ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ
«Κραυγές και Ψίθυροι»- “Viskuingar och Rop”
Ακούστε με για λίγο
Θα
μπορούσατε ίσως να μ’ ακούσετε για λίγο; Για ένα μόνο λεπτό’ θα ‘θελα να σας πω
πώς κάνω μία ταινία για σας. Έγραψα ένα σενάριο γύρω από τέσσερις γυναίκες που
βρίσκονται μαζί για λίγες μέρες κάτω από δραματικές συνθήκες. Ζήτησα σε
τέσσερες θαυμάσιες ηθοποιούς- που ‘ναι όλες φίλες μου-να παίξουν τους τέσσερεις
ρόλους: Χάριετ Άντερσον, Ίνγκριντ Τούλιν, Κάρι Σύλβαν και Λιβ Ούλμαν. Ζήτησα
από το φίλο μου Ζβέν Νίκβιστ να κρατήσει την κάμερα όπως πάντα. Ζήτησα από το
συνεργείο μου να έρθει για άλλη μιά φορά στο νησί μου. Ανακαλύψαμε μιά παλιά
έπαυλη σ’ ένα σιωπηλό πάρκο. Σε διάρκεια σαράντα ημερών κάναμε μιά ταινία που
αγαπάμε. Λέγεται: «Κραυγές και ψίθυροι».
Αν με
ρωτήσετε: είναι καλή ή κακή αυτή η ταινία, δε θα ξέρω να σας απαντήσω. Μπορώ να
πώ μονάχα πώς είναι κάτι σε μένα πολύ αγαπητό. Γι’ αυτό σας ζητώ να τη δείτε
και εύχομαι να την αγαπήσετε και σεις.
Ένα από τα απαισιόδοξα και μουντά,
μελαγχολικά, καταθλιπτικά έργα αλλά κορυφαία σπουδή πάνω στον ανθρώπινο πόνο,
την μοναξιά, την ακοινωνησία, τον εγωισμό, την θλίψη, τον φόβο, την διάλυση των
σχέσεων- οικογενειακών, συζυγικών-, την διπλοπροσωπία, την αρρώστια τον Θάνατο αριστούργημα του
Ίνγκμαρ Μπέργκμαν γυρισμένο το 1972 μέσα σε μικρό χρονικό- ούτε ενάμισι μήνα- διάστημα με λιτά μέσα.
Με αξεπέραστες γυναικείες και αντρικές ερμηνείες όπως κάθε ταινία του Σουηδού
σκηνοθέτη. Σταθεροί συνεργάτες, φιλική παρέα και συντροφιά καλλιτεχνών με τους
οποίους συνεργάζεται σταθερά στις παραγωγές του. Η πορεία προς την απώλεια της Ανιές η διαδρομή απόπειρα αυτογνωσίας των δύο άλλων αδερφάδων της. Πληγές ανοικτές από παλαιά που
δεν κλείνουν ούτε και μετά τον θάνατο της Ανιές με την καλλιτεχνική φλέβα που
καλύπτει την μοναξιά της. Το φαινόμενο του θανάτου ή σωστότερα, η σκληρή
διαδικασία προς αυτόν λόγω της αρρώστιας, είναι η κινητήριος αφορμή για να
σμίξουν οι τρείς θηλυκές υπάρξεις με πρώτου βαθμού συγγενείας σχέση και η
νεαρότερη γυναίκα η καμαριέρα που φροντίζει την άρρωστη και κατάκοιτη Ανιές με
αφοσίωση και τρυφερότητα. Συγκεντρώνονται στην οικογενειακή τους εστία που ιδιοκτήτρια
είναι η άρρωστη. Έρχονται κοντά έστω και τυπικά, επιφανειακά για μικρό χρονικό
διάστημα, ξεδιπλώνοντας τις μύχιες σκέψεις τους και ψυχικές τους ανάγκες, τις
φοβίες τους αλλά και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους. Ένα έξοχο ημερολογιακό φλας
μπακ οικογενειακών στιγμών και των τριών αδερφάδων, σκληρών, ψυχρών καταστάσεων
και σκοτεινών εικόνων ζωής, προσωπικής τους επιθυμίας για εξομολόγηση και
επαφή, σωματική ή συναισθηματική. Ένα ψυχικό των πληγών και συμπεριφορών τους
ξεγύμνωμα μέσα στην μητρική τους εστία που ιδιοκτήτρια είναι η ετοιμοθάνατη
Ανιές. Μίση γυναικών, πολύτεκνων γυναικών συζύγων με παιδιά που αγαπιούνται από
τις μητέρες τους εναντίων των αντρών τους. Ερωτικά κρυφά πάθη κατά την
εργασιακή απουσία των συζύγων τους, κοινώς κερατώματα με φιλικούς τους
επισκέπτες. Κρυφές ερωτικές επαφές, ζήλιες, απέχθειες και συμπεριφορές
προκλητικής κοκεταρίας και εγωτικών αντιδράσεων. Των αδερφάδων ντουέτα συζητητών,
των συζύγων των κρυφών εραστών. Ανοικτά κοντραρίσματα αντρών και γυναικών στην
επιθυμία κυριαρχίας τους ή αδιαφορίας τους για την διατήρηση του γάμου τους.
Μέσα σε δωμάτια που το φως του ήλιου που μπαίνει από το παράθυρο είναι θαμπό,
κίτρινο, κυριαρχεί το κόκκινο στις πιο σκληρές του διαθλάσεις και ανταύγειες
στις ψυχές των ηρώων, στις λιγοστές επιπλώσεις των δωματίων, στα αντικείμενα
στον χώρο. Όπως το θέλησε και το σχεδίασε ο σκηνοθέτης συγγραφέας. Μία κόκκινη
σιωπή σε διάφορες χρονικές φάσεις, μία αράχνη που εμφανίζεται, το σκάκι πάνω
στο τραπέζι, επαναλαμβανόμενα μοτίβα στις ταινίες του Μπέργκμαν. Σταθερά
ντεκόρ. Σε αυτό το συνεχές πήγαινε έλα της ζωής, μπρος πίσω του χρόνου που τα
ρολόγια του σπιτιού έχουν και αυτά την νοηματική και συμβόλων σημασία τους στην
εξέλιξη του στόρι. Γι’ αυτό θεωρώ ότι η ταινία «Κραυγές και ψίθυροι» ανήκει στα
μεταγενέστερα «υστερόγραφα» της «Σιωπής» της γνωστής Τριλογίας του. Σταθερά
ντεκόρ και φόρμες στα έργα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Όπως πάντα πολύ καλή η
φωτογραφία και η μουσική επένδυση. Η σοβαρή και υπεύθυνη σοφά σχεδιασμένη
σκηνοθετική ματιά, των ανθρώπων και των καταστάσεων που βιώνουν, του εσωτερικού
και εξωτερικού τοπίου. Το στήσιμο των ηθοποιών μπροστά στην κάμερα, το μεταξύ
τους δέσιμο στις εκπληκτικές ερμηνείες τους, οι ανιχνευτικές προσωπογραφίες των
προσώπων των ηρώων και ηρωίδων του. Ρυτίδα την ρυτίδα, μαύρη γραμμή την μαύρη
γραμμή χαρακιά που αχνοφαίνεται στα πρόσωπά τους, στους σπασμούς τους καθώς ο
φακός του Μπέργκμαν εξερευνά την ποιότητα του χαρακτήρα τους και καταγράφει τις
συμπεριφορές και τις χειρονομίες μεταξύ τους. Φωτογραφίζει θα λέγαμε «double face» τον αληθινό χαρακτήρα τους. Ίσκιοι και φως της λάμπας πετρελαίου των
κεριών είτε του εξωτερικού φυσικού φωτός πάνω στο χιονισμένο φθινοπωρινό
περιβάλλον αλληλοσυμπληρώνονται σχηματίζοντας την αλήθεια της ζωής και των
καταστάσεων πραγματικότητα. Της θλιβερής και αποπνιχτικής ατμόσφαιρας που
φανερά δεν θέλουν να αποδεχθούν οι ήρωες, στον πραγματικό ρεαλισμό των
συμπεριφορών τους και των ιδιαίτερων αντιδράσεών τους στην μοναχική πορεία του
καθενός καταβάθως με κοινές καταβολές ερημιάς. Συγγενικά θηλυκά μέλη της ίδιας
οικογένειας, ανθρώπινες φιγούρες που ορισμένες φορές αισθάνονται ότι κινούνται
και δρουν μέσα σε μία ονειρική κατάσταση, ένα κίτρινο θανατερό Όνειρο. Το
κίτρινο του Θανάτου με τα πολλαπλά προσωπεία. Το βαθύ, σκουρόχρωμο κόκκινο- που
απλώνεται από τις γυναικείες ρόμπες και φορέματα ακόμα και οι ταπετσαρίες είναι
κόκκινες, τα νυχτικά των γυναικών, τα βαριά έπιπλα. Οι «βαθυκόκκινοι τοίχοι», «οι τοίχοι κόκκινοι, μαβίζουν στο λυκόφως»- των ανοιχτών πληγών τους
το αίμα, επιβάλει ό,τι δεν θέλουν να αποδεχτούν ως σκληρή πραγματικότητα της
ακοινωνησίας τους, της έλλειψης ουσιαστικής επαφής στις μεταξύ τους μικρές και
μεγάλες σιωπές, μια «σιωπή που πληγώνει πιο πολύ». Τις έχθρες τους συμπεριφορές περιφρόνησης αναμεταξύ τους, την «παγερή ευγένεια που βασιλεύει
μεταξύ των δύο κουνιάδων» Φρέντρικ και Ιωακείμ συζύγων των δύο αδερφάδων. Της
συρρίκνωσης των εκδηλώσεων ειλικρίνειας, ουσιαστικής αγάπης και αληθινών
επαφών. Των τυπικών σχέσεων και των συναντήσεων όλης της οικογένειας σε μεγάλες
θρησκευτικές εορτές ως συνήθεια. Μία προγονική οικία που η παρουσία της μητέρας
των τριών κοριτσιών Ανιές, Κάριν και Μαρίας είναι παρούσα ως εποπτεύον
πορτραίτο στον τοίχο και η μόνη ψυχική τους "ένωση" στην υπάρχουσα επικρατούσα
ακοινωνησία τους. Μία ιταλική εικονογραφία που παρουσιάζει την Αγία Τερέζας να
προσεύχεται. Όχι τυχαία καδραρισμένη σε μία οικογένεια που θρησκεύεται και τα
μέλη της εξομολογούνται, ενώ «τα ρολόγια κουβεντιάζουν με σιγανές ανάλαφρες
φωνές» συνοδεύοντας τους ψιθυρισμούς της ψυχής των προσώπων. Και πάλι, για μία
ακόμη φορά η καταφυγή του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στην παιδική ηλικία, τα ξένοιαστα
κοριτσίστικα παιδικά τους χρόνια όταν οι τρείς μικρές αδερφές έπαιζαν ανέμελες
και χαρούμενες. Η εξέλιξη όμως της ταινίας δεν βασίζεται στον ρεαλισμό των
στοιχείων της σκληρής αλήθεια της ζωής και των σχέσεων των ηρώων πρωταγωνιστών
και πρωταγωνιστριών, αλλά στην αναμονή του επερχόμενου θανάτου της μίας από τις
αδερφές της Ανιές που σιγοσβήνει στο κρεβάτι, αφορμή για φανέρωμα των πραγματικών
συναισθημάτων των υπόλοιπων παρευρισκόμενων συγκεντρωμένων γύρω από την
ετοιμοθάνατη.
Ο Σουηδός
σκηνοθέτης που έγραψε όπως κάνει συνήθως και το σενάριο της ταινίας,- που
βασίζεται η σκηνοθετική του ματιά- ενώ μας δίνει στην αρχή του μικρού βιβλίου
που μεταφέρω αποσπάσματα- σκηνικές, κινηματογραφικές οδηγίες και επεξηγήσεις
για τις προθέσεις του, -βλέπουμε το ομαδικό πνεύμα με το οποίο σχεδιάζει και
υλοποιεί τα έργα του- εισαγάγει προς το τέλος της ιστορίας του, μια μάλλον
ασυνήθιστη για τον ορθολογιστή σκηνοθέτη, έχουμε μία εξωπραγματική κατάσταση,
ένα είδος «θαύματος» ή αν δεν λαθεύω στον ορισμό «γκραν κινιόλ» στιγμιότυπο.
Κάτι σαν τις εξωλογικές μυθικές ιστορίες από τον κόσμο των νεκρών. Το στόρι δεν
τελειώνει «ομαλά» μετά τον θάνατο της άρρωστης Ανιές με τις καλλιτεχνικές
ευαισθησίες και τα πρώτα στάδια της αποσύνθεσης του σώματός της αλλά την
βλέπουμε, την βάζει ο σκηνοθέτης να συνεχίζει να μιλάει και μετά τον θάνατό
της, και όχι μόνο αυτό αλλά και να δακρύζει όπως διαπιστώνει η ψυχοκόρη της
Άννα που την φρόντιζε. Η νεκρή αρχίζει να μιλάει μετά τον φυσικό της θάνατο ζητώντας
από την καμαριέρα της, την Άννα, να μπουν στο δωμάτιο που βρίσκεται η σορός της και να συνομιλήσει ιδιαίτερα, ξεχωριστά με τις δύο αδερφές της. Η Φυσική τάξη
των πραγμάτων ανατρέπεται, η ροή του χρόνου της ζωής και του θανάτου
συμπλέκεται με τρόπο εξωλογικό, η ανθρώπινη φωνή εξακολουθεί να βγαίνει και
μετά τον θάνατο της άρρωστης και να ζητεί να έρθει σε επικοινωνία συνομιλίας με
αυτή των εν ζωή αδερφών της. Η Επιθυμία της Ανιές είναι ακόμα και μετά από τον
θάνατό της να φανεί χρήσιμη, να τις φέρει σε επαφή, κοντά την μία αδερφή με την
άλλη, να ανοίξει δίαυλο συνομιλίας μαζί τους. Να έρθουν σε κοινωνία σχέσεων έστω
και καθυστερημένα, μετά την δική της απώλεια, τα άλλα δύο θηλυκά οικογενειακά
μέλη ,κάτι που δυστυχώς δεν κατορθώνει. Η μεταξύ τους ακοινωνησία διατηρείται.
Ούτε και αυτό το δραματικό οριστικό γεγονός του Θανάτου της Ανιές κατόρθωσε να συγκινήσει, να κάμψει τον παγερό χαρακτήρα τους, να φέρει τις άλλες δύο αδερφές
την Κάριν και την Μαρία κοντύτερα. Να πάψουν να μισιούνται, να εχθρεύονται η
μία την άλλη, να κρατούν τις διαπροσωπικές σχέσεις τους κυνικά τυπικές σχεδόν
αδιάφορες, ψυχρές. Η επιθυμία της νεκρής Ανιές να τους καλλιεργήσει μία κατάσταση
αδερφικής επαφής, φιλικής αγάπης αποτυγχάνει. Την ίδια ψυχρή και παγερή στάση
και συμπεριφορά κρατούν οι δύο αδερφές και οι σύζυγοί τους απέναντι στην
νεότερη ηλικιακά ψυχοκόρη την Άννα που για δώδεκα χρόνια φροντίζει την αδερφή
τους Ανιές. Πάντα σιωπηλή, υπομονετική, τυλιγμένη στην μοναξιά της, στοργική
στέκεται κοντά στην αδερφή τους που αργοπεθαίνει, την περιποιείται με υπομονή
και καρτερία, δίχως να βαρυγκωμάει, να συλλογίζεται τι θα απογίνει η ίδια μετά
τον θάνατο της Ανιές. Οι δύο αδερφάδες και οι σύζυγοί τους αποφασίζουν στις
κουβέντες τους να την διώξουν από το σπίτι που έμενε κοντά στην αδερφή τους, την
φρόντιζε με στοργή και αγάπη.
Σε μια από τις κορυφώσεις της εξομολογητικής
της διάθεση η Ανιές γράφει στο «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ»:
«Έχω συχνά αυτή την επιθυμία να κρύψω το πρόσωπο
μέσα στα χέρια μου και να μείνω έτσι για πάντα.
Τι θ’
απογίνω εγώ κι η μοναξιά μου; Ατέλειωτες οι μέρες, σιωπηλά τ’ απογεύματα κι οι
νύχτες δίχως ύπνο. Τι θα κάνω τον καιρό που ξεδιπλώνει τα φτερά του πάνω μου:
Κρύβομαι
στην απελπισία μέσα και την αφήνω να με φθείρει. Κατάλαβα πώς όταν αγωνίζομαι
να της ξεφύγω, είτε να την κρατήσω μακρυά, τα πράγματα γίνονται δυσκολώτερα.
Είναι προτιμότερο ν’ ανοίγεται κανείς, να δέχεται ό,τι τον βασανίζει, κι ότι
τον πονά δίχως να κλείνει τα μάτια, είτε να φεύγει, όπως έκανα άλλοτε.
Είμαι
ωστόσο άδικη όταν μιλώ για μοναξιά, Η Άννα είναι η φίλη μου και η συντροφιά
μου. Και πιστεύω τώρα ότι η μοναξιά της είναι σκληρότερη από τα δική μου
μοναξιά. Εγώ τουλάχιστον παρηγοριέμαι με τη μουσική, τις ζωγραφιές μου, τα
βιβλία μου. Η Άννα, εκείνη δεν έχει τίποτα. Προσπαθώ καμιά φορά να μιλήσω μαζί
της για την ίδια. Μα κατεβάζει τότε τα μάτια με ντροπαλοσύνη και κλείνεται στον
εαυτό της.».
Μία
ταινία ας το επαναλάβουμε στην ίδια προβληματική της τρίτης ταινίας της
σημαντικής Τριλογίας του «Η Σιωπή». Ένα έργο αξιοζήλευτο παιχνίδι σκούρων
χρωματισμών με κυρίαρχο φόντο το βαθύ αιμάτινο κόκκινο, όπως το ανθρώπινο αίμα
που κυλάει μες στις φλέβες των ηρώων και ηρωίδων- ημών των θεατών μεταφέροντας
όλες τις σωματικές μας εμπειρίες. Αλληγορικό σύμβολο των ανοιχτών τραυμάτων της
ψυχής και της ανθρώπινης σωματικότητας φαγωμένη από την ακοινωνησία και την αρρώστια.
Ως σύμβολο όχι της Τέχνης έργα Αισθητικής απόλαυσης αλλά του ρεαλισμού της ζωής
που απολήγει στο φαινόμενο του Θανάτου. Της σταθερής αργής διαδικασίας της
αποχύμωσης της ανθρώπινης υλικής σωματικότητας από τις υγρές λειτουργικές της
δυνάμεις και αντοχές, άμυνες, έως την ώρα της επικράτησης του Θανάτου και της
τελευταίας παρτίδας σκάκι μαζί του και μαζί μας την οριστική ήττα μας. Όταν
ολοκληρώνονται οι κοινές των ανθρώπων αναμνήσεις και παύουν οι εμπειρίες και τα
ξαφνιάσματα των αντοχών, και πλησίστιες οι δυνάμεις της ζωής υποχωρούν μπροστά
στο αιώνιο τίποτα, το άπειρο, το χάος που μας υποδέχεται μέσα στην αιώνια σιωπή
του, ολοκληρώνοντας το ραφιναρισμένο σχέδιο της Φύσης του καθενός μας ξεχωριστά
και μοναδικά. Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μόνοι πέρα από τα ελπιδοφόρα λόγια και
προφητείες των Ποιητών. Της αργής φθοράς του άρρωστου Κορμιού όπως το
παρατηρούμε εμείς οι θεατές πάνω στην λευκή οθόνη μέσα στην σκοτεινή αίθουσα
και το αντιμετωπίζουν οι άλλες τρείς γυναικείες υπάρξεις, οι δύο αδερφές και η
καμαριέρα. Έχουμε την αγωνία και το μαρασμό του άλλοτε ακμαίου και δυνατού,
ρωμαλέου και γεμάτο αντοχές και επιθυμίες απολαύσεις Σώματος φορτωμένο με τους
ζωογόνους χυμούς του, την φρεσκάδα του, του αυτοκίνητου στην ορατή υλικότητά
του από τους γύρω του κινήσεις και περιπλανήσεις του. Στην ψηλάφησή του, την
χειροπιαστή απτότητά του, τις σπασμωδικές χειρονομίες του πέρα από μεταφυσικές
αναγωγές και θρησκευτικούς δογματισμούς και ανόητες εθιμικές και ηθικές
προκαταλήψεις των πολιτισμών, περί ανηθικότητας του Κορμιού ως φυλακής της άσπιλης
Ψυχής και ως δεσμωτηρίου της αθανασίας της. Σχεδιασμένου και καλοκουρδισμένου
από τους από πάντα σταθερούς αιώνιους αναλλοίωτους νόμους της Φύσης μέσα στην
μικρό ανθρώπινη Ιστορική περιπέτεια. της ανθηρής καρποφορίας των δυνάμεων του ανθρώπινου
Σώματος τόσο ορατές, στην αργή διαδικασία της αποσύνθεσης των ζωογόνων του
λειτουργιών και την κατάπτωσή του, την εξασθένισή του, την μη αυτόβουλη
περιποίηση των αναγκών του. Αυτές οι άγνωστες συνήθως δυνάμεις και ενέργειες
που αναπτύσσονται μετά την έξοδό του από την μητρική κοιλιά και την αυτονόμησή
του από τον ομφάλιο μητρικό λώρο στο τυχαίο, άγνωστο χρονικά, περιπετειώδες
ταξίδι του στην νέα και αινιγματική Ζωή. Ο πόνος, η αγωνία, η θλίψη, η φθορά, η
εγκατάλειψη, η αδυναμία των σωματικών δυνάμεων, η αγχωτική αναπάντεχη σκληρή
δοκιμασία της αρρώστιας προς το τελευταίο επεισόδιο μάχης της Ζωής με το
αναπόφευκτο, της ολοκληρωτικής ήττας του φαινομένου της Ζωής από τον Θάνατο.
Όχι σαν μία πεισιθανάτια εκδήλωση περιγραφής ή εικονογράφησης της ανθρώπινης Τέχνης
ως θέαμα αισθητικής αλλά σαν τελεσίδικη του βίου έσχατη κατάσταση. Μη εκ νέου
συμμετοχή στην όποια συνέχεια…. Μια διπλή όμως εναγώνια διαδικασία απελπισίας
και ματαιότητας αίσθηση, σκοτεινή, προβληματική, ελεγειακή, θρηνώδη, ένας βουβός
πόνος, μία αμετάδοτη πικρία, αργόσυρτη εσωτερική αγωνία της βαριάς ανάσας τόσο
του ετοιμοθάνατου- αρρώστου πάνω στο κρεβάτι της ανημποριάς, όσο και των
οικείων φιλικών και συγγενικών του προσώπων που του συμπαραστέκονται,
βρίσκονται δίπλα του, του κρατούν το χέρι, του μιλούν, του στάζουν σταγόνες
νερό στα ξεραμένα χείλη του, του σηκώνουν το μαξιλάρι παρατηρώντας τον να
φεύγει. Μια ξεχωριστή και των τελευταίων σταδίων «συμπεριφορά» των ενεργειακών
δυνάμεων της Φυσικής λειτουργικότητας αυτής που ονομάζουμε και αποδεχόμαστε ως
Ψυχή. Ψυχή αυτή η άυλη, άπιαστη και απροσδιόριστη κατάσταση-ενέργεια που
γαντζώνεται από εκφράσεις και χειρονομίες της γλώσσας του Σώματος,
παραληρήματος της ανθρώπινης φωνής, ηχητικές κραυγές, απόηχοι ήχων, από το
βλέμμα των διπλανών, τις χειρονομίες και τα αγγίγματα ζεστασιάς. Ανθρώπινη
σωματικότητα και ψυχή ένα στην εμφάνιση της ετερότητας της κάθε ανθρώπινης
ύπαρξης ξεχωριστά. Αυτήν την τρομακτική και μοναδική για την ανθρώπινη ύπαρξη
και συνείδηση διαδικασία (μέσω της αρρώστιας και των σοβαρών ανεξέλεγκτων
επιπτώσεών της) προς το τελευταίο ταξίδι της προς τον Θάνατο, την αντίπερα όχθη
δίχως οβολό ή μάλλον, με τον οβολό του φακού του βλέμματός του που σκιαγραφεί ο
Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στα πρόσωπα των τριών γυναικών αδερφών, διαφορετικής ηλικίας
και ιδιοσυγκρασίας και της φιλικής συντρόφου καμαριέρας σκιτσάροντας τα
πορτραίτα, τις αντιδράσεις τους, τις συμπεριφορές τους, τις στάσεις τους, τις
κινήσεις τους, καταγράφοντας τα λόγια τους, τις σιωπές τους, τις ενδόμυχες
σκέψεις τους, τις κρυφές επιθυμίες, τις αποφάσεις τους η μία για την άλλη. Τα
πορτραίτα των αντρών, την απόπειρα αυτοκτονίας του Ιωακείμ, άντρα της Μαρίας
και την δική της απραξία στην έκκλησή του για βοήθεια. Στην συνέχιση της
κυνικότητάς τους και της ακοινωνησίας τους και μετά τον Θάνατο της αδερφής
τους. Σαν να μην τους άγγιξε τίποτα από το φοβερό γεγονός της απώλειάς της.
Στωικότερη και περισσότερο προστατευτική προς την άρρωστη η νεαρή καμαριέρα η
Άννα που έχει χάσει εδώ και χρόνια το παιδί της, της συμπαραστάθηκε η Ανιές και
έκτοτε της αφοσιώθηκε με όλες της τις ψυχικές και σωματικές δυνάμεις. Ατομικές
ιστορίες ανθρώπων και πώς μπορούμε να λυτρωθούμε από αυτές όταν όλες τους
μοιάζουν με τις δικές μας;
Ανιές, Κάριν, Μαρία, Άννα τέσσερεις
γυναικείες υπάρξεις η κάθε μία με το δικό της φορτίο απόγνωσης, μελαγχολίας,
και αίσθηση αναγκών και αξιών ζωής μέσα στην μητρική τους εστία συναντώνται για
τελευταία φορά, ίσως και μοναδική. Αυτό το δύσκολο στην διαπραγμάτευσή του και
των ανθρώπινων χαρακτήρων αποτύπωσή του θέμα σχέσεων και των αντιδράσεών τους
και συμπεριφορών τους μπρος στο γεγονός του Θανάτου, μάλλον, κατά την κρίση
μας, μόνο ο κινηματογραφικός Φανός μπορεί να φέρει σε πέρας, να ακτινογραφήσει.
Δεν αρκεί η λογική εξήγηση της γλώσσας, η αντοχή των λέξεων, της σεναριακής
γραφής, ως θραύσματα παραστάσεων. Δεν φτάνει ο χρωστήρας του ζωγράφου, τα
χρώματα που απλώνει στον καμβά, η σμίλη του μαρμαρογλύπτη πάνω στο λευκό
μάρμαρο, οι ιερές λέξεις των μυστηριακών θρησκειών και δοξασιών. Η
Κινηματογραφική τέχνη έχει τις δυνατότητες εκείνες και τα τεχνικά μέσα να μας
προσφέρει οπτικά, εν κινήσει από καρέ σε καρέ, από πλάνα σε πλάνα, στιγμιότυπα
εικόνων σε στιγμιότυπα, χρωματικές αποχρώσεις και φωτισμούς την ανθρώπινη
σταδιακή διαδικασία ανημποριάς και μηδαμινότητας σε όλο της το τραγικό, δραματικό
και ανυπεράσπιστο, ανίσχυρο τελικά μεγαλείο προς τον Θάνατο. Ενδέχεται στην
κινηματογραφική τέχνη η Σιωπή να είναι «χειροπιαστή», να μπορείς σαν θεατής να
την αισθανθείς αμεσότερα δίχως τις έξωθεν μεταφυσικές φοβίες και ηθικολογικές
απαγορεύσεις. Η πρόσκαιρη χρονικά στιγμιοτυπική αθανασία των προσώπων που
αγαπάμε για δύο ώρες κατά μόνας ή με συντροφιά. Η απεικόνιση της γραφής ως
εξήγησης κλείνεται μέσα στην στατικότητα ενός βιβλίου, η κινηματογραφική
αναπαράσταση ως Εικόνα είναι μία Κιβωτός εν πλω στον χρόνο. Δεν είναι το ίδιο
το φαινόμενο αυτό καθ' αυτό του Θανάτου το θέμα, αυτό ούτως ή άλλως αρχίζει να
υφίστανται από την στιγμή της γεννήσεώς μας αλλά η επώδυνη διαδικασία προς αυτόν,
στις στιγμές της Σωματικής αρρώστιας, της μικρής μακρόσυρτης διαδρομής και
ταλαιπωρίας της ανθρώπινης ύπαρξης είναι που έχει σημασία, μας αγχώνει και μας
τρομάζει. Και όχι ίσως, το τελικό αποτέλεσμα η οριστική λύτρωση. Το πώς το
ξορκίζει καθένας είναι μία καθαρά προσωπική υπόθεση που διαρκώς αναθεωρείται.
Ακόμα σκοτεινό και αινιγματικό το παιχνίδι
της Φύσης, ακατανόητο και δύσκολα ερμηνεύσιμο σε όλες του τις πολιτιστικές-
πολιτισμικές παραμέτρους στην ιστορία της ανθρωπότητας όταν αποφάσισε να
αποχωριστεί από τα ένστικτά της. Ο Άνθρωπος, μπορεί να ατενίζει με υπερηφάνεια
ή κομπασμό τον Θάνατο, να υψώνει τείχη εγωπαθούς αθανασίας πίστης, αλλά την χορευτική
του χορογραφία προς το πλησίασμά του με οδηγό τον ίδιο δεν την αντέχει, δεν
μπορεί να την ανακόψει. Όσοι θνητοί έτυχε να παρευρίσκονται δίπλα σε ένα βαριά
άρρωστο Σώμα που αργοσβήνει, αργοπεθαίνει, σιγολιώνει, θα ένιωσαν αυτό το ψυχρό
και συνάμα θερμό ρίγος εντός τους, ακούγοντας αυτό το ακατανόητο παραλήρημα της
φωνής ενός ετοιμοθάνατου, αυτό το ακαταλαβίστικο σιγομουρμούρισμα που παύει πια
να «προφητεύει» την παλαιά επικράτειά της ζωής και την ιστορία της, να σημαίνει
την ανάσα που βγαίνει και δεν βγαίνει από τα χείλη στην τελευταία προσπάθεια
αφήγησης, αυτόν τον εσωτερικό σπαραγμό που χάνεται καθώς διαλύεται το μωσαϊκό
της ζωής. Αυτήν την τελευταία αναλαμπή του βλέμματος των τελευταίων κινήσεων
του καταφαγωμένου από την αρρώστια Σώματος πριν το πέρασμά του στην άλλη όχθη
που τα πάντα αποκτούν την ομορφιά της τελειωτικής τους αμορφίας και διάλυσης.
Στα εξόν συνετέθησαν στο κουκλοθέατρο αυτό που λέγεται Ζωή ή Τέχνη,
Καλλιτεχνική Δημιουργία που ανοήτως το ανθρώπινο ον πιστεύει ότι ξορκίζει ή με
τα εφόδιά της πολεμά τον Θάνατο. Διαβάζουμε και πάλι από τη «Ημερολόγιο της
Ανιές» σελ. 44:
«Παρ’ όλα ταύτα
συνεχίζω την ζωγραφική, τη γλυπτική, το γράψιμο, το πιάνο. Άλλοτε πίστευα πώς
κάνοντας κάτι το δημιουργικό επικοινωνούσα με τον κόσμο που με τριγύριζε. Ότι
εγκατέλειπα την μοναξιά μου. Τώρα ξέρω πώς τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι.
Σε τελευταία ανάλυση ή, τρόπος του λέγειν, καλλιτεχνική μου έκφραση δεν
αποτελεί παρά μια απεγνωσμένη προσπάθεια ενάντια στο θάνατο. Κι όμως συνεχίζω.
Κανείς άλλος εκτός από την Άννα δεν βλέπει αυτά που κάνω. Δεν ξέρω αν είναι
άσκημα ή ωραία. Θα πρέπει να είναι άσκημα.
Είδα τόσο
λίγα πράγματα στη ζωή. Ποτέ δεν με ένοιαξε να ζήσω με τους ανθρώπους και την
πραγματικότητά τους. Αναρωτιέμαι τελικά αν αυτή η πραγματικότητα είναι
περισσότερο ευαίσθητη απ’ τη δική μου. Εννοώ την αρρώστια.»
Σκέψεις
και συλλογισμοί όχι μόνο καλλιτεχνών αλλά ανθρώπων που εξακολουθούν να παίρνουν
τη Ζωή στα σοβαρά όπως και την Καλλιτεχνική δημιουργία.
Χωρίς υψηλούς τόνους ανθρώπινων φωνών,
κραυγαλέους, προσωπικούς άμετρους αναστεναγμούς, με χειρονομίες υψηλών
θερμοκρασιακών αντοχών, κάδρα δυστυχίας έξω ανθρώπινων στιγμιότυπων, συναισθήματα που
ξεχειλίζουν από παντού πικρία, θλίψη, αγωνία αλλά και χαμηλόφωνα μουρμουρητά,
σιγαλόφωνους ήχους πόνου και απελπισίας, ψιθυρισμούς αδυναμίας εσωτερικών
τρανταγμάτων συναισθηματικών αισθήσεων, βραχνά γουργουρητά επιθανάτιας ζωής,
βαριές ανάσες γυναικών ένστικτα χαμένα. Απογυμνωμένοι γυναικείοι χαρακτήρες,
ελπίδες υποστηρικτικές, ενσωματώνοντας ατομικές του οικογενειακές εμπειρίες και
παιδικά, εφηβικά βιώματα ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν φιλοτεχνεί μέσω της Έβδομης Τέχνης
το όντως φοβερό θέμα και μυστήριο του Θανάτου με οτιδήποτε συνεπάγεται για το
ίδιο το άτομο που φεύγει και τους γύρω του παρευρισκόμενους, τον χώρο. Άντρες,
γυναίκες, μνήμες, παραστάσεις, ένας γιατρός κρυφός εραστής, ένας πάστορας που
παραδέχεται ότι η ετοιμοθάνατη Ανιές έχει μεγαλύτερη πίστη από τον ίδιο. Κλειστοφοβικής
ατμόσφαιρας ταινία δωματίου.
Χρόνος
δράσης των προσώπων αρχές του αιώνα, τόπος,-όπως συνήθως αρέσει στον Σουηδό
σκηνοθέτη η οικογενειακή εξοχική κατοικία. Οι οδηγίες σαφείς όπως διαβάζουμε
στο μεταφρασμένο σενάριο, το γύρισμα έχει τελειώσει μέσα σε 40 ημέρες.
Στο
οικογενειακό σπίτι διαμένει η Ανιές που το σπίτι της ανήκει με την καμαριέρα της,
την ψυχοκόρη της την Άννα στενά δεμένες από παλιά που την φροντίζει υπομονετικά
και στοργικά. Η Ανιές είναι βαριά άρρωστη, ετοιμοθάνατη, η υγεία της μέρα με
την μέρα επιδεινώνεται κάτι που κάνει τις άλλες δύο αδερφές της την Κάριν δύο
χρόνια μεγαλύτερη παντρεμένη και μητέρα πέντε παιδιών και την Μαρία η μικρότερη
από τις τρείς αδερφές καλοπαντρεμένη και μητέρα ενός κοριτσιού να την
επισκεφτούν, να της συμπαρασταθούν, να μοιραστούν λίγες στιγμές από την
τελευταία δοκιμασία της πριν φύγει για το αιώνιο ταξίδι. Ένα γυναικείο
«κουαρτέτο» μπροστά στην διαδικασία του Θανάτου, της καλπάζουσας αρρώστιας που
οδηγεί σε αυτόν. Η κινηματογραφική κάμερα περισκοπεί και μας δείχνει πώς το
εσωτερικεύουν και το εκλαμβάνουν η κάθε μία ξεχωριστά από τις τέσσερεις αυτές
γυναικείες φιγούρες ηρωίδες πρωταγωνίστριες της ταινίας και τα δύο δορυφόρα
αντρικά πρόσωπα σύζυγοι των δύο γυναικών. Ο Φρέντερικ και ο Ιωακείμ, υπάρχουν
και άλλα δύο ακόμα, ο ιατρός και ο πάστορας. Πώς λοιπόν ενσωματώνουν στην
ατομική τους ξεχωριστή ψυχολογία και αντιδράσεις, ιδιοσυγκρασίας της συνείδησής
τους και της προσωπικότητάς τους της ατομικής τους ιστορίας αυτές οι γυναικείες
μορφές, αυτός είναι ο κινηματογραφικός καμβάς και το στόρι της ταινίας.
«Είναι
δύσκολο να περιγράψει κανείς με λέξεις ή με εικόνες τον πόνο και τον θάνατο»
μας εξομολογείται ο Σουηδός σκηνοθέτης σελίδα 19 του σεναρίου του. Και
συνεχίζει: «Τα δύο αυτά πράγματα όταν παίζονται ή αναπαριστάνονται ξεπέφτουν
εύκολα στο άσεμνο, το ανάρμοστο, δηλαδή το χυδαίο. Αν’ παρ’ όλα τούτα προσπαθούμε
εδώ να περιγράψουμε με προσοχή, τις τελευταίες στιγμές, το θάνατο και την
οδύνη, δεν το κάνουμε ούτε από περιέργεια, ούτε για την απόλαυση να φοβερίσουμε
το κοινό και τους εαυτούς μας. Το κάνουμε μόνο και μόνο για να υπάρχει μια
στέρεη και διαρκής βάση που πάνω της θα μπορέσουμε να εξελίξουμε το θέμα μας.»
Σαφείς οι θέσεις και οδηγίες του Ίνγκμαρ
Μπέργκμαν. Εδώ παρενθετικά να γράψω ότι υπάρχει μία των ημερών μας σύγχρονη
συγκλονιστική και σπαρακτική περιγραφή της ανθρώπινης απώλειας ενός άρρωστου
ατόμου, του συντρόφου και στενού φίλου-εραστή του πειραιώτη πανεπιστημιακού και
στοχαστή συγγραφέα Βρασίδα Καραλή. Αναφερόμαστε στο εξομολογητικό βιβλίο του
«Αποχαιρετισμός στον Ρόμπερτ», σε μετάφραση Κατερίνας Σχινά που όταν
κυκλοφόρησε έκανε τρομερή αίσθηση. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάζεται σε
Σχολεία ως υπόδειγμα ζωής αληθινής αυτοθυσίας και ανθρωπιάς μνήμης. Πλέριας
Συντροφικότητας.
Η
αυστηρή και πειθαρχημένη και απόλυτη στις αντιδράσεις της Κάριν που εχθρεύεται,
μισεί τον πατέρα των παιδιών της, είκοσι χρόνια μεγαλύτερός της και βλέπει τον
γάμο της να έχει καταστραφεί. Η γλυκιά και όμορφη κοκέτα και φιλάρεσκη Μαρία
η μικρότερη. Μια άγευστη των εμπειριών του Κόσμου που μόνος της «πόθος είναι να
αρέσει» προσπαθεί να δώσει αγάπη στην ετοιμοθάνατη αδερφή της αλλά δεν αντέχει
να αγγίξει το σώμα της άρρωστης, την επαφή μαζί του. Τέλος η στοργική και
υπομονετική, ολιγομίλητη, η Άννα, τριάντα περίπου χρονών που με υπομονή και
καρτερία συμπαραστέκεται στην Άνιές. «Μια σιωπηλή φιλία που ωστόσο ποτέ δεν
εκφράστηκε ένωσε αυτές τις δυό μοναχικές γυναίκες» Μας λέει ο Μπέργκμαν. Κοινή
συνιστώσα, η αγωνία, το άγχος, η απελπισία, η ανυπόφορη κατάσταση της αρρώστιας,
το πένθος, η απελπισία που απολήγουν τελικά στον Θάνατο. Αλλά και οι
μικροσυμφεροντολογισμοί των αδερφών και των συζύγων τους μετά τον θάνατο της
Ανιές που, εντελώς άκαρδα και άσπλαχνα θέλουν να διώξουν από το σπίτι την
καμαριέρα που φρόντιζε την αδερφή τους και νύφη τους. Η Άννα αποδέχεται στωικά
την σκληρή απόφαση και μετά την απώλεια της Ανιές λαμβάνει μία οικονομική
βοήθεια και αποχωρεί. Οικογενειακές εικόνες και συμβάντα μεταξύ συγγενών χθεσινά,
σημερινά, αυριανά, αιώνια.
«Κραυγές
και Ψίθυροι» ένα έργο υποβλητικό, ατμοσφαιρικό, συγκλονιστικό συγκινητικό, ανθρώπινων
διαστάσεων και συνάμα θεατρικών παραμέτρων με ωραία ντεκόρ, φωτισμοί,
εκφραστικότητα στις ερμηνείες των ηθοποιών. Σαν σύνολο. Ένα ψυχολογικό δράμα
βαθειά ανθρώπινο με έντονες υπαρξιακές κορυφώσεις και δραματουργικών ατομικών
σκηνών πινελιές σαν και αυτά που ξέρει να γυρίζει ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
δημιουργώντας δημιουργικές συζητήσεις γύρω από τις ταινίες του και το όνομά του.
Ένας άνεμος συγκλονιστικής ανθρώπινης ζεστασιάς φυσάει σε αυτό το βαθύτατα
κοινωνικό δράμα μέσα στην παγερή ατμόσφαιρα της αρρώστιας και του επερχόμενου
θανάτου, την κυνική συμπεριφορά των ζωντανών που, συνεχίζουν την ζωή τους σαν
να μην συμβαίνει τίποτα. Απελπισία για το φαινόμενο εξέλιξης της ζωής ή για το
φαινόμενο του θανάτου; Το έργο στηρίζεται σε ένα καλογραμμένο και προσεκτικά
σχεδιασμένο σενάριο με αρκετές στιγμές κορυφώσεων και καταβυθίσεις, πλάνα
συγκινητικά, οργανωμένο αφηγηματικό στόρι δίχως κοιλιά, χωρίς φιλολογικές ή
θρησκευτικές ρητορικότητες και ακαταλαβίστικες κλισέ ψυχιατρικές αναγωγές και
διατυπώσεις που θα δυσκόλευαν την κατανόησή του από τον θεατή. Απουσιάζουν οι
μεταφυσικές φιοριτούρες και θεολογικές τυποποιημένες προθέσεις, άνοστα κλισέ
για ελπίδα και ευχών υποσχέσεις. Φυσικά, παραμένουν σταθερές οι προσωπογραφίες
των συμμετεχόντων, η παρουσία ενός πάστορα, η διαφορά ηλικίας μεταξύ των
συζύγων, η θηλυκή φιλαρέσκεια, το άγχος του θανάτου, η γυναικεία αλληλεγγύη και
συντροφικότητα αλλά και «έχθρα» μεταξύ των οικογενειακών μελών. Μοτίβα κοινά
και σε άλλες του ταινίες και φυσικά το θεατρικό γύρισμα, αυτή η κλειστοφοβική
αίσθηση μια αίσθηση φθοράς προσώπων, σωμάτων, συνειδήσεων, τόπου και χρόνου
πεπερασμένου. Άρτια η δομή της ταινίας, η διαλεκτική της φόρμας της σκηνοθετικής
της αναπαράστασης, των υπαρξιακών των ηρώων μεταθέσεων των διαφορετικών
χαρακτήρων των πρωταγωνιστών, όπως το βλέμμα του σκηνοθέτη τους συλλαμβάνει
όλους στις πιο κρίσιμες και δραματικές εξομολογήσεις τους, στις στιγμές κοινής
εξιστόρησης της αλήθειας τους-ποιάς αλήθειας άραγε των ζωντανών ή της
ετοιμοθάνατης- είτε μέσω της γλώσσας είτε μέσω των σωματικών τους επαφών και
χειρονομιών, εικόνες που παραπέμπουν σε αρχέγονες μητριαρχικές των κοινωνιών
«θρησκευτικές» παραστάσεις και μνήμες. Αρχέγονα σύμβολα εντυπωμένα στο κοινό
των κοινωνιών υποσυνείδητο, παραστάσεις που πολλά σημαίνουν ακόμα στις
μητριαρχικές κατά βάθος θρησκευτικές ή λαϊκές κοινωνίες μας. Μικρές
κινηματογραφικές τοιχογραφίες δηλώσεων των κρυφών μας συναισθημάτων, των
δύσκολων συνυπάρξεών μας, ακόμα και της συστέγασης με τα αγαπημένα μας πρόσωπα
στην κοινή πατρογονική μας εστία. Ένα υποδόριο θρησκευτικό κλίμα ως αίσθηση
μεταιχμίου ζωής και θανάτου απλώνεται στα δωμάτια. Η θηλυκή επικράτεια και πάλι
παρούσα σε σχέση με την αντρική όπως συμβαίνει στις ταινίες του Ίνγκμαρ
Μπέργκμαν. Και φέρνουμε στο νου ένα άλλο πλάνο διαφορετικής προβληματικής την
μεγάλη αφίσα ως ντεκόρ με την μόνη αντρική αποτυπωμένη παρουσία στην ταινία του
γερμανού σκηνοθέτη Ράϊνερ Βέρνερ Φασμπίντερ. Την θυμάστε!!! Τα «Πικρά δάκρυα
της Πέτερ φον Μπράουν».
Ζωντανοί αν και βαρεία ταλαιπωρημένοι και
ψυχικά κουρασμένοι και διαλυμένοι οι χαρακτήρες των ηρωίδων του Ίνγκμαρ
Μπέργκμαν με αχαρτογράφητες σκιές συνείδησης που μας αποκαλύπτονται κομμάτι-
κομμάτι, πλάνο το πλάνο μέσα από μικρές κινήσεις τους αλλά έντονης κλίμακας
δραματικών τόνων, άγχους, εσωτερικών δακρύων, χαμηλών εκρήξεων συμπεριφορών
πόνου και θλίψης. Η ατμόσφαιρα αλλάζει μεταξύ της κουβέντας των δύο γιομάτων
υγεία αδερφάδων και μεταξύ των δύο αντρών τους. Ο γιατρός αποφάνθηκε για την
μοίρα της Ανιές, ο Πάστορας διαβάζει προσευχές νεκρώσιμες από την Βίβλο όμως το
τέλος είναι προδιαγεγραμμένο όπως το θέλησε η Φυσική Μοίρα. Στην όγδοη ενότητα
του Σεναρίου «Το Ημερολόγιο της Ανιές, μας εξομολογείται σελίδα. 28:
«Έχω συχνά αυτή την επιθυμία να κρύβω το πρόσωπο
μέσα στα χέρια μου και να μείνω έτσι για πάντα.
Τί θ’
απογίνω εγώ κι η μοναξιά μου; Ατέλειωτες οι μέρες, σιωπηλά τ’ απογεύματα, κι οι
νύχτες δίχως ύπνο. Τί θα κάνω τον καιρό που ξεδιπλώνει τα φτερά του πάνω μου;
Κρύβομαι
στην απελπισία μέσα και την αφήνω να με φθείρει. Κατάλαβα πώς όταν αγωνίζομαι
να της ξεφύγω, είτε να την κρατήσω μακρυά, τα πράγματα γίνονται δυσκολώτερα.
Είναι προτιμότερο ν’ ανοίγεται κανείς, να δέχεται ό,τι τον βασανίζει, κι ότι
τον πονά δίχως να κλείνει τα μάτια, είτε να φεύγει, όπως έκανα άλλοτε.».
Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν με τα λόγια αυτά
ξεγυμνώνει το άγχος της δικής του ψυχής και περιπέτειας ζωής. Ενώ για μία ακόμη
φορά μας αποκαλύπτεται αυτή η αμφιθυμία της πίστης του απιστίας, της
ταλανιζόμενης βεβαιότητας και αμφιβολίας, της διαρκής ικεσίας του για λύτρωση
μέσω των βασάνων και των ταλαιπωριών της ζωής των ανθρώπων, μιάς χριστιανικής
αντίληψης. Ο Πάστορας γονατίζει και προσεύχεται μπροστά στην Ανιές λέγοντας
της, μέσω της επίκλησης στον παραδοσιακό Θεό της κοινής τους πίστης:
«Αν είναι
αλήθεια ότι μάζεψες τον κάθε πόνο μας στο φτωχό σου το κορμί, κι ότι τους
έφερες όλους στο θάνατο, αν συναντήσει το Θεό εκεί ψηλά στο άλλο βασίλειο, αν
γυρίσει το βλέμμα του σε σένα, αν μπορέσεις να του μιλήσεις σε μια γλώσσα που
καταλαβαίνει, αν μπορέσεις να μιλήσεις σ’ αυτόν το Θεό, αν μπορέσεις …. Τότε
παρακάλεσε για μας. Ανιές αγαπημένο μου μικρό παιδάκι, άκουσε τώρα τι σου λέω.
Προσευχήσου για μας που μένουμε σε γη βρώμικη και σκοτεινή, κάτω από έναν
ουρανό σκληρό και άδειο. Απόθεσε το φορτίο της οδύνης στα πόδια του Θεού και
παρακάλεσέ τον να μας συγχωρέσει. Παρακάλεσέ τον να μας ελευθερώσει από το
άγχος, την απόγνωση και τη βαθιά αμφιβολία όπου βρισκόμαστε. Παρακάλεσέ τον να
δώσει ένα νόημα στις ζωές μας, Ανιές, εσύ που τόσο υπέφερες πρέπει νάσαι άξια
να του μιλήσεις για μας.
Ταραγμένος
ο πάστορας σηκώνεται. Κυττάζει γύρω του αμήχανα με κάποιο χαμόγελο θλίψης.
Αισθάνεται πώς πρέπει να δώσει μερικές εξηγήσεις…» σελίδα 30
Μια συγγενική κινηματογραφική θεώρηση
κατάστασης όπως έχουμε στην ταινία του Δανού σκηνοθέτη Καρλ Ντράγιεφ. Από την
άλλη, η εμμονή του στην παρουσία του Θεού και όχι στα λογικά επιχειρήματα της
απουσίας και απιστίας του φαίνεται σε μία ακόμη ταινία που πρόβαλλε πριν λίγες
μέρες το Κανάλι της Βουλής, το γνωστό χρωματικής και ενδυματολογικής πανδαισίας
αριστούργημα «Φάννυ και Αλέξανδρος». Στην εκπληκτικής εικαστικής ομορφιάς
οικογενειακό του Ονειρόδραμα υπάρχουν- εμφανίζονται δύο πρόσωπα. Το ένα είναι ο
Ισμαήλ κλεισμένος μέσα στο υπόγειο ενός κουκλόσπιτου που είναι ο ίδιος ο μικρός
Αλέξανδρος και η φυλακισμένη ψυχή του. Η άλλη παρουσία είναι η στιγμιαία
εμφάνιση σε ένα και μοναδικό πλάνο του αυταρχικού και αυστηρού επισκόπου
πάστορα που έχει παντρευτεί σε δεύτερο γάμο την μητέρα των μικρών παιδιών. Ενώ
βρίσκεται χάμω ο μικρός Αλέξανδρος ξαφνικά εμφανίζεται από το πουθενά ο
πάστορας πατριός του δίνει μία σφαλιάρα και του λέει αυτά τα συνταρακτικά λόγια
και χάνεται. «Μην νομίζεις ότι θα απαλλαγείς από μένα». Είναι η παρουσία του
Θεού-πατέρα δυνάστη, κυρίαρχου αφέντη που αν και έχει πεθάνει έπειτα από την
πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στο σπίτι του, εξακολουθεί να βασανίζει την ψυχή του
μικρού Αλέξανδρου. Σε αυτές τις δύο ταινίες βλέπουμε την συνέχεια της
προβληματικής του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν που διαπραγματεύτηκε στην Τριλογία της Σιωπής
και ιδιαίτερα στην Τρίτη ταινία του την «Σιωπή». Ο βραχνάς όμως της παρουσίας
και της δυναστείας του Θεού της Βίβλου εξακολουθεί να βασανίζει και να
απασχολεί τον Σουηδό σκηνοθέτη. Τώρα που βιολογικά έχει φύγει από κοντά μας θα
γνωρίζει σε τι γλώσσα να μιλήσει στο Θεϊκό είδωλο που τον ταλαιπώρησε σε όλον
του τον επίγειο βίο. Η αμφιβολία και η άρνηση της ύπαρξής του έμεινε σε εμάς
τους θεατές των ταινιών του.
Προσεκτικά
τα σκηνοθετικά βήματα και στην παραμικρή λεπτομέρεια με ακρίβεια
αρχιτεκτονημένο στο γύρισμά του το έργο, στην αποκάλυψη της «σχετικότητας» της
εσωτερικής ατομικής αλήθειας των ηρωίδων και της ψυχολογίας τους. Κάθε μίας
θηλυκής φιγούρας ξεχωριστά στην αντιμετώπιση και διαχείριση της αρρώστιας και
του Θανάτου. Ένα ακόμα γυναικοκρατούμενο φιλμ του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν που
δημιούργησε σωρεία σχολιασμών και προσεγγίσεων όταν προβλήθηκε το 1972 στους
κινηματογράφους και άνοιξε συζητήσεις επί συζητήσεων με θετικό και αρνητικό
πρόσημο από κοινό και κριτικούς.
«Κραυγές και
Ψίθυροι» ένα ακόμα έργο σταθμός στην πλούσια κινηματογραφική παραγωγή του
Σουηδού σκηνοθέτη. Το είχαμε παρακολουθήσει για πρώτη φορά στον Κινηματογράφο
«ΈΛΛΗ» στην Αθήνα 6/10/1982 μαζί με εφηβικό φίλο συγγραφέα και πανεπιστημιακό,
κριτικό της λογοτεχνίας από την περιοχή της Αγίας Σοφίας που ασχολήθηκε στις
μελέτες του με την Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου τον Βρασίδα Καραλή.
Έκτοτε, και τα τρία κανάλια της δημόσιας τηλεόρασης ΕΡΤ-1,2,3 (31/10/1990, 14 ή
18(;)/11/1998, 4/7/1999 και 15/10/2000 στην ΕΡΤ-3) επαναπρόβαλαν την βραβευμένη
αυτή ταινία. Αν η μνήμη δεν με απατά την ίδια περίοδο προβλήθηκε και ένα
ντοκιμαντέρ- πορτραίτο του Μπέργκμαν της Αγγλικής τηλεόρασης σε συνεργασία με
την Σουηδική όπως οι ελάχιστες τότε σημειώσεις μου δείχνουν. Σκηνοθέτης ήταν ο
Μάικλ Γουιντερμπότομ και μιλούσαν όλοι οι συνεργάτες, ηθοποιοί και τεχνικοί του
μεγάλου σκηνοθέτη. Πρωταγωνιστές της ταινίας «Κραυγές και Ψίθυροι» ήσαν οι σταθεροί
συνεργάτες και συνεργάτιδες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν: Η Ίνγκριντ Τούλιμ, η Λιβ
Ούλμαν, η Κάρι Σίλβα, η Χάριετ Άντερσον, ο Έρλαντ Γιόζεφσον, ο Άντερς Έκ.
Ξεσηκώνουμε από το Πρόγραμμα:
«Για να συμπαρασταθούν στην άρρωστη αδερφή
της, την Αγνή, που βρίσκεται πιά κοντά στο θάνατο, δυό αδερφές, η Κάριν και η
Μαρία, επιστρέφουν στο πατρικό τους σπίτι, μιάν έπαυλη στην εξοχή, που
εγκατέλειψαν πρίν χρόνια το γάμο τους.
Στις στιγμές της κρίσεως, η Κάριν και η
Μαρία θα δειλιάσουν, θα φοβηθούν και θα χρειασθή πολύς αγώνας και πολλά δάκρυα
για να ξεθωριάσουν τα φαντάσματα του παρελθόντος, για να ξανακερδίσουν έστω και
προσωρινά την αγνότητα των παιδικών…».
«ΚΡΑΥΓΕΣ ΚΑΙ
ΨΙΘΥΡΟΙ», μια συγκλονιστική ταινία που θα μπορούσαμε να την εντάξουμε στο
ατμοσφαιρικό υπαρξιακό κλίμα της ταινίας του «Σιωπή»-του τελευταίου μέρους της
περίφημης Τριλογίας του- σαν μία «συνέχεια» της προβληματικής της, εξέλιξής της
με έξοχες ερμηνείες όπως πιο πάνω αναφέραμε. Μια ταινία που φέρνει στην
επιφάνεια ψυχικούς τραυματισμούς, ανομολόγητες της ανθρώπινης ύπαρξης
προγενέστερες αρνητικές καταστάσεις, συνειδητοποιήσεις μιας άλλης εσωτερικής
των ηρώων πραγματικότητας. Υποβλητικές εικόνες και ωραία στυλιζαρισμένα πλάνα,
κάδρα και ύφος ομοιογενές εξαιρετικής τρυφερότητας και συγκίνησης. Ρεαλιστική
ατμόσφαιρα και μία κινηματογραφική διαλεκτική και σύνθεση ηρωϊδων-
πρωταγωνιστριών, με υπέροχο κλίμα και πολύ καλή φωτογραφία, που είναι κατά
γενική ομολογία των κριτικών κινηματογράφου ένα από τα αριστουργήματα του
Σουηδικού σκηνοθέτη και του παγκόσμιου σινεμά.
Πληροφορίες για την ταινία μπορεί κανείς να
διαβάσει στις εφημερίδες «Η Καθημερινή» 28/10/1990, στα «Τα Νέα» Τετάρτη
31/10/1990, στο περιοδικό «Διπλό Τηλέραμα» 31/10/1990. Στην εφημερίδα «Ο Κόσμος
του Επενδυτή» 14/11/1998, την «Ελευθεροτυπία» της 16/11/1998, στο «Βήμα» της
18/11/1998 και 4/7/1999 (Cries and whispers), στον «Ριζοσπάστη» της
15/10/2000 στο περιοδ. «Ραδιοτηλεόραση»
τχ. 1753/ 20-9-2003.
Στην Αθήνα το 1976 από το τυπογραφείο του
Λουκά Γιοβάνη, Θεμιστοκλέους 80 στο κέντρο της πρωτεύουσας, κυκλοφόρησε ένα
μικρό βιβλιαράκι, μόλις τρία δεκαεξασέλιδα, δηλαδή 48 σελίδες διαστάσεων 14Χ21 cm. Το βιβλίο έγραφε INGMAR BERGMAN, ΚΡΑΥΓΕΣ ΚΑΙ ΨΙΘΥΡΟΙ. Φάρο Πέμπτη 3
Ιουνίου 1971. ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ ΕΛΕΩΝΟΡΑ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ, Αθήνα 1976. Τίτλος
πρωτοτύπου: VISKNINGAR OCH POR. Η μάλλον «λαθρόβια» αυτή έκδοση που
στάθηκα τυχερός να την διαβάσω στην αγάπη μου για το Σινεμά του Μπέργκμαν
περιλαμβάνει:
ΙΝΓΚΜΑΡ
ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ, Ακούστε με για λίγο, σελίδα 5
ΙΝΓΚΜΑΡ
ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ, Θα κάνουμε μιά ταινία μαζί, σελ. 6-7
Αγαπητοί φίλοι
Να που θα
κάνουμε και πάλι μια ταινία μαζί. Θα ‘ναι όμως διαφορετική απ’ ότι φτειάνουμε
ως τώρα. Γι’ αυτό και το χειρόγραφο θα έχει επίσης άλλη όψη. Θα προσπαθήσουμε
να χρησιμοποιήσουμε αυτό το μέσο έκφρασης και τις δυνατότητές του, μ’ έναν
τρόπο αρκετά πολύπλοκο. Γι’ αυτό και θα πρέπει να σας εξηγήσω πιο αναλυτικά από
κάθε άλλη φορά τι προσπαθώ να εκφράσω. Ύστερα θα σκεφτούμε όλοι μαζί με ποιόν
τρόπο θα μπορέσουμε κινηματογραφικά και τεχνικά να δώσουμε μια μορφή στα
διάφορα προβλήματά μας.
Αυτή η ιδέα γυρίζει αδιάκοπα μεσ’ το μυαλό
μου, μα δεν παρουσιάζεται σαν ένα σύνολο συγκεκριμένο, τελειωμένο.
Μοιάζει μάλλον με χειρόγραφο γοργό και
σκοτεινό: πρόσωπα, κινήσεις, φωνές, χειρονομίες, κραυγές, ίσκιοι και φώς,
ατμόσφαιρες και όνειρα, τίποτα το συγκεκριμένο, τίποτα το αληθινά χειροπιαστό
εκτός από το στιγμιαίο. Με δυό λόγια: εντυπώσεις μονάχα. Ένα όνειρο, μια
νοσταλγία, μια ελπίδα ίσως, κάποιος φόβος όπου το φοβερό ποτέ δεν εκφράζεται…
Θα μπορούσα να συνεχίσω ώρες και ώρες
περιγράφοντας τόνους και χρωματισμούς μα δεν θα προχωρούσαμε. Καλύτερα νομίζω
είναι ν’ αρχίσουμε αμέσως.
Η δράση εκτυλίσσεται στις αρχές του αιώνα.
Γυναίκες με φορέματα κομψά, ακριβά, που τις κρύβουν και παράλληλα τις
προβάλλουν. Τα εσωτερικά του σπιτιού πρέπει να ‘ναι τέτοια ώστε να προσφέρουν
τη φωτεινότητα που επιθυμούμε να ‘χουμε: Αυγές που να μην μοιάζουνε με δειλινά.
Απαλές ανταύγειες ενός ξύλου. Ένα φώς μυστηριακό και θαμπό ημερών που χιονίζει.
Το αργό σβύσιμο μιας λάμπας πετρελαίου. Η τρυφεράδα ηλιόλουστων ημερών του
φθινοπώρου. Ένα κερί χαμένο στα σκοτάδια της νύχτας και όλοι οι ίσκιοι να
σαλεύουν ξαφνικά όταν κάποια μορφή διασχίσει τις μεγάλες κάμαρες φορώντας τη
φαρδειά της ρόμπα.
Ταυτόχρονα όμως είναι σημαντικό πολύ το
ντεκόρ να μην υποβάλλεται. Πρέπει να προσαρμόζεται, να πλαισιώνει, να ‘ναι
παρόν και διακριτικό, υποβλητικό δίχως να τραβά την προσοχή.
Θα υπάρξει ωστόσο μία ιδιομορφία: όλα τα
εσωτερικά θα είναι κόκκινα, με διαφορά στις αποχρώσεις. Μη με ρωτήσετε γιατί’
δεν ξέρω να σας απαντήσω. Αναζήτησα κι ο ίδιος τον λόγο και οι εξηγήσεις που
βρήκα ήτανε η μία πιο κωμική από την άλλη. Η μοναδική ερμηνεία που στέκεται
ίσως είναι, ότι αυτό το χρώμα αφορά κάτι το εσωτερικό. Από μικρός φανταζόμουν
πάντα την ψυχή σα μιά υγρή μεμβράνη με κόκκινες αποχρώσεις.
Τα έπιπλα, οι διακοσμήσεις, και τα λοιπά
αντικείμενα έστω κι αν πρέπει να είναι απόλυτα συγκεκριμένα, θα τα βρούμε με τη
φαντασία μας, στο μέτρο φυσικά που προσαρμόζονται στις επιδιώξεις μας. Όπως στα
όνειρα: υπάρχει κάτι ακριβώς γιατί το επιθυμούμε, ή γιατί το ‘χουμε ανάγκη μια
δεδομένη ώρα.
Το δράμα έχει τέσσερεις ηρωϊδες. Τέσσερεις
γυναίκες. Θα σας τις παρουσιάσω με δύο λέξεις.
ΑΝΙΕΣ, σελ.
9
Είναι η ιδιοκτήτρια του σπιτιού και μένει
εδώ από το θάνατο των γονιών της. Δεν σκέφτηκε ποτέ να το εγκαταλείψει. Σ’ αυτό
γεννήθηκε κι αποτελεί ένα μέρος του.
Άφησε τη ζωή της να κυλήσει ήρεμα και
ανεπαίσθητα δίχως σκοπό, δίχως επιθυμία να την αλλάξει. Έχει αόριστες
καλλιτεχνικές φιλοδοξίες, ζωγραφίζει λίγο, παίζει πιάνο, όλα μ’ έναν τρόπο
ελαφρά παθητικό. Κανένας άντρας δεν μπήκε στη ζωή της. Για κείνη ο έρωτας
έμεινε ένα μυστικό κρυμμένο μ’ επιμέλεια που ποτέ δεν της αποκαλύφθηκε.
Υποφέρει από μιά θανάσιμη αρρώστια και περνά τις πιο πολλές ώρες της ημέρας στο
κρεββάτι. Είναι αυτό το μεγάλο κρεββάτι των γονιών της μεσ’ την παλιά
κρεβατοκάμαρα, όμορφη, ωστόσο παραφορτωμένη.
Δεν παραπονιέται διόλου και δε βρίσκει πώς ο
θεός είναι σκληρός. Μέσα απ’ τις προσευχές της απευθύνεται στο Χριστό ταπεινές
παρακλείσεις.
ΚΑΡΙΝ, σελ.11
Δύο χρόνια μεγαλύτερη, παντρεύτηκε έναν
άντρα πλούσιο κι εγκαταστάθηκε σε μιάν άλλη περιοχή. Γρήγορα κατάλαβε πώς ο
γάμος της ήτανε μια αποτυχία. Ο σύζυγος αυτός- είκοσι χρόνια πιο μεγάλος από
κείνη- δεν της εμπνέει παρά αηδία σωματική και ψυχική. Είναι μητέρα πέντε
παιδιών, όμως αυτό δεν φαίνεται να την αγγίζει μήτε κι η θλίψη του αποτυχημένου
γάμου της. Δείχνει πάντοτε αλαζονική και απλησίαστη αφήνοντας μια αίσθηση
δυσκολίας στην επαφή. Αν και η πίστη της στο γάμο μοιάζει ακράδαντη, ο
επιφανειακός τούτος αυτοέλεγχος κρύβει ένα μίσος ανέκφραστο για τον άντρα της
και μια μνησικακία αιώνια για τη ζωή.
Η οδύνη και η απελπισία δεν εκφράζονται παρά
μονάχα μέσα από όνειρα που κατά διαστήματα τη βασανίζουν.
Παρ’ όλη όμως αυτή τη συγκρατημένη λύσσα,
παρουσιάζεται ανοιχτή σε εξομολογήσεις, τρυφερότητα και επιθυμία επαφής. Το
κεφάλαιο όμως τούτο μένει συνήθως κλειστό και αχρησιμοποίητο.
ΜΑΡΙΑ, σελ.
13
Είναι η μικρότερη από τις αδερφές. Πλούσια
επίσης και καλοπαντρεμένη με έναν άντρα όμορφο κι ευχάριστο από ψηλή κοινωνική
τάξη. Έχει ένα κοριτσάκι πέντε χρόνων. Κι η ίδια είναι ένα παραχαϊδεμένο παιδί,
γλυκό και χαμογελαστό, με μιά περιέργεια κι έναν αισθησιασμό.
Δίνει μεγάλη σημασία στην ίδια της την
ομορφιά καθώς και στην απόλαυση που μπορεί να της προσφέρει το κορμί της. Δεν
έχει την παραμικρή ιδέα για τον κόσμο που την τριγυρίζει, αρκείται στον εαυτό
της και ποτέ δεν προβληματίζεται πάνω σε ηθικούς φραγμούς δικούς της ή των
άλλων. Ο μόνος πόθος της είναι ν’ αρέσει.
ΑΝΝΑ, σελ.15
Είναι η καμαριέρα του σπιτιού. Τριάντα
χρονών περίπου. Όταν ήταν πολύ νέα είχε μια κόρη και η Ανιές τις φρόντιζε αυτήν
και το παιδί της. Τούτο γέννησε ένα σύνδεσμο ανάμεσα στην Άννα και την Ανιές.
Μια σιωπηρή φιλία που ωστόσο ποτέ δεν εκφράστηκε ένωσε αυτές τις δύο μοναχικές
γυναίκες.
Το παιδί πέθανε στα τρία του χρόνια, αλλά ο
σύνδεσμος της Ανιές με την Άννα διατηρήθηκε.
Η Άννα μένει σιωπηλή και μακρυνή σαν αγρίμι,
πλησιάζεται δύσκολα. Παρ’ όλα αυτά είναι πάντα παρούσα, βλέπει, κατασκοπεύει,
ακούει. Το κάθε τι πάνω της μοιάζει βαρύ. Το σώμα της, το πρόσωπό της, το
κύτταγμα, το στόμα της.
Όμως δε λέει τίποτα. Μπορεί ακόμα και να μη
σκέφτεται τίποτα.
συνοδεύονται
με 4 σκίτσα της μεταφράστριας.
Ακολουθούν 15 Σεναριακές ενότητες αριθμημένες
με αριθμούς 1,2,3, 4 -ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΝΙΕΣ. 5-ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ. 6,7,
8-ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΝΙΕΣ. 10, 11,12, 13-ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΝΙΕΣ και τέλος 15-
ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΝΙΕΣ. Εδώ προφανώς υπάρχει κάποιο τυπογραφικό λάθος μια και
λείπει το νούμερο 14. Όπως και νάχει η παλαιά αγάπη της μεταφράστριας και
εικονογράφου Ελεωνόρας Σταθοπούλου μας πρόσφερε την ευκαιρία να διαβάσουμε ένα
ακόμα από τα εκπληκτικά σενάρια του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, να τον εντάξουμε στους
Σουηδούς συγγραφείς και να απολαύσουμε την ταινία.
Γιώργος Χ.
Μπαλούρδος
Πειραιάς
26 Αυγούστου
2026
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου