Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλης Βασιλικός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλης Βασιλικός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Απριλίου 2024

Το αφιέρωμα του περιοδικού Η Λέξη στον Νίκο Καζαντζάκη

 

        ΒΑΣΙΛΗΣ  ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ

ΕΙΚΟΣΙ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

περιοδικό Η ΛΕΞΗ. ΑΦΙΕΡΩΜΑ Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ. Σαράντα χρόνια από το θάνατό του. Τεύχος 139/ μάιος-ιούνιος 1997, σελ. 285-288.

1., Η σημασία του Καζαντζάκη απέναντι στη δική μου συγγραφική γενιά, ήταν ότι υπήρχε κάποιος ορατός βράχος πάνω στον οποίο μπορούσαμε να συγκρουστούμε. Όλοι οι υπόλοιποι, η λεγόμενη γενιά του ’30, μας ήταν πιό αφομοιώσιμοι. Άλλος προτιμούσε τον Θεοτοκά, άλλος τον Μυριβήλη, άλλος τον Καραγάτση, άλλος τον Βενέζη ή τον Τερζάκη. Ο Καζαντζάκης δεν είχε καμιά σχέση με όλους αυτούς κι όχι γιατί ανήκε σε μιά γενιά προηγούμενή τους. Ήταν εξαρχής μοναδικός και ξεχωριστός. Έκανε κουμάσι και γενικά από μόνος του. Κι ανέβαζε πολύ ψηλά την μπάρα του άλτη, έτσι πού η πιό εύκολη πάντα λύση ήταν η αποφυγή της κόντρας παρά η δοκιμασία της. (Και μες στις μεθόδους της αποφυγής είναι η εκ των προτέρων απόρριψη).

2., Βέβαια υπήρχαν προβλήματα με τη γλώσσα. Όπως το ξαναείπαμε, η λογοτεχνία μέχρι το ’50 όντας συνυφασμένη με τη γλωσσική της έκφραση, οι συγγραφείς επιλέγονταν ανάλογα με την γλωσσική τους έκφανση. Προτιμούσαμε τους λιτότερους, τους πιό απέριττους. Ο Καζαντζάκης ήταν πλούσιος γλωσσικά, ιδιωματικός, κι αυτό μας ξένιζε. Με τα μυθιστορήματά του γεφύρωσε το γλωσσικό χάσμα και με την «Αναφορά στον Γκρέκο» νομίζω πώς το έλυσε.

3., Ό,τι μας ενοχλούσε κυρίως στον Καζαντζάκη ήταν η σχηματική διαίρεση αρσενικού- θηλυκού. Το αρσενικό ήταν όρθιο, στητό (άλλοτε κυπαρίσσι ή αγγούρι), το θηλυκό στρογγυλό, υποταγμένο (βαλανιδιά ή ντομάτα). Η βροχή που πέφτει ορμητικά είναι αρσενική, η γη που τη δέχεται ανοίγοντας τα σπλάχνα της θηλυκή. Καταλαβαίναμε υποσυνείδητα ότι ο διαχωρισμός αυτός ήταν θέμα ψυχανάλυσης κι εμείς τότε ήμασταν υπαρξιστές: οι πρόδρομοι τους unisex που ήρθε με τη γενιά των λουλουδιών και των χίππιδων.

4., Ωστόσο πάντα ο Καζαντζάκης παρέμενε η εξαίρεση του κανόνα. Ο κανόνας ήταν η ντόπια λογοτεχνίτιδα που σαν την κυτταρίτιδα ή την πιτυρίδα ζητούσε και σχετική αποφλοίωση τότε, πρίν υπάρξουν τα κατάλληλα μηχανήματα και η προηγμένη τεχνολογία που αντιμετωπίζει σήμερα αυτές τις δύο ασθένειες.

5., Ένας παρολίγον αφορισμός στάθηκε η αιτία να γίνει πιό γνωστός στο πανελλήνιο, στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Ο αφορισμός τελικά φαίνεται πώς δεν εκτελέστηκε, δεν δημοσιεύτηκε η παρμένη απόφαση της εκκλησίας, αλλά στον κόσμο πέρασε σαν να είχε γίνει. Κι αυτό του έδωσε την αναγκαία ώθηση να διαβαστεί από ένα κοινό μεγαλύτερο.

6., Θυμάμαι χαρακτηριστικά μιά κοπέλα στη Θεσσαλονίκη που είχε(1954) συγκλονιστεί με τον «Χριστό ξανασταυρώνεται». Μου έλεγε πώς ζούσε μέσα στο βιβλίο μέρες μετά που το είχε διαβάσει μονοκοπανιάς. Απόρεσα τί την είχε τραβήξει σε αυτά τα ήθη και τα έθιμα τα μεταφυτευμένα, όπως πιστεύαμε τότε, από το γερμανικό χωριό όπου συμβαίνουν.

7., Ωστόσο πρίν την κοπέλα αυτή, το ’49, θυμάμαι, στην Καβάλα, από το μπαλκόνι του παππού μου, άκουσα τον ενοικιαστή του πρώτου ορόφου στο διώροφό μας, έναν ανώτερο τραπεζικό, τον κ. Χιόνη, να μου λέει, μαθαίνοντας ότι με ενδιέφερε το διάβασμα, πώς «μόνο ένας μεγάλος υπάρχει στην Ελλάδα, ο Καζαντζάκης». Ήταν μία επισήμανση που στα δεκαπέντε σου χρόνια παίζει σημαντικό ρόλο.

8., Το γιατί δεν έπαιρνε το Νόμπελ δεν ήταν τότε ακόμα ευρέως γνωστό. Το ότι είχε πεί στην Ελλάδα δεν θα γυρίσω παρά νεκρός, με είχε εντυπωσιάσει, αλλά πολύ αργότερα. Κι όταν ο θάνατός του συνέπεσε με τη θητεία μου στο Ηράκλειο της Κρήτης, πήδηξα βέβαια τη μάντρα του στρατοπέδου για να παραβρεθώ, παρά την απαγόρευση, με τον Άρη Φακίνο, αλλά αυτό δεν ήταν τόσο μιά πράξη υπέρ του Καζαντζάκη. Ήταν μιά πράξη εναντίον κυρίως του στρατού και της επίσημης εκκλησίας.

9., Το ’53 λαβαίνοντας μιά κάρτα του για τη «Διήγηση του Ιάσονα», χάρηκα πολύ. Για χρόνια την κουβαλούσα μαζί με την ταυτότητά μου, ώσπου έλιωσε. Μα μόνο το ’59, όταν γνωρίζω τον Κίμωνα Φράιερ, αρχίζω στην πραγματικότητα να ενδιαφέρομαι για το φαινόμενο Καζαντζάκης.

10., Βρισκόμουν τότε στην Αμερική και η «Οδύσσειά», του, μεταφρασμένη στα αγγλικά από τον Φράιερ, έσπαζε όλα τα ρεκόρ πωλήσεων. Ξεπερνούσε τα μπέστ- σέλερ της μόδας. Είχε δημιουργήσει κατάσταση. Τα ογκώδη έργα είναι αλήθεια ότι είχαν πάντα μιά ξεχωριστή ανταπόκριση στο μεγαθήριο της Αμερικής. Η «Οδύσσεια» είχε γίνει ένα είδος cult και ο Καζαντζάκης ο γκουρού μιάς γενιάς που δεν πρόλαβε να τον γνωρίσει. Πέθανε ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία της. Την πήρα να τη διαβάσω στα αγγλικά και αληθινά με συνεπήρε.

11., Θυμόμουν την αποτυχημένη εκείνη απόπειρα που είχα κάνει να την διαβάσω στα ελληνικά. Το μοναδικό αντίτυπο της εικοσάκιλης έκδοσής της πουλιόταν στου Ζαχαρόπουλου στη Θεσσαλονίκη 3.000 δραχμές (με τα μεταφορικά, included). Ήταν το ’53. Άρχισα να τη διαβάζω και δεν καταλάβαινα λέξη. Είχα μετανιώσει που την αγόρασα και την ξαναπούλησα για 2. 000 δραχμές. (Σημερινά δύο εκατομμύρια). Όμως στα αγγλικά με συνεπήρε. Δεν είχα πιά το εμπόδιο της γλώσσας.

12., Η αντιπάθειά μου για την «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη είχε όμως και μιάν άλλη αφορμή. Το ’55 έκανε τα μεταπτυχιακά του στο Αριστοτέλειο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης ο Σωτήρης Μεσσήνης από τη Βενετία. Μιά μέρα μιλώντας μπροστά μου στον Κακριδή για τον «Οδυσσέα» του Τζόυς εισέπραξε μιάν αποστομωτική απάντηση. Ο Ιωάννης Κακριδής όχι μόνο δεν γνώριζε το έργο και τον συγγραφέα του, αλλά απαξιούσε και να τον μάθει. Όταν πληροφορήθηκα ότι ο διάσημος αυτός ομηρολόγος ήταν ο συμμεταφραστής με τον Καζαντζάκη της ομηρικής Οδύσσειας, τα σκάγια της αγανάχτησής μου πήραν και τον άσχετο με το περιστατικό αυτό Καζαντζάκη.

13., Το ερώτημα βέβαια που τίθεται είναι αν ο Καζαντζάκης γνώριζε το εν λόγω έργο του Τζόϋς. Και αν το γνώριζε, θα τολμούσε ποτέ να είχε γράψει τη δική του «Οδύσσεια», τη χολιγουντιανή;

14., Η ωριμότητα, λέν, είναι να συμφιλιώνεσαι με τους γονείς σου. Πότε συμφιλιώθηκα κι εγώ με τον Καζαντζάκη; Πρέπει να πω ότι πήρε χρόνο για να ανακαλύψω σιγά-σιγά το εύρος του προβληματισμού του. Ότι δεν άφησε τίποτα σημαντικό της εποχής του πού να μην το ερευνήσει. Πώς ήταν διψασμένος σαν τον «Φτωχούλη του Θεού», για γνώση και περισσότερη γνώση και περισσότερη σοφία. Σιγά-σιγά τα έργα του έρχονταν προς τα μένα, ένα-ένα, σαν τα κομμάτια ενός γιγάντιου πάζλ που το ανασυνέθετα ταπεινά, μεταμελούμενος για την νεανική μου αρνητικότητα απέναντί του. Μπορεί να έμεινα ως το τέλος ασυμφιλίωτος με τα θεατρικά του, αλλά όλα τα άλλα, ταξίδια, μυθιστορήματα, μεταφράσεις, δοκίμια, ήρθαν να προστεθούν στην ελλειμματική μου γνώση του έργου του. Με αποκορύφωμα βέβαια το αριστούργημά του, την «Αναφορά στο Γκρέκο».

15., Ζώντας από το ’67 σχεδόν μόνιμα στο εξωτερικό άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι εκείνος που θύμισε στον υπόλοιπο κόσμο ότι οι νεοέλληνες γράφουν, υπήρξε αυτός. Άνοιξε πόρτες σε εκδοτικούς οίκους του εξωτερικού (πού γλυκάθηκα με τις αθρόες πωλήσεις των βιβλίων του), πόρτες πού τις βρήκα, όταν με τη σειρά μου πήγα να πάρω τη σκυτάλη, κλειστές, γιατί είχε μεσολαβήσει στο μεταξύ ο Πρεβελάκης, πού η αποτυχία των βιβλίων του αποθάρρυνε τους ίδιους εκδότες που ο Καζαντζάκης του παρέδωσε. Και τις άνοιξα πάλι λίγο εγώ, για να τις ξανακλείσω μόνος μου.

16., Ο Φράιερ ζούσε ακόμα κι όσο ζούσε ο Κίμων ο Καζαντζάκης ήταν πάντα παρών στην κουβέντα μας (μαζί με τη Μαίριλυν Μονρόε). Γιατί μόνο με τον Κίμωνα θυμάμαι που συζητούσαμε τα βιβλία του Καζαντζάκη. Με κανένα ομότεχνό μου, είτε από τη γενιά του ’30, είτε της δικής μου γενιάς, πολύ λιγότερο με κανένα νεότερο, δεν είπαμε ποτέ ούτε μία κουβέντα. Απλώς η περίπτωση δεν τους ενδιέφερε.

17., Άσχημη εντύπωση βέβαια μου έκανε και η χήρα του, η Ελένη Σαμίου, όταν την πρωτογνώρισα στη Γενεύη το ’69. Ζούσε σε ένα σπίτι πού οι τοίχοι του ήταν σκεπασμένοι με τα έργα του Καζαντζάκη σε μετάφραση. Μου είπε κάτι για τη γλώσσα, πώς εμείς οι νεότεροι τάχα δεν την προσέχουμε. Δεν πάει σε μια χήρα να απομακρύνει τους επίδοξους μελετητές του άντρα της. Πρέπει να τους προσεταιρίζεται κι όχι να τους απομακρύνει. Θυμάμαι που ο Φράϊερ με κάποια κακία μου διηγήθηκε το παρακάτω περιστατικό: δεν είχε προλάβει καλά- καλά να πεθάνει ο Νίκος και η χήρα του έβγαλε από το ντουλάπι τρία δικά της μυθιστορήματα και του τα έδωσε για να τα μεταφράσει. Φυσικά ο Κίμων απαξίωσε και να τα διαβάσει καν. Τόσο δεν του άρεσε αυτή η κίνηση της χήρας, που σημαίνει ότι καταπιεζόταν από τον μακαρίτη που δεν είχε προλάβει να σαραντίσει. Γενικά οι χήρες μπορεί να παίξουν πολύ αρνητικό ρόλο στην μεταθανάτια φήμη ενός συγγραφέα. (Οι χήροι λιγότερο).

18., Τελευταίο point: ζήτησα από τον Θανάση Νιάρχο με αφορμή αυτό το τεύχος που κρατάτε στα χέρια σας, να ζητήσει από κάποιον να γράψει για τις φρικαλεότητες που γράψαν ορισμένες κυρίως γυναίκες για τον άνθρωπο. Δεν ξέρω αν πρόλαβε να το κάνει. Μα είναι κάτι που πρέπει να εξεταστεί.

19., Τέλος για τις κινηματογραφικές μεταφορές των βιβλίων του, τις βρίσκω (ακόμα και τον «Ζορμπά») αποτυχημένες. Η μόνη που με συγκίνησε ήταν η δεύτερη εκδοχή του σήριαλ «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Βασίλη Γεωργιάδη, όπως την ξαναπαίξαμε, ξαναμονταρισμένη το 1982 από την ΕΡΤ-1.

20., Κι έπρεπε να γνωρίσω τη Βάσω Παπαντωνίου για να με μυήσει σε μίαν άλλη πτυχή του Καζαντζάκη, καθώς εκείνο που αποτελεί δικό της μότο ζωής δεν είναι το επιτάφιο επίγραμμά του που το πιπιλίζουν όλοι, αλλά η φράση του: «Δοξάρι είμαι στα χέρια σου, Κύριε’ τέντωσέ με, αλλιώς θα σαπίσω. Μή με παρατεντώσεις, Κύριε’ θα σπάσω. Παρατέντωσέ με, Κύριε, κι ας σπάσω!».

          Βασίλης  Βασιλικός

Περιοδικό Η Λέξη τχ.139/5,6, 1997

Ένα γράμμα που δεν στάλθηκε ποτέ:

     Για μία ακόμα φορά τα βιβλία του Κρητικού συγγραφέα Νίκου Καζαντζάκη βρίσκονται δίπλα μου, σαν ένα είδος άλλου λόγου ενός Αμλετικού ειδώλου των σύγχρονων καιρών, πάνω από τον ανοιχτό τάφο της Ζωής σου. Βρίσκονται στα χέρια μου να μου υπενθυμίζουν πράγματα και μηνύματα γνωστά, επαναλαμβανόμενα, χιλιοειπωμένα, μετουσιώσεις οραματικών δράσεων από τα χείλη του, τα γραπτά του, την σκέψη του, την γραφίδα του, το μολύβι του. Κείμενα Καζαντζακικού ανθρωπιστικού μάταιου μεγαλείου που σου μιλούν για τον διαρκή άγριο και σκληρό, αιματηρό και ανέλπιδο αγώνα του Ανθρώπου να επιβιώσει, να κατανοήσει, να ερμηνεύσει, να αντέξει το εδώ, τυχαίο και άγνωστο στιγμιαίο πέρασμά του, όσο οι αισθήσεις του εργάζονται να αποκωδικοποιήσουν την μουντάδα του «θαύματος» που λέγεται Ζωή, Ύπαρξη, πρόσκαιρη και σύντομη χρονική διάρκεια. Παρεξήγηση της κατανόησης του φαινομένου του θανάτου. Ένας αδιάκοπος αγώνας με το κάρο της γλώσσας γεμάτο λέξεις για να κερδίσει το ανθρώπινο σώμα- «γαϊδούρι» (σύμφωνα με τα λόγια του Νίκου Καζαντζάκη) την απόλυτη ελευθερία, να απελευθερωθεί η ψυχή του ανθρώπου. Το σύνολο σχεδόν της πρωτογενούς συγγραφικής παραγωγής του Νίκου Καζαντζάκη, δεν είναι παρά ένας πρόσκαιρος «φωτισμός» μπροστά στην άβυσσο της συνείδησης του ανθρώπου, στο ατομικό του καθενός μαρτυρολόγιο. Μία «διδασκαλία» μάταιων υποχρεώσεων και αγώνων για την Ζωή και τα πένθη της που, από την εμφάνισή της στον πλανήτη γη έως σήμερα, συνεχίζονται σε μία ροή ανεξέλεγκτη. Ένας αγωνιώδης «ύμνος» στο μέγα και αμετάκλητο τίποτα, της Ιστορίας και της Ζωής. Μία εξομολογητική αναφορά στον δικό του δάσκαλο, τον παππού του Δομίνικο Θεοτοκόπουλο, τον Γκρέκο, για αυτό που έρχεται, ακολουθεί ως σκιές ερέβους που απεικονίζονται στο βάθος του γκρεμού που χάσκει μπροστά στα μάτια μας, στις αισθήσεις μας.

  Η ζωή του Ζώου-Άνθρωπος, δεν είναι παρά μία κουραστική, κοπιαστική, βασανιστική σταυρική ανηφόρα στο εδώ τυχαίο, άγνωστο, μη προβλέψιμο πέρασμά του. Άντεξε, αγωνίσου, μην το βάζεις κάτω, πάλεψε, αντιστάσου, χρεώσου την σωτηρία θεών και ανθρώπων φωνάζει από τους λαβύρινθους των περασμένων χρόνων η Οδύσσεια φωνή του. Δεν υπάρχει έλεος μόνο αγωνιστικό καθήκον, το ατομικό Χρέος. Άσε την ύπαρξή σου να τεντωθεί μέχρι να σπάσει στα χέρια της σκοτεινής Μοίρας που κυβερνά τον Κόσμο δίχως ελπίδα. (Εκείνος χρησιμοποιεί την λέξη Θεός). Ενστερνίζεται την χριστιανική αντίληψη περί πρόνοιας ή μη πρόνοιας από έναν σαρκωμένο, σταυρωμένο Θεό και όχι την αρχαιοελληνική του τραγωδού Αισχύλου. Μην ελπίζεις σε τίποτα παρά μόνο στον καθημερινό ανηφορικό αγώνα που καθρεπτίζεται στα φουρτουνιασμένα νερά του χάους της συνείδησής σου. Ως όναρ παρέρχεται ακούγεται επαναληπτικά η ζωή του κάθε ανθρώπου από τον αρχαίο ποιητή που λάτρεψε την ρώμη των αντρικών σωμάτων, τον μέγα ποιητή Πίνδαρο. Λόγια ενός σύγχρονου ανώνυμου αναγνώστη του Καζαντζακικού έργου, που, ας μου επιτραπεί, περίμενε πάνω από 3 ώρες (και δεν εμφανίστηκε)- ένα ασθενοφόρο να τον μεταφέρει σε κάποιο νοσοκομείο. Ενώ γύρω του η ομίχλη του κακού, της αδιαφορίας κυκλώνει τις ζωές των σύγχρονων ανθρώπων και οι κομματικοί πολιτικοί σχηματισμοί προετοιμάζονται για εκλογές, την επανεκλογή επαγγελματιών «ψευτοθόδωρων», και οι νέοι και νέες ποιητές και ποιήτριες να εκδώσουν τις ποιητικές τους συλλογές. Και φυσικά να αληλλοβραβευθούν. Λόγια θα έλεγε ο σκοτεινός Ηράκλειτος εξαιτίας του συμβάντος με την υγεία σου. Λόγια του  κρεβατιού που μόλις αναρρώσεις θα λησμονήσεις και θα συνεχίσεις να μετέχεις στο άδοξο παιχνίδι που λέγεται γραφή. Δεν χρειάζεσαι όμως την φωνή και τα γραπτά του Νίκου Καζαντζάκη για να μην πιστεύεις πλέον σε κανέναν και πουθενά, η ίδια η σημερινή κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα στο επιβάλει. Όπως επέβαλε να ενεργήσει όπως ενήργησε, ο μεγάλος βιβλιοθηκάριος ο Χόρχε, στο γνωστό έργο του ιταλού συγγραφέα Ουμπέρτο Έκο.

      Και η φωνή του Νίκου Καζαντζάκη ακούγεται για μία ακόμη φορά να σου ψιθυρίζει, ή μάλλον, σωστότερα, να σε προβληματίζει. Κοίταξε Γιώργο με προσοχή, παρατήρησε την δική μου ανηφορική πορεία και αγώνα και παραδειγματίσου, σε ρωτάω, άραγε άξιζε τον κόπο; Η τόση προσπάθεια και ο αγώνας; Να γίνει η ύλη πνεύμα; Να σώσω τον σταυρωμένο Θεό των χριστιανών και να φέρω νέα ελπίδα στις καρδιές τους; Ασκήτεψα και παραδόθηκα στο Κρητικό πεπρωμένο μου. Νήστεψα από τις χαρές της ηδονής. Υποτάχθηκα στους σκληρούς και άγραφους εθιμικούς κανόνες της ράτσας μου, τις αξίες των δικών μου προγόνων των προπατόρων της ελληνικής φυλής, των διδαχών της συνέχειας του Ελληνισμού, και όλα αυτά γιατί, για την σημερινή αδιέξοδη και εχθρική κατάσταση που όλοι βιώνουμε, χουχουλιασμένοι ο καθένας στα ατομικά του αδιέξοδα και πολιτισμικό- συγγραφικό βαυκαλισμό; Έγινα σκεύος μιας πανανθρώπινης παράδοσης των μύθων και των συμβόλων της μεσογειακής κολυμπήθρας και πολιτισμού. Μιάς μεταφυσικής της Ιστορίας του Ανθρώπου που δεν μου ανήκε. Πειθάρχησα τον χρόνο του προσωπικού μου βίου για να κερδίσω τι; την συγγραφική αθανασία; Την αναγνώριση των ομοτέχνων μου; Να χαθώ μέσα στο καμίνι των Λέξεων; Γνωρίζεις ασφαλώς ότι το σύνολο των στίχων του έπους μου «Οδύσσεια» ήταν πάνω από 42.000 λέξεις, και μόνο στην έβδομη επεξεργασία των Ραψωδιών της έμειναν 33.333, πού ζύγιζαν 20 κιλά, ένα αυθόρμητο αγωνιστικό ξεχείλισμα χιλιάδων λέξεων της ελληνικής γλώσσας. Άθλος ή τα ερείπια μίας σύγχρονης (ατομικής μου) Βαβέλ; Στερήθηκα ανάσες δροσιάς, σπαράγματα χαράς μόνο και μόνο για να συνθέσω το έργο μου «Ασκητική». Να υφάνω στον αργαλειό των αισθήσεών μου και της σκέψης μου τον συμπληρωματικό της ογκόλιθο, την «Οδύσσεια». Αυτήν που δεν την κατανόησαν όσο της άξιζε, την αρνήθηκαν, δεν την διάβασαν. Ένα Έπος φουρτουνιασμένος- θυελλώδης ωκεανός. Ένα ελληνικό Έπος σαν εκείνο του Χέρμαν Μέλβιλ, τον «Μπόμπι Ντίκ». Ένα ατέλειωτο ταξίδι συμβολισμών και μύθων, υπαρξιακών του ανθρώπου αντιθέσεων, οντολογικών καταστάσεων, παραστάσεων ανηφορικών ορίων και δράσεων, θεωριών και ιδεολογιών της μεσοπολεμικής περιόδου. Ένα "φανταστικό" ταξίδι "παραθέσεων" λέξεων, εκφράσεων, γλωσσικών σημάτων. Ένα πλέγμα σχεδιασμών της νέας δημοτικής, πανελλαδικής κατάκτησης. Εικόνων εξωτικών και μυστικών, πέλματα ηρωικών ιδεών και ανδραγαθημάτων, ηρωικών πράξεων και εξερευνήσεων. Ισχυρά ίχνη οραμάτων δασκάλων μου, που υποτάχθηκα στα λόγια τους, τους έμεινα πιστός. Έμεινα στην μνήμη των ανθρώπων επειδή κατόρθωσα να συνάξω, να καταγράψω, να φτιάξω, να υφάνω στον αργαλειό του νου μου πάνω από 280.000 λέξεις (τόσες πάνω κάτω υπολογίζουν οι μελετητές μου είναι ο αριθμός τους) θέλοντας να δηλώσω την ανηφορική καθημερινή αγωνιστική πορεία του σύγχρονου Ανθρώπου και Εσύ, μου μιλάς για μια ξαφνική περιπέτεια της υγείας σου; Σήκω και κοίταξε την ανθισμένη αμυγδαλιά και ίσως κατανοήσεις πόσο αδιάφορο γεγονός είναι για την Ζωή, την Φύση, ο Άνθρωπος. Αυτό το αψίκορο, θυμωμένο, πολεμοχαρές, αχάριστο, υπερφίαλο, εγωπαθές, φοβισμένο, εφευρετικό, ταξιδιάρικο δημιουργικό ζωάκι, ο άνθρωπος που με έπαρση και κομπασμό φιλοδοξεί να κερδίσει την πνευματική αθανασία. Το στοίχημα της δικαίωσης της μεταφυσικής αθανασίας. Πόσο γρήγορα λησμόνησες τις ομιλούντες Σκιές του Ομηρικού Άδη, ξέχασες τα λόγια τους, το παράπονο του Αχιλλέα; Δεν σου πέρασε από το μυαλό η σκέψη ότι οι Μούσες προστάτιδες των Τεχνών, και αυτές θα έρχονταν οι καιροί που θα ξεπαρθενεύονταν στις τράπεζες των σύγχρονων τιμών; Ότι οι απόγονοι του Ιπποκράτη θα υπηρετούσαν τον Θεό Ερμή; Ποιος σταυρώθηκε αλήθεια, εγώ ή ο άνθρωπος που θέλησα να εξυψώσω; Ορισμένοι παλαιοί κριτικοί του έργου μου μίλησαν για "μαριονέτες μιας αλληγορίας" της φαντασίας μου. Ποιός πίστεψε στην ιερότητα του σκοπού μου, να κάνω την ύλη πνεύμα. Η σύντροφός μου Ελένη Σαμίου και οι δύο πιστοί "μαθητές" μου, ο σύντεκνος ποιητής Παντελής Πρεβελάκης και ο άλλος ποιητής, ο Κίμωνας Φράϊερ, αυτός που διέδωσε το έργο μου, το Έπος μου με τις μεταφράσεις του στα πέρατα της οικουμένης. Σφυροκοπήθηκα και πολεμήθηκα για να μην βραβευτώ με το Νόμπελ μαζί με τον Άγγελο Σικελιανό. Μόχθησα για μιά ελπίδα της "Νέας Ζωής", ποιανών, του Ανθρώπου ή των χιλιάδων Λέξεων και φράσεων που σύναξα στο εδώ, επίγειο πέρασμά μου. Χάραξα την ταυτότητα του Νέου Οδυσσέα και τον δαφνοστόλισα με πάνω από 200 σύνθετα επίθετα και χαρακτηρισμούς, τον κατέστησα συγγραφικό ιδεότυπο σιμά σε άλλα της  γραφής "τοτέμ" συγγραφέων από διάφορα μέρη της γης, της ιστορίας, της ανθρώπινης παράδοσης. Τον έδεσα στο σταυρωμένο κατάρτι του παππού Φρειδερίκου Νίτσε. Ριψοκινδύνεψα να αφοριστώ από εκκλησιαστικές ηγεσίες και θρησκευτικά της εξουσίας κατεστημένα. Ανθρώπων έργα χωρίς έλεος για τους δικούς μου "καταραμένους". Τον έβαλα να αναμετρηθεί και να παλέψει με θεϊκές και δαιμονικές δυνάμεις όπως ο άλλος παππούς μας ο Όμηρος, του δίδαξα την ομορφιά και την αρετή, την ηθική και στην προσήλωση του ιερού σκοπού του, και όλα αυτά και άλλα πολλά γιατί, για να με θυμούνται οι μεταγενέστεροι άνθρωποι; Εμένα ή την Κίρκη γλώσσα μου; Το Κρητικό μου πείσμα και θέληση ή την "αυταπάτη" της ασκητεύουσας ζωής μου; Άξιζε τον κόπο όλος αυτός ο πολύπτυχος αγώνας μου; Όλοι αυτοί οι γλωσσικοί πομποί λέξεων που λησμονήθηκαν πριν καν διαβαστούν; Δεν μπορώ να σου απαντήσω με βεβαιότητα Πειραιώτη σύγχρονε αναγνώστη μου. Γνωρίζεις ασφαλώς ότι για ένα εξάμηνο, ως φοιτητής σπουδάζοντας τη νομική επιστήμη διέμενα στην Πόλη σου. Ο Πρεβελάκης το διασώζει στο Βιοχρονολόγιό του για μένα, όχι εγώ, ποτέ δεν ήμουν καλός στις ημερομηνίες. Χάθηκα μέσα σε ένα σκοτεινό σύννεφο από λέξεις, προτάσεις, κενά, στίχους, παραγράφους, φράσεις, αλληγορίες, λεκτικά σύνθετα σήματα πολυσύλλαβα, πολλαπλής βαρύτητας και εννοιολογικών χρωματισμών, φωτίζοντας τους ατομικούς μου οραματισμούς θεωρώντας ότι είναι και οραματισμοί του πανανθρώπου. Λέξεις που αληθεύουν την μαρτυρία των ανθρώπων ή της γλώσσας. Λεκτικές συνθέσεις και εκφράσεις, σύμβολα προαιώνιων αγώνων και ατομικά αγωνιστικά πρότυπα προσωπικής αυτοσυνειδησίας και πνευματικής λύτρωσης, δράσης. Χριστός, Βούδας, Λένιν, Οδυσσέας, Γκρέκο, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Ζορμπάς, Καπετάν Μιχάλης, Μανολιός, Δον Κιχώτης, Ιουλιανός, Χριστόφορος Κολόμβος, άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, Προμηθέας, θρύμματα ιδεών, πράξεων, σκέψεων, δράσεων, σχεδιάσματα οραμάτων σε ένα Χρέος μέσα στην ροή της Ιστορίας που ίσως, και να μην τους αναλογούσε, για το καλό της νέας ανθρωπότητας, για να αποκαλύψω στα μάτια, στις ψυχές και τις συνειδήσεις του Νέου Ανθρώπου τι! την Άβυσσο; το πυρφόρο σκοτάδι; τα μονοπάτια προς τον γκρεμό; την ανυπαρξία των Φτωχούληδων του Θεού; Τις μεταμορφώσεις του συλλογικού μας θανάτου; το καθήκον ενός ιερού ηρωικού μηδενισμού; Μήπως θέλησα να μιμηθώ τον Δάντη που μετέφρασα, τον Όμηρο που συν-μετέφρασα; Μήπως υπήρξα ένας ακούραστος γραφιάς και μόνο, μέσα σε τόσους άλλους της γενιάς μου; Ένας Κρητικός συγγραφέας με φουσκωμένο συγγραφικό εγώ; Τι θαυμάζουν οι μελλοντικοί αναγνώστες μου, υποκλίνονται στον σκληρό και ανέλπιδο ανηφορικό αγώνα μου, την πορεία της ζωής μου ή την περιπετειώδη διαδρομή των Ηρώων που δημιούργησα, σχεδίασα μέσα στα βιβλία μου; Κληροδότησα τι στις επόμενες γενεές, την εγωτική συγγραφική μου φιλαυτία για αθανασία; Τα λεκτικά ψήγματα της δικής μου ατολμίας και φόβων ψυχής, των αδρανών δράσεων της αυτόνομης προσωπικότητάς μου, της πυρετώδης εμμονής μου στην αποδοχή, παραδοχή του τέλους των πάντων, του ακατανόητου Τίποτα; Στο Χάος που δεν φεγγίζει ούτε τον προσωπικό μας θάνατο; Αλλά τι σε βασανίζω και σένα τώρα με λόγια και νέα ερωτήματα, περνάς και εσύ τα δικά σου, της ψυχής και του σώματός σου βάσανα. Κακομοίρης αναγνώστης μου είσαι, γκρινιάρης και παραπονιάρης που προσπαθεί από κάπου να πιαστεί, να αναπνεύσει, και διάλεξες εμένα, πιστεύοντας ότι ο πόνος σου θα γίνει και δικός μου πόνος. Θαυμάζω την αφέλειά σου.

  Ύπουλη και σκοτεινή παγίδα η γλώσσα, ένα οστεοφυλάκιο από μνήμες και διαφορετικών κάθε φορά ιστορικών και βιωματικών εμπειριών, μα ακόμα πιο ύπουλη η φιλοδοξία του ανθρώπου για σωτηρία, για παρηγοριά, για ελπίδα, για ανάσταση, για δικαίωση, μία πυρετώδη κατεβασιά του από τον προσωπικό του σταυρό. Όμως της ματαιότητας το παιχνίδι, ούτε η γλώσσα κατόρθωσε να νικήσει με όλη την μαγεία και την μαγγανεία των λέξεών της, αυτών που υπήρξαν, αυτών που γεννήθηκαν στην ροή του χρόνου, αυτών που θα κυοφορηθούν στο μέλλον ως ψαλμωδία των νέων καιρών. Ακόμα και ο δικός μου γλωσσικός πλούτος και θησαυρός που συγκέντρωσα, δεν είναι παρά μία ηχητική, φωνητική και αισθητική τοπιογραφία αλλότριων βασάνων. Έγινα ένας ραψωδός των 24 γραμμάτων του ελληνικού αλφαβήτου σε όλες του τις γεωγραφικές ελληνόφωνες εκδοχές. Ένας γλωσσοπλάστης της μη αθανασίας, του γλωσσικού τίποτα, των νεκρών λέξεων φτερουγισμάτων πάνω από το Χάος. Φαντάσματα ύπουλα, ερινύες του ψυχικού μας σύμπαντος οι λέξεις. Άοπλες ή οπλισμένες λέξεις, ανυπεράσπιστες, σε έναν αδιάκοπο πόλεμο (μεταξύ τους) για ποια αιτία, για να ζωγραφίσουν τις περιπέτειες μιάς Ζωής που δεν υπάρχει; Για να αποτυπώσουν τον ατομικό ηρωικό μου μηδενισμό; Την φλύαρη συνομιλία μου με έναν Θεό που δεν αναστήθηκε; Διακηρύξεις της Κρητικής σκέψης μου, της καταγωγής μου τολμήματα, άλματα και πεταρίσματα του Κρητικού Νου μου για ποιόν λόγο, για να χαρτογραφηθεί ο κόσμος των λέξεων πάνω στις λευκές σελίδες της Κρητικής γης; Έ και! Παγίδα φοβερή η γλώσσα, μας μπλέκει στα πλοκάμια μιάς ελπιδοφόρας φρενίτιδας της ζωής που ματαιοπονεί στο σήμερα. Στόχοι λέξεων και όχι ανθρώπων. Ηχεία μιάς σιωπής του σύμπαντος κόσμου.

    Τι κάθομαι και στα εξομολογούμαι τώρα όλα αυτά, ταλαίπωρε πειραιώτη, ενώ εσύ μέσα στον λήθαργο της περιπέτειας της υγείας σου συλλογίζεσαι αν η φαρμακευτική αγωγή θα σε κάνει γρηγορότερα να σταθείς στα πόδια σου, να μην ξανακυλήσεις, να παρατείνεις το μοιραίο που σε αναμένει. Σου κρατώ συντροφιά μέσα στο βουητό και τον καταρράχτη των λέξεων που ξεχειλίζουν από τα βιβλία μου, τα γραπτά μου, τα δημοσιεύματά μου, την αλληλογραφία μου, τις μεταφράσεις μου. Τι θυμούνται οι άνθρωποι από όλον αυτόν τον λεκτικό πανοραμικό της ζωής πίνακα, ελάχιστα τσιτάτα γραμμένα πάνω στον τάφο μου. Οι άνθρωποι με διαβάζουν για να με ξορκίσουν από την σκέψη τους. Το συγγραφικό Χρέος συντροφιάς στην αρρώστια σύντροφε, μελλοντικέ μου αναγνώστη, πάει περίπατο όταν το φάρμακο που βρίσκεται πάνω στο τραπέζι δεν υπάρχει ανθρώπινο χέρι να σου γεμίσει το ποτήρι με το νερό να το πιεις. Είσαι και εσύ ένας απότακτος της Ζωής που κυλά και χάνεται. Ανθρωπο-μπαίχτρα μάγισσα- μέδουσα η γλώσσα, «ταυροκοιτάζει» την λειψή ζωή μας μέσα στην αρένα των σελίδων των βιβλίων μου, έτοιμη να υψώσει τους καθρέφτες της. Άσοφο άθλημα η Ζωή να το θυμάσαι όταν συνέρθεις, μειονέκτημα της αναζήτησής μας για απόλυτη Ελευθερία. Για Δικαίωση, για Αθανασία, για γκρέμισμα των Ορίων.

Φεύγω τώρα, σε αφήνω να ηρεμήσεις, επιστρέφω στα χώματα της Κρητικής γης που λάτρεψα και υπηρέτησα, αφοσιώθηκα, στην σιωπή και την λαλιά των λέξεων που σύναξα, ύφανα και κατασκεύασα. Των λέξεων που εικονογραφούν τον τραγικό μηδενισμό του Ανθρωπίνου όντος. Την αλαλία του Λόγου, πριν σιγήσουν οι «άναρθρες» κραυγές των λέξεων των ανοιχτών σελίδων των βιβλίων μου, πού και εσύ, αρέσκεσαι να παπαγαλίζεις.

             Δικός σου,

Νίκος Καζαντζάκης ο Κρης.

      «Σηκώνω στο ακρογιάλι του καιρού και πλάθω και ξεπλάθω

με αμμούδα και νερό και μ’ αίματα τα ιστορικά του ανθρώπου’

πηδούν απ’ τα μελίγγια οι στοχασμοί, κι ως πέσουνε στο χώμα,

μεμιάς γυναίκες κι άντρες γίνουνται και γοργοζευγαρώνουν.

Σα μαγληνό ελεφαντοκόκαλο το πρόσωπο γυαλίζει

της γης μέσα στους  ήλιους, στις βροχές, κι αργά το κανακίζω,

σκυφτός, με τρυφεράδα αλάλητη, και κρουφοσυλλογούμαι:

Τι να σκαλίσουμε στο φίλντισι το αγαπημένο ετούτο;

Μαχαίρι της σφαγής, για μιά γαβάθα, για μιά χτένα

στα σκοτεινά μαλλιά της γυναικός στην άβυσσο να λάμπει;

Σάρκα γλυκιά πετιέται η δύναμη στα δέκα ακροδάχτύλια,

κι όπως αργοδιαλέγει ο βασιλιάς μες στα βαθιά περβόλια

σε ποιά γυναίκα απ’ τα χαρέμια του να ρίξει το μαντίλι,

τις πεθυμιές τηρώ κι ανακρατώ γλυκά τη δύναμή μου.

Πολλά βαριά ‘ναι απόψε η μοναξιά, πολλά ζεστό το αγέρι,

βαγκέστηκα να μένω μοναχός, λιγοθυμιά με παίρνει,

κι ο φοβερός αυτός γοργός χορός ξεζώνει τα μυαλό μου.

Λαχτάρησα να δω και να με δούν, ν’ αγγίξω, να με αγγίξουν,

σα νέου θεού χτυπούν τα σπλάχνα μου, λυπούμαι τους ανθρώπους.

Λυπούμαι τους, και στ’ άφτερα μυαλά φτερούγες θα καρφώσω,

θα ρίξω πιά τ’ ανόσια σύνορα που την ψυχή μαντρώνουν.

δεντρά, μεθύστε πιά και ρίχτε ανθούς, ρίχτε, κοράσια, στήθος,

κι εσείς, λεβέντες, ξεπουλιάσετε στο νου μεγάλες έγνοιες-

μιάν αστραπή η ζωή, κι απέραντος ο θάνατος, παιδιά μου!

Θωρώ τη γης, πολλά τη συμπονώ, δε θέλω να πεθάνει’

σκύβω, θωρώ του αντρούς, της γυναικός τα σπλάχνα και φωνάζω:

«Γιομώσετέ τα πίκρες και χαρές, ονείρατα και πράξεις,

ψηλά τον κόκκινο ήλιο ασκώσετε, το χαρταϊτό του νού μας,

κι ως πάνω ανάψετε της κεφαλής το μαγικό φανάρι!».

     Νίκος Καζαντζάκης, ΟΔΥΣΣΕΙΑ, εκδόσεις Ελένη Καζαντζάκη, Αθήνα 1974. Ραψωδία Π, σελίδα 594.        

     Στο αφιέρωμα του περιοδικού «Η ΛΕΞΗ», εκτός από τον συγγραφέα Βασίλη Βασιλικό συνεργάζονται:

-Νίκος Καζαντζάκης: Εννιά ανέκδοτες επιστολές στον Αιμίλιο Χουρμούζιο. Εισαγωγή Γιώργος Ανεμογιάννης.

-Άννα Άγγελου Σικελιανού, Αναμνήσεις από τον Καζαντζάκη στα χρόνια της κατοχής.

-Άγγελος Σικελιανός, «Η ψυχή μου συντροφεύει την ψυχή σου ακοίμητα». Τρείς επιστολές στον Νίκο Καζαντζάκη.

-Αλέξης Σολομός, Ο Θεατρικός Καζαντζάκης

-Μάριος Πλωρίτης, Αποχαιρετισμός. Τελευταία συνάντηση με τον Καζαντζάκη

-Μιχάλης Κακογιάννης, Η γνωριμία μου με τον Καζαντζάκη και ο «Αλέξης Ζορμπάς».

-Γιώργος Ανεμογιάννης, Μουσική στα έργα του Καζαντζάκη.

-Βασίλης Βασιλικός, Είκοσι παράγραφοι για τον Καζαντζάκη

-Χρήστος Α. Χωμενίδης, Η ζωή δεν μπορεί να αντιγράψει την τέχνη

-Γιάννης Μαρκόπουλος, Να κάμουμε την ύλη ζωή

-Θεόφιλος Δ. Φραγκόπουλος, Το ύψιστο στοίχημα. Σκέψεις πάνω στη γλώσσα του Ν. Καζαντζάκη

-Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ, Εγγραφές Ημερολογίου

-Νίκος Α. Παπανδρέου, Ο Νίκος Καζαντζάκης αναφέρεται στον Γκρέκο.

-Ιωάννα Κωνσταντουλάκη- Χάντζου, Ο Καζαντζάκης και η Τέχνη

-Χριστόφορος Λιοντάκης, 5 Νοεμβρίου 1957

-Μανόλης Πρατικάκης, Μικρό σχόλιο στον Νίκο Καζαντζάκη

-Τάκης Θεοδωρόπουλος, Ν. Καζαντζάκης: Οι όροι της σκεπτόμενης αφήγησης

-Νίκος Κολοβός, Η γνώση των «Ορίων» ένα ανέκδοτο γράμμα του Ν. Καζαντζάκη

-Άρης Σφακιανάκης, Στη σκιά του τάφου

-Ιωάννα Ζερβού, Ν. Καζαντζάκης. Τόσο μακριά, τόσο κοντά μας.

-Γιώργος Ξενάριος, «Αναφορά στον Γκρέκο»: Η μεταφυσική ως φυσική

-Τάσος Καλούτσας, Ριζιμιό λιθάρι

-Γιώργης Μανουσάκης, Ο Καζαντζάκης των χαμηλών τόνων.

--

-Ρούλα Κακλαμανάκη, Ο Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΝΑ ΔΟΥΛΕΥΕΙ ΓΙΑ ΜΑΣ.

     Είναι αρκετά τα σημειώματα για έργα του Νίκου Καζαντζάκη που έχω γράψει και αναρτήσει στην ιστοσελίδα μου, από το θεατρικό του έργο «Ιουλιανός»- που πρωτοδημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα του περιοδικού «Οδός Πανός, έως το «Λεξιλόγιο της Οδύσσειας» 12/8/2017. Και από τις απόψεις του πειραιώτη αρνητή του έπους της Καζαντζακικής «Οδύσσειας», τον Βασίλειο Λαούρδα 8/8/2017, έως τα σκόρπια διάφορα δημοσιεύματα για την κινηματογραφική ταινία «Ο Τελευταίος Πειρασμός» 18/7/2018, 19/8/2018, 10/12/2017 και σε άλλες ημερομηνίες. Μην παραβλέποντας τα δημοσιευμένα κείμενα για την προσφορά και την αξία, την εργασιομανία και ελληνομανία, ενός δασκάλου της ποίησης, του ελληνοαμερικανού Κίμωνα Φράιερ που συνέδεσε την συγγραφική διαδρομή του από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα με το έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Σίγουρα, δεν έχω ασχοληθεί με την επιμονή και συστηματικότητα πάνω στην «Οδύσσεια» όπως ο Παντελής Πρεβελάκης, ο Αιμίλιος Χουρμούζιος, ο Κίμων Φράιερ, ο Μάρκος Αυγέρης, ο Πέτρος Σπανδωνίδης, η ο αργεντινός καθηγητής Miguel Castillo Didier, και αρκετοί άλλοι σύγχρονοι έλληνες και ξένοι μελετητές του Καζαντζάκη. Η εργογραφία και η σύνταξη της χειμαρρώδους ελληνόγλωσσης και ξενόγλωσσης Βιβλιογραφίας (συμβολής) που συνέταξαν η καθηγήτρια και θεατρολόγος Κυριακή Πετράκου και ο Θανάσης Αγάθος από την μία και ο τόμος που κυκλοφόρησαν ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης και η Παναγιώτα Μ. Χατζηγεωργίου. "Βιβλιογραφία για τον Ν. Καζαντζάκη (1906- 2012) εκδόσεις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2018, έρχονται να καλύψουν τα εύλογα κενά της πρώτης Καζαντζακικής Βιβλιογραφίας από τον χαλκέντερο Γιώργο Κατσίμπαλη. Η λεωφόρος πάνω στην ελληνική και διεθνή Καζαντζακική βιβλιογραφία ενδέχεται σε ένα μέρος της να είναι ακόμα απάτητη. Εξακολουθώ όμως, να ξεφυλλίζω την «Οδύσσεια», να χάνομαι μέσα στους δεκαεπτασύλλαβους στίχους της, να «πνίγομαι» μέσα στον καταρράχτη των λέξεών της, να πυργώνομαι από τις χιλιάδες προτάσεις της, να θαμπώνεται η όρασή μου από τις φωσφορίζουσες εικόνες της, να αφουγκράζομαι το ποδοβολητό της ρυθμολογίας της και των ξέφρενων μελωδιών της. Να στέκομαι στους παράξενους στοχασμούς ενός έλληνα συγγραφέα, παραγνωρισμένου ή «αποτυχημένου» προφήτη, αθλοφόρου του Ελληνισμού. Ενός συγγραφέα της ράτσας και της φυλής μου, που, μελετώντας τα εκκλησιαστικά κείμενα, και ιδιαίτερα την «Εν Χριστώ Ζωή μου» του Νικόλαου Καβάσιλα προσπάθησε να δώσει σύγχρονη φωνή και σημασιολογική αξία και παρουσία στον χριστιανικό μύθο. Να αναβιώσει την ιερή χριστιανική τελετουργική σκηνογραφία με νέους, της εποχής του ηθικούς και κοινωνιολογικούς θρησκευτικούς, μεταφυσικούς όρους. Πέρα από τον προβληματισμό μας όμως πάνω στο ανοιχτό ερώτημα αν ο Κρητικός πίστευε ή όχι και σε πιο βαθμό, ένα άλλο ερώτημα οφείλουμε να θέσουμε. Γιατί ο Νίκος Καζαντζάκης σαν συγγραφέας δεν ασχολήθηκε με τον αρχαίο Θεό Διόνυσο, ή τον Άδωνη της αρχαιοελληνικής εποχής και παράδοσης και επέλεξε να επαναβαπτίσει ή αναβαπτίσει τον ιερό θεϊκό ιδεότυπο της χριστιανικής παράδοσης και ζωής, τον Χριστό. Και, τι στοιχεία προβάλλει πάνω στον χαρακτήρα και την ταυτότητα του Νέου Οδυσσέα;

      Σώπα λαβωμένη καρδιά μου, μη πικραίνεσαι μέσα στην μοναξιά σου, εξημερωμένη «τίγρισσα καρδιά», «μα βάστα, μη φωνάζεις!» μέσα στην ερημιά σου. Η «ξεγελάστρα ζωή» θα ξαναμυρίσει και θα ανθίσει...

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, 8/4/2024    

Κυριακή 8 Μαΐου 2022

Ανδρέας Γ. Παπανδρέου Ένας οραματιστής πολιτικός

 

Α Ν Δ Ρ Ε Α Σ  Γ.  Π Α Π Α Ν Δ Ρ Ε Ο Υ

(Χίος  5/2/1919-Εκάλη 23/6/1996)

       Ό Οραματιστής πολιτικός  με τα μάτια 5 ελλήνων συγγραφέων

          Πέρασαν 26 χρόνια από εκείνο το ελληνικό καλοκαίρι που σταμάτησε να κτυπά η καρδιά του ηγέτη της Αλλαγής, πρωθυπουργού Ανδρέα Γεωργίου Παπανδρέου. Ο μόνος χαρισματικός πολιτικός ηγέτης της γενιάς μας και όχι μόνο, ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ της 4ης Σεπτεμβρίου, δεν βρίσκονταν πια ανάμεσά μας. Η πνοή του σταμάτησε να δροσίζει τις πολιτικές συνειδήσεις των ελλήνων και ελληνίδων που τον πίστεψαν, τον λάτρεψαν, τον αγάπησαν, τον εμπιστεύτηκαν, τον ακολούθησαν, του αφοσιώθηκαν, του στάθηκαν ακλόνητα πιστοί, στις δύσκολες και άδικες πολιτικές και προσωπικές του ημέρες, μετά το «βρώμικο 89». Η φωνή του, αυτή η εγερτήρια φωνή με τους επαναστατικούς της  χρωματισμούς δεν θα ακούγονταν ξανά. Είχε σιγήσει, και μαζί της, οι ελπίδες και οι οραματισμοί, τα δημοκρατικά όνειρα εκατομμυρίων ελλήνων, το πολιτικό πάθος τους. Οι λόγοι του δεν θα ενέπνεαν τα ενθουσιώδη πλήθη που τον ακολουθούσαν, οι κινήσεις των χεριών του δεν θα αγκάλιαζαν με θέρμη τον λαό, δεν θα έσφιγγαν το χέρι του οι συνδαιτυμόνες και προσκεκλημένοι του. Το πνεύμα του φτερούγιζε τώρα για τους σκοτεινούς λαβύρινθους της αδέκαστης κρίσης της Ιστορίας. Ο Ανδρέας, έπαψε να ανήκει πλέον σ’ εμάς, ανήκε στην αιωνιότητα. Επιβράβευσή του η αγάπη του Ελληνικού Λαού, ήταν ο λαοπρόβλητος ηγέτης όχι μόνο της χώρας του αλλά μιάς ολόκληρης εποχής, που την σφράγισε με την προσωπικότητά του, τις επιλογές του, τον πολιτικό του λόγο, τα κυβερνητικά λάθη του. Η Ελληνική Κοινωνία της εποχής του τον καταξίωσε και τον ανέβασε στο βάθρο της πολιτικής σκηνής δαφνοστεφανωμένο με την αγάπη της, ως Σωτήρα. Και μόνο η παρουσία του γεννούσε άπειρα συναισθήματα χαράς ,ελπίδας, οράματος, αλλαγής, κοινωνικής δικαιοσύνης, ανατροπής των πάντων. Αισιοδοξία σε όλα τα επίπεδα. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι όμως, εξύφαιναν την «πολιτική του εξόντωση» από τις αρχές κιόλας, που ανέλαβε τα κυβερνητικά ηνία της εξουσίας της Ελλάδας τον Οκτώβρη του 1981. Όταν μια τεράστια λαοθάλασσα ατόμων άνευ προηγουμένου, άνθρωποι κάθε ηλικίας και τάξης, φύλου και πολιτικού προσδιορισμού, ετερόκλητες κοινωνικές και πολιτικές φωνές είχαν πλημμυρίσει το Σύνταγμα να ακούσουν τον μελλοντικό πρωθυπουργό που κάλπαζε προς τη νίκη. Μια παλλόμενη ογκώδης ανθρωπομάζα, με ελληνικές σημαίες στα χέρια και σημαίες του πράσινου ήλιου τυλιγμένες γύρω από τον λαιμό τους, με ήχους και συνθήματα πολιτικού θριάμβου, είχε συγκεντρωθεί στην Πλατεία και τους πέριξ δρόμους. Έφτανε και ξεπερνούσε την πλατεία Ομονοίας, είχε πλημμυρίσει το Μοναστηράκι και κατέβαινε προς την λεωφόρο Πειραιώς. Ανέβαινε προς την πλατεία Ρηγίλλης και μπούκωνε μπροστά από την αμερικάνικη πρεσβεία. Κατέβαινε σαν φουσκωμένο ποτάμι  την λεωφόρο Συγγρού. Όλοι οι Έλληνες και οι Ελληνίδες είτε παρευρίσκονταν στην μεγαλειώδη αυτή προεκλογική συγκέντρωση ή παρακολουθούσαν με αγωνία μπρός στις ασπρόμαυρες ή έγχρωμες οθόνες των τηλεοράσεων στα σπίτια τους ή στα καφενεία ήσαν σίγουροι, ανέμεναν την πράσινη επερχόμενη Αλλαγή. Όσοι δεν έζησαν εκείνες τις στιγμές λαϊκού ξεσηκωμού και πανηγυριού, όσοι δεν ανέμιζαν ελληνικές σημαίες έστω και σε έναν μικρό παράδρομο στο κέντρο της Αθήνας, δεν άκουσαν τον ιστορικό του λόγο έστω και από τα μεγάφωνα, δεν είδαν από κοντά τις ποικίλες αντιδράσεις του ανώνυμου κόσμου, τον παλμό ενός πλήθους το οποίο είχε βρει τον «καθοδηγητή του», δεν μπορούν να κατανοήσουν, τι θυελλώδεις σπινθηροβόλες ελπίδες ανανέωσης κόμιζε αυτός ο πολιτικός χαρισματικός έλληνας ηγέτης. Παρόμοια λαοθάλασσα (για διαφορετικούς λόγους και αιτία) ζήσαμε και στην έλευση του γηραιού Σερραίου πολιτικού, του Κωνσταντίνου Καραμανλή, κατά την επιστροφή του από την Γαλλία όταν έπεσε η  χούντα και τον προσκάλεσαν να αναλάβει τα ηνία της υποδουλωμένης από τους στρατιωτικούς και βυθισμένη στο χάος χώρα. Ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου και η Μελίνα Μερκούρη ήσαν τα δύο μόνα πολιτικά πρόσωπα της χώρας προερχόμενα από τον προοδευτικό χώρο, που οι έλληνες και οι ελληνίδες ανεξαρτήτου κομματικής προελεύσεως και πολιτικού πιστεύω, αποκαλούσαν με τα μικρά τους ονόματα. Είτε ψήφιζες είτε όχι ΠΑΣΟΚ, ο Ανδρέας και η Μελίνα ήσαν οι δικοί τους άνθρωποι, και ας μην τους είχαν συναντήσει ποτέ από κοντά. Ο Ανδρέας, είτε του ζιβάγκο είτε της γραβάτας υπήρξε ένας παθιασμένος με την πολιτική, χαρισματικός «μπαλκονάτος» πολιτικός αρχηγός. Ένας λαϊκός μπροστάρης ηγέτης σύμβολο-τουλάχιστον-της δικής μας νεανικής και εφηβικής πολιτικοποιημένης γενιάς η οποία βγαίνοντας από τα σκοτεινά χρόνια της επτάχρονης δικτατορίας, αναζητούσε πολιτικά ερείσματα απελευθέρωσης, έναν πολιτικό ηγέτη «Ήρωα» ο οποίος θα ξιφουλκήσει και θα ανατρέψει κάθε μέχρι τότε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό κατεστημένο και τζάκι. Θα ξεβάλτωνε την πατρίδα μας από την μούχλα του «ελλάς ελλήνων χριστιανών», θα έσπαγε τα πολιτικά και κοινωνικά δεσμά που την κρατούσαν δέσμια από τις διάφορες κατά καιρούς κυβερνήσεις στα μετά τον εμφύλιο σπαραγμό χρόνια στην Ελλάδα. Ο Ανδρέας, ήταν στα μάτια μας, ο έλληνας ηγέτης, ο «Ιβάν ο τρομερός» ενάντια στο ελληνικό παραδοσιακό πολιτικό κατεστημένο, για να δανειστώ μία εικόνα από την ταινία του σκηνοθέτη Σεργκέι Αϊζενστάιν. Μετά τον Ανδρέα, δεν υπήρχε δρόμος πολιτικής επιστροφής για την πατρίδα μας. Θα άλλαζαν, για άλλους με ενθουσιασμό για άλλους με επιφυλάξεις, όμως, τίποτα πιά δεν θα ήταν το ίδιο στην κονίστρα της ελληνικής πολιτικής σκηνής. Η βαρειά σκιά του απλώθηκε πάνω από την Ελλάδα και πότισε το δέντρο της ανεξαρτησίας και πολιτικής Αλλαγής, των κοινωνικών αγώνων, του εθνικού υγιούς πατριωτισμού. Η πολιτική ανθοφορία που κόμισε ο Ανδρέας στην χώρας μας διατηρείτε ακόμα με πολλές μορφές και προεκτάσεις. Ένα «υπερβατικό» πολιτικό όραμα που έγινε πράξη. Τίποτα δεν πήγε χαμένο, ο ζωογόνος αέρας της Αλλαγής που έφερε το επίγειο πολιτικό όραμα του Ανδρέα με την κυβερνητική του εξουσία μπόλιασε τους μεταγενέστερους πολιτικούς και δημοκρατικούς χρόνους στην Ελλάδα. Ακόμα και αντίπαλα πολιτικά κόμματα υιοθέτησαν πρακτικές του. Ο μετασχηματισμός της που άρχισε επί Ανδρέα, συνεχίζεται σήμερα. Η μνήμη του ζει.

     Από ένα αφιέρωμα της παλαιάς πολιτικής εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» αντιγράφω τις προσωπικές εξομολογήσεις και κρίσεις 5 γνωστών και αγαπητών ελλήνων συγγραφέων, οι οποίοι κατά την διάρκεια της πολιτικής τους σταδιοδρομίας ευτύχησαν να τον γνωρίσουν από κοντά, να συνομιλήσουν μαζί του και να συνεργαστούν. Και οι πέντε μιλούν θετικά για την προσωπικότητά του, την ευγένειά του, την πολιτική του εφυϊα, ακόμα και για τα λάθη του. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το κείμενο του δημοσιογράφου και συγγραφέα Φρέντυ Γερμανού για τον Ανδρέα και η συσχέτισή του, με τον πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη. Όσον αφορά την εξομολογητική φωνή του πολυγραφότατου συγγραφέα Βασίλη Βασιλικού και σε ποιανού σπίτι γνώρισε για πρώτη φορά τον οικονομολόγο και καθηγητή Ανδρέα Παπανδρέου, όσοι από την νεότεροι γενιά των ασχολούμενων με τα καλλιτεχνικά πράγματα και την ποίηση είχαν επισκεφτεί ή διατηρούσαν φιλικές σχέσεις-σχέσεις δασκάλου προς μαθητή-με το σπίτι της οδού Καλλιδρομίου, του κυρού Κίμωνα Φράιερ, θα θυμούνται όχι μόνο τις φωτογραφίες του Ανδρέα που κοσμούσαν το σπίτι αυτό σπουδαστήριο της ελληνικής ποίησης, αλλά και τα λόγια και τις αναμνήσεις του ελληνοαμερικανού δασκάλου Κίμων Φράιερ για τον έλληνα πρωθυπουργό, την Μελίνα Μερκούρη, τον πρώην βασιλιά Κωνσταντίνο και άλλα τότε πολιτικά και καλλιτεχνικά πρόσωπα, που σε αρκετά από αυτά, υπήρξε καθηγητής  τους της αγγλικής γλώσσας εκείνες τις δεκαετίες.

Το παλαιό αφιέρωμα της εφημερίδας Ελευθεροτυπία συνεχίζεται και με αποσπάσματα από τα βιβλία που κυκλοφόρησαν η σύζυγός του Μαργαρίτα και ο πεζογράφος γιός του Νίκος, τα οποία σκιαγραφούν τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του έλληνα πολιτικού, που, άλλαξε την πολιτική μοίρα της Ελλάδας. Το αφιέρωμα συνοδεύεται ακόμα από κείμενο του δημοσιογράφου Νικόλα Βουλέλη, «Ο «διεθνής» Ανδρέας» και έναν κατάλογο «Τα γραπτά μένουν» με ελληνόγλωσσους και ξενόγλωσσους τίτλους Βιβλίων, Άρθρων, Μελετών, Διαλέξεων, Προλόγων, Ομιλιών που έγραψε και έδωσε ο Ανδρέας στην διάρκεια της επαγγελματικής και πανεπιστημιακής του σταδιοδρομίας. Αν θυμηθούμε τις κρίσεις ενός άλλου, Γάλλου αυτή τη φορά δασκάλου, του Ροζέ Μιλλιέξ για τον Ανδρέα (διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών)-που αντέγραψα πριν καιρό στην ιστοσελίδα μου-θα διαπιστώσουμε ότι ίσως, η αρνητική κρίση του αγαπητού βουλευτή και συγγραφέα Βασίλη Βασιλικού, ίσως είναι υπερβολική, όσον αφορά την ψυχογράφηση της προσωπικότητάς του. Εξάλλου, γνωρίζετε πολλούς πολιτικούς του διεθνούς τζετ σετ να αγαπούν τις τέχνες και τα γράμματα;, γιατί αν ναι, τότε θα έπρεπε να ήταν εντελώς διαφορετική η πολιτική και κοινωνική σκηνή παγκοσμίως.

Εφημερίδα Ελευθεροτυπία 24/6/1996, σ.36-37 ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΑΝΤΩΝΗΣ  ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ: Είχε όραμα ζωής

     Θυμάμαι τον Ανδρέα Παπανδρέου από τότε που δεν τον είχα ακόμη γνωρίσει από κοντά. Τον θυμάμαι από τον ερχομό του στην Ελλάδα, από τις διαδοχικές κινήσεις του στην πολιτική ζωή, από τον Ανένδοτο.

      Από πάντα ήταν κάποιος που δεν μπορούσες να προσπεράσεις. Θυμάμαι την πορεία του στη νίκη του κόμματός του το ’81, και τις ελπίδες και προσδοκίες που  εμφύτευσε στις καρδιές.

     Σημάδεψε για πολλά χρόνια την πολιτική ζωή. Ας αφήσουμε την ιστορία να κρίνει το έργο του. Η οριστική πιά απουσία του από την πολιτική σκηνή θα βοηθήσει στην αποτίμηση της παρουσίας του.

     Και θυμάμαι το χαμόγελό του, ένα βασικό στοιχείο της πράγματι, χαρισματικής προσωπικότητάς του. Με γνήσια ευγένεια, οξύτατη πολιτική σκέψη και καθημερινότητα στον τρόπο της έκφρασής του που σε συνέπαιρνε και σε κέρδιζε, ακόμη κι αν δεν συνειδητοποιούσες αμέσως τι ακριβώς εννοούσε και πώς ακριβώς θα πραγμάτωνε τις υποσχέσεις του.

     Από την ίδια του τη φύση σκεφτόταν και έπραττε πολιτικά-θα έλεγα, και τα αισθήματά του ή έστω ο τρόπος που τα εξέφραζε περνούσαν από τον πολιτικό του έλεγχο.

     Είχε όραμα ζωής. Και δημιουργική φαντασία. Τη δύναμη επίσης να μπολιάζει τους άλλους με τις δικές του εμπνεύσεις.

      Αγαπήθηκε πολύ και πολεμήθηκε. Δεν έγινε πάντα εφικτό να πραγματώσει τα οράματά που είχε μέσα του και τα είχε και εξαγγείλει. Νομίζω ότι το παρελθόν του μπορούσε να τον είχε οδηγήσει σε διαφορετική τελική εξέλιξη.

     Οι λίγες φορές που τον συνάντησα από κοντά είναι ολοζώντανες στη μνήμη μου. Το ’74, όταν πρωτοήρθε  στην Ελλάδα μετά την πτώση της χούντας. Κυριακή μεσημέρι στο εξοχικό σπίτι του Κώστα Σημίτη. Ένας γοητευτικός σίφουνας. Οραματιζόταν, μιλούσε, κολυμπούσε- όλα τον περίμεναν μπροστά. Και στα Ευρωπάλια το ’82, στις Βρυξέλλες. Πρωθυπουργός πιά. Στην προσπάθειά του να ανταλλάξουμε δύο κουβέντες μόνοι, γιατί γινόταν ανάρπαστος, με τραβούσε από το χέρι μια ώρα. Συγκινημένος και συγκινητικός. Και το ’89, μετά την πτώση. Στο ξενοδοχείο «Πεντελικό». Πιο κλειστός, λίγο κουρασμένος και ψυχικά, πιο ώριμος, και σκεφτικός. Η πολιτική σκέψη καθοδηγούσε όλο του το είναι. Κάποιος από τη μικρή συντροφιά του είπε ότι όταν άκουσε πώς δεν θα είχε καμιά εκπροσώπηση στη δίκη, απογοητεύθηκε. Μετά όμως, ένιωσε πόσο δίκιο είχε ο Ανδρέας. Και τότε, ο Ανδρέας εξομολογήθηκε ότι μόνο ο ίδιος, κι ένας άλλος που δεν τον ονόμασε, είχε ταχθεί υπέρ αυτής της άποψης. Καμία εκπροσώπηση. Αναφέρομαι σ’ αυτούς τους τρεις σταθμούς της ζωής του. Τα τελευταία χρόνια, ήταν πιά μακρινός, παρ’ όλο που είχε περάσει στην καθημερινή ζωή όλων μας.

    Εκφράζω βαθιά οδύνη για το χαμό

ΙΑΚΩΒΟΣ  ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ: Ο μύθος «Ανδρέας»

     Στη ζωή μας είναι πολύ σπάνιο να βλέπουμε έναν φίλο μας να εξελίσσεται σε μεγάλο πολιτικό, σε ηγέτη, να γίνεται πρωθυπουργός και να σημαδεύει την Ελλάδα για ολόκληρες δεκαετίες. Εμένα αυτό μου συνέβη.

     Η σχέση μου με τον Ανδρέα Παπανδρέου ξεκίνησε πρίν πολλά χρόνια, πρίν την δικτατορία, σαν μια φιλία, που γρήγορα απέκτησε και το στοιχείο της πολιτικής ταύτισης. Δεν μπορώ να ξέρω αν γίναμε φίλοι επειδή είχαμε τις ίδιες ιδέες ή αν συναντηθήκαμε και πολιτικά επειδή ήμασταν φίλοι. Σημασία έχει ότι σήμερα, παρ’ όλο που τα τελευταία χρόνια η προσωπική μας σχέση ατόνησε, η συγκίνηση είναι μεγάλη. Όταν έχεις ζήσει κοντά σε έναν άνθρωπο, ο θάνατός του πληγώνει τα αισθήματα.

     Δεν μπορώ να μιλήσω για τον Ανδρέα Παπανδρέου, ξεχνώντας ότι είμαι θεατρικός συγγραφέας.

     Ένας θεατρικός συγγραφέας όμως, που δεν φιλολογεί, δεν κατασκευάζει, αλλά λειτουργεί ως άνθρωπος, με υλικό του τη ζωή, τις εμπειρίες του, τις πίκρες του.

     Σκέφτομαι, λοιπόν, ότι η ιστορία και ο μύθος του Ανδρέα Παπανδρέου είναι από εκείνες που αξίζει να γεννήσουν ένα μεγάλο θεατρικό έργο, ένα δράμα ή μια τραγωδία.

     Και λέω «μεγάλο», γιατί στην ιστορία του παγκόσμιου θεάτρου μεγάλα έργα είναι αυτά πού ο ήρωάς τους συνδυάζει έντονη ιδιωτική ζωή και έντονη δημόσια.

     Όταν αυτά τα δύο στοιχεία συνυπάρχουν, τότε το θεατρικό έργο υπερβαίνει τα όρια του κεντρικού προσώπου και της εποχής του, αφορά τον άνθρωπο και την βαθύτερη ουσία του. Όπως ακριβώς ο μύθος Ανδρέας Παπανδρέου.

ΣΠΥΡΟΣ  ΠΛΑΣΚΟΒΙΤΗΣ:  Ο τελευταίος  μεγάλος  ρομαντικός

     Από κοντά τον Ανδρέα Παπανδρέου γνώρισα μόνο λίγον καιρό ύστερα από την πτώση της χούντας και την επιστροφή του από το εξωτερικό-ένα χρόνο μετά και τη δική μου έξοδο από τις φυλακές. Λέω «από κοντά», γιατί το νέο χαρισματικό πολιτικό άνδρα και τις ριζικά ανανεωτικές του απόψεις, στο χώρο της «Ένωσης Κέντρου» του Γεωργίου Παπανδρέου, τις είχα ιδιαίτερα εκτιμήσει κατά την κρίσιμη εποχή του 1963-1965, χωρίς να μου δοθεί η ευκαιρία μιας προσωπικής γνωριμίας.

     Κατά την διάρκεια της  αντίστασης στη χούντα των απριλιανών βρέθηκα ν’ ανήκω στις τάξεις της «Δημοκρατικής Άμυνας», όχι του ΠΑΚ. Ωστόσο τελικά στάθηκα μ’ εκείνη τη μερίδα των μελών της που αποφάσισε μεταπολιτευτικά την προσχώρηση στο νεοϊδρυμένο ΠΑΣΟΚ και όχι με την πλευρά άλλων που αρνήθηκαν αυτή την προσχώρηση και που κατά τις πρώτες εκλογές του 1974 εντάχθηκαν στους συνδυασμούς της τότε «Ένωσης Κέντρου- Νέες Δυνάμεις» του Γεωργίου Μαύρου.

     Δεν θέλησα όμως ν’ αναμιχθώ στην ενεργό πολιτική. Επέστρεψα στη δικαστική μου θέση του Συμβουλίου Επικρατείας, όπου με είχε απολύσει η χούντα και με αποκατέστησε η Συντακτική Πράξη του Σεπτεμβρίου 1974. Παρέμεινα στη θέση αυτή ως το Μάρτιο του 1977, δηλαδή επί τρία συνεχή χρόνια. Όταν, μετά την παραίτησή μου από το Συμβούλιο της Επικρατείας, για λόγους που έγιναν τότε ευρύτατα γνωστοί, δέχτηκα να μετάσχω ως υποψήφιος Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του Οκτώβρη 1977, έπειτα από την επιμονή της αλησμόνητης Αμαλίας Φλέμιγκ και της Μελίνας Μερκούρη, άρχισε τότε και η στενότερη προσωπική μου γνωριμία με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Διατηρώ αξέχαστες στη μνήμη μου τις ημέρες εκείνες, στο παλιό ιστορικό σπίτι του Καστριού…

     Ένας χαμογελαστός, ζεστός άνθρωπος, γεμάτος ελπίδα για τη νέα ζωή που περιμέναμε ν’ αρχίσει στον τόπο μας, έπειτα από την τραγική δεκαετία του 1964-1974. Ένας γοητευτικός συνομιλητής, σε κατακτούσε αμέσως η απλότητα και η εσωτερική του φλόγα. Πρόσεχε την άποψή σου, αφηνόταν πρόθυμα ν’ ακούσει τις εμπειρίες σου, τον συγκινούσαν τα παθήματα του αδικημένου κόσμου της Αριστεράς-τα όσα κι εγώ ήμουν σε θέση να μαρτυρήσω για το ελληνικό κράτος μέσα από τις εκατοντάδες δικογραφίες που χρειάστηκε  να μελετήσω στα 25 χρόνια της δικαστικής μου θητείας’ ένα κράτος άκαρδο κι εκδικητικό κατά του Έλληνα πολίτη.

     Εντύπωση μου είχε προκαλέσει η εξαιρετική τρυφερότητα για την πολύ ηλικιωμένη μητέρα του-το γένος Μινέικο, που κι αυτή έκανε, όπως θυμάμαι, ιδιαίτερες εξομολογήσεις στη γυναίκα μου για τον έρωτά της με τον Γεώργιο Παπανδρέου και φύλαγε ακόμη κάποια αποκόμματα εφημερίδων της παλιάς εποχής, σχετικά με την τότε κοινή τους ζωή, ως τα βαθιά τούτα γεράματά της!

     Κατά την τετραετία που το ΠΑΣΟΚ αναδείχτηκε αξιωματική αντιπολίτευση, καθώς και τον πρώτο καιρό του 1981, ενώ πλησίαζε η ώρα να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας, χρειάστηκε να τον συνοδεύσω όχι λίγες φορές στις εκλογικές του περιοδείες- Κέρκυρα, Θεσσαλονίκη, Έβρο κλπ. Με όλο το φοβερό συνωστισμό ανθρώπων και περιστατικών γύρω από τον Ανδρέα, ο ενθουσιασμός δεν του άφηνε περιθώρια να φανεί κουρασμένος. Ήταν ακόμη ο ίδιος γνώριμος μαχητής και φίλος. Τον χαροποιούσε η κάθε καλή είδηση για την απήχηση που είχαν οι λόγοι του στο λαό.

     Στο ξενοδοχείο «Ηλέκτρα Παλλάς», έπειτα από την αληθινή εκείνη λαοθάλασσα του 1981 της Θεσσαλονίκης, θυμάμαι ότι με ρώτησε «πώς μου φάνηκε» η συγκέντρωση. Και όταν του απάντησα: «Εγώ έχω μάλλον τρομάξει, Πρόεδρε, από την ευθύνη που αναλαμβάνεις εσύ και το ΠΑΣΟΚ μπροστά σε τόση πίστη και τόσο λαϊκό ενθουσιασμό», δεν λαθεύω αν πω ότι διέκρινα, πρώτη φορά ίσως, κάποιο δάκρυ στα μάτια του και κάποια σπάνια ως την ώρα ταραχή του. Μ’ ακούμπησε ελαφρά στον ώμο: «Έχεις δίκιο, Σπύρο», ψιθύρισε-αυτό μόνο. ‘Ηταν μια από τις καλύτερες στιγμές του, τις βαθύτερα ανθρώπινες η ώρα της συντριπτικής ευθύνης…

     Τα χρόνια περνούσαν. Η αποστολή μου, ως ευρωβουλευτή, στο εξωτερικό από το 1981 ως το 1989 έκαναν ωραιότερες τις συναντήσεις μας.

     Ήδη από το 1986 ήταν αθέατος. Αν και σταθερή η φιλία μεταξύ μας, δεν ήμουν ποτέ από τους ανθρώπους που μοιράζονταν την προσωπική του ζωή και τον συντρόφευαν στις ελεύθερες ώρες του. Έτσι η εικόνα που διατηρώ σήμερα από τον Ανδρέα Παπανδρέου είναι η εικόνα του δημόσιου άντρα στην ακμή του και στα λάθη του-προπάντων η εικόνα της εποχής που το ΠΑΣΟΚ δεν είχε ακόμη κατακτήσει την εξουσία.

     Το προτιμώ αυτό. Στάθηκε ένας οραματιστής μιας άλλης κοινωνίας, μιας στροφής στην ιστορία αυτού του τόπου. Μερικά από τα λάθη του ήταν ωραία.

     Μερικές από τις απραγματοποίητες διακηρύξεις του ήταν λαχτάρες της λαϊκής ψυχής, που τουλάχιστον έπρεπε ν’ ακουστούν από το στόμα ενός ηγέτη. Το αδυσώπητο ρεύμα της εξουσίας ένιωθα, μέρα τη μέρα, να τον παρασύρει μακριά από την όχθη που εγώ στεκόμουν και τον έβλεπα συνεχώς ν’ απομακρύνεται.

     Όσο κι αν αυτό που θα πω μπορεί να φαίνεται παράξενο στους πολλούς, που δοκίμασαν τις πρακτικές μεθόδους του στο κόμμα και στην κυβέρνηση, έχω καταλήξει να πιστεύω ότι ο άνθρωπος και ο δημόσιος άντρας Ανδρέας Παπανδρέου είναι ο τελευταίος μεγάλος ρομαντικός της πολιτικής μας ζωής. Όποιος τον αντικρίσει έτσι, θα εξηγήσει πολλά.

ΒΑΣΙΛΗΣ  ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ: «Αν κερδίσουμε τις εκλογές δεν θα σε ξαναδώ…»

     Με τον Ανδρέα γνωριστήκαμε την άνοιξη του 1964 στο σπίτι του Κίμωνα Φράιερ, του Ελληνοαμερικανού ποιητή και μεταφραστή του Καζαντζάκη, στην οδό Καλλιδρομίου. Θυμάμαι, τη στιγμή που δίναμε τα χέρια, έσβησε απότομα το φώς και συστηθήκαμε με ένα κερί που κρατούσε ο οικοδεσπότης μας.

     Πέρασαν τα χρόνια και η χούντα μας έκανε να ξαναβρεθούμε στη Στοκχόλμη, όπου ο Ανδρέας προλόγισε την επίσημη προβολή του «Ζ» της ταινίας, για τους δημοσιογράφους. Το ίδιο βράδυ φάγαμε σπίτι τους, σε ένα προκάτ σπίτι, μες στο δάσος, παρέα με τη Μαργαρίτα, τα μικρά του παιδιά και τη μάνα Σοφία.

     Εκεί ο Ανδρέας μου μίλησε για ένα βιβλίο που είχε διαβάσει (δεν θυμάμαι πια ούτε όνομα, ούτε τίτλο) το οποίο διαπραγματευόταν το «σκοτεινό πυρήνα της εξουσίας». Μου έκανε εντύπωση, γι’ αυτό και το θυμάμαι, εκείνη η ανάλυση του για το «σκοτεινό πυρήνα». Ήταν, αυτό το βιβλίο, ένα είδος ευαγγελίου γι’ αυτόν.

     Ξαναβρεθήκαμε, στα χρόνια της αυτοεξορίας μας, αρκετές φορές στη Ρώμη. Ήξερε πως δεν ανήκα ιδεολογικά στο χώρο του και γι’ αυτό συχνά με συμβουλευόταν για το αν έπρεπε, π.χ. να επισκεφτεί την ΕΣΣΔ ή, μετά την Μεταπολίτευση αν ενδείκνυνταν να καθυστερήσει κι άλλο την επιστροφή του στην Ελλάδα.

     Μέχρι το 1981 κρατήσαμε μια τακτική ενιαύσια επαφή. Το 1979, του έδωσα σε ένα χαρτάκι την πρόβλεψή μου για το ποσοστό που θα έπαιρνε στις εκλογές: 48,5. Ανεβαίνοντας στο Καστρί, στις 18 Οκτωβρίου του 1981, από τις εφτά το βράδυ, όταν τα πρώτα δειγματοληπτικά αποτελέσματα του έδιναν το ίδιο ποσοστό που είχα προβλέψει προ διετίας, μου έκανε κατάπληξη το γεγονός ότι έβγαλε από την τσέπη του εκείνο το χαρτάκι που του είχα δώσει και το έδειξε στα μέλη του Εκτελεστικού που ‘φτασαν την ίδια ώρα. «Ο Βασίλης μου το είχε πει πριν από δύο χρόνια», τους είπε σαν να τους έψεγε κι εκείνοι (Γεννηματάς, Λαλιώτης, Αυγερινός, Μώραλης), γύρισαν και κοίταξαν τον άγνωστο κύριο, δηλαδή εμένα, με απορία. Στην ίδια εφημερίδα που τώρα γράφω τις αναμνήσεις μου, είχα δηλώσει στον Δημήτρη Γκιώνη, με αφορμή ένα βιβλίο μου που έβγαινε εκείνες τις μέρες (Σεπτέμβριος του 1981),ανάμεσα στα άλλα που αφορούσαν το βιβλίο, ότι «θα ψηφίσω ΠΑΣΟΚ και να γιατί», πράγμα που συγκίνησε βαθιά τον Ανδρέα και άρχισε να με ψάχνει στην Αμερική, όπου ζούσα τότε, για να με πείσει να κατέβω υποψήφιος στις εκλογές.

     «Πρόεδρε-του είπα-ποτέ δεν θα γίνω πολιτικός. Ούτε το ’74 ούτε τώρα. Ο πατέρας μου, σαν υποψήφιος, κάηκε από τον πατέρα σας κι εγώ δεν θα καώ από σας. Αλλά να σας βοηθήσω, σε ό,τι θέλετε». Έτσι επέστρεψα από την Αμερική και προλόγισα την ομιλία του στη γενέθλια πόλη μου, την Καβάλα. Κι όταν μια άλλη φορά μου πρότεινε να γραφτώ στο ΠΑΣΟΚ, του είπα πως ούτε αυτό θα έκανα για να μην τον φέρω στη δύσκολη θέση, αργότερα, να με διαγράψει.

     Τότε, σε κείνες τις μέρες, πρίν από τις εκλογές του ’81, όταν βρισκόμασταν πιο συχνά, ένα μεσημέρι, χωρίς εγώ καθόλου να τον προκαλέσω, μου εξομολογήθηκε τα πάντα, για τη ζωή, για τα παιδιά του, για τον ίδιο, καταλήγοντας πως αν «κερδίσουμε με τις εκλογές δεν θα σε ξαναδώ». Αν ζούσε ο πατέρας μου, εσύ σαν συγγραφέας που είσαι, θα ήσουν εδώ κάθε βράδυ. Εγώ όμως δεν ενδιαφέρομαι για τη λογοτεχνία ούτε για την τέχνη γενικά. Αν είναι να διαβάσω ένα βιβλίο το βράδυ, θα προτιμήσω ένα οικονομικό εγχειρίδιο…».

     Η εξομολόγησή του αυτή μου βούλωσε το στόμα για δέκα ολόκληρα χρόνια. Το αντιπνευματικό ΠΑΣΟΚ, όπως διαμορφώθηκε κάτω από τον αστερισμό του, με προβλημάτισε και με έκανε να ψάξω τις βαθύτερες ψυχαναλυτικές αιτίες του φαινομένου. Γιος διαζευγμένων γονιών ήταν επόμενο να απεχθάνεται την κλίση προς τα καλλιτεχνικά του πατέρα-προδότη της αγαπημένης μάνας, κυρίως όταν η μητριά τύχαινε να είναι η πρώτη κυρία του θεάτρου.

     Μικρός θα έτρωγε καρπαζιές και χάδια, στο σπίτι τους, από ανθρώπους σαν τον Καζαντζάκη, τον Παλαμά, τον Καλομοίρη, τον Σικελιανό, όλοι πνευματικοί άνθρωποι πρώτου μεγέθους, αλλά και σύμμαχοι του πατέρα, όχι της μαμάς.

     Τώρα όμως δεν είναι η στιγμή για μια τέτοια αποτίμηση. Άνθρωπος συναισθηματικός, όπως υπήρξε ο ίδιος σε όλη τη ζωή του, φανατικός των φίλων του, ας δώσουμε στο συναίσθημα και στη φιλία του μερτικό που τους αξίζει.

     Τα άλλα για μια άλλη φορά. Πάντως από τη μέρα εκείνη του Οχτώβρη του 1981, παρ’ όλο που υπήρξα την πρώτη τετραετία-και την καλύτερη-αναπληρωτής γεν. διευθυντής στην τότε ΕΡΤ 1, δεν τον ξαναείδα ούτε μία φορά.

ΦΡΕΝΤΥ  ΓΕΡΜΑΝΟΥ: Παιχνίδια της πολιτικής μας ιστορίας…

     Υπάρχουν κάποιες παράξενες συμπτώσεις στην πολιτική μας ιστορία.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου πέθανε ακριβώς 100 χρόνια μετά τον Χαρίλαο Τρικούπη. Αυτό άσχετα από τις διαφορές που είχαν οι δύο πολιτικοί μας ηγέτες-τόσο στο μέγεθος (ανάλογα από τη σκοπιά που το βλέπει κανείς) όσο και στην ποιότητα του έργου τους.

Και οι δύο ανδρώθηκαν στο εξωτερικό. Ο Ανδρέας στην Αμερική, ο Τρικούπης στην Αγγλία. Οι πατέρες και των δύο υπήρξαν ηγέτες της χώρας. Ο πατέρας του Τρικούπη ήταν ο πρώτος πρωθυπουργός της Ελλάδας μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους- ο πατέρας του Ανδρέα πρώτος κυβερνήτης της χώρας, μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς.

     Και οι δύο σημείωσαν την πρώτη τους πολιτική επιτυχία πάλι με διαφορά 100 χρόνων ο ένας από τον άλλον. Ο Τρικούπης υπογράφοντας την Ένωση της Επτανήσου το 1864. Ο Ανδρέας βγαίνοντας για πρώτη φορά βουλευτής ακριβώς έναν αιώνα αργότερα το 1964. Και οι δύο εκτοξεύτηκαν προς την εξουσία, πάλι με διαφορά 100 χρόνων. Ο Τρικούπης γράφοντας το 1874 το περίφημο άρθρο «Τις πταίει», που τον έχρισε στα μάτια του λαού, πολιτικό αρχηγό του ελληνικού αύριο, ο Ανδρέας ιδρύοντας πάλι έναν ακριβώς αιώνα αργότερα το ΠΑΣΟΚ. Και οι δύο πέθαναν εξόριστοι-κατά κάποιον τρόπο. Ο Ανδρέας βιολογικά εξόριστος από τη μάχιμη πολιτική. Ο Τρικούπης γεωγραφικά εξόριστος, από την Ελλάδα-κι από το Μεσολόγγι πού τόσο αγαπούσε.

Έφυγαν, έχοντας πλάι τους μια γυναίκα. Ο Ανδρέας, τη σύντροφο της ζωής του. Ο Τρικούπης, την αγαπημένη του αδερφή Σοφία (Η άλλη Σοφία, η κόρη του Ανδρέα, που ήταν για πολλά χρόνια το πιο αγαπημένο ίσως πλάσμα της ζωής του, απουσίαζε δυστυχώς από την ύστατη μάχη της Εκάλης. Και δεν μπορούσε βέβαια να ‘ναι αλλιώς- όπως είχαν εξελιχθεί τα πράγματα…)

Υπάρχει μια τελευταία ομοιότητα που δεν μπορεί παρά να την αποδεχτεί ακόμη και ο φανατικότερος πολέμιος του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Τρικούπης σφράγισε την πολιτική μας ιστορία, το τελευταίο τέταρτο του περασμένου αιώνα. Ο Ανδρέας Παπανδρέου έκανε ακριβώς το ίδιο στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα μας. Πάλι οι ιστορικοί, όταν έρθει η ώρα, θα γνωματεύσουν για την πολιτική σημασία της σφραγίδας αυτής . Υπάρχει και μια τελευταία λεπτομέρεια-αυτή προσωπική. Όταν ο Ανδρέας έφευγε πριν από τον πόλεμο, από τον Πειραιά για την Αμερική ο πατέρας του τον κατευόδωσε με ένα ποίημα του Καβάφη: «Αποχαιρέτα την Αλεξάνδρεια που χάνεις». (Αφήγηση του Ανδρέα στον γράφοντα, τον καιρό που δούλευα το «Ακριβή μου Σοφία»). Ο γιός του χαμογέλασε, με την ανεμελιά των 20 του χρόνων και του απάντησε: «Τη χάνω, αλλά θα την ξανάβρω!»

Την ξαναβρήκε.

Αλλά τώρα, σάμπως να ‘μεινε ξαφνικά η Αλεξάνδρεια ορφανή.

Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 24 Ιουνίου 1996.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς,

8 Μαϊου 2022.

ΥΓ. Οι ιστορικοί της ελληνικής πολιτικής ιστορίας του μέλλοντος, μάλλον θα αποφανθούν θετικά για την προσπάθεια εκσυγχρονισμού της χώρας από την παρούσα κυβέρνηση του κυρίου Κυριάκου Μητσοτάκη. Μήπως, ο Κρης πολιτικός, ήρθε η ώρα να κάνει την πολιτική του υπέρβαση, και να καταδικάσει δημοσίως και μέσα στο ελληνικό κοινοβούλιο, την πολιτική επιλογή του πατέρα του, πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη να σύρει τον Ανδρέα Παπανδρέου στο ειδικό δικαστήριο; Μήπως σαν νέος εκσυγχρονιστής πολιτικός οφείλει να τολμήσει και να δηλώσει ότι ήταν πολιτικό λάθος από τον πολιτικό πατέρα του η επιλογή της παραπομπής; Μια τέτοια ενέργεια, σίγουρα θα προστεθεί στα συν της πολιτικής του καριέρας.