Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Γιώργος Θέμελης τα ποιήματα του Ανδρέα Κάλβου

 

Α Ν Δ Ρ Ε Α   Κ Α Λ Β Ο Υ

Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α

Του Γιώργου Θέμελη

Περιοδικό «ΕΥΘΥΝΗ» έτος Α΄, φ.11/11,1961, σ.87-88

     Διαβάζοντας κανείς τις Ωδές του Κάλβου έχει την αίσθηση, ότι αφαρπάζεται προς ένα ύψος, απ’ όπου μετέωρος αγναντεύει τον κόσμο μέσα σ’ έναν ανοιχτό ορίζοντα. Δεν έχει μπροστά του ένα συγκεκριμένο τοπίο με  όρια, έχει το κοσμικό απέραντο ανάστημα. Δε «βλέπει», δε διακρίνει δηλαδή από κοντά τα φαινόμενα όπως στην καθημερινότητα’ εποπτεύει από ψηλά, ό,τι μπορεί να προβληθεί μέσα από τις πιό πλατιές διαστάσεις χώρου. Σε τέτοιες κοσμικές διαστάσεις είναι τοποθετημένη η ποίηση του Κάλβου. Αυτός είναι ο χώρος της:

          Ένας Θεός και μόνος

          Αστράπτει από τον ύψιστον

          Θρόνον’ και των χειρών του

          Επισκοπεί τα αιώνια

               Άπειρα έργα.

          Κρέμονται υπό τους πόδας του

          Πάντα τα έθνη, ως κρέμεται

          Βροχή έτι εναέριος

          Ενώ κοιμώνται οι άνεμοι

             Της Οικουμένης.

                  (Είς Αγαρηνούς).

          Εδώ υπάρχει το μέγιστον ύψος, η ψηλότερη σκοπιά, απ’ όπου ο Κάλβος-κι’ εμείς μαζί του- θεάται τον κόσμο. Κάτω όλα τα πράγματα «κρέμονται» πραγματικά «ως βροχή έτι εναέριος», μετεωρίζονται. Τίποτε δεν είναι «κάπου», τοποθετημένο σ’ ένα ωρισμένο και στερεό έδαφος. Όλα κυμαίνονται στο άπειρο, γιατί το έδαφός τους είναι το άπειρο- ή μάλλον το βλέμμα του Θεού, που τα επισκοπεί. «Κρέμονται υπό τους πόδας του» ή ταξιδεύουν «εις την άπειρον θάλασσαν των ονείρων.

          Η εστία της ποιητικής ουσίας στην ποίηση του Κάλβου είναι κυριώτερα αυτός ο μετεωρισμός των πάντων μέσα στην απεραντοσύνη, μετεωρισμός που έχει, αλήθεια, κάτι το ονειρικό:

          Των οσίων τα πνεύματα

          Ως αργυρέα ομίχλη

          Τα υψηλά αναβαίνει,

          Και εις ποταμούς διαλύεται

             Φωτός και δόξης.

          Μόνον βλέπω τον Ήλιον

          Μένοντα εις τον αέρα’

          Τους τριγύρω χορεύοντας

          Ουρανούς κυβερνάει

              Με δίκαιον νόμον.

                (Εις Αγαρηνούς)

          Μέσα σ’ αυτή την «εναέριον έτι βροχήν» των πραγμάτων ο ποιητής ξεχωρίζει και ονομάζει, ό,τι από τον όγκο του προβάλλεται για μιά στιγμή σαν σημείο- σύμβολο, ό,τι διαγράφεται’ όλα όσα έχουν από τη φύση τους ή τη δύναμή τους κάποιο μέγεθος και μεγαλείο: η «οικουμένη», η νύχτα, η μέρα, η θάλασσα, τ’ άστρα, τα βουνά, οι βράχοι, τα βασιλικά ζώα: λέων, αετός’ η αστραπή, ο χείμαρρος, τα δάση. Φτάνει ως τ’ άνθη, τα πλοία, τα ποίμνια, τα σύγνεφα, τις μέλισσες, τα δάκρυα, όταν όλα τούτα, τα φαινομενικώς μικρών διαστάσεων, έχουν ένα νόημα, ενσαρκώνουν μιά ιδέα ή υποβάλλουν μιά κατάσταση, παίρνοντας με τούτο μιά ιδιαίτερη σημασία, που δικαιώνει την ορατότητά τους, σα να βγαίνουν στην επιφάνεια και λάμπουν για μιά στιγμή μέσα:

          Είς το χάος αμέτρητον

          Των ουρανίων ερήμων…

          Εις το απέραντον διάστημα.

          Μέσα σ’ έναν τέτοιο άπειρο χώρο είναι φυσικό να περιορίζεται η ορατότητα και μαζί της ο κόσμος των φαινομένων και των αποχρώσεων, πού μας προσφέρεται με το κοντινό κοίταγμα. Μας δίνεται όμως αυτός ο μεγαλειώδης και απέραντος ορίζοντας, που δεν έχει πιό πέρα, η ανύψωση από το έδαφος του μυρμηγκιού στο ύφος του αετού:

          Ημείς, ως τας κλαγγάς

          Εις τα σύννεφα αφίνει

          Ο μέγας αετός

          και εις τα βαθεά λαγκάδια

               Αφρούς και βράχους’

          Ομοίως υπερπετάξαντες

          Μακράν οπίσω ιδώμεν…

               (Εις Πάργαν)

          Η ποίηση του Κάλβου δεν οδοιπορεί, αλλά «τα υψηλά ανεβαίνει», πετάει, «αφίνοντας οπίσω» τα ταπεινά και καθημερινά:

          Την οργήν των τροχών

          Από τυφλάς ηνίας

             Διασυρομένων.

          Για τούτο η πιό χαρακτηριστική του λέξη, - η λέξη κλειδί-, είναι το φτερό και το πέταγμα:

          Τας πτέρυγας απλώνει

          Ως τ’ όρνεον του Διός…

 

          Τρέξατε εδώ τον θόρυβον

          των μεγάλων πτερύγων

          Φέρετ’ εδώ…

 

΄        Έρωτα, τρέξε, εξάπλωσον

          Αιώνια τα πτερά σου…

 

          Μεγάλη, τρομερή,

          Με τα πτερά απλωμένα

          Καθώς αετός αεικίνητος

 

          Δίδει αυτή τα πτερά,

          Και ιδού τα γόνατα

          Του ανθρώπου πετάουν.

          Η Ποίηση, σαν μιά άλλη πραγματικότητα, δημιουργεί το δικό της χώρο, όπως και το δικό της χρόνο. Ανοίγει διαστάσεις, όπως η Μουσική και η Αρχιτεκτονική.

          Η παρουσία τοποθετείται μέσα σ’ ένα διαρκές παρόν.

          Το πρόβλημα είναι, ποιά είναι η ποιότητα και η ουσία αυτού του ποιητικού παρόντος σχετικά με τον εμπειρικό χρόνο.

          Ως διαρκές παρόν ο ποιητικός χρόνος δεν κατατέμνεται στο παρελθόν, παρόν, μέλλον. Είναι σα μιά εισβολή αιωνιότητας μέσα στο χρόνο. Σαν τέτοιος περιέχει μες σε μιά αξεχώριστη ενότητα και τα τρία σημεία κατατομής του εμπειρικού χρόνου.

          Μπορούμε λοιπόν να πούμε, πώς ο ποιητικός χρόνος στην ποίηση του Κάλβου είναι μιά συνύφανση του παρελθόντος μέσα στο παρόν. Ως να μην υπάρχει το παρόν ως κάτι αυτούσιο, αλλά ως προέκταση του παρελθόντος.

          Ενώ είναι χριστιανός με πίστη, όπως ομολογείται και ακούγεται σ’ όλη του την ποίηση, μιλάει ωστόσο- και βλέπει ακόμα- σαν κλασικός Έλληνας. Κάνει άραγε φιλολογία, εισάγοντας νεκρά μουσειακά στοιχεία μέσα στη ζωή; Δε θα μπορούσε κανείς να το τεκμηριώσει. Τα ανθολογικά στοιχεία, και μαζί μ’ αυτά η όλη στάση ζωής, και το γλωσσικό μείγμα,- που όταν κανείς τ’ αρνηθεί, δε θα μείνει πιά τίποτα για να δεχτεί,- δε φαίνονται νάναι καθαρώς διανοητικά παρείσακτα, κ’ επομένως νοθεία της ποίησης. Βγαίνουν από κάποιο βαθύτερο στρώμα. Έχουν αφομοιωθεί κ’ έγιναν αίσθημα, που βαραίνει επάνω στον τρόπο που αισθάνεται και βλέπει ο Κάλβος. Αισθάνεται και δε φιλολογεί απλώς, ότι:

          Της Ζακύνθου τα δάση

          Και τα βουνά σκιώδη,

          Ήκουον ποτέ σημαίνοντα

          Τα θεία της Αρτέμιδος

               Αργυρά τόξα.

 

          Και σήμερον τα δέντρα

          Και τάς πηγάς σεβάζονται

          Δροσεράς οι ποιμένες’

          Αυτού πλανώνται ακόμα

               Η Νηρηϊδες.

             (Φιλόπατρις)

          Όπως ο Παπαδιαμάντης. Υπάρχει συγγένεια και αναλογία ανάμεσα στην ανάμιξη χριστιανικού και παγανιστικού στοιχείου στον Παπαδιαμάντη, και στην ανάμιξη αρχαιολατρείας και ζωής στον Κάλβο. Η Νεοελληνική εθνική αποκατάσταση είναι για τον Κάλβο επιστροφή και αναβίωση του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Επαναφορά του παρελθόντος μέσα στο παρόν:

          Χρόνος χαράς επέστρεψε

          Και λάμπει τώρα ελεύθερον

          Το Δέλφιον όρος…

 

          Ρέει καθαρόν το αργύριον

          Της Ιπποκρήνης…

 

          Ήλθετε, ώ Μούσαι, ακούω,

          Και χαίρουσα πετάει,

          Πετά η ψυχή μου, ακούω

          Των λυρών τα προοίμια,

                Ακούω τους ύμνους.

                   (Εις Μούσας)

Σ΄ ένα άκρο όριο ο Κάλβος συμβιβάζει την επιστροφή των «Μουσών» και του «Χορού των αθανάτων» με το «Ένας Θεός και μόνος αστράπτει από τον ύψιστον Θρόνον».

          Αναμφισβήτητα στη συνείδησή του, όπως φαίνεται και στην ποίηση, υπάρχει ιεράρχηση: Ο «ένας Θεός και μόνος» υπάρχει ως Θεός δημιουργός του κόσμου, και όλα «κρέμονται υπό τους πόδας του». Οι «αθάνατοι» ελληνικοί θεοί υπάρχουν και υπόκεινται ως ενδοκοσμικές «ελληνικές» δυνάμεις και σύμβολα καταστάσεων, ως αναβίωση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος μέσα στο παρόν.

          ΓΙΩΡΓΟΣ  ΘΕΜΕΛΗΣ

Ελάχιστα

          Θα μπορούσαμε σήμερα, το 2026, στα μισά της πρώτης εικοσαετίας της τρίτης του ανθρώπου ποιητικής χιλιετίας να μιλήσουμε για, και να διαβάσουμε τον Ανδρέα Κάλβο; Αυτόν τον γνωστό μας άγνωστο  Έλληνα δάσκαλο που δεν γνώριζε και τόσο καλά τα «νέα ελληνικά» της εποχής του αλλά κάτεχε την ποιητική γλώσσα του αρχαίου επικού ποιητή Πινδάρου; Αυτής της ευγενικής και σεμνής μορφής που εμφανίστηκε στα ποιητικά μας πράγματα- και εμφανίστηκε σαν μία ποιητική περίπτωση ενάντια στο κεντρικό και μεγάλο ρεύμα της Σολωμικής και Δημοτικής γλωσσικής παράδοσης, και στάθηκε στα «προπύλαια» του Ναού της Ελληνικής Ποίησης ως ο άλλος πυλώνας της. Ο τραγικός στην ιδιωτική του ζωή Ανδρέας Κάλβος γεννήθηκε στην Ζάκυνθο το 1792, από μικρή ηλικία των 10 χρόνων υποχρεώθηκε να ακολουθήσει τον πατέρα του στην Ιταλία, να ξενιτευτεί μαζί με τα αδέρφια του εγκαταλείποντας την μητέρα του και την Ελλάδα. Την μητέρα του δεν θα την ξαναδεί πεθαίνει το 1815, ενώ στα 1812 χάνονται τα ίχνη του πατέρα του και τα παιδιά θα παραμείνουν μόνα. Το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα του βίου του τον συναντάμε εγκατεστημένο στο εξωτερικό όπου θα συνάψει δύο γάμους. Ο δεύτερος στην Αγγλία, όπου θα αποκτήσει ένα κοριτσάκι.  Πριν καλά-καλά απολαύσει τις χαρές του οικογενειακού βίου χάνει την γυναίκα και το παιδί του. Μαυροφορείται, γίνεται απόκοσμος, σκεπτικός, ευερέθιστος ενώ κλονίζεται η υγεία του. Πριν κλείσει τα 30 επισκεπτόμενος την Ιταλία θα μυηθεί στον Καρμποναρισμό. Επισκέπτεται την Ελβετία όπου θα τυπώσει την πρώτη του συλλογή με 10 Ωδές του, το βιβλίο έχει τίτλο «Η Λύρα». Η Ελληνική Επανάσταση τον βρίσκει εγκατεστημένο στην Γαλλία, στο Παρίσι (1826) εκεί θα κυκλοφορήσει ακόμα 10 Ωδές του με τίτλο «Λυρικά». Έκτοτε θα ασχοληθεί μόνο με τον πεζό λόγο και θα γράψει και θα δημοσιεύσει μόνο στα Ιταλικά. Στα 1852 τον βρίσκουμε εγκατεστημένο στην Αγγλία και μαζί με την δεύτερη σύζυγό του διευθύνουν ένα παρθεναγωγείο. Μεταφράζει βιβλία για την Αγγλικανική Εκκλησία. Στην περιοχή του Louth θα αφήσει την τελευταία του πνοή. Σχεδόν έναν αιώνα μετά, το 1960, γίνεται η μετακομιδή των οστών του μαζί με της γυναίκας του από το κοιμητήριο του Louth που αναπαύονταν στην πατρίδα του την Ζάκυνθο, δίπλα στον τάφο του Διονυσίου Σολωμού. Στην αιωνιότητα του χρόνου των νέων τους χωμάτων θα αρχίσουν οι δύο μεγάλες μοναχικές μορφές της επτανησιακής ποιητικής παράδοσης την συνομιλίας τους που δεν είχαν αρχίσει όσο βρίσκονταν εν ζωή. Το διάστημα της εγκατάστασής του στο εξωτερικό (1812) ο νεαρός ποιητής Ανδρέας Κάλβος θα συναντήσει και θα γνωρίσει τον ιταλό γνωστό ποιητή Ούγο Φώσκολο με καταγωγή από την Ζάκυνθο και θα γίνει γραμματέας του για μεγάλο διάστημα. Κάτω από την δική του ποιητική σκιά ο Κάλβος θα γράψει στην Ιταλική γλώσσα λυρικά ποιήματα, τραγωδίες και μελέτες. Ο Ανδρέας Κάλβος παρέμεινε ένας αρχαϊστής ποιητής, και ακόμα και στις μέρες μας αποτελεί για πολλούς ένα ποιητικό αίνιγμα, αν και η Ομιλία στην αίθουσα του «Παρνασσού» του Κωστή Παλαμά για την ποίησή του στάθηκε η αφορμή να τον γνωρίσουν οι πνευματικοί κύκλοι των Αθηνών. Εξακολουθούμε όμως και σήμερα, στους θυελλώδεις καιρούς και ταραγμένους πολεμικά περιόδους που διανύουμε, αν αυτή η ελληνότροπος με την αμίλητη γλώσσα ποίηση που έχει γραφεί, αυτές οι 20 Ωδές που υφάνθηκαν πάνω στην κορύφωση της ελληνικής επανάστασης και τον ξεσηκωμό των Ελλήνων ενάντια των Οθωμανών, μα και το υπόλοιπο έργο που μας κληροδότησε έχει ερευνηθεί και σχολιαστεί τελεσίδικα, αποτελεί ερευνητική ενασχόληση μόνο για τους πανεπιστημιακούς και εκπαιδευτικούς κύκλους, ή μας αφορά όλους μας και ιδιαίτερα τους σύγχρονους ασχολούμενους με την ποίηση και των δύο φύλων; Τρείς πανεπιστημιακοί καθηγητές, ερευνητές και συγγραφείς, ο Γιώργος Ανδρειωμένος, ο Μιχάλης Μερακλής και ο Νάσος Βαγενάς (για να μείνω σε ενδεικτικά ονόματα) ασχολήθηκαν με σεβασμό και αγάπη μαζί του, ερεύνησαν εξονυχιστικά το έργο και την πορεία του. Δημοσίευσαν την Βιοεργογραφία του, εξέτασαν λεπτομερειακώς τις 20 Ωδές του, αναστήλωσαν άλλες του εργασίες που γνωρίζουμε. Μπορούμε να αναρωτηθούμε-ας το επαναλάβουμε- αν είναι επίκαιρη σήμερα για τον έλληνα αναγνώστη η Πινδαρικής χροιάς γλώσσα του; ή είναι ανεπίκαιρη αναφορά;  (Το ίδιο θα τολμούσαμε να αναρωτηθούμε και για τους καθαρευουσιάνους και τους άλλους αρχαίστές- κλασικιστές έλληνες ποιητές της προ- Παλαμικής περιόδου). Μπορεί να συγκινήσει το άκρως προσωπικό Πινδαρικό του ύφος έναν σημερινό έλληνα νέο ακούγοντας ή διδασκόμενος τον ποιητικό του λόγο; Του λέει τίποτα ηχητικά, σαν άκουσμα η ποιητική του φωνή ή την προσπερνά αδιάφορα σαν μία ακόμα ελληνική παρουσία στην ιστορική διαδρομή της ελληνικής γραμματεία περιοριζόμενος σε ποιητικά θραύσματά της; Αφήνει επιγόνους η γραφή του και η προσωπική του μυθολογία, το ιδεαλιστικό για την Ελλάδα ιστορικό του όραμα; Ποια ακριβώς στοιχεία της ποίησής του ήταν εκείνα που κέντρισαν το ενδιαφέρον του μεγάλου δημοτικιστή Κωστή Παλαμά, και τυχαία ανακαλύπτοντας το βιβλίο με τα ποιήματά του τον ώθησαν να το αγοράσει και να μιλήσει σε εμάς για αυτό, προσφέροντάς του την αξία που του όφειλαν τα ελληνικά γράμματα στον μέλλοντα χρόνο; Σαν ποιητή ή σαν άτομο τον είδε ο Κωστής Παλαμάς. Είναι οι θέσεις και οι απόψεις του έλληνα φιλοσόφου και πολιτικού Κωνσταντίνου Τσάτσου για τον Ανδρέα Κάλβο το σύστημα ιδεαλιστικών ιδεών του και του κόσμου του ή μήπως εξυπηρετούν «άθελά τους» την επίσημη ελληνική κρατική πολιτιστική εθνική ιδεολογία; Πόσο ερεθίζει ακόμα την φαντασία μας η έλλειψη της μορφής του (δεν έχει διασωθεί μία εικόνα του) η επιθυμία του να συνδέει μέσα στην ποίησή του την παγανιστική αρχαιότητα με την σύγχρονή του χριστιανική;  Ποιάς δογματικής χριστιανικής εκδοχής είναι τα σύμβολά του; Ποιάς αρχαίας ελληνικής περιόδου είναι τα κλέη των κλασικών οραμάτων του; Ο Ανδρέας Κάλβος είχε την «λανθασμένη» και φαντασιακή εκτίμηση της Εικόνας για την Ελλάδα των χρόνων του όπως οι ξένοι φιλέλληνες περιηγητές και ταξιδιώτες,-την ονειρευόντουσαν από το εξωτερικό- ενώ η ιστορική της πραγματικότητα ήταν διαφορετική; Ας φέρουμε στην σκέψη μας τις εμφύλιες διαμάχες, τις δύο περιόδους της Βασιλείας, τις Δίκες των Αγωνιστών, την φτώχεια και την οικονομική εξαθλίωση, κατάντια πολλών εξ αυτών, την δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια κλπ.

Ο ποιητής Ανδρέας Κάλβος στάθηκε μόνος με την ιδιοτυπία της φωνής του, τους εθνικούς του οραματισμούς ανάμεσα στους ποιητές του καιρού του, ακόμα και στους πνευματικούς κύκλους της Ζακύνθου δεν ήταν και τόσο αποδεκτός, ένας κλασικιστής δάσκαλος που φιλοδοξούσε να ασχοληθεί με την λογοτεχνία, ένας βιοπαλαιστής δάσκαλος εργαζόμενος για την οικογένειά του.  Ήταν έλληνας ποιητής ή ξενομερίτης, και ποιοι στην εποχή του μιλούσαν την γλώσσα που εκείνος έγραφε τις Ωδές του, συναντάμε συγγενικά γλωσσικά στοιχεία, εκφράσεις και λέξεις παρόμοιου ύφους και σε άλλους έλληνες ποιητές; Ερωτήματα ενδέχεται άκαιρα, ίσως οφείλουμε όσοι αγαπάμε την ποίηση να χαιρόμαστε αυτόν τον φωτόλουστο ποιητικό λόγο, μία φωνή περί ελληνικού θανάτου «ακαταπαύστως» και Θείας Δικαιοσύνης, αφουγκραζόμενοι τον ρυθμό και την μουσική του Κόσμου δίχως σχολιασμούς και ερωτήματα. Ίσως;

          ΚΑΛΒΟΣ

          Ι

Κρύβουν τα σύννεφα το πρόσωπο των άστρων,

το στήθος της Ανδρομέδας και της Παρθένου.

Από το ρήγμα της ψυχής σου βγαίνουν

λευκά φαντάσματα της Αρετής. Και στο άσπρο

 

χαρτί όπου οργισμένος πελεκάς τον θρόνο

της Δικαιοσύνης, με αδαμάντινο στέμμα,

πέφτουν αχνίζοντας σταγόνες από το αίμα

ωμών τυράννων δολιοφρόνων.

 

Έτσι χτυπούσες, με πάθος, με μανία,

όλη τη νύχτα, μα τα σκυλιά δεν σωπαίναν

(σαν να σε βλέπω στεφανωμένο εμπρός μου)

 

για ν’ ακουστεί επιτέλους η αρμονία

-πάνω από ανάκτορα πυρπολημένα-

των ουρανών, η μουσική των κόσμων.

………………….

Νάσος Βαγενάς από τη συλλογή «Στη νήσο των Μακάρων».

          Για έναν έλληνα ποιητή ο οποίος μάλλον, απαρνήθηκε τα ανθηρά λιβάδια της ζωής για τα ουράνια. Το ελληνικό φωτεινό πένθος στον αντίποδα του σκοτεινού πένθους του Έντγκαρ Άλαν Πόε.

          Ο Γιώργος Θέμελης γεννήθηκε στην Σάμο στην κόψη της αρχής του προηγούμενου αιώνα 23/8/1900 και έφυγε από κοντά μας στην Θεσσαλονίκη δύο χρόνια μετά την μεταπολίτευση, 17/4/1976 Σάββατο του Λαζάρου. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε ως καθηγητής στην δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση. Κόρη του είναι η συγγραφέας Ελένη Κιτσοπούλου Θέμελη. Ο Γιώργος Θέμελης ασχολήθηκε με διάφορα είδη του γραπτού λόγου, ως ποιητής, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Τα βιβλία του αριθμούν αρκετούς τίτλους. Στην συγγραφική του διαδρομή χρησιμοποίησε τα ψευδώνυμα Γ. Αστερίου και Δ. Λογοθέτης. Τιμήθηκε δύο φορές με το Β΄ Βραβείο ποίησης το 1956 και με το Α΄ πρώτο Βραβείο έξι χρόνια μετά, το 1962. Βραβεύτηκε επίσης και από τον  Δήμο Θεσσαλονίκης το 1960. Η βιβλιογραφία για το έργο του είναι αρκετά μεγάλη. Πέρα από την ποίησή του σημαντικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα κατά καιρούς δοκίμιά του που έγραψε για διάφορα πρόσωπα της ελληνικής λογοτεχνίας και για την σημασία και λειτουργία της Ποίησης. Βλέπε ενδεικτικά: «Η Νεώτερή ποίησή μας. Πρώτος και Δεύτερος κύκλος», εκδ. Γεωργίου Φέξη, Αθήνα 1963. «Η Έσχατη Κρίση» από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, Αθήνα 1964, όπου περιλαμβάνεται το κείμενό του «Ανδρέας Κάλβος ή τα πτερά της ψυχής», σ. 57-69. «Η Νεώτερη Ποίησή μας» Γενικές Απόψεις ΙΙ, εκδ. Βάκων, Αθήνα 1967. Και δύο τίτλοι των εκδόσεων Κωνσταντινίδη από τη Θεσσαλονίκη. «Η διδασκαλία των νέων ελληνικών. Το πρόβλημα της ερμηνείας» 1969 και «Ένας μονόλογος για την ποίηση» Πορεία προσανατολισμού προς το Άγαλμα, 1975.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

17/4/2026

ΥΓ. Ερωτήματα όταν «η ανάγκη γίνεται Ιστορία»: Καλέ μου Κύριε, έφυγες και πήρες μαζί σου όλη την Ουράνια Δόξα και άφησες πίσω σου τόση μα τόση επίγεια ανθρώπινη Λόξα.      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου