεια,
διαβάζουμε μεστές σταλαγματιές σκέψης, πινελιές ιδεών του γνωστού κριτικού κυρίου
Δημήτρη Δανίκα. Ένα ακόμη αριστουργηματικό ψυχογράφημα, κλειστοφοβικών
προδιαγραφών που συζητούνταν στον κύκλο των Μπεργκμανιστών και φαν των ταινιών
του και όχι μόνο για πολύ καιρό από όταν πρωτοπροβλήθηκε στις κινηματογραφικές
αίθουσες. Ο κύριος Δανίκας την συγκαταλέγει- την συγκρίνει-με ένα πανανθρώπινο
αριστούργημα και σύμβολο ειρήνης και των καταστροφών που επιφέρει ο πόλεμος από
τον χώρο των εικαστικών τεχνών, την «Γκουέρνικα» του ισπανού ζωγράφου. Ένα
αιώνιο, διαχρονικό σύμβολο αναγνωρίσιμο σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη.
Ένα σύμβολο που μας υπενθυμίζει μέχρι πιο σημείο καταστροφής μπορεί να φτάσει
το ανθρώπινο είδος και η αμυαλιά του.
Η σημαδιακή και σημαντική αυτή ταινία, η “Persona” είναι ένα ψυχολογικό δράμα
διάρκειας 85 λεπτών και θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα στην ιστορία του
παγκόσμιου κινηματογράφου παρά το απαισιόδοξο και το σκοτεινό κλίμα της σε αυτό
το παιχνίδι της Φωνής με την Σιωπή, της εναλλαγής του Προσώπου με το Προσωπείο
του, της Καλλιτεχνικής δημιουργίας με το φαινόμενο της Ζωής σε μία θεραπευτική
εξομολογητική αγωγή της Ψυχής και των «ελκών της». Η εμβληματική αυτή ταινία
βασίστηκε για ακόμη μία φορά σε δική του ιδέα και σενάριο, ενώ η φωτογραφία του
έργου ήταν του εμπνευσμένου πάντα Σβεν Νίκβιστ σταθερού συνεργάτη του όπως και
οι ήρωες- πρωταγωνιστές. Έπαιζαν η Λιβ Ούλμαν (Ελισάβετ Φόγκλερ), η Μπίμπι
Άντερσον (Άλμα- η Νοσοκόμα), ο Γκούναρ Μπιόρνστραντ (ο κύριος Βόγκλερ) και η
Μαργκαρέτα Κρούκ (η ιατρός). Σταθεροί, «μόνιμοι» ηθοποιοί που πρωταγωνιστούν
και σε άλλα έργα του Μπέργκμαν σε διαφορετικούς ρόλους. Ο Μπέργκμαν όπως
αποδεικνύεται αισθάνονταν ασφάλεια σαν καλλιτέχνης να συνεργάζεται συνήθως
σταθερά με τα ίδια φιλικά του πρόσωπα. Μέσω αυτών και του καλλιτεχνικού τους
χαρακτήρα και σωματότυπου μπορούσε ευκολότερα να εκφράσει τους δικούς του
προβληματισμούς, ιδέες, οραματισμούς και κοινωνικά μηνύματα. Σε ότι ο ίδιος
θεωρούσε ένα κοινό αλληλένδετο παιχνίδι της Ζωής με την Τέχνη, που, ως παιχνίδι
όφειλαν να εκλαμβάνουν και τα δύο φαινόμενα οι άνθρωποι. Ένα παιχνίδι έμψυχων
μαριονέτων.
Ο Σουηδός μεγαλοφυής σκηνοθέτης είναι ήδη
γνωστός και βραβευμένος όταν γυρίζει το ψυχολογικό αυτό δράμα του καλλιτεχνικού
διττού παιχνιδιού μεταξύ του Προσώπου και του Προσωπείου, της ύπαρξης και της
ουσίας, της ζωής και της καλλιτεχνικής δημιουργίας, σε ένα «πολεμικό» παιχνίδι δίχως
έλεος και ίσως και τέλος. Η Σιωπή και η Φωνή, η Ζωή και η Τέχνη σε μία συνέχεια
ως ενιαία αντιμετώπιση. Μια εναλλαγή των ρόλων μεταξύ της καλλιτέχνιδας που
αναζητά βοήθεια και επιλέγει την αλαλία, την άρνηση να αρθρώσει λέξη μπροστά
στην θεραπεύτριά της, η οποία σε μία αντιστροφή των θέσεων εξομολογείται εκείνη
τα δικά της εσώψυχα και ταραγμένο συναισθηματικό κόσμο στην καλλιτέχνιδα που
έχει μπροστά της αναζητώντας βοήθεια. Μιά φιλοσοφική πραγματεία ερωτηματικών
στοχασμών ή ακριβέστερα, μιά ψυχολογική εξερεύνηση του ίδιου ρόλου ως πρόσωπο
και ως προσωπείο, που στην ουσία είναι η Ψυχή. Για την ακρίβεια Άλμα στα
λατινικά σημαίνει η ευσπλαχνική, η πονόψυχη, ενώ στα ισπανικά σημαίνει Ψυχή. Ας
φέρουμε στο νου μας έργα του ισπανού ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα κλπ. Τα
προβλήματα της Ψυχής λοιπόν με το Άλλο της ως ολοκλήρωμα. Η ζωή ολοκληρώνεται
και όχι συμπληρώνεται με την τέχνη, την καλλιτεχνική δημιουργία, η οποία δεν
είναι ανεξάρτητη, δεν διαχωρίζεται από το φαινόμενο της ζωής. Το καλλιτεχνικώς
ζην. Το σενάριο είναι θαυμάσιο, καλοδουλεμένο, γραμμένο και «ραμμένο», «πατρόν»
πάνω στις προσωπικότητες των ηρωίδων και ηρώων του, υλοποιεί την πρώτη ιδέα
σύλληψης του Μπέργκμαν, τις ανάγκες καλλιτεχνικής του έκφρασης.
Στο διαδίκτυο έχουν αναρτηθεί ορισμένες
μεστές και καλογραμμένες αναλύσεις και ερμηνείες της ταινίας, βλέπε τα ονόματα
των Κατερίνα Ανδρεάκου, Ιωάννη Θ. Θέμελη, Ασπασία Λυκουργιώτη, Χρήστου Παρίδη
και των αντίστοιχων ηλεκτρονικών εντύπων και ιστοσελίδων που συνεργάζονται,
πράγμα που με έκανε να θεωρήσω περιττό τον όποιο δικό μου σχολιασμό πέρα από
ένα γενικό πλαίσιο. Καλύτερα να απολαύσουμε την κριτική ματιά του κυρίου
Δημήτρη Δανίκα.
Ο δημοσιογράφος και κινηματογραφικός κριτικός
κύριος Δημήτρης Δανίκας-ενεργός ακόμα στις καλλιτεχνικές του δραστηριότητες- δεν
φημίζεται για τα μακροσκελή κείμενά του, όπως πχ. ο έτερος ταινιοκριτικός
Βασίλης Ραφαηλίδης, δημοσιεύει σ’ ένα περιοδικό ποικίλης ύλης για όλη την
οικογένεια όπως υπήρξε «Ο Ταχυδρόμος» ένα περιοδικό που κυκλοφορούσε και πριν
το 1967 με πολλές φωτογραφίες και ιλουστρασιόν χαρτί. Τα περιοδικά «Ο
Ταχυδρόμος» και τα «Επίκαιρα» ήσαν μάλλον τα γνωστότερα της εποχής μετά το 1974
ποικίλης ύλης και απευθύνονταν σε όλη την μορφωτική γκάμα του ελληνικού
αναγνωστικού κοινού και της ελληνικής οικογένειας. Οι κριτικές βιβλίων και
κινηματογραφικών έργων δεν ήσαν πάρα πολλές, δεν καταλάμβαναν δηλαδή σε
ποσοστιαία αναλογία μεγάλο μέρος των σελίδων αυτής της ταυτότητας περιοδικών.
Δημοσιεύονταν όμως αρκετές συνεντεύξεις συγγραφέων και καλλιτεχνών.
Στην κινηματογραφική περίπτωση του Ίνγκμαρ
Μπέργκμαν, ο κύριος Δημήτρης Δανίκας κάτω από τον κεντρικό με κόκκινα γράμματα
τίτλο ΣΙΝΕΜΑ μας παρουσιάζει 3 ακόμη ξένες παραγωγές που προβάλλονταν εκείνη
την περίοδο στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες. Στην πάνω δεξιά πλευρά
της σελίδας υπάρχει μικρή φωτογραφία του κριτικού ενώ στην αριστερή πλευρά
δημοσιεύονται οι τίτλοι των τεσσάρων
ταινιών με έξυπνο, επιγραμματικό τρόπο.
>”Persona”
[ότι είναι για τη ζωγραφική η «Γκουέρνικα»]
> «Τα
φώτα της πόλης» [ο Τσάπλιν ψυχογραφεί τον… καπιταλισμό]
> «Οι
συμπέθεροι» [γάμος αλά αμερικανικά υπό τις ευλογίες του FBI]
> «Ο
μικρός θα μείνει στην ταινία [the great Gatsby]
Στο αριστερό μονόστηλο της σελίδας έχουμε δύο
ταινίες, την κωμωδία του Άντριου Φλέμινγ «Οι συμπέθεροι» και το ντοκιμαντέρ του
Ρόμπερτ Έβανς «Ο μικρός θα μείνει στην ταινία». (“The kid stays in the
picture”). Στην δεξιά στήλη παρουσιάζεται η εκπληκτική ταινία του Τσάρλι
Τσάπλιν «Τα φώτα της πόλης» («City lights») και στη μέση το έργο του Ίνγκμαρ
Μπέργκμαν κάτω από τον τίτλο «Ο ορισμός του μοντέρνου». Μεταφέρουμε:
«Ο
ορισμός του μοντέρνου»
Από τη γέννηση της “Persona” (1966) το
σινεμά και ό,τι εμπεριέχει στον ορισμό του «μοντέρνου» δεν έχουν μετακινηθεί
ούτε μισή ίντσα.
Υπότιτλος:
Συμφωνία για δύο όργανα»
Μινιμαλισμός:
Η αφαίρεση και η απλότητα είναι τα πρωταρχικά γνωρίσματα των μεγάλων
ανακαλύψεων όλων των σοφών από συστάσεως ανθρωπότητας. Ο μινιμαλισμός του Μπέργκμαν
στην «Περσόνα» (και δευτερευόντως του Αντονιόνι) μοιάζει με τη διαδικασία
σύλληψης και ενορχήστρωσης μιας συμφωνίας. Για να γράψει το έργο του ο βαρήκοος
Μπετόβεν, δεν χρειαζόταν εκατό, αλλά μόνο ένα όργανο. Το πιάνο του!
Δύο
γυναίκες: Μια ηθοποιός αποφασίζει να μείνει σιωπηλή και ακίνητη δια βίου. Οι
γιατροί διατείνονται πως σωματικά και ψυχικά είναι απόλυτα υγιής. Για να την
επαναφέρουν αποφασίζουν να τη στείλουν για αναψυχή, παρέα με μια 25χρονη
νοσοκόμα, σ’ ένα απομονωμένο σπίτι κοντά στη θάλασσα. Οι συνθήκες που
επικρατούν κατά τη διάρκεια της παραμονής τους θυμίζουν ακραία καιρικά
φαινόμενα. Από τη θύελλα στη σιωπή και τούμπαλιν.
Κραυγές και
σιωπή: Είναι ολοφάνερο. Η ηθοποιός παίζει το ρόλο του αρνητικού και η νοσοκόμα
του θετικού πόλου. Η Γη κινείται από την ύπαρξη αυτού του ηλεκτρομαγνητικού
πεδίου. Ο αρνητικός είναι η τέχνη. Στην αρχή, μια ακίνητη μάσκα, ψυχρή και…
αυτιστική. Ο θετικός είναι η ζωή. Πλήρης αισθημάτων, διαταραχών, αντιφάσεων και
αλληλοσυγκρουόμενων αισθημάτων. Ο καλλιτέχνης είναι η μάσκα της αλήθειας. Ο
καθημερινός άνθρωπος είναι η ίδια η αλήθεια. Όσο όμως αυτοί οι δύο πόλοι
συμπλέκονται τόσο χάνεται ο ένας μέσα στον άλλο. Η μεγάλη τέχνη είναι η ίδια η
ζωή.
Τα όργανα:
Κάθε κίνηση και κάθε έκφραση της Λιβ Ούλμαν και της Μπίμπι Άντερσον είναι
αποτέλεσμα πλήρους υποταγής στην μπαγκέτα του μεγάλου, άτεγκτου μαέστρου.
Να το δω:
Σαν να ρωτάς αν πρέπει να δεις και να ξαναδείς την «Γκουέρνικα» του Πικάσο
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ
Άτακτες λίγες σκέψεις ακόμη
Αυτή είναι η θετική άποψη του κυρίου Δανίκα
για την ταινία, ένα ψυχολογικό δράμα 85 λεπτών σε σενάριο και σκηνοθεσία
Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Συνοπτικά με λιτό και δωρικό δημοσιογραφικό λόγο ο κριτικός
παρουσιάζει την συγκεκριμένη ταινία (και τις άλλες τρεις με λιγότερους
σχολιασμούς) στο περιοδικό «Ο Ταχυδρόμος» που συνεργάζεται. Η συσχέτιση της
ταινίας με ένα εικαστικό έργο υψίστης ανθρωπιστικής σημασίας και συμβολισμού
της παγκόσμιας Ιστορίας όπως είναι η «Γκουέρνικα», μία εικαστική αντιπολεμική
δημιουργία η οποία καθρεφτίζει τα εγκλήματα του φασισμού- του πασίγνωστου
ισπανού ζωγράφου Πάμπλο Πικάσο και μάλιστα ας μην λησμονούμε να το
επισημαίνουμε, ενός διαχρονικού συμβόλου καταστροφών και θηριωδίας των
πολεμικών συγκρούσεων στην νεότερη ιστορία της ανθρωπότητας. Ο παραλληλισμός
προσδίδει άλλες διαχρονικές διαστάσεις σύμφωνα με τις θέσεις του κριτικού,
αποκτά άλλη αίγλη και ερμηνευτική σημασία η ταινία, πέρα από την
πρωτοποριακότητά της και την μοντέρνα οπτική της, η οποία δεν εντάσσεται πλέον
στα πλαίσια μιας δημοσιογραφικής υπερβολής στην παρουσίαση ενός καλλιτεχνικού
αριστουργήματος αλλά εξισώνεται η θεματική και προβληματική του με οικουμενικών
διαστάσεων συμβολισμούς και ανθρωπιστικά μηνύματα. Κάτι ας μας επιτραπεί, που
ενδέχεται και ο ίδιος ο Σουηδός σκηνοθέτης να μην το είχε υποψιαστεί ή να μην
υπήρχε παρόμοια σύγκριση με ευρωπαίους κινηματογραφικούς κριτικούς. Μία
κινηματογραφική ταινία κατακτά το παγκόσμιο κοινό και ενδιαφέρον και ανακαλεί
στις μνήμες των θεατών τέχνης έργα υψίστης σημασίας, συμβολισμού και «ιερότητας»
όπως είναι η «ΓΚΟΥΕΡΝΙΚΑ» -PERSONA.
Όπως και σε άλλα του έργα, τον ρόλο του δημιουργού
που κινεί τα νήματα μετά τον Θάνατο του Θεού ή της παντελούς Σιωπής του, τον
παίζει ή τον ερμηνεύει πλέον ο Καλλιτέχνης (εδώ ο κινηματογραφιστής) που
κατασκευάζει και εναλλάσσει το Πρόσωπο του ανθρώπου με το Προσωπείο του ανάλογα
με την παράσταση που ερμηνεύει και το παιχνίδι στο οποίο συμμετέχει. Ας θυμηθούμε και πάλι τον ισπανό δολοφονημένο
ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και την αγάπη του για το Κουκλοθέατρο. Μια
«λαϊκή» τέχνη που την συναντάμε σε αρκετούς δημιουργούς εκείνων των χρόνων. Οι παιδικές μνήμες του Ingmar Bergman παραμένουν ακόμα ζωντανές και οι
κούκλες ως προβληματική της αφηγούμενης ιστορίας και σκηνικό ντεκόρ των ταινιών
του είναι εμφανείς. Βλέπε και το τελευταίο του αυτοβιογραφικό κινηματογραφικό
μαγευτικό παραμύθι «Φάνυ και Αλέξανδρος».
Με την
προσωπική πάντα κάμερά του ο καλλιτέχνης Μπέργκμαν μεταποίησε όλα του τα
παιδικά οράματα και τραύματα ψυχής σε οπτική αξεπέραστη ακόμη και σήμερα Τέχνη.
Μιά Τέχνη τόσο αποκλειστικά προσωπική όσο και παγκόσμια.
Τέλος ίσως επιτέλους, κατόρθωσε να ενώσει το
Πρόσωπο με το Προσωπείο του σε μία αρμονική εικονοποιία, απάντηση ανοιχτή μέσα
στους αιώνες ως ζήτημα από τους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους έως τους χρόνους
μας. Σε μία απροσδόκητη εξομολόγηση όχι της Σιωπής προς την Φωνή αλλά
αντίστροφα της Φωνής προς την Σιωπή. Της Εικόνας προς τον Λόγο. Ίσως έτσι
κλείνει και την παλαιά του ερωτηματική προβληματική περί της Σιωπής του Θεού. Η
Σιωπή «σάρξ εγένετο».
Γιώργος Χ.
Μπαλούρδος
Πειραιάς
26/9/2026
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου