Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Θεοφάνους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Θεοφάνους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΝΝΑ ΤΡΙΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΤΩΝ

 

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΛΑΪΚΗ ΚΑΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ  ΠΟΙΗΣΗ

του Σπυρίδωνος Γ. Μακρή

          Τα Χριστούγεννα, τη μεγάλη αυτή Δεσποτική γιορτή, που γιορτάζει όλος ο χριστιανικός κόσμος την 25η Δεκεμβρίου, δεν γιορτάζει η αρχαία χριστιανική Εκκλησία των τριών πρώτων αιώνων, επειδή έδινε μεγαλύτερη σημασία στο Σταυρικό θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού, που έφερε τη λύτρωση στην ανθρωπότητα. Αντί γι’ αυτήν γιόρταζε τότε την 6η Ιανουαρίου, την γιορτή των Επιφανίων, σαν ημέρα επιφανείας της θεότητας του Κυρίου στον κόσμο.

          Ο καθορισμός της 25ης Δεκεμβρίου, ως ημέρας εορτής των Χριστουγέννων, έγινε το πρώτο στη Ρώμη γύρω στο 335 μ.Χ. από τη Ρώμη διαδόθηκε τάχιστα σ’ όλη τη Δύση και αργότερα στην Ανατολή, όπου για πρώτη φορά γιορτάστηκαν τα Χριστούγεννα την 25η Δεκεμβρίου του 376 μ.Χ., όπως αναφέρει σε λόγο του ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

          Γι’ αυτό η υμνολογία των Χριστουγέννων στη Βυζαντινή ποίηση αναπτύχθηκε από τον 5ο μ.Χ. αιώνα και έπειτα, οπότε χριστιανοί υμνογράφοι και μελωδοί, στο Βυζάντιο, συνέθεσαν ύμνους, πού εξυμνούσαν τη θεία ενανθρώπηση του Χριστού. Από τους πολλούς αυτούς ύμνους υπερέχει σε απλότητα και μεγαλοπρέπεια ο ύμνος, που συνέθεσε ο μέγιστος ποιητής του Βυζαντίου Ρωμανός ο μελωδός, που ήκμασε πιθανότητα τον 6ο μ.Χ. αιώνα και δίκαια ονομάστηκε «Πίνδαρος της ρυθμικής ποιήσεως». Ολόκληρος ο ύμνος αποτελείται από 24 στροφές (= οίκους), με προοίμιο (=κουκούλιο), το γνωστό κοντάκιο της γιορτής. «Η παρθένος σήμερον το υπερούσιον τίκτει…» που η επωδός (=εφύμνιον): «δι’ ημάς γάρ εγεννήθη παιδίον νέον κλπ.» επαναλαμβάνεται στο τέλος κάθε μιάς από τις 24 στροφές του ύμνου. Αλλά και ο γνωστός σε όλους «Ακάθιστος ύμνος», και αυτός έργο πιθανότατα του Ρωμανού, με 24 οίκους, αναφέρεται στα πρό, κατά και μετά τη γέννηση του Χριστού γεγονότα. Και οι δυό αυτοί ύμνοι του Ρωμανού είναι έργα της 2ης περιόδου της Χριστιανικής Υμνολογίας, πού είναι γνωστή ως περίοδος των Κοντακίων.

          Άλλο μεγαλούργημα της Βυζαντινής ποιήσεως των Χριστουγέννων είναι ο κανόνας του μελωδού Κοσμά, επισκόπου Μαϊουμά, κατά τον 8ο μ.Χ. αιώνα, στη Χριστού γέννηση, κατά την 3η περίοδο της χριστιανικής υμνολογίας-την περίοδο των Κανόνων. Αποτελείται από 8 ωδές με 2-3 τροπάρια κάθε μία, που το πρώτο, τον ειρμό της 1ης ωδής: «Χριστός γεννάται δοξάσατε… ενεπνεύσθη από λόγο του Γρηγορίου του Θεολόγου και τον ειρμό της 9ης ωδής «Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον…» ενεπνεύσθη από λόγο του Χρυσοστόμου. Ο Κανόνας αυτός του Κοσμά και ο άλλος του συγχρόνου του, Ιωάννου Δαμασκηνού, ο ιαμβικός: «Έσωσε λαόν θαυματουργών Δεσπότης…» ψάλλονται μαζί στον όρθρο της εορτής.

          Εκτός από αυτούς τους ύμνους, υπέροχος ύμνος είναι και το δοξαστικό του εσπερινού «Αυγούστου μοναρχήσαντος επί της γης…», με τις θαυμάσιες αντιθέσεις του, έργο της μεγάλης ποιήτριας του Βυζαντίου, της Κασσιανής.

          Και αυτά ως προς την Βυζαντινή ποίηση των Χριστουγέννων. Αλλά και η λαϊκή μούσα ψάλλει το μέγα κοσμοϊστορικό γεγονός της «Χριστού γεννήσεως» στα γνωστά «Κάλλαντα», που από τόπο σε τόπο έχουν διάφορες παραλλαγές.

          Στην Αθήνα, εκτός από το γνωστό σε όλους μας: «Καλήν εσπέραν άρχοντες…», κατά την Τουρκοκρατία εψάλλετο την παραμονή και άλλο, που άρχιζε έτσι: «Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του κόσμου, οπού γεννήθη ο Χριστός να σώσει τους ανθρώπους».

          Τέλος, στη Νεοελληνική ποίηση υπάρχουν πολλά ποιήματα για τα Χριστούγεννα, πού άλλα εξυμνούν το κοσμοσωτήριο γεγονός, κι’ άλλα εικονίζουν τον οικογενειακό χαρακτήρα της γιορτής, ή δίδουν διδάγματα από τη γιορτή. Θα παραθέσουμε εδώ λίγα αποσπάσματα από ποιήματα γνωστών και αγνώστων νεοελλήνων ποιητών.

          Από το ποίημα «Χριστούγεννα» του Κωστή Παλαμά μεταφέρουμε μερικούς στίχους:

«Τί φώς και χρώμα και εμμορφιά να

σκέπαζε τ’ αστέρι

οπού στην κούνια του Χριστού τους

μάγους έχει φέρει…»

«Άχ, άχ, χριστουγεννιάτικο της φαμελιάς τραπέζι,

που ταίρι-ταίρι η όρεξη με την αγάπη παίζει».

«Τα ποτηράκια ηχούν γλυκά,

λαμποκοπούν τα πιάτα,

γύρω φαιδρά γεράματα και προκομμένα νιάτα».

          Και συνεχίζει τους στίχους ο ποιητής αναφέροντας τα φαγητά και τα πιοτά του οικογενειακού τραπεζιού. Έτσι ενώ στην αρχή, εξυμνεί τα της γεννήσεως του Χριστού, έπειτα εξεικονίζει θαυμάσια το χαρούμενο εορταστικό τραπέζι με τα πλούσια φαγητά ή ποτά και γενικά τον οικογενειακό χαρακτήρα της εορτής.

          Άλλο χριστουγεννιάτικο ποίημα είναι του Αχιλλέα Παράσχου, της παραμονής:

«Ήτο γλυκιά παραμονή εκείνης της ημέρας,

οπού καινούργιος δρόσιζε κόσμο παλιό αγέρας».

«Πού ο αγέννητος Θεός στη Βηθλεέμ γεννήθη,

και αναγάλλιασε η γη κι εντράπη και εφοβήθη».

   Σ’ αυτό ο ποιητής εξυμνεί τα αποτελέσματα, που έφερε στον κόσμο ή γέννηση «του αγέννητου Θεού» στη Βηθλεέμ, δηλ. καινούργιος αγέρας δροσίζει τον παλιό κόσμο, αναγαλλιάζει η γη.

          Από το ποίημα του Γεωργίου Σπ. Μακρή. «Τα Χριστούγεννα και οι φτωχοί», από τους 24 στίχους παραθέτουμε τους 8 τελευταίους, που είναι αποστροφή στους πλούσιους, να θυμηθούν τους φτωχούς:

          «Ώ πλούσιοι κι ευτυχισμένοι,

          σήμερα που ο Χριστός γεννάται

          ενθυμηθείτε πόσοι πεινασμένοι

          πεινούν κρυώνουν, μα κανείς δεν

          τους θυμάται».

          Χριστούγεννα ευτυχισμένα

          θάχετε σεις μέσα στα πλούτη,

          μα στα σπιτάκια τα δυστυχισμένα,

          πώς θα γιορτάσουν τα Χριστούγεννα

          ετούτοι;»

Στο ποίημα αυτό ο ποιητής, αφού στην αρχή ψάλλει τη φτωχική γέννηση «σε φάτνη αχυροστρωμένη» του Χριστού, «που θέλει οι άνθρωποι να ζούν αδελφωμένοι», στο τέλος ζητεί από τους πλούσιους να θυμηθούν τους φτωχούς.

          Από τα λίγα αυτά αποσπάσματα ύμνων και ποιημάτων των Χριστουγέννων κατανοούμε πόσο ενέπνευσε τους υμνογράφους και ποιητές το ανεπανάληπτο ιστορικό γεγονός της γεννήσεως του Χριστού στο ταπεινό σπήλαιο της Βηθλεέμ. Η γέννηση του Χριστού είναι πραγματικά το μεγαλύτερο γεγονός της παγκόσμιας ιστορίας και γι’ αυτό ενέπνευσε και εμπνέει τις ευγενείς ψυχές σε ύμνους και δοξολογία Αυτού, φρονηματίζει δε τις ευαίσθητες καρδιές σε αγάπη και φιλανθρωπία κατά τη μεγάλη γιορτή τ η ς α γ ά π η ς  τ ο υ Θ ε ο ύ  σ τ ο ν ά ν θ ρ ω π ο.

    ΣΠΥΡΟΣ Γ. ΜΑΚΡΗΣ

Περιοδικό «ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΣΤΕΓΗ» Χρόνος ΙΔ΄, Τόμος Δ΄. τεύχος 26/ Χειμώνας 1979, σελ. 281-283.

          ΝΥΧΤΑ  ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

του Κώστα Θεοφάνους

Ήταν εν’ αστέρι που ταξίδευε

Λαμπρό σαν ελπίδες των ανθρώπων

μέσα σε νύχτα μαύρη και αξημέρωτη.

Κ’ ήταν ένα Θείο Βρέφος που γεννήθηκε

μαζί με τις ελπίδες των ανθρώπων

μέσα στο χειμώνα και την παγωνιά.

Καθώς ανάσαινε το χνώτο του απλωνόταν

σα μιά παγκόσμια αστραπή

για να φωτίσει την ψυχή της οικουμένης.

Από τη φάτνη των αλόγων μιά φωνή

μυριόστομη φωνή και προαιώνια

καρφώθηκε στο σκοτεινό ουρανό,

βέλος διάπυρο:

«Ειρήνη! Ειρήνη!»

 

Την άκουσαν ποιμένες αγραυλούντες

κι αναθάρρεψαν.

Την άκουσαν πεινώντες και πεφορτισμένοι

κι αναγάλιασαν.

Την άκουσαν μωρά βυζασταρούδια

και σκιρτήσανε.

Την άκουσαν τα σήμαντρα του δάσους

κι αντιλάλησαν.

Την άκουσαν οι αιχμάλωτοι στα κάτεργα,

οι μελλοθάνατοι στις φυλακές,

οι ασθενείς και οδοιπόροι,

οι λαβωμένοι αητοί στα καταρράχια,

τ’ ανυπεράσπιστα δελφίνια του ωκεανού,

τα ορφανεμένα αηδόνια μεσ’ στα ρέματα,

τ’ απολωλότα ελάφια των δρυμών

και κόψανε μιάν ασημένια αχτίδα

από τ’ αστέρι εκείνο της Ανατολής

και τη φορέσαν στο λαιμό τους φυλαχτό,

και την υψώσανε σαν τρόπαιο νίκης:

«Ειρήνη! Ειρήνη!»

 

Τα σμήνη των αγγέλων τ’ Ουρανού,

τα σμήνη των αγγέλων του Καλού,

τα σμήνη των αγγέλων των Ανθρώπων

σήκωσαν στις φτερούγες τους το μήνυμα,

σπαθίσανε τα νέφη του μεσονυχτιού,

και σπείρανε το Λόγο τον πρωτάκουστο

στα πέρατα της οικουμένης.

 

Όμως πόσο αργούσε να φέξει κείνη η νύχτα!

Πόσο αργούσε να ξημερώσει στις καρδιές!

 

Κι ο Λόγος ο Καλός δε φύτρωσε από τότε.

Κοράκια από το χώμα τον ξεθάβουνε

και του κατασπαράζουν το χυμό.

Άγριο χαλάζι

του κρουσταλλιάζει τον ανθό μόλις θα δέσει.

Λίβας πυρπολητής τον κεραυνώνει

και τον αλέθει στις μυλόπετρες του ανέφικτου.

Για να μην ανθίσει, να μην ακουστεί

ο προαιώνιος πόθος:

«Επί γης ειρήνη!»

 

Ανέστιο, λαβωμένο και ανεκπλήρωτο,

το Μήνυμα πλανάται ανά τους αιώνες.

Χωρίς να βρίσκει χώμα να καρπίσει. Και το Βρέφος,

το Θείο Βρέφος σέρνει το σταυρό του,

και στρατιές αγγέλων σέρνουν το σταυρό τους,

και στρατιές ανθρώπων σέρνουν το σταυρό τους

Χωρίς να βρίσκουν τόπο να σταθούν και ν’ αναρτήσουν

το Αστέρι της Ανατολής.

Οι εποχές αναδιπλώνονται, και περιφέρουν

τα ματωμένα πέλματά τους. Οι οδοιπόροι της Ειρήνης,

οι στρατοκόποι της Αγάπης απελπίζονται.

 

Ώ, πόσο αργεί να φέξει τούτ’ η νύχτα!

Πόσο αργεί να ξημερώσει στις καρδιές!

 

Κι ωστόσο

κάθε που τ’ άστρο ταξιδεύει προς τη Βηθλεέμ

μέσα στη μαύρη νύχτα και στην παγωνιά,

κάθε που απ’ τη φάτνη των αλόγων εκτοξεύεται

του Θείου Βρέφους η προαιώνια φωνή,

σημαίνουνε χαρμόσυνα τα σήμαντρα της προσδοκίας

κ’ οι άγγελοι σαλπίζουνε το μήνυμα στην οικουμένη:

«Ειρήνη! Ειρήνη!»

 

Οι άνθρωποι στολίζουνε το δέντρο της ελπίδας τους,

στα μάτια των παιδιών αγιάζονται ανοιξιάτικοι ουρανοί,

στα χέρια των ποιμένων αφυπνίζονται τα όνειρα,

μυριάδες χείλη διψασμένα ψιθυρίζουν:

 

«Δε θ’ αργήσει να φέξει τούτ’ η νύχτα

Δε θ’ αργήσει να ξημερώσει στις καρδιές!».

    ΚΩΣΤΑΣ  ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ

Περιοδικό ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΣΤΕΓΗ τεύχος 22/ Χριστούγεννα 1974. Χρόνος Ι΄. σ. 163-164

ΠΑΙΔΙΚΕΣ  ΜΝΗΜΕΣ

     Κρητική ηθογραφία

του Βελισσάριου Μουστάκα

          Λίγα χρόνια είχαμε εγκατασταθεί στη Χώρα-άς μην είμαστε ποτέ κατεβασμένοι από το χωριό-κι  όταν σίμωναν χρονιάτικες μέρες το αναζητούσα με περισσότερη νοσταλγία.

          Άς ήταν τώρα με λιγότερες στερήσεις η ζωή μας… Αφού δεν είχα ψάλει τον Επιτάφιο και το Χριστός γεννάται, δοξάσετε στην εκκλησία πούχε βαφτιστεί ο πατέρας μου, τ’ αδέλφια μου, εγώ, αφού δεν ξεκίνησα μες στη νύχτα σαν τους Μάγους και τις Μυροφόρες, δεν μπορούσα να λογαριάσω τις μεγάλες μέρες. Λαμπρή χωρίς Ιούδα και Χριστούγεννα δίχως χιόνια στις καμινάδες των σπιτιών και στο καμπαναριό του Τίμιου Σταυρού; Ήμουν αθεράπευτα ρομαντικός που ήθελα το σχετικό διάκοσμο των αγίων ημερών. Έτσι θα μπορούσα να συνειδητοποιήσω καλύτερα το νόημα και το μήνυμα που μας έφερναν.

          Παραθαλάσσια η καινούργια πατρίδα και δεν έπιανε ποτέ χιόνι και γω λαχταρούσα σαβανωμένη την πλάση. Τα κυπαρίσσια να τρίζουν από το βάρος του χιονιού και το φεγγάρι να σεργιανά στα σύννεφα. Είχα αποφασίσει λοιπόν να κάνω Χριστούγεννα στο χωριό. Θα γύριζα στο προγονικό σπίτι. Στο τζάκι μας με τη γιαγιά και τα ξαδέρφια, θα ζέστανα τα όνειρα και θα έβλεπα στον «ανήφορα» τα καλλικατζαρούδια που χόρευαν.

Δεν άντεχε άλλη δοκιμασία η νοσταλγία μου.

          Άλλοι ξεκινούσαν απ’ την άκρη του κόσμου για να βρεθούν την άγια νύχτα στο χώρο των παιδικών αναμνήσεων και γιατί εγώ να μή βρίσκομαι εκεί που με χώριζε μόνο τρείς ώρες δρόμος…

          Με το κλείσιμο του σχολείου ανακοίνωσα την πεθυμιά μου. Παρακάλεσα θερμά…

          Χριστούγεννα κάνει όλος ο κόσμος στα σπίτια του, ήταν η αυστηρή απάντηση του πατέρα.

          Και συνέχισε: -Πού θα πάς μ’ αυτό το κατακαίρι. Το χιόνι θάχει κατεβεί στο χωριό…

          Και η μάνα συμπλήρωνε:

          -Και δω θα περάσουμε ωραία τα Χριστούγεννα. Γλυκά, παιχνίδια, η γιορτή του μπάρμπα σου. Στο χωριό θα πας παιδί μου ν’ αποκλειστείς μέσα, μέρες πούναι;

          Δεν ξέρω αν τα λόγια αυτά μου τάλεγαν για να μου «γυρίσουν τα μυαλά» ή άρχισε στο δικό των μυαλό να φυσαουρίζουν η «αστυφιλία» και να ξεχνούν την ποίηση και την αγνότητα του χωριού.

          -Και τα κάλαντρα; Θα χάσεις τα κάλαντρα, θυμήθηκε πάλι ο πατέρας.

          Τα κάλαντρα δεν θα τάχανα: μόνο που οι εισπράξεις των δεν θα γίνονταν παπούτσια ή ντρίλινα πανταλόνια. Θα γίνονταν μέσο για την πραγματοποίηση του χριστουγεννιάτικου ονείρου…

          Αξημέρωτα βγήκα στις ρούγες και στους δρόμους της μικρής πολιτείας. Ένιωθα την τσέπη μου να βαραίνει. Κάθε τόσο την άδειαζα και μετρούσα την «είσπραξη». Σε κάθε ήχο της κάθε δραχμής, ηδονιζόμουν σαν τον παπά, που ακούει να πέφτουν στο δίσκο της εκκλησίας τα δίδραχμα των πιστών. Πέντε δραχμές ακόμα θα έβγαζα το εισητήριο.

          Η ώρα περνούσα και άρχιζα ν’ ανησυχώ. Χτύπησα την πόρτα της θειάς και νονάς μου, και άρχισα με όσο ταμπεραμέντο διάθετε η φωνή μου:

          Καληνεσπέρα άρχοντες, αν είναι ορισμός σας, Χριστού τη θεία γέννηση να πω στ’ αρχοντικό σας. Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει…».

          -Η νόνα πρόβαλε στο κεφαλόσκαλο:

          -Μπράβο παιδί μου και του χρόνου! Με το δίκιο της η μάνα σου θέλει να σε κάνει «Δεσπότη!!»

          Δεν ήξερε η φτωχή πώς η φωνή, δεν κάνει μόνο Δεσποτάδες. Χρειάζονται τόσα άλλα!!

-Μπράβο παιδί μου, ξαναδεφτέρωσε η νονά, και απόθεσε στη φούχτα μου, που έτρεμε κείνη την ώρα απ’ το κρύο και τη συγκίνηση, ένα δεκάρικο. Ένα ολόκληρο ασημένιο δεκάρικο. Τέτοιο λαβράκι δεν περίμενα…

          Φίλησα το χέρι της με πολλή θερμότητα και σεβασμό και κατέβηκα τρέχοντας δυό- δυό τα σκαλοπάτια του νοικοκυριού της.

          Σαν πέρασαν οι πρώτοι ενθουσιασμοί κατάλαβα πώς «η γενναιοδωρία» της νονάς ήταν καλόπιασμα για να τη βοηθούσα με μικροθελήματα στη γιορτή του θείου.

          Άς με περίμενε… Την ώρα που θα στρωνόταν το πλούσιο τραπέζι στη μεγάλη τραπεζαρία με συνδαιτημόνες τις «αρχές» της «μικράς κωμοπόλεως» -το δήμαρχο, τον Αστυνόμο, τον παπά- Γιάννη, τον Τελώνη, το Λιμενάρχη, τους συναδέλφους της δασκάλους με τις γυναίκες των- εγώ θα ρέμβαζα στην κουτσουροθρεμμένη φωτιά με τις κόκκινες, τις πράσινες και τις γαλάζιες ανταύγειες.

          Και θ’ άκουγα τη γιαγιά να διηγείται ιστορίες για Τούρκους, για Χριστούγεννα σκλάβων για το άστρο της γέννησης, για τους αγγέλους που είδε με τα μάτια της, όταν ήταν αγνή παιδούλα, ν’ ανεβοκατεβαίνουν στο χειμαδιό της μιάν άγια νύχτα.

          Πήγα στο κατάλυμα της παληάς δημαρχίας να μετρήσω τις εισπράξεις. Ξεπερνούσαν το εισιτήρια, το δίσκο και το κερί του Τιμίου Σταυρού και μούμειναν μερικές δραχμές για μικροδωράκια στα ξαδέρφια μου. Στο χωριό δεν χαραμίζουν τάλληρα και δίδραχμα για τέτοιες «ψευτιές».

          Πόσο είχα κλάψει για τέτοια άχαρα Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιές δίχως την ευδαιμονία του παιχνιδιού!!... Σ’ αυτό το σοκάκι κάθονταν συγγενικά πρόσωπα και οι εισπράξεις μου θ’ αυγάτιζαν. Τώρα θα μπορούσα να πάρω στην ξαδέρφη μου τη Γιωργία μιά κούκλα. Ορφανό το έρημο, από πού να περιμένει;

          Έτρεξα να προλάβω τ’ αυτοκίνητο του χωριού. Έφευγε στις 3. Μόλις το πρόλαβα. Με το Κατσουλάκι που μάθαινε μαραγκός διαμήνυσα στη μάνα μου, πώς πήγαινα να κάνω Χριστούγεννα στο χωριό.

          Στ’ αυτοκίνητο συνάντησα κι άλλους χωριανούς.

-Πώς τόπαθες και μας θυμήθηκες; Φύγατε απ’ το χωριό και ρίξατε πέτρα πίσω σας.

-Τί να πεθυμήσουν βέβαια, πετάχτηκε ο Λιαγιάννης, με παράπονο. Τη φτώχεια ή τη στερημένη ζωή μας;

Εγώ αναστέναζα βαθιά και λυπόμουν βαθύτατα για τον πόθο της φυγής- την αγιάτρευτη αρρώστια που έδερνε τη μικρή κοινωνία μας.

Σκοτείνιαζε σαν φτάσαμε στο Κατοχώρι. ‘Ως εδώ έφτανε ο δρόμος. Από κει μία ώρα πεζοπορία ως το χωριό! Με προεκλογικές υποσχέσεις δρόμοι και σκολειά δεν γίνονται…

Είχαν ανάψει απ’ ώρα τα λυχνάρια. Τα γουρούνια τα είχαν κρεμασμένα στα κελάρια και τα χριστόψωμα είχαν ξεφουρνιστεί σαν φτάξαμε στο χωριό. Μερικές παιδιάστικες φωνές μισοσβησμένες των καλαντριστάδων ακούγονταν στα Σφιγκιανά, μαζί με τ’ αλυχτίσματα σκύλων.

Το χωριό ετοιμαζόταν να υποδεχτεί το Χριστό που γεννιόταν απόψε. Πόση ευτυχία ένιωσα στην υποδοχή των δικών μου, στη χαρά των ξαδερφακιών μου για τα μικρά δώρα που φέρνουν μεγάλη χαρά, στη θαλπωρή του τζακιού πού ήταν φορτωμένο από θρύλους, παραμύθια, χριστουγεννιάτικες ιστορίες και λίγο χιόνι που γλίστρησε απ’ την καμινάδα.

Τη χριστουγεννιάτικη ευδαιμονία μου τη φαρμάκωσε το γεγονός πώς η λειτουργία φέτος έπεφτε στο Λούλο και κανείς απ’ το χωριό δεν θα πήγαινε στην Αγία Τριάδα.

Ήταν στα μαχαίρια γιατί το Σφιγκάκι που βγήκε δήμαρχος, μπόρεσε με τη βοήθεια «σύντεκνου» του βουλευτή να πάρουν απ’ το χωριό το σχολειό.

Και γώ πού δεν ήμουν «στα μαχαίρια» με τους Λουλιώτες κ’ ήθελα ν’ ακούσω πώς «η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει», έπρεπε να οδοιπορήσω μές στα χιόνια, κάτω απ’ τ’ άστρα, μές στη θεοσκότεινη νύχτα, σαν τους Μάγους και τους ποιμένες, να προσκυνήσω το νεογέννητο Χριστό.

Το Σκουμπάκι, που έκανε τον ψάλτη, σαν «τέως Πρόεδρος» της σχολικής Εφορίας που ο δήμαρχος διέλυσε, και σαν φανατικός Αλετρουβαριώτης, δεν θα πήγαινε στη «λειτουργία» των Λουλιωτών. Έτσι όλη η ψαλμουδιά θα έβγαινε απ’ τα χείλη μου απ’ τον «Πολυέλαιο» ως τους κανόνες με το «κάθισμα του Ρωμανού» η «Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει», ως τα μεγαλυνάρια και τη δοξολογία. Ο μικρός Παπαδιαμάντης που από παιδί έκλεινα μέσα μου άρχιζε να ξυπνά…

Πώς όμως θα πήγαινα μόνος μες στο κρύο και τη σκοτεινιά; Χτύπησα σ’ όλα τα σπίτια, ζητώντας συντροφιά. Όλοι λυπόνταν γιατί είχαν νηστέψει και ήθελαν να κοινωνήσουν και ν’ ακούσουν τη λειτουργία.

Ο εγωισμός των όμως και το «κρητικό φιλότιμο» δεν έλεγε να δώσει τόπο στην οργή και άς ξημέρωνε τέτοια μέρα αγάπης και συγγνώμης.

Άρχισα να θλίβουμαι που θα έκανα Χριστούγεννα δίχως χριστουγεννιάτικη λειτουργία. Ήθελα να ψάλλω και να κοινωνήσω.

Τί θ’ άξιζε νάκανα Χριστούγεννα με τον παπά- Νταμπάκη και τους χωριανούς μου και να ‘ψελνα το «Χριστός γεννάται δοξάσατε Χριστόν εξ ουρανού απαντήσατε»!

Η «λάλη» μου με λυπήθηκε. Μούδωσε κουράγιο. Ετοίμασε μιά δάδα από κουρέλια που τα μούσκεψε στο λάδι. Βρήκε κ’ ένα ράσο για να μην ξεπαγιάσω και προσπάθησε να διασκεδάσει τους φόβους μου. Είχε το κουράγιο ν’ αποκηρύξει όλα τα παραμύθια, τις χριστουγεννιάτικες ιστορίες, τους θρύλους με τα φαντάσματα, τα καλλικατζαρούδια,  τ’ αερικά και τους καταχανάδες.

Μου μαρτύρησε πώς όλα τούτα είναι ψέματα που τάπλασε η φαντασία των προγόνων, και δεν πρέπει να τα φοβάμαι. Ύστερα βραδιά που είναι όλα μερεύουν και κουρνιάζουν στα σπλάχνα της γης.

Έτσι, ψυχωμένος τώρα, μπορούσα να ξεκινήσω, να μπω στα λιόφυτα τα θεοσκότεινα, ν’ ανέβω σε βουνά, να ροβολήσω στα ρέματα και στις χαράδρες σαν τους Μάγους και τους ποιμένες. Ή μήπως κι αυτοί είναι ψέματα;

-Άχ καημένη γιαγιά γιατί να γκρεμίσεις όλον αυτόν τον κόσμο του μύθου, της ονειροφαντασίας και της μαγείας που έκρυβα μέσα μου!!

Μα όχι δεν μπορούσε παρά νάναι αληθινοί οι «αγραυλούντες ποιμένες»,  οι άγγελοι με τις λύρες, τ’ αστέρια με την κεροδασιά τ’ ουρανού, οι Μάγοι που οδοιπορούσαν στην σκοτεινή νύχτα αναζητώντας το μικρό Χριστό. Μπορεί κιόλας να πέρασαν από το σταύλο του μπάρμπα μου απόψε και νάριξαν μιά ματιά στα ζωντανά.

Είχα δει κάμποσα όνειρα και είχα πάρει μερικούς ύπνους στο τζάκι δίπλα, που όλη νύχτα φεγγοβολούσε και σπίθιζε, όταν άκουσα το σήμαντρο της Αγίας Τριάδας. Χτυπούσε γλυκά μες στη σιγαλιά της νύχτας.

Άς χτυπάς έρημο, συλλογίστηκα και άς καλείς τον κόσμο όλο να γιορτάσει τη γέννηση του Θεανθρώπου. Αυτός κατέβηκε στη γη ανάμεσα σε άλογα και σε βόδια μα οι ψυχές των  ανθρώπων έγιναν τόσο σκληρές που δεν είναι άξιες να δεχτούν το μήνυμα της αγάπης και της συγγνώμης του.

Και ψιθύρισα: «Εσύ, Χριστέ μου, γεννήθηκες στον αχερώνα και συχώρεσες τους σταυρωτές Σου μα οι Αλετρουβιώτες δεν συχωρούν τους Λουλιώτες που τους άρπαξαν το σχολειό… Δεν καταδέχονται νάρθουν στην εκκλησιά να προσκυνήσουν Εσένα που απόψε γεννιέσαι».

…Χάλασε ο κόσμος, Θεέ μου! Χάλασε!! Άλλοι ξεκίνησαν από την Ανατολή, μήνες δρόμο, να ‘ρθουν με δώρα να πέσουν στα πόδια Σου. Και ένα μικρό παιδί, αψηφώντας τη βαρυχειμωνιά και το φόβο, ξεκινά ν’ ακούσει το «Χριστός γεννάται» και να δοξολογήσει με τους «εχθρούς» του χωριού του… τη γέννησή Σου.

     Το  φεγγάρι δεν είχε βγει ακόμα και ο δρόμος δεν ήταν εύκολος. Καθένας χαράζει μονοπάτια και κονταρίδες να πηγαίνει στα κτήματά του και πολλές φορές χάνεις τον πραγματικό δρόμο. Ένα κρύο δυνατό κατέβαινε απ’ την κορφή της Μαραθοκεφάλας που σε περουνιάζει ως το μεδούλι. Ο πάπυρος της γιαγιάς δεν άντεξε το βοριαδάκι. Πέρασα την «Αλυσουδερή» με τα πέντε πηγάδια. Αν ήταν μέρα θάβλεπα «κοπελιές» και «γράδες» με τις στάμνες στον ώμο.

          Ύστερα ανηφόρισα στην καστανιά και βρέθηκα στις μοναστηριακές ελιές. Τέσσερα- πέντε μονοπάτια, διασταυρώνονται. Πήρα το φαρδύτερο που θ’ μ’ οδηγούσε αμέσως στής «Παπαδιάς τ’ αλώνι» απ’ όπου θ’ αγνάντευα το χωριό και θα προσανατολιζόμουν.

          Όσο βάδιζα τόσο όμως και έμπαινα σε μιά χαράδρα με θεόρατες ελιές και πλατάνια. Ήταν ολοφάνερο πώς είχα χάσει το δρόμο, πώς βρισκόμουν στο ρέμα της Παναγιάς. Άκουσα το χείμαρρο που κατέβαινε από το βουνό. Ένας κρύος ιδρώτας με περίλουζε και ο φόβος μαζί με το κρύο περουνιάζει το φτωχό μου σαρκίο.

          Κάτι ιστορίες για σαραντάπηχους και τελώνια ήρθαν στο νού μου. Έκανα ν’ αρχίσω τις φωνές. Αυτό θάταν χειρότερο.

          Κοίταξα τον ουρανό π’ άρχισε να ξαστερώνει και να γεμίζει μ’ άστρα και άρχισα να ψέλνω όσα τροπάρια θυμόμουν απ’ τον παρακλητικό κανόνα.

          Άφησα το ρέμα κι άρχισα να σκαρφαλώνω στα βράχια, όταν μέσα στην απελπισιά μου, διάκρινα στην κορφή του αντικρινού βουνού φωτιές. Θάναι βοσκοί συλλογίστηκα με χαρά και άρχισα να φωνάζω.

          -Έ χωριανοί!! Βοήθεια, έχω χάσει το δρόμο.

          Ακούμπησα σ’ ένα βράχο και περίμενα απάντηση. Καμιά. Η απελπισμένη φωνή μου πνιγόταν στη βοή του χείμαρρου.

          Κουρασμένος, ολομούσκευτος, άρχισα ν’ ανεβαίνω το βουνό με οδηγό τη φωτιά που έμοιαζε με φεγγοβόλο μάτι της νύχτας. Σε λίγο βρισκόμουν στην κορυφή του Καστελιού, ανάμεσα σε βοσκούς που μ’ υποδέχτηκαν χαρούμενο.

          Ήταν το χειμαδιό ενός μπάρμπα μου. Βρήκα το «σιμοισοακάτορά» του το Μαθιό- βοσκό από μωροπαίδι-, το γιό του το Νικολή, σιόκαιρό μου και φίλο μου. Περίμεναν να ξημερώσει ακόμα για να ξεμαντρίσουν τα πρόβατα.

     Απόψε δεν κοιμόνταν, έμεναν ξάγρυπνοι, ανάμεσα στο ειρηνικό τους βασίλειο-πού και κείνο ξαγρυπνούσε-, μετρώντας τ’ αστέρια τ’ ουρανού, πίνοντας τσικουδιά και λέγοντας ιστορίες.

          Ήταν οι ίδιοι οι ποιμένες που «αγραυλούσαν» πρίν χιλιάδες χρόνια σε μιά πλαγιά της Βηθλεέμ. Και γώ ήμουν ένας μικρός μάγος που βάδιζα μες στο κατακαίρι και τη νύχτα για να προσκυνήσω το μικρό Χριστό.

          Αφού ξεμάργωσα στην κουτσουροθρεμμένη φωτιά και στη φλάσκα με την τσικουδιά, ξεκίνησα. Σύντροφο είχα το Νικολάκη. Ο Νικολάκης ήταν από τη Παναγιά και μπορούσε ν’ ακούσει το «Χριστός γεννάται» των Λουλιωτών.

          Βιαστήκαμε γιατί είχαμε αργήσει και ο καιρός έδειχνε πώς θα δυναμώσει.

     Σε λίγο αυγόριζε ο Λούλος και η εκκλησιά στη μεσοχωριά, που μόλις φωτιζόταν από λίγα καντήλια, τον πολυέλαιο και τα κεριά. Μές στην άγια νύχτα έβλεπες μερικά φώτα των οδοιπόρων που πήγαιναν ν’ ακούσουν την λειτουργία, και των σπιτιών καθώς ξυπνούσαν οι άντρες και τα παιδιά, για την εκκλησία. Οι γυναίκες, όσες είχαν κοινωνήσει, θα παρέμεναν στο σπίτι για τη χριστουγεννιάτικη σούπα.

          Όταν μπήκα στην Αγία Τριάδα νόμισα πώς βρισκόμουν στον παράδεισο. Προσκύνησα την ξεβαμμένη εικόνα του Δωδεκαβάγγελου με την Γένεση, άναψα το κερί μου και πρίν προλάβω ν’ ανεβώ στο στασίδι του ψάλτη πού ήταν άδειο-ο γέρο Μαζάνης μόνο κανοναρχούσε στη γωνιά- άρχισα τα «Μεγαλυνάρια», πού ήταν η σειρά τους.

          Ο παπά-Νικόλας βγήκε ξαφνιασμένος στην Αγία Πύλη για τον αναπάντεχο βοηθό του. Χάϊδεψε ικανοποιημένος την ολόλευκη γενειάδα του-πού είχε λευκανθεί, «εν Κυρίω»- μπήκε στο Ιερό και συνέχισε τη λειτουργία του.

          Ένιωθα τώρα την καρδιά μου να πλημμυρά από καλοσύνη και ευτυχία. Θάρρεψα πώς είχα σιμώσει στη φάτνη της Βηθλεέμ…

     ΒΕΛΙΣΣΑΡΙΟΣ  ΜΟΥΣΤΑΚΑΣ

Περιοδικό ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΣΤΕΓΗ, χρόνος ΙΔ΄, τόμος Δ΄. τχ. 26/Χειμώνας 1979., σ. 287-291.

Σημείωση:

          Στην τελευταία μας ανάρτηση στα Λογοτεχνικά Πάρεργα είχαμε γράψει και μιλήσει και αναρτήσει τις απόψεις μας για την δημόσια πνευματική εικόνα και το διηγηματικό και τεχνοκριτικό έργο του πειραιώτη διηγηματογράφου Βελισσάριου Μουστάκα. Ενός ταλαντούχου συγγραφέα από την Σούδα Χανίων της Κρήτης (29/6/1929- Πειραιάς 17/6/1985) ο οποίος μετά την μόνιμη εγκατάστασή του στην Πόλη μας, χάραξε με αγάπη τα εμπνευσμένα πνευματικά του ίχνη στην πόλη μας, τον Πειραιά. Μην έχοντας πλέον τις δύο συλλογές με τα «Διηγήματά του»- ώστε να δω ποια από τα δημοσιευμένα διηγήματά του περιλαμβάνονται στα δύο βιβλία του- περιοριστήκαμε στην συμμετοχή του στο περιοδικό «Φιλολογική Στέγη» του ομώνυμου Σωματείου που υπήρξε παλαιό μέλος του. Αποδελτιώσαμε τα δημοσιεύματά του, δίχως να δώσουμε δείγμα της γραφής του.

     Πλησιάζοντας οι Εορτές του Δωδεκαημέρου, Χριστούγεννα- Πρωτοχρονιά…, μεταφέρουμε στο παρόν σημείωμα τις ηθογραφικές του παιδικές αναμνήσεις από την Μεγαλόνησο. Επιλέξαμε το παρόν διήγημα πρώτον, γιατί η εορτή των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς είναι άμεσα συνδεδεμένη με τα παιδικά μας χρόνια και τις ευτυχισμένες ξέγνοιαστες αναμνήσεις. Στολισμός χριστουγεννιάτικου δένδρου με μπαμπάκι να θυμίζει χιόνι, μπάλες και άλλα μικρά στολίδια, πολύχρωμα μικρά λαμπιόνια και το άστρο στην κορφή, την φάτνη στην βάση. Προετοιμασία και πλάσιμο γλυκών και κουλουριών, στάλσιμο του ψητού φαγητού μέσα σε μαύρη μεγάλη λαμαρίνα να ψηθεί. Επικόλληση πάνω στα τζάμια των παραθύρων μικρών ασημοστολισμένων ζωγραφιών-τα γνωστά μας αγγελάκια-προσφορά και ανταλλαγή δώρων από μέλη της οικογένειας, ψαλμωδίες και δοξαστικά των εκκλησιών. Το Κοντάκιο του Ρωμανού του Μελωδού «Η Παρθένος σήμερον…..» που σιγοψιθυρίζονταν. Κατά μόνας ή με μικρές φιλικές παρέες επίσκεψη από γειτονιά σε γειτονιά και να λέμε τα Κάλλαντα και να μας φιλεύουν οι νοικοκυραίοι φοινίκια ή κουραμπιέδες και πενταροδεκάρες. Ο δεύτερος λόγος της επιλογής, στάθηκε η εσωτερική αναφορά του Β. Μουστάκα ο οποίος από μικρό  παιδί αγαπούσε τον κυρ Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και το έργο του, και θεωρεί τον εαυτό του «έναν μικρό  Παπαδιαμάντη». Εκλεκτικές συγγένειες εκ μέρος ενός Κρητικού ηθογράφου διηγηματογράφου και λαογράφου που δηλώνει τις αναγνωστικές του προτιμήσεις και στιλ γραφής. (Εδώ να αναφέρουμε ότι απουσιάζει από τα διηγήματά του η Καζαντζακική παρουσία και φωνή). Δεν θέλησα να καταφύγω σε Λεξικό και να ερμηνεύσω τις Κρητικές του λέξεις και φράσεις. Τις αφήνω αυτούσιες όπως γράφονται μια και ούτε ο διηγηματογράφος θέλησε να μας τις εξηγήσει όταν δημοσίευσε τις παιδικές του μνήμες. Εξάλλου όσοι πειραιώτες έλκουν την καταγωγή τους από την «παντέρημη Κρήτη» όπως θα μας έλεγε ο Παντελής Πρεβελάκης, θυμούνται και γνωρίζουν οι λέξεις αυτές τι σημαίνουν.

     Για τον πειραιώτη Σπύρο Γ. Μακρή (1899- 9/8/1989) της γνωστής οικογένειας του ιερέα Γεωργίου Μακρή του αγίου Βασιλείου, στοιχεία και πληροφορίες έχουμε δώσει στην ανάρτησή μας της 18 Απριλίου 2021.

    Όσο για τον πειραιώτη καθηγητή Γαλλικών, ποιητή, μεταφραστή και τεχνοκριτικό, αγωνιστή δημοκράτη Κώστα Θεοφάνους (1919-1/4/2008), (προσφυγόπουλο από την Μικρά Ασία) έχουμε γράψει σε πειραϊκά έντυπα και έχουμε μιλήσει αρκετές φορές και έχουμε αναρτήσει δημοσιεύματά του και ποιήματά του στα Λογοτεχνικά Πάρεργα. Εδώ, επιλέξαμε ένα χριστουγεννιάτικο ποίημά του με αντιπολεμικό κλίμα. Το ζήτημα της παγκόσμιας «Ειρήνης» μεταξύ των ανθρώπων και των λαών της γης είναι ένα μοτίβο που απασχολούσε τον πειραιώτη ποιητή και τεχνοκριτικό, το συναντάμε στα ποιήματά του και στις δημόσιες αγωνιστικές πολιτικές εκδηλώσεις του. Του καταδικασμένου σε θάνατο από τους κατακτητές.

          Έδωσα τρία διαφορετικά δείγματα πειραιωτών δημιουργών με κοινό σημείο αναφοράς την εορταστική περίοδο.

          Ανοίγοντας το πρωί το ραδιόφωνο άκουσα τρείς ειδήσεις που μου αποτυπώθηκαν. Πρώτη: ενάμισι εκατομμύρια στρατιώτες και πολίτες έχουν σκοτωθεί μέχρι σήμερα στον πόλεμο Ρωσίας- Ουκρανίας. Δεύτερη μέχρι σήμερα έχουμε τεσσεράμισι εκατομμύρια Ουκρανών προσφύγων που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους. Και Τρίτη το Ελληνικό Λιμενικό διέσωσε σκάφος κοντά στην Γαύδο με 545 μετανάστες. Θάνατος της μητέρας του κυρίου Βαγγέλη Μαρινάκη ευεργέτη της πόλης και πρώτου σε ψήφους εκλεγμένου δημοτικού συμβούλου για αρκετές τετραετίες. Να μιλήσουμε για τα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά σκάνδαλα που ταλανίζουν την χώρα; Τον αγώνα των Αγροτών που συνεχίζεται.

Να ευχηθούμε Καλές Γιορτές;

Το πάρτι της ζωής συνεχίζεται με την εξτρίμ πάντα ενδυμασία του πειραιώτη κυρίου Λάκη Γαβαλά.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Παρασκευή 19/12/2025.                  

Τρίτη 12 Ιουλίου 2022

Κριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις του εργογραφικού κύκλου του Γιώργου Χ, Μπαλούρδου

 

 

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος. Ενδεικτικές κρίσεις, σχόλια και βιβλιοπαρουσιάσεις για βιβλία που εξέδωσε, επιμελήθηκε ή συμμετείχε.

                     ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΚΟΣ  ΚΥΚΛΟΣ

1.,  Προσεγγίσεις στον Ερωτικό λόγο. ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ-ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόλογος Μιχάλης Μερακλής, εκδ. Βιβλιογονία, Αθήνα 1990, σ. 60 (δοκίμιο)

Βλέπε

-Βρασίδας Καραλής, β/κη, περ. Διαβάζω τχ.282/4-3-1992, σ. 65-68. «Απροσδιόριστα Πρωτότυπο και αξιοπρόσεκτο έργο».

 

2., Ολίγη Λιβάς, εκδ. Σελάνα, Πειραιάς 1998, σ.96. (ποίηση). (καλλιτεχνική επιμέλεια Μαντώ Κατσουλού)

Βλέπε                            

-Κώστας Θεοφάνους, β/κη, εφ. Η Φωνή του Πειραιώς, Πέμπτη 13/2/2003, σ.4. «Ας μιλήσουμε για ποίηση». Αναφορά στις πρόσφατες συλλογές πειραιωτών ποιητών. Γιώργος Μπαλούρδος.

-Φάνης Μούλιος, εφ. Η Φωνή του Πειραιώς, Δευτέρα 25/1/1999, στην σελίδα «χωρίς… σχόλια»

     «……..Ολίγη λιβάς» του Γιώργου Μπαλούρδου, που δεν είναι μόνο ένας κριτικός της Λογοτεχνίας αλλά και ένας ποιητής.

«Ολίγη λιβάς» ή λίγο δάκρυ για τ’ ανθρώπινα. Ποιήματα ανθρωπιάς κι ευαισθησίας. Αυτογνωσίας, απελπισίας κι αναζήτησης. Από τα πιο όμορφα ποιήματα της συλλογής «το μορτάκι»: «Κρύωνε πολύ/ κι όλα τα δάση του κόσμου για εκείνον ήταν ξένα/ Και η τριανταφυλλιά πούχε φυτρώσει στον ύπνο του/ είχε και αυτή/ βαρύ χειμώνα./ Ύστερα ήρθε η φωτιά/ήταν καλή,/είπε,/ κι άπλωσε τα χέρια του να ζεσταθεί./ Και του πέρασαν τις χειροπέδες.»

 

3., Μυρτιώτισσα. Επιμέλεια-παρουσίαση-ανθολόγηση: Γιώργος Μπαλούρδος, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα  2002, σ. 96

Βλέπε

-Γιάννης Ε. Χατζημανωλάκης, β/κη, περ. Φιλολογική Στέγη, περίοδος Β΄, τχ.2/ Χριστούγεννα 2004, σ.103

-Χαρίκλεια Δημακοπούλου, β/κη, εφ. Εστία 15/3/2003

     «-Μυρτιώτισσα. Μια παρουσίαση από τον Γιώργο Μπαλούρδο (εκδ. Γαβριηλίδης, έκ νέου’, σελ.91). Ο επιμελητής της εκδόσεως επαναφέρει στη μνήμη μας την τρυφερή ποίηση της Μυρτιώτισσας. Ο πλήρης αισθήματος πρόλογος εξηγεί γιατί ο επιμελητής ασχολήθηκε με την Μυρτιώτισσα. Εν τέλει και μετά την παράθεση επιλογής από το έργο της, παραθέτει και σύντομο βιογραφικό σημείωμα για την Μυρτιώτισσα, κατά κόσμο Θεώνη Δρακοπούλου.».

 

4., Μαρία Περικλή Ράλλη, εκδ. Κιβωτός, Πειραιάς 2006, σ. 58 (μελέτη)

Βλέπε

-Μάρυ Θεοδοσοπούλου, β/κη, εφ. Η ΕΠΟΧΗ, Κυριακή 8/10/2006, σ.35. «Μια χαμηλόφωνη ποιήτρια»

-(Γιάννης Ε. Χατζημανωλάκης), β/κη, περ. Φιλολογική Στέγη, περίοδος Β΄, τχ.9/7,8,9, 2006, σ.166.

«Γιώργος Μπαλούρδος: «Μαρία Περικλή Ράλλη» (μελέτημα). Πειραιάς 2006 (Μετά το «Πειραϊκό Πανόραμα»- που αποτελεί αξιόλογη προσφορά στην πολιτιστική ιστορία του Πειραιά- ο Γ. Μ. παρουσιάζει σ’ ένα τομίδιο ‘εκτός εμπορίου’ τη διάλεξή που έδωσε στον «Πειραϊκό Σύνδεσμο» στις 29.5.2006 για την Πειραιώτισσα ποιήτρια Μαρία Περ. Ράλλη (1906-1975). Εκτός από τα ενδιαφέροντα και τεκμηριωμένα εργογραφικά στοιχεία που καταχωρίζει αναλύει παράλληλα-θα έλεγα καλύτερα ανατέμνει-με καίριο κριτικό λόγο το πεζογραφικό και –κυρίως-το ποιητικό έργο της Μαρίας Περ. Ράλλη, που υπήρξε μία από τις βεβαιότερες γυναικείες ποιητικές ‘φωνές’ της περιόδου του μεσοπολέμου και των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων.».

-Γιάννης Οικονομίδης, περ. Ζήνων τχ. 200/1,2,3,2007, σ.35

«Ο Γιώργος Μπαλούρδος παρουσιάζει την Μαρία Περικλή Ράλλη (το γένος Κωνσταντοπούλου) τολμώντας μια αναδρομή στο παρελθόν και μας συστήνει την λησμονημένη ποιήτρια-πεζογράφο, μια δυνατή φωνή της εποχής της στο χώρο της.

      Αναφέρεται στο έργο της και στη ζωή της, τον οικογενειακό περίγυρο, ένα λεπτομερές χρονολόγιο συμβάντων.».

 

5., Πειραϊκό Πανόραμα. Πνευματικό και Καλλιτεχνικό Χρονολόγιο του Πειραϊκού Χώρου 1784-2005, Πρόλογος Νάσος Βαγενάς- Μιχάλης Μερακλής, εκδ. Τσαμαντάκη, Πειραιάς 2006, σ. 350

Βλέπε

-Γιάννης Ε. Χατζημανωλάκης, β/κη, περ. Φιλολογική Στέγη, περίοδος Β΄, τχ.8/4,5,6,2006, σ.117-118.

-Περιοδικό Λιμάνι β/σίαση τχ.166/11, 2006, σ.56-59.

«[…… Η εργασία του κ. Μπαλούρδου θα αποδειχθεί κάτι παραπάνω από πολύτιμη για τον ιστορικό του μέλλοντος. Αλλά ακόμα και για εμάς τους ίδιους, όσοι τουλάχιστον ενδιαφέρονται να γνωρίσουν την Ιστορία της πόλης τους. Να ξέρουν ποια κληρονομιά κρατούν στα χέρια τους. Και τι θα προσφέρουν στις νεότερες γενιές. Χαρακτηριστικά παραδείγματα Ιστορίας; Ας δούμε μερικά….]»

-[Τούλα Μπούτου;;], β/ση, περ. Πειραϊκά Γράμματα τχ. 48/7.9,2006, σ. 403.

«Βιβλίο- προϊόν πολλού μόχθου-μεγάλης έρευνας, φιλοπονίας και υπομονής. Που όμως εξασφαλίζει την ιδιαίτερη αξία του και τη χρηστική του αποστολή για πολλούς ερευνητές που θα σκύψουν στις σελίδες του.».

-περιοδικό Index τχ.10/3,2007,

     «Στο Πειραϊκό πανόραμα καταγράφονται τα πνευματικά και καλλιτεχνικά στοιχεία του πειραϊκού χώρου των δύο τελευταίων αιώνων, παρέχει δε μια βάση και ορισμένους από τους δείκτες στους οποίους θα πρέπει να στηριχθεί όποιος θα ήθελε να μελετήσει το πνευματικό και καλλιτεχνικό πρόσωπο του Πειραιά, μιάς πόλης με έντονη πολιτισμική δραστηριότητα. Ο συγγραφέας δεν παραλείπει να αναφερθεί στα πρόσωπα, στα γεγονότα της πνευματικής και πολιτιστικής ζωής του Πειραιά, στα κτίρια και γενικά στο ανθρωπογεωγραφικό τοπίο του μεγάλου λιμανιού».

-εφημερίδα Athens Voice, tx. 186/18-24 Οκτωβρίου 2007.  …. Μεγάλοι Πειραιώτες

    «Με μια ιστορία δύο σχεδόν αιώνων κι ένα συνονθύλευμα από νησιώτες και γηγενείς κατοίκους, το λιμάνι του Πειραιά αποτέλεσε έναν κόμβο ζωής με το δικό του πολιτιστικό στίγμα……………. Στο βιβλίο Π.Π. του Γιώργου Μπαλούρδου θα βρεις σπάνιες πληροφορίες για την πνευματική ιστορία της πόλης, συγκεντρωμένες σε μια μοναδική στο είδος της έκδοσης».

-εφημερίδα Κοινωνική, Τρίτη 11 Ιουλίου 2006, σ.4. «Πειραϊκό Πανόραμα» Ένα βιβλίο που κάθε Πειραιώτης πρέπει να αποκτήσει!

«Για πρώτη φορά σ’ ένα βιβλίο συμπεριλαμβάνονται όλα τα πρόσωπα του πνεύματος που γέννησε ο Πειραιάς με στοιχεία και λεπτομέρειες που κερδίζουν και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη. Συγγραφέας ο Γιώργος Μπαλούρδος ο οποίος αξίζει ένα μεγάλο «μπράβο» καθώς η συλλογή των στοιχείων που περιλαμβάνει στο βιβλίο του ήταν εξαιρετικά δύσκολη και χρονοβόρα………».

-Κοραλία Ραϊση, εφ. Ο Δημότης, Τρίτη 25/7/2006, σ.4

    «Συγχαρητήρια αξίζουν τόσο στον συγγραφέα κ. Γιώργο Μπαλούρδο, όσον και στις εκδόσεις «Τσαμαντάκη» των γνωστών Πειραϊκών Βιβλιοπωλείων της οικογένειας Αντώνη Τσαμαντάκη-στον πρώτο μεν για την συγγραφή του υπό τον τίτλον «Πειραϊκό Πανόραμα» στον δε δεύτερο για το «τόλμημά» του να το εκδώσει!................ Επισημαίνουμε μια πρωτοτυπία (και πολύ ορθώς καθ’ ημάς) της έκδοσης: Τα «Περιεχόμενα» του βιβλίου, αντί να δημοσιευθούν στο τέλος, προτάσσονται στην αρχή, ώστε ο αναγνώστης διευκολύνεται κατά πολύ στην όποια, μετέπειτα αναζήτηση των σημείων που χρειάζονται «δεύτερη ματιά».

      Παρά τις όποιες παραλείψεις του, είναι επαινετέα η πολύχρονη και πολύμοχθη προσπάθεια του συγγράψαντος το «Πειραϊκό Πανόραμα» (1784-2005) κ. Γιώργου Μπαλούρδου, στον οποίο, ομού μετά των υπευθύνων των «εκδόσεων Τσαμαντάκη», ευχόμεθα το βιβλίο του να είναι καλοτάξιδο».  

-[Γ. Χρονάς;], ανακοίνωση, περ. Οδός Πανός τχ. 134/10,12,2006. (Εξαιρετική δουλειά. Σπάνια).

-Εφημερίδα Η Καθημερινή, β/σίαση, 10/9/2006, σ.7 (Επιμέλεια: Ζ. Π. Χ.)

     «Η εκπόνηση έργων υποδομής αποτελεί πρωταρχική προϋπόθεση  για τη μελέτη των πνευματικών φαινομένων. Δεν μπορεί να περιγράψει κανείς ένα πνευματικό τοπίο, πολύ περισσότερο να το αξιολογήσει σωστά, αν δεν γνωρίζει πλήρως όλα τα στοιχεία που το συνθέτουν. Το έργο του Γιώργου Μπαλούρδου είναι ένα πνευματικό και καλλιτεχνικό χρονολόγιο του πειραϊκού χώρου για την περίοδο 1784-2005, το οποίο χωρίζεται σε τρείς ενότητες: Χρονολογική καταγραφή των Πειραιωτών πνευματικών ανθρώπων (γέννηση, θάνατος, ενδεικτική καλλιτεχνική παρουσία). Στοιχεία που αφορούν το έργο Πειραιωτών λογοτεχνών, μουσικών, ζωγράφων, ηθοποιών, σκηνοθετών, αρχιτεκτόνων, ιστορικών, χορογράφων, ιεροψαλτών, σκιτσογράφων μαζί με τα φιλολογικά περιοδικά του Πειραιά και τα ψευδώνυμα των Πειραιωτών συγγραφέων. Τέλος, αναλυτική αποδελτίωση Πειραιωτών συγγραφέων που περιλαμβάνονται σε ανθολογίες. Πειραιωτών δημιουργών που το έργο τους έχει μελοποιηθεί, ενδεικτική παραστασιογραφία Πειραιωτών καλλιτεχνών και κατάλογο τραγουδιών που αναφέρονται στον Πειραιά και τις περιοχές του.»

-(Γ. Ν.), β/σίαση, περιοδικό Διαβάζω τχ.467/10,2006, σ.120   (Λαογραφία)

    «Γιώργος Μπαλούρδος, Πειραϊκό πανόραμα». Ένα βιβλίο για την πνευματική και καλλιτεχνική πορεία του Πειραιά από το 1784- 2005, το βιβλίο περιλαμβάνει τη χρονολογική καταγραφή των πνευματικών ανθρώπων του Πειραιά, μαζί με τα βασικότερα καλλιτεχνικά και πολιτιστικά γεγονότα του πειραϊκού χώρου. Περιέχει αναλυτικά στοιχεία για τους λογοτέχνες, μουσικούς, εικαστικούς, σκηνοθέτες, ηθοποιούς, ιστορικούς, χορογράφους, σκιτσογράφους και λοιπούς καλλιτέχνες. Επίσης καταγράφει τα πνευματικά περιοδικά, όπως και συγγραφείς που έχουν μελοποιηθεί, έχουν ανθολογηθεί, καθώς και παραστασιογραφία πειραιωτών καλλιτεχνών. Τέλος, περιέχει κατάλογο τραγουδιών που αναφέρονται στον Πειραιά. Βιβλίο υποδομής χαρακτηρίζουν την έκδοση οι Μ. Μερακλής και Ν. Βαγενάς που το προλογίζουν.»

-Αγγελική Φωτοπούλου, β/κη, εφ. Η Κυριακάτικη Αυγή 15/10/2006, σ.35. «Η Πόλη θα σε ακολουθεί»

-Γιάννης Οικονομίδης, β/σίαση, περ. Ζήνων τχ.199/10,11,12,2006, σ.32

-Χαρίκλεια Δημακοπούλου, β/κη, εφ. Εστία 13/10/2007

      «-Γιώργος Μπαλούρδος, Πειραϊκό πανόραμα. Πνευματικό και καλλιτεχνικό χρονολόγιο του πειραϊκού χώρου, 1784-2005 (εκδ. Τσαμαντάκη, σελ.350) με προλογικά σημειώματα των Καθηγητών Πανεπιστημίου κ.κ. Νάσου Βαγενά και Μιχάλη Μερακλή. Το βιβλίο καταγράφει με αγάπη και μεγάλη επιμέλεια όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στην πνευματική ζωή του Πειραιώς.

Λογοτέχνες και καλλιτέχνες, λόγιοι, πρόσωπα και πράγματα, ιδρύματα και φορείς συνθέτουν την εικόνα του πνευματικού Πειραιώς και δείχνουν ότι το πρώτο λιμάνι της χώρας δεν έχει τίποτε να ζηλέψη από την Αθήνα ή άλλες πόλεις. Το βιβλίο είναι και ένα είδος λεξικού καθώς καταγράφει έτη γεννήσεως και θανάτου δεκάδων λογίων και λογοτεχνών που έζησαν ή κατήγοντο ή εγκαταστάθηκαν κάποια στιγμή στον Πειραιά. Η πειραϊκή κοινωνία και οι πνευματικές αναζητήσεις της καταγράφονται εναργώς και αναγλύφως προσφέροντας ένα πραγματικό πανόραμα.»

-Τάσος Π. Καραντής, β/κη, εφ. Η ΝΕΑ ΣΑΛΑΜΙΝΑ, αρ. φύλ. 208/, 12,1, 2006-2007, σ.8. «Πινελιές Σαλαμίνας στο πνευματικό πορτρέτο του Πειραιά».

    «…… Συμπερασματικά, ο Γιώργος Μπαλούρδος καταφέρνει μέσα από το «Πειραϊκό Πανόραμά» του, να αποτυπώσει πολιτιστικά, αυτήν την, χωροταξικά «στενή λουρίδα γης» που είναι ο Πειραιάς, την οποία όμως στολίζει, μεταξύ άλλων, το «μικρό διαμαντάκι» της Σαλαμίνας».

-Στέλιος Τραϊφόρος, εφ. Ο Δημότης, Πέμπτη 16/11/2006, σ.3.

«Έγινε η επίσημη παρουσίαση του. Το βιβλίο «Πειραϊκό Πανόραμα» είναι ένας «Παρθενώνας»! έτσι χαρακτηρίσθηκε στην εξαιρετική εκδήλωση στην Πινακοθήκη Πειραιά» Η παρουσίαση έγινε την Δευτέρα 13/11/2006, 8 μμ. Για το βιβλίο μίλησαν ο δημοσιογράφος Δημήτρης Καπράνος, ο συγγραφέας και στιχουργός Γιάννης Κακουλίδης και ο αρχιτέκτονας και συγγραφέας Νίκος Ντόριζας.».

-Γιάννης Παπαοικονόμου, Επιστολή, εφ. Η Φωνή των Πειραιωτών, Πέμπτη 20/9/2007.

-Γιώργος Χ. Μπαλούρδος, Επιστολή-Ανταπάντηση. Εφ. Η Φωνή των Πειραιωτών Πέμπτη 4/10/2007. «ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ» Οφειλόμενη και μη κουλτουριάρικη απάντηση στον  κύριο Γιάννη Παπαοικονόμου και όχι μόνο.

 

6., Ανθρωπογεωγραφική Πειραιογνωσία (24 συν 3 κείμενα για τον Βασίλη) Ανθολόγιο. Επιμέλεια-Ανθολόγηση: Γιώργος Χ. Μπαλούρδος, εκδ. Κιβωτός, Πειραιάς 2008

Βλέπε

-Αντώνης Α. Ζαρίφης, β/κη, περ. Φιλολογική Στέγη, περίοδος Β΄, τχ.18/10,11,12,2008, σ. 180-181

      «Μια συλλογή κειμένων καταξιωμένων συγγραφέων με αναφορές στον Πειραιά εκτός εμπορίου κυκλοφορήθηκε από τις εκδόσεις Κιβωτός, αφιέρωμα στη μνήμη του Βασίλη Σολωμού, του αδικοχαμένου γιου του Δημήτρη και της Βαγγελίτσας Σολωμού, ιδιοκτητών του γνωστού βιβλιοπωλείου. Την επιμέλεια και την ανθολόγηση των κειμένων έκανε ο Γ. Μπαλούρδος ο οποίος έγραψε έναν εκτενή πρόλογο- κείμενο γλαφυρό, τεκμηριωμένο που δείχνει ένα βαθύ γνώστη της ελληνικής λογοτεχνίας και πληθωρικό δοκιμιογράφο….»

-Τούλα Μπούτου: επιμέλεια, β/κη, περ. Πειραϊκά Γράμματα τχ.57/10,11,12,2008, σ. 395

           «Μια πρωτότυπη αξιοπρόσεκτη δουλειά του φίλου Γ. Μ. που αποπνέει συγκίνηση, αφού είναι αφιερωμένη στο ανθρώπινο βλαστάρι των 24 χρόνων Βασίλη Σολωμό και την ξαφνική του αναχώρηση. Και αποτελούν μια ανθοδέσμη κειμένων από Έλληνες συγγραφείς που έγραψαν κάτι για τον Πειραιά, χωρίς να είναι οι ίδιοι Πειραιώτες. Προσεκτικά διαλεγμένοι, όπως και τα αποσπάσματα του έργου τους. Όπως: Περικλής Γιαννόπουλος, Μαρία Ιορδανίδου, Ηλίας Βενέζης, Μανόλης Γιαλουράκης, Αντρέας Καραντώνης, Τίμος Μαλάνος, Αλέξανδρος Ραγκαβής, Κώστας Χαιρόπουλος, Βασίλης Μοσκόβης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Γιάννης Ψυχάρης, Παναγιώτης Τέτσης κ. ά.

     Μία πρωτότυπη δουλειά που ίσως βρει μιμητές. Γιατί είναι τόσο ενδιαφέρον να σκύβεις σε κάποια πνευματική πηγή και να «γεύεσαι» κάτι λίγο, όμως ζωντανό και βαφτισμένο στην κάθε ιδιαιτερότητα γραφής του «γεννήτορά» του. Κι αυτά όλα τα δείγματα γραφής να γίνουν ένα βιβλίο μνήμης του. Λέει ο Γ. Μπαλούρδος στον «πρόλογο» «…. Η πόλη του Πειραιά παγίωσε τις ανομοιογενείς θελήσεις μου, προώθησε τις κοινωνικές μου ιδιορρυθμίες, μετέθεσε επί τα βελτίω τις επιλογές μου. Ο Πειραιάς σίγουρα κάποτε μας πρόσφερε χειροπιαστά αποτελέσματα εμπειριών ζωής. Αντιπροσώπευσε όλους τους δυνατούς εφηβικούς και νεανικούς μετασχηματισμούς μου. Αυξομείωσε τα όρια της κοινωνικοποίησής μου. Ελάττωσε την θεμιτή νεανική αυταρέσκειά μου…». Έτσι σαν μια εξομολόγηση για το δέσιμό του με την πόλη του, της οποίας τα βήματα τόσο προσεκτικά παρακολουθεί.». 

 

7., Βιβλιογραφία για τον Πειραιά, εκδ. Τσαμαντάκη, Πειραιάς 2010, σ. 64

Βλέπε

-Γιάννης Ε. Χατζημανωλάκης, β/κη, περ. Φιλολογική Στέγη, περίοδος Β΄, τχ. 24/4,5,6, 2010, σ.58-59.

-Παύλος Μπαλόγλου: επιμέλεια, περ. Πειραϊκό Ορόσημο τχ. 32/7,8,9,2010, σ.21

«Το βιβλίο τούτο του ερευνητή και Πειραιολάτρη Γιώργου Μπαλούρδου έρχεται να καλύψει ένα κενό.

Την βιβλιογραφία για τα πολυποίκιλα θέματα που αφορούν στην πόλη και το λιμάνι του Πειραιά μας. Το θέμα είναι παρθένο. Ως πρώτο εγχείρημα είναι άξιο πολλών επαίνων η προσπάθεια του Γιώργου Μπαλούρδου που με ιδιαίτερο ζήλο κατέγραψε ό,τι του ήταν ανθρώπινο εφικτό από την πλουσιότατη βιβλιογραφία για τον Πειραιά. Η κατηγοριογράφηση της πολυποίκιλης βιβλιογραφία κρίνεται επιτυχημένη ως πρώτη προσπάθεια.

     Η έκδοση καλαίσθητη επιμελημένη από τον εκδοτικό οίκο και τα βιβλιοπωλεία Τσαμαντάκη εμπλουτίζεται από σπάνιες συλλεκτικές φωτογραφίες του παλαιού Πειραιά.».

-εφ. Εν Πειραιεί 27/7/2010, σ.12. «Δύο νέα βιβλία για τον Πειραιά».

-εφ. Ο Δημότης 9/7/2010, Δύο βιβλία για τον Πειραιά από τις εκδ. Τσαμαντάκη. «Βούρλα- Τρούμπα» και «Βιβλιογραφία για τον Πειραιά».

-Ρέα Αγγελομάτη, εφ. Η Φωνή των Πειραιωτών, Πέμπτη 2/12/2010, σ.4. «Βούρλα- Τρούμπα & Βιβλιογραφία για τον Πειραιά»

-εφ. Κοινωνική, Τρίτη 13/7/2010, σ.5. «Βιβλιογραφία για τον Πειραιά»

 

8., Πειραϊκό Λεύκωμα. Γενική επιμέλεια-επιλογή-συλλογή κειμένων: Γιώργος Χ. Μπαλούρδος. εκδ. εφημερίδα ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ-Σταύρος Καραμπερόπουλος, Πειραιάς 2010

Βλέπε

-Περιοδικό Φιλολογική Στέγη τχ. 25/7,8,9, 2010, σ.98. β/σίαση, ‘ΤΟ «ΠΕΙΡΑΪΚΟ ΛΕΥΚΩΜΑ» ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ’ στην σελίδα Πειραϊκή Επικαιρότητα.

9., Κατερίνα Γώγου, Πάνω κάτω η Πατησίων. Όψεις της μοναξιάς στην Κατερίνα Γώγου και 20 μελοποιημένα ποιήματά της. Τρίτη έκδοση. εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2013 (Συλλογικό).

Το κείμενο Γ. Χ. Μ. «Μια αιρετική γυναικεία ποιητική φωνή της γενιάς του 1970». σ. 60-72

 

10., Γιάννης Η. Παππάς: Επιλογή-Μετάφραση-Σχόλια. ΠΙΕΡ ΠΑΟΛΟ ΠΑΖΟΛΙΝΙ. ΚΕΙΜΕΝΑ-ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ-ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ-Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ, εκδ. 24 γράμματα, Αθήνα 2022.

Συμμετοχή με: Γ.Χ.Μ., «Εργογραφία και ενδεικτική Βιβλιογραφία του Πιέρ Πάολο Παζολίνι», σ. 479-515.

    

                    ΜΙΑ ΧΑΜΗΛΟΦΩΝΗ ΠΟΙΗΤΡΙΑ

Της Μάρυ Θεοδοσοπούλου

 

Εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2006, σ.35. EX LIBRIS ν.736

Γιώργος Μπαλούρδος, «Μαρία Περικλή Ράλλη», Πειραιάς, 2006

      Στον γενικότερο θόρυβο, δίκην συζητήσεως που είχε δημιουργηθεί την άνοιξη και συνεχίστηκε χαλαρά τους καλοκαιρινούς μήνες γύρω από την Κική Δημουλά και την ποίησή της, γράφτηκε από νεότερο ποιητή, σε έγκριτη, κατά τον συνήθη χαρακτηρισμό, εφημερίδα, και η πομπώδης φράση: «Σαν ένα ‘αίφνης’ που αίρει τη μονοκρατορία των ανδρών στη σύγχρονη ελληνική ποίηση, εισέβαλε το 1971 η Κική Δημουλά στη λογοτεχνία μας…» Ήταν μέσα Ιουλίου, όταν εκτοξεύτηκε αλόγιστα η ύβρις εναντίον των ελληνίδων ποιητριών, ζώντων και τεθνεώτων. Πολλοί θα διάβασαν το εν λόγω άρθρο, ίσως πολλοί και να ενοχλήθηκαν, το δίχως άλλο, όσες ποιήτριες έτυχε να πέσει στα χέρια τους θα στενοχωρήθηκαν, πάντως, απάντηση δεν υπήρξε, καθώς παρακολουθήσαμε συστηματικά την επιστολογραφία της συγκεκριμένης εφημερίδας.

       Το εκτός εμπορίου βιβλιάριο του Γ.  Μπαλούρδου, που αναπαράγει ομιλία του στον Πειραϊκό Σύνδεσμο, στις 29 Μαϊου 2006, για την ποιήτρια και πεζογράφο Μαρία Περικλή Ράλλη, με τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από τη γέννησή της και τριάντα από το θάνατό της, θα μπορούσε να εκληφθεί ως μια πρώτη απάντηση στον ανιστόρητο της επίμαχης φράσης. Πριν καταπιαστεί με το κυρίως θέμα του ο Μπαλούρδος, αναφέρεται γενικότερα στη γυναικεία ποίηση, την χειραφέτηση και την αυθυπαρξία της. Εν όψει και του καταλόγου των Ελληνίδων ποιητριών, που εδώ και καιρό καταρτίζει, αποπειράται σύντομη αναδρομή στο γυναικείο δυναμικό. Κατ’ αρχήν, θυμίζει τις πρώτες σημαντικές, την Ευανθία Καϊρη, την Ελισάβετ Μουτζάν Μαρτινέγκου, την Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου και την Καλλιρρόη Παρρέν, που καταγράφτηκαν πρωτίστως ως πεζογράφοι, και συνεχίζει με την ερωτικότατη Μαρίκα Πίπιζα, την μελωδική Δώρα Μοάτσου, την λυρική Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου, την λιτόλογη Λιλή Πατρικίου Ιακωβίδη, την επαναστατημένη Γαλάτεια Καζαντζάκη, την χαμηλόφωνη Χρυσάνθη Ζιτσαία, την κλωντελική Μελισσάνθη, την μεταφυσική Ζωή Καρέλλη, την νεορομαντική Μαρία Πολυδούρη, την ηδυπαθέστατη Μυρτιώτισσα, την ελεγειακή Διαλεχτή Ζευγώλη Γλέζου, την μυστικοπαθή Όλγα Βότση, την επική Σοφία Μαυροειδή Παπαδάκη και την πληθωρική Ρίτα Μπούμη Παπά. Εν μέσω αυτών, από τις πρώτες, μνημονεύει την Αιμιλία Κούρτελη, που ο Αιμίλιος Παράσχος βάφτισε με το ψευδώνυμο του συζύγου της, που είχε προηγηθεί στην ποίηση, του Θρασύβουλου Ζωιόπουλου, για τη λογοτεχνία, Στέφανου Δάφνη. Στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά κατατάσσεται το ζεύγος Δάφνη, στη δεύτερη μεταπολεμική το ζεύγος Δημουλά. Εξήντα πέντε ετών πέθανε ο Δάφνης, εξήντα τεσσάρων ο Άθως Δημουλάς, η Αιμιλία Δάφνη, πέντε χρόνια μικρότερη του συζύγου της, είχε προηγηθεί, πεθαίνοντας στα πενήντα τέσσερα. Δέκα χρόνια νεότερη του Δημουλά η Κική Δημουλά, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πώς άνθισε ποιητικά μετά το θάνατό του.

          Ο Μπαλούρδος περιορίζεται σε γυναικείες ποιητικές φωνές του παρελθόντος. Ωστόσο, μια ολοκληρωμένη απάντηση στην τάχατες μονοκρατορία των ανδρών στην ελληνική ποίηση θα έπρεπε να προχωρήσει στην πρώτη και δεύτερη μεταπολεμική γενιά, φθάνοντας μέχρι την έκρηξη και διόγκωση του γυναικείου ποιητικού λόγου κατά τη δεκαετία του ’70. Όσο για τις διακρίσεις, από τα νόμπελ μέχρι τα κρατικά βραβεία και τις λοιπές βραβεύσεις ή ακόμη, την είσοδο στην Ακαδημία και άλλα πνευματικά ιδρύματα, τα κριτήρια είναι πολλά και ποικίλα. Αναμφιβόλως, η λογοτεχνική αξία συνιστά μια από τις παραμέτρους, κατά κανόνα όχι πρωταρχικής σημασίας.

      Κατά τα άλλα, το βιβλιάριο του Μπαλούρδου συμβάλλει σε μια καλύτερη γνωριμία με τη Ράλλη, όπως, μάλιστα, συμπληρώνεται με εκτενή βιβλιογραφία. Λησμονημένη, σήμερα, η Ράλλη, μόλις που αναφέρεται σε κάποιες ανθολογίες, γραμματολογίες και ιστορίες ελληνικής λογοτεχνίας, ενώ τα τελευταία δημοσιεύματα για το έργο της, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ανάγονται στην εποχή του θανάτου της. Ο Μπαλούρδος δίνει λεπτομερές χρονολόγιο και χωριστά παραθέτει τον ‘εργογραφικό κύκλο’ της Ράλλη, ξεκινώντας από την πρώτη εμφάνισή της, το 1932, με την ποιητική συλλογή «Γυναικεία Λόγια», και καταλήγοντας με την τελευταία συλλογή της, «Ξεναγήσεις», το 1974, η οποία θεωρείται και ως η εντελέστερη. Στη συνέχεια παρουσιάζει την πεζογράφο, με πρώτο πεζογραφικό βιβλίο, τη νουβέλα, «Μια γαλάζια γυναίκα», την οποία ακολούθησαν συλλογές διηγημάτων, μυθιστορήματα και ταξιδιωτικά. Άλλωστε, στην πεζογράφο Ράλλη απονεμήθηκε και το μοναδικό κρατικό βραβείο, με το οποίο τιμήθηκε η συγγραφέας. Το 1965, το Α΄ Κρατικό Βραβείο διηγήματος για το βιβλίο της «Από το ένα στο άλλο». Σε ένα εκτενέστερο κεφάλαιο, ο Μπαλούρδος συστήνει την ποιήτρια Ράλλη και σε σύγκριση με τις άλλες γυναικείες φωνές του Μεσοπολέμου.

       Εκτός του χώρου της λογοτεχνίας, ο μελετητής καταγράφει τον οικογενειακό περίγυρο της συγγραφέως, της οποίας το πατρικό όνομα ήταν Κωνσταντοπούλου. Τον δικηγόρο και πολιτευτή Περικλή Ράλλη τον παντρεύτηκε το 1921, μόλις δεκαπενταετής, αν οι σωζόμενες χρονολογίες ευσταθούν. Αρκάδες οι Κωνσταντόπουλοι και ο παππούς της συγγραφέως, ο Αντώνης Κωνσταντόπουλος, υπήρξε χαράκτης και χρυσοχόος. Το ταλέντο του φαίνεται πως το κληρονόμησε η εγγονή του, Βαρβάρα Κωνσταντοπούλου, αδελφή της συγγραφέως και κόρη του μεγαλύτερου από τους τρείς γιους του, του Βασίλη.

      Στο Ναύπλιο μετακόμισε το χρυσοχοείο Κωνσταντοπούλου, όπου ο Βασίλης παντρεύτηκε την Ελένη Μαλανδρίνου, αδελφή του καθηγητή της Παιδιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Χρίστου Μαλανδρίνου και απόκτησε μαζί της επτά παιδιά, πέντε κορίτσια και δύο αγόρια. Τέταρτο παιδί και Τρίτη κόρη η Κατίνα Παξινού, έκτο παιδί και τέταρτη κόρη η Μαρία Ράλλη, ενώ η Βαρβάρα ήταν το στερνοπαίδι. Προς συμπλήρωση του χρονολογίου, που συντάσσει ο Μπαλούρδος, η Βαρβάρα πέθανε στο Λονδίνο το 1961, ενώ ο πατέρας τους αποδόμησε το 1908 και ο θείος τους, ο καθηγητής Μαλανδρίνος, το 1928, σε ηλικία 66 ετών.

       Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο ένας αδελφός Κωνσταντόπουλος αγόρασε τον πρώτο αλευρόμυλο του Πειραιά από τον επιχειρηματία Πατσιάδη. Αργότερα, οι τρείς αδελφοί ένωσαν τις δυνάμεις τους και εξελίχτηκαν σε αλευροβιομήχανους. Για όση αξία μπορεί να έχει, αναφέρουμε πως η οικογένεια ανέδειξε άλλη μια συγγραφέα, πρώτη εξαδέλφη της Μαρίας, την Ιωάννα Χρίστου Μαλανδρίνου, η οποία εξέδωσε στις δεκαετίες του ’30 και του ’40 πρόζες και θεατρικά. Λυρικές οι πρόζες της επαινέθηκαν ιδιαίτερα από τον Τέλλο Άγρα, καθώς και από άλλους, λιγότερο γνωστούς, κριτικούς εκείνων των χρόνων, η ίδια όμως έμεινε στα παραλειπόμενα της ιστορίας.

     Η ομιλία του Μπαλούρδου καταλήγει με τα ποιήματα που έγραψε η Ράλλη συγκλονισμένη από το θάνατο του μοναχογιού της σε ηλικία είκοσι ενός ετών. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1943, πέθανε ο γιός της και την ίδια χρονιά εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Λόγια σε νεκρό». Ένα μακρύ μοιρολόγημα, με ποικιλία μετρική και χαλαρή φόρμα, στηριγμένο στο δημοτικό τραγούδι. Η Ράλλη θα επανέλθει στο ίδιο θέμα, τριάντα χρόνια αργότερα, στην τελευταία συλλογή της, αυτή τη φορά, με οικονομία και σαφήνεια λόγου. «Χωρίς κραδασμούς, χωρίς ψυχικές αναταράξεις, αλλά με ένα βλέμμα νηφάλιο, στωικό, γλυκιάς εγκαρτέρησης» όπως παρατηρεί ο μελετητής.

ΜΑΡΥ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ

 

                 ΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΑ  ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ  ΚΑΙ  ΑΞΙΟΠΡΟΣΕΚΤΟ  ΕΡΓΟ

Του Βρασίδα  Καραλή,

περιοδικό Διαβάζω τεύχος 282/4-3-1992, σ. 65-68

ΓΙΩΡΓΟΥ Χ. ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΥ: Προσεγγίσεις στον ερωτικό λόγο. Άσμα Ασμάτων, Τάκης Σινόπουλος. Πρόλογος Μιχάλη Μερακλή. Αθήνα, Βιβλιογονία, 1991, σ.60 (Μελέτη)     

 

     Το μικρό βιβλίο του Γιώργου Μπαλούρδου δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο και ασχολίαστο. Το περιεχόμενο, το ύφος και η μέθοδός του παρουσιάζουν κάτι το απροσδιόριστα πρωτότυπο και αξιοπρόσεκτο, ενώ παράλληλα θέτει προβλήματα που, ενώ τα συζητάμε από αιώνες, μετατοπίζουμε διαρκώς τη λύση τους στο πιο απόμακρο μέλλον.

     Ο κ. Μπαλούρδος από άποψη ψυχονοοτροπίας, βρίσκεται μέσα στα όρια μιας φιλορθόδοξης προβληματικής. Διαβάζει δηλαδή τα κείμενα που αναλύει μέσα από τα μάτια των εκκλησιαστικών πατέρων, ακόμα και όταν αυτό δεν δηλώνεται. Αποδέχεται, επομένως, ως αξιωματικές αφετηρίες, κατά πλάτος και κατ’ επιτομήν, τις αρχές προσέγγισης και ερμηνείας, όπως τις βρίσκουμε στα πατερικά κείμενα. Κάτι τέτοιο είναι αναμφίβολα επίφοβο, εκτός βέβαια του ότι έχει γίνει κάπως του συρμού τον τελευταίο καιρό.

      Μέσα σ’ αυτή την παράδοση, λοιπόν, εντάσσεται και το δοκίμιο του κ. Μπαλούρδου. Αν και εκφραστικά διαφέρει αρκετά από αυτήν, αναδύεται μέσα από τον παράδεισο των σημασιών της. Παρατηρώ μόνο μια σύγχυση αλληγορικής και κυριολεκτικής ερμηνείας που καταλήγει σε μια εξογκωμένη λεκτική χλιδή. Ο «ερωτικός λόγος» του δικού του κειμένου, προϋποθέτει τη γλώσσα χρησιμοποιούμενη ως ερωτικό αντικείμενο και παίγνιο: ως υποκατάστατο μιάς ερωτικής εμπειρίας. Η απλότητα είναι ο πιο ελεύθερος, ο πιο πλήρης τρόπος ύπαρξης,-και αυτό λείπει σε αρκετό βαθμό από το κείμενο του κ. Μπαλούρδου.

     Πρίν απ’ όλα, το βιβλίο του είναι εντυπωσιακό-αιφνιδιάζει με τις απροσδόκητες συσχετίσεις του, ξεγελάει την προσδοκία του αναγνώστη να βρει τα πράγματα στο χώρο που τα έχει συνηθίσει, προκαλεί με τη λογική του ασυνέπεια. Λόγος σπασμωδικός, παραμίλημα υπνοβάτη, ή της δελφικής Σίβυλλας, κραυγές, ψίθυροι, ψελλίσματα ενός δράματος πού προϋποτίθεται, σπασμοί μιας ερωτικής έξαρσης. Το θέμα του άλλωστε είναι ο «ερωτικός λόγος», οτιδήποτε και αν δηλώνει αυτός ο ταλαιπωρημένος όρος.

       Κατά δεύτερο λόγο, το βιβλίο του είναι εντυπωσιακό-βασίζεται σε σχεδόν αντανακλαστικές αντιδράσεις, σε αναπάντεχους συνειρμούς και σχέσεις συμβολικές, που μόνο μέσα από τη δεκτικότητα του συγγραφέα πήραν μιαν ευλογοφανή συνέπεια, απέκτησαν μια κάποια νόμιμη συγγένεια. Και όμως’ τι σχέση, τι συγγένεια, τι σύγκλιση μπορούν να παρουσιάσουν δυο τόσο ανόμοια κείμενα, δύο ασυνάρμοστες ταξιθετήσεις του κόσμου;

     Πρώτα, το Άσμα Ασμάτων’ ένα έργο καθαρό και απόλυτο, βασισμένο σε μια θεία φανέρωση πληρότητας μέσα σε μια πλάση ευκοσμίας. Κι απέναντί του το Άσμα της Ιωάννας και του Κωνσταντίνου του Τάκη Σινόπουλου’ γεμάτο σκοτάδι και αποσπασματικότητα, προελληνική δεισιδαιμονία και αντι-χριστιανική δυαρχία, το συντρίμμι μιας ακοινώνητης επαφής, το παραλήρημα μιας παρά φύσιν διχοτομίας της σάρκας και της ψυχής.

      Λειτουργεί, επομένως, ο ερωτικός λόγος σαν ερωτικό κάλεσμα, όπως λέει ο συγγραφέας; Ή, άραγε, σαν υπόμνηση της ανεκπλήρωτης επαφής; Έχει άραγε η ευθύτητα του Άσματος οποιαδήποτε συνάφεια με τις ψυχολογικές απουσίες του Σινόπουλου; Τι κοινό έχουν, εν τέλει, η μυστικότητα του ζόφου και η μορφοφάνεια του φωτός; Ερωτήσεις που κορυφώνονται στο θεμελιακό συνολικό ερώτημα; Μιλάν οι ζωντανοί και οι νεκροί την ίδια γλώσσα; Ή μήπως ο Ορφέας και η Άλκηστις, ο Λάζαρος και ο Χριστός, «σημαίνουν» κάποιους απόκοσμους φθόγγους, που δεν μας επιτρέπεται να συλλαβίσουμε;

     Ο ερωτικός λόγος έχει να κάμει πρώτα με τη γλώσσα κι ύστερα με την ερωτική κίνηση του αγαθού. Έχει να κάμει με σχήματα υλικά και με αινίγματα δογματικά. Αν ο Σινόπουλος κατανοεί τη γλώσσα της Βίβλου, έχει καλώς’ ειδάλλως ο κ. Μπαλούρδος ξέρει να ρίχνει τα δίχτυα του ύφους του σε πολύ βαθιά νερά, όπου αναμφίβολα σαγηνεύει τους λίγους δήλιους κολυμβητές που μας απομένουν. Γιατί, σε αυτό το επίπεδο τελικώς, ο μελετητής συναρθρώνει τη συνάφεια των οραμάτων’ στο δίχτυ του δικού του ύφους, όπου συνυφαίνει την πολυχρωμία της γλώσσας με τη φοβερή κατοχή των κειμένων. Ο κ. Μπαλούρδος έχει πρώτα ύφος και μετά ιδέες. Και θα προσθέσω, κάπως παραδοξολογώντας: ξέρει να συσκοτίζει τα κείμενα, ενώ άλλοι ιδρώνουν να τα διαφωτίσουν. Και επιπλέον γνωρίζει να τα περιβάλλει με τέτοιες αναφορές, ώστε το αγύμναστο μάτι ζαλίζεται, αδυνατεί να τα ατενίσει στο χώρο που τα εκσφενδονίζει ο μελετητής. Ο κ. Μπαλούρδος με δεξιότητα κάνει τη μυστική θεωρία, απομυστικοποιούσα λογοτεχνία. Και πραγματικά δεν ξέρω, που μπορεί να οδηγήσει αυτό.

     Μολοντούτο, όμως, ο αναγνώστης έχει ακόμα τη γεύση του ανολοκλήρωτου. Ο Σινόπουλος, παρά τους μεμονωμένους καλούς στίχους του, ή μήπως κι ίσως εξαιτίας αυτών, είναι μια αισθητική παρεκτροπή. Η ποίησή του είναι γεμάτη αφηρημένο διανοητισμό και εκλογίκευση, βασίζεται σε μιαν υπερτροφική σημασιοδότηση εις βάρος της μυθοποιίας. Ο Σινόπουλος, όπως άλλωστε και ο Καρούζος, ο Κακναβάτος, ο Πατρίκιος, πίστεψαν υπερβολικά στο ρητό πως η ποίηση γίνεται με λέξεις. Η ποίηση όμως, και ειδικά για το ύφος του ελληνικού λόγου, γίνεται και θα γίνεται πάντα με μύθους. Ο ποιητής είναι μυθοποιός, ή συμβολοευρέτης, ή στην πιο ευτυχισμένη περίπτωση, παραμυθάς. Πέρα από αυτά, είναι η ρήτορας, ή δικηγόρος, ή πολιτικός. Ή γράφει με τη βιασύνη ενός γιατρού, που έχοντας να δει πολλούς αρρώστους, κόβει τις λέξεις, συντομεύει τις φράσεις, γράφει δυσνόητες συνταγές με φάρμακα που μόνο ένας μπορεί να διαβάσει: αυτός που έχει συνηθίσει στο θάνατο. Γιατί η γλώσσα πρώτα πεθαίνει από τη σύγχυση και τη διάσπαση των μορφών και από τη φοβερότερη ενδημική αρρώστια των ποιητών μας-την ακυριολεξία. Όσο τώρα για τον άλλο θάνατο, ήρθε και αυτός να μας ανταμείψει για την ηθελημένη διακοπή της επαφής των μορφών. Να μας ανταμείψει και να μας λυτρώσει.

     Η ποίηση του Σινόπουλου βασίζεται στο θάνατο των λέξεων και στο θάνατο των πραγμάτων’ στη διάσπαση της αρτιμέλειάς τους από τις καταιγίδες του υποσυνειδήτου, στην άλογή τους μεταστοιχείωση, όπου τίποτα δεν δηλώνεται, δηλώνεται επομένως το τίποτα, χωρίς η απελευθερωτική επιφάνεια του λόγου να τα υλοποιεί μέσα στο χρόνο. Είμαι το «πρόσωπο-αίνιγμαα», ο «περίπου υπάρχων», το «κακομούτσουνο όνειρο», το «αμφισβητούμενο γεγονός», ψελλίζει ο Κωνσταντίνος. Ποια είναι τελικώς η οντολογική του μαρτυρία, δεν καταλαβαίνουμε. Το μη ον του όντος αγνωσία. Από αυτήν την αγνωσία υποφέρει ο Σινόπουλος και ο ερωτικός του λόγος. Και αυτή ακριβώς του στερεί την οντολογική του ολοκλήρωση, την ένωση των αντιθέτων μέσα από την ερωτική έφεση της ψυχής. Δεν είναι βέβαια άσχετο γεγονός το ότι η λέξη που λείπει απ’ όλο το έργο είναι η αγάπη. Αν οι Έλληνες έμαθαν κάτι από το χριστιανισμό, αυτό είναι η αγαπητική προαίρεση της ψυχής. Γιατί μέσω αυτής, μετέπλασαν τον έρωτα από κοσμογονική δύναμη σε αγάπη εξανθρωπίζουσα. Λίγοι όμως το ένιωσαν αυτό και λιγότεροι το καθήλωσαν στο σταυρό του λόγου: οι τρείς ιεράρχες, ο Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Συμεών ο νέος Θεολόγος και μετά ο Γρηγόριος Παλαμάς και ξανά ο Σικελιανός και ο Ελύτης. Και ο Καζαντζάκης μόνο στο πρώιμο Συμπόσιο το ένιωσε, αλλά βιάστηκε κυνηγημένος να φύγει. Έκτοτε, ο «ερωτικός λόγος» και η «αγάπη» είναι η υπενθύμιση της απουσίας του.

     Για το λόγο αυτό, το βιβλίο του κ. Μπαλούρδου είναι, εξαιτίας του αντικειμένου, άνισο. Χαρακτηρίζεται από μια ποιητική σύγχυση και από μια σύγχυση που καταλήγει στην ποίηση. Ο ίδιος δεν έχει τόσο συλλάβει το θέμα του από το στίχο του Άσματος «ότι κραταιά ως θάνατος αγάπη», όσο από το συμπλήρωμά του «σκληρός ως άδης ζήλος». Γιατί αυτός ο στίχος συνδέει τα δυο έργα μέσα από τη σκληρότητα του πόθου προς την απροσωπία του θανάτου. Όμως, ο μελετητής ήθελε ν’ αφήσει το ερώτημα αναπάντητο. Έτσι η τελική πρόταση της μελέτης του είναι μια καινούργια ερώτηση: «Ο Ερωτικός Λόγος ανήκει στο έργο, ή στον ήρωα, στην πράξη ή την απόφαση;» πράγμα που επαναπροσδιορίζει τις ιδιορρυθμίες μέσα στο κείμενό του. Γιατί υπό το φώς αυτής της ερώτησης ο δικός του λόγος μεταμορφώνεται στη διαλεκτική ανάβαση μιας έξαρσης από τη γλώσσα στο Λόγο, στον κοινό δηλαδή παρονομαστή των φαινομένων, στην κοινή ουσία της ανθρώπινης και θεϊκής πνευματικότητας.

      Ερωτογράφος ο ίδιος, κατά την κλασική έννοια, δεν ξέρω αν συγγενεύει  με το Γιώργο Σαραντάρη, όπως λέει στον ευγενικό πρόλογό του ο Μ. Μερακλής, επιστρατεύει πάντως αποχρώσεις εννοιών για να προσεγγίσει την αλήθεια των πραγμάτων. Έτσι, ανθολογώντας διαφορετικές παραδόσεις και σημασίες συνθέτει ένα πολύ γόνιμο αμάλγαμα ερμηνειών και παρερμηνειών που μας θέτουν επιτακτικότερα μερικά από τα πιο φλέγοντα αιτήματα της σύγχρονης ψυχής. Ο κ. Μπαλούρδος απελευθερωμένος από κάθε είδους επιστημονικοφάνεια και διανοητική υποκρισία, δίνει φωνή σύγχρονη και μορφή επίκαιρη σε δύο ετερότυπες κατανοήσεις του κόσμου, μεταβαίνοντας από τη διάλυση της ανθρώπινης μορφής στην ιστορία προς την ακεραιότητά της στη μετα-ιστορική πραγματικότητα. Έχει αντιστρέψει τη σειρά για να τονίσει την πτώση, ή τη μεταπτώση, και για να ελπίσει συνακόλουθα, την ανάσταση. Και ο δικός του ερωτικός φθόγγος γίνεται μια δέηση, γεμάτη γόνιμη αποσπασματικότητα, όμοια με εκείνη που πρέπει να ανέπεμψε ο άνθρωπος όταν βάδισε για πρώτη φορά όρθιος και κοίταξε κατάματα τον διπλανό του.

ΒΡΑΣΙΔΑΣ  ΚΑΡΑΛΗΣ

          ΑΣ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΠΟΙΗΣΗ.

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΙΣ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΠΕΙΡΑΙΩΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ- ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ

Του Κώστα Θεοφάνους,

Εφημερίδα Η Φωνή του Πειραιώς, Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2003, σ. 4

     Κυκλοφόρησε την ποιητική συλλογή του με τον τίτλο «Ολίγη Λιβάς» (1998).

Ο ποιητής, σε κάποια σημεία, δίνει το στίγμα της αισθαντικότητάς του με τους ακόλουθους  στίχους: «Σκόρπια φύλλα/ γιομάτα ποιήματα στο ερμάρι… Η εξορία στον ποιητή ταιριάζει…. Οι μαγικές λέξεις της ποίησης».

     Με το δεδομένο τούτο, επιδίνεται σε μια εξονυχιστική ανίχνευση του εσωτερικού και του εξωτερικού κόσμου του. Είναι μια εναγώνια  ανίχνευση, μέσα σε μια ατμόσφαιρα συνθεμένη από αντιθέσεις, από αντιφάσεις και από δυσεπίλυτα ερωτηματικά. Προσπαθεί να προσδιορίσει την οντολογική του ταυτότητα και, κατά την προσπάθειά του αυτή, προβαίνει σε διαπιστώσεις τις οποίες μορφοποιεί  σε στίχους, άλλοτε επιγραμματικούς και άλλοτε αμφίδρομους, άλλοτε εύχυμους και άλλοτε πικρούς. Το θετικό, πάντως είναι ότι η εκφραστική του είναι πηγαία, με έκδηλη αυθορμησία  και ανυπόκριτη εξομολογητική τάση.

     Εμφανή παρουσίαση στη συλλογή κατέχουν δύο καταλυτικά συναισθήματα: ο έρωτας και ο θάνατος. Συναισθήματα συνήθη, άλλωστε, στην καλλιτεχνική δημιουργία. Όμως στην περίπτωση τούτη, το καθένα απ’ αυτά αποκτά μια μορφολογική ιδιαιτερότητα. Ο έρωτας περιβάλλεται από μια αχνή ενδυμασία αισθησιασμού, που αγγίζει τα όρια της ηδυπάθειας. Ενώ ο θάνατος διαπερνά φευγαλέος, χωρίς ωστόσο, να φτάνει στον μηδενισμό: «Η σκόνη του θανάτου… Συλλογάται το θάνατο… Η ηδονή της μοναξιάς… Οι εξάρσεις των ηδονών… Οι γρίλιες της σάρκας/ που σημαδεύουν τις αισθήσεις…. Ω λαγνοκέντητες λέξεις/ που συνέχεται τις αμυδρές σκιές των ηδονών… Τα τρεμάμενα από ηδονή σώματα…. Λιγώθηκα από ηδονή… Πάνω στην άμμο των αισθήσεων… Με το σώμα της ηδονής… Τα σοκάκια του θανάτου… Οσμή θανάτου… Ο θάνατος ανατέλλει… Αφουγκράσθηκα το θάνατο. Το ξέχειλο από ηδονή σώμα». Ίσως αυτή η συγγένεια να συνάπτεται, συμβολικά, με το γνωστό του τρίπτυχο: «Έρως- Έρις- Θάνατος».

      Ο ποιητής ωστόσο εμπνέεται συνάμα από τα όσα διαδραματίζονται στον περιβάλλοντα χώρο μας. Τα οποία επενδύει με στίχους επιγραμματικούς ενίοτε και με εικονοπλασίες ευρηματικές. Καθιστώντας έτσι τον ποιητικό λόγο έμφορτον από συμβολισμούς και από αμοιβαίες αλληλουχίες. Μια διακριτική φιλοσοφική διάθεση, με αισιόδοξη τονικότητα, ενδυναμώνει τα μηνύματα που εκπέμπει: «Η ευτυχία μέσα από τεθλασμένες/ ανηφορίζει προς το άγνωστο… Η έκφραση είναι ο θεός… Μόνος ειμί, Κύριε, μέσα στα συντρίμμια/ ενός κόσμου χωρίς τύψεις… Ο θεός είναι κρυμμένος στο φώς… Μου λείπουν τα χρώματα του ονείρου… Να δακρύσει ένα χελιδόνι… Ένα βόλι είναι ο άνθρωπος/ από πηλό και μπαρούτι… Πολύ φοβάμαι για τον Άνθρωπο… Η Ψυχή μας γέμισε αγχόνες… Ιδεολογίες ματωμένες… Η ζωή μας, μια ακροβασία στο κενό».

      Κάπου-κάπου, παρατηρούνται εκρήξεις ανατρεπτικές. Μια πνοή επανάστασης εκλύεται από τους στίχους. Μια πνοή που τροφοδοτεί την ελπίδα για μελλοντικές κοινωνίες που θα βιώνουν την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και την ανθρωπιά: «Όλοι μαζί να γυρίσουμε τη σελίδα/ για μια νέα πιο ένδοξη/ Ανάσταση… Εμείς της γης οι κολασμένοι/ θα ‘ρθει η στιγμή να πάρουμε εκδίκηση… Η ελευθερία ξεσχισμένη/ από νύχια βανδάλων».

     Ο Γιώργος Μπαλούρδος πραγματώνει μια ποίηση ανθρωποκεντρική. Μια ποίηση που δεν ενδίδει σε εντυπωσιασμούς, αλλά εμφορείται από διάθεση στοχαστική και από πνεύμα ερευνητικό. Που μεταγγίζει την αίσθηση των στοιχείων του πραγματικού και συνάμα ονειρικού.

ΚΩΣΤΑΣ  ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ

              Η ΠΟΛΗ ΘΑ ΣΕ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ

Της Αγγελικής Φωτοπούλου,

Εφημερίδα Η Κυριακάτικη Αυγή 15 Οκτωβρίου 2006, σ. 35

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ: Πειραϊκό Πανόραμα, εκδόσεις Τσαμαντάκη, Πειραιάς 2006, σελ. 350

       Το Πειραϊκό Πανόραμα καταγράφει την πολιτιστική και καλλιτεχνική παρουσία στον Πειραιά από το 1787 μέχρι το 2005. Αποτελεί δηλαδή ένα «Πνευματικό και καλλιτεχνικό χρονολόγιο του Πειραϊκού χώρου», όπως είναι και ο υπότιτλός του.

Επειδή οι εκδόσεις που αφορούν την πνευματική και καλλιτεχνική παραγωγή κάποιων τόπων συχνά διαπνέονται από ένα αυτάρεσκο τοπικιστικό πνεύμα (κοίτα ποιοι είμαστε μεις!) το οποίο πόρρω απέχει από την εμπεριστατωμένη ερευνητική εργασία, ομολογώ ότι προσέγγισα το βιβλίο με την περιέργεια βεβαίως της Πειραιώτισσας αλλά και με κάποια καχυποψία. Οι φόβοι μου όμως γρήγορα διαψεύστηκαν, γιατί ο συγγραφέας, έχοντας συγκεντρώσει ένα τεράστιο, πολύμορφο και πολυποίκιλο υλικό, το τιθασεύει και το οργανώνει με τρόπο που και τις σύγχρονες απαιτήσεις περί ερευνητικής διαδικασίας να πληροί αλλά και η ιδιομορφία, «ιδιοπροσωπεία» όπως την αποκαλεί στον πρόλογο ο Μ. Μερακλής, του Πειραιά να αφήνει να διαγραφεί. Ο Πειραιάς, πόλη με θάλασσα, λιμάνι (σε ακμή και παρακμή) εδώ και 2 χιλιετίες, με σύγχρονη ιστορία τουλάχιστον διακοσίων χρόνων, χωνευτήρι πληθυσμών και… δίπλα στην Αθήνα. Αυτά τα στοιχεία, έτσι σύντομα αραδιασμένα, νομίζω ότι χαρακτηρίζουν τον βίο και την πολιτεία του «πρώτου λιμανιού της χώρας» και κατά συνέπεια χαρακτηρίζουν και την πνευματική και καλλιτεχνική πορεία του.

     Καταρχήν, ο Πειραιάς, πόλη με την δική της σίγουρα μυθολογική διάσταση, δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει «μια συμπαγή, πνευματική παρουσία, η οποία θα την αντιπροσώπευε στον εκτός Πειραιά πνευματικό χώρο», όπως χαρακτηριστικά λέει ο συγγραφέας. Δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει «Σχολή». Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πόλης αυτής δεν επέδρασαν, έστω εν μέρει, σε ανθρώπους που γεννήθηκαν, έζησαν και δημιούργησαν όλη τους την ζωή στον Πειραιά ή σε ανθρώπους που απλώς πέρασαν και έζησαν ένα μέρος της ζωής τους στην πόλη. Το σύνολο των ανθρώπων αυτών, και από τις δύο κατηγορίες, είναι ιδιαίτερα σημαντικό, όπως φαίνεται και από το βιβλίο.

     Η παρουσίαση του τεράστιου και ετερόκλιτου αυτού υλικού οργανώνεται κατά δύο τρόπους. Ο πρώτος είναι ο αυστηρά χρονολογικός, όπου η ταξινόμηση γίνεται βάσει τους έτους γεννήσεως των προσώπων (και αφορά τη χρονική περίοδο από το 1784 έως το 2005). Ο δεύτερος τρόπος είναι κατά θεματικές κατηγορίες, δηλαδή παραθέτονται 17 θεματικές ομάδες (ζωγράφοι, γλύπτες, χαράκτες, ηθοποιοί…). Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να κάνουμε στη γυναικεία λογοτεχνική παρουσία, θέμα αγαπημένο του συγγραφέα μια και ετοιμάζει κατάλογο για τις ελληνίδες ποιήτριες αλλά και θέμα το οποίο σπανίως λαμβάνεται υπόψιν σε τέτοιες καταγραφές. Το πρώτο μεθοδολογικό ερώτημα που ανακύπτει είναι το ποιος μπορεί τελικά να χαρακτηριστεί Πειραιώτης, σε μια πόλη που, όπως είπαμε, πάντα ήταν πέρασμα ή και τελική εγκατάσταση διαφόρων πληθυσμών που έρχονταν είτε από τα νησιά, είτε από την Μ. Ασία (μετά την καταστροφή), είτε από οποιοδήποτε άλλο χώρο της Ελληνικής επικράτειας (πχ. Μάνη). Μήπως Πειραιώτης θεωρείται αυτός που γεννήθηκε και πέθανε στον Πειραιά και είναι στο δημοτολόγιο του δήμου; ή/ μήπως και αυτός που ήρθε απ’  αλλού αλλά έζησε και δημιούργησε στην πόλη; Ο συγγραφέας επέλεξε, ορθώς κατά την γνώμη μου, να εντάξει στο βιβλίο του και τις δύο κατηγορίες. Και το αποτέλεσμα ομολογουμένως είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, όχι μόνο τόσο για τις μεγάλες μορφές όπως η Παξινού, ο Τσαρούχης, ο Καββαδίας, αλλά κυρίως για εκείνους τους δημιουργούς μικρότερης εμβέλειας αλλά όχι ελάσσονες ως προς την δημιουργική αξία, των οποίων τα έργα εμφανίστηκαν (κυρίως ως προς την λογοτεχνία) μέσα από τα πολυάριθμα έντυπα του Πειραιά, των οποίων περιοδικών η καταγραφή και εν μέρει αποδελτίωση είναι ιδιαίτερα σημαντική και για μεταγενέστερους ερευνητές. Το όλον συμπληρώνεται από έναν ιδιαίτερα καλλιεπή, ποιητικό λόγο και μια άρτια αισθητική εμφάνιση. Δεν ξέρω αν συνέβη και με μένα αυτό που λέει σ’ ένα κείμενο που παρατίθεται στο βιβλίο η Κατίνα Παξινού «εμείς οι Πειραιώτες όσο και ν’ αλλάξουμε τόπο και κατοικία… έχουμε πάντα ένα επίπονο τοπικιστικό αίσθημα», αλλά ο συγγραφέας του Πειραϊκού Πανοράματος ακόμη κι αν διαπνέεται από την αγάπη για την γενέθλιο πόλη, δεν αφήνει αυτό το συναίσθημα να συσκοτίσει την ποιότητα της εργασίας του-ίσα ίσα που την ενδυναμώνει.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ  ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

           Μαρία Περικλή Ράλλη

Της Χαρίκλειας Δημακοπούλου

Εφ. Εστία 2/6/2007

     Γιώργος Μπαλούρδος, Μαρία Περικλή Ράλλη (ιδιωτική έκδοση. Πειραιάς 2006, σελ.58).

Πρόκειται για έκδοση διαλέξεως που εδόθη τον Μάϊο του παρελθόντος έτους στον Πειραϊκό Σύνδεσμο. Η Μαρία Περικλή Ράλλη είναι από τις λογοτεχνικές μορφές του Μεσοπολέμου που δεν είναι ευρύτερα γνωστή. Και όμως είναι η μικρότερη αδελφή της Κατίνας Παξινού, ικανή πεζογράφος και ποιήτρια και ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία στην αθηναϊκή κοινωνία του Μεσοπολέμου. Η βιογραφική προσέγγιση παρέχει στον συγγραφέα την ευκαιρία να μας παρουσιάσει αυτήν την μορφή και το έργο της και να δώση το έναυσμα για πλουσιώτερη έρευνα για την επανεκτίμηση της προσφοράς της Μαρίας Ράλλη. Σύζυγος υπουργού και στενού συνεργάτου του Παναγή Τσαλδάρη, η Μαρία Ράλλη το γένος Κωνσταντοπούλου, είχε δραματική προσωπική ζωή από την Κατοχή και έπειτα, καθώς έχασε διαδοχικώς τον μοναχογιό της Δωρή, που αυτοκτόνησε το 1943, τον σύζυγό της Περικλή Ράλλη το 1945, και τέλος τα αδέλφια της Αθηνά Δηλαβέρη, Κατίνα Παξινού και Λευτέρη Κωνσταντόπουλο, πρίν αποβιώση και η ίδια τον Ιανουάριο του 1975. Το πλούσιο και σημαντικό λογοτεχνικό έργο της Μαρίας Ράλλη καλύπτει τους τομείς της ποιήσεως, του διηγήματος, της νουβέλλας και των ταξιδιωτικών αφηγήσεων. Αξίζει ίσως κάποτε να επανεκδοθούν τα βιβλία της και να προστεθή και αυτή στη χορεία  των γυναικείων φωνών της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας»

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ  ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Σαν Υστερόγραφο

     Στο καλοκαιρινό αυτό σημείωμα αποφάσισα να κάνω μία μικρή εξαίρεση. Να μην γράψω ή δημοσιεύσω για έλληνα ή ξένο ποιητή, συγγραφέα, να αποδελτιώσω τα τεύχη ενός περιοδικού, αλλά να δώσω ορισμένες βιβλιογραφικές πληροφορίες για τον εργογραφικό μου κύκλο. Βιβλιοκριτικές ή βιβλιοπαρουσιάσεις, ρεπορτάζ από παρουσιάσεις, για βιβλία που κυκλοφόρησα, συμμετείχα ή επιμελήθηκα. Συνολικά μέχρι σήμερα 10 τίτλοι. Ίσως κάποιους στο μέλλον να ενδιαφέρουν αυτές οι πληροφορίες. Σαν μία μικρή συνεισφορά ενός παλαιού πειραιώτη που έζησε πράγματα και καταστάσεις, αλλαγές και πειραϊκές πνευματικές εξελίξεις, άτομα και καλλιτεχνικά συμβάντα. Μιάς άλλης εποχής με πιο ασκίαστο ανθρώπινο πρόσωπο. Μια Πόλη που, τόσο με το φώς της ημέρας όσο και με το λίχνο των άστρων, ήταν για τα «γραπτά και για το σώμα». Όταν όλα στροβιλίζονταν στους αστερισμούς της φαντασίας και του ονείρου. Ίσως και της ψευδαίσθησης. Και η Πόλη ήταν ένας φεγγίτης στο χρόνο. Μια Πόλη πολυλογού όπως και οι δημότες της. Αυτά συλλογιζόμενος κατηφόρισα τα σκαλιά της προσωπικής συγγραφικής μου περιπέτειας. Ελπίζω να μην προσμετρηθεί αρνητικά. Ορθά αποφασίζοντας, μετέφερα και τις θετικές και τις αρνητικές κρίσεις. Δεν αντέγραψα μνημονεύσεις του ονόματός μου σε βιβλία, (χαιρετισμούς, αφιερώσεις, θετικές επισημάνσεις), παραπομπές σε κείμενά μου. Σε παρουσιάσεις αφιερωμάτων λογοτεχνικών περιοδικών που συμμετείχα, όπως είναι πχ. τα εύχυμα κριτικά σημειώματα για τα περιοδικά της Μάρυ Θεοδοσοπούλου στην εφημερίδα «Εποχή» και άλλων, σε άλλα έντυπα. Ούτε τους δύο προλόγους του καθηγητή Μιχάλη Μερακλή και τον ένα του καθηγητή Νάσου Βαγενά που με τίμησαν με την εμπιστοσύνη και την φιλία τους. Τους ευχαριστώ για αυτό όπως και όσους και όσες έγραψαν και δημοσίευσαν για μένα μέχρι σήμερα.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, 12 Ιουλίου 2022.

Καθώς οι πρόσκαιρες νεφώσεις απλώνονται στο Σώμα της Πόλης, των Πολιτών και των κάθε είδους πνευματικών καταθέσεών τους.