Σκηνές, Εικόνες, Πλάνα, Στιγμιότυπα
Άτακτες σκέψεις
για τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
Τα Λογοτεχνικά Πάρεργα συνεχίζουν την
κινηματογραφική εμμονή τους στον Σουηδό σκηνοθέτη, σεναριογράφο και συγγραφέα
Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Διαβάζοντας εκ νέου τα Σενάριά του που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις
«ΓΑΛΑΞΙΑ» στην μετάφραση της Ροζίτας Σώκου και του Αντρέα Ρικάκη, βιβλία του
που έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορήσει στα ελληνικά, παράλληλα με δημοσιεύματα
από εφημερίδες και περιοδικά παλαιότερων χρόνων, τις κατά καιρούς συνεντεύξεις
του και φυσικά την σε δύο μεταφραστικές εκδοχές «Αυτοβιογραφία» του «Ο μαγικός
κινηματογράφος». Προσπαθώ να εξετάσω και να κατανοήσω την προβληματική της
σκέψης του και τον πλούσιο κόσμο των ιδεών του, των πνευματικών ανησυχιών του
ως συγγραφέα, μία δημιουργική του ιδιότητα που εμφανίστηκε σχεδόν μαζί με την
σκηνοθετική και την συστηματική ενασχόλησή του με τον κινηματογράφο και το
θέατρο από την περίοδο των παιδικών, εφηβικών και των φοιτητικών του χρόνων. Η
αφοσίωσή του στο δαιμόνιο της Κάμερας αν θέλετε συνοδοιπόρησε παράλληλα με αυτή
του συγγραφέα, ήρθαν και «κούμπωσαν» οι δύο αυτές καλλιτεχνικές του ιδιότητες
και αρετές. Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν αν δεν είχε αναγνωριστεί ως εξέχον σκηνοθέτης
διεθνώς θα είχε αναγνωριστεί σίγουρα ως σημαντικός Σουηδός συγγραφέας και θα
είχε αφήσει θετικά τα αποτυπώματά του στην παγκόσμιο λογοτεχνία και τα
γράμματα. Αυτό είναι κάτι που το λησμονούμε καθώς βλέπουμε και εξετάζουμε τις
ταινίες του. Αναζητούμε μέσα σε αυτές τα ίχνη της προσωπικής του ζωής, την
οικογενειακή του ταυτότητα, πατρικές και μητρικές επιρροές και καθημερινές
επιδράσεις, αποκλεισμούς και απαγορεύσεις διασκέδασης και νεανικής χαράς,
ατομικές ενοχές και πάθη, επιλογές που δεν του αναλογούσαν, συναισθηματικά διλήμματα
και άλλες κοινωνικές αγκυλώσεις που τον σημάδεψαν και αποτυπώθηκαν στα έργα του.
Ψάχνουμε την σχέση μεταξύ το δημιουργού με το συγγραφικό- σκηνοθετικό
αποτέλεσμα και τα μηνύματα που περνά μέσα από τα έργα του. Συνήθως εμείς οι
θεατές- αναγνώστες προσπαθούμε να ανακαλύψουμε και να εντοπίσουμε τους
εσωτερικούς ιστούς που ενώνουν την ιδιωτική του περιπέτεια ζωής με τα έργα του,
τις ζωές και τις αντιδράσεις των ηρώων-πρωταγωνιστών του και τούμπαλιν. Είναι
κάτι που συνηθίζεται στους χώρους της Λογοτεχνίας αλλά και άλλων μορφών της
Τέχνης.
Στα έργα του Μπέργκμαν παρατηρούμε- αν τα
δούμε εν συνόλω-μία συνεχής ταλάντωση της σκέψης και της προβληματικής του,
επαναλαμβανόμενα ερωτήματα και στοχασμοί, διλήμματα του σκεπτόμενου ατόμου του
20ου αιώνα για την σχέση μεταξύ του ιστορικού παρόντος της
ανθρώπινης ύπαρξης και της αιωνιότητας, μιάς αιωνιότητας θεολογικών μεταφυσικών
προοπτικών και χριστιανικών αποχρώσεων. Ο Κόσμος όμως είναι πιο σύνθετος από
όσο φαίνεται μέσα στην κανονιστική ηθικογραφία της δογματικής απλότητάς του
όπως αυτή εκφράζονταν από τον πάστορα πατέρα του και άλλα μέλη της οικογένειάς
του. Η ψυχογράφηση των εσωτερικών συγκρούσεων της συνείδησης του καθενός και
κάθε μίας από τους ήρωές του από τις δεσμευτικές δυνάμεις της Μοίρας στο διάβα
του χρόνου αποδίδεται καλλιτεχνικά διττά. Στις ταινίες του έχουμε μία διαρκή
αμάχη, έναν εξοντωτικό αγώνα μεταξύ του τώρα ως ενοχή και του αύριο ως λύτρωση.
Μια συνεχή πάλι και άγχος για την ζωή και τις μικροχαρές της, τις απολαύσεις
της και την ανά πάσα στιγμή αιφνίδια εμφάνιση του Θανάτου, της επαπειλούμενης
απειλής του να κόψει το δέντρο της Ζωής
και όσων κάθονται πάνω του. Ένα επαναλαμβανόμενο δίπολο της ζωής και του
θανάτου, της τιμωρίας και της συγχώρεσης, της αλήθειας και του ψέματος, του
ρεαλισμού και της φαντασίας, της σκληρής και πνιγηρής πραγματικότητας και του ονείρου.
Της γοητείας των προσωπικών οραμάτων και των δυσκολιών υλοποίησής τους. Ένα
ανοιχτό αυθεντικό παιχνίδι σύλληψης της τέχνης των σκιών και των εικόνων, των
διαθλάσεών τους που μεταπλάθονται σε επιλογές νέας ζωής. Είναι τόσο εύγλωττες
οι απαισιόδοξες στιγμές στα έργα του όσο και οι αισιόδοξες. Ένας αξιολογικός
κώδικας ηθικών συμπεριφορών που, πότε προβάλλονται ως δράμα και τραγωδία και
πότε ως φάρσα, ιλαροτραγωδία, ως μπουφονική παράσταση από ένα υπαίθριο θεατρικό
μπουλούκι, μικρό σχήμα ταχυδακτυλουργών, μαριονέτες στο προσωπικό κουκλοθέατρο
της οικογενειακής εστίας. Ο Μπέργκμαν διαχειρίζεται το βιωματικό υλικό των
εμπειριών του άλλοτε με έναν πρωτόγονο τρόπο και άλλοτε με έναν μοντέρνο,
αναμφίβολα πάντως θεσπέσιο, γοητευτικό, μαγευτικό. Η ματιά του είναι αθώα και
ταυτόχρονα πονηρή όπως κάθε παιδιού, που είναι σαν να έρχεται για πρώτη φορά σε
επαφή με την πραγματικότητα, έστω και αν αποτελεί συνέχεια της περιπέτειας της
ζωής του. Είναι το παιδί που δεν ενηλικιώθηκε ή σωστότερα, η ενηλικίωσή του
έγινε μέσω του θεατρικού παιχνιδιού των διαφόρων φωτισμών και φωτοσκιάσεων της
κινηματογραφικής κάμερας. Ο πλούτος της ευαισθησίας του Μπέργκμαν εμπνέεται από
ένα είδος θα σημειώναμε καλοσχεδιασμένης θεατροποιημένης αντίληψής του για τα
πράγματα, τα γεγονότα και τους ανθρώπους. Κατασκευάζει ένα καθαρά προσωπικό του
στιλ, ένα ύφος ξεχωριστό με το οποίο αξιοποιεί κάθε πτυχή περασμένων των χρόνων
του περιστατικών και τα μετατρέπει σε κοινή θέαση πάνω στην οθόνη ή πάνω στο
σανίδι κρατώντας ο ίδιος το λεπτό νήμα με το οποίο κινεί τις ανθρώπινες μαριονέτες
του αλλά και τον ίδιο τον εαυτό του. Στα έργα του Μπέργκμαν, δεν θα συναντήσουμε χαλαρό, αδιάφορο,
κουραστικό, παράλογο σενάριο, ακόμα και λεπτά μεταφυσικά ζητήματα, τα συχνά
ερωτήματά του που βάζει στα χείλη των πρωταγωνιστών του, για την ύπαρξη ή μη
του Θεού, την σχέση μεταξύ πίστης και απιστίας και τα προβλήματα που
γεννιούνται από την αμφισβήτηση κάθε βεβαιότητας, από την γεφυρωτική ή
διαλυτική αντιμετώπισής τους- απάντησή τους, μέσω της λογικής και της γνώσης,
μπορούν να μετατραπούν σε κινηματογραφικές εικόνες, πλάνα και καρέ και να
κατανοηθούν από τους θεατές. Δεν υπάρχουν αφηρημένα στοιχεία στα σενάριά του
και στις ταινίες του, παρά τον «βομβαρδισμό μας» με διαρκεί ερωτήματα και τις
απαντήσεις που ασπάζονται οι ήρωές του. Μερικές φορές ο θεατής έχει την αίσθηση
ότι οι απαντήσεις αμβλύνουν τα ισχυρά σαλπίσματα των ερωτήσεων. Και αυτό το
πλαίσιο μεταφυσικής προβληματικής και υπαρξιακής αγωνίας στο ενθάδε της ζωής
εξετάζεται διττά. Η ύπαρξη του Θεού ως φανέρωση μέσα στην κοινωνία και των
αρμών συνοχής της ή της ανυπαρξίας του και της διάλυσής τους, ερμηνεύεται πάντα
σε σχέση και αναφορά με τους ανθρώπους, και οι ανθρώπινες υπάρξεις βασίζουν τις
βεβαιότητές τους στην ύπαρξη του Θεού που οι ίδιες οραματίστηκαν ως βεβαιότητα
μέσα στην κοινωνία. Γι’ αυτό και η Σιωπή του Θεού απασχόλησε πρώτα το άτομο
Μπέργκμαν και κατόπιν συγγραφέα Ίνγκμαρ Μπέργκμαν-με την συγκεκριμένη
θρησκευτική αγωγή και θεολογική διαπαιδαγώγηση και κατόπιν τον συγγραφέα- σκηνοθέτη,
ο οποίος έδωσε φόρμα στο λεκτικό στόρι των οικογενειακών του μνημών και
αναμνήσεων, κειμενοποίησε όσα κουφόβραζαν μέσα στην συνείδησή του και τα βάθη
της ψυχής του. Οι χειρονομίες του σαν ενήλικος αναβιώνουν σύμφωνα με τα όνειρά
του την παιδική του αθώα εικόνα θεώρησης του Κόσμου γύρω του. Όμως ο Κόσμος
είτε τον θωρεί μέσα σε ένα κλειστό σκοτεινό δωμάτιο είτε κρυμμένος κάτω από ένα
τραπέζι παραμένει ο ίδιος, σκοτεινός ή φωτεινός ή μέσα στο ημίφως, το στιλ του
βλέμματος του καλλιτέχνη αλλάζει και ο τρόπος επεξεργασίας των εμπειριών και
συναισθημάτων. Θεϊκά και γήινα συμβόλων είδωλα μέσα στην σκηνή ενός
κουκλοθέατρου. Μόνο που τα νήματα τα κρατά ένα εγγαστρίμυθο αθώο, πονηρό και
χαμογελαστό παιδί, ο Μπέργκμαν.
Η υπαρξιακή του κρίση και οντολογική
φουρτούνα που τον βασάνισαν σχεδόν από τα πρώτα του μπουσουλήματα, σε όλη την
διάρκεια του βίου του προερχόμενη από το πουριτανικό θρησκευτικό οικογενειακό
του περιβάλλον είχε τρία στάδια εμφάνισης και παρουσίασής της στις ατομικές
εξομολογητικές του αφηγήσεις, κατάθεση μαρτυριών των συγγραφικών και των
οπτικοποιημένων ιστοριών του. Το πρώτο είναι αυτό που εντυπώθηκε στην παιδική
του ηλικία και την καθόρισε, προσδιορίζοντας τους κατοπινούς ορίζοντες των
προσανατολισμών του και της ενηλικίωσής του βηματισμούς. Το δεύτερο είναι το
καθρέφτισμα των πάσης φύσεως βιωμάτων μέσα στις δράσεις και πλοκές των ταινιών
του, τραυμάτων, εμπειριών, ενοχών, γεγονότων ως παραστάσεις τροφοδοτικών
εικόνων, μέσω της γλώσσας και των πολιτιστικών της ριζών, δηλαδή ως
αποτελεσματικός παραδειγματικός λόγος κειμένων, τέχνη της γραφής, συγγραφή σεναρίων και
αυτοβιογράφησης. Και το τρίτο στάδιο η σκηνοθετική οπτικοποίηση των γραπτών
αυτών εμπειριών του ως σεναριακής αλήθειας τεκμήριο, μετατροπής του σαν
κινηματογραφική ύλη, σειρά εικόνων πάνω στην λευκή οθόνη σαν καλλιτεχνικό
αποτέλεσμα της Έβδομης Τέχνης κοινοποιήσιμο σε όλους μας. Η δημόσια έκθεση της
προφορικότητας του εξομολογητικού λόγου πρώτα σε γραπτή πρόταση ανάγνωσης πάνω
στην λευκή σελίδα και έπειτα σε κινηματογραφική αφήγηση πάνω στην λευκή οθόνη
πρόσφερε πολλαπλές ευκαιρίες στον Μπέργκμαν. Καλλιέργησε την μαγεία του
κινηματογραφικού του φανού μερισμένου σε πάνω από 60 ταινίες, με πάνω κάτω όμως
συγγενικές κάπως υποθέσεις και χρωματισμούς κλίματος. Αυτό δεν είναι προς μομφή
της κινηματογραφικής τεχνικής του μια και πιστεύουμε ότι πλάνα σαν του
Μπέργκμαν με την ιδιαίτερη ξεχωριστή μαγεία δεν θα υπάρξουν ή δύσκολα θα
φανερωθούν ξανά στην ιστορία του σινεμά. Οι δουλειές του στο Θέατρο είναι άλλης
οπτικής και ερμηνείας εξέταση. Κείμενα και Εικόνες ισάξιες διαχρονικά
προβάλλουν μπροστά μας δίχως κοιλιά και δική μας βαριεστιμάρα. Η συγκεκριμένη
ομάδα φιλικών του ηθοποιών που επιλέγει και η σταθερή συνεργασία του μαζί τους
υποδηλώνει το συνεχές όμορο θεματικό και της προβληματικής του όλο που,
εξετάζεται από διάφορες πρισματικές γωνίες και λήψεις σπονδυλώνοντας το παζλ
των απόψεών του και σκέψεών του. Το έργο του Μπέργκμαν είναι σαν ένα μεγάλο της
ζωής του δέντρο πολύφυλλο και πολύκλαδο. Κάθε ταινία του και ένα νέο κλαδί με
τις ίδιες όμως πάντα ρίζες.
Από την άλλη όμως η μαγεία του βρίσκεται στο
γεγονός ότι κατά την προσωπική μας κινηματογραφική αντίληψη ως σταθεροί θεατές
των ταινιών του, δίχως να είμαστε ειδικοί κριτικοί, ο Σουηδός σκηνοθέτης
μετέτρεψε με το απύθμενο ταλέντο του, την τέχνη του και την απεριόριστη
θαυμαστή εργατικότητά του και καλλιτεχνική του ευφυΐα και τεχνική-βοηθούμενος
από τους εξαιρετικούς συνεργάτες του- τα οικογενειακά του συμβάντα και
πνευματικά ζητήματα και ανησυχίες, προβληματισμούς και ανοιχτά ερωτήματα σε
δικούς μας. Το μερικό και το ειδικό μερτικό των ατομικών του περιπτώσεων το
μεταστοιχείωσε έτσι ώστε να αφορά και να απασχολεί όλους μας και τον καθένα
ξεχωριστά ως σπουδή εσωτερικής μας ενδοσκόπησης και εξέτασης. Και, κάθε φορά σε
κάθε νέα ταινία που γύριζε ο Μπέργκμαν στηριζόμενος σε προγενέστερα μοτίβα και
φόρμες που τον ενδιέφεραν ως στοιχεία της καλλιτεχνικής του αναφοράς, πρόσθετε
και ένα καινούργιο πλέγμα προβλημάτων είτε με τα σενάριά του είτε με την κάμερά
του. Τα ερωτήματα είχαν περισσότερη σημασία και αξία για αυτόν και όχι μάλλον
οι απαντήσεις. Αλησμόνητα εντυπώνονται στην μνήμη μας τα διαρκή κοντράστ των
προσώπων των πρωταγωνιστών του, εμφανείς από την πρώτη στιγμή οι γκριμάτσες και
σωματικές χειρονομίες των ηρώων και ηρωίδων του, η αφέλειά τους και
κουτοπονηριά τους, ο σχεδιαστικός του χαρακτήρας τους σε σχέση με κάποιον άλλον
αντίθετό τους. Οι αργοί αλλά όχι κουραστικοί ρυθμοί του, η καλοκουρδισμένη οργάνωση του τελικού μοντάζ, τα ορθά
τοποθετημένα πλάνα του, το παιχνίδι των σκιών, οι εξαιρετικοί φωτισμοί, οι
συγκλονιστικές γωνίες λήψης της μηχανής, η καθαρότητα και της παραμικρής
λεπτομέρειας στην περιγραφή ενός προσώπου και των ιδεών και θέσεων που
κουβαλάει και κομίζει στους άλλους. Τα απότομα συναισθηματικά «περάσματα» από
μία κατάσταση σε μία άλλη, λες και οι ίδιοι ηθοποιοί ενός θιάσου ανεβάζουν την
ίδια ημέρα και ερμηνεύουν διαφορετικό έργο. Το προσωπικό του στιλ που ξεχωρίζει
αμέσως, τα σταθερά των εμμονών του μοτίβα. Η δικαίωση ή καταδίκη των χαρακτήρων
που οικοδομεί. Τα όχι και λίγα εξωτερικά του γυρίσματα- πλάνα. Η αγάπη του για
το ταξίδι, την περιπλάνηση, οι ήρωές του και ηρωίδες του είναι σαν να μην έχουν
σπίτι διαμονής, διαμένουν σε χάνια, σε ξενοδοχεία, κοιμούνται στην ύπαιθρο. Οι
πρωταγωνιστές του βρίσκονται διαρκώς σε μία συνειδησιακή και συναισθηματική
ρευστότητα, σε μία σωματική κίνηση από τόπο σε τόπο. Μεγάλη είναι επίσης η
θεατρική του εμπειρία και αγάπη, προτίμηση προς το θεατρικό παιχνίδι, η
επιδέξια διδασκαλία των ηθοποιών του, η σοφή του καθοδήγηση. Όλα αυτά που με
δύο λόγια εν συντομία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε καλλιτεχνικές της
δημιουργικότητάς του καταθέσεις προβολείς του διεθνώς και επαγγελματικές του
της ζωής του εργασίες.
Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ζει και αναπνέει, νιώθει
ότι υπάρχει όσο κρατά και χειρίζεται την Κάμερα, όταν κρατά μολύβι και γράφει,
όταν βρίσκεται ανάμεσα σε «Θεατρίνους» (η λέξη δική του) και συμβουλευτικά τους
διδάσκει, τους καθοδηγεί. Η προβληματική του είναι πληθωρική, παλιρροιακά
επανέρχεται με καινούργια συγγενικά θέματα με σύγχρονο τρόπο, αφηγήσεις σαν
παιδικό παραμύθι που δεν κουράζεσαι να ακούς. Δεν είναι γραμμική η πορεία του
ατόμου και καλλιτέχνη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν αλλά σπειροειδής, επικίνδυνη και
ριψοκίνδυνη σαν τον γύρο της μοτοσυκλέτας μέσα στο μεγάλο βαρέλι στο τσίρκο.
Μία πληθωρικότητα εντυπώσεων και εκφράσεων της Γραφής και της Κάμερας. Δεν
είναι συναισθηματικά μονότροποι, μονοθεματικοί οι χαρακτήρες του ως σύλληψη
αλλά πολυπρισματικές φυσιογνωμίες από όλη την χρονολογική βεντάλια του βίου
του. Όπως το είπε ο δικός μας Νίκος Καζαντζάκης. «Πολλών ανθρώπων έργα η ζωή μας
και τα έργα μας» αν το θυμάμαι σωστά. Οι διάλογοί του πάντα ώριμοι, καίριοι,
ουσιαστικοί, εφευρετικοί, δουλεμένοι και σε βάθος καθόλου πληκτικοί, συνηγορία
του μηνύματος των εικόνων.
Ίσως ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (Ingmar Bergman) να μην είναι αυτόφωτος, όσον αφορά
τον Σουηδικό και Παγκόσμιο κινηματογράφο, σίγουρα όμως δύσκολα θα συναντήσουμε
μιμητές του αν και οι ταινίες του ακόμα μιλάνε και επικοινωνούν με τους θεατές
τους παρά τους φόβους του για το αντίθετο. Και ο ίδιος ως Ιππότης παίζοντας
Σκάκι με τον Θάνατο, ζητούσε παράταση της ζωής του για να γεμίσει Γνώσεις.
«Ιππότης: Το
κενό είναι ένας καθρέφτης γυρισμένος προς το ίδιο μου το πρόσωπο. Βλέπω τον
εαυτό μου σ’ αυτόν και γεμίζω φόβο και αηδία.
Ο Θάνατος δεν
απαντά.
Ιππότης: Από
την αδιαφορία μου για τους συνανθρώπους μου, απομονώθηκα. Τώρα ζώ σ’ έναν κόσμο
φαντασμάτων. Είμαι φυλακισμένος στα όνειρα και στις φαντασίες μου.
Θάνατος: Και
όμως δεν θέλεις να πεθάνης.
Ιππότης:
Ναι, θέλω.
Θάνατος: Τι
περιμένεις;
Ιππότης:
Θέλω τη γνώση.
Θάνατος:
Θέλεις εγγυήσεις;
Ιππότης: Πές
το όπως θέλεις. Είναι τόσο οδυνηρά αδύνατο να συλλάβη κανείς το Θεό με τις
αισθήσεις; Γιατί να κρύβεται σε μιά ομίχλη από μισοειπωμένες υποσχέσεις και
αόρατα θαύματα;
Ο Θάνατος
δεν απαντά.
Ιππότης: Πώς
μπορούμε να πιστεύουμε σ’ αυτούς που πιστεύουν, όταν δεν μπορούμε να πιστεύουμε
στον εαυτό μας; Τι θα συμβή σε όσους από μας θέλουν να πιστέψουν αλλά δεν
μπορούν; Και τι θα γίνουν εκείνοι που ούτε θέλουν ούτε είναι άξιοι να
πιστέψουν;
Ο Ιππότης σταματάει και περιμένει απάντηση,
αλλά κανείς δεν του απαντά. Απόλυτη σιωπή.
Ιππότης: Γιατί
δεν μπορώ να σκοτώσω το Θεό μέσα μου; Γιατί συνεχίζει να ζη μ’ αυτόν τον οδυνηρό
και ταπεινωτικό τρόπο όσο κι αν Τον καταριέμαι και θέλω να Τον πετάξω από την
καρδιά μου; Γιατί, παρ’ όλα ταύτα, αποτελεί μία συντριπτική αλήθεια που δεν
μπορώ να αποτινάξω; Μ’ ακούς;
Θάνατος: Ναι
σ’ ακούω.
Ιππότης: Θέλω
γνώση, όχι πίστη, όχι υποθέσεις. Γνώση………………….»
Η ΕΒΔΟΜΗ
ΣΦΡΑΓΙΔΑ, μετάφραση Ροζίτα Σώκου, εκδόσεις Γαλαξία, Πέμπτη έκδοση, Δεκέμβριος
1970, σελ. 110-111.
ΥΓ. Στους κόλπους αυτού του αιτήματος, που περικλείει το ιδανικό και τα μέσα
κανείς να το φθάνη, η θεωρία και η πράξη δεν αντιτίθεται, επειδή όμως το δέον είναι
πιο αληθινό από το όν, έχει προτεραιότητα. Όχι πώς καθ’ εαυτήν η πρακτική είναι
ευτελής, αλλά διότι πραγματικότητά της είναι το αίτημα. Επομένως ο Πλάτων δεν
φοβόταν την πράξη, φοβόταν την παθητικότητα έναντι του νοήματος που επιφέρει, όταν
γίνεται αυτοσκοπός. Στην πράξη αυτή των μιμητών και των ποιητών θα αντιπαραθέση
την θεωρία, δηλαδή τη μετάβαση από το αισθητό στο νοητό δια της ψυχής……..». Στέλιος
Ράμφος, ΜΥΗΣΗ ΣΤΟ ΦΩΣ. Το όραμα της αλήθειας, εκδ. Κέδρος 1978, σ.80-81.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
13 Αυγούστου
2026
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου