Στέλιου Ράμφου
«Η Παλινωδία
του Παπαδιαμάντη»
Κέδρος 1976,
σελ. 120
Του
ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ
ΧΡΟΝΙΚΟ. Ετήσια έκδοση κριτικής ενημέρωσης Τόμος 7ος σεπτέμβρης ’75- αύγουστος ’76, σελ. 88
"Ψηλαφώντας λογοτεχνικά ριζώματα"
Πριν λίγες μέρες 10/8/ εγκατέλειψε την
τυχαιότητα και ματαιότητα αλλά και ομορφιά του Κόσμου τούτου του μοναδικού της
Ζωής, ο φιλόσοφος, στοχαστής και συγγραφέας Στέλιος Ράμφος. Ένα πρόσωπο που
μετά το πέρας της στρατιωτικής επταετίας (1967-1974) τα φώτα της επικαιρότητας
είχαν στραφεί πάνω του. Η φήμη του ήταν αρκετά διαδεδομένη στους νέους και νέες
της γενιάς μας, πριν ακόμα αρχίσουμε να διαβάζουμε τα βιβλία και τις μελέτες
του από τα γραφόμενα των τότε πολιτικών εφημερίδων και περιοδικών. Βιβλία που
είχε εκδώσει και διαπραγματεύονταν ζητήματα της Ελληνικής Αυτοσυνειδησίας και
της Ιδιοπροσωπείας και Ταυτότητας του Ελληνισμού, της Ορθόδοξης παράδοσης, της
Πλατωνικής Οντολογίας και Αισθητικής, ερμηνείας και ανάλυσης Πλατωνικών
κειμένων, της Αρχαιοελληνικής Φιλοσοφίας γενικότερα. Ο κύκλος των ενδιαφερόντων
του περιλάμβανε ακόμα θέματα της Ελληνικής Γλώσσας και ευρύτερα της Ελληνικής
Παιδείας, εξηγήσεις και ερμηνείες ανάγνωσης έργων Ελλήνων Λογοτεχνών
ιδιαίτερα των προερχομένων από την χριστιανική παράδοση όπως του κυρ Αλέξανδρου
Παπαδιαμάντη. Θεωρούνταν το όνομά του- όπως έγραφαν οι εφημερίδες της εποχής
και ένα δύο βιβλία που κυκλοφόρησαν- μαζί με εκείνα των Χρήστου Γιανναρά,
Παναγιώτη Νέλλα, Π. Κουτρουμπή, Κώστα Ζουράρη και ορισμένων άλλων ελλήνων
στοχαστών και συγγραφέων, ότι συγκαταλέγεται σε αυτό που κάποιος δημοσιογράφος
ονόμασε εύστοχα «Νεορθόδοξοι». Ένας χαρακτηριστικός ορισμός που οι ως άνω
στοχαστές, φιλόσοφοι και θεολόγοι συγγραφείς σε συνεντεύξεις τους χαμογελώντας
πάντα προσπαθούσαν να αναιρέσουν ή να διαφοροποιηθούν από τον ορισμό αυτόν, που
αν η μνήμη δεν με απατά προέρχονταν από δημοσιογραφική γραφίδα της εφημερίδας
«Ελευθεροτυπία», μπορεί να λαθεύω. Θεωρώντας λοιπόν, ότι περιορίζει τους
πνευματικούς τους ορίζοντες, την προβληματική της σκέψης τους, το άπλωμα των
ιδεών τους, στενεύοντας κάπως τους στόχους των ερευνών τους και των στοχασμών
τους. Δίχως να διαρραγούν όμως, όπως φάνηκε εκ του αποτελέσματος, οι
πνευματικοί τους στενοί δεσμοί με την ορθόδοξη παράδοση και την εκκλησία,
αντίθετα, μάλιστα, διακόνησαν και υπηρέτησαν αυτήν την παράδοση (του «ένδοξου
μας Βυζαντινισμού» που θάλεγε και ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης) μέχρι το τέλος της
ζωής τους και φυσικά και τους θεσμούς της. Με τα βιβλία, τις μελέτες, την
αρθρογραφία τους, τις ομιλίες και δημόσιες παρεμβάσεις τους και συμμετοχές τους
σε συνέδρια. Φυσικά, όσοι έχουν παρακολουθήσει αναγνωστικά την προβληματική και
την γραφή των συγγραφέων αυτών θα διαπιστώσουν ότι υπάρχουν σημεία και κόμβοι,
στροφές στην σκέψη και τους στοχασμούς τους που διαφοροποιούνται μεταξύ των κειμένων και φιλοσοφία τους.
Μπορεί η κεντρική λεωφόρος των ιδεών και της φιλοσοφίας τους και η προβληματική
να είναι η ίδια, υπάρχουν όμως παράδρομοι και μονοπάτια που ο κάθε ένας
στοχαστής και φιλόσοφος άνοιξε στο διάβα του ατομικού του δρόμου και προσωπικών
ερμηνευτικών και επεξηγηματικών προβληματισμών του, στην ένθερμη επιθυμία τους να
εντοπίσουν και να κατανοήσουν τι είναι ο Ελληνισμός, τι η αυθεντική Ορθόδοξη
παράδοση, τι Εκκλησιαστικό βίωμα, ποια η διαφορά μεταξύ Θρησκείας και
Εκκλησίας, που αλλοιώθηκε το εκκλησιαστικό φρόνημα των Ελλήνων από εξωγενείς
πολιτικούς και θρησκευτικούς παράγοντες, σχηματικά θα σημειώναμε, επανάφεραν
στην σύγχρονη προβληματική τους το του Ζήσιμου Λορεντζάτου ερώτημα, περί
«Χαμένου Κέντρου» του διαχρονικού Ελληνισμού, μέσα στην καθόλου Ιστορία της
Ελλάδος. Είτε στις περιόδους των Δημοκρατικών πολιτευμάτων της, είτε την
περίοδο των Αυτοκρατορικών περιόδων, Μεγάλου Αλεξάνδρου, και τελευταίων αιώνων
του Βυζαντίου, είτε των περιόδων της Βασιλείας ή της Προεδρικής Δημοκρατίας
μετά τους εθνικούς αγώνες της Παλιγγενεσίας και της απελευθέρωσής μας από τον
Οθωμανικό ζυγό. Εδώ να
επισημάνουμε κάτι ασφαλώς γνωστό, ότι οι πλείστοι από τους στοχαστές και
φιλοσόφους, έλληνες διανοητές και λογίους που τους αποκάλεσαν «Νεορθόδοξους»,
όσους αποδέχονταν, πριμοδοτούσαν με τον λόγο και τα γραπτά τους, τα βιβλία και
τις διαλέξεις τους την Ορθόδοξη χριστιανική παράδοση είχαν σπουδάσει στο
εξωτερικό, και ιδιαίτερα, στην χώρα των Φώτων και του Ουμανισμού, της
Ελευθερίας και των Γραμμάτων την Γαλλία. Είχαν κάνει πανεπιστημιακές σπουδές
στο εξωτερικό και υπήρξαν καθηγητές σε σημαντικής διεθνούς εκπαιδευτικής
προβολής Πανεπιστημιακές Σχολές και Ιδρύματα. Ανεξάρτητα αν για τους δικούς
τους λόγους ο καθένας μετέπειτα έστρεψαν τα βέλη των στοχασμών τους εναντίον
της Γαλλικής φιλοσοφικής διανόησης και λογιοσύνης και ατομικών δικαιωμάτων και
ελευθεριών του ανθρώπου στο όνομα της καθαρότητας της καθ’ ημάς ανατολής και
των παραδοσιακών εκείνων στοιχείων και δεσμευτικών ριζών και θεσμών της
παράδοσης που κρατούν ακόμα και σήμερα την Ελληνική Πολιτεία και Κρατική
οντότητα μέσα σε ένα βαλκανικό και «μέσης ανατολής» γεωγραφικό και κοινωνικό
πλαίσιο αντιλήψεων και ζωής, μεταφυσικής θεώρησης των Ελλήνων και του
Ελληνισμού ευρύτερα. Όπως και ο Στέλιος Ράμφος σε πρόσφατες συνεντεύξεις του
έλεγε, «Οι Έλληνες έχουν στραμμένο το βλέμμα τους συνεχώς στο παρελθόν. Δεν
θέλουν να προσαρμοστούν στο παρόν και να ατενίσουν το μέλλον και τα όποια
επιστημονικά, τεχνολογικά και άλλα επιτεύγματά του». Ζούμε σε μια διαρκή
αταραξία ευελπιστώντας να μην αλλάξει τίποτα, να μείνουν όλα στάσιμα ως έχει.
Εδώ όμως βρίσκεται η ευθύνη και η μέριμνα των εκλεγμένων πολιτικών αντιπροσώπων
μας, στο να οδηγήσουν την χώρα μπροστά και όχι να την στρέφουν συνεχώς προς τα
πίσω. Ας πάψουμε να έχουμε κάτι σαν εθνικό μας ύμνο, το του Διονύση Σαββόπουλου
ωραίο τραγούδι «είτε με τις αρχαιότητες είτε με ορθοδοξία των ελλήνων οι
κοινότητες φτιάχνουν άλλον γαλαξία». Ας κατορθώσουμε να αποκτήσουμε οδηγητική
συνείδηση να μην σκοτωνόμαστε στις ασφάλτους, ας φτιάξουμε σωστούς δρόμους,
σχολεία, νοσοκομεία και οίκους ευγηρίας, βρεφονηπιακούς σταθμούς και γηροκομεία
να περιθάλπουμε τους ανήμπορους, εργασιακές μονάδες να εργάζονται με
αξιοπρέπεια οι έλληνες να αμείβονται σωστά, να μην φεύγουν στο εξωτερικό τα
Ελληνόπουλα και οι Έλληνες Επιστήμονες και Επιστημόνισσες και ας αφήσουμε τους
«κουτόφραγκους» (που τους θέλουμε μόνο να τους αρμέγουμε οικονομικά) να
φτιάξουν Γαλαξίες και να οικοδομήσουν Σύμπαντα. Σε εκπομπή για το Βιβλίο άκουσα
πριν λίγες μέρες μία σοφή παρατήρηση από κριτικό λογοτεχνίας και πεζογράφο
πολύγλωσσο και πολυμεταφρασμένο σε συζήτηση στο Κανάλι της Βουλής. Ο έμπειρος
κριτικός Δ. Κ. εξέφρασε την γνώμη ότι: «Οι νέοι σε ηλικία Έλληνες Επιστήμονες και
άλλων ειδικοτήτων εργαζόμενοι που φεύγουν στο εξωτερικό, θα παραμείνουν εκεί,
θα εργαστούν, θα σταδιοδρομήσουν, θα κάνουν οικογένεια και δεν θα ξαναγυρίσουν
πίσω στην Ελλάδα. Το πολύ- πολύ θα επιστρέψουν για να αφήσουν την τελευταία
τους πνοή στα πάτρια των προγόνων τους χώματα». Μια κοινή διαπίστωση πλέον από
όλους μας και με τι ασχολούμαστε με πολιτικές και θρησκευτικές κοκορομαχίες, με
ύβρεις δημόσιες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τις τηλεοράσεις, πολιτικών,
λογίων, συγγραφέων, μοναχών, μητροπολιτών, ρασοφόρων, καλλιτεχνών γιατί; Για να
αυξηθεί η πίττα της δημόσιας προβολής τους. Ίσως να λαθεύω, αλλά δεν νομίζω ότι
οι έλληνες φιλόσοφοι και στοχαστές, λόγιοι όσους αποκάλεσαν «Νεορθόδοξους» και
εμφανίστηκαν μετά την μεταπολίτευση πρέσβευαν αυτό το σκοτεινό πράγμα
αυτοκαταστροφής που ζούμε όλοι μας σήμερα. Που, στο τέλος, όλους μας θα μας
καταπιεί δίχως εξαιρέσεις, και συγγραφικούς ή θεολογικούς αποκλεισμούς και
αήθεις αρές και αναθέματα.
Όπως μία μερίδα προβληματιζόμενων και
«βιβλιοφάγων», φιλότεχνων νέων των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης, αναζήτησε
και ο γράφων πνευματικούς διαύλους κοινωνικής ελευθερίας και διεύρυνση της
Σχολικής του παιδείας στρεφόμενες οι νέες τότε γενιές στην αρχαία των Εθνικών
Ελλήνων κληρονομιά και τα γράμματα, φιλοσοφία, ποίηση, αρχαία τραγωδία, το
αμαρτωλό Βυζάντιο ιδιαίτερα την περίοδο της δυναστείας των Παλαιολόγων, δίχως
να προσπερνάμε την περίοδο του αυτοκράτορα Ιουλιανού και το άδοξο πείραμά του,
τα κείμενα των Αγωνιστών του 1821 και του Νέου Ελληνισμού. Αγωνιζόμασταν και
Εμείς να κατανοήσουμε τα ζωντανά στοιχεία της παράδοσής μας, του Ελληνισμού,
της Ιδιοπροσωπείας μας ως λαός και έθνος. Τι ήταν αυτό που μας ένωνε-αν μας
ένωνε με την Αρχαία των Εθνικών Ελλήνων κληρονομιά, ποια η πολιτιστική γέφυρα
του Βυζαντίου, ποιοί δρόμοι αυτοσυνειδησίας ανοίχτηκαν μετά την απελευθέρωση
από τους Οθωμανούς και ποια η ιστορική πορεία και εξέλιξη του Νεοελληνικού
Κράτους μέχρι τους χρόνους της τελευταίας δικτατορίας στην πατρίδα μας. Μέσα σε
αυτό το πλαίσιο εξερεύνησης και διαβασμάτων τα βιβλία των αποκαλούμενων
«Νεορθόδοξων» φιλόσοφων και στοχαστών ήσαν μέσα στις επιλογές μας. Οι βασικές
ιστορικές γνώσεις μας προέρχονταν από τον Απόστολο Βακαλόπουλο, τον Νίκο
Σβορώνο, τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, τον Γιάννη Κορδάτο, τον Τάσο Βουρνά,
τον Σπύρο Μαρκεζίνη, τον Διονύσιο Κόκκινο, τον Γεώργιο Ρούσσο, τον Νίκο Ψυρούκη
και άλλους έλληνες ιστορικούς που διαβάζονταν πάρα πολύ τα χρόνια εκείνα. Στην
εξερεύνηση της αυτοσυνειδησίας μας και ατομικών στοχαστικών περιπλανήσεων σε
αχαρτογράφητα τότε ακόμα πνευματικά μονοπάτια, μας βοήθησαν τα βιβλία και οι
μελέτες του Χρήστου Γιανναρά, του ιστορικού πατρός Γεωργίου Μεταλληνού, του
Στέλιου Ράμφου και ορισμένων άλλων. Και φυσικά, αυτός που μας άνοιξε τις πόρτες
και τα παράθυρα του πνεύματός μας και της σκέψης μας στο να γνωρίσουμε τα
πρόσωπα και τα πανανθρώπινα επιτεύγματα του Ευρωπαϊκού και Ελληνικού
Διαφωτισμού και του Ουμανισμού ήταν ο ιστορικός και κριτικός της ελληνικής
λογοτεχνίας Κωνσταντίνος Θ. Δημαράς, ο οποίος αφιερώνει στις πρώτες εκδόσεις της
Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του, τα πρώτα κεφάλαιά του σε ευρωπαίων
και ελλήνων διαφωτιστών ονόματα και έργα παγκόσμιας εμβέλειας και συμβολής. Ο
κριτικός και ιστορικός της λογοτεχνίας και του ελληνικού ρομαντισμού Κ. Θ. Δημαράς ήταν αυτός
που μας έφερε σε επαφή με τα επιτεύγματα της Δύσης, με απλό και κατανοητό
τρόπο. Απορίας άξιο, αν δεν κάνω λάθος, πώς δεν το επισημαίνουν αυτό συχνότερα
οι αναγνώστες του, όσοι τέλος πάντων διαβάζουν ακόμα και σήμερα τις μελέτες του
και ιδιαίτερα την «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» Από τις πρώτες ρίζες
ως την εποχή μας, εκδόσεις Ίκαρος 1975. Η πολύτομη κατοπινή των εκδόσεων
«Καστανιώτη» του άλλου ιστορικού της λογοτεχνίας Αλέξανδρου Αργυρίου χρήζει άλλης προσέγγισης. Οι κατοπινές άλλες μελέτες πάνω στην
«χρυσή» περίοδο του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, του Ουμανισμού και της Αναγέννησης
ήρθαν και συμπλήρωσαν την όποια άγνοιά μας. Δυστυχώς η χώρα μας, η Ελλάδα, δεν
ευτύχησε στην Ιστορική της πορεία να ζήσει τα επιτεύγματά αυτά, ακόμα και
σήμερα κρατείται δέσμια άλλων πνευματικών παραγόντων και αντιλήψεων.
Αναζητείται ένας νέος σύγχρονος Αδαμάντιος Κοραής που θα μας απεγκλωβίσει από
μουχλιασμένες παραδόσεις και νοοτροπίες αιώνων.
Είχα και εγώ-όπως και άλλοι-παρακολουθήσει
ομιλίες και διαλέξεις του Στέλιου Ράμφου, αγόραζα και διάβαζα όποτε είχα την
δυνατότητα τα βιβλία του, και ιδιαίτερα τις απόψεις του που αφορούσαν έλληνες
συγγραφείς μυθοποιημένους στις αναγνωστικές συνειδήσεις των Ελλήνων είτε από
εκπαιδευτική υποχρέωση είτε από θρησκευτική αγωγή ή εκκλησιαστική πρόθεση. Ένας
από αυτούς είναι και ο Σκιαθίτης πεζογράφος, ορθόδοξος συγγραφέας, μεταφραστής
και δημοσιογράφος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Η μελέτη του Στέλιου Ράμφου, «Η
Παλινωδία του Παπαδιαμάντη» ήταν από τα πρώτα δικά του βιβλία που διάβασα.
Θυμάμαι ας μου επιτραπεί κάτι επί προσωπικού- τον είχα ρωτήσει σε έναν χώρο που
τον συνάντησα- όχι διάλεξής του- δύο πράγματα. Πρώτον γιατί στα βιβλία του δεν
κάνει καμία μνεία στα βιβλία και τις μελέτες του Χρήστου Γιανναρά, είναι σαν
δύο στοχαστές και φιλόσοφοι που διαμένουν και ζουν στην ίδια Πόλη και είναι
ξένοι, δεν συναντήθηκαν ποτέ. Και η δεύτερη ερώτηση ήταν αν θεωρεί τον Αλέξανδρο
Παπαδιαμάντη μεγαλύτερο έλληνα πεζογράφο από τον φιλόσοφο, στοχαστή,
μυθιστοριογράφο και ποιητή Νίκο Καζαντζάκη. Τις απαντήσεις που έλαβα- μπροστά
σε άλλους- τις κράτησα και τις κρατώ για μένα.
Ο χρόνος κύλησε, κυκλοφόρησαν τα
Παπαδιαμαντικά Άπαντα στην επιμέλεια του Νίκου Τριανταφυλλόπουλου από τις
εκδόσεις Δόμος, εκδόθηκαν τα Παπαδιαμαντικά Τετράδια ασχολήθηκα και έγραψα
μικρά άρθρα και μελετήματα για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη ως ποιητή, πεζογράφο,
αλληλογράφο, διάβασα δύο φορές ολόκληρη την Οδύσσεια του Νίκου Καζαντζάκη και
έγραψα για έργα του, φυσικά εξακολουθώ να διαβάζω μελέτες που εκδόθηκαν και για
τους δύο σπουδαίους μας έλληνες συγγραφείς. Υπάρχουν δύο ή τρία αν θυμάμαι καλά
βιβλία του Στέλιου Ράμφου που έχω σχολιάσει και δημοσιεύσει τα κείμενα σε
εφημερίδα και περιοδικό. (είναι τόση μεγάλη η φλυαρία μου πού δεν δίνω πια
σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι οτιδήποτε νέες γνώσεις μαθαίνεις και
πληροφορείσαι όσο ζεις). Εκείνο που με ενδιέφερε τότε περισσότερο στα γραπτά
του Στέλιου Ράμφου είναι οι απόψεις του για την Ελληνική Γλώσσα και όπως
προείπα οι θέσεις του για έλληνες συγγραφείς.
Το τελευταίο
διάστημα τον παρακολουθούσα σε δημόσιες ομιλίες και συζητήσεις του ως
προσκεκλημένος στο διαδίκτυο και στην τηλεόραση με τις παρεμβάσεις των θέσεών
του. Μέσα στα Καλοκαιρινά μου κινηματογραφικά αφιερώματα για τον Σουηδό
σκηνοθέτη και σεναριογράφο πληροφορήθηκα στις 10 Αυγούστου την κοίμησή του.
Παράλληλα με τα άρθρα και δημοσιεύματα για τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν άρχισα εκ
νέου να ξεφυλλίζω βιβλία που είχα του Στέλιου Ράμφου. Έτσι σκέφτηκαν να
αφιερώσω στη μνήμη του όχι ένα απόσπασμα από δική του μελέτη αλλά μία παλαιά
βιβλιοκριτική που έγραψε ο έγκριτος και σημαντικός κριτικός κύριος Αλέξης Ζήρας
για την μελέτη του για τον Παπαδιαμάντη που είχε δημοσιευθεί στον ετήσιο τόμο
του ΧΡΟΝΙΚΟΥ το 1976, μισό αιώνα πριν. Μια άλλη παλαιότερη αλλά νομίζω σύγχρονη
ακόμη ματιά της σκέψης και των ιδεών του Στέλιου Ράμφου. Όπως την είδε και την
ερμήνευσε ένας καθ’ ύλην αρμόδιος και πεπειραμένος κριτικός της ελληνικής
λογοτεχνίας, άνευ εκ μέρους μας σχολιασμού.
ΣΤΕΛΙΟΥ ΡΑΜΦΟΥ
«Η Παλινωδία του Παπαδιαμάντη»
«Κέδρος» 1976, σελ. 120
Μετά από χρόνια απουσίας, ο «Τόπος
Υπερουράνιος» (1975) ήταν το θεωρητικό προανάκρουσμα της νέας εμφάνισης του
Στέλιου Ράμφου. Με την κάλυψη αυτή «Η Παλινωδία του Παπαδιαμάντη» αποτελεί την
υστερογενή απόπειρα του συγγραφέα να δώσει μιάν άλλη ερμηνεία, από τις ήδη
κρατούσες, στο έργο του Σκιαθίτη πεζογράφου.
Παλινωδία εννοούμε την αναίρεση μιάς
δεδομένης κατάστασης, την άρνηση ενός πραγματοποιημένου γεγονότος, ή
φαινομένου. Για τον Ράμφο ο Παπαδιαμάντης παλινωδεί όταν στρέφεται από το μυθιστόρημα
στο διήγημα, όταν αντιλαμβάνεται πως η περιγραφή με βάση τις δομές της δυτικής
μυθιστοριογραφίας (αρχή, τέλος, πλοκή), που επηρέασε εξ αρχής και τους έλληνες
συγγραφείς, είναι ανεπαρκής στο να σαρκώσει την «ιδέα» του λόγου, που είναι
υπερβατική και όχι αναπαραστατικά ως προς τα πράγματα. Ο Παπαδιαμάντης δεν
αφηγείται στα κείμενά του προσωπικά βιώματα αλλά εξυπηρετεί πιστά τις αιώνιες
αξίες της ζωής, που δεν είναι πρόσκαιρες χρονικά, αλλά διαρκείς και
αναλλοίωτες, κληρονόμοι μιάς περιουσίας μεταφυσικής καταγωγής. Στο μεταίχμιο
της παλινωδίας του ο Παπαδιαμάντης, ορθόδοξα πιστός και ελληνοκεντριστής,
αρνείται τις ευρωπαϊκές φόρμες της τέχνης θέλοντας ν’ αποκαταστήσει το ελληνικό
πνεύμα, διαχωρίζοντάς το από τις παρεμβάσεις της δυτικής αναγεννησιακής ιδεολογίας
(πνεύμα με παρελθόν αλλά αβίωτο παρόν) προσπαθεί ν’ αποτινάξει τα δεσμά του
ορθολογισμού δίνοντας στην γλώσσα την δυνατότητα να μιλήσει «εξ αντικειμένου»,
δηλαδή οπτικά και όχι νοητικά.
Μέσα απ’ αυτή την «δοξαστική» για το
θεϊκό λόγο πεζογραφία, ο Ράμφος βλέπει τις αιτίες που οδήγησαν τον Παπαδιαμάντη
να παραμείνει μέσα στον κόσμο από το να ασκητέψει στην κυριολεξία. Η πίστη του
αναγνωρίζει την θεϊκή αγάπη σαν απέραντη για την δημιουργία του κόσμου,
δημιουργία που είναι αποτέλεσμα μιάς υπέρτατης ποιητικής θέλησης. Οι έννοιες
του καλού και του κακού είναι επιγενόμενα των ανθρώπινων ενστίκτων και της
λογικής. Στοιχειοθετούν μια σειρά ηθικών κανόνων, χωρίς, όμως, ν’ αγγίζεται ο
χαρακτήρας των αρχέγονων αξιών. Τα πρόσωπα του Παπαδιαμάντη θέλουν ακριβώς να
δείξουν, με την συμπεριφορά τους, αυτή την πλασματική διάκριση της αναλυτικής
δυτικογενούς συνείδησης μπροστά στην υπερνοητή ενότητα της φύσης. Η Οπτική
καθαρότητα των Ομηρικών επών και της ζωγραφικής του Θεοτοκόπουλου αναβιώνει
στην θρησκευτικότητα της πεζογραφίας του Παπαδιαμάντη.
Η Παλινωδία είναι ένα κείμενο ποιητικό.
Ο Ράμφος περνώντας εδώ την προβληματική του, με παρασυμπληρωματικές σκέψεις,
αποσπασματικές, δεν δέχεται την οργανική-τυπολογική δόμηση της γραφής. Η
μεταφυσική θέαση του έργου τέχνης μας βρίσκει απόλυτα αντίθετους.
Ο
ελληνοκεντρισμός του Ράμφου είναι καθαρό φανέρωμα της αντίδρασής του απέναντι στην κοινωνία της αμφιβολίας, δεν
παύει, όμως, να είναι α λ λ ο γ ε ν ή ς.
ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ
Γιώργος Χ.
Μπαλούρδος
Πειραιάς
18 Αυγούστου
2026
ΥΓ. Έφυγε πλήρης ημερών ο διακεκριμένος κοινωνιολόγος πανεπιστημιακός, ακαδημαϊκός, πολιτικός και ιστορικός Κωνσταντίνος Τσουκαλάς (Αθήνα 5/8/1937- 18/8/2026)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου