Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

Για τον Ανδρέα Κάλβο Ιωαννίδη

 

Περιοδικό ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Τεύχος 67-68/4,5,1992. Έτος 14ο , Περίοδος Γ΄. (Ν. 17 και εφεξής). Τόμος 9ος (Ν. 66 και εφεξής)

Ιδιοκτησία και έκδοση: Κώστας Μαυρουδής

Ευθύνη και επιμέλεια ύλης: Τάσος Γουδέλης, Φλώρα Βασιλειάδου.

Διορθώσεις έκανε ο Antonio Gangi.

Εξώφυλλο: Οδυσσέας Ελύτης: Σχέδιο για ένα πορτραίτο του Κάλβου

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Ανδρέας Κάλβος Ιωαννίδης

Οι μικρές διαφορές ορθογραφίας και τονισμού ορισμένων λέξεων των Ωδών, οφείλονται στις ανόμοιες εκδόσεις που χρησιμοποίησαν οι συγγραφείς του τεύχους.

Αφιέρωμα στον Ανδρέα Κάλβο με την ενίσχυση της NEOSET και του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ Σελίδες 208. Τιμή Δραχμές 1000

-Λόγος για το Αφιέρωμα, 4

Η Συμπλήρωση 200 ετών (1792-1992) από τη γέννηση του ποιητή Ανδρέα Κάλβου προσφέρει την κατάλληλη επετειακή αφορμή για να διερωτηθούμε γύρω από την αισθητική επικαιρότητα. Ο Κάλβος, ιδιαίτερη μορφή των νεοελληνικών γραμμάτων, περιβλήθηκε  την αίγλη ενός λογοτεχνικού και φιλολογικού μύθου, ο οποίος εξακολουθεί έως σήμερα για ποικίλους λόγους να συντηρεί ακέραιο το ενδιαφέρον μας. Συστατικά στοιχεία αυτού του μύθου: η απομονωμένη, περιθωριακή σχεδόν, παρουσία του Κάλβου στο φυσικό χώρο αποδοχής του, το λογοτεχνικό περιβάλλον της Επτανήσου’ η πρώιμη εγκατάλειψη του ποιητικού στίβου’ η πραγματική ή έστω θρυλούμενη όψιμη αναγνώρισή του’ ακόμη η νεώτερη προβολή του ως ενός αφανούς προγόνου της υπερρεαλιστικής γραφής’ κυρίως, όμως, το εναγώνιο και διαρκώς ανοικτό ερώτημα της κριτικής αν ο Κάλβος ήταν «μεγάλος» ποιητής συνειδητά ή ερήμην των προθέσεών του. Μήπως ο χρόνος και η αλλαγή των όρων αισθητικής αποτίμησης της ποίησης, ανέδειξαν σε καλλιτεχνική αξία το παράδοξο γλωσσικό κράμα του Κάλβου; Μήπως μιά παράξενη συγκυρία της τύχης έδωσε το χρίσμα της ποίησης σε έναν ιταλοθρεμμένο Έλληνα, πρώην επίδοξο ιταλόγλωσσο ποιητή; Και, αλήθεια, πόσο και πώς μπορεί να ηχήσει σήμερα, σε μιάν εποχή χαμηλών τόνων, η ηρωική υψιπέτεια του στρατευμένου Κάλβου;

          Ήδη η μοντέρνα ποίηση, μέσω των γνωστών στίχων του Καρυωτάκη είχε καλοπροαίρετα παρωδήσει τους υπερθετικούς τόνους, την υπαρξιακή αισιοδοξία του οποιουδήποτε ανθρώπινου αγώνα, την σημασία των «μεγάλων ιδεών» στο έργο του Κάλβου. Μήπως όμως η διάθεση του Καρυωτάκη πρέπει να κριθεί εκ των υστέρων ως υπερβολική; Μπορεί να αμφισβητηθεί η Καλβική ποίηση υπό αντιηρωική σκοπιά, (όχι μόνο της οπτικής του Καρυωτάκη αλλά και της σύγχρονης μετά-μοντέρνας), ενώ με ένα, τουλάχιστον, μέρος της προσφέρει κάτι εντελώς ιδιαίτερο στα ελληνικά γράμματα: την μεταμόρφωση των ιδεών και της ιδεολογικής εμμονής σε αιφνιδιαστικό ποιητικό γεγονός;

          Αυτά τα αντιφατικά και αλληλοσυγκρουόμενα ερωτήματα που τίθενται σε κάθε ψύχραιμο αναγνώστη της Καλβικής ποιήσεως, αποδεικνύουν, αν μη τί άλλο, την διαχρονικότητα της τελευταίας. Την ικανότητά της να μένει αναφομοίωτη, τελικά σε εκκρεμότητα, σε απόσταση ασφαλείας από κάθε βιαστική αποτίμηση.

-ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ Α.ΚΑΛΒΟ, 5-11

Σημείωση: Περιλαμβάνει απόψεις των:- Μαρίνος Σιγούρος: «Κάλβος, Φώσκολος, Σολωμός», Ν. Εστία, Σεπτ. 1960.- Δε Βιάζης Παναθήναια 1911.- Γ. Ζώρας: «Ανδρέας Κάλβος» Ν. Εστία, Σεπτ. 1960. –Μαρίνος Σιγούρος: «Κάλβος, Φώσκολος, Σολωμός», Ν. Εστία, Δεκ. 1960.- Κωστής Παλαμάς: «Κάλβος ο Ζακύνθιος», Πρώτα Κριτικά, 1888. – Γ. Σεφέρης, «Πρόλογος στη Λύρα».- Λίνος Πολίτης, «Αντιθέσεις στον Κάλβο», Η Καθημερινή 5.6.1960. –Γιάννης Μ. Αποστολάκης: «Οι εικόνες του Κάλβου», Ν. Εστία, Σεπτ. 1960. – Κωνσταντίνος Τσάτσος: «Κάλβος, ποιητής της ιδέας», Ν. Εστία, Δεκ. 1946.- Οδυσσέας Ελύτης: «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Α. Κάλβου» Ν. Εστία, Δεκ. 1946.- Κ. Θ. Δημαράς: «Οι πηγές της έμπνευσης του Κάλβου» Ν. Εστία, Σεπτ. 1960. - Νίκος Π. Ανδριώτης: «Η γλώσσα του Κάλβου», Ν. Εστία, Δεκ. 1946.- Νίκος Καρούζος, ραδιοφωνική εκπομπή του Γ΄ προγράμματος, 1983]

Μας εξομολογείται ο ποιητής Νίκος Καρούζος: «Είχα κάνει κάποτε ένα τεστ, άς το ονομάσω έτσι, με τον Κάλβο, και είχα πάρει μερικές του ωδές και βέβαια σεβόμενος απόλυτα την νοηματική αλληλουχία της ευθύγραμμης λογικής που επικρατεί εκεί περιέκοπτα στροφές που μου εφαίνονταν φλύαρες. Επαναλαμβάνω, χωρίς να ασεβώ στη γενική νοηματική αλληλουχία. Όταν ολοκλήρωσα την εργασία μου το έδειξα σ’ ένα φίλο μου ο οποίος ενθουσιάστηκε και μου λέει «μα είναι τελειοποίηση του Κάλβου, είναι καταπληκτικό, να το δημοσιεύσεις». Αλλά δεν το έπραξα γιατί θεωρώ ασέβεια αυτού του είδους τους πειραματισμούς να τους φέρει κανείς στη δημοσιότητα.»

Σημείωση: Η ποιητική ευσυνειδησία του ποιητή Νίκου Καρούζου που, το σώμα της ποίησής του βρίσκεται στον αντίποδα της φωταγωγημένης ποίησης του Οδυσσέα Ελύτη. Άραγε, τι οφείλει ο Καρούζος στον Ανδρέα Κάλβο; Πάντως οι πειραματισμοί του θα μπορούσαν να εφαρμοστούν και στην ωκεάνεια ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, αν πειραματικά αποπειραθούμε να αλλάξουμε στίχους του ή τους μεταφέρουμε από την μία συλλογή σε μία άλλη, ούτε η νοηματική της αλληλουχία θα αλλάξει αλλά ούτε και η αξία του μηνύματός των ποιημάτων. Άσε που αναγνώστης δεν θα πάρει χαμπάρι. Κάνω λάθος; Όσο για την «αναρχίζουσα» γλώσσα του Κάλβου με τα «θανάσιμα ελαττώματά της» μας μιλά το απόσπασμα του Ν. Π. Ανδριώτη. Που αν προστεθεί με τις απόψεις του Π. Βλαστού και του Σ. Αποστολάκη και άλλων στέκονται στην μία πλευρά της ζυγαριάς αποδοχής του Κάλβου και στο άλλο θέτουμε τον πεζογράφο «μακαρίτη Μιχαήλ Μητσάκη»

-Χρονολόγιο, 12-13

-Παναγή Αλιπράντη. Προδρομική ανακοίνωση. Άγνωστα και ανέκδοτα τετράδια των παραδόσεων Φιλοσοφίας του Ανδρέα Κάλβου στην Ιόνιο Ακαδημία του έτους 1840-41., 14-26.

-Μάθημα ΛΖ΄, 27-36 [ σ.325. «Πρέπει να παρατηρήσωμεν ότι τα…».- Περί μεγέθους ή ύψους.-Το ύψος εις το ύφος.- Μάθημα ΛΗ΄.- Περί ωραιότητος. –Σημειώσεις για το «Δ»: Νικόλας Α. Σεβαστάκης]

-Γιάννης Δάλλας, Η δυναμική του επιθέτου στις ωδές του Κάλβου, 38-48

Σημείωση: Το κείμενο του ποιητή και κριτικού, εκδότη και επιμελητή Γιάννη Δάλλα που μας κληροδότησε μία νέα έκδοση των Ωδών του Α. Κάλβου, στις τέσσερεις ενότητές του, από την έναρξή του δηλώνει την ταυτότητα της οπτικής του ματιάς. Γράφει: «Το ύφος του Κάλβου στηρίζεται εμφανέστατα στην υπεροχή και την πρωτοβουλία δύο εκφραστικών του οργάνων: του επιθέτου και της εικόνας. Η υπεροχή τους φαίνεται από την επιλογή και την συχνότητα αναφοράς τους και η πρωτοβουλία από την ποικιλία και την ιδιοτυπία της εκφοράς τους και προπαντός από την τεχνική της διαπλοκής τους με άλλα εκφραστικά στοιχεία και τη συμβολή τους, έτσι σ’ όλη τη δομή του ποιήματος….» Ο Γιάννης Δάλλας προσδιορίζει τον αριθμό των επιθέτων στα 500 ενώ των ουσιαστικών περί τα 450.  Και πράγματι τα Επίθετα του Κάλβου είναι οι φανεροί ή κρυφοί φωτισμοί που φωταγωγούν είτε τον εξωτερικό διάκοσμο της ποίησής του είτε τις εσωτερικές αναφορικές του εικόνες που σχηματίζει μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό ή ηρωικό ή μυθολογικό πλαίσιο. Οι λέξεις που συναντάμε στον Κάλβο χρειάζονται όχι τόσο γραμματικών κανόνων σωστής διατύπωσης όσο ειδικό ερμηνευτικό λεξικό μια και δεν είναι ετερόφωτες αλλά αυτόφωτες δημιουργημένες από τον ίδιο τον ποιητή.

-Νάσος Βαγενάς, Ο ποιητής ως κριτικός*. Ο Αλέξανδρος Σούτσος, ο Παλαμάς και η ποίηση του Κάλβου, 50-74.

*Διάλεξη που δόθηκε στο Ίδρυμα Γουλανδρή- Χόρν στις 13.2.1989

   Ο Κάλβος και ο Σολωμός ωδοποιοί μεγάλοι,

   Κ’ οι δύο παρημέλησαν της γλώσσης μας τα

   κάλλη’

   Ιδέαι όμως πλούσιαι πτωχά ενδεδυμέναι

   Δεν είναι δι’ αιώνιον ζωήν προωρισμέναι (1)

Αντιγράφουμε:

«Από τους λίγους στίχους των Αθηναίων ρομαντικών που έχουν απομείνει στη μνήμη των μεταγενεστέρων, το παραπάνω τετράστιχο του Αλέξανδρου Σούτσου είναι ίσως το πιό βαθιά εγγεγραμμένο. Όπως και οι υπόλοιποι στίχοι των ποιητών αυτών, το τετράστιχο έχει διασωθεί για λόγους αντίθετους από εκείνους για τους οποίους συνήθως επιβίωνει ένα ποίημα: όχι για την καλλιτεχνική του ποιότητα αλλά για την καλλιτεχνική του έλλειψη. Αυτός είναι ο λόγος που οι στίχοι των ρομαντικών μας μνημονεύονται σήμερα με χιουμοριστική ή περιπαιχτική διάθεση’ ως ποιήματα δίχως ποίηση, απλή στιχοποιϊα ελαττωματικής κατασκευής, κυρίως εξ αιτίας της γλώσσας τους.

        Το τετράστιχο του Σούτσου μνημονεύεται συχνότερα απ’ ό,τι οι στίχοι των άλλων Αθηναίων ρομαντικών και για έναν άλλο λόγο: ως κείμενο μετά-ποιητικό’ στίχοι που το περιεχόμενό τους αναφέρεται στην ίδια την ποίηση, όμως με μιά διπλή, θα έλεγε κανείς, μεταποιητικότητα. Γιατί περιέχουν και μιάν ειρωνική αντιστροφή, μιάν ακούσια αυτοαναφορά, που αποτελεί και την ιδιαιτερότητά τους. Η φυσιογνωμία τους συντίθεται από τα ίδια τα υλικά που ο Σούτσος ανακαλύπτει στους στίχους των ποιητών τους οποίους αναφέρει. Ο χρόνος έδειξε ότι πτωχικά ενδεδυμένες είναι οι ποιητικές ιδέες όχι του Σολωμού και του Κάλβου αλλά των Σούτσων και των οπαδών τους. Το τετράστιχο διαβάζεται λοιπόν ως μιά αποτυχημένη κριτική διαπίστωση- δεν πρέπει, άλλωστε, να ξεχνάμε ότι το ποίημα στο οποίο ανήκει, η «Επιστολή προς την Α. Μ. τον Βασιλέα της Ελλάδος Όθωνα», έχει χαρακτηριστεί «έμμετρος Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» (2). Και η αστοχία της διαπίστωσης θεωρείται ακόμη μεγαλύτερη από το γεγονός ότι οι περισσότεροι διακρίνουν σ’ αυτήν μιά σκωπτική διάθεση. Οι στίχοι χαρακτηρίζονται συχνά ειρωνικοί, σκωπτικοί, περιφρονητικοί κάποτε και σατιρικοί (έχουν, ακόμη, θεωρηθεί και χλευαστικοί), δείγματα αποτυχημένης ειρωνείας ή σάτιρας που η ενέργειά της επιστρέφει στον εαυτό της (3).

Και όμως. Αν διαβάσουμε το τετράστιχο προσεχτικά μέσα στο πλαίσιο του ποιήματος, και το ποίημα προσεχτικά μέσα στο πλαίσιο της εποχής του, θα διαπιστώσουμε ότι ούτε η διάθεση του Σούτσου είναι ειρωνική (ο τόνος του είναι απολύτως σοβαρός) ούτε η κρίση του αποτυχημένη. Απεναντίας: αφήνοντας κατά μέρος την αναφορά στον Σολωμό, για το ποιητικό ανάστημα του οποίου κανείς σχεδόν στην ελευθερωμένη Ελλάδα δεν εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις, η άποψη ότι ο Κάλβος είναι μεγάλος ποιητής αποτελεί για την εποχή που διατυπώνεται (1833) μια σπουδαία κριτική διαπίστωση. Ο Αλέξανδρος Σούτσος είναι ο μόνος στη ρομαντική Ελλάδα, που όχι μόνο ανακαλύπτει την αξία της καλβικής ποίησης αλλά και προσδιορίζει το μέγεθός της, πενήντα έξι χρόνια πρίν από την περίφημη διάλεξη του Παλαμά.

        Γιατί η ποίηση του Κάλβου έπειτα από τους ελληνικούς και γαλλικούς διθυράμβους που συνόδευσαν την εμφάνισή της (1824,1826), οι οποίοι φαίνονται να συνδέονται περισσότερο με τον ενθουσιασμό για την ελληνική επανάσταση (οι κρίσεις, άλλωστε, των Γάλλων στηρίζονται, κυρίως, στο μεταφρασμένο κείμενο, όχι στο πρωτότυπο) (4), παύει να συναντά την αμέριστη αποδοχή Γλωσσικά ανένταχτη, αντιμετωπίζει τη δυσπιστία και, ουσιαστικά, την αδιαφορία τόσο των ελλαδικών καθαρευουσιάνων όσο και των επτανήσιων δημοτικιστών, που μένουν προσκολλημένοι στη γλωσσική τους ορθοδοξία. Παρά το γεγονός ότι οι Ωδές, όπως έδειξε ο Γ. Θ. Ζώρας, δεν είχαν λησμονηθεί, οι αναφορές σ’ αυτές ως το 1889 είναι λίγες, και σε καμμιά η ποίηση του Κάλβου δεν χαρακτηρίζεται κορυφαία. (5). Η κρίση λοιπόν του Σούτσου αποτελεί μιά μοναχική εξαίρεση στην πριν από τον Παλαμά ασθενική καλβική φιλολογία, ένα κριτικό φαινόμενο που θ’ άξιζε να το μελετήσει κανείς’ όπως εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η μελέτη των λογοτεχνικών συνθηκών- ατομικών και συλλογικών- μέσα από τις οποίες εμφανίζεται η διάλεξη του Παλαμά. Οι συνθήκες αυτές παρουσιάζουν τόσες ομοιότητες με τις λογοτεχνικές συνθήκες της εποχής του τετράστιχου του Σούτσου, που δεν φαίνονται να είναι άσχετες με τις διαπιστώσεις των δύο ποιητών για την ποίηση του Κάλβου. Η περίπτωση του Παλαμά μπορεί να φωτίσει  την περίπτωση του Σούτσου και αμφότερες να μας βοηθήσουν να διακρίνουμε καλύτερα ορισμένες εσωτερικές πτυχές της λειτουργίας της λογοτεχνικής κριτικής.»

1., Αλέξανδρος Σούτσος, «Επιστολή προς την Α.Μ. τον Βασιλέα της Ελλάδος Όθωνα» Ποιήσεις νέαι των αδελφών Αλεξάνδρου και Παναγιώτου Σούτσων», Εν Ναυπλίω 1833, σ.5. Το ποίημα ξαναδημοσιεύτηκε τον ίδιο χρόνο στο βιβλίο του Αλ. Σούτσου Πανόραμα της Ελλάδος, Μέρος δεύτερον, Εν Ναυπλίω.

2., Γ. Θ. Ζώρας, Ο ελληνικός ρομαντισμός και οι Φαναριώτες. Κατά τις παραδόσεις του καθηγητού Γ. Θ. Ζώρα, επιμέλεια Μαρία Πάστη-Βενετσάνου, 1965, σ. 154’ πρβλ. Λίνος Πολίτης, Ποιητική ανθολογία βιβλίο τέταρτο, Αθήνα 1977, σ. 202’ Πάνος Μουλάς, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Αθήνα 1977, σ.503.

3., Από τις πολυάριθμες κρίσεις που θεωρούν το τετράστιχο εχθρικό προς τους δύο ποιητές αναφέρω μερικές χαρακτηριστικές: «να σε χλευάζουν, ως ο Α. Σούτσος ετόλμα να χλευάζη τον Σολωμόν» (Βαλαωρίτης: Βίος και έργα Βαλαωρίτου, τ. 1, Αθήναι 1907, σ.221)’ «στον Κάλβον δεν εγνώριζα ή από τους περιφρονητικούς στίχους του Σούτσου» (Δ. Κακλαμάνος, Εφημερίς, 18 Μαρτίου 1889)’ «το περίφημον τετράστιχον, του οποίου αγνοεί τις τί να πρωτοθαυμάση: την πεζότητα ή την κουφότητα;» (Παλαμάς, Άπαντα, τ. 2, σ.260)’ «το 1833 κι όλας ο Αλέξανδρος Σούτσος ξεσπαθώνει με την πρώτη ευκαιρία ενάντια στον Σολωμό» (Γ. Βαλέτας, Ο Σολωμός και οι Φαναριώτες, 1825-1891, Μυτιλήνη 1936, σ.6)’ «στα 1833 όπου και σατιρίζει τον Κάλβο και τον Σολωμό» (Δημήτρης Αγγελάτος, «Οι μετρικές απόψεις του Κάλβου και η μετάφραση των Ψαλμών του Δαβίδ (1834) από τον Ι. Πετριτζόπουλο» Περίπλους, τεύχος 7, φθινόπωρο 1985, σ.157). Από τους ελάχιστους που πιστεύουν ότι το τετράστιχο δεν είναι εχθρικό, αναφέρω τον Ηλία Βουτιερίδη (Ο Σολωμός κ’ οι Έλληνες, Α΄, Αθήνα 1937, σ.185) και τον Λίνο Πολίτη («Ο Σολωμός και οι σύγχρονοί του». Γύρω στον Σολωμό, Αθήνα 1985, σ. 277).

4., Πρβλ. Παλαμάς, «Κάλβος ο Ζακύνθιος» Άπαντα, τ.2, σ.42

5., Για την υποδοχή του Κάλβου ως το 1889 βλ. Γ. Θ. Ζώρας, «Ο Ανδρέας Κάλβος στις πρώτες κριτικές», Νέα Εστία 68 (1960) 107-138’ για την υποδοχή του Σολωμού: Βαλέτας, Βουτιερίδης, Πολίτης, ό,π.

Σημείωση: Το 24 σελίδων κείμενο του ποιητή και πανεπιστημιακού καθηγητή Νάσου Βαγενά, με τον μεστό και καθαρό του λόγο, την σαφήνεια της γραφής του, την προσεκτική και εξονυχιστική εξέταση των πρωτογενών πηγών και των συμπερασματικών του διατυπώσεων, είναι θεωρώ, ένας ασφαλής οδηγός για όσους ενδιαφέρονται για την ποίηση του Ανδρέα Κάλβου αλλά και στο πώς υποδέχτηκαν την ποίησή του, τόσο οι Ρομαντικοί ποιητές όσο και μεταγενέστερα, ο Κωστής Παλαμάς και η γενιά του και καταγράφηκε από τους ερευνητές και ιστορικούς της ελληνικής ποίησης. Ο Βαγενάς εξετάζει το γνωστό τετράστιχο του Αλέξανδρου Σούτσου τόσο στην αυτόνομη πρόθεσή του- εξισώνοντας την ποίηση του Κάλβου με αυτήν του Διονύσιου Σολωμού, ως ισόμοιρων «μεγάλων ωδοποιών»- όσο και πως το προσέλαβαν και το διαχειρίστηκαν (θετικά ή αρνητικά) οι μεταγενέστεροι στις δικές τους κρίσεις. Το εκτενές κείμενο (παλαιά του Ομιλία) συνοδεύεται με επίσης εκτενείς Σημειώσεις 59 τον αριθμό, σ. 70-74 πράγμα που μας δείχνει όχι μόνο την βαθειά και ουσιαστική τεκμηρίωση των συμπερασμάτων του και των προθέσεών του, το σταθερό και διαρκές ενδιαφέρον του για την ποίηση του Ανδρέα Κάλβου που ξεκινούν από τις πρώιμες μελέτες του (σημειώματα και σχόλια) στις αρχές της δεκαετίας του 1970, σε τόμους του περιοδικού «Παρνασσός», σε διάφορα άλλα λογοτεχνικά περιοδικά όπως πχ. στο τεύχος 71-72 /9,10, 1992 του «Δέντρου» «Παραμορφώσεις του Κάλβου» κλπ. Το 1992 με την ευκαιρία του εορτασμού των διακοσίων χρόνων από την γέννηση του ποιητή Καρμπονάρου, οι «Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης» κυκλοφορούν έναν τόμο 330 σελίδων σε επιμέλεια του Νάσου Βαγενά, «Εισαγωγή στην Ποίηση του Κάλβου», Ο τόμος περιλαμβάνει «Επιλογή κριτικών κειμένων» για τον Επτανήσιο ποιητή. Ανατυπώθηκε το 1999 με μικρή αλλαγή. Περιλαμβάνει κρίσεις των: Κωστή Παλαμά, Τέλλου Άγρα, Γιώργου Σεφέρη, Οδυσσέα Ελύτη, Κ. Θ. Δημαρά, Κώστα Στεργιόπουλου, Παναγιώτη Μουλλά, Γιάννη Δάλλα, Δημήτρη Τζιόβα και άλλων.

        Επέλεξα την αντιγραφή της αντιγραφής του τετράστιχου του Αλέξανδρου Σούτσου όπως το σχολιάζει και το διερευνά ο Βαγενάς, γιατί όπως οι ασχολούμενοι με την Καλβική ποίηση γνωρίζουν δεν μίλησαν όλοι θετικά για την ποίηση αυτή με την παράξενη αμίλητη γλώσσα. Όπως πχ. ο παλαιός καθηγητής του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και «φανατικός» υμνητής του Διονυσίου Σολωμού, ο Γιάννης Μ. Αποστολάκης. Ο Αποστολάκης το 1923 εκδίδει το βιβλίο του «Η Ποίηση στη ζωή μας». (Το βιβλίο ανατυπώθηκε το 1991 στην Θεσσαλονίκη από τις εκδόσεις «ΒΑΝΙΑΣ», σελίδες 348. Το τρίτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στον «ΣΟΛΩΜΟ». Τα δημοσιευμένα από τον Γ. Μ. Αποστολάκη για τον εθνικό μας ποιητή και την δημοτική μας παράδοση, είναι κάτι περισσότερο από υπερβολικά, όχι μόνο ως προς τον «ακραίο» τόνο του ύφους και των αξιολογήσεών του αλλά και στο γεγονός ότι απορρίπτει συλλήβδην μεγάλους μας ποιητές, από τον Κωστή Παλαμά και τον Ανδρέα Κάλβο, έως τον πειραιώτη Λάμπρο Πορφύρα, τον Ιάκωβο Πολυλά, τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και άλλους, που τους απορρίπτει παραβάλλοντάς τους με την ποίηση του Διονυσίου Σολωμού. Στην σελίδα 113 εξετάζοντας την ποίηση και τους ποιητές της εποχής αφιερώνει τις σελίδες 113,114, 116, μιλώντας μας τόσο απαξιωτικά και αρνητικά για τον Κάλβο. Γράφει: «Από την εποχή που ο Σούτσος έβαλε πλάϊ στο Σολωμό το συμπατριώτη του και λίγο μεγαλύτερο στα χρόνια Κάλβο, πολλοί βρέθηκαν να έχουν την ποιητικήν αντίληψη του Σούτσου. Στην εποχή μας πιά πολύ συχνά ακούς τα ονόματα των δύο να πηγαίνουν πλάϊ- πλάϊ χωρίς να γίνεται καμμιά διάκριση ανάμεσό τους, μ’ όλο που ο Κάλβος δεν είναι άξιος ούτε τον «ιμάντα των υποδημάτων» του Σολωμού να λύση….». Θέλοντας να αναρτήσω και ορισμένες αρνητικές κρίσεις για την ποίηση του Κάλβου, σκέφτηκα να αντιγράψω το τετράστιχο του Αλέξανδρου Σούτσου πρώτα (και ορθότερη επιλογή δεν θα μπορούσαμε να διαβάσουμε από το κείμενο του Ν. Βαγενά και κατόπιν να δημοσιεύσουμε τις αρνητικές κρίσεις του Γιάννη Μ. Αποστολάκη, όταν μάλιστα οι Καλβικές μελέτες του ποιητή της Γενιάς του 1970 συνεχίζονται μέχρι των ημερών μας.    

-Ευγένιος Αρανίτσης, Πώς πρέπει να διαβάζουμε τον Κάλβο, 76-83

Σημείωση: Διαβάζοντας το κείμενο του κριτικού και συγγραφέα κ. Ευγένιου Αρανίτση έχεις την αίσθηση ότι ο Κάλβος βρήκε θα λέγαμε κάπως σχηματικά «τον μάστορά του» τουλάχιστον όσον αφορά τις συμμετοχές σε αυτό το Αφιέρωμα. Πάντα μου άρεσαν τα δημοσιεύματα του Ευγένιου Αρανίτση όταν τα διάβαζα τόσο στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» όσο και σε άλλα έντυπα. Οι θέσεις που διατύπωνε για μεγάλες μορφές της ποίησής μας πάντα μου κέντριζαν το ενδιαφέρον. Οδυσσέας Ελύτης, Νίκος Καρούζος, Γιάννης Ρίτσος και τόσων άλλων αλλά ακόμα και η ειλικρίνεια της φωνής του όταν μας μιλούσε για ξένους ποιητές σύμβολα μιάς ολόκληρης ηπείρου και ποιητικού πολιτισμού όπως ο Ουώλτ Ουίτμαν. Ο Ευγένιος Αρανίτσης συνομιλεί με την ποίηση ενώ ταυτόχρονα εκφράζει και την θετική, την χλιαρή ή την αρνητική προτίμησή του. Δεν χαϊδεύει τα αυτιά όσο ψηλά και αν στέκεται ο δημιουργός στα μάτια και τα αυτιά των ειδικών της λογοτεχνίας και ημών των αναγνωστών. Ορισμένες ίσως φορές μπορεί να υπάρχουν ναρκισσιστικές αποχρώσεις στο λόγο του, αλλά στην ευρύτητά τους και στο βάθος τους είναι κείμενα σοβαρά, τεκμηριωμένα και προπάντων κοιτάζουν με αγάπη και σεβασμό τα έργα που εξετάζει. Η γραφή του Αρανίτση δεν είναι ακαδημαϊκή, δεν είναι λαβυρινθώδης και περίπλοκα σκοτεινή όπως άλλων σημαντικών βιβλιοκριτικών μας, οι  οποίοι εκφράζουν τις θεωρητικές τους θέσεις με αφορμή το βιβλίο που έχουνε μπροστά τους και όχι για το βιβλίο. Ο Αρανίτσης συνήθως θέτει ερωτήματα, είτε απαντάει σε αυτά είτε δεν μας ικανοποιεί η απάντηση που προτείνει. Όπως και νάχει δημιουργεί ένα πλέγμα κριτικών προσεγγίσεών του-έστω προσωπικής του ανάγνωσης που μπορεί όμως να υιοθετηθεί από τους αναγνώστες των δημοσιευμάτων του. Ο τίτλος της παρούσας συμμετοχής του μας προϊδεάζει για τον ερωτηματικό τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να εξετάσουμε το έργο του Ανδρέα Κάλβου. Και εύστοχα και έξυπνα ο κ. Ευγένιος Αρανίτσης αναρωτιέται πως θα εκλάμβανε τι αίσθηση θα δημιουργούσαν τα ποιήματα αυτά σε έναν νέο σε ηλικία μαθητή της πρώτης Λυκείου που θα έπιανε για πρώτη φορά στα χέρια του τις Ωδές του Κάλβου. Και, από εδώ και πέρα ξετυλίγει τις θέσεις του.

Αντιγράφουμε ενδεικτικά:

«Τι ένιωθε ο Κάλβος; Τι ένιωθε, ας πούμε, για τις γυναίκες, για τους φίλους, για τα ταξίδια και τα όνειρα; Ήταν ευερέθιστος, απόμακρος αλλά και παρορμητικός, υποφέροντας σίγουρα απ΄ το πλήγμα μιάς χαμένης οικογένειας, γεμάτος υπεροψία αλλά και ικανός να κλάψει για τη δυστυχία των άλλων, νοσταλγός αλλά και φυγάς, ένας άνθρωπος που η αυστηρότητά του υπήρξε η αυλαία ενός δράματος, ο όρμος κάποιας εσωτερικής τρικυμίας. Είναι εντυπωσιακό το ότι όλος αυτός ο αναβρασμός αποτυπώθηκε αποκλειστικά σ’ ένα πατριωτικό έργο, σε μία ποίηση που ξετυλιγόταν πάνω σε ερειπωμένες πόλεις και ναυάγια, πάνω σε εξεγερμένα πλήθη και τείχη που γκρεμίζονται  απ’ τις σάλπιγγες. Παρ’ όλο που αυτές οι φαντασίες παρουσιάζονται, φαινομενικά, σαν μία ισχυρή συναισθηματική φόρτιση, ο Κάλβος δεν ακούει ποτέ (δεν εκφράζει) την ανθρώπινη παρουσία που βασανίζεται σε αυτό το εχέμυθο Εσωτερικό: το μέσα έχει γίνει, αποκλειστικά, ο απαράβατος χώρος της φλογερής ανταπόκρισης στα ιδανικά του πατριώτη: ούτε έρωτας, ούτε ζωή, μόνο το πάθος της Ιδέας. Στα κενά διαστήματα του ύψους, σ’ αυτή τη διαρκή ιδεαλιστική επιθυμία για τις ερήμους του χρόνου και τους απότομους γκρεμούς, απ’ όπου έρχεται ο αχός του πολέμου, δεν ακούγεται τελικά τίποτα: ο Κάλβος είναι νεκρός μέσα στις ίδιες τις ωδές του. Αυτό εννοούσε ο Σεφέρης όταν έλεγε ότι «κατά βάθος είναι αμίλητος»……

Διαβάζουμε:

«Τί απομένει λοιπόν απ’ αυτό το έργο; Μένουν μονάχα κάποιες ρωγμές, κάποιοι απότομοι τριγμοί ενός κόσμου που πρόκειται από στιγμή σε στιγμή να τιναχτεί μέσα απ’ τις στάχτες του, χωρίς αυτό να συμβαίνει ποτέ. Κάθε ωδή είναι το σχεδιάγραμμα  μιάς επίκλησης, μιά προφητεία που δεν επαληθεύτηκε.»………

Διαβάζουμε:

«Έτσι τα ποιήματα μένουν μόνα τους: δεν αποτελούν το ηχείο του Κάλβου παρά μόνο της παραδοξότητάς του: είναι η απόληξη μιας εργασίας (τυραννικής; ευχάριστης;) που συντελέστηκε επίμονα στο σκοτάδι και στο όνομα κάποιου καθήκοντος.»………

Διαβάζουμε:
«…. Ο κόσμος, στον Κάλβο, ηχεί σαν κάτι το κούφιο που σε καλεί να το γεμίσεις βάζοντας τη δική σου ύπαρξη στο πηδάλιο αυτής της δίχως υποκείμενο ρητορείας….»

Τέλος Διαβάζουμε:
«Επομένως, διαβάζω τον Κάλβο σημαίνει δέχομαι να διαβάσω χωρίς να περιμένω τίποτα, και τότε ίσως βρεθώ στο κέντρο μιάς έλξης που τόσο ισχυρότερη θα είναι όσο λιγότερο θα μπορώ να την εξηγήσω. Ίσως αυτή να είναι η έλξη του θανάτου, η συγκίνηση που νιώθουμε αντικρίζοντας τα ερείπια ενός αρχαίου θεάτρου….».

Και ο «αστρολάβος» της εξέτασης του Ευγένιου Αρανίτση καταλήγει ότι: «ο Κάλβος είναι θέατρο δίχως ηθοποιούς’ σκόρπια φύλλα και πατημασιές που αφήνει ο ταξιδιώτης πάνω στην άμμο για να τα σβήσει το κύμα και ο αέρας….». 

-Βασίλης Βασιλικός*, Γλαύκος Θρασάκης- Ανδρέας Κάλβος, 86-92

*Το ανωτέρω κείμενο είναι απόσπασμα από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Βασίλη Βασιλικού

-Θανάσης Βαλτινός, Συνείδηση γλώσσας, 94

-Νίκος Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Υπεραισθητική γραμματική, 96-101

-Στέφανος Διαλησμάς, «Θέλει αρετήν και τόλμην…». Η καθημερινή επιβίωση του Κάλβου, 104-112

-Αλόη Σιδέρη, «Πρόφαντος λάμψις», 114-116

-Νικήτας Παρίσης, Εφτά σχέδια μικρών παραγράφων για τον ποιητή Ανδρέα Κάλβο, 118-121

 1

Απέχω από τον ποιητή Ανδρέα Κάλβο χρόνους πολλούς. Όμως ο ποιητής ταξιδεύει  μέσα στο χρόνο, έτη διακόσα και με ανταμώνει. Πιό πολύ σε ώρες κενού’ κυρίως, όταν καθημαγμένος, τριμμένος σαν ξερό χόρτο, μένω σχεδόν ανυπόστατος. Τότε «φθάνουσιν εδώ όπου κάθομαι, μουσικά κομμάτια» από την ποίησή του

        Συνηθισμένος σε άλλες γεύσεις λέξεων, κάθε φορά που το γύρισμα των καιρών αναζητάει γενναία ρήματα, η συνάντηση με τον ποιητή Ανδρέα Κάλβο μοιάζει μιά παλινόρθωση πραγμάτων που χάθηκαν οριστικά. Έτσι βεβαιώνω μέσα μου, στο κλειστό κύκλωμα του προσωπικού συναισθήματος, ότι ο γέροντας της ποίησής μας στέκει δίπλα μας, εύρωστο νερό για μαραγκιασμένες ψυχές.

         2

-Στα 1936 ο Γ. Σεφέρης, 36 μόλις χρονών, στην κλειστή Κορυτσά, τριγυρισμένος από μελανιασμένους κάμπους, κατέγραψε στο χαρτί τις «Απορίες διαβάζοντας τον Κάλβο».

-Στα 1943 ο Οδυσσέας Ελύτης, 32 μόλις ετών, τριγυρισμένος από τη μαύρη νύχτα της Κατοχής, κατέγραφε στο χαρτί τη «λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου».

-Δύο Έλληνες ποιητές, στα πρώτα τους σχεδόν βήματα και πρίν ακόμη το έργο τους διαγράφει τη μείζονα τροχιά του, σπουδάζουν στην κλειστή μοναξιά τους την ποιητική γλώσσα του Ανδρέα Κάλβου. Πιό στοχαστικά και μάλλον απορηματικά ο πρώτος’ ο δεύτερος, όχι τόσο ορθολογιστικά, αλλά πάντως με στέρεο ενθουσιασμό.

-Ποιό είναι το αξιοπρόσεκτο σ’ αυτό το μάλλον διαφορετικό αντίκρισμα; Μάλλον κάτι το απλό αλλά ταυτόχρονα και το πολύ ουσιώδες: δύο Έλληνες ποιητές, με εντελώς διαφορετική ποιητική ιδιοσυγκρασία, «ανταμώνουν», σε διαφορετικούς βέβαια χρόνους, ανιχνευτικά πάνω στις καλβικές ωδές. Το ουσιώδες είναι ότι και οι δύο πραγματώνουν την αναγνωστική τους συνάντηση με τον ποιητή Ανδρέα Κάλβο σε ώρες αφόρητα κλειστές και συμπιεσμένες. Αυτό το τελευταίο δεν σημαίνει πολλά;

         3

-Τον Μάρτιο του 1960 μας ξάφνιασε το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη. Στο ξεκίνημα μιάς καινούργιας δεκαετίας, καθώς ακόμα μέναν ανοιχτές οι πληγές από την προηγούμενη, που σάρωσε την αμίλητη εφηβεία μας, γευόμασταν την ποίηση της μεγάλης ανάσας. Ποίηση που μας γύριζε πίσω, στον πόνο και στο μεγαλείο της ιστορικής μνήμης. Μας έκανε όμως εμάς τους οξειδωμένους από τόσους καημούς και με τη σκόνη αιώνων στα μάτια, να βλέπουμε μπροστά μας σχεδόν ζωντανό το μεγάλο όραμα του ποιητή.

-Αυτή η ποίηση χώνευε μέσα της πολλές φωνές’ άκουγες μέσα της, καθώς την αφουγκραζόσουν, τρόπους και ρυθμούς από παλιούς καιρούς’ κι όμως, έμοιαζε τόσο φρέσκια και νεανική. Παρών στο μεγάλο ποίημα και ο Ανδρέας Κάλβος. Τον ψηλαφούσες στην πάνω όψη των στίχων. Τον ανίχνευες και τον άκουγες, φωνή που ζούσε μέσα σε άλλη φωνή.

-Κι όταν τέλειωσε η πρώτη και η δεύτερη και οι άλλες οι πολλές αναγνώσεις, στου «μυαλού τα αυλάκια» σκάλωσαν πολλά. Κι ανάμεσά τους εκείνο το κοινό: ο ποιητής Ανδρέα Κάλβος «ζει» μέσα στην απέραντη μοναξιά του. Μόνος και μοναχικός, χωρίς μαθητές, χωρίς δική του ποιητική σχολή’ αρχή και τέλος ο ίδιος, του εαυτού του.

-Ξαναγύρισα στο ποίημα του Ελύτη που διέψευδε πανηγυρικά όλα τα προηγούμενα.

         4

-Στα 1970 σέρναμε τα ελεεινά μας εικοσιτετράωρα στις δυτικές συνοικίες του Πειραιά. Άνοιξη πρώιμη, μαρτιάτικη, χωρίς όμως μέσα μας μιά εαρινή πνοή. Άπνοια και ξηρασία στις ψυχές μας. Μας είχαν αποξηράνει τα τρία πρώτα χρόνια της μεγάλης νύχτας που σκέπαζε τότε την Ελλάδα.

-Χαμηλά σπίτια και σκονισμένοι δρόμοι. Βάδιζα σκυφτός. Πήγαινα σχολείο. Στις 08.30 βρισκόμουν στην τάξη. Άνοιξα το βιβλίο και διάβασα στα παιδιά.

Αυγεριναί του ηλίου

ακτίνες τι προβαίνετε;

τάχα αγαπάει ‘να βλέπη

έργα ληστών το μάτι

           των ουρανίων;

-Τα κοίταξα στα μάτια. Η Μαρία έκλαιγε. Ο ποιητής Ανδρέας Κάλβος μας ξύπναγε από τον τρίχρονο λήθαργο. Ζωντανός, ακέραιος και αμίλητος καθόταν δίπλα μας. Μας κοίταζε στα μάτια.

         5

-Το 1975, για ένα μεγάλο διάστημα, με είχε ξανακερδίσει ο υπερρεαλισμός. Γύρναγα πίσω, πριν από το ελληνικό εμπειρίκειο ορόσημο του 1935, κι έψαχνα να βρω πρώιμους ποιητικούς τρόπους υπερρεαλιστικής γραφής. Σχεδίαζα μέσα μου μιά ιδιωτική, γεμάτη χάσματα, προϊστορία της ιστορίας του υπερρεαλισμού. Το έκανα σπουδάζων και παίζων.

-Στάθηκα πολύ καιρό στον Καρυωτάκη. Μάζευα λέξεις και φράσεις απ’ τα ποιήματα και τα πεζά του και σκάρωνα «ποιήματα», που ποτέ δεν είχε γράψει ο αυτοκτόνος ποιητής. Το παιχνίδι όμως ήταν πολύ αποκαλυπτικό.

-Στάθηκα και σε πολλούς άλλους ποιητές. Σταμάτησα στον ποιητή Ανδρέα Κάλβο.

Τα μυρισμένα χείλη

της ημέρας φιλούσι

το αναπαυμένον μέτωπον

της οικουμένης’ φεύγουσιν

            όνειρα, σκότος.

         6

-Κάποιες στιγμές, σχεδόν αναίτια, το μυαλό γλιστράει εύκολα προς τις λοξές σκέψεις. Γράφοντας τώρα αυτά τα «σχέδια των μικρών παραγράφων», βλέπω πάνω στο γραφείο, αφημένα από την περασμένη νύχτα, τρία βιβλία: τα ποιήματα του Σινόπουλου, την Οκτάνα του Εμπειρίκου και την κριτική έκδοση των Ωδών του Κάλβου, απ’ τον Filippo Maria Pontani. Ας τους βάλω, είπα, σε σειρά: πρώτα ο Κάλβος, ύστερα ο Εμπειρίκος και τελευταίος ο Σινόπουλος. Η χρονική τακτοποίηση των ποιητών, σκέφτηκα, κι ο νους ηρέμησε. Κι αμέσως ύστερα η λοξή σκέψη: τακτοποίηση θανάτου για τρείς «σβησμένους» κι «αμίλητους» πιά ποιητές.

-Μου ΄ρθε ύστερα, καθώς η σκέψη συνεχώς λοξοδρομούσε, να ψάχνω να βρω τί άλλο τους ενώνει, πέρα απ’ το ότι ο θάνατος έσβησε οριστικά τη μορφή τους. Ο λόγος της ποίησης είπα: βίασαν και οι τρείς τη γλώσσα, έσπασαν το συμβατικό της κέλυφος, αναζητώντας τους κρυφούς και τους λοξούς ρυθμούς των λέξεων. Πρώτος ο Κάλβος. Αυτός πρωτοδίδαξε το βιασμό της γλώσσας. Ύστερα οι άλλοι. Τελικά, ναι, η ποίηση δημιουργείται, όταν καταφέρει κανείς να σπάσει τη νόμιμη ροή των λέξεων.

-Ύστερα σημείωσα πάνω στο χαρτί αυτούς τους στίχους:

Μόνον βλέπω τον Ήλιον

μένοντα εις τον αέρα’

τους τριγύρω χορεύοντας

ουρανούς κυβερνάει

με’ δίκαιον νόμον

«Θεέ! Ο καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξη τέτοιο φώς! Το φώς αυτό χρειάζεται μιά μέρα για να γίνει μιά δόξα κοινή, μιά δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Ελλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της τηςς τον φόβον του θανάτου».

Γωνία τσακίζει ο χρόνος.

         7

Ο Ανδρέας Κάλβος πέθανε ως ποιητής οριστικά το 1826. Έγραψε είκοσι ωδές και πολλούς όγκους σιωπής στα επόμενα χρόνια της ζωής του, μέχρι το 1869. Τόσο μεγάλο και δυσανάγνωστο ποίημα σιωπής, στα ελληνικά δεν γράφτηκε ποτέ.

Σημείωση: Συμμετρία συμπερασμάτων, δωρικότητα γραφής, ουσιαστικότητα θέσεων διακρίνει το καλογραμμένο παραγραφικό κείμενο συμμετοχής αναπόλησης της μνήμης του εκπαιδευτικού και συγγραφέα Νικήτα Παρίση. Ορθή και καίρια η κατά σταδιακά χρονικά διαστήματα προσέγγισης της ποίησης του Κάλβου και ο συσχετισμός της με δύο ακόμα ισχυρές μορφές της ελληνικής ποίησης. Του υπερρεαλιστή Ανδρέα Εμπειρίκου και του μετά Σεφερικού Τάκη Σινόπουλου. Φυσικά, αφήνω ως ξεχωριστό «κεφάλαιο» την περίπτωση του Οδυσσέα Ελύτη και τις οφειλές του στον Ανδρέα Κάλβο. Το δε τελικό 7ο συμπέρασμα του Νικήτα Παρίσι για τους «όγκους σιωπής» του Επτανήσιου ποιητή και ότι «τόσο μεγάλο και δυσανάγνωστο ποίημα σιωπής, στα ελληνικά δεν γράφτηκε ποτέ.» θεωρώ είναι από τα ουσιαστικότερα συμπεράσματα για το έργο και τον δημιουργό του παρά το γεγονός ότι ο αντίλαλος αυτής της σιωπής ακούγεται και στις μέρες έντονα μέσω των ασχολουμένων με την ποίησή του. Όσο για την ατμόσφαιρα και το στοιχείο του θανάτου που συναντάμε στην ποίηση του Τάκη Σινόπουλου, στο ατομικό της ποίησής του «Νεκρόδειπνο» μάλλον χρήζει περαιτέρω έρευνας, που δεν είναι του παρόντος. Πάντως τα χρονολογικά στάδια του βλέμματος ανάγνωσης του Νικήτα Παρίση είναι αυτά που σε γενικές γραμμές έχουμε και σε ένα μεγάλο μέρος των λογίων και συγγραφέων μας αυτήν την περίοδο με τις σχετικές προσθετικές ή αφαιρετικές αναγνωστικές αποκλίσεις. Η Κριτική Έκδοση των ΩΔΩΝ του Ανδρέα Κάλβου, από τον Filippo Maria Pontani είναι αυτή που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ίκαρος» του Μαρτίου του 1970, με την ξυλογραφία του Σπύρου Βασιλείου και την επιμέλεια του Λεωνίδα Ζενάκου, σελ. 240. Η έκδοση συνοδεύεται με Εισαγωγή του Κωνσταντίνου Θ. Δημαρά και από το Γλωσσάριο των Ωδών που συνέταξε η Anna Gentilini. Μία έκδοση χρήσιμη των νεότερων χρόνων, όπως και αυτή του Μιχάλη Γ. Μερακλή, ‘Ανδρέα Κάλβου Ωδές Ι-ΧΧ». Ερμηνευτική Έκδοση με εισαγωγή και σχόλια που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις της «Εστίας». χ.χ. Ο πλούτος των χρησιμοποιημένων λέξεων από τον αρχαιομαθή Ανδρέα Κάλβο σε αυτό το λαμπερό και παράξενο ηχητικό και των εικόνων μεγαλειώδες ταμπλό. Μία αρχαιογνωσία που υπερβαίνει την αντίστοιχη ιστορική του Αλεξανδρινού. Ονόματα και λέξεις αρχαίων Ολύμπιων Θεών, γεωγραφικών περιοχών, νησιών, η Αχαϊα, ο Άθως, η Κώς, ο Μαραθώνας, η Κάλυμνος, οι Κυδωνιές, η Πάτμος, η Χίος, η Σάμος κλπ. Όροι και τοποθεσίες γνωστοί μας και ιστορικά φορτισμένες. Επιφανείς ήρωες της αρχαίας ελλάδος, αρχαιοπρεπή και μη τοπωνύμια, αστερισμοί όπως ο Κύων, ο Γαλαξίας, ποτάμια όπως ο Ασωπός, ο Αράξης, άνεμοι ο Ζέφυρος, ο Εύρος, ελληνικά πελάγη το Ικάριο, το Αιγαίον. Ο Κιθαιρώνας, ο Παρνασσός, ο Ελικώνας τα ελληνικά όρη. Οι Μούσες, οι Χάριτες, οι Ωκεανίδες, ο Άδης, η Εκάτη και η Ειλείθυια, οι Ερινύες, η Αφροδίτη και η Άρτεμις, η Αθηνά, ο νεφεληγερέτης Δίας ένας μακροσκελής πίνακας ονομάτων και λέξεων που εκβάλλει στο «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Νικήτας Παρίσης και νεότεροι ερευνητές. Οι γερές και εύχυμες ρίζες του Οδυσσέα Ελύτη αρδεύουν από πολλά στρώματα της ελληνικής ποιητικής παράδοσης γι αυτό και η ποιητική του ανθοφορία είναι τόσο πολύοσμη.

Ας μας επιτραπεί να προσθέσουμε έναν τίτλο βιβλίου που κυκλοφόρησε το 2009 στην Κέρκυρα από το Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Τμήμα Ιστορίας σε επιμέλεια του καθηγητή Θεοδόση Πυλαρινού. Είναι το «Ελληνική Αρχαιότητα και Νεοελληνική Λογοτεχνία» ο τόμος περιλαμβάνει τα Πρακτικά του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε στην Κέρκυρα από 30 Οκτωβρίου έως 1 Νοεμβρίου του 2008 με θέμα «Ελληνική Αρχαιότητα και Νεοελληνική Λογοτεχνία». Απαραίτητο για αρχαιολάτρες και όχι μόνο.        

-Μάριος Μαρκίδης, Οι δύο μαύρες πρώρες, 123- 130

-Αριστοτέλης Νικολαϊδης, Περί Κάλβου: «το πνεύμα των ανέμων κάθεται μόνον», 131-132

-Αθηνά Παπαδάκη, Ανδρέας Κάλβος: Πατρίδα είναι το χώμα που πρωτοπάτησε ό,τι γεννήθηκε την πρώτη μέρα της δημιουργίας, 133-137

-Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Ηλιοκεντρισμός στον Κάλβο, 139-145

-Γιώργος Ανδρειωμένος, Προτάσεις για τη συγκρότηση «Βιβλιογραφίας Ανδρέα Κάλβου», 147-155

Σημείωση: Το κείμενο του πανεπιστημιακού και συγγραφέα κύριου Γιώργου Ανδρειωμένου είναι αφιερωμένο «Μνήμη Ιωάννου Συκουτρή (1901- 1937)». Του κειμένου προηγείται μότο του Ιωάννου Συκουτρή: «Δεν είναι εντροπή να ομολογήσωμεν, ότι οι κατάλογοι των βιβλιοπωλείων αναπληρώνουν δι’ ημάς την απουσία κάθε βιβλιογραφικού βοηθήματος’ εντροπή είναι ν’ ανεχώμεθα την κατάστασιν αυτήν».

    Οφείλουμε ευχαριστίες στον ερευνητή και συγγραφέα πανεπιστημιακό καθηγητή κ. Γιώργο Ανδρειωμένο, γιατί ακόμη και τίποτε άλλο να μην είχε γράψει και δημοσιεύσει για το έργο του Κάλβου, μόνο το γεγονός ότι το 1993 κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο του «Ελληνικού Λογοτεχνικού Ιστορικού Αρχείου» την επίμοχθη ερευνητική του εργασία Γ. Ανδρειωμένος, «Βιβλιογραφία Ανδρέα Κάλβου (1818- 1988) θα μας είχε αφήσει ως πνευματική του κληρονομιά ένα σημαντικό και πολύτιμο έργο. Όσοι και όσες έχουν αποπειραθεί να συντάξουν την Εργογραφία ή την Βιβλιογραφία ενός δημιουργού γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τις αμέτρητες δυσκολίες και κακοτοπιές που έχουν να αντιμετωπίσουν. Μάλιστα, οι δυσκολίες επαυξάνουν, όσο γυρίζουμε πίσω τους δείχτες του ρολογιού του χρόνου της Ιστορίας της Ελληνικής Γραμματείας. Γι’ αυτό τέτοιου είδους και μορφής συγγραφικές εργασίες αξίζουν τον θαυμασμό και την εκτίμησή μας. Είναι οι αδικαίωτοι «μάρτυρες» της Λογοτεχνίας από το μεγάλο ανώνυμο αναγνωστικό κοινό το οποίο βρίσκει έτοιμο το υλικό χωρίς να συλλογίζεται τι προσωπικός μόχθος και χρόνος «σπαταλήθηκε» για την συγκέντρωσή του.

-Ευριπίδης Γαραντούδης, Η καταγωγή του στροφικού σχήματος των Ωδών του Κάλβου, 156-160

Σημείωση: Διαβάζοντας την συμμετοχή του πανεπιστημιακού καθηγητή και συγγραφέα κύριου Ευριπίδη Γαραντούδη, δεν θα μπορούσαμε να μην αναφέρουμε έναν τόμο υποδομής στις σπουδές του Κάλβου που συνέθεσε ο καθηγητής κύριος Γαραντούδης και εκδόθηκε από τις «Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης» το 1995. Το σημαντικό αυτό μελέτημα έχει τίτλο «ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΣ ΑΡΜΟΝΙΑ» Μετρική και Ποιητική του Κάλβου, σελ. 314. Το βιβλίο περιλαμβάνει τρία κεφάλαια -«ΟΙ ΩΔΕΣ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΤΙΧΟΥΡΓΙΚΗ- ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ». – «ΟΙ ΩΔΕΣ ΚΑΙ Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΣΤΙΧΟΥΡΓΙΚΗ- ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ».- «Η «ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΣ ΑΡΜΟΝΙΑ». Πέρα από την συστηματική και σε βάθος και πλάτος εξέτασης της Μετρικής του Κάλβου εργασία, όχι μόνο χρήσιμη και απαραίτητη για εμάς τους αναγνώστες στην σταθερή μελέτη των Ποιημάτων του Ανδρέα Κάλβου, ο συγγραφέας συνοδεύει το εξεταζόμενο υλικό του με Παραρτήματα, Πίνακες, Βιβλιογραφικές Αναφορές και Ευρετήρια Προσώπων, Καλβικών κειμένων και Μετρικών όρων. Ένα μοντέλο εξέτασης για την Μετρική και την Ποιητική και άλλων ελλήνων ποιητών.

-Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, «Η γοητεία του Κάλβου, 161-171

-Ερωτηματολόγιο, 173-174

-1. Θεωρείτε σήμερα την ποίηση του Ανδρέα Κάλβου αισθητικά δραστική;

-2. Ποιά στοιχεία της ποίησης του Κάλβου σας ενδιαφέρουν;

-3. Ποιά είναι κατά τη γνώμη σας η καλύτερη ωδή του Κάλβου και γιατί;

-4. Πιστεύετε ότι ο Κάλβος έχει επηρεάσει (αν και με τί τρόπο) τη νεώτερη λογοτεχνία μας;

-5. «Σοβαρόν, υψηλόν δόσε τόνον, ώ Λύρα»: Σε μιά εποχή χαμηλών τόνων, όπως η δική μας, με ποιό τρόπο λειτουργεί η ποίηση υψηλού τόνου του Κάλβου;

-6. Πιστεύετε ότι στην ποίηση του Κάλβου υπάρχει μιά ιδιαίτερη «λυρική τόλμη» (Ελύτης) που υπερβαίνει τα εκφραστικά όρια της εποχής του, ή ότι η εκφραστικότητα της ποίησής του περιορίζεται από την εποχή του;

-7. Έχει υποστηριχτεί ότι η γλώσσα του Κάλβου είναι ένα μείγμα αρχαϊσμών της καθαρεύουσας της εποχής του των λαϊκών ιδιωματικών στοιχείων. Ποιά είναι η αίσθηση που δημιουργεί σήμερα αυτό το γλωσσικό κράμα, επιβιώνει ή φαίνεται νεκρό;

-8. Πώς κρίνετε, με βάση τη δική σας αισθητική αποτίμηση της ποίησης του Κάλβου και το δικό σας γλωσσικό αισθητήριο, την άποψη του Σεφέρη ότι ο Κάλβος είναι ένας από τους τρείς μεγάλους έλληνες ποιητές (οι άλλοι δύο είναι ο Σολωμός και ο Καβάφης) που δεν ήξεραν ελληνικά;

-9. Η συγγραφή των περισσότερων καλβικών ωδών διέπεται από μιά καθαρά εθνοκεντρική προοπτική (ο Κάλβος θέλει να συμβάλλει στην προσπάθεια εθνικής αποκατάστασης των Ελλήνων). Ποιά είναι η αίσθηση που σας δημιουργεί σήμερα ο πατριωτικός ποιητής Ανδρέας Κάλβος;

-10. Ο Κάλβος θεωρήθηκε ποιητής των αντινομιών και των αντιθέσεων (νεοκλασικισμός- ρομαντισμός, ιταλική παιδεία- συγγραφή ελληνικών ωδών, θεματικές αντιθέσεις: ελευθερία- τυραννία, φώς- σκοτάδι, ηρωισμός- τρυφηλότητα κλπ.) ενώ σκοπός της ποίησής του, όπως γράφει ο ίδιος, είναι η επίτευξη της «πολυτρόπου αρμονίας». Επιτυγχάνεται και κατά πόσο η σύζευξη των αντιθέτων στοιχείων στην ποίησή του;

Σημείωση:

Δεν αντιγράφω τυχαία το Ερωτηματολόγιο αυτό των συντελεστών έκδοσης του περιοδικού «ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ», θεωρώ ότι το σύνολο σχεδόν των ερωτημάτων που θέτει ισχύουν και σήμερα. Παρά το γεγονός ότι κάθε εποχή δεν κυοφορεί μόνο τους ποιητές της, τους πεζογράφους της, τους πνευματικούς της δημιουργούς με δυό λόγια τους λογίους και διανοούμενούς της, αλλά και τους αναγνώστες και αποδέκτες των συγγραφικών και άλλων καλλιτεχνικών της κληροδοτημάτων. Αυτό φυσικά δεν αποκλείει το γεγονός κάθε γενιά στον καιρό της-και μέσα στις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες που ζει και διαμορφώνει το πρόσωπό της- να θέτει τα δικά της ερωτήματα και απορίες, που έχουν να κάνουν με την αναγνωστική αποδοχή ή μη, ή άλλη χρήση ενός έργου. Αν ένα ποίημα, μία ποιητική συλλογή, ένας στίχος, μία στροφή που γράφτηκε κάποτε εξακολουθεί να μας συγκινεί ακόμα, να ερεθίζει τους αντένες της ευαισθησίας μας, να βρίσκουμε στοιχεία τους που κάνουν να φτερουγίσει δημιουργικά η φαντασία μας, να γαληνεύει  έστω και πρόσκαιρα η «ψυχούλα μας»,- αυτό το ανερμήνευτο κάτι που δεν προσδιορίζεται με τα κλειδιά και με τους μηχανισμούς της γλώσσας και της άτεγκτης λογικής, τότε έχει πετύχει το σκοπό του, έστω και αν υφάνθηκε πριν δύο χιλιάδες χρόνια, κατόρθωσε να αρμενίσει στα πέλαγα του χρόνου και να κάνει υπερήφανο τον ποιητή-δημιουργό, που, φυσικά, δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή. Ένα όνομα ή μία ποιητική σύλληψη διασώζεται ακόμα και ως «μότο» ως «ρήση». Ως ποιητική αίσθηση, ως συγκίνηση, ως κελαϊδισμός ήχων, ως θραύσματα εικόνων και καταστάσεων εν κινήσει. Αυτό δεν συμβαίνει εδώ και αιώνες με την θρησκευτική ποίηση είτε γράφτηκε από επώνυμους είτε από ανώνυμους, άγνωστούς μας Ποιητές; Έχει σημασία αν είναι ένας ή παραπάνω οι συγγραφείς των Ομηρικών Επών; Δεν εξακολουθεί να μας συγκινεί και να μας καλλιεργεί συναισθήματα τα σπαράγματα της λυρικής ποιήτριας Σαπφώς. Ο Αρχαίος των Εθνικών Ελλήνων Κόσμος δεν συντίθεται μόνο με το σκανδαλιάρικο και εκδικητικό του Ολύμπου Δωδεκάθεο και την ερωτική κουστωδία του αλλά από αληθινά και αυθεντικά βιώματα ανθρωπίνων σχέσεων και καταστάσεων ζωής και συμπεριφορών, αντιλήψεων. Από έναν ανθοφόρο λυρισμό φωνών και μελωδικών λέξεων, που δυστυχώς βιαζόμαστε και το χαρακτηρίζουμε αρνητικά φορτισμένο με την άγευστη και ξινή λέξη «ειδωλολατρία» όπως η αυτοκρατορική χριστιανική λαίλαπα του Βυζαντίου την επέβαλε. Όταν ακούμε την ποίηση του Ρωμανού του Μελωδού μας ενδιαφέρει ποια η εθνικότητα και ποιος βυζαντινός υμνογράφος την έγραψε, δεν νομίζω, την απολαμβάνουμε και την χαιρόμαστε και το πολύ-πολύ κάπου μέσα μας να ζηλεύουμε και να λέμε, μα πώς αυτός ο «μπαγάσας» το σκέφτηκε αυτό, τι τάλαντο και τι ταλέντο φούντωνε μέσα του. Ίσως θα πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά κάποτε αν η Οικουμενικότητα του Ελληνισμού οφείλεται ή είναι και διαιωνίζεται στους αιώνες με την χριστιανική της πίστη, την αρχαιοελληνική της γραμματεία και παράδοση, την γλώσσα της στην εξέλιξή της, στην πολιτιστική της προσφορά μέσω των διαφόρων ειδών της Τέχνης, ή στους κατά καιρούς Μύθους που καλλιέργησε για και γύρω από το πρόσωπό της ως προβολή της στους άλλους λαούς μέσα στην Ιστορία; Ίσως;

-Νικηφόρος Βρεττάκος, Έπεσεν από πολύ υψηλά… 175-177

-Κώστας Στεργιόπουλος, Έξι απαντήσεις, 178-181

-Μιχάλης Γ. Μερακλής, Το πάθος που εμψυχώνει, 182-186

-Σπύρος Πλασκοβίτης, Για τον Κάλβο, 187-193

-Μάρκος Μέσκος, Ο Ανδρέας Κάλβος σήμερα*, 194-200

*Το παρόν κείμενο προϋποθέτει το δεκαμελές ερωτηματολόγιο του αφιερώματος του περιοδικού Το Δέντρο στον ποιητή Ανδρέα Κάλβο. Και απαντά, πιθανόν, εκεί που νομίζει.

-Αλέξης Πανσέληνος, Για τον Ανδρέα Κάλβο, 201-202

-Θανάσης Ντόκος, Έχουμε μιά νέα αρμονία, 203-205

        Το πολύ καλό και μεστό σε συμμετοχές και κείμενα Αφιέρωμα του περιοδικού «ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ» που κυκλοφόρησε με την ευκαιρία του επίσημου εορτασμού των διακοσίων χρόνων από την γέννηση του Ανδρέα Κάλβου Ιωαννίδη, θα πρέπει να το εντάξουμε σε μία σειρά αφιερωμάτων λογοτεχνικών και άλλων εντύπων που είδαν το φώς της δημοσιότητας την περίοδο εκείνη. Όπως παραδείγματος χάριν του πολυσέλιδου περιοδικού «σημείο» έκδοση κριτικής και λογοτεχνίας, τ.1/1992 που εκδίδονταν στην Κύπρο από τις εκδόσεις «Ρότα- Σημείο». Του λογοτεχνικού περιοδικού «Περίπλους» Τετράδιο για τα γράμματα και τις τέχνες, τχ. 34-35/ Ζάκυνθος 1993. Του περιοδικού «Πόρφυρας» τχ. 64-65/ Κέρκυρα Ιανουάριος- Ιούνιος 1993 και άλλων καθώς και ένθετων των Εφημερίδων. Η έκδοση του «Δέντρου» έγινε με τη Σύμπραξη του ΙΟΝΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ, αναφέρεται στο εξώφυλλο, έχει 208 σελίδες και η τιμή του ήταν 1000 παλαιές δραχμές. Στα Αφιερώματα των περιοδικών του «κλεισίματος» του Έτους στον Ανδρέα Κάλβο αναγνωρίζουμε κοινά ονόματα συμμετεχόντων συγγραφέων και ίσως κοινά βαδίσματα εξέτασης των ποιημάτων του, δίχως αυτό να σημαίνει ότι δεν συναντάμε και δημοσιεύματα διαφορετικής ερμηνευτικής οπτικής. Να συμπληρώσουμε ακόμα όσοι και όσες συνεργάτες των περιοδικών αναφέρονται και μνημονεύουν το πρώτο Αφιέρωμα του περιοδικού «Νέα Εστία» είναι αυτό του Σεπτεμβρίου του 1960, έτος ΛΔ΄, τόμος 68ος. «ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ (η επιστροφή στην πατρίδα)» σελίδες 1-356 με τα ελκυστικά σχέδια του Σπύρου Βασιλείου και άλλων. Στο Αφιέρωμα της «Ν.Ε.» συναντάμε ενδεικτικά τα ονόματα και τις μελέτες του Γεωργίου Θ. Ζώρα, του Κωστή Παλαμά, του Μαρίνου Σιγούρου, του Γιάννη Μ. Αποστολάκη, του Γιώργου Σεφέρη, του Οδυσσέα Ελύτη, του Κ.Θ. Δημαρά, του Ν. Π. Ανδριώτη, του Λίνου Πολίτη, του Κωνσταντίνου Τσάτσου και άλλων. Το Αφιέρωμα αυτό στάθηκε αν δεν λαθεύω, ο προπομπός για τις επόμενες επετειακές και εορταστικές εκδηλώσεις που διεξήχθηκαν στην πατρίδα μας από πνευματικούς κύκλους και λογοτεχνικά σωματεία, ή μεμονωμένους συγγραφείς. Μια εποπτεία εξέτασης των διαφόρων τίτλων των περιοδικών θα μας φανερώσει το σταθερό και αυξητικό ενδιαφέρον της φιλαναγνωσίας των 20 Ωδών του Ανδρέα Κάλβου και των υπόλοιπων εργασιών του. Όσο και αν «γκρινιάζουμε» ορισμένες φορές για αυτήν την αμίλητη γλώσσα του.

Μόνο μία απορία θα επιθυμούσαμε να διατυπώσουμε καθώς ξαναπιάνουμε στα χέρια μας εκ νέου το Αφιέρωμα του περιοδικού και το διαβάζουμε. Γιατί ο «ηλιοπότης» νομπελίστας μας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης τον σκιτσάρισε στο γνωστό «Σχέδιο για ένα φανταστικό πορτραίτο του Κάλβου» το 1991 και συνοδεύει το Αφιέρωμα, του έδωσε μια κάπως (;) σκοτεινή και αγριωπή όψη;

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

24 Απριλίου 2026

ΥΓ. Ερωτήματα όταν «η ανάγκη γίνεται Ιστορία». Καλέ μου Κύριε- Κύριε, λύσε μου την απορία. Τι αξίζει περισσότερο σε αυτήν την τυχαιότητα και ματαιότητα του βίου μας. Το δάσος της πίστης να καλλιεργούμε ή το δέντρο της απιστίας μας;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου