Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Ανθούλα Δανιήλ Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος

 

Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος …

              μια σωκρατική μετεμψύχωση….

     Σαν από τύχη αγαθή, ο μέγας Έλληνας  φιλόσοφος και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, γεννήθηκε την ίδια μέρα και την ίδια χρονιά με τον μεγάλο μας ποιητή Γιώργο Σεφέρη· 28 Φεβρουαρίου 1900. Ο  Ποιητής ήταν από τη Σμύρνη, ο φιλόσοφος από  τον Βασσαρά Λακωνίας, για την οποία Λακωνία, ο έτερος φιλόσοφος, σχεδόν συμπατριώτης του Θεοδωρακόπουλου, Παναγιώτης Πατριαρχέας, υποστήριζε ότι υπήρξε η γενέτειρα της Φιλοσοφίας, χωρίς να παραβλέπει την Ιωνία. Στο σύγγραμμά του,  «Η αφετηρία προς το φιλοσοφείν και η γένεσις της φιλοσοφίας εν Σπάρτη», επιχειρηματολογούσε  σχετίζοντάς την με την πρώιμη δωρική σκέψη. Ας αναφέρουμε το πασίγνωστο ρητό Το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν.

Ο Θεοδωρακόπουλος, λοιπόν γεννήθηκε στην πατρίδα της Φιλοσοφίας, σπούδασε με υποτροφία στη Ριζάρειο Σχολή (1915-1920) και στη Βιέννη (1920-1922), αλλά και Φιλολογία και Φιλοσοφία στην Χαϊδελβέργη (1922-1925) Καρλ, Γιάσπερς, Άλφρεντ Βέμπερ, Έντουαρντ Χόφμαν, Ερνστ Ρόμπερτ Κούρτιους, Φρίντριχ Γκούντολφ και ιδίως Ερρίκο Ρίκερτ, για τις φιλοσοφικές απόψεις του οποίου αργότερα συνέγραψε και εξέδωσε ιδιαίτερο βιβλίο.

  Ο Θεοδωρακόπουλος αναγορεύτηκε διδάκτωρ Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, το 1925, με θέμα της διατριβής του «Διαλεκτική του Είναι στον Πλάτωνα», η οποία δημοσιεύτηκε δύο χρόνια αργότερα και το 1928 δημοσιεύτηκε και η  μονογραφία για τη «Μεταφυσική του Είναι στον Πλωτίνο». Την ίδια χρονιά, 1928,  επέστρεψε στην Ελλάδα. Από το 1929 μέχρι το 1940 εξέδωσε, με τη συνεργασία των Κωνσταντίνου Τσάτσου και Παναγιώτη Κανελλόπουλου, τους οποίους είχε γνωρίσει και με τους οποίους είχε σχετισθεί ήδη από την παραμονή του στη Χαϊδελβέργη, το «Αρχείο της Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών», του οποίου ήταν και διευθυντής, στο οποίο είχε δημοσιεύσει και δικά του άρθρα, όπως π.χ. «Η έννοια της φιλοσοφίας και η έννοια της ιστορίας της φιλοσοφίας», «Φιλοσοφία και Ψυχολογία» κ.ά.

Εδώ ακριβώς μπορούμε να επικαλεστούμε και την μαρτυρία του Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος μιλάει για «τον ερχομό στο  Πανεπιστήμιο των νέων καθηγητών, του  Κ. Τσάτσου, Π. Κανελλόπουλου, του Ι. Θεοδωρακόπουλου [που] γνώριζαν δόξες και ασκούσανε πάνω στους νέους μιαν αδιαφιλονίκητη γοητεία». Μάλιστα, μιλάει για  ένα «νεότευκτο καράβι», το καράβι της γενιάς του  –βρισκόμαστε στα 1934-, το οποίο πομπωδώς είχαν βαφτίσει «Ιδεοκρατική φιλοσοφική Ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών». Τα Σαββατόβραδα «τρώγαμε όλοι μαζί, καθηγητές και φοιτητές, στη Φοιτητική Λέσχη, γύρω από ένα μακρύ τραπέζι, σα σε κοινόβιο μοναστηριού. Ύστερα ανεβαίναμε σ’ ένα από τα εντευκτήρια του πρώτου ορόφου, όπου διαβάζαμε κείμενα φιλοσοφικά, τον Descartes ή τον Fichte, και τα συζητούσαμε με πάθος» (Ανοιχτά Χαρτιά «Το Χρονικό μιας Δεκαετίας», σελ. 250-251).

Ο Θεοδωρακόπουλος εξάντλησε όλη την κλίμακα των αξιωμάτων που επιτρέπει η θέση του, έφτασε και στην ακαδημαϊκή έδρα. Τέλος, ίδρυσε στο χωριό Μαγούλα, κοντά στη Σπάρτη και στον Μυστρά, την ελεύθερη φιλοσοφική σχολή Ο Πλήθων  με σκοπό να διασώσει την πνευματική και ηθική ταυτότητα του σύγχρονου ελληνισμού, σαν να επιβεβαίωνε την άποψη του Πατριαρχέα, αν και δεν ήταν απαραίτητο, για τις  ρίζες της Φιλοσοφίας και στη Σπάρτη.

Το πλαίσιο έχει στηθεί, όπως σε έναν πλατωνικό διάλογο. Όμως όλα τα παραπάνω μπορούν να αντιγραφούν από τις αφηγήσεις άλλων, εκείνο που θα βαρύνει σ’ αυτό το κείμενο είναι η  προσωπική εμπειρία που έρχεται εδώ να προσθέσει τη δική της ανεξίτηλη πινελιά.

    Μπήκε στο κατάμεστο αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής· εγώ στο πρώτο έτος. Ψαράκι θαμπωμένο και πελαγωμένο, με μάτι γουρλωμένο… Στα έδρανα και στο πλήθος των ορθίων στέκονταν φοιτητές και από άλλες Σχολές που είχαν ακούσει και ήξεραν ποιος είναι ο Καθηγητής που διδάσκει Πλάτωνα. «Εισαγωγή στον Πλάτωνα»! Αυτό ήταν το μάθημα, αν και η Εισαγωγή δεν ήταν μόνο στον Πλάτωνα, αλλά στη ζωή που τρέχει και χάνεται και στην ανέμελη νιότη που η αξία της είναι αυτή η ίδια η άγνοια…

«Γιατί τα νιάτα δεν είναι σοφά. Και τι αξία θα είχαν τα νιάτα, αν ήταν σοφά», είπε κι αμέσως με απάλλαξε από ένα βαρύ φορτίο που λύγιζε τις νεανικές μου πλάτες με την ενοχή ότι έν οίδα ότι ουδέν οίδα…

Κι όπως Εκείνος μπήκε και ανέβηκε στο βάθρο και στηρίχτηκε με το πλάι του στην έδρα, το ένα πόδι κάθετο -κόντρα πόστο, μια στάση που επινόησαν οι Έλληνες γλύπτες τον 5ο αιώνα π. Χ. όταν το βάρος του σώματος έπεφτε στο ένα πόδι και το κεφάλι έστρεφε στο πλάι. Είναι η εποχή που  η γλυπτική  κάνει ένα βήμα μπροστά και δίνει κίνηση και χάρη στο άγαλμα.

Εκείνος, ο Καθηγητής, έσπασε τον πάγο και κατάργησε την απόσταση από το «εκκλησίασμά»  του, μιλώντας σαν πατέρας μας ή καλύτερα σαν μεγαλύτερος στην ηλικία φίλος μας ή, ακόμα καλύτερα, σαν να ήταν ο Σωκράτης, ο δάσκαλος του Πλάτωνα. Η εικόνα, ορκίζομαι, έμοιαζε του Σωκράτη, έτσι μου φάνηκε τουλάχιστον ή έτσι ήθελα να νομίζω. Είχε  το ύφος χαρίεν και τα μαλλιά λευκά και ανάκατα και μακριά ακουμπούσαν στους ώμους.

Οι ψυχολόγοι μπορεί να έλεγαν πως αυτό που εγώ έβλεπε ήταν ένα déjà vu, σαν να είχε γίνει πραγματικότητα η ευχή που κάποτε έκανα, να είχα ζήσει στην εποχή του Περικλή και να ήμουν η Ασπασία που σαν Διοτίμα θα συζητούσε με τον Σωκράτη στο Συμπόσιο…

Εκείνη τη μέρα του θαύματος, μια ευχή μου έπαιρνε σάρκα και οστά κι εγώ στο τέλος της χρονιάς, έπαιρνα ένα τεράστιο 9 -εννιά-στο μάθημα της Φιλοσοφίας, τόσο που αναρωτιόμουνα αν αυτόν τον βαθμό τον πήρα γιατί κατάλαβα το μάθημά του ή εκείνος κατάλαβε τον θαυμασμό μου· μια ψηφίδα εγώ ασήμαντη στο μέγα πλήθος. Δεν τόλμησα ποτέ να πάω στην έδρα κοντά να του μιλήσω ή να ακούσω τι τον ρωτούσαν οι άλλοι. Η αίσθηση οικειότητας, ωστόσο, θαυμασμού και γοητείας με κατέκλυζε κάθε φορά που μας έκανε μάθημα Εκείνος. Μας συμφιλίωνε με την άγνοια μας και μας έδινε κίνητρα να την καταπολεμήσουμε. Μας έδειχνε τα μονοπάτια της Αθήνας πλάι στον Ιλισσό που περπατούσε με τους μαθητές του ο άλλος του εαυτός, ο Σωκράτης, λες και επανελάμβανε τα λόγια του τα θεϊκά.

Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο του πανεπιστημιακού μου συγγράμματος τα δύο σημειώματα και σχολιάζω ταυτόχρονα:

«Τρία πρέπει να είναι τα αθλοθετήματα της ζωής μας: η πορεία προς την αρχαιότητα», το πρώτο. Αυτό το είχα επιλέξει λόγω σπουδών.Το δεύτερο,  «η πορεία προς τον έξω κόσμο», αυτή μας την έδωσε με την πρώτη επαφή ο Δάσκαλος. Ο κόσμος απλωνόταν έξω από το Αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής, όχι τόσο τοπικά, όσο ποιοτικά, στο μέγα βάθος του σκοτεινού μυαλού μου,  όπου  άλλου είδους προκλήσεις έρχονταν να απωθήσουν τις τρέχουσες που ήδη ήξερα. Ωστόσο κι εκείνες που δεν ήξερα, μου είχαν κάνει νεύμα από το μάθημα Φιλοσοφίας στην τότε έκτη ή ογδόη Γυμνασίου. Τέλος, τρίτο αθλοθέτημα,   «και, το μεγαλύτερο και επιπονότερο, αλλά και γονιμότερο, είναι η επιστροφή στον εαυτό μας». Να και η δελφική προτροπή, σκέφτηκα: Γνώθι σ’ αυτόν. «Κανένα απ' αυτά, και προ παντός το πρώτο αθλοθέτημα της ζωής μας, η πορεία προς την αρχαιότητα, δεν θα φέρει μήτε τώρα καρπούς, αν δεν τη ζήσομε με το θάμασμα. Μονάχα οι κουρασμένοι δεν θαυμάζουνε και δεν αγαπούνε»

([Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλος, Εισαγωγή στον Πλάτωνα]. Αυτό το τελευταίο ήταν σαν να είχε γραφτεί εγκαυστικά στη ψυχή μου και είχε γίνει προμετωππίδα μου. Εγώ κούραση δεν ένιωσα ποτέ ούτε στο σώμα ούτε στην ψυχή.

Στο δεύτερο σημείωμα διέκρινα ότι η ερμηνεία στα παραπάνω σοφά λόγια του Δασκάλου μου, ίσως  απαιτούσε τον χωρισμό της  λογικής από την ποίηση της φιλοσοφίας, ίσως όμως «είναι ανάγκη κάποτε αυτός ο χωρισμός να υπερπηδηθεί, δηλαδή λογική και ποίηση στον Πλάτωνα να ερμηνευθούν όχι μόνο χωριστά, αλλά και στη βαθύτατη αμοιβαία σχέση που έχει το ένα με το άλλο». Εδώ ο Δάσκαλός μου με έσωζε από μια ανεπιθύμητη απαισιοδοξία. «Το αίτημα τούτο της ερμηνείας με παρακολουθούσε όλη την τελευταία δεκαετία που είχα την ευκαιρία να διδάσκω Πλάτωνα στη νέα μας γενεά», έγραφε. [Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλος, Πρόλογος στην έκδοση του 1941].

Η «σύνθεση» είναι η απάντηση και φεύγω πάραυτα για να τον προλάβω μαζί με τους άλλους που προπορεύονται δυόμισι χιλιάδες χρόνια… Στήνω αφτί και τους ακούω:

Ο Σωκράτης συνδιαλέγεται με τον Φαίδρο, βαδίζοντας στις όχθες του Ιλισσού, ενώ κοιτάζουν πού μπορούν να καθήσουν και να συζητήσουν άνετα. Εντωμεταξύ, ανυπόδητος ο Φαίδρος (σήμερα), και ο Σωκράτης (πάντα) περπατώντας,  βρέχουν τα πόδια τους στα καθαρά νερά του ιερού ποταμού, αφού και η ώρα της μέρας και η εποχή το επιτρέπουν. Και ο κατάλληλος τόπος είναι εκεί, μπροστά τους, στον υψηλότατο πλάτανο, στη σκιά, με το ελαφρό αεράκι, που θα κάτσουν και αν θέλουν θα ξαπλώσουν κιόλας…

Και η συζήτηση θα πάει μακριά, στο Συμπόσιο, θα πετάξει με το άρμα του Ηνίοχου που πρέπει να ελέγχει καλά το λευκό και το μαύρο άλογο του άρματός του… την ψυχή και τη σάρκα, αλλιώς θα γκρεμιστεί… όπως ο «Ανδρόγυνος», όταν ο Δίας ένιωσε ότι απειλείται από τους ανθρώπους και τους έκοψε στα δυο και πέταξε τα κομμάτια τους στη γη «Και όλα έγιναν συντρίμμια» και ο ομφαλός είναι το σημείο της τομής, είπε ο Δάσκαλος, και μας άφησε άφωνους, μαθαίνοντας πως αυτή ήταν η αιτία που το ένα μισό αναζητεί το έτερόν του ήμισυ για να ολοκληρωθεί.

Άκουγε, βέβαια, το ένιωθε, στην κρατημένη μας ανάσα, πως πρώτη φορά μαθαίναμε γι’ αυτόν τον μύθο, και «θαμάζαμε» τα δύο καταδικασμένα μισά, που περιπλανώμενα και θλιμμένα  αναζητούσαν το έτερόν τους ήμισυ. Μια ωραία φράση που συνηθίζαμε να λέμε, αλλά και να αγνοούμε την πηγή της,  το βάθος και τη σημασία της.

Ο αρχαίος μύθος, αφηγημένος από τον Αριστοφάνη στο Συμπόσιο, θα μπορούσε να  ταιριάξει με αντίστροφή διαδικασία, στον άλλον, όταν ο Θεός είδε τον Αδάμ μόνο και θλιμμένο στον παράδεισο και γι’ αυτό από το πλευρά του έπλασε την Εύα· για να μην είναι μόνος. Και ο Μέγας Δάντης έβαλε τους δυο καταδικασμένους από έρωτα –τον Πάολο και την Φρατζέσκα- να περιπλανιούνται στην Κόλαση, πλάτη με  πλάτη, μαζί δεμένοι, για να μην βλέπονται, τιμωρημένοι, σαν να ’θελε να πει πως είναι αδύνατον να έχεις ποτέ την ευτυχία ολόκληρη στον κόσμο μέσα. Αρχαίος μύθος, θρησκευτικός και μεσαιωνικός στο ίδιο καταλήγουν.

Ο Γιάννης Θεοδωρακόπουλος, στην έδρα με το ένα χέρι ψηλά, κρατάει το βιβλίο, όπως ο Σωκράτης με το δάχτυλο υψωμένο προς τα πάνω, στον πίνακα του Ζακ Λουί Νταβίντ· δείχνει τον ουρανό και τον κόσμο των Ιδεών… Έτσι, σ’ αυτή τη στάση έχει μείνει στην άφθαρτη μνήμη που κατοικεί στο φθαρτό μου σώμα: Σωκράτης, Πλάτων και θεός και Δάσκαλος!!!

               Ανθούλα Δανιήλ

Διευκρινιστικά-συμπληρωματικά

        Εξακολουθώ να μελετώ τα βιβλία του Πλατωνιστή Δασκάλου της Φιλοσοφίας Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου, παράλληλα με τις άλλες λογοτεχνικές εργασίες στα Λογοτεχνικά Πάρεργα. Να αντιγράφω ορισμένες από τις εργασίες του που μου κεντρίζουν ακόμα το ενδιαφέρον, θεωρώντας και ευελπιστώντας ότι θα τύχουν κάποιας προσοχής των ελλήνων και ξένων αναγνωστών από διάφορες ηπείρους που βλέπουν, διαβάζουν, ίσως και αντιγράφουν, οτιδήποτε αναρτάται- (ό,τι ενδιαφέρει τον καθένα και κάθε μία τέλος πάντων) στην Πειραιώτικη αυτή Ιστοσελίδα. Προσπαθούσα να σκεφτώ αν γνώριζα κάποιο πρόσωπο-συγγραφέα- που θα τον είχε Καθηγητή στις πανεπιστημιακές του σπουδές. Να του ζητούσα αν ήθελε να μου γράψει δυό λόγια από τις εντυπώσεις του ως φοιτητής ή φοιτήτρια του φωτισμένου και πρωτοπόρου έλληνα Πλατωνιστή Δασκάλου της Φιλοσοφίας και είχε δημοσιεύσει στα Λογοτεχνικά Πάρεργα. Η σκέψη πήγε στην φιλόλογο και κριτικό Ανθούλα Δανιήλ, η οποία είναι όχι μόνο πολιτιστικά δραστήρια αλλά και σαν κριτικός βιβλίων ενεργή και παραγωγική. Κριτικές και λογοτεχνικές μελέτες της διαβάζουμε συχνότατα σε διάφορα ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ πρόσφατα, έτυχε και ειδικής βράβευσης. Της έστειλα λοιπόν ένα ηλεκτρονικό μήνυμα και εκείνη ανταποκρίθηκε παρά τις ανειλημμένες συγγραφικές και άλλες υποχρεώσεις της. Από την δική μου μεριά σιγά-σιγά και προσεκτικά αντιγράφω την Πλατωνική «7η Επιστολή» σε μετάφραση του Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου ώστε να την αναρτήσω, παρά του ότι υπάρχει ήδη αναρτημένη στο διαδίκτυο και σε ορισμένες ιστοσελίδες σχολιασμένη. Οι Πολιτική θεώρηση του ίδιου του αρχαίου έλληνα φιλοσόφου, το πολιτικό του πάθος και πνεύμα μας αποκαλύπτεται άμεσα στην Επιστολή αυτή που απέστειλε στους πολιτικούς συντρόφους και συγγενείς του Δίωνος. Και, λαμβάνοντας υπόψη μας τα έργα του «Πολιτεία», τους «Νόμους» και τον «Γοργία» κυρίως (σε σχέση με τα άλλα του έργα, τα φιλοσοφικά και παιδαγωγικά), έχουμε την σαφή σκιαγράφηση των προσωπικών του Πολιτικών θέσεων, των Αρχών και Πολιτειακών Ιδεών που πρέσβευε ο μέγιστος των Αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων. Το τι είδους και κυβερνητικής μορφής Πολίτευμα επιθυμούσε για την Πολιτεία του, την ποιότητα, τις αρετές και παιδεία των Αρχόντων που θα αναλάμβαναν την εξουσία. Έκτοτε, σχεδόν όλοι οι φιλόσοφοι και στοχαστές, πολιτειολόγοι, διανοητές του δυτικού κόσμου δεν είναι, χωρίς ίχνος εθνικής υπερβολής θα σημειώναμε, σχολιαστές των Πλατωνικών Ιδεών. Όπως αντίστοιχα συμβαίνει και με την διδασκαλία του Αριστοτέλους. Η «7η Επιστολή» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου, «Εισαγωγή στον Πλάτωνα» πέμπτη έκδοση, Αθήνα 1970, σελίδες 77-111 πριν το 5 κεφάλαιο του τόμου που ο Θεοδωρακόπουλος αναφέρεται στην «Χρονολόγηση των Πλατωνικών Διαλόγων». Πρώτη έκδοση της «Εισαγωγής» 1941.

     Το καλογραμμένο πληροφοριακό και των νεανικών της αναμνήσεων κείμενο που μου απέστειλε η Ανθούλα Δανιήλ, δεν αποπνέει μόνο άρωμα γυναίκας και εφηβικής συγκίνησης. Τις πρώτες της συστολές και συγκινήσεις μιάς συνεσταλμένης ελληνίδας φοιτήτριας μπροστά στο παρουσιαστικό και στον «ογκόλιθο» της Πλατωνικής Φιλοσοφικής Σκέψης Δάσκαλό της Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλο που τον άκουγε να διδάσκει, αλλά και ένα άτομο από κάποια γειτονιά της Αθήνας που διψούσε από τα νεανικά της χρόνια για γνώση για παιδεία, μια φοιτήτρια που άνοιγε τα φτερά της και αναζητούσε δρόμους και μονοπάτια που θα την οδηγούσαν στους πολιτιστικούς λειμώνες της ελληνικής και παγκόσμιας Τέχνης του ανθρώπου. Και, αυτό, φάνηκε στην μεταγενέστερη ακαδημαϊκή της σταδιοδρομία, όταν μετά την περάτωση των σπουδών της δεν περιορίστηκε μόνο στα καθηγητικά της και εκπαιδευτικά αυστηρώς καθήκοντα, αλλά άπλωσε τα ενδιαφέροντά της και σε άλλους τομείς όπως είναι η συγγραφή βιβλίων, η δημοσίευση βιβλιοκριτικών και συγγραφή μελετών για έλληνες και ελληνίδες λογοτέχνες, την συμμετοχή της σε λογοτεχνικά συνέδρια και, ακόμα, κατά την διάρκεια των καθηγητικών της καθηκόντων-πριν την συνταξιοδότησή της- υπεύθυνη έκδοσης Σχολικού περιοδικού του Υπουργείου Παιδείας για τους Ελληνόπαιδες του Εξωτερικού. Εδώ να υπενθυμίσουμε και την περίπτωση του αξέχαστου φιλόλογου και πεζογράφου Γιώργου Ιωάννου και το περιοδικό του. Θα άξιζε πιστεύω, κάποτε, να ενδιαφερθούν οι αρμόδιοι του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων να συντάξει μία εκτενή εργασία για τους έλληνες καθηγητές και ελληνίδες καθηγήτριες και δασκάλους της Δημόσιας Εκπαίδευσης-και ίσως όχι μόνο της Δημόσιας- τους καθηγητές εκείνους που δεν περιορίστηκαν μόνο στα επαγγελματικά εκπαιδευτικά τους καθήκοντα, και επεκτάθηκαν οι άλλες μορφωτικές και πολιτιστικές τους ασχολίες και σε τομείς της Τέχνης όπως η ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία, το θέατρο, οι εικαστικές τέχνες, η μουσική, η ιστορία, η θεολογία, η κλασική και λατινική γραμματεία, η λογοτεχνική έρευνα και το δοκίμιο, η βιβλιοκριτική, η μετάφραση και η έκδοση εντύπων κλπ. Η σύνταξη και η καταγραφή πληροφοριακών και άλλων στοιχείων και συγγραφικών δεδομένων μιάς τέτοιας κατηγορίας Καταλόγου, θα μας αποκάλυπτε το τι κρυμμένους εκπαιδευτικούς θησαυρούς μας έχει δώσει μέχρι των ημερών μας η Δημόσια Εκπαίδευση, όλων των Εκπαιδευτικών βαθμίδων στην διαδρομή της Ιστορίας της Ελληνικής Εκπαίδευσης. Το εύρος αντρών και γυναικών φιλολόγων-συγγραφέων είναι τεράστιο και θα αδικούσα αν ανέφερα γνωστά μας ονόματα αντρών και γυναικών, πέρα από το γεγονός ότι δεν είναι της παρούσης και θα ξεστρατίζαμε πάρα πολύ.

          Στο πρώτο σκέλος των αναμνήσεών της η Ανθούλα Δανιήλ μας δίνει γνωστές πληροφορίες τις οποίες αντλούμε και από το βιβλίο του Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου, «Αγαπημένη μου Χαϊδελβέργη», Αθήνα 1980, ο οποίος με την σειρά του λίγο πριν φύγει από την ζωή, συνέγραψε τις δικές του φοιτητικές αναμνήσεις, τις εκπαιδευτικές του ενασχολήσεις σε δύο Πανεπιστήμια της εσπερίας που σπούδασε, τους φημισμένους στην εποχή τους φιλόσοφους καθηγητές που μαθήτευσε κοντά τους και συναναστράφηκε, μη αποδεχόμενος την πρόταση να σταδιοδρομήσει ως πανεπιστημιακός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Ο Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος δεν περιορίζεται μόνο στα των χώρων του Πανεπιστημίου αλλά μας δίνει εκπληκτικές εικόνες και του χωριού και της ευρύτερης τοποθεσίας της Χαϊδελβέργης. Από τα φοιτητικά του εκείνα χρόνια χρονολογείται και η στενή φιλία και πνευματική του συνεργασία με την οικογένεια του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και του Κωνσταντίνου Τσάτσου που θα κρατήσει μία ζωή. Και νοερώς, συλλογιζόμαστε διαβάζοντας τις φοιτητικές αναμνήσεις της Ανθούλας Δανιήλ, ότι έχουμε μπροστά μας τις προσωπικές παλαιές νεανικές αναμνήσεις του τιμημένου μετέπειτα Πλατωνιστή Καθηγητή και τις σπουδαστικές αναμνήσεις, μάλιστα αρίστης στο μάθημά του (9 ο βαθμός της) και πώς τον εξυψώνει με συνεσταλμένο τρόπο στα μάτια μας καθώς σαν κλασική φιγούρα αρχαίου φιλοσόφου στέκεται μπροστά στην έδρα και διδάσκει τους τότε φοιτητές του με την πλούσια κόμη του και την στιβαρότητα του σωματικού του όγκου. Υψώνοντας το δάκτυλό του προς τα πάνω, που μας δημιουργεί την περιέργεια αν ήταν η σωματική στάση που υιοθετούσε ο Δάσκαλος ή είναι απόρροια της εύρωστης φαντασίας του γνωστής εικαστικής μας εικονογραφίας της «Σχολής των Αθηνών». Αλλά, κάθε πιστεύω μαθητής ή φοιτητής/ ια κρατά μέσα στο σεντούκι των αναμνήσεών του όπως πρωτοφαντάστηκε την εικόνα του δασκάλου του.

          Για την πρωτοβουλία που είχε στην εποχή του ο Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου να εκδώσουν ένα αμιγώς φιλοσοφικό περιοδικό για τους φιλοσοφικούς κύκλους της εποχής του, ένα περιοδικό που εκδίδονταν ανελλιπώς με την αμέριστη φροντίδα του Θεοδωρακόπουλου από το 1929 έως την αρχή του Πολέμου, το 1940 μας μίλησαν στις δικές τους αναμνήσεις μεταξύ άλλων ο πολιτικός και φιλόσοφος Κωνσταντίνος Τσάτσος και ο πολιτικός και κοινωνιολόγος Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Ο πρώην πρωθυπουργός (Πάτρα 13/12/1902- Αθήνα 11/9/1986), δίνει προς δημοσίευση στο περιοδικό «Νέα Εστία» τχ. 759/ 1959, μία διάλεξή του στην γερμανική γλώσσα στο Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ της Γερμανίας «Ποίηση και Αλήθεια στη νεοελληνική ζωή». Την ίδια χρονιά η 33 ενοτήτων Ομιλία του Π. Κανελλόπουλου εκδίδεται από τις εκδόσεις της «Εστίας». Τριάντα χρόνια αργότερα επανεκδίδεται από τις εκδόσεις «Κένταυρος» Αθήνα 1989. Ο λόγιος Παναγιώτης Κανελλόπουλος ακολουθεί το πνεύμα του Υπερίωνα, κεντρικού προσώπου του ομώνυμου βιβλίου του γερμανού ρομαντικού ποιητή Φρήντριχ Χαίλντερλιν στην αναζήτηση της ιδανικής πλατωνικής ομορφιάς. Στην 33η ενότητα του μικρού αυτού συνοπτικής εικόνας της Ελληνικής Ποίησης, μιλά για τον Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλο και το φιλοσοφικό σύστημα διδασκαλίας του και συγκεκριμένα για το «Αρχείο Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών». Αναφέρει μεταξύ άλλων στην σελίδα 72:

«Το «Αρχείον Φιλοσοφίας» το ίδρυσαν, μαζί με τον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, κι άλλοι τέσσερεις φίλοι: Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος που, αν και ειδικός στη Φιλοσοφία Δικαίου, διακρίθηκε και ως ποιητής και δοκιμιογράφος, κι έγραψε κι ένα σημαντικό βιβλίο, όπου ερμηνεύεται φιλοσοφικά το ποιητικό έργο του Κωστή Παλαμά’ Ο Θεμιστοκλής Τσάτσος, που είναι ο δημιουργός μιάς πρωτότυπης πολιτειολογίας’ ο Μιχάλης Τσαμαδός, ένας ευγενικός εραστής της φιλοσοφίας, που έχει αποδώσει στα ελληνικά το έργο του Νάτορπ Η περί ιδεών θεωρία του Πλάτωνος’ κι ένας τέταρτος, που δεν μπορώ ν’ αποφύγω να τον μνημονεύσω τελευταίο: εννοώ τον εαυτό μου.». Ενώ παρακάτω μας δίνει ονόματα γνωστών μας λογίων που συνδέθηκαν με τον Κύκλο του «Αρχείου» όπως ο Πλατωνιστής καθηγητής στο Χάρβαντ, Ραφαήλ Δήμος, Ο Ν. Ι. Τουλ, ο έλληνας υπαρξιστής ποιητής που χάθηκε στον πόλεμο νεότατος αγαπητός μας Γιώργος Σαραντάρης, ο καθηγητής Κώστας Δεσποτόπουλος, ο πολιτικός και οικονομολόγος Παναγής Παπαληγούρας, ο Πειραιώτης καθηγητής και συγγραφέας Βασίλειος Λαούρδας, ο επίσης τραγικά χαμένος πάνω στον ανθό της ηλικίας του αισθητιστής και ποιητής Δημήτριος Καπετανάκης, ο κλασικός φιλόλογος Ιωάννης Συκουτρής, ο φιλόλογος Ιωάννης Κακριδής, ο μαθηματικός  Παναγιώτης Ζερβός, ο θεολόγος Βασίλειος Βέλλας, ο ποινικολόγος Χαράλαμπος Τζωρτζόπουλος και πολλοί άλλοι.

    Ο Λάκων καθηγητής της Ιστορίας της Φιλολογίας και συγγραφέας Παναγιώτης Ν. Πατριαρχέας (1909- 26/5/ 1974), ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έφυγε σχετικά νωρίς από την ζωή. Υπάρχει σχετικό κείμενο νεκρολογίας του στην «Επετηρίδα του Πανεπιστημίου» από τον Ν. Γ. Μελανίτη. Το όνομά του και τα βιβλία του μάλλον δεν μνημονεύονται πια από τους νεότερους.

          Όσον αφορά τον νομπελίστα μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη και το βιβλίο του «Ανοιχτά Χαρτιά» από το οποίο ερανίζεται η Ανθούλα Δανιήλ το απόσπασμα των αναμνήσεών του, δεν νομίζω να χρειαζόμαστε συστάσεις. Να συμπληρώσουμε μόνο ότι το 516 σελίδων βιβλίο του με σχέδια εξωφύλλου του εικαστικού Γιάννη Μόραλη εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Αστερίας», Αθήνα 1974. Το όνομα του Πλατωνιστή δασκάλου αναφέρεται στην σελίδα 272 μαζί με εκείνα των νέων Καθηγητών Κ. Τσάτσου και του Π. Κανελλόπουλου «που γνώριζαν δόξες και ασκούσανε πάνω στους νέους μιάν αδιαφιλονίκητη γοητεία». Αλλά όπως μας εξομολογείται στην συνέχεια ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης: «Όταν είσαι εικοσιδύο χρονών δεν είναι τόσο για τη μορφή και για την τελειότητα, όσο για την περιπέτεια όπου το πνεύμα είναι δυνατόν να σε οδηγήσει, που ενδιαφέρεσαι. Κατανοητές ή όχι οι θεωρίες που ακούγαμε, ήταν άλλες τόσες Σειρήνες πού μας τραβούσανε μακριά. Κι ο προβληματισμός καταντούσε για μένα μιά ηδονή, σαν την επιβίβαση σε καράβι.» σελ. 273.

          Και αυτήν την ούρια περιπέτεια της φιλοσοφικής σκέψης και των ιδεών του παλαιού Πλατωνιστή δασκάλου από τον Βασσαρά της Σπάρτης, Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλο θελήσαμε να επαναφέρουμε στην σύγχρονη επιφάνεια στα Λογοτεχνικά Πάρεργα. Στην σημερινή μας ανάρτηση είχαμε πλοηγό τις φοιτητικές αναμνήσεις της φιλολόγου και κριτικού Ανθούλας Δανιήλ.

          Σάββατο του Λαζάρου σήμερα και αύριο Κυριακή των Βαϊων, ας ολοκληρώσουμε το σημερινό μας σημείωμα με ένα δίστιχο από το ποιητικό αναλόγιο του Οδυσσέα Ελύτη και το ποίημα «ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ» από την συλλογή του «Το Φωτόδεντρο και η Δεκάτη Τετάρτη Ομορφιά».

          «Πρέπει να ‘ταν των Βαϊων τ’ ουρανού    επειδή και τα πουλιά κατέβαιναν μ’ ένα κλαδάκι πράσινο στο ράμφος και στον ύπνο μου».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

4 του Απρίλη 2026  

      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου