ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
του
Νικόλαου Β. Τωμαδάκη
Πετράρχη
CXII
Έρωτα που κάθε σκέψι μου ανοιχτή βλέπεις
και τα σκληρά βήματα πού μονάχο σύ με οδηγείς
στρέψε τα μάτια σου στής καρδιάς μου τα βάθη
σε σένα φανερά, στους άλλους όλα σκεπασμένα.
Ξέρεις εκείνο που έχω υποφέρει για να σε ακολουθήσω.
Κι όμως από κακό σε χειρότερο δρόμο με φέρνεις
μέρα με την ημέρα και δεν καταλαβαίνεις για μένα
πώς είμαι έτσι κουρασμένος και το στρατί ανηφορικό.
Καλά το βλέπω εγώ μακριάθε το γλυκό φώς
όπου ανάμεσα από δρόμους τραχείς με σπρώχνεις και
γυρίζεις.
Μα σαν εσέ φτερά για να πετώ δεν έχω.
Τες αισθήσεις μου πολύ αφήνεις ευχαριστημένες
άν κι αγαπώντας αγνά, τον εαυτό μου φθείρω
κι ούτε τη δυσαρεστεί πώς γι’ αυτήν αναστενάζω.
29.4.1941
Μακιαβέλη
ΕΓΩ ΕΛΠΙΖΩ
Ελπίζω εγώ κι η ελπίδα το μαρτύριό μου αυξάνει.
Κλαίω και το κλάμα θρέφει τη δειλή καρδιά μου.
Γελώ, κι η χαρά του γέλιου μέσα μου δεν φτάνει.
Φλέγομαι, μα άνιση ‘ναι η φλόγα προς το πάθος.
Φοβούμαι αυτό που βλέπω, αυτό που ακούω.
Καινούργιο πόνο το κάθε τί δένει σε μένα.
Έτσι, ελπίζοντας κλαίω, γελώ κι ανάβω,
κι’ έχω φόβο για κάθε τι που ακούω και βλέπω.
Giacomo
Leopardi
ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ
Αγαπητός σ’ εμέ ήταν πάντοτε αυτός ο λόφος
ο έρμος κι η φυτεία αυτή, οπού από τόσα μέρη
του τελευταίου ορίζοντα τα βλέμματα αποκλείει.
Καθιστός και θαυμάζοντας, όμως χώρους απείρους
περ’ απ’ αυτήν κι υπερανθρώπινες ελλείψεις ήχων
κι ησυχίες βαθύτατες, στη σκέψι ξεγελιέμαι
και για λίγο η καρδιά μου δεν τρομάζει.
Κι όπως του ανέμου ακούω το φίφλισμα σ’ αυτά τα
χόρτα
την άπειρη εκείνη σιωπή και τη φωνή του ανέμου
τούτου εγώ πάω συγκρίνοντας’ στο νου μου έρχεται
τότε
η αθανασία, ο θάνατος κι οι πεθαμένες εποχές
κι η τωρινή κι η ζωντανή κι ο ήχος της.
Κι έτσι ανάμεσα σ’ εκείνο τ’ άπειρο
πνίγεται η σκέψι μου.
Κι είναι γλυκό για με να ναυαγώ σ’ αυτό το πέλαγο.
5.7.1940
--
ΣΤΗ ΣΕΛΗΝΗ
Χαριτωμένη μου Σελήνη, εγώ ξαναθυμάμαι
πώς τώρα στρέφει χρόνος, που σ’ αυτό το λόφο
ερχόμουν εναγωνίως να σε ξαναθαυμάσω.
Και σύ κρεμόσουν τότε πάνω από το δάσος
αυτό, καθώς και τώρα, που όλο το φωτίζεις.
Μα νεφελώδες και τρεμουλιαστό απ’ το κλάμα
που ανάβλυζε το βλέφαρο, στα βλέμματά μου
το πρόσωπό σου φαινόταν, γιατί θλιμμένη
η ζήση μου ήταν, κι είναι- ούτε άλλαξε ύφος,
αγαπημένη μου Σελήνη. Κι όμως, πώς μ’ αρέσει
τη θύμηση και τον καιρό του πόνου μου μετράω.
Στη νιότη μας γλυκειά πώς είναι (όταν ακόμη
μακρόν η ελπίδα και βραχύ έχει η μνήμη δρόμο)
η θύμηση των περασμένων πραγμάτων,
θλιβερά που είναι κι η λύπη τους κρατάει.
5.7.1940 (Χανιά).
Josue
Carducci
ΔΙΑΣΧΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΤΟΣΚΑΝΙΚΗ ΠΑΡΑΛΙΑ (1885)
Γλυκειά μου γη, που ίδια πήρ’ από σε την όψι
αγέρωχη, περήφανο τραγούδι, στήθη,
οπού ποτέ μίσος κι αγάπη δεν κοιμώνται,
σε ξαναβλέπω κι η καρδιά χτυπάει ωστόσο.
Καλόγνωμες κοιτάζω τις γνωστές μορφές σου
με μάτια αβέβαια ανάμεσα γέλοιο και κλάμα
και σ’ αυτές ακλουθώ των ονείρων τα ίχνη
που πλανώνται πίσω απ’ της νιότης μου το θάμβος.
Ώ, ό,τι αγάπη μου κι όνειρο του κακού πήγε!
Το τέλος, πάντα τρέχοντας, δεν έχω φτάσει
κι αύριο θα πέσω. Μά κι από μακρυάθε
ειρήνη στην καρδιά μου τα βουνά σου αγγέλλουν,
με το σύννεφο που χάνεται, και με τον κάμπο
πράσινο, οπού γελά στην πρωινή βροχούλα.
Αύγουστος 1939 (Pisa).
Giovanni
Pascoli
Ο ΠΕΣΜΕΝΟΣ ΙΔΡΥΣ
Όχι ήσκιο, τον κορμό του τώρα ο ιδρύς απλώνει
νεκρό και δε μαλώνει πιά με τις ανεμοζάλες.
Περνά ο λαός και λέει, το βλέπω τώρα: ήταν μεγάλος!
Κρεμώνται εδώθε εκείθε απ’ την ψηλή κορφή του
οι φωλίτσες των πουλιών γιατί άνοιξί ‘ναι.
Περνά ο λαός και λέει, το βλέπω τώρα, ήταν ωραίος.
Καθένας τον παινά, καθένας κόβει. Προς το βράδι
καθένας με το μάτσο το βαρύ τραβάει το δρόμο.
Μά στον αέρα κλάψιμον ακούς του μαύρου σπίνου
οπού γυρεύει τη φωλιά του και δε θα την εύρη.
1939
--
Η ΠΕΣΟΥΣΑ ΔΡΥΣ
Όπου σκιάν το πρίν, τώρα εαυτήν απλώνει
η δρυς νεκράν ουδέ προς δίνας αμιλλλάται πλέον.
Ο όχλος λέγει: Τώρα βλέπω’ όντως μεγάλ’ υπήρξεν!
Μετεωρίζονται εδώ κι εκεί εκ της στεφάνης
μικραί αι φωλεαί, άνοιξις είναι.
Ο όχλος λέγει: Τώρα βλέπω’ όντως καλή υπήρξεν.
Επαινούν όλοι, κόπτουν όλοι, προς την δύσιν
καθείς βαρείαν δέσμην κλάδων φέρει οδεύων,
Εις τον αέρα ενώ ηχεί του σπίνου ο θρήνος
την φωλέαν ήν δεν θα εύρη αναζητούντος.
Αύγουστος 1939 (Pisa).
--
SPERANZEE
MEMOIRE
Βαρκούλες στη βαθειά θάλασσα
Λευκές-λευκές
σας έβλεπα να λικνίζεστε
ως κουρασμένες.
Ώ ελπίδες, φτερά του ονείρου
για τη θάλασσα.
Στρέφω τα μάτια και θαρρώ στον ουρανό
πώς ξαναβλέπω
βαρκούλες κάτω από μιά σκέπη
μαύρες- μαύρες:
Ώ μνήμες, σκιές του ονείρου
για τον ουρανό.
D’
Annunzio
ΣΤΕΣ ΠΛΕΙΑΔΕΣ ΚΑΙ ΣΤΑ ΠΕΠΡΩΜΕΝΑ
Δόξα στο Λατίνο που είπε «Το ταξίδι
είναι η ανάγκη, δεν είναι η ανάγκη η ζήση».
Δοξασμένος άς είναι σ’ όλα τα πελάγη.
Θ’ ανάψω ‘στο μονόβουνο που σε κυκλώνει,
θάλασσα, και σε σφίγγει (καθώς λέοντας
πελεκημένος από ποιόνε Κύκλωπα;)
φωτιά αλμυρή απ’ το τιμόνι καμωμένη
και τη γοργόνα του σπασμένου πλοίου
οπού έχει την κυρτή μορφή του Τρίτωνα.
Το γυριστό τιμόνι που μ’ εκείνο επήγε
το πλοίο προς στην ύστερη φουρτούνα
με το σύρτη απ’ τη μιά στην άλλη σκόττα,
η θεία μορφή απ’ όπου υπήρξε ωραία
κατά τ’ άγριο το κύμα η πρύμνη, ως φέγγει
το νέφος που νικήσει είχε τ’ αστέρι,
στών Τυρηννών τη θάλασσα θ’ ανάψω αγνάντια
το κόσμημα το υπέροχο και τ’ άξεστο εργαλείο,
τες Πλειάδες καλώντας σ’ ουρανό γαλήνης.
Θα τρίζη στη φωτιά τ’ αλμυρό ξύλο
στου λιονταριού του τεντωμένου πα στη χαίτη
και μακρυάθε το σημάδι κάποιος βλέπει
τ’ ασυνήθιστο και λέει «τολμηρό χέρι
τη φωτιά ποιό έχει βάλει; Ποιό Θεό στους βράχους
μεσ’ στην καρδιά της φλόγας περιμένουν;».
Δεν περιμένετε Θεός μα του Λαέρτη ο γόνος,
καθώς τον είδε από το βράχο ο ξένος του Άδη
με των μαρτύρων τα έμπειρα τα μάτια
δυστυχισμένο να κατρακυλά στη μέση
της φλόγας της διχαλωτής και μας αφήκε
του ήρωα το λόγο αθάνατο για πάντα.
«Ούτε του γιού η γλυκύτητα». Συ αξίζεις,
Γαλιλαίε, πιο λίγο απ’ ό,τι στη φωτιά του Δάντη
ο Οδυσσέας ο βασιλιάς πιλότος της Ιθάκης.
Στην σύγκρισιν ο λόγος σου αχαμνότερος είναι
κι η πράξι ασθενική. Τους δυνατούς κεντρίζει
κειός που λαρύγγι τρυφερού τρυπά μνηστήρα.
Άγκυρα στο λιμάνι σου δε μας ταιριάζει’
της περιπέτειας στο στρόβιλον ατός μου
σα ριχτώ, καταφρονώ τη σωτηρία.
Σ’ άγνωστες ταξιδεύει εκείνος χώρες,
πνεύμ’ άγρυπν’ άγκυρα μοναδική, δαγκάνει
της καρδιάς του τον τάραχον η αντρειά του.
Αίμα Λατίνου ηύρε τον λόγον άξιο
του Πελασγού του βασιλιά κι ο θείος Δάντης
για να πετά περσότερο το φτερό αυξαίνει.-
Ρήγα της Μεσογείου, οπού μιλάς στη γλώσσα
τη μεγαλύτερη της φλόγας της αρχαίας,
μίλα σ’ εμέ στα ξύλ’ αυτά τα φλογισμένα!
Το κείμενό μου άς θρέψη τ’ άγρυπνο καμίνι
κι η γοργόνα του πλοίου και το τιμόνι
οπού εχθρά την τύχην είχε, ή σύ ο ίδιος
οπού ενάντια στςς φουρτούνες την καρίνα
με το θάρρος της καρδιάς σου έσπρωχνες άξιος
την ψυχή σου ακολουθώντας τη Σειρήνα,
ως που εκλείστηκεν η θάλασσα από πάνω σου!
7-8.9.1941
--//--
LA SIRENA DEL MONDO
Καμμιά
πράξι
δεν μου υπήρξεν αλλότρια’
καμμιά δεν θα μου είναι
ποτές, εφόσο αισθάνομαι.
Ευλογημένη ας είσαι, Ποικιλία
των δημιουργημάτων, Σειρήνα
του κόσμου! την ώρα που δεν διάλεξα
γιατί μου φάνηκε πώς αν διάλεγα
εγώ θα σ’ απέκλεια,
ώ Ποικιλία, θαύμα
αιώνιο, και πώς το ρόδο
το λευκό και το κόκκινο
θάπρεπε νάναι και τα δυό
στην επιθυμία μου,
κι όλες οι βοσκές
με τους χυμούς των,
όλα τα πράγματα καθαρά κι ακάθαρτα
στους ερωτές μου’
γι’ αυτό ‘μια εγώ που σ’ αγαπά
ώ Ποικιλία, Σειρήνα
του κόσμου, εγώ μ’ αυτός που σ’ αγαπά.
Άγρυπνη σε κάθε πνοή,
προσεχτική σε κάθε μετέωρο
πάντοτ’ ακούοντας
πάντοτε προσέχοντας
έτοιμη να σφίξη
έτοιμη να δωρίση,
από δηλητήριο πλήρης
ή από
βάλσαμο, λανθασμένη
στες προθέσεις της
τες δυνατές ή τεταμένη
σαν μιάν αψίδα, πίσω από την πόρτα
τη στενή, ή στο κατώφλιο
του άπειρου δάσους,
παντού μερονυχτίς
στη γαλήνη και στην τρικυμία,
σε κάθε τόπο, σε κάθε γεγονός
έζησε η ψυχή μου
σα δέκα χιλιάδες.
Είναι σκυμμένη η Μοίρα που διαβαίνει,
γιατί από χρυσάφι και σίδερο βαραίνει,
το νήμα σαν αυτό του Οδυσσέως.
--//--//
TUTTO FU AMBITO E
TUTTO FU TENTATO
Το πάν εφιλοδόξησα
και το πάν επροσπάθησα.
Άχ, γιατί να μην είναι άπειρη,
καθώς ο πόθος, η ανθρώπινη
δύναμις Κάθε πράξι
αρμονικιά ή τραχειά
μου στάθηκε παράδειγμα.
Κάθε τέχνη μου έχει αρέσει,
με συνεπήρε κάθε μάθησι
με τράβηξε κάθε εργασία.
Εζήλεψα τον άνθρωπο
πού ανυψώνει ένα ναό
και τον άνθρωπο που ζεύει ένα ταύρο,
κι εκείνο που βγάζει απ’ την αρχαία
του νερού δύναμι
τες νέες δυνάμεις
κι εκείνον που ξεχωρίζει
τες τροχιές των αστέρων
κι εκείνον που στα βουβά
σημάδια ακούει να λαλούν οι γλώσσες
των βασιλείων που χάθηκαν.
Το πάν εφιλοδόξησα,
και το πάν επροσπάθησα.
Εκείνο πού δεν επέτυχα
εγώ τ’ ονειρεύτηκα.
Και τόσος ήταν ο πόθος,
πού τ’ όνειρο αναπλήρωσα την πράξι!
Ευλογημένη να ‘σαι εξουσία
του ονείρου, απ’ όπου εγώ στεφανώνομαι
αυτοκρατορικά
πάνω από τις τύχες μου
κι ανεβαίνω στο θρόνο
της ελπίδας της δικής μου,
εγώ που γεννήθηκα σ’ ένα δωμάτιο
από πορφύρα και για τροφό μου
είχα μιά σιωπηλή και μεγάλη
γυναίκα κατεβασμένη από ένα βράχο
κόκκινο. Ευλογημένη άς είσαι συ ωστόσο,
ώ εσύ που ανοίγεις το δικό μου στήθος,
πολύ στενό για ν’ αναπνέη
η ψυχή μου. Και θάχης
από με κι εν’ άλλο τραγούδι.
2.7.1941
--//--
ΜΑΙΑ
I
Ώ Φύση, αθάνατή μου εσύ μητέρα,
πού και συ κοντή ζωή μου δίνεις
κι άπειρα σχέδια μου βάζεις
στην καρδιά, συ γεννημένη η πρώτη,
από σε την ίδια γεννημένη,
σ’ όλους κοινή μά μονάχη
ακοινοποίητη, μ’ ακούεις.
Εγώ έτσι βαρύς από σοφία
και πείρα και χαρά,
πόνο κι αγάπη
και μίσος, σαν σε σένα απλωθώ
ξαναγυρίζω ελαφρός κι ακάτεχος,
αισθάνομαι κλιτός και πράσινος
σαν θάμνος χωρίς κόμπους.
Να με στο χορτάρι ύπτιος
με το βραχίονα κάτω απ’ το κεφάλι
με το πρόσωπο στη σκιά, με τα πόδια
στον ήλιο. Έτσι αναπαύομαι.
Ένα παιδιάτικο με πλημμυρίζει αίμα.
Έναν καινούργιον ύπνο νοιώθω να ‘ρχεται.
Εσύ των γενναίων προστατεύεις τους ύπνους.
II
Είδα εγώ το Ζαγρέα που οι Τιτάνες
με σκεπασμένο πρόσωπο απ’ αργιλλόχωμα
μπασμένοι στο μυστικό άντρο
επνίξανε κι ύστερα σκληρότατα
εσπάραξαν, εγώ είδα
στη χλόη τον ξαναγεννημένο Ζαγρέα
στου δάσους την είσοδο να κοιμάται;
Δεν είδα ποτέ μου ύπνο γλυκύτερο
και βαθύτερο, ώ τροφέ.
Τα χρυσά του γένεια ήταν καμωμένα
απ’ τες φτερούγες ενός λαμπρού μελισσιού
που του κρεμόταν απ’ το στόμα
σαν από την έξοδο κυψέλης.
Σε μέλι γυρισμένος ήτανε ο πόνος!
Έτσι, έτσι να κοιμηθώ θέλω
σε σε πού μου δίνεις κυριαρχία
να ειρηνέψω την ίδια μου διχόνοια,
ώ Πειστική, ακόμη καινούργιος
να ‘μαι, ακόμη άγουρος
και πλήρης από κρυφές δυνάμεις
ακόμη στο γίγνεσθαί μου.
III
Εκείνο πού από μέρους μου συντελέστηκε
στην αλήθεια, μικρό πράμα
μου φαίνεται συγκρινόμενο προς το έργο
που μέσα μου γεννιέται και τρέφεται
απ’ το μυστηριακό χυμό.
Ώ Μητέρα μου, σ’ όλες μου τες φλέβες
αύξανε το αίμα μου και λέπτυνέ το:
Κι αν εγώ σε σκληρή βρισκόμουν τιμωρία
και κάθε του αίματος αύξησι
μου ήταν αύξησι της στεναχώριας,
εγώ θα σου φώναζα «Μητέρα, Μάννα,
πολλαπλασίαζε αυτό μου το αίμα
το οδυνηρό, για να μου κάνη
την ψυχή θερμότερη, για να ‘ναι πιότερο θεία».
Γέρο μ’ έκαμες στην κοιλιά
της αδιάφθορης γυναίκας
που μ’ εγέννησε. Να ‘με γερό
στο χόρτο, με σάρκες ευκίνητες,
καρδιά σταθερή και μέτωπο ικανό.
Περισσότερη λογική υπάρχει στο κορμί μου
το ισχυρό, απ’ ότι σε κάθε μάθησι.
IV
Εσύ προστατεύεις των γενναίων τον ύπνο.
Ιδού για το χατίρι σου αποξεχνιέμαι.
Ακούω το μουρμούρισμα του αργού σου
στεναγμού, το ξανθό σου πεύκο
βελονωτό και τες κουκουναριές να κάνουν
φευγαλέες συμφωνίες και να ηχή καθώς σείστρα
ο μεγάλος σου σιταρένιος χρυσός.
Μ’ ακούω κι ένα μακρινό βόμβο
που λέει «Είμαι εδώ Οδυσσείδη».
Μητέρα, Μάννα, κάμε δυνατώτερος
και πιό χαρούμενος να γίνω, όταν η φωνή
του δεσπότη πού εγώ καλά γνωρίζω,
πού τόσες άκουσα φορές, η αρσενική
φωνή στη μοναχική καρδιά μου
θα φωνάξη «Απάνω, ξύπνα. Είν’ η ώρα.
Σηκώσου. Αρκετά κοιμήθηκες. Ο φίλος
έχεις γενεί της γής;
Τον άνεμο άκου, απάνω, λύσου. Μάκρυνε.
Ξαναπάρε το τιμόνι και τη σκόττα,
γιατί να ταξιδεύωμε είναι ανάγκη
δεν είναι ανάγκη να ζούμε».
2.7.1941
Ν. Β. ΤΩΜΑΔΑΚΗΣ,
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Ι. Μ.
ΧΑΤΖΗΦΩΤΗ, Αθήνα 1973, σελίδες 156.
Για
την αντιγραφική ανάρτηση
Οι
Μεταφράσεις Λατίνων και Ιταλών ποιητών του παλαιού Βυζαντινολόγου
πανεπιστημιακού Νικόλαου Β. Τωμαδάκη, του έλληνα καθηγητή που ασχολήθηκε
ιδιαίτερα με την έκδοση και μετάφραση και επιμέλεια του ποιητικού έργου του
Ρωμανού του Μελωδού, του ποιητή των ποιητών, δημοσιεύονται στις σελίδες 125 έως
141 του τόμου με τα Ποιήματά του. Την φιλολογική επιμέλεια και επιλογή τόσο του
πρωτογενούς ποιητικού του υλικού όσο και των μεταφράσεών του, είχε ο φιλόλογος
και δοκιμιογράφος συγγραφέας μαθητής του Ν.Β. Τ. ο Ιωάννης Μ. Χατζηφώτης, ο
οποίος συμπληρώνει την έκδοση με τα απαραίτητα Επιλεγόμενά του σελ.147-151. Στα
Επιλεγόμενά του ο Ιωάννης Μ. Χατζηφώτης μας εξιστορεί με θερμούς τόνους και
προσωπική συγκίνηση την εμπειρία του ως φοιτητής τα χρόνια των σπουδών του,
όταν παρακολουθούσε τα μαθήματα διδασκαλίας του Βυζαντινολόγου, Κρητός
δασκάλου. Είναι ο μόνος από όσο γνωρίζουμε,-ή τουλάχιστον από όσο από την μεριά
μας κατορθώσαμε να διαπιστώσουμε- που ενδιαφέρθηκε για την άλλη, ευαίσθητη,
τρυφερή και γεμάτη αγωνία και νοσταλγία πλευρά του Επιστήμονα Τωμαδάκη, αυτήν
του ποιητή. Ο έμπειρος δοκιμιογράφος και ασχολούμενος με ζητήματα της ελληνικής
γραμματείας και ειδικότερα τα χριστιανικά γράμματα, Ι. Μ. Χατζηφώτης κατορθώνει
έπειτα από εκκλήσεις του να πείσει τον δάσκαλό του να του δώσει προς έκδοση τα χειρόγραφα
ποιήματά του που κρατούσε στο αρχείο του. Μας λέει: «Όχι με πολλή ευκολία
κατόρθωσα να αποσπάσω από τον αγαπημένο μου δάσκαλο τα χειρόγραφα των ποιημάτων
του αυτών και να τα παρουσιάσω σε αυτοτελή έκδοση. Ο ίδιος αμφιβάλλω αν ποτέ
αποφάσιζε κάτι τέτοιο. Γιατί ο Ν.Β. Τωμαδάκης, ο διαπρεπής βυζαντινολόγος είναι
και αληθινός ποιητής. Έγραψε και γράφει τους στίχους του, όχι από φιλοδοξία,
όχι για να δρέψη δάφνες, αλλά εξωτερικεύοντας μύχια, εσωτερικά του αισθήματα,
συναισθήματα, προβληματισμούς και ανησυχίες. Γι’ αυτό και στο παρελθόν
σποραδικά και μόνον είδαν το φώς της δημοσιότητας ποιήματά του:
«Τραγούδια, φίλε, τώρα χωρίς ήχον,
τυπωμένα κατ’ επιλογήν απ’ τα ξεθωριασμένα,
τα καταχωνιασμένα ως χτες τετράδια,
τες δυσεύρετες ανθολογίες και τα λιγοστά περιοδικά
(όχι της μεγάλης κυκλοφορίας),
για να κορεσθή η περιέργεια μαθητών και φίλων».
(Το τελευταίο).
Ο
Ιωάννης Μ. Χατζηφώτης αναφέρεται στο τελευταίο ποίημα του βιβλίου πριν τα
ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ του σ. 145 με τίτλο «ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ» το οποίο ο έγκριτος καθηγητής
αφιερώνει «Στον εκδότη».
Τραγούδια,
φίλε, τώρα χωρίς ήχον,
τυπωμένα
κατ’ επιλογήν απ’ τα ξεθωριασμένα,
τα
καταχωνιασμένα ως χτες τετράδια,
τες
δυσεύρετες ανθολογίες και τα λιγοστά περιοδικά
(όχι
της μεγάλης κυκλοφορίας),
για
να κορεσθή η περιέργεια μαθητών και φίλων!
Ως
προχθές το τραγούδι μου ήταν το μάθημα,
ο
πίνακας, η κιμωλία, τα σχόλια, η ερμηνεία,
τ’
αναπάντεχα αστεία της έδρας, με τα οποία
διακόπτομε
συνήθως τη μονοτονία του μαθήματος,
κι
ηχείο μου ήσαν τα χαμόγελα, η δροσερότητα,
η
πίστι των παιδιών που μ’ άκουαν.
Δεν
χρειάζονταν νεκροί στίχοι και χαρτί τυπωμένο,
τραγούδι
μου ήταν η ζωή του δασκάλου.
Θα
πής: Και ποιόν ενδιαφέρει ένας δάσκαλος που επόνεσε
κι
αν έγραψε και κάποιους στίχους κάποτε;
Τούτο
σημαίνει πώς ούτε από παιδιά, ούτ’ από δάσκαλο ένοιωσες ποτέ.
Τώρα
θα περιμένω υπομονετικά το τέλος, γράφοντας
πότε-πότε
κανένα στίχον ή μουτζουρώνοντας χαρτί
με
παραπομπές, χρονολογίες, χωρία συγγραφέων κι ιδέες,
ωσότου
η φωνή μου σβήση κι η διδασκαλία ξεχαστή.
Όμως
τί θα καταλαβαίνατε σεις από τους στίχους,
άν
σας είχε λείψει η θέρμη της φωνής;
Οκτώβριος
1972
Σοφά λόγια ουσιαστικής εκπαιδευτικής εμπειρίας, που
υποψιαζόμαστε, ότι οι πλείστοι και των τριών βαθμίδων μας δάσκαλοι με ήθος θα
έχουν συλλογιστεί, όταν βρίσκονται πάνω στην έδρα ή όταν έχουν συνταξιοδοτηθεί.
Και ίσως αυτό που τελικά απομένει στις ψυχές και τις συνειδήσεις των όποιων
μαθητών- μαθητριών από την παρουσία των δασκάλων είναι αυτή η «θέρμη της φωνής»
δίχως ερωτηματικό.
Και συνεχίζει
ο Ι. Μ. Χατζηφώτης, «Ούτε ήταν δυνατό η τόση πληθωρική επιστημονική και
πανεπιστημιακή δραστηριότητά του να του αφήση περιθώρια για τέτοιες έγνοιες.
«Ως προχθές το τραγούδι μου ήταν το μάθημα (όπ. παρ.). Πού να φαντασθούμε εμείς
όλοι που με βουλιμία και θρησκευτική σιγή τον παρακολουθούσαμε, ψηλόκορμο,
επιβλητικό και μαζί υποβλητικό, να μας αναλύη τις ωδές του Ρωμανού του μελωδού,
να ερμηνεύη ένα χωρίο του Κριτόβουλου ή να αναφέρεται στους βυζαντινούς
επιστολογράφους, ότι έγραφε στίχους; Πού να μας περάση από το νου πώς ο
σεβαστός καθηγητής μας ήταν και ποιητής, δηλαδή ένας ευαίσθητος άνθρωπος, που
είχε το έμφυτο χάρισμα να εκφράζεται αρμονικά και πολλές φορές μουσικά με τον
έμμετρο λόγο; Αλλά ήταν κι εκείνος, κάτω από τον βαρυφορτωμένο οπλισμό του και
έμεινε μιά μεγάλη καρδιά, μιά ανήσυχη ψυχή: ήταν ένας τραγουδιστής της αγάπης,
της φύσης και της ομορφιάς της ζωής και πρό πάντων μιά διάνοια γεμάτη αγωνία
και μεταφυσικές προεκτάσεις.
Τα
ποιήματα, που παρουσιάζονται εδώ είναι μιά μόνο μικρή επιλογή από τους στίχους
που έγραψε ο Ν.Β. Τωμαδάκης, γιατί ο ποιητής της «Νέας Σαπφώς» υπήρξε
πολυγραφώτατος. Θα μπορούσαν ασφαλώς να συγκροτηθούν κι άλλοι τόμοι με στίχους
του καθ’ όλα άξιους (και κάποτε πρέπει να δουν όλα τα ποιήματά του το φώς,
κέρδος θάναι της νεοελληνικής ποίησης, σκοπός όμως της επιλογής αυτής είναι να
δοθή μιά γενική εικόνα των ποιητικών ενδιαφερόντων του Ν. Β. Τωμαδάκη της
νεώτερης κυρίως περιόδου. Ωστόσο δεν αγνοήθηκε η παλαιότερη παραγωγή. Εδώ ας
αναφερθή ότι από τους πρώτους, ο ποιητής, και άρχισε πολύ νωρίς να γράφη
στίχους (1923), υιοθέτησε την ελεύθερη τεχνοτροπία. Τούτο υπήρξε φυσική
συνέπεια του αυθορμητισμού του. Της ανάγκης να ξεσπάση, να εκφράση ψυχικές
καταστάσεις. Η ρίμα, που καταπιέζει και δυναστεύει την ποίηση, δεν ταίριαζε
στους τόσο αληθινούς και βιωμένους στίχους του. Το βιβλίο αυτό αποτελούν μιά
επιλογή από νεώτερα ποιήματά του με ποικίλο περιεχόμενο…..».
Ο Ι. Μ. Χατζηφώτης με τα παραπάνω μας δίνει την εικόνα και την φυσιογνωμία του Ν. Β. Τωμαδάκη και την ταυτότητα της ποιητικής του φωνής και φιλοσοφίας των ποιημάτων του. Παρακάτω κάνει λόγο για τις Καβαφικές επιδράσεις στην ποίηση του Τωμαδάκη όσον αφορά την ποιητική του τεχνική, την αποκαλυπτική του ανικανοποίητη ερωτική διάθεση. Μας μιλά για την Σατιρική φλέβα που διαβάζουμε στα ποιήματά του και φυσικά για αυτήν την εμφανή μείξη της γλώσσας του η οποία δεν προέρχεται αμιγώς από τις πηγές της Δημοτικής αλλά βασίζεται και σε πολλά στοιχεία της Καθαρεύουσας. Θα συμπληρώναμε-έχοντας διαβάσει τα ποιήματα- ότι συναντάμε και φράσεις, λέξεις προερχόμενες από την ομιλούσα Κρητική διάλεκτο. Κάτι που αξίζει να επισημάνουμε, κεντρίζοντάς μας το ενδιαφέρον, είναι η ορθή παρατήρηση του επιμελητή της έκδοσης ότι από τις αρχές της δεκαετίας του 1920, το (1923) ο Νίκος Β. Τωμαδάκης αρχίζει να υιοθετεί την «ελεύθερη τεχνοτροπία», δηλαδή να απομακρύνεται από τις αρχές του παραδοσιακού ομοιοκατάληκτου λυρισμού και να ασπάζεται την μοντέρνα ποιητική τεχνοτροπία. Ενδέχεται, όταν αναζητηθεί το σύνολο του ποιητικού corpus του βυζαντινολόγου σεβαστού καθηγητή, το σώμα των μεταφράσεών του, εξετασθεί και δει το φως της δημοσιότητας να προσμετρηθεί η παρουσία του Κρητός ποιητού στους έλληνες δημιουργούς προπομπούς του μοντέρνου στίχου στην χώρα μας, αν δεν λαθεύουμε στις θέσεις μας. Σε εκείνο ακόμα που οφείλουμε να σταθούμε στην αντιγραφή των μεταφράσεων του Τωμαδάκη αλλά και της συγκεκριμένης εποπτείας της ποιητικής του παραγωγής είναι οι χρόνοι και οι ημερομηνίες έναρξης γραφής/ δημοσίευσης των Ποιημάτων και των Μεταφράσεων αυτών, όπως αναφερθήκαμε και σε προηγούμενο σημείωμά μας. Οι Μεταφράσεις του εκτός από τρείς φέρουν τα ακριβή στοιχεία της χρονολογίας τους, βλέπουμε ότι είναι μεταφράσεις του κατά την περίοδο της Ναζιστικής Κατοχής και του Πολέμου. Άλλες φέρουν και το τοπόσημο συγγραφής τους, την Κρήτη, το Εξωτερικό. Το ίδιο συμβαίνει και στην πρωτογενή ποιητική του παραγωγή. Το χρονικό διάνυσμα των ποιητικών εγγραφών του είναι συγκεκριμένο καθώς και ο τόπος καταγωγής του καθηγητή- ποιητή.
Σαν γενική διαπίστωση
μπορούμε να σημειώσουμε ότι μεγάλο μέρος των ποιημάτων του Νικόλαου Β. Τωμαδάκη
τα διακρίνει μία θρησκευτική ευσέβεια και ατμόσφαιρα, ένα θρησκευτικό κλίμα της
εποχής και της οικογενειακής και εκπαιδευτικής αγωγής του. Άλλες πλευρές της
ποίησής του είναι οι εφηβικές και νεανικές του αναπολήσεις, η υγρή και θλιμμένη
νοσταλγία του για όσα πέρασαν και δεν κατόρθωσε να υλοποιήσει, οι μελαγχολικές
αναμνήσεις του για πρόσωπα που συνάντησε και δεν κατορθώθηκε να έρθουν
κοντύτερα, στόχοι και συναισθήματα μέσα στην διαδρομή του χρόνου που δεν ευοδώθηκαν καθώς τα
χρόνια περνούσαν. Ο Ιωάννης Μ. Χατζηφώτης, στα Επιλεγόμενά του δεν μας κάνει
λόγο για τις Μεταφραστικές του επιλογές, δηλαδή τους Λατίνους και Ιταλούς
ποιητές που μεταφράζει έστω και αποσπασματικά, από τον κλασικό Πετράρχη και τον «πολιτειολόγο»
Μακιαβέλλι, τον «ερασιθάνατο» Λεοπάρντι έως τον ιδρυτή του Φουτουρισμού και
θιασώτη των Μηχανών και των Τεχνολογικών επιτευγμάτων, τον αμφισβητούμενο ως προς
τις πολιτικές επιλογές των χρόνων του Ντ’ Αννούντσιο, θεατρικό συγγραφέα,
πεζογράφο και ποιητή. Γνωστά μας όνομα της Ιταλικής ποιητικής και παγκόσμιας
παράδοσης, στο ελληνικό κοινό από τις πρώτες δεκαετίες του 1900 και των
λογοτεχνικών περιοδικών που κυκλοφορούσαν εκείνη την περίοδο. Επιδράσεις και
συνομιλίες, «αντιγραφές» και μιμήσεις, υπερβάσεις και επικαλύψεις, οφειλές και
κοινά βαδίσματα ύφους, θεματικών ταμπλό και εικόνων κοινά οράματα του Μεσογειακού
κόσμου και των πολιτιστικών μύθων που γέννησε μέσα στους χρόνους της Ιστορικής
εξέλιξης.
Στην αντιγραφή
αυτή των μεταφράσεων, δεν είχα τα απαραίτητα στοιχεία- πηγές που θα με βοηθούσαν
να εντοπίσω που ακριβώς και πότε δημοσιεύτηκαν αυτές οι μεταφραστικές ελάχιστες
εργασίες του βυζαντινολόγου- ποιητή Νικόλαου Β. Τωμαδάκη, εξάλλου, ούτε ο
φιλολογικός επιμελητής του τόμου και μαθητής του το πράττει, που ίσως, ενδέχεται,
να είχε την δυνατότητα έχοντας δίπλα του το Αρχείο του πανεπιστημιακού ποιητή
να συναντήσει τις ακριβείς πληροφορίες. Όπως και νάχει, τόσο τα επιλεγμένα ποιήματά
του όσο και οι ενδεικτικές μεταφράσεις του μας αποκαλύπτουν τον ψυχικό κόσμο
του ποιητή και μεταφραστή, τις συγγραφικές και αισθητικές συγγένειές του, την
φιλοσοφία του για την ζωή και τις καταστάσεις της, μέρος των ιδεών του τον συναισθηματικό του κόσμο. Από το «Προανάκρουσμα»
έως το «Σιωπητήριον» έχουμε μία ποιητική ύπαρξη που ως αντίδωρο στον βιολόγικό της
ύπαρξής της χρόνο, του επιστρέφει και μας επιστρέφει τα ποιητικά της δώρα, κοινοποιώντας
τον λιτό και ευαίσθητο λόγο του ποιητή, την αυθεντική φιλοσοφία της ζωή του, την
ειλικρίνεια της φωνής του, μέσα από λέξεις, φράσεις, εικόνες, τόνους και
επιτονισμούς, χρωματισμούς αισθημάτων της προσωπικής του γραφής και γλωσσικού στιλ.
Αξίζει ο
κόπος κατά την ταπεινή μας εκ Πόλεως Πειραιώς άποψη, να ενδιαφερθεί κάποιος αρμόδιος
και να αναστυλωθούν εκ νέου τα Ποιήματα και οι Μεταφράσεις του Νικόλαου Β. Τωμαδάκη
και όσα άλλα ποιήματά του και μεταφράσεις του ανακαλυφθούν και να δοθούν στους αναγνώστες
του μέλλοντος.
ΠΡΟΑΝΑΚΡΟΥΣΜΑ
ΑΡΑΓΕ
ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΚΟΜΗ;
Μου
ζητάτε τραγούδια να Σας γράψω,
να
ψάλλω με χαρούμενη φωνή,
να
σύρω τα βήματα του χορού γελαστός,
ή
να πώ τον ανείπωτο πόνο μου,
να
ξεσκεπάσω τη θλίψη μου!
Άραγε
υπάρχουν ακόμη γαλάζιες θάλασσες,
γαληνεμένες
τα καλοκαιρινά απόβραδα,
που
ξαφνικά θυμώνουν κι υψώνουν κύματα,
κι
ανακατεύονται χοχλάδια κι άμμος;
Άραγε
υπάρχουν ακόμη βοσκοί στα βουνά
που
τραγουδούν και σφυρίζουν,
βελάζουν
και τριπηδούν τα νιογέννητα αρνάκια,
που
τώρα τα βλέπομε μονάχα στα κρεοπωλεία;
Άραγε
υπάρχουν ακόμη νερά τρεχούμενα,
κάμποι,
ποτάμια, πολύχρωμες πεταλούδες,
παιδιά
αθώα, χαμόγελα βρεφών, βασιλέματα
πορφυρά
που χρυσίζουν τα τζάμια των εξωκλησιών
κι
αυγές που ροδίζουν τα παρθενικά βουνά;
Άραγε
ν’ ακούεται ακόμη η οχλοβοή των τραγουδιών
και
να συνερίζωνται τα παιδιά στα παιχνίδια τους,
παραβγαίνοντας
στο βόλι, στο πήδημα, στην αμπάριζα’
υπάρχουν
χαρταετοί που πετούν σε γαλάζιους ουρανούς,
βασιλικοί
που ανθούν στα ξύλινα μπαλκόνια,
κιθάρες
κάτω από τα παραθύρια των κοριτσιών;
Ή
υπάρχει μονάχα πικρότατη Γνώσις, Σοφία ατέρμονη
και
βιβλία σωροί και κιμωλίες;
1969.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
19/4/2026
ΥΓ. Ερωτήματα σε καιρούς που «η ανάγκη γίνεται Ιστορία».
Κύριε, Κύριε, τώρα που βρίσκεσαι ακόμα ανάμεσά μας, μήπως γίνεται να φωτίσεις
τον Έλληνα Χουντίνη κυβερνήτη μας να πάψει για λίγο να μας ψηφιοποιεί και να μας
εκσυγχρονίζει- υπερ πλεόνασαν τα σκάνδαλα και οι οικονομικές λοβιτούρες- έστω μέχρι
της Αναλήψεώς Σου, και μετά βλέπουμε;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου