Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΣΤΕΝΑΓΜΩΝ
Ήθελα νάταν κάπου, σ’ ένα δάσος, μακρυά, μια Παναγιά των Στεναγμών, μια γοτθική παράξενη εκκλησία, χαμένη και μονάχη μεσ’ στο δάσος.
Και μάλιστα θαρρώ, θα προτιμούσα, ποτέ να μην την ήξερε κανείς, χαμένη και μονάχη μεσ’ στο δάσος να μη την ξέραν μήτε τα πουλιά, να ήταν γνωστή μονάχα στο φεγγάρι, κι όχι το φεγγάρι που ανατέλλει, ή το φεγγάρι που μεσουρανεί-μα το λειψό θανάσιμο φεγγάρι-ένα φεγγάρι, λίγο πριν να δύση, μεσ’ στον αβυσσαλέο τον ουρανό.
Κι οι Στεναγμοί της να ήταν είκοσι έξη.
Και πρώτα-πρώτα, ο Στεναγμός της ώρας που ήμουν μόνος.
Κι έπειτα οι άλλοι Στεναγμοί, με τη σειρά:
-Ο Στεναγμός της πρώτης σου ματιάς.
-Ο Στεναγμός της νύχτας που δε σ’ είδα.
-Ο Στεναγμός που σούγραψα το πρώτο μου τραγούδι.
-Ο Στεναγμός της υποψίας πως αγαπούσες άλλον.
-Ο Στεναγμός κάποιας βραδιάς που είπες πως δε με ξέρεις.
-Ο Στεναγμός να μη μπορώ τρία βράδια να σε ιδώ.
-Ο Στεναγμός της νύχτας που σε βρήκα.
-Ο Στεναγμός του δειλινού που πήγαμε στο δάσος
-Ο Στεναγμός του ρόδου που είχες κόψει
-Ο Στεναγμός του σιωπηλού χαμόγελου, την ώρα που χωρίζαμε στη σκάλα
-Ο θείος ο Στεναγμός της άλλης μέρας
-Ο Στεναγμός μιας ώρας αλησμόνητης
-Ο Στεναγμός μας το πρωί, κατόπι
-Ο Στεναγμός του πρώτου μας θυμού
-Ο Στεναγμός κάποιου άλλου που σ’ αγάπησε
-Ο Στεναγμός της αγωνίας που βάσταξε δυό μέρες
-Ο Στεναγμός ενός φιλιού, κατόπι απ’ το θυμό μας το θυμάσαι;
-Ο Στεναγμός να σ’ αγαπώ, να σ’ αγαπώ όπως πάντα
-Ο Στεναγμός του να ζητώ το απόλυτο από σένα
-Ο Στεναγμός να μη μπορής να μου το δώσης
-Ο Στεναγμός του πόθου μου που φεύγει
-Ο Στεναγμός του πόθου που έχει φύγει
-Ο Στεναγμός, να προσπαθώ να σβήσης απ’το νου μου
-Ο Στεναγμός να γίνη-δίχως δάκρυα
Κι’ ας βάλουμε στο τέλος, σ’ όλα αυτά-και κάποιον Στεναγμό που δε θυμούμαι.  

    Πάνε χρόνια τώρα, που έγραψα τις τρείς μελέτες για τον λυρικό και μουσικό ποιητή του μεσοπολέμου και έδωσα μια σχετική διάλεξη. Παιδί ακόμα, άκουσα σε σπίτι παλαιών και καλών φίλων στον Πειραιά, τα ποιήματά του, το γνωστό μας «το απλό παιδί που εγώ αγαπώ δεν έζησε στα πλούτη….», ή το «γλυκάθηκα, γλυκάθηκα από το άλικό σου στόμα κι όσα φιλιά και αν μου δωσες δεν σε χορταίνω ακόμα…». Αργότερα, από το βιβλιοπωλείο του Λαδιά στην Ιπποκράτους-νομίζω-αγόρασα τα «Ποιήματά» του στην έκδοση του Γεωργίου Φέξη 1964, με την γνωστή εισαγωγή του ποιητή και μεταφραστή Άρη Δικταίου με το κιλό στην ζυγαριά. Στην αρχή, νόμισα ότι ο τότε βιβλιοπώλης έκανε λάθος, ο τόμος με την πορτοκαλί κουβερτούρα ήταν δεμένος μαζί με άλλα βιβλία, του Κρισναμούρτη, του Έριχ Φρομ και τελευταίο βρίσκονταν ο ογκώδης τόμος με τα Άπαντα του ποιητή. Αφού τα έβγαλε από την ζυγαριά ο υπάλληλος, έδωσα το χρηματικό ποσό και κατηφόρισα για τον Ηλεκτρικό Σταθμό της Ομόνοιας για να πάρω το τραίνο για τον Πειραιά. Μέσα στο βαγόνι του τραίνου δεν μπορούσα να κρύψω την χαρά μου καθώς ξεφύλλιζα ιεροκρυφίως-τότε-τις σελίδες του βιβλίου με τα ποιήματα του ποιητή. Μέχρι τότε είχα διαβάσει μόνο τα ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη. Κάνοντας ένα μεγάλο χρονικό άλμα, αναφέρω ότι αρχές τις δεκαετίας του 2000 καθώς ετοίμαζα ένα βιβλίο για τον Πειραιά, συνάντησα και ασφαλώς ρώτησα τον δικηγόρο και συγγραφέα Πάνο Παναγιωτούνη, για την περιβόητη δίκη της έκδοσης αυτής και ειδικότερα εναντίον του Άρη Δικταίου, ο Παναγιωτούνης μου δικαιολογήθηκε ότι δεν είχε πρόθεση να στραφεί εναντίον του Δικταίου, μπορεί να ήταν εναντίον της ομοφυλοφιλίας αλλά δεν ήθελε να σταματήσει την έκδοση. Κουβεντιάσαμε και άλλα, και μου έδωσε την εντύπωση ότι η δίωξη έγινε παρά την δική του πρόθεση. Αντίθετα, άλλοι συγγραφείς, που γνώρισαν από κοντά τον Άρη Δικταίο, μου είχαν μιλήσει πολύ απαξιωτικά για την συμπεριφορά  του δικηγόρου και συγγραφέα την εποχή εκείνη. Επανερχόμενος στον Ναπολέων Λαπαθιώτη και το έργο του, και καθώς μελετούσα και άλλους παράλληλα ποιητές του μεσοπολέμου, έθεσα στις σωστές αναγνωστικές διαστάσεις το ποιητικό του έργο. Ένα έργο αρκετά μεγάλο για την εποχή του, που περιλαμβάνει όχι μόνο ποιήματα, αλλά και μεταφράσεις, μικρά δοκίμια και μικρές αφηγηματικές ιστορίες που στις μέρες μας εκδόθηκαν. Στην Εθνική Βιβλιοθήκη αν θυμάμαι καλά συνάντησα και το λαϊκό οικογενειακό περιοδικό «Μπουκέτο» και διάβασα κείμενά του. Ο συγγραφέας και εκδότης αργότερα Τάσος Κόρφης με κατατόπισε αρτιότερα για το έργο του, καθώς και άλλοι συγγραφείς, όπως ο συγγραφέας Γιώργος Ιωάννου.
    Κάπως έτσι, από μια φιλική και αγαπητή παρέα του Πειραιά και από μια αγορά του κιλού γνώρισα τον Ναπολέων Λαπαθιώτη και έγραψα μετά από χρόνια τις μικρές μελέτες μου που αναφέρω στην σχετική ενδεικτική βιβλιογραφία και πέρασα σχετικά πρόσφατα και στο blok μου.
Σίγουρα, η επιλογή του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη να τον εντάξει στην προσωπική του Ανθολογία με τίτλο «Η Χαμηλή Φωνή»-Τα λυρικά μιας άλλης εποχής στους παλιούς ρυθμούς, εκδ. Νεφέλη 1990, με δύο του ποιήματα το «Πόθος» και τον «Αποχαιρετισμό» μεταξύ του Λάμπρου Πορφύρα και του Ρώμου Φιλύρα, δεν είναι τυχαία ούτε άστοχη. Ο Ναπολέων Λαπαθιώτη υπήρξε μια μελωδική και ρομαντική ποιητική φωνή του μεσοπολέμου που, μας άφησε ωραία ποιήματα, αλλά χαμηλής έντασης σε σχέση με άλλους ομοτέχνους του της εποχής του. Πρόσωπο τραγικό αλλά και δυναμικό, προερχόταν από Βενιζελική οικογένεια στρατιωτικών, όχι μόνο από πολύ νωρίς αποδέχτηκε την ερωτική του ιδιαιτερότητα, δεν την έκρυψε από το περιβάλλον του, αλλά επέλεξε να βοηθήσει προς το τέλος της ζωής το ΕΑΜ της περιοχής του υποστηρίζοντας το Κομουνιστικό κόμμα, και προέβη σε μια φοβερά επαναστατική κοινωνική πράξη για την εποχή του, έστειλε επιστολή στον τότε αρχιεπίσκοπο Αθηνών ζητώντας του να τον διαγράψει από τα κατάστιχα της Ορθοδόξου Εκκλησίας μια που είναι συνειδητά Άθεος., μια κίνηση αρκετά τολμηρή και προκλητική. Από όσο εγώ γνωρίζω, μόνο δύο άλλοι συγγραφείς και διανοούμενοι επίσημα έχουν προβεί σε παρόμοιες δηλώσεις, ο λαογράφος και συγγραφέας Ηλίας Πετρόπουλος και ο γνωστός μας θεωρητικός του κινηματογράφου και συγγραφέας Βασίλης Ραφαηλίδης.. Το κοινωνικό και πολιτικό «Μανιφέστο» του που δημοσίευσε στο γνωστό περιοδικό των δημοτικιστών «Ο Νουμάς», τεύχος 524/ 19-4-1914 σελίδα 103, προκάλεσε επίσης στην εποχή του πολλές συζητήσεις και έμεινε αρκετές εβδομάδες στην επιφάνεια της καλλιτεχνικής και κοινωνικής επικαιρότητας. Τα ποιήματά του δημοσιεύτηκαν στα γνωστότερα περιοδικά της εποχής του όπως η «Διάπλαση των Παίδων», η «Ηγησώ», η «Κριτική Τέχνη», τα «Παναθήναια», η «Δάφνη», η «Πνευματική Ζωή» και σε αρκετά άλλα.
Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης υπήρξε επίσης και αρκετά φιλόζωος όπως μας φανερώνουν αρκετά του ποιήματα και έντονα φυσιολάτρης. Τα ποιήματά του διακρίνονται για την έντονη και φανερή μουσικότητά τους, τον απελπισμένο συνήθως ρομαντισμό τους, την μελαγχολική τους διάθεση, τις αφηρημένες πολλές φορές καταστάσεις τους, την έντονη συναισθηματική τους διάθεση, έχουν ένα ελεγειακό τόνο που εξατμίζουν κάθε συγκεκριμένη προσωπική κατάσταση συμβολοποιώντας τις εσωτερικές του διαθέσεις και τον ταραγμένο ωραιοπαθή ψυχικό του κόσμο. Μια ατμόσφαιρα ματαιότητας τυλίγει σαν ομίχλη τις ποιητικές του συνθέσεις, μια διάθεση αναδρομής προς την χαμένη ωραιότητα και ανθηρότητα της νιότης που φεύγει αναστρεπτή και αφήνει πίσω της πόνο και θλίψη. Πολλά του ποιήματα μοιάζουν με φευγαλέες εντυπώσεις χαμένων ερωτικών στιγμών, έχουν ένα ερωτικό χαμένο ορόσημο που επαναλαμβάνεται, μια κραυγή αγωνίας που εκφράζει μόνο την χαμένη νιότη, το αιώνιο πάθος ενός τραγικού ωραιοπαθή να ανακαλύψει όχι τόσο το ελιξίριο της αθανασίας αλλά της αιώνιας νεανικής ομορφιάς, να δημιουργήσει τον καθρέφτη της προσωπικής του μοίρας που πάνω του θα αποθέσει την δική του φθορά του χρόνου σαν άλλος Ντόριαν Γκρέι. Ο  Ναπολέων Λαπαθιώτης ακολούθησε στο έργο του το κίνημα αυτό του Αισθητισμού που ολοκληρώθηκε με το έργο του Άγγλου Όσκαρ Ουάιλντ και την σημαντική παρουσία του. Αυτός ο Αθηναίος Ντόριαν Γκρέι όπως τον αποκάλεσαν, είχε πάντοτε ένα πικρό και θλιμμένο χαμόγελο, μια αδιόρατη θλίψη, μια μελαγχολική διάθεση πάντα στην προσωπική του ζωή αλλά και μέσα στο έργο του δύσκολα διακρίνεις ακτίνες ελπίδας και αισιοδοξίας. Ήταν ένα χλωμό εξωτικό λουλούδι που δεν ήξερε προς τα πού να στραφεί για να πάρει την παρηγοριά και την ανάσα φωτός που χρειάζονταν για να διατηρηθεί στην ζωή. Ψιθυριστές εκμυστηρεύσεις, χαμηλή υποβολή ερωτικής διάθεσης, ατομικές αντιστάσεις ματαιότητας, έντονη φυσιολατρία , αγάπη για τα ζώα, τα λουλούδια  τα φτωχά κοριτσάκια και παιδάκια, αλλά και τους εφήβους και νέους της εργατικής τάξης που αναζητούσε στους νυχτερινούς περιπάτους του. Υπήρξε μια ερωτική νυχτερίδα που αποζητούσε το αντρικό φιλί παρηγοριάς, την αντρική αγκαλιά για να χουχουλιάσει την μοναξιά του, το τρυφερό όσο και σκληρό αντρικό άγγιγμα που θα τον απαλλάξει από τα δεσμά της αντίξοης μοίρας του. Επαναστάτης αλλά και διχασμένος εσωτερικά, ιδεολογικά πρωτοπόρος αλλά και διαλυμένος ψυχικά, άρρωστα ωραιοπαθής αλλά και καταλυτικά τρυφερός απέναντι σε κάθε αδικημένο πλάσμα της ζωής, όλη σχεδόν η ποίησή του, είναι ένα πορτρέτο της προσωπικής του σύντομης πορείας, μια αφήγηση της χαμένης ερωτικής του περιπέτειας, μια επιθυμία να υπερβεί τα όρια της ατομικής του μοίρας, να υπερπηδήσει τα κοινωνικά κράσπεδα της εποχής του και του κοινωνικού του περίγυρου, μια λεπτεπίλεπτη ύπαρξη που ελκόταν από αυτοκαταστροφική διάθεση, από μια τάση ενός εστέτ να οδηγηθεί με τον δικό του τρόπο στην επιλογική λύση θανάτου του Κώστα Καρυωτάκη, όπως και έγινε, δύο ανένταχτες προσωπικότητες που δεν τους κατανόησε η εποχή τους, ούτε οι άνθρωποι του καιρού τους συγχώρησαν την υπερβολική ίσως και «αρρωστημένη» ευαισθησία τους, αλλά σίγουρα, με τον ελπιδοφόρο κοινωνικό οραματισμό τους. Όνειρα δημιουργών που υλοποιήθηκαν μόνο μέσα στην ποιητική δημιουργία, καθώς η ζωή τους δόθηκε με το σταγονόμετρο. Σίγουρα κορυφαίος ποιητής του Μεσοπολέμου καταξιώθηκε στις μεταγενέστερες συνειδήσεις ο αυτόχειρας της Πρέβεζας, όμως η θέση που κατέχει στα ελληνικά μας γράμματα η ποιητική φωνή του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη δεν είναι μικρή, είναι μια ποιητική πόα που ξεδιψά τους κουρασμένους από έρωτα αναγνώστες της.
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ ΠΕΘΑΝΕ
Τ’ όνειρό μου πέθανε, χτες αργά το βράδι.
Μόνος, τώρα, κι έρημος, τι μπορώ να πω;
Κι όμως, τόξαιρε καλά, το βαθύ το χάδι,
πόσο τ’ αγαπώ!
Μου κρατούσε συντροφιά, τις βαρειές τις ώρες,
που τις τρέμει μοναχή, κάθε μια ψυχή,
κι’ όσο τόχει δίπλα της, ας κυλούν οι μπόρες,
δεν ανησυχεί…
Τ’ όνειρό μου πέθανε, χτές αργά, το βράδι.
Πες, δεν έζησε ποτέ. Μην τ’ αναπολής…
Μα ο καιρός μου, πούχασα το δικό του χάδι,
τώρα, είναι πολύς!
Κι’ όσο για τις άφωνες πονεμένες ώρες
-ώρες δίχως όνειρο, σε μια ζωή πεζή,
τώρα, μόνο, τώνιωσα, πόσο είναι αιμοβόρες
-τώρα, που δε ζη!...     
                               

ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ
• «Τα Ποιήματα», Πυρσός 1939
• «Τα Ποιήματα», εισαγωγή Άρης Δικταίος, Φέξη 1964
• «Ποιήματα», εισαγωγή Σωτήρης Γερακούδης, Ζήτρος-Θεσσαλονίκη 1997
• «Η ζωή μου»(απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας), επιμέλεια: Γιάννης Παπακώστας, Στιγμή 1986, β΄ έκδοση Κέδρος 2009
• «Το τάμα της Ανθούλας», επιμέλεια: Γιάννης Παπακώστας, Λιβάνη 2007
• Αντρέ Ζίντ, «Ο Όσκαρ Ουάιλντ και Εγώ», απόδοση Ναπολέων Λαπαθιώτης, Στοχαστής 1997, β΄ έκδοση Ίνδικτος 2005
• «Κάπου περνούσε μια φωνή»-Σελίδες μιας Αθήνας περασμένης, φιλολογική επιμέλεια-επιλεγόμενα: Νίκος Σαραντάκος, Ερατώ 2011
• «Τα μαραμένα μάτια»-και άλλες ιστορίες, φιλολογική επιμέλεια-επιλεγόμενα: Νίκος Σαραντάκος, Ερατώ 2011
• «Ο μυστηριώδης φίλος»-και άλλες ιστορίες, φιλολογική επιμέλεια-επιλεγόμενα: Νίκος Σαραντάκος, Ερατώ 2013
ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
• Άρης Δικταίος, «Ν. Λ. Η ζωή και το έργο του», Γνώση 1984
• Τάσος Κόρφης, «Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του», Πρόσπερος 1985
• Γιώργος Τσουκαλάς, «Κουρασμένος απ’ τον Έρωτα», Εκλεκτική Βιβλιοθήκη 1985
• Γιάννης Παλαμιώτης, «Ν. Λ. Μια φανταστική συνέντευξη», Μπιλιέτο 1996
• Τάκης Σπετσιώτης, «Χαίρε Ναπολέων»-Δοκίμιο για την τέχνη του Ν. Λ.., Άγρα 1999
• Σωτήρης Τριβιζάς, επιμέλεια: «Ναπολέων Λαπαθιώτης, Μια παρουσίαση», Γαβριηλίδης 2000
• Χριστίνα Ντουνιά: εισαγωγή-επιμέλεια, «Ναπολέων Λαπαθιώτης-….του έρωτα πάλι το στενό», Ημερολόγιο 2009, Μεταίχμιο 2009
ΜΙΑ ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΟΞΩΠΟΡΤΑ
Μια σιδερένια οξώπορτα,
στο σπίτι μου είχ’ απόξω.
Κάθε κακό και πειρασμό
μακρυά μου να το διώξω.
Μα ήταν ψηλή η αγάπη σου
και, δίχως να το νιώσω,
απ’ το φεγγίτη γλίστρησε
και μπήκε μέσα, ωστόσο!
Κι έφερε πίσω τους καημούς,
λύπες και πίκρες κι έννοιες,
-Του κάκου όσοι κλειδώνεστε
με πόρτες σιδερένιες.     

Ενδεικτική Βιβλιογραφία
• Μιχάλης Μερακλής-Ευδοκία Παραδείση, λήμμα στο Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Πατάκη 2007
• Θανάσης Γιοχάλας-Τόνια Καφετζάκη, «Αθήνα»-Ιχνηλατώντας την πόλη με οδηγό την ιστορία και τη λογοτεχνία, Εστία 2013
• Βασίλης Δ. Αναγνωστόπουλος-Κώστας Φωτάκης, «Λεξικό Συγγραφέων», Πατάκη 2000
• περ. Γράμματα τχ. (42) 1/1,1944, «Ναπολέων Λαπαθιώτης»
(Με το θάνατο του Ν. Λ. έσπασε μια μελωδική-ίσως η μελωδικότερη που της έμεινε- χορδή της ελληνίδας λύρας……»
και τχ. (37)/1/1,1943 (για τον θάνατό του)
• περ. Ραδιοτηλεόραση 17/1/1983, «Οι Ποιητές μας»-Ο Λαπαθιώτης.
(Προσέγγιση του πορτραίτου του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη που το όνομά του είχε συνδεθεί μ’ ένα ζωντανό θρύλο για τις γενιές του 1920 και 1930…)
• εφ. Τα Νέα 29/10/1980, «Αφιέρωμα στον Λαπαθιώτη»
(Ένα αφιέρωμα στη ζωή και το έργο του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη θα παρουσίαση αύριο η εκπομπή «Επιλογή» της ΕΡΤ…. Η σκηνοθεσία της εκπομπής είναι του Γιώργου Εμιρζά)
• περιοδικό «ΗΓΗΣΩ» 1907-1908 μηνιαία έκδοση,(φωτογραφική αναπαραγωγή) από τις εκδόσεις του Ε.Λ.Ι.Α 1980
• Γ. Παναγιώτου-Τάσος Κόρφης-Ντίνος Χριστιανόπουλος, περ. Διαγώνιος τχ. 18/1969 (Βιβλιογραφικά στον Λαπαθιώτη)
--
• Γρηγόρης Αντίγονος, περιοδικό Έρμαχος τχ. 6/1,4,1986 σ. 12
«Παρουσίαση Ποιητών»-Ναπολέων Λαπαθιώτης,
• Τέλλος Άγρας, περ. Νέα Εστία  τχ. 398-399/1-15/1/1944
(Έργον Τέχνης)
• Αλέξανδρος Αργυρίου, περ. η λέξη τχ. 33/3,4,1984
(Ένας Λαπαθιώτης, κοιταγμένος μεροληπτικά στο όνομα μιας νέας νοοτροπίας)
• Αλέξανδρος Αργυρίου, «Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας», τόμος 2ος Καστανιώτη 2007
• Κάτια Αρφαρά, εφ. Το Βήμα 7/12/1999
(Ο δανδής, ο σκηνοθέτης και ο ζωγράφος. Ένας φανταστικός διάλογος του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη με τον κινηματογραφιστή Τάκης Σπετσιώτη και τον εικαστικό καλλιτέχνη Άγγελο Παπαδημητρίου)
--
• Τάσος Βουρνάς, Ιστορικά και Φιλολογικά Πορτραίτα, Τολίδης 1951
• Βάσος Βαρίκας, Συγγραφείς και Κείμενα, τόμος Α, Ερμής 1975
(Ένας νεορομαντικός)
• Νίκος Βατόπουλος, εφ. Η Καθημερινή 30/1/1994
(Ο… άλλος θάνατος του ποιητή. Διατηρητέο κρίθηκε το σπίτι του Ν. Λαπαθιώτη...)
• Κώστας Βάρναλης, Αισθητικά-Κριτικά, τόμος Β, Κέδρος 1977
• Κώστας Βάρναλης, Φιλολογικά Απομνημονεύματα, Κέδρος 1980
• Αθηνά Βογιατζόγλου, εφ. Η Αυγή-Αναγνώσεις 24/10/2010
(Ως Πλάτων Χαρμίδης ο Λαπαθιώτης είχε εμφανιστεί και το 1921, όταν είχε υποβάλλει υποψηφιότητα σε ποιητικό διαγωνισμό, στην κριτική επιτροπή του…)
----
• Λιάνα Γιαννακοπούλου, «Ο Παρθενώνας στην ποίηση»-Μια Ανθολογία, Ε.Λ.Ι.Α. 2009
• Πέτρος Γλέζος, περ. Νέα Εστία τχ. 881/15-3-1964
(Μια ανάμνηση)
• Περιοδικό Τομές τχ. 5/10, 1976
(Προκειμένου για έργο φιλοτεχνημένο από χέρια γυναικεία, δεν υπάρχει, νομίζω, μεγαλύτερος έπαινος, παρά να το αποκαλέση κανένας «ώριμο έργο ανδρικό»)
----
• Λουκάς Δαράκης, Για την Τέχνη και τη Ζωή-Απαντούν 34 προσωπικότητες, Φιλιππότη 1987
• Δημήτρης Δασκαλόπουλος, περ. Διαβάζω τχ. 95/30-5-1984
(Η Ζωή μου)
• Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Τα βήματα του χρόνου, Διάττων 1987
• Τιτίκα Δημητρούλια, περ. Διαβάζω τχ. 284/1-4-1992
(Έλληνες αυτόχειρες λογοτέχνες 1832-1991)
• Νίκος Δανδής, περ. Οδός Πανός τχ. 72/3,4,1994
(Ένας συνεπής του αισθητισμού)
• Άρης Δικταίος, περ. Νέα Εστία τχ. 881/15-3-1964
(Πως γνωρίστηκα με τον Λαπαθιώτη)
• Άρης Δικταίος, περ. Νέα Εστία τχ. 881/15-3-1964
(Τα Ευρισκόμενα)
• Νάσος Δετζώρτζης, Συνεντεύξεις και Έρευνες, Γαβριηλίδης 1994
• Κωνσταντίνος Θ. Δημαράς, «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», 9η έκδοση Γνώση 2000
----
• Αλέξης Ζήρας, περ. Διαβάζω τχ. 95/30-5-1984
(Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης αισθητικός και αισθησιακός)
----
• Γιώργος Ιωάννου, περ. η λέξη τχ. 33/3,4,1984
(Ο Γείτονάς μου ο Λαπαθιώτης)
• Γιώργος Ιωάννου, Ο της φύσεως έρως-(Παπαδιαμάντης-Καβάφης- Λαπαθιώτης), Κέδρος 1985
----
• Τάσος Κοντογιαννίδης, Ήρωες και Προδότες στην Κατοχική Ελλάδα, Πελασγός χ.χ. δες εφ. Η Ακρόπολις 7/3/1999, «Πως πέθανε από την πείνα ο ποιητής Ν. Λ.»
• Τάσος Κόρφης, περ. Φιλολογική Πρωτοχρονιά τόμος 26/1969
(Μνήμη Ναπολέοντος Λαπαθιώτη)
• Τάσος Κόρφης, περ. Διαβάζω τχ. 95/30-5-1984
(Η αισθητική του Ναπολέων Λαπαθιώτη μέσα από το ανέκδοτο ημερολόγιό του)
• Τάσος Κόρφης, Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, τόμος 9ος Χάρη Πάτση χ.χ.
(άρθρο για τον Λαπαθιώτη)
• Τάσος Κόρφης, περ. η λέξη τχ. 33/3,4,1984
(Δώδεκα στιγμές από τη ζωή του Ν. Λ.)
• Τάσος Κόρφης, Ματιές σε ποιητές του Μεσοπολέμου, Πρόσπερος 1978
• Αντώνης Κάλφας, περ. Διαβάζω τχ. 95/30-5-1984
(Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης και τρία παραδείγματα κριτικής)
• Ματίνα Καλτάκη, εφ. Ο κόσμος του Επενδυτή 23/10/2004
(28η Οκτωβρίου. Παλαμάς-Αττίκ-Λαπαθιώτης-Δέλτα. Το κουαρτέτο των «νικημένων»)
• Γιάννης Καιροφύλλας, Αυτοί οι ωραίοι τρελοί, Φιλιππότη 1986
• Γιώργος Κοτζιούλας, Αγαπητέ Κοτζιούλα. Η αλληλογραφία του ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα(1927-1955), Οδυσσέας 1994
• Κώστας Κοβάνης, περ. Πολιτικά Θέματα τχ. 495/30-3-/5-4/1984
(Μπουκέτο 1924-1941…)
• Τάκης Καρβέλης, Η Νεότερη Ποίηση-Θεωρία και πράξη, Κώδικας 1983
• Χ. Λ. Καράογλου, Η Αθηναϊκή κριτική και ο Καβάφης 1918-1924. University Stydio Press 1985
• Κατερίνα Κωστίου, Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμος 5ος, Εκδοτική Αθηνών 1985 (λήμμα)
----
• Νίκη Λυκούργου, περ. Διαβάζω τχ. 309/14-4-1993
(Στρατής Μυριβήλης-Ναπολέων Λαπαθιώτης: Μια συνάντηση)
----
• Επωνύμως, εφ. Ελευθεροτυπία 7/10/1999
(«Λυπήσου με μες στην αγανάκτησή μου»)
----
• Μιχάλης Μερακλής, περ. Διαβάζω τχ. 95/30-5-1984
(Η ποίηση του Ναπολέων Λαπαθιώτη)
• Τάσος Ι. Μουμτζής, περ. η λέξη τχ. 33/3,4,1984
(Τα στρατιωτικά χρόνια του Ναπολέων Λαπαθιώτη)
• Ευάγγελος Ν. Μόσχος, Μύρο και Δάκρυ, Ίκαρος 1988
• Γιώργος Μυλωνογιάννης, Πορτραίτα, Καρανάσης 1987
• Γιώργος Χ. Μπαλούρδος, εφ. Εξόρμηση Κυριακή 24/7/1994, σ. 24
(Ναπολέων Λαπαθιώτης-Η μνήμη και η συνείδηση)
• Γιώργος Χ. Μπαλούρδος, περ. Πνευματική Ζωή τχ. 81-82/11,12,1994, σ.540-544
(Ναπολέων Λαπαθιώτης-Πενήντα χρόνια από τον θάνατό του)
• Γιώργος Χ. Μπαλούρδος, περ. Οδός Πανός τχ. 79-80/5,8,1995, σ.58-60
(Ναπολέων Λαπαθιώτης-Ο Χρόνος και ο Θάνατος)
• Γιώργος Χ. Μπαλούρδος, «Ομιλία-διάλεξη» στο Πνευματικό Κέντρο Στρατής Φαλαγκάς, Δευτέρα 16/5/1994. (Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης και εμείς)
• Μυρτιώτισσα, περ. Γράμματα τχ. 3/3,1944
(ποίημα/ του Ναπολέων Λαπαθιώτη Μνημόσυνο)
• Παντελής Μπουκάλας, εφ. Η Καθημερινή 13/11/2007
(Πεζά Λαπαθιώτη και Φιλύρα)
• Χάρης Μαυρομάτης, εφ. Απογευματινή της Κυριακής 22/2/2004
(Με το ύφος του Λαπαθιώτη και του Σαραντάρη)
• Γιώργος Μιχαηλίδης, περ. η λέξη 155/1,2,2000, σ. 32-36
(Το Θηριοτροφείο)
• Ανδρέας Μοθωνιός: Ανακοίνωση, «Εννέα ανέκδοτα ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη», περ. Φιλολογική Πρωτοχρονιά τόμος 34/1977
• Ρόντερικ Μπήτον(Roderick Beaton), «Εισαγωγή στη Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία», Νεφέλη 1996
• Παναγιώτης Δ. Μαστροδημήτρης, «Εισαγωγή στη Νεοελληνική Φιλολογία», 6η έκδοση, Δόμος 1996
• Δώρα Μεντή, εισαγωγή-ανθολόγηση κειμένων, «Η Αθήνα από τον 19ο στον 21ο αιώνα, Πατάκη 2009
----
• Παύλος Νιρβάνας, περ. Νέα Εστία τχ. 881/15-3-1964
(Οι Νέοι)
• Μιχάλης Νικολιδάκης, «Νεοελληνικά», Κ. Γ. Παπαγεωργίου-Ηράκλειο 1989
----
• Γρηγόριος Ξενόπουλος, περ. Νέα Εστία τχ. 881/15-3-1964
(Το Μανιφέστον)
• Στέλιος Ξεφλούδας, επιμέλεια, «Βασική Βιβλιοθήκη», τόμος 30ος , Ζαχαρόπουλος χ.χ.
----
• Μήτσος Παπανικολάου, Κριτικά, Πρόσπερος 1980
• Γιάννης Παπακώστας, εφ. Το Βήμα 9/1/1994
(Τα Πενηντάχρονα μιας αυτοχειρίας)
• Γιώργος Πετρόπουλος, Ιχνηλασία 2, Π. Παρασκευόπουλος 1989
• Κλέων Β. Παράσχος, Έλληνες Λυρικοί, Σ. Σπυρόπουλος 1953
• Κλέων Β. Παράσχος, περ. Νέα Εστία τχ. 398-399/1-15/1/1944
• Κλέων Β. Παράσχος, περ. Νέα Εστία τχ. 881/15-3-1964
(Μνήμη Λαπαθιώτη)
• Αλίκη Παληοδήμου, περ. Διαβάζω τχ. 95/30-5-1984
(Ναπολέων Λαπαθιώτης-Χρονογραφία)
• Αλίκη Παληοδήμου, περ. Διαβάζω τχ. 95/30-5-1984
(Οι απόψεις του Λαπαθιώτη για τον Υπερρεαλισμό)
• Δημήτρης Π. Κωστελένος: επιμέλεια, Βιογραφική Εγκυκλοπαίδεια Ελλήνων Λογοτεχνών, τόμος 2ος, Παγουλάτος χ.χ.
(Άρθρο)
• Ασημάκης Πανσέληνος, περ. η λέξη τχ. 33/3,4,1984
(Ο Λαπαθιώτης και οι «Νέοι Πρωτοπόροι»)
• Γιώργος Παναγιώτου, περ. η λέξη τχ. 33/3,4,1984
• Τάκης Κ. Παπατζώνης, περ. Νέα Εστία τχ. 398-399/1-15/1/1944
(Ο Λαπαθιώτης Μετέωρο και Σκιά)
• Τάκης Κ. Παπατζώνης, περ. Γράμματα τχ. 1/1,1944
(Ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης)
• Γιάγκος Πιερίδης, περιοδικό Φιλολογική Πρωτοχρονιά 1947
(Ναπολέων Λαπαθιώτης-Τα τελευταία του χρόνια)
• Γιώργος Περαστικός, περ. Νεοελληνικά Γράμματα  τχ.  9-4-1938
(συνέντευξη του Ναποέων Λαπαθιώτη στον Γ. Περαστικό)
• Γιάννης Παπακώστας, εφ. Τα Νέα 24/9/1988
(Καρυωτάκης-Λαπαθιώτης)
• Σπύρος Παναγιωτόπουλος, περ. Φιλολογική Πρωτοχρονιά τόμος 14/1957
(Η Πεζογραφία του Λαπαθιώτη)
• Λίνος Πολίτης, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Μ. Ι. Ε.Τ. 1989
--
• Βασίλης Ρουβάλης, εφ. Ελευθεροτυπία 13/9/2000
(Ναπολέων Λαπαθιώτης-μια παρουσίαση)
-
• Κώστας Στεργιόπουλος, περ. Φιλολογική Πρωτοχρονιά τόμος 44/1987
(Ένας Αθηναίος Ντόρια Γκρέϋ. Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης και η ποίησή του)
• Κώστας Στεργιόπουλος,  Η Ελληνική Ποίηση-Η Ανανεωμένη Παράδοση, τόμος Γ, Σοκόλη 1990
• Κώστας Στεργιόπουλος, Περιδιαβάζοντας τόμος Α, Κέδρος 1982
• Γιώργος Ε. Στεφανάκης, εφ. Το Βήμα 28/8/1977
(Ο μυστηριώδης κόσμος ενός Αθηναίου Ντόριαν Γκραίη. Η ζωή κι θάνατος του Ν. Λαπαθιώτη)
• Γιώργος Ε. Στεφανάκης, Επαναγνώσεις, Εστία 1987
(το ίδιο κείμενο)
• Αντώνης Σαμαράκης, περ. Νέα Εστία τχ. 398-399/1-15/1/1944
(«Ελεγείο» ποίημα αφιερωμένο στον Ν. Λ.)
• Πάρις Σπίνου, εφ. Κυριακάτικη 12/12/1999
(«Η ευγένεια δεν έχει πεθάνει». Εμπνευσμένα από 14 ποιήματα του Λαπαθιώτη τα νέα έργα του Άγγελου Παπαδημητρίου στην γκαλερί «Νέες Μορφές»)
- -
• Σωτήρης Τριβιζάς, εφ. Η Καθημερινή 4/1/1944
(Ναπολέων Λαπαθιώτης: ο ποιητής που κατάφερε να κλαίει ανθρώπινα)
• Σωτήρης Τριβιζάς, περ. Ο Πόρφυρας τχ. /Απρίλιος –Ιούνιος 1994
(Δέκα και Ένα άγνωστα στιχουργικά γυμνάσματα του Λαπαθιώτη)
• Σωτήρης Τριβιζάς, «Ποιητές του Μεσοπολέμου», Καστανιώτη 1997
• Δημήτρης Μαλακάσης-Τσέκος, περ. Νέα Εστία τχ. 1617/15-11-1994
(Μνήμη Ναπολέων Λαπαθιώτη)
• Κώστας Α. Τρυπάνης, «Ελληνική Ποίηση», Εστία 1988
• Τήλεφος, εφ. Η Καθημερινή 14/6/1991
(Το «διατηρητέο» του Λαπαθιώτη που κάηκε…)
• Δημήτρης Τσάκωνας, Λογοτεχνία και Κοινωνία στο Μεσοπόλεμο, Κάκτος1987
• Νίκος Τουτουντζάκης, περ. η λέξη τχ. 33/3,4,1984
(Χρονικό Ναπολέων Λαπαθιώτη)
• Νίκος Τουτουντζάκης, περ. Φιλολογική Πρωτοχρονιά τόμος 17/1960
(«Ιδανικοί αυτόχειρες», ποίημα αφιερωμένο στον ποιητή)
• Γιώργος Τσουκαλάς, περ. Νέα Εστία τχ. 881/15-3-1964
(Η πολυφίλητη σκιά)
• Διονύσης Τσουράκης, «Βιογραφίες Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων», Ελληνοεκδοτική 1997
--
• Άδωνις Φατούρος, περ. η λέξη τχ. 33/3,4,1984
(Στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη)
• Φίλιππος Φιλίππου, Ιδανικοί Αυτόχειρες, Νεφέλη 1984
--
• Σάββας Χαρατσίδης, περ. η λέξη τχ. 33/3,4,1984
(1943)
• Πέτρος Χάρης, περ. Νέα Εστία τχ. 398-399/1-15/1/1944
(Ένα Χρέος)
• Πέτρος Χάρης, περ. Νέα Εστία τχ. 881/15-3-1964
(20 χρόνια από τον θάνατό του)
• Γεράσιμος Χυτήρης, περ. Ο Πόρφυρας τχ. 70/1994
(Για τον Λαπαθιώτη)
• Πέτρος Χαρτοκόλλης, Ιδανικοί αυτόχειρες. Έλληνες λογοτέχνες που αυτοκτόνησαν, Εστία 2003
• Ντίνος Χριστιανόπουλος, Με τέχνη και με πάθος, Διαγώνιος 1988
• Ντίνος Χριστιανόπουλος, περ. Διαγώνιος τχ. 20/1969
ΠΡΟΣΜΟΝΗ
Τις βαριές τις ώρες που είμαι μόνος,
και δεν είναι γύρω μου κανείς,
που δεν είμαι παρά μόνο πόνος,
-περιμένω, Μάνα, να φανείς!
Κι όπως ήξερα όλες σου τις πράξεις,
πριν, σα ρόδο, σπάσεις και σαπείς,
σχεδόν ξέρω πως θα με κοιτάξεις,
και τα λόγια, ακόμα, που θα πεις…
Ξέρω, ακόμα, πως θα με χαιδέψεις,
μ’ έναν τρόπο τόσο τρυφερό,
που θα σβήσεις όλες μου τις σκέψεις,
που με βάραιναν, τόσον καιρό…
Κι άμα νιώσεις όλο μου τον πόνο,
τι μεγάλος είναι και βαθύς,
φτάνει τη ματιά μου να δεις μόνο,
-δε θα φύγεις… θα με λυπηθείς!    
ΒΙΒΛΙΑ
• Γιώργος Τσουκαλάς, «Κουρασμένος απ’ τον Έρωτα», Εκλεκτική Βιβλιοθήκη 1985
δες:
περ. Τετράδια τχ. 16/Άνοιξη 1987, σ. 95 (ανωνύμως)
• Τάσος Κόρφης, «Ν. Λ. Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του», εκδ. Πρόσπερος 1985
δες:
- Κώστας Τσαούσης, εφ. Έθνος 14/11/1985, «οι αλήθειες ενός «κταραμένου»
- Τάσος Βουρνάς, εφ. Η Αυγή 1985, «Ο Λαπαθιώτης και πάλι»  
• Τάκης Σπετσιώτης, «Χαίρε Ναπολέων». Δοκίμιο για την τέχνη του Ν. Λ.», Άγρα 1999
δες:
-Μιχάλης Μητρούσης, εφ. Τα Νέα-Τα Πρόσωπα 56/1-4-2000, διάβασα… το «Χαίρε Ναπολέων»
-Α. Β., περ. Μετρό τχ. 53/3,2000
-εφ. Τα Νέα 11/12/1999, «Πεζοτράγουδα»
-περ. Αντί τχ. 706/18-2-2000)
• Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Τα Ποιήματα», εισαγωγή: Μαρία Λυπουρλή, εκδ. Ζήτρος-Θεσσαλονίκη 1997
δες:
Στέλιος Ι. Αρτεμάκης, εφ. Ναυτεμπορική 19/10/1997 «Ποιητής των νικημένων της ζωής»)
• Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Ποιήματα», εισαγωγή: Μαρία Λυπουρλή, εκδ. Ζήτρος-Θεσσαλονίκη 2001
δες:
Ιωάννης Χατζηφώτης(;), εφ. Τύπος της Κυριακής 10/2/2002, Ανθολογία-Ποίηση
• Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Το Τάμα της Ανθούλας», εκδ. Λιβάνη 2007
δες:
-Βασίλης Κ. Καλαμαράς, εφ. Ελευθεροτυπία 4/11/2006, «Μεταξύ περιθωρίου και φαντασίωσης»
-Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, περ. Αντί τχ. 886/12-1-2007, «Το αφηγηματικό έργο το Τάμα της Ανθούλας…»
• Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Η ζωή μου», επιμέλεια: Γιάννης Παπακώστας, εκδ. Στιγμή 1986
δες:
- Γιάννης Παπακώστας: εισαγωγή, περ. Τέταρτο τχ. 15/7,1986 «Ν. Λ. Η ζωή μου», αποσπάσματα.
-Ανθούλα Δανιήλ, εφ. Η Καθημερινή 12/1/2010, «Η «Ζωή» του ποιητή Ναπολέοντα
 Λαπαθιώτη»
- Μ. Θεοδοσοπούλου, εφ. Ελευθεροτυπία 17/11/2009, «Λαπαθιώτης αυτοβιογραφούμενος»
- Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Τα βήματα του χρόνου», εκδ. Διάττων 1987
- Κώστας Τσαούσης, εφ. Έθνος 30/7/1986, «Βόλτα με έναν νέο ποιητή»
Η Ταινία «Μετέωρο και Σκιά» του Τάκη Σπετσιώτη
δες:
- Βασίλης Ραφαηλίδης, εφ. Έθνος 17/11/1985, «Πριν απ’ την ποίηση υπάρχει ο ποιητής…»
- Νίκος Σαββάτης, περ. Το Τέταρτο τχ. 13/Ιούλιος 1985
- Σάντρα Μπακογιαννοπούλου, εφ. Το Βήμα 25/12/1984, «Το ραντεβού του ποιητή»
- εφ. Ο Ριζοσπάστης 15/1/1995, «Μετέωρο και Σκιά» στην ΕΤ-2 στις 23.00
- Τάκης Σπετσιώτης, «Τριανδρίες και Σία», Άγρα 2007
ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΕΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ
-περιοδικό Νέα Εστία τχ. 398-399/1,15/1/1944
-περιοδικό Νέα Εστία τχ. 881/15-3-1964
-περιοδικό Νέα Σύνορα τχ. Α 6/4,6,1970           
-περιοδικό Νέα Σύνορα τχ. Β 7/7,9,1970
-περιοδικό η λέξη τχ. 33/3,4,1984
-περιοδικό Διαβάζω τχ. 95/30-5-1984
-περιοδικό Οδός Πανός τχ. 79-80/5,8,1995
-περιοδικό Διαβάζω τχ. 284/1-4-1992 (Αφιέρωμα-οι Αυτόχειρες)
-περιοδικό Οδός Πανός τχ. 72/3,4,1994 (Αφιέρωμα-οι Αυτόχειρες)
     Πάμπολλες Ανθολογίες ανθολογούν τον μελαγχολικό και μελωδικό αυτόν ερωτικό ποιητή του Μεσοπολέμου, μια αποδελτίωση θα απαιτούσε άλλου είδους έρευνα και αποδελτίωση, την αφήνω για άλλη φορά. Κλείνω την ισχνή αυτή ενδεικτική βιβλιογραφία με το ποίημα της ποιήτρια Μυρτιώτισσας αφιερωμένο στον ποιητή.
ΤΟΥ ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ
Τώρα που έχεις ξεφύγει απ’ του βίου το κλάμμα/
κι είσαι ολόφωτα πνέμα,/
η ψυχή σου απορεί για το ανθρώπινο δράμα/
που σου ερούφα το αίμα./
Είχες έρθει να ψάλης τ’ ώριο φως που αναβρύζει/
απ’ της φύσης τα σπλάχνα,/
και το εξαίσιο τραγούδι σου Ποιητή, μας βυθίζει/
μεσ’ στου πόνου την άχνα./
Εκαθόσουν στο πιάνο κι απ’ του δρόμου το βάθος/
στης νυχτιάς τη γαλήνη,/
μ’ έχει αγγίξει ο καημός και τ’ αδιέξοδο πάθος/
της καρδιάς σου που εθρήνει./
Κι όταν σου ‘φυγε η μάνα, που κρατούσε αναμμένο/
της στοργής το καντήλι,/
σ’ ένα σκότος φριχτό σε είδα πια βουτηγμένο,/
βουτηγμένο ως τα χείλη./
Μοναχή συντροφιά σου μένει η θύμηση τώρα,/
το στοιχειό του σπιτιού σου/
όλο πάει να σημάνη κι αναβάλλεται η ώρα/
του στερνού λυτρωμού σου./
Πως ανάσανα, φίλε, όταν λεύτερο σε είδα/
να κινάς για άλλα μέρη!/
Σ’ ακλουθώ με το νου μου στην καινούργια Πατρίδα/
που σε δέχτηκε αστέρι.
                                       Μυρτιώτισσα

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Πειραιάς, Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015                  

Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΠΙΘΕΣ

                             ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΕΣ  ΣΠΙΘΕΣ

«Θα πεθάνουμε αν δεν πλάσουμε τους θεούς,
 Θα πεθάνουμε αν δεν σκοτώσουμε τους θεούς-
 ω βασίλειο του πλανώμενου βράχου!»
         ΑΔΩΝΙΣ, «Άσματα του Μιχάρ του Δαμασκηνού»    

     Δεύτεροι χαιρετισμοί σήμερα, και οι θρησκευόμενοι πιστοί συρρέουν στις εκκλησίες και τα μοναστήρια να υμνήσουν, να δοξολογήσουν και να προσευχηθούν στον Θεό της πίστης των πατέρων τους, η Μεγαλόχαρη, η Νύμφη Ανύμφευτε, έχει τον πρώτο λόγο. Από την άλλη, άτομα φανατισμένα και εκδικητικά, ιστορικά επικίνδυνα, θρησκευτικά μισαλλόδοξα και κοινωνικά αγράμματα, καταστρέφουν με μένος τα αγάλματα και την πανάρχαια πολιτιστική κληρονομιά του Μεσογειακού χώρου, καταστρέφουν όχι μόνο την ίδια τους την ιστορική και πολιτιστική παράδοση αλλά και του Παγκόσμιου Πολιτισμού. Με την καταστροφή των πολιτιστικών μνημείων και των Μουσείων της Μέσης Ανατολής, δεν χάνονται μόνο πολύτιμοι πολιτισμικοί θησαυροί που δεν πρόκειται δυστυχώς να αντικατασταθούν ξανά, και οι οποίοι εξέφραζαν τα ιστορικά οράματα, τα κοινωνικά όνειρα, τις πολιτικές αρχές και θρησκευτικές και μεταφυσικές δοξασίες των ανθρώπων μιάς άλλης εποχής και τρισχιλιετούς ιστορίας, αλλά τελειώνει και η Ελληνική Ελληνιστική περίοδο των επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ένας κόσμος με αφάνταστο πολιτιστικό πλούτο και πνευματικό μεγαλείο. Ρωμανός ο Μελωδός, Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Ισαάκ ο Σύρος, Εφραίμ ο Σύρος  και μια πλειάδα άλλων ορθόδοξων ποιητών και αγίων επώνυμων και ανώνυμων που κοσμούν ακόμα και σήμερα την Ελληνική και παγκόσμια Γραμματεία. κατάγονταν από τις περιοχές αυτές, την «παλαιόθεν Ελληνίς», αγίασαν τα ιερά αυτά χώματα με το αίμα και το πνεύμα τους, με τις καλλιτεχνικές τους δημιουργίες, με τα αρχιτεκτονικά τους μνημεία, με τα προαιώνια σοφά κείμενά τους.. Ένας πανάρχαιος ιστορικός Ελληνικός πολιτισμός αλλά και Ρωμαϊκός, που ακόμα θαυμάζουμε τα ίχνη του. Να μιλήσουμε τέλος, για την βαθειά και διαχρονική ποιητική παρακαταθήκη του Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη και των ποιημάτων του, που αναφέρονται στην ιστορία και τα πρόσωπα της Ελληνιστικής περιόδου και των περιοχών αυτών;
«Κι απ’ την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία,/
την νικηφόρα, την περίλαμπρη,/
την περιλάλητη, την δοξασμένη/
ως άλλη δεν δοξάσθηκε καμιά,/
την απαράμιλλη: βγήκαμ’ εμείς΄/
ελληνικός καινούργιος κόσμος, μέγας./
Εμείς΄ οι Αλεξανδρείς, οι Αντιοχείς,/
οι Σελευκείς, κ’ οι πολυάριθμοι/
επίλοιποι Έλληνες Αιγύπτου και Συρίας,/
κ’ οι εν Μηδία, κ’ οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι./
Με τες εκτεταμένες επικράτειες,/
με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών./
Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά/
ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ως τους Ινδούς…»
      Δυστυχώς, αυτός ο πανάρχαιος Κόσμος και Πολιτισμός χάνεται, με την ανοχή και την μη δυναμική αντίδραση των Ευρωπαϊκών Κυβερνήσεων, της Αμερικανικής Ηπείρου αλλά και των πολιτικών και θρησκευτικών ηγετών του Αραβικού και Μουσουλμανικού Κόσμου, γιατί σίγουρα, δεν είναι αυτό το Ισλάμ, η πολιτιστική, πνευματική και ιστορική του παράδοση, που έχει αφήσει στην διάρκεια της ιστορικής του διαδρομής μεγαλειώδη έργα.
Τουλάχιστον εγώ, αν έχει κόκκο αξίας ο λόγος μου, αν είναι αυτό το νέο πρόσωπο του πολιτικού και θρησκευτικού Μουσουλμανικού Κόσμου, σαν Έλληνας και Ευρωπαίος, δεν θα ήθελα ούτε η χρεοκοπημένη χώρα μου αλλά ούτε και η ευρωπαϊκή Ήπειρος να Μουσουλμανοποιηθεί. Ας κρατήσει κάθε εθνική οντότητα, τα πολιτιστικά και θρησκευτικά σύνορά της.  
    Ο Ελληνικός Ελληνιστικός Κόσμος καταστρέφεται και χάνεται μαζί με την καταστροφή των αγαλμάτων και των Μουσείων, και όπως τα γεγονότα δείχνουν, κανείς δεν ενδιαφέρεται γιαυτόν, ούτε οι πολιτικοί ηγέτες ούτε οι θρησκευτικοί, ούτε ο απλός κόσμος που αδιαφορεί παντελώς, αλλά ούτε και οι πνευματικοί κάθε είδους άνθρωποι και καλλιτέχνες, αυτό έχει σαν εφιαλτικό αποτέλεσμα την καταστροφή της παράδοσης αλλά και την άρνηση της παγκόσμιας Ανθρώπινης Ιστορίας.
Άρχισαν με την καταστροφή των αγαλμάτων του Βούδα, συνεχίζουν με τα Μουσεία και τα αρχαιολογικά εκθέματα, και μετά τι ;
Ένα πέπλο σκοτεινής και αιματοβαμμένης ομίχλης και σκόνης σκεπάζει τον Κόσμο και μας οδηγεί σ’ έναν νέο Μεσαίωνα.
«Ποιό απόσταγμα να βρίσκεται από βότανα/
γητεύματος/
ποιό απόσταγμα κατά τες συνταγές/
αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων καμωμένο….»
Να σταματήσει το Κακό που σκεπάζει τις συνειδήσεις και τις καρδιές των ανθρώπων, Χριστιανών και Ισλαμιστών; Ποιο απόσταγμα;
      Αυτές οι θλιβερές και απαισιόδοξες σκέψεις έρχονται στο νου, καθώς ξεφυλλίζω μια παλαιά, πολύ παλαιά και ξεθωριασμένη ποιητική και λογοτεχνική Ανθολογία που εκδόθηκε στον Πειραιά τον Οκτώβρη του 1923 με τον γενικό τίτλο «ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΠΙΘΕΣ», αριθμός 1.
    Το μικρού σχήματος αυτό βιβλιαράκι των 100 σελίδων έχει διαστάσεις 12Χ17 και είναι τόσο φθαρμένο και κιτρινισμένο, που με μεγάλη δυσκολία ξεφυλλίζεται, παρόλα αυτά, αποφάσισα να το μεταφέρω εδώ στο μπλοκ για όσους Πειραιείς ή μη ενδιαφέρονται.
Στο ανοιχτό καφέ εξώφυλλό του, αναγράφονται τα εξής:
Στο δεξιό επάνω μέρος με κεφαλαία γράμματα ο αριθμός 1. Αυτό μας δηλώνει όπως και η πληροφορία του Χρήστου Ιερογιάννη, ότι θα ακολουθούσε και δεύτερη Ανθολογία., από την δική μου έρευνα δεν γνωρίζω αν εκδόθηκε και δεύτερος τόμος. Στο παλαιοβιβλιοπωλείο που το αγόρασα, μου είχε δοθεί η πληροφορία, ότι από την Πειραϊκή βιβλιοθήκη που εκποιήθηκε από συγγενείς θανούντος πολιτικού(νομίζω του Μπίρη;) δεν βρήκαν άλλον τόμο.
Με κεφαλαία βυσσινί γράμματα  ακριβώς από κάτω και στη μέση, αναφέρεται ο τίτλος ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΠΙΘΕΣ. Τίτλος ενθουσιώδης και ελπιδοφόρος, που μας υποδηλώνει τις πνευματικές προθέσεις και νεανικές φιλοδοξίες των Πειραιωτών νέων της εποχής του Μεσοπολέμου, ένα χρόνο μετά την εθνική Μικρασιατική Καταστροφή.
Ακολουθούν με κεφαλαία μαύρα γράμματα τα κάτωθι: ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΩΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ «Η ΣΠΙΘΑ». Ο υπότιτλος μας φανερώνει τα δύο κύρια στοιχεία της έκδοσης. Πρώτον ότι είναι Ποιητική και Λογοτεχνική Ανθολογία, δηλαδή δεν περιέχει μόνο ποιήματα αλλά και πεζά, και δεύτερον ότι η εκδοτική αυτή προσπάθεια συντελείται από νέους που αποτελούν την Φιλολογική Οργάνωση με το όνομα «Η ΣΠΙΘΑ». Τα στοιχεία μας αποκαλύπτουν τις πνευματικές ζυμώσεις και άλλες ανησυχίες των νέων της εποχής εκείνης και ειδικότερα των Πειραιωτών. Ας μην μας διαφεύγουν οι δύσκολες πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές συνθήκες της περιόδου αυτής, η πατρίδα μας βάλτωσε για μεγάλο διάστημα μέσα στα κάθε μορφής στρατιωτικά και πολιτικά πραξικοπήματα, παρότι βρίσκονταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, όφειλε να περιθάλψει τους Μικρασιάτες πρόσφυγες και να οικοδομήσει νέες διπλωματικές σχέσεις με την μέχρι προσφάτως σε εμπόλεμο κατάσταση γείτονα χώρα. Δύσκολοι Καιροί, άγνωστες πολιτικές προοπτικές, για την μικρή περιφερειακή αποικιοκρατική βαλκανική χώρα όπως είναι η Ελλάδα, με αβέβαιη την έκβαση της ανοικοδόμησης.
Στο ποιητικό στερέωμα, το άστρο του Κωστή Παλαμά αυτού του βάρδου του ελληνικού γένους, ήταν ακόμα έντονα φωτεινό, αλλά και ο σοφός γέρος της Αλεξάνδρειας, αυτός ο παμπόνηρος ποιητής και λάτρης της ελληνικής ιστορίας, ετοιμάζονταν να απλώσει τα φτερά του για το παγκόσμιο ποιητικό σύμπαν. Η απαισιόδοξη ματιά του Κώστα Καρυωτάκη δεν είχε ακόμα πυροβολήσει τα ποιητικά όνειρα και φιλολογικά οράματα  των νέων της εποχής. Πολλές φημισμένες-τότε- «χαμηλές φωνές» όπως θα έγραφε και ο Μανόλης Αναγνωστάκης βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή του ελληνικού ποιητικού Παρνασσού. Μιλτιάδης Μαλακάσης, Μυρτιώτισσα, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου, Μήτσος Παπανικολάου, Τέλλος Άγρας και μια πλειάδα άλλων δημιουργών. Μοναχικοί οδοιπόροι ο Άγγελος Σικελιανός και ο Νίκος Καζαντζάκης, πάλευαν με τα προσωπικά τους-οικουμενικά-ποιητικά όνειρα και αγωνίζονταν να ενσαρκώσουν τους εσωτερικούς τους οραματισμούς. Η ποιητική αμφισβήτηση της περιβόητης γενιάς του 1930 θα έρχονταν σύντομα να αντικαταστήσει τον χθεσινό κόσμο(κατά  Στέφαν Τσβάιχ) και τις ιδεολογικές και πνευματικές του αξίες.
Μέσα σε παρένθεση ακριβώς από κάτω γράφεται: (ΜΕ ΠΡΟΛΟΓΟ ΧΡ. ΙΕΡΟΓΙΑΝΝΗ). Έκπληξη προκαλεί το άγνωστο-κατόπιν-αυτό πρόσωπο. Δεν νομίζω αν δεν λαθεύω να έμειναν τα ποιητικά του ίχνη. Διάττοντας ποιητικός αστέρας στον ελληνικό ουρανό, όμως είναι ενδιαφέρουσες αν και κάπως απλοϊκές οι απόψεις  που εκφράζει στον δισέλιδο πρόλογό του, οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε, την πρόθυμη και θερμή φιλική συμπαράσταση απέναντι στους νέους της εποχής εκείνης που αποφάσισαν την έκδοση της Ανθολογίας αυτής. Γνωρίζουμε, ότι είχαν εκδοθεί και κυκλοφορούσαν αρκετές Ποιητικές Ανθολογίες την περίοδο εκείνη, που σημαίνει ότι, μια νέα ανθολογία, έπρεπε κάτι καινούργιο να κομίζει, τόσο στην ύλη της όσο και στα νέα πρόσωπα.
Τέλος, με κεφαλαία και πάλι μπολντ μαύρα γράμματα, στο κάτω μέρος αναφέρονται τα: ΕΚΔΟΣΗ «ΣΠΙΘΑΣ»,-ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1923
Στο οπισθόφυλλο, μέσα σε παράλληλες γραμμές με κεφαλαία γράφονται: ΤΥΠΟΙΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑΣ & ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΗΠΕΙΡΟΥ 24 ΑΘΗΝΑΙ.
Αυτό σημαίνει ότι, μπορεί η έκδοση να είναι της «Σπίθας», αλλά τυπώθηκε στην Αθήνα, σε Αθηναϊκό τυπογραφείο. Συνήθως, επειδή τα τυπογραφικά έξοδα των Πειραιώτικων τυπογραφείων ήσαν πιο φτηνά, όπως και τα εργατικά, από εκείνα της πρωτεύουσας, οι ποιητές και λοιποί δημιουργοί συνήθιζαν να τυπώνουν τα βιβλία τους στον Πειραιά συμπεριλαμβανομένης και της περιοχής του Φαλήρου, στην παρούσα έκδοση συμβαίνει το αντίθετο.
Στην μέσα πρώτη σελίδα  επαναλαμβάνονται τα γραφόμενα του εξωφύλλου.
Στην επόμενη σελίδα ακολουθεί η αφιέρωση της έκδοσης στον ποιητή Μιλτιάδη Μαλακάση. ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Μ. ΜΑΛΑΚΑΣΗ ΑΠΟ ΣΕΒΑΣΜΟ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ.
Η απλή και γεμάτη σεβασμό αυτή αφιέρωση σε έναν ήδη καταξιωμένο ποιητή μας φανερώνει τις εκλεκτικές συγγένειες των συμμετεχόντων όσο και τις ενδόμυχες κυκλοφοριακές επιθυμίες των νέων της «Σπίθας».
Στην επόμενη αριστερή σελίδα έχουμε ασπρόμαυρο σκίτσο του ποιητή Μιλτιάδη Μαλακάση και στην απέναντι σελίδα το ποίημα του με τίτλο
«Δάκρυα και Θυμοί»
Ζοφερό ένα γνέφος στέκει
Μεσ’ στα μάτια σου τα δυό,
Κλει βροχή, γι’ αστροπελέκι;
Σκιάζομαι που τα θωρώ.
--
Κι’ αν το δεύτερο, ας με κάψει
Του θυμού σου ο κεραυνός,
Μ’ αν το πρώτο, ποια θα κλάψει
Σαν εσένανε, και ποιος
--
Ο σκληρόκαρδος εκείνος
Που ό,τι κι’ αν τον τυραγνά,
Σαν ξεσπά παρόμοιος θρήνος
Όλα δεν τ’ αποξεχνά;….
Στις σελίδες 7 έως 11 έχουμε τον πρόλογο του Χρίστου Ιερογιάννη με τίτλο Στους Νέους της «ΣΠΙΘΑΣ»
«Είχα την τιμή να μου ζητήσουνε νέοι, μια επιτροπή της Πειραϊκής Φιλολογικής Οργάνωσης, η «Σπίθα», να προλογίσω αυτό το βιβλίο, πρώτη έκδοση της «Σπίθας», που συγκεντρώνει λογοτεχνικά κομμάτια των μελών της Οργάνωσής τους κι’ άλλων νέων.
Προτού ακόμα σκεφτώ για να διαβάσω τα χειρόγραφα των αγνώστων αυτών νέων, ομολογώ πως η εντύπωση που μούκαναν, βλέποντας παιδιά, τόσο παιδιά ακόμα, με τόσον ενθουσιασμό ν’ αρχίζουν ν’ ασχολούνται με τη λογοτεχνία, και ν’ αφιερώνουν από σεβασμό κι ευγένεια το βιβλίο αυτό στο λεπταίσθητο σεβαστό ποιητή της Ελληνικής ψυχής, της Ελληνικής συνείδησης, το Μ. Μαλακάση,-ομολογώ πως η εντύπωση μου η πρώτη ήταν συγκινητική.
Η ιδέα μόνο γιατί υπάρχουνε σήμερα μάλιστα, νέοι, τόσο νέοι ακόμα, που θέλουν να καταπιαστούν με τόσο ζήλο κι ευσυνειδησία,-καθώς δείχνουν,-με πράμματα που φαίνονται βαρειά για την ηλικία αυτή, η ιδέα γιατί βλέπω μόνο που αρχίζουν από τώρα να σκύβουν απάνου στα βιβλία για να μελετήσουν, και ν’ αφήσουν την παιδική ψυχή τους να περιπλανηθή στα φοβερά, ατέρμονα ερέβη της σκέψης-με κάνει όχι μόνο να αιστανθώ μέσα μου μια χαρά, μα  και να υπερηφανεύομαι γιατί εγώ τυχαίνω πρώτος να παρουσιάσω τους αγνώστους αυτούς νέους που αρκετά απ’ τα πρώτα τους αυτά δοκίμια υπόσχονται να μας δείξουνε στη λογοτεχνία.
Δεν ήρθαν να μας πουν πως θέλουν να εκδόσουν κανένα λογοτεχνικό περιοδικό με σκοπό να μας επιβληθούν, να μας ενοχλήσουν, ή να μας αναδείξουν κι αυτοί ως λογοτέχνας τους ιδρυτάς, τον διευθυντή του περιοδικού τους, τον αρχισυντάκτη, κτλ. κτλ. Ούτε μας παρουσιάζονται αυτά τα παιδιά μ’ εκείνο το “toupe” μ’ εκείνη την «κλασσική» θρασύτητα, με την οποίαν παρουσιαστήκανε μερικοί «αντιαισθητικοί» τύποι στη λογοτεχνία μας, δείχνοντας τις φθισίγονες προσπάθειές τους, με τα  «εις πεζόν και εις στίχον μολυσματικά των γραφόμενα». Αυτοί θάναι όσο μένουν στην ενόχληση μας αι «αιώνιαι ιπτάμεναι ή παράσιτοι πληγαί των Φαραώ», θάναι οι κοάζοντες βάτραχοι, «αι εναλίως κινούμεναι, εφήμεροι μέδουσαι της θαλάσσης» στο γαλήνιο ωκεανό της αισθητικής μας. Οι νέοι αυτοί μας λένε απλώς μ’ αυτά  που έγραψαν, πως θέλουν να γράψουν. Κι αυτό είναι το παν που κερδίζουν στην πρώτη τους αυτήν εμφάνιση. Αυτή είναι η επιτυχία τους.
Έρχονται, έχοντας συναίσθηση της ηλικίας τους, της μόρφωσής τους, της πνευματικής τους ανάπτυξης, χωρίς επανάστασι, με παιδικές, μα ισόρροπες και καθάριες σκέψεις, με σεβασμό πρό πάντων…».
    Αυτές είναι μερικές σκέψεις του Χρίστου Ιερογιάννη που προλογίζει την Ανθολογία. Σκέψεις που εκφράζουν πατρική συμπάθεια, τρυφερότητα, κατανόηση, ενός «καταξιωμένου» δημιουργού, λόγια με ευαισθησία και αγάπη, και σίγουρα από καρδιάς με περισσή διάθεση να συμπαρασταθεί ο ίδιος στα πρώτα νεανικά βήματα των τότε νέων δημιουργών, στις πρωτοφανέρωτες ανοιξιάτικές τους πνευματικές δημιουργίες, να τους ενθαρρύνει στους πρώτους αυτούς ποιητικούς και πεζούς τους αναστεναγμούς, παραβάλλοντας μάλιστα την προσπάθειά τους με εκείνη άλλων επίδοξων νέων εκδοτών νεανικών περιοδικών ή κειμένων.
Ο Ιερογιάννης, στον πρόλογό του δεν παραλείπει να κάνει λόγο για τον πρωτόλειο λόγο πολλών από τους νέους αυτούς, γράφει για τις ποιητικές ή λογοτεχνικές τους ατέλειες, για τις επιρροές τους καθώς και για τα δειλά τους βήματα στην τέχνη της ποιήσεως. Πέρα όμως από τις γενικές του κρίσεις, η τελική του διάθεση είναι επαινετική απέναντι στην προσπάθεια αυτή, που σίγουρα θα πραγματοποιήθηκε ιδίοις εξόδοις των συμμετεχόντων. Εκείνο που δυστυχώς δυσκολεύει την όποια εκ των υστέρων ένταξη της Ανθολογίας αυτής μέσα σε ένα γενικό τεχνικό πλαίσιο παρόμοιων προσπαθειών, είναι η παντελής έλλειψη πληροφοριακών στοιχείων των συμμετεχόντων και η σχετική τους εργογραφία. Τα περισσότερα από τα άτομα που συμμετέχουν είτε με ποιήματά τους είτε με πεζά τους μας είναι ακόμα και σήμερα άγνωστα, όπως και η μετέπειτα πνευματική τους πορεία. Εκείνο που διευκολύνει κάπως την ανάγνωσή της, είναι το σπάσιμο του βιβλίου θα γράφαμε σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος παρουσιάζονται γνωστά μας και καταξιωμένα πρόσωπα της ελληνικής ποίησης ή λογοτεχνίας που συνέχισαν και αργότερα την δημιουργική τους διαδρομή, με ποιήματα γνωστά μας, ενώ το δεύτερο περιέχει κείμενα και πρόσωπα σχετικά άγνωστα σε εμάς. Ούτε ο πρόλογος του Ιερογιάννη μας διαφωτίζει.  
Σαν γενικές και εμείς κρίσεις, διαβάζοντας την Ανθολογία αυτή, της έκδοσης των Νέων της Φιλολογικής Οργάνωσης «Η ΣΠΙΘΑ» μπορούμε να γράψουμε αβίαστα  ότι τα ποιητικά κείμενα ακολουθούν την παραδοσιακή μετρική της ποιητικής της εποχής του Μεσοπολέμου και των πρώτων λογοτεχνικών γενεών με τους ανάλογους της εποχής ρυθμικούς συνδυασμούς. Εικόνες απλές, καθαρές, βατές και στον πιο αμύητο της ποίησης αναγνώστη,  γλώσσα όχι πλούσια σε νοηματικές αποχρώσεις, ή φιλοσοφικούς υπαινιγμούς, αλλά με ένα λεξιλόγιο που ταιριάζει στην ηλικία των δημιουργών. Σίγουρα, διακρίνουμε και τις σχετικές επιδράσεις από μεγαλύτερους ομοτέχνους τους, αυτό όμως είναι και φυσικό και ίσως και επιβαλλόμενο. Οι Νέοι αυτοί αναζητούν το ποιητικό ή πεζολογικό τους στίγμα όχι για να φέρουν μια κάποια ρήξη στην μέχρι τότε ποιητική παρουσία των άλλων, μεγαλύτερών τους δημιουργών, αλλά πρωτίστως και κυρίως, για να  εκφράσουν τα δικά τους όνειρα, να ξεδιπλώσουν τις προσωπικές τους ευαισθησίες, να μας μιλήσουν για τα δικά τους οράματα, να εκφράσουν τις ατομικές τους ανησυχίες για τα  κοινωνικά και άλλα προβλήματα της εποχής και της χώρας τους. Πρωτόγνωροι στο ποιητικό αυτό σεργιάνι είναι φυσικό να λυγίζουν και να γονατίζουν ποιητικά, άλλωστε, πόσα τρομερά παιδιά της ποίησης κυοφόρησε όχι η ελληνική αλλά η παγκόσμια ποίηση;
Όπως ανέφερα η Ανθολογία χωρίζεται σε δύο μέρη, μέχρι την σελίδα 46 έχουμε την ποιητική παρουσία γνωστών μας  ποιητών και δημιουργών, και από εκεί και έπειτα όπως αναφέρεται στην σελίδα 47, «ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ Η «ΣΠΙΘΑ» ΚΙ ΑΛΛΩΝ ΝΕΩΝ.
Στο πρώτο μέρος συνεργάζονται οι εξής γνωστοί μας δημιουργοί:
Ο παρολίγον νομπελίστας ποιητής Σωτήρης Σκίπης, με το «Γκρίζο Τραγούδι» από την συλλογή του «Προτού ν’ αράξουμε», ο τρυφερός και λεπταίσθητος ποιητής του μεσοπολέμου Ναπολέων Λαπαθιώτης(ο πρώτος δηλώσας επισήμως άθεος της ελληνικής ποίησης. Οι άλλοι δύο δημιουργοί που γνωρίζω, είναι ο συγγραφέας Ηλίας Πετρόπουλος και ο Βασίλης Ραφαηλίδης) με την ποιητική του σύνθεση «Η Παναγία των Στεναγμών». Ακολουθεί ο λησμονημένος Νίκος Πετιμεζάς-Λαύρας, ένας παραδοσιακός βουκολικός ποιητής με δύο του ποιήματα: «Βλάχικος Γάμος» και «Στην Πεντέλη». Η από πολύ νωρίς μοντέρνα και σημαντική ποιητική φωνή του Τάκη Παπατζώνη Nobilissimus, μας δίνει το ποίημα «Η Βασίλισσα Σαββά». Ο λογοτέχνης και γραμματολόγος Αδαμάντιος Α. Παπαδήμας μας δίνει το γλαφυρό κείμενο «Η Συνοικία των Ξυπασμένων». Η σημαντικότερη ποιητική φωνή του μεσοπολέμου, η σαρκαστική και απαισιόδοξη, η σατιρική και μελαγχολική, η γεμάτη σπίρτο αντισυμβατική, η ρηξικέλευθη και πολυστρωματική, η παραδοσιακή αλλά και μοντέρνα, αυτή που ενσάρκωσε τους χαμένους πόθους και τα οράματα της εποχής της, η διορατική της ακόμα και σήμερα πολιτικής και κοινωνικής μας πραγματικότητας, αυτή που επηρέασε ουκ ολίγους μετέπειτα δημιουργούς η ποιητική φωνή του Κώστα Καρυωτάκη έρχεται να μας δηλώσει την ποιητική της παρουσία με το ποίημα “ SPLEEN” Ο ποιητής Χρίστος Ιερογιάννης μας δίνει το ποίημα «Η Μικρή αδελφούλα μου… προσεύχεται…». Ο Φώτος Γιοφύλλης, μας φανερώνει την δική του ποιητική φωνή με το ποίημα «Η Ηδονή της Μηχανής». Ακολουθούν η Φανή Μιχαλοπούλου με την κατάθεση «Νέοι Διάλογοι», ο Γιώργος Σταυρόπουλος με το «Φθινόπωρο», ο Ίσαντρος Άρι με το ποίημα «Ανάμεσα στα γκρίζα έπιπλα…», Ο Μήτσος Παπανικολάου, ο φίλος του Ναπολέων Λαπαθιώτη και γνωστός κριτικός της εποχής με το ποίημα «Βραδινοί Θάνατοι», η ποιήτρια Αιμιλία Στ. Δάφνη μια αξιόλογη φωνή γυναικεία ποιητική φωνή της εποχής μας δίνει την «Άνοιξη» ο Νίκος Λαϊδης το ποίημα «Την Θεοτόκον και Μητέρα», ο Λέων Κούκουλας το “ In Memorian” ο ποιητής και ανθολόγος Σπύρος Παναγιωτόπουλος μας δίνει την «Φλώρα», ο Γιάννης Καψαμπέλης το «Θάναι μια μέρα θερινή», ο Βάσος Μεσολογγίτης το «Τραγούδι», ο γνωστός μας συγγραφέας και κριτικός και  διευθυντής του περιοδικού Νέα Εστία  Πέτρος Χάρης μας γράφει για «Κάποια γειτονική πόλη». Ο Γιάννης Ζήρα-Αγκαθιώτης δίνει ένα τρυφερό κείμενο με τίτλο «Χαμένη για πάντα». Ο ποιητής Σύρος Μ. Καμηλλέρης αφιερώνει το ποιήματά του
«Αρχαίκό» στον Κωστή Παλαμά. Η άδοξα φευγάτη σημαντική φωνή της εποχής αυτής η γνωστή μας ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη μας δίνει ένα όμορφο σονέττο με τίτλο «Τα Σονέττα του Κυνηγού». Τέλος, το πρώτο μέρος της Ανθολογίας αυτής κλείνει με το ποίημα του ποιητή και κριτικού επίσης άδικα χαμένου Τέλλου Άγρα με τίτλο «Προμάντεμμα».
    Σημαντικές φωνές αποτελούν το πρώτο μέρος αυτής της Ανθολογίας, ποιητικές μονάδες που σημάδεψαν με την παρουσία τους τα ελληνικά γράμματα και σηματοδότησαν τις ποιητικές εξελίξεις τα κατοπινά μεταμεσοπολεμικά χρόνια. Φωνές αντρικές και γυναικείες που ο ποιητικός τους αχός ακούγεται ακόμα και στις μέρες μας και τροφοδοτούν με τα ποιητικά τους οράματα και λεγόμενα τους νέους δημιουργούς. Πρόσωπα, άντρες και γυναίκες, άλλα τυχερά και άλλα άτυχα στην προσωπική τους ζωή, που έμεινε η πνευματική τους μνήμη φάρος στον ποιητικό ελληνικό ωκεανό. Εν γνώσει μου δεν αναφέρω αποσπάσματα από τις ποιητικές τους καταθέσεις όχι μόνο γιατί μας είναι γνωστές-σε όσους τουλάχιστον ασχολούνται με την ελληνική ποίηση, αλλά κυρίως, γιατί προτίμησα να αναφέρω αποσπάσματα των Νέων της Φιλολογικής Οργάνωσης «Η Σπίθα», για να γνωρίσουμε έμμεσα την δική τους ξεχασμένη πια λογοτεχνική παρουσία.
Από την σελίδα 49, αρχίζει η δική τους πνευματική κατάθεση. Θα γράφαμε ότι το πρώτο μέρος είναι η ποιητική ατμομηχανή που «σέρνει» το δεύτερο.
Η Κουρή Κουράκου-Μαυρομιχάλη, μας δίνει το «Ω! Ζήσε…»
«Ω! Ζήσε για τον Έρωτα! Ώ! Ζήσε για τον Πόθο/
Σε μια ματιά, σ’ ένα Φιλί, όλος ο κόσμος κλειέται!/
Μες στης ζωής το γύρισμα, μες στης ζωής τον κλώθο,/
Έρωτας-Πόθος δένεται, Έρωτας-Πόθος λυέται!...».
Η Κλεωνά Ελπίδα μας δίνει το πεζό «Στο Βαπόρι»
«Το βαπόρι έσκιζε τα μαύρα νερά της θάλασσας, κι ο αγέρας το βράδυ γινόταν πιο μανιακός. Βράδυαζε. Στεκώμουνα στην πόρτα της πρώτης θέσης….».
Ο Λέανδρος Ανδρέας Καβαφάκης, παρουσιάζεται με το ποίημα «Παράπονο»
«Την ώρα που γλυκά έρχονται μεσάνυχτα,/
Την ώρα που αφρόπλαστες παρθένες/
Κοιμούνται μεσ’ τα ρόδα παρθενιάς/
Μ’ ολάνοιχτα τα κάτασπρά τους στήθια…»
Ο ποιητής Γιώργος Σταμπολής γράφει για το «Ερωτικό Μεθύσι»
«Το σώμα Σου, γλυκειά, στην αγκαλιά μου όταν κρατώ/
τις νύχτες της ηδονικές που ξέρεις να χαρίζης/
από την ηδονή μου την απέραντη μεθώ/
ωσότου πως θα τρελλαθώ σε κάνω να νομίζης…»
Ο Αλέξανδρος Κορμπένης γράφει «Από τους τρικυμιασμένους λογισμούς»
-«Απόψε αγάπη μου στ’ ασημοβρόχι του φεγγαριού στη ολόστρωτη γαλήνη της σιωπηλής νύχτας, θα νοιώσουμε για στερνή φορά το μεθύσι που θα μας φέρει το ηδονικό και το ατέλειωτο σφίξιμο της σάρκας μας…»
Η Ιωάννα Αδριανοπούλου μας δίνει το ποίημα με τίτλο «Στο δρόμο της τέχνης»
«Μούπαν: Μη πας τον δρόμο τον πλατύ:/
γιατί δεν θάβρης πέτρα ν’ ακουμπήσης,/
Κ’ είναι σπαρμένος βάτα κι’ αγκαθιές..
Γύρισε πίσω… πριν μετανοήσης!
--
Κι είπα: Ο πόνος της ψυχής είναι τροφή!/
Ο πόνος είναι στη ζωήν ωραίος/
όταν περνάει κανείς τον Γολγοθά/
που πέρασ’ ο γλυκός μας Ναζωραίος !...»
Ο γνωστός μας Μάριος Βαϊάνος που συνδέθηκε και με την πόλη μας, μας δίνει την ποιητική του «Μαγδαληνή»
«Έσκυψε εκείνη απάνω στο Χριστό,/
και με το βλέμμα πονεμμένο/
ασπάσθηκε τ’ αγνό του πρόσωπο…/
-Το δείλι έγερνε, βαρύ θλιμμένο.-
--
Και ζήτησε σιγά, πνιχτά, συγχώρηση/
για το βαρύ αμάρτημά της./
-Γύρω προσμέναν άλλοι αμαρτωλοί,/
σε λίγο για να πάρουν τη σειρά της.- …»
Ο Πειραιώτης ποιητής Καίσαρ Εμμανουήλ μας δίνει το «Ένα κλάμα»
«Περαστικός της ζωής στρατοκόπος/
σε κρεμνά και σε βάλτα… Λογισμένα/
κάποια κρίνα θωρώ κι’ αρρωστημένα/
ναν τους βυζαίνει τη δροσιά ένας τόπος…»
Ο Ερμάς Οικονόμου μας δίνει την ποιητική του «Η Ξενητεμένη»
«Έτσι ήτανε της μοίρας μου γραμμένο/
σε ξένους τόπους μακρινούς ν’ αποπλανιέμαι/
Δεν ήξερα κι εγώ τι να προσμένω/
το θάνατο; ή στη ζωή να τυραννιέμαι;»
Η συγγραφέας Κατίνα Μπάιλα μας δίνει το πεζό με τίτλο «Η Ανθούλα»
«Φώτα και λουλούδια, φώτα και λουλούδια πλημμυρίζουνε όλες τις γωνιές. Ύστερα από κάμποσα χρόνια πένθους, τα πλούσια σαλόνια του στρατηγού Ν… ανοίγανε τις δρύινες πόρτες τους, για να δεχτούνε ένα πλήθος προσκαλεσμένους.»
Ο Γιώργος Κονταξόπουλος γράφει το πεζό «Ο Θάνατος του αηδονιού»
«Κάποτε κάτι μικρά παιδιά του σχολείου βγήκανε, κι ήταν καλοκαίρι και ώρα δειλινή, ως το λειβάδι που το στόλιζαν νεροκάλαμα σειρές, σειρές….»
Ο Νίκος Λ. Τουτουντζάκης μας μιλά για «Μια περίεργη βάφτιση»
-«Πρώτος στη λεβεντιά, πρώτος στην αρχοντιά, πρώτος στην ομορφιά στο χωριό του.
-Ποιος; -Ο Στρατής ο Ντέχας, ο ξάδερφος του παπά Θύμιου πούταν αντάρτης έναν καιρό….».
Ο Γιώργος Κοπελιάδης μας ξεδιπλώνει τις «Σκέψεις και Παράπονα»
«Πουλί σκλαβωμένο γίνηκα τώρα. Τα  φτερά μου χτυπημένα, ανήμπορα ν’ ανοίξουν, να πετάξουν…».
Η Μ Χου Παπαδοπούλου μας δίνει τους γυναικείους της ποιητικούς «Θρήνους»
«Στης νύχτας το πολύπυκνο σκοτάδι/
Ακούγεται να σχίζη τον αιθέρα/
Φτερούγισμα σιγό, μα βιαστικό/
Ξεψυχισμένου ταξειδιάρικου  πουλιού από πέρα…»
Ο Ανδρέας Σμυρλής γράφει το πεζό «Έλα να φύγουμε»
«Έλα να φύγουμε. Οι άνθρωποι εδώ είναι κακοί κι όλα τα εμπόδια βάνουνε στο δρόμο της αγάπης μας και θέλουν να χαλάσουν τη φωλιά μας»
Ο Ηλίας Σ. Σταμάτης γράφει για «Το κλάμα της αμαρτωλής»
«Στο πάρκο και στα πεύκα εψές εγύριζε/
μεσ’ το χορό των απλωμένων σκιών/
η αμαρτωλή γυναίκα κλαίοντας…. Κλαίοντας/
με κλάμματα μικρών, αθώων παιδιών.»
Το ποίημα «Λίμνη» το υπογράφει ο ή η Κ. Βαμβακά Χρυσόγελου,
«Στην κρυσταλένια όψι σου λιμνούλα/
ο πόθος κι η χαρά γλυκοκοιτίεται,/
Στα ειρηνικά νερά σου αποκοιμιέται/
Ο πόνος…».
Ο Γ. Μιχαλόπουλος μας δίνει την ποιητική «Η χαρά μας»
«Σαν σύννεφο που πέρασεν/
ογλήγορα και πάει/
Σαν το νεράκι της πηγής/
που αθόρυβα κυλάει/
Σαν τον καπνό, που ο άνεμος/
σκορπάει,/
έτσι στον άνθρωπο η χαρά/
που πάντα αναζητάει/
μόλις κρατάει μια στιγμή,/
και χάνεται και πάει»
«Η Φθονερή Μοίρα» είναι από τον Στέφανο Μαρτυρίου,
«Μέσα στον έρημο και πυρωμένο κάμπο/
Από τον ήλιο του καλοκαιριού το φωτεινό/
Δίχως δροσιά, νερό, σπηλιά για νάμπω/
Διωγμένος απ’ τη μοίρα μου γυρνώ».
Η Ρίτα Μπούμα μας δίνει το ποίημα «Οι Μεθυσμένοι»
«Σαν κοιτώ τους εργάτες που μεθάνε/
Κάθε βράδυ παρέα στη ταβέρνα/
Κι’ ακούω απ’ όξω τη βραχνή λατέρνα/
Να κλαίη τα χρόνια μας που πάνε…»
Ο ποιητής Τεύκρος Ανθίας, μας δίνει το ποίημα «Ηδονικές στιγμές»
«Μου μίλησε απόψε το φεγγάρι. Παίζοντας με τ’ ανάλαφρα κυμματάκια- που σιμά μου σπούσαν απαλά στην αμμουδιά- με κύτταξε εκστατικά μου χάιδεψε τη θλιμμένη μορφή με τις αργυρόχρωμες αχτίδες του ερωτιάρικα…»
Ο Μήτσος Σ. Τσιρογιάννης γράφει την «Αγία Μαρκέλλα»
«Αχ το χωριό μου πως ποθώ, ετούτη ‘δω τη μέρα,/
τα κάτασπρα σπιτάκια του, που μένουν ρημικά…»
Ο Ανδρέας Λοίζος γράφει το «Φθινοπωρινό»
«Έλα στο μέρος κείνο για στερνή φορά/
που σ’ είδα στο θλιμμένο εκείνο βράδι,/
κι η νύχτα στη χλωμή σου τη θωριά/
ανάριο σούχε ρίξει το σκοτάδι…»
Ο Θόδωρος Σακελλαρόπουλος γράφει το κείμενο «Τι κακός πούναι ο κόσμος»
«Καλά του το λέγανε τώρα τόσον καιρό, μα κείνος δεν το πίστευε…»
Ο Θοδωρής Λιαρούτσος γράφει για «Κάποια Ρόδα»
«Τα ρόδα σιγοτρέμουνε και σκύβουνε απαλά/
Το ζυγιστό τους το κορμί σαν το φυσάει τ’ αγέρι,/
Και κολυμπάν ευωδιαστά σε αέρινα φιλιά,/
Μα πόσο θε να ζήσουνε τα ρόδα αυτά; Ποιος ξέρει!»….
Ο Φώτος Τ. Μαρτυρίου, γράφει το κείμενο «Πόθος»
Ο Θύρσι Γαλανός, γράφει τον «Θρήνο»
«Έτσι σαν τώρα με στολίδια γάμου,/
σε βλέπω μέσα στα ονειρά μου,/
Τρέφει όσων ζούνε τα κορμιά η θερμότη/
του Ηλιού του φωτοδότη…».
Ο Σώτος Σωτήρχος, γράφει το «Ολοκαύτωμα»
«Αγαπιόντουσαν τρελλά! Μα γιατί αγαπάει κανείς, για να υποφέρη, να πονάη, να πεθαίνη;»
Το ποίημα «Πονώ» το υπογράφει ο ή η Σ. Γραικούση,
«Φεύγω για πάντα μακρυά Σου/
Κι’ έχω στα στήθεια ένα καημό/
Πως στο δικό μου το χαμό/
Ίσως γελάση κι η καρδιά Σου…»
Ο Αν. Παπαμανώλης δημοσιεύει το ποίημα «Μια πυρκαϊά στη Δύση»
«Μια πυρκαϊά στη Δύση αγγελικά/
Τραγούδια εψάλλαν από πέρα/
νερά΄ πουλιά κι ερωτικά/
γλυκά, παθητικά…»
Ο Μενέλαος Γεννάδης, γράφει το «Βραδυάζει»
«Σιγαλοσβύνει στου νησιού την άκρη το φεγγάρι./
Και τα ποτάμια τ’ αργυρά που μέναν φωτισμένα,/
μεσ’ στο ασημένιο πέλαγος  χύνονται ένα ένα…/
Κι η φύση όλη μελάγχολη, μαζύ και το φεγγάρι….»
Τέλος, στις επόμενες δύο σελίδες έχουμε τα περιεχόμενα της ποιητικής και λογοτεχνικής αυτής Ανθολογίας που εξέδωσε η Φιλολογική Οργάνωση Νέων «Η Σπίθα» τον Οκτώβριο του 1923
    Κείμενα απλά, κείμενα απλοϊκά, αλλά γεμάτα με την θέρμη της νιότης, με τον νεανικό ενθουσιασμό του πρωτοφανέρωτου ποιητικού ονείρου, φωνές ενός άλλου κόσμου, σίγουρα ξεχασμένες μέσα στο ποιητικό σεντούκι της ιστορίας αναδύονται από τις σελίδες του μικρού αυτού βιβλίου. Το μεγαλύτερο ποσοστό των νέων της εποχής εκείνης ξεχάστηκε, δύσκολα ξεχωρίζουμε δύο τρία ονόματα που συνέχισαν να δημιουργούν και να δημοσιεύουν στα κατοπινά χρόνια. Οι ποιητές και οι ποιήτριες του πρώτου μέρους της Ανθολογίας είναι όλοι τους διάσημοι και καταξιωμένοι ποιητές και συγγραφείς, οι δημιουργοί του δεύτερου μέρους, λησμονήθηκαν μέσα στην τύρβη της καθημερινής βιοπάλης, ίσως και οι ίδιοι οι συμμετέχοντες να λησμόνησαν την ποιητικής τους παρουσία, να στρίμωξαν το μικρό αυτό βιβλίο ανάμεσα στους τόμους γνωστής τους εγκυκλοπαίδειας, ίσως πάλι, να μετανόησαν για την έκδοση αυτή και την πρωτόλεια παρουσία τους. Το σίγουρο είναι πάντως, ότι ο ελληνικός ποιητικός λόγος δεν στερήθηκε την απουσία τους, αλλά και οι ίδιοι, οι τότε νέοι της «Σπίθας», δημιούργησαν έναν φιλόξενο χώρο για να ανοίξουν τα φτερά τους.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, Σάββατο, 7 Μαρτίου 2015
Πειραιάς, 7 Μαρτίου 2015