Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Χρήστος Γιανναράς (Αθήνα 10/4/1935- Κύθηρα 24/8/2024)

 

ΜΙΑ ΕΚΘΕΣΗ, ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ, ΜΙΑ ΣΥΝΟΔΟΣ…

του ΧΡΗΣΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Οι Επιφυλλίδες του «ΒΗΜΑΤΟΣ» 26/1/1974,

Σελίδες 1-2

   Τρία γεγονότα των τελευταίων ημερών, άσχετα μεταξύ τους και από χώρους ζωής φαινομενικά εντελώς διαφορετικούς, βρήκαν μέσα μου ένα παράδοξο συνταίριασμα, που μόνο η «αυθαιρεσία» του προσωπικού βιώματος, μπορεί να το δικαιολογήση. Θα προσπαθήσω να προσδιορίσω αυτή την υποκειμενική μου θεώρηση, μήπως και αποδειχθή κάτι σαν στίγμα πορείας μέσα στη δίνη που βρισκόμαστε «της σήμερον απροσδιορίστου εποχής».

   Τα τρία ετερόκλητα γεγονότα είναι μιά έκθεση ζωγραφικής στην Αθήνα, η τελευταία ταινία του Μπέργκμαν και οι πρόσφατες μεταβολές στην εκκλησιαστική διοίκηση. Δεν είμαι ειδικός για κανένα από τους χώρους όπου ανήκουν αυτά τα τρία περιστατικά γεγονότα- δεν έχω ούτε την πρόθεση ούτε και τις γνώσεις να κάνω τον τεχνοκρίτη ή τον κριτικό του κινηματογράφου ή και τον ειδήμονα σε ζητήματα Κανονικού Δικαίου. Τα όριά μου εξαντλούνται στην «αυθαιρεσία» του προσωπικού βιώματος.

    Ένας ζωγράφος του τόπου μας, από τους πιό «ιθαγενείς», ο Γιώργος Μανουσάκης, παρουσιάζει την πρόσφατη δουλειά του σε μιάν αίθουσα εκθέσεων της Αθήνας. Όσοι γνωρίζουν την ποιότητα του ανθρώπου, πρέπει να καταλαβαίνουν ότι η έκθεσή του δεν είναι τυχαίο στίγμα της πορείας του τόπου μας. Και ο Μανουσάκης εμφανίζεται, με αυτή την έκθεση, να αλλάζη πορεία- υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στα προηγούμενα έργα του και στα τωρινά. Θα προσπαθήσω να πω τη διαφορά με τη δική του γλώσσα, κι’ άς μη με κρίνουν αυστηρά οι ειδικοί.

   Παληότερα ο Μανουσάκης ζωγράφιζε τοπία, νεοκλασικά χτίσματα, κάτι καφενεία ή μικρομάγαζα, κάτι μαντρότοιχους- λιθοδομές- αυτά είχα δη. Και σε κάθε πίνακά του έβλεπα τότε μιάν ενότητα ή, καλύτερα, την καθολικότητα που έχει η ζωή και ο κόσμος σε κάθε ξεχωριστή λεπτομέρεια, όταν ο άνθρωπος την προσεγγίζη για να την σπουδάση ταπεινά. Ένα καφενείο στα Μεσόγεια ή ένα μπαλκόνι με γλάστρες ήταν ολόκληρη η ζωή μας κοιταγμένη με αγάπη, έτσι όπως την πλησιάζει η καρδιά του ανθρώπου δίχως τις απαιτήσεις ή τα κριτήρια του νου. Η πιό «άσκημη» γωνιά της Αθήνας μπορούσε να μεταμορφωθή από τα χρώματα του Μανουσάκη σε συγκλονιστική μαρτυρία αλήθειας, δηλαδή εκείνης της ομορφιάς που αποκαλύπτει ο κόσμος, όταν τον προσεγγίζη ο άνθρωπος με τρυφερότητα και στοργή. Κι’ αυτή η προσέγγιση θέλει ασκητική αυταπάρνηση, πρέπει να ξεχάσης τα γούστα σου και τις έξυπνες ιδέες σου και να υποταχτής στην αλήθεια της ζωής και του κόσμου και να την αγαπήσης, γιατί η αγάπη είναι η μόνη πηγή της ομορφιάς.

    Τώρα ο Μανουσάκης μοιάζει να αλλάζη πορεία, μοιάζει να προχωράει «στον αντίθετο τρόπο». Και ο «τρόπος» ο αντίθετος από την υποταγή που υπαγορεύει η αγάπη, είναι η προτεραιότητα του νου, ο κόσμος τεμαχισμένος σε έννοιες ή ιδέες ομορφιάς, δηλαδή σε αντικείμενα αποσπασμένα από την ολότητα και την καθολικότητα της αλήθειας. Κομμάτια του κόσμου-κάποια βότσαλα, ένα λουλούδι, κοχύλια, ένα καντήλι- τοποθετημένα σε ένα μη- κόσμο, σε μαύρα φόντα, «επιφάνειες που δεν προσδιορίζονται αντικειμενικά». Σε αυτή τη στάση είδα την κομματιασμένη σήμερα ζωή μας, το λογικό μας που τεμαχίζει τη ζωή και την οργανική της ενότητα, αποσπάσει ένα πήλινο νησιώτικο κανάτι από τον ζωντανό του περίγυρο για να το τοποθετήση στο σαλόνι μας-μιά ιδέα ή μιά έννοια ομορφιάς άσχετη με τη ζωή, συγκαλυμμένη με την κατακομματιασμένη εικόνα του κόσμου μας.

    Η εξήγηση ήταν ο υπερβόρειος σκηνοθέτης με την ταινία του «Κραυγές και ψίθυροι». Εκεί πιά το ανήλεο κομμάτιασμα της ζωής από τη νόηση εύρισκε την αυθεντική ευρωπαϊκή του ταυτότητα. Η αλήθεια της γυναίκας προσδιορισμένη με το μυαλό και μοιρασμένη σε τέσσερεις γυναικείους τύπους, εκτοπλάσματα της σκέψης του σκηνοθέτη, ενσαρκώσεις των εννοιών που συνέλαβε. Η γυναίκα- χαρακτήρας, η γυναίκα- ψυχολογικό πρόβλημα, κι’ ούτε η παραμικρή υπόνοια για τις κοσμικές διαστάσεις της θηλυκότητας, για τη γυναίκα που είναι η φύση κι ο κόσμος, η πρόκληση για την υποταγή του εγωκεντρισμού της διάνοιας στην αλήθεια της ζωής- υποταγή που λογοποιεί τη φύση και αναδείχνει «εγκάρδιο» το νου και γεννάει την ομορφιά που υπηρετεί την αγάπη.

    Οι τέσσερεις γυναίκες της ταινίας του Μπέργκμαν είναι κι αυτές κομμάτια του κόσμου σε ένα μη κόσμο, σε ένα κατασκευασμένο πλαίσιο εκπληκτικής αρτίστικης «ομορφιάς». Και η κατασκευασμένη ομορφιά υπηρετεί το εγώ και όχι την αγάπη, για αυτό και αναδίνει την παγωνιά του παράλογου. Όλη η ευρωπαϊκή παράδοση της απονενοημένης ομορφιάς, από τις συναισθηματικές Pieta ως τα ευφραντικά instantanes ενός Toulouse Lautrec ή ενός Monet, συγκεφαλαιωμένη στην τραγική κατάληξη αυτού του αισθητικού υποκειμενισμού, που παρακολουθεί από κοντά και τρέφει πάντοτε τον εγωκεντρισμό της διάνοιας: συγκεφαλαιωμένη στην τραγικότητα της κόλασης, που είναι η ζωή δίχως αγάπη κι όπου η αισθητική τρυφερότητα δεν κατορθώνει να αναιρέση το παράλογο τόσο της ζωής όσο και του θανάτου.

    Και η πρόσφατη Σύνοδος των Επισκόπων; Μα τι άλλο ήταν κι αυτή από ένα κομμάτι της Εκκλησίας αποσπασμένο από τη ζωή της και τοποθετημένο (; Η λέξη είναι αχνή) σε μιά μη- Εκκλησία, σε ένα χώρο άσχετο με την αλήθεια της ζωής και τη ζωντανή αλήθεια- χώρο κατασκευασμένον με συντακτικές πράξεις της πολιτείας και παρασκήνια συναλλαγών και δηλώσεις στον τύπο, όπου τα εδάφια των Νόμων είναι περισσότερα από τα εδάφια της Γραφής.

   Μέσα στην Εκκλησία, μιά Σύνοδος Επισκόπων και ο τρόπος της λειτουργίας της, οι συζητήσεις, οι ψηφοφορίες και οι αποφάσεις της είναι μία ιερουργία της ζωής του κόσμου- όχι ένα «θρησκευτικό» κομμάτι ζωής, αλλά η ολότητα και καθολικότητα της ζωής, που προσεύχεται στο Θεό για να προστατευθή από την παραφθορά των ανθρώπινων σκοπιμοτήτων, έστω των ηθικότερων ή λογικότερων σκοπιμοτήτων. Οι Επίσκοποι συνέρχονται σε Σύνοδο για να ιερουργήσουν την αλήθεια με τον ίδιο τρόπο που ιερουργούν την Ευχαριστία, τη ζωή του κόσμου στην ενότητά της με το Θεό. Όπως και ο σωστός καλλιτέχνης, δεν ενεργούν σαν ψυχολογικές ή εγωϊστικές μονάδες, αλλά με ασκητική αυταπάρνηση, που κάνει το νου «εγκάρδιο», υπηρετούν ταπεινά την αλήθεια για να φανερώσουν την ομορφιά της ζωής. Δεν αντιπροσωπεύουν τις δικές τους γνώμες και ιδέες, αλλά την κοινή μας εμπειρία και την τραγική μας πάλη ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, την εμπειρία της ζωής και της αλήθειας των τοπικών τους Εκκλησιών.

   Σήμερα ο θεσμός της Συνόδου μοιάζει να είναι ένα από τα θρησκευτικά σπαράγματα της κατακομματιασμένης ζωής μας’ ασχολείται αποκλειστικά με «διοικητικά» θέματα αποσπασμένα από την ενότητα και καθολικότητα της ζωής. Και δεν υπάρχει ελπίδα καλυτέρευσης όσο οι θεσμοί μένουν χωρισμένοι από τη ζωή και την καθολική ιερουργία της αλήθειας- αυτό είναι και το δράμα της Δύσης, αιώνες τώρα. Αυτή η πρόσφατη Σύνοδος των Επισκόπων θα μπορούσε να είναι, πραγματικά, μιά καμπή ή σημάδι αλλαγής ση ζωή του τόπου-του δικού μας εδώ τόπου, όπου η Εκκλησία παραμένει η έσχατη δυνατότητα για την πνευματική και πολιτιστική μας ενότητα και αυτοσυνειδησία. Για πρώτη φορά βλέπουμε στις εφημερίδες να εμφανίζεται ως επείγον πρόβλημα η αποκατάσταση του οργανικού μας δεσμού με το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, που θα μπορούσε να σημαίνη τη δυναμική επανεύρεση της πνευματικής και πολιτιστικής οικουμενικότητας του Ορθόδοξου Ελληνισμού. Και για πρώτη φορά βλέπουμε να χαρακτηρίζεται ως αντικανονική και απόβλητη η ηθικιστική διαστροφή της Ορθοδοξίας από τον δυτικό πιετισμό, που λυμαίνεται τον τόπο, χρόνια τώρα, και που στην τελευταία επταετία έφτασε να γίνη εκκλησιαστικό καθεστώς με κοσμικές μεθόδους και την επηρμένη πρόθεση «καθάρσεως» της Εκκλησίας.

   Αλλά τόσο ο δεσμός με το Πατριαρχείο όσο και η αντικανονικότητα του πιετισμού, εμφανίζονται σαν νομοκανονικά, απλώς προβλήματα διοικητικής ευταξίας, άσχετα με την ολότητα της ζωής και την καθολικότητα της αλήθειας. Κομμάτια αλήθειας, αποσπασμένα από τη ζωή, τοποθετημένα σε ένα χώρο  αφηρημένων νομικών διατυπώσεων, ιδέες ή έννοιες αλήθειας άσχετες με τη ζωή. Ποιος θα μπορούσε να μας δείξη κάποτε ότι και μόνο η συναισθηματική αλλοίωση της ορθόδοξης λατρείας από τους πιετιστές, οι ηθικολογικές σκοπιμότητες που εκθηλύνουν τη λατρευτική απαγγελία και ατομικοποιούν την  ευσέβεια αυτό και μόνο το σύμπτωμα έχει για τη ζωή του τόπου πολύ πιο τραγικές συνέπειες κι’ από τη θλιβερώτερη πολιτειακή μεταβολή……

    Μια έκθεση ζωγραφικής, μιά ταινία, μιά Σύνοδος… Ίσως συνθέτουν κάτι σαν στίγμα πορείας μέσα στη δίνη που βρισκόμαστε «της σήμερον απροσδιορίστου εποχής».

Χρήστος Γιανναράς Το Βήμα 26/1/1974

 ΜΝΗΜΗ

(Αθήνα 10/4/1935- Κύθηρα 24/8/2024)              

  Δύο χρόνια πέρασαν από την εκδημία του Χρήστου Γιανναρά, στην μνήμη του αντιγράφουμε μία παλαιά ξεχασμένη μέσα σ’ ένα φάκελο με αποκόμματα εφημερίδων από Μπεργκμανικές ταινίες Επιφυλλίδα. Σάββατο εχθές 22 Αυγούστου στο Κανάλι της Βουλής προβλήθηκε μία ακόμη υπέροχη, αριστουργηματική κινηματογραφική παραγωγή του, το μεθυστικό κινηματογραφικό αυτοβιογραφικό του «Ονειρόδραμα» δωματίου, το «Φάννυ και Αλέξανδρος». Όλα τα μέλη της οικογένειας μαζεμένα σε ένα απολαυστικό συμπόσιο κεφιού, ξεδόματος χαράς και ενδυματολογικών και χρωματικών απολαύσεων. Και από κοντά δύο πρόσωπα. Ο φυλακισμένος Ισμαήλ στο υπόγειο των εγκάτων της συνείδησης και η παρουσία του αυταρχικού και δυνάστη Επισκόπου δεύτερου συζύγου της μητέρας του Αλέξανδρου, πατριού του Αλέξανδρου και της Φαννύς. Σημαδιακή η σφαλιάρα του στον μικρό Αλέξανδρο και τα λόγια του καθώς εμφανίζεται στιγμιαία σε ένα πλάνο μέσα στης χαράς το πανδαιμόνιο της οικογενειακής συγκέντρωσης: «Και μην νομίζεις ότι θα απαλλαγείς από Εμένα…» λέει στον φοβισμένο Αλέξανδρο. Συμβολισμός της αιώνιας παρουσίας του δυνάστη-πατέρα Θεού. Αλλά ας μην ξεστρατίσουμε γράφοντας για επόμενο σημείωμά μας για την ταινία.

Η Επιφυλλίδα είχε δημοσιευθεί πριν 52 χρόνια στην πρωινή πολιτική εφημερίδα του ΔΟΛ «Το Βήμα» που ανάμεσα στους συνεργάτες του συναντάμε και το όνομα του καθηγητή θεολογίας, φιλοσοφίας, κοινωνικού και πολιτικού αρθρογράφου πολυγραφότατου νεαρού τότε Χρήστου Γιανναρά. Διατήρησα την ορθογραφία της εποχής και του εντύπου, ενώ σε μία λέξη βάζω ερωτηματικό μιά και ο χρόνος έχει σβήσει το μελάνι και η λέξη φαίνεται αχνά. Κάνοντας αναδρομή στην αναγνωστική μας μνήμη θυμάμαι ότι από τους χώρους των Επιφυλλίδων της δημοκρατικής εφημερίδας είχαν περάσει σπουδαία ονόματα και επιφανείς επιστήμονες, διανοούμενοι και συγγραφείς διαφόρων κατηγοριών της εποχής. Μάλλον, πρέπει να ήταν της Κυριακάτικης έκδοσης.

  Η θεματικά τριμερής Επιφυλλίδα της πρωινής πολιτικής εφημερίδας «Το Βήμα» δημοσιεύεται στις 26 Ιανουαρίου 1974, τελευταίοι μήνες της δεύτερης περιόδου της δικτατορίας, μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και της επερχόμενης μετά ένα εξάμηνο πτώσης της. Η πολιτική μεταπολίτευση επήλθε στην πατρίδα μας στις 24 Ιουλίου του 1974 όταν οι στρατιωτικοί αποφάσισαν να παραδώσουν την εξουσία στους προδικτατορικούς έλληνες πολιτικούς, μετά το Κυπριακό προδοτικό πραξικόπημα και την εισβολή και κατοχή της Μεγαλονήσου. Η Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση, όχι μόνον όσον αφορά την Γλώσσα, την καθιέρωση δηλαδή της Δημοτικής επίσημα από την Ελληνική Πολιτεία (κατάργηση της γραπτής χρήσης της Καθαρεύουσας) πραγματοποιήθηκε- νομοθετήθηκε συνταγματικά δύο χρόνια αργότερα, σύμφωνα με τις γλωσσικές αρχές και τους κανόνες του βιβλίου της Νεοελληνικής Γλώσσας του καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Μανώλη Τριανταφυλλίδη και τις εισηγήσεις και άλλων παλαιών φωτισμένων Δημοτικιστών καθηγητών και λογίων, παιδαγωγών όπως ο Πειραιώτης Ευάγγελος Παπανούτσος, ο Ιωάννης Κακριδής που επιφυλλίδες του έχουν δημοσιευθεί στην προδικτατορική εφημερίδα «Ελευθερία» κλπ. Την ίδια περίοδο ακολούθησε και η υιοθέτηση του μονοτονικού συστήματος, δηλαδή η απαλοιφή  των τόνων (δασείες, ψιλές, βαρίες, οξείες, περισπωμένες) των πνευμάτων, των υπογεγραμμένων των δοτικών κλίσεων από τις λέξεις του Ελληνικού Αλφαβήτου στα Σχολικά βιβλία, στις εφημερίδες, τα περιοδικά, στις νέες εκδόσεις στα δημόσια κρατικά έγγραφα. Έτσι επιτέλους έληξε και τυπικά αλλά και ουσιαστικά, η μακραίωνη διγλωσσία μας που ταλάνιζε το έθνος μας, το λεγόμενο Γλωσσικό ζήτημα και ταλαιπώρησε τον ελληνικό λαό για πάνω από έναν αιώνα, προκαλώντας ακόμα και δημόσιες «ένοπλες» συγκρούσεις και φασαρίες, εφόσον το Γλωσσικό ήταν άρρηκτα συνυφασμένο με τις εκάστοτε πολιτικές, κυβερνητικές ή πολιτειακές αλλαγές στην πατρίδα μας. Πώς το έγραψε σοφά ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, «… η Ελλάδα ταλανίζεται από την λύσσα του καλογέρου και την μανία του δασκάλου…». Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι χρονολογικά η ιστορία της χρήσης της Δημοτικής γλώσσας τον 20ο αιώνα είναι όση και της πολιτικής μεταπολίτευσης από το 1974 και εδώθε, τουλάχιστον για τις δικές μας σύγχρονες γενιές. Φυσικά, δεν αποδέχθηκαν όλοι οι διανοούμενοι, λόγιοι και συγγραφείς, φιλόλογοι την χρήση της Δημοτικής και την κατάργηση των Αρχαίων στην Εκπαίδευση, υπάρχει ακόμα και σήμερα μία μερίδα ελλήνων που εξακολουθεί να γράφει στο πολυτονικό και να ζητά την επαναφορά των Αρχαίων Ελληνικών ακόμα και από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Δεν είμαι γλωσσολόγος και δεν κατέχω πώς έλυσαν παρόμοια γλωσσικά τους προβλήματα άλλες χώρες αλλά στην Ελλάδα δυσκολευτήκαμε πολύ να πάρουμε αποφάσεις, μία γλωσσική δυστοκία άνευ προηγουμένου. Αν ακούσει κανείς αυτές τις στομφώδεις βυζαντινικούρες ομιλίες ορισμένων δεν μπορεί παρά να μην θυμηθεί ας μου επιτραπεί έναν ορισμό που παλαιότερα υποστήριξα τους «Βυζαντινοεπαίτες», στον εύστοχο του Κώστα Ζουράρη αντίθετο ορισμό «Ευρωλιγούρηδες». Όμως ξεφύγαμε.

   Ο θεολόγος και φιλόσοφος πανεπιστημιακός καθηγητής, συγγραφέας και αρθρογράφος Χρήστος Γιανναράς (Αθήνα 10/4/1935) έφυγε από κοντά μας εβρισκόμενος στα Κύθηρα στις (24 Αυγούστου 2024), συμπληρώνοντας ευδόκιμα και τιμημένα, βραβευμένα τον συγγραφικό του κύκλο. Συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από την κοίμησή του, τι γρήγορα που περνούν τα χρόνια μας υπενθυμίζει ο Αλεξανδρινός ποιητής Κ. Π. Καβάφης και τα αναμμένα της ζωής μας κεριά σβήνουν. Στο διαδίκτυο έχουν αναρτηθεί στιγμιότυπα από διάφορες κατά καιρούς συνεντεύξεις του για τους σημερινούς φιλότεχνους που δεν έχουν διαβάσει βιβλία του και δεν έχουν έρθει σε επαφή με την πλούσια αρθρογραφία του. Υπήρξε αν δεν λαθεύω, και πριν την στρατιωτική επταετία συνεργάτης της δημοκρατικής πρωινής εφημερίδας «Το Βήμα» και άλλων σοβαρών περιοδικών και εντύπων των χώρων της Εκκλησίας, της Θεολογίας, των Γραμμάτων.

Η χρονική εμφάνιση του Χρήστου Γιανναρά στα ελληνικά γράμματα, συμπίπτει με την ανθοφορούσα καλλιτεχνικά και καρποφορούσα στις τέχνες και τα γράμματα πολιτιστική δεκαετία του 1960. Έχουμε την πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας μας σε διάφορους τομείς, με πνευματικές και καλλιτεχνικές κορυφώσεις που προέρχονται από τους εκπροσώπους της Γενιάς του 1930 αλλά και της κυνηγημένης Εαμικής αριστερής μερίδας πνευματικών δημιουργών, μετά τα τραυματικά γεγονότα του εμφύλιου σπαραγμού και του κοινωνικού και ιδεολογικού τραύματος που δίχασε στα δύο τους Έλληνες με φοβερές και τραγικές συνέπειες σε όλο το πλάτος και το εύρος της ελληνικής κοινωνίας και εκδηλώσεων και δημόσιων συμπεριφορών καθημερινού βίου. Αν είναι ορθή η παρατήρησή μου, η πολιτιστική ανάπτυξη της δεκαετίας του 1960 συμπίπτει με την Τουριστική ανάπτυξη και την προσέλευση επισκεπτών από όλη την υφήλιο. Εξάλλου, το μουσικό Χατζιδακικό Όσκαρ αλλά και της τραγωδού Κατίνας Παξινού, τα βιβλία και οι ταινίες που γυρίστηκαν με έργα του μυθιστοριογράφου Νίκου Καζαντζάκη, το πρώτο ελληνικό ποιητικό μας Νόμπελ στο πρόσωπο του διπλωμάτη ποιητή Γιώργου Σεφέρη, η σταδιακή διεθνής άνοδο της ποιητικής φήμης του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, ο εορτασμός των χιλίων χρόνων της Χερσονήσου της Αθωνικής πολιτείας και άλλα πολιτιστικά γεγονότα, όπως οι θεατρικές παραστάσεις της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας και κωμωδίας από θεατρικά σχήματα όπως του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν, του Εθνικού Θεάτρου, του Πειραϊκού Θεάτρου του Δημήτρη Ροντήρη, στον μουσικό στίβο οι παρουσίες του Δημήτρη Μητρόπουλου και της Μαρίας Κάλλας κλπ., συνέβαλαν στο να καταστήσουν την χώρα μας κέντρο προσοχής και ενδιαφέροντος. Δυστυχώς όλος αυτός ο πολιτιστικός οργασμός και πνευματική ανάπτυξη διακόπηκε με το πραξικόπημα του 1967 με ολέθρια αποτελέσματα. Που, ακόμα πιο τραγικό στην σύγχρονη ελληνική ιστορία, σημαντική μάλλον μερίδα του ελληνικού λαού συντάχθηκε με τους συνταγματάρχες, όπως και της επίσημης Ελλαδικής Εκκλησίας και των διοικητικών μηχανισμών της και οργάνων της συστεγαζόμενη κάτω από το γνωστό σύνθημα των τριών νεκρών λέξεων όπως σωστά είπε ο Μικρασιάτης ποιητής Γιώργος Σεφέρης.

   Ο Χρήστος Γιανναράς συγκαταλέγονταν στην νεότερη σπουδαγμένη «φουρνιά» των Ελλήνων Θεολόγων που έκαναν την εμφάνισή τους συγγραφικά και «δημοσιογραφικά» την δεκαετία αυτή, που, μετά από μία εικοσαετία, οι εφημερίδες μαζί με άλλους δημοσιογραφικούς και επίκαιρους προσδιορισμούς αποκάλεσαν «Νεορθόδοξους». Έχουν κυκλοφορήσει μάλιστα μεταξύ άλλων και δύο τίτλοι βιβλίων που μιλούν για το ρεύμα αυτό. Μία θρησκευτική περί της Ορθόδοξης παράδοσης «ταμπελίτσα» που είτε όσοι τον αποδέχτηκαν (τον ορισμό) ατύπως είτε όσοι τον απέρριψαν χαμογελούσαν αλλά δεν τον «απεμπολούσαν» ή τουλάχιστον οι γύρω από αυτά τα άτομα ακόλουθοι και θαυμαστές των βιβλίων και γραπτών τους. Σηκώνει, βέβαια, αρκετή συζήτηση και επεξηγήσεις στο τι μπορεί να χωρέσει ή αντέξει μέσα στην ταυτοτική του Έλληνα παρουσία δημόσιο χαρακτήρα της παράδοσης και αυτοσυνειδησίας του, η λέξη «Νεορθόδοξος». Ανοιχτό ακόμα κεφάλαιο όπως δείχνουν οι μελέτες και τα σχόλια των μετέπειτα δεκαετιών, εφόσον αποδεχτήκαμε την ιστορική «διαφορά» του Έλλην από το Ρωμιός, είτε με τα αλληλοσυμπληρούμενα στοιχεία και χαρακτηριστικά του είτε ως διαφορετικής συνειδησιακής και της ψυχολογίας μας «κόντρα» χασματικών επιδράσεων και αντιλήψεων, δύο διαφορετικών δρόμων της παράδοσης του Ελληνισμού. Ο Ελληνισμός των Εθνικών Ελλήνων ο Ελληνισμός των Χριστιανών Ελλήνων και το διαμορφωτικό μέσα στην Ιστορία ρεύμα και "καλούπι".

 Σοβαρός και ευγενής πάντα στις δημόσιες εμφανίσεις του ο Χρήστος Γιανναράς, πράος συνομιλητής και μάλλον διαλλακτικός στις απόψεις και κρίσεις του περί Ορθόδοξης Εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας θέσεις που εξέφραζε από τα πρώτα του βήματα μέχρι τα εσχατιά του. Μιλούσε και αναφέρονταν στα βιβλία και τα γραπτά του για την διαφορά μεταξύ Θρησκείας και Εκκλησίας, περί του ψυχολογικού συναισθηματικού θρησκεύεστε των Νεοελλήνων. Του εκκλησιαστικού γεγονότος της Θείας Ευχαριστίας ως αλήθεια ζωής και αγαπητικής συνύπαρξης των ανθρώπων ως ένα ενιαίο καθολικό σώμα πιστών και αρκετά ενδοεκκλησιαστικά και θεολογικά άλλα. Ο δεύτερος κεντρικός πυλώνας των ενδιαφερόντων και της προβληματικής του ήταν η διαφορά μεταξύ Δύσης και Ανατολής και μία εμμονή του ως ιστορικό αποτέλεσμα της εχθρότητας των Ξένων εναντίων των Ελλήνων. Αυτό το «κόντρα γκρεκόρουμ» που μας κατατρέχει σαν οντολογική αγωνία και φόβος, άγχος της πολιτιστικής μας ταυτότητας και καταγωγής που επιβουλεύονται ή εχθρεύονται οι Δυτικοί οι «κουτόφραγκοι» αλλά που, δεν παύει Εμείς οι Έλληνες να θέλουμε να τους μοιάσουμε, να ενταχθούμε στις οικονομικές και στρατιωτικές τους κοινότητες να ζητούμε την οικονομική τους βοήθεια και προστασία. Φυσικά, η εμπειρία του σαν σπουδαστής σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και άλλες δυτικοευρωπαϊκές σπουδές του έδινε ένα κάποιο «προβάδισμα» ακόμα και στις αρνητικές για τους Ξένους λαούς κρίσεις του και την ιστορική τους διαδρομή. Υπήρξε τις προηγούμενες δεκαετίες στο δημόσιο διάλογο από τα πλέον προβεβλημένα και ακουστά πρόσωπα της δημόσιας ζωής ανάμεσα στην υπόλοιπη ομάδα των λεγόμενων «Νεορθόδοξων». Οι παρεμβάσεις του, οι ομιλίες και οι διαλέξεις που είχε δώσει πολλές και με πυκνό πάντα ακροατήριο, χωρίς φυσικά ο ίδιος να θελήσει να έχει «σχολή» ακολούθων. Ήταν παντρεμένος και είχε δύο παιδιά, ο ένας του γιος αν δεν λαθεύω δημοσιογραφεί έχοντας κάνει σπουδές πάνω στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία και το σύγχρονο μυθιστόρημα έχοντας εκδώσει και βιβλία. Πολύγλωσσος, κατηρτισμένος πάνω σε θεολογικά ζητήματα, ευρύτερα μορφωμένος, ανήσυχο πνεύμα με πανεπιστημιακές σπουδές στο εξωτερικό και επιρροές από την Γαλλική διανόηση ο Χρήστος Γιανναράς, τάραζε τα νερά σε κάθε του εμφάνιση, ιδιαίτερα μετά την χρονική περίοδο που έκανε στροφή στις πνευματικές του ενασχολήσεις και διεκδίκησε θέση καθηγητή της φιλοσοφίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο αν θυμάμαι καλά και τον σούσουρο που ξεσηκώθηκε όπως διαβάζαμε στον τύπο και συγκεκριμένα στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία». Τα «βέλη» των σχολίων που εκτοξεύθηκαν εναντίον του σκληρά πανταχόθεν. Σοβαρός ερευνητής και μελετητής της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησιαστικής παράδοσης και του πολιτισμού της καθ’ ημάς ανατολής, άτομο με ανοιχτούς ορίζοντες σκέψης και προβληματισμών, δεν δίστασε να αναμετρηθεί και να αγγίξει ζέοντα ζητήματα και προβλήματα των καιρών του και της ελληνικής κοινωνίας και πολιτείας. Σαν επιστήμονας και δάσκαλος, στοχαστής περισσότερο έθετε ερωτήματα πάνω σε κρίσιμα διλήμματα του Ελληνισμού και Ελληνικής αυτοσυνειδησίας παρά αποφαίνονταν εξ «άμβωνος» στις απαντήσεις του, όπως δείχνουν οι συγκεφαλαιωτικές των εργασιών του, των μελετών και των βιβλίων του αποτιμήσεις. Από όσο θυμόμαστε δεν φιλοδόξησε να παίξει το ρόλο του διαμορφωτή της γενιάς του και της πίστης του αλλά θέλησε και αγωνίστηκε έντιμα και με ειλικρίνεια να ξεκαθαρίσει αλήθειες και ψέματα πολλών αιώνων καθημερινών συνηθειών μέσα στους εκκλησιαστικούς κύκλους και την εκκλησία. Αλλά οι «σταυρωτές» στην χώρα μας πάντοτε πλεόναζαν έτσι και στην δική του περίπτωση. Οι τίτλοι των βιβλίων του αριθμούν αρκετές δεκάδες ήταν σπουδαίος λόγιος και «λογάς».  Ήταν συνήθως και κυρίως ερωτηματικός ο λόγος και η γραφή του, δίχως να απέφευγε να εκφράζει ευθαρσώς με εντιμότητα και παρρησία την γνώμη του, πάντα με ευγένεια και με δώσεις θλίψης και απογοήτευσης στο ότι δεν γίνονταν αποδεκτός. Σαν μία μοναχική φωνή στην ερημιά του Κόσμου και των Καιρών. Οι σκέψεις και τα λόγια του ενώ δεν παραποιούνταν αρκετές φορές συγκρούονταν με κατεστημένες αντιλήψεις και πνευματικά ή εκκλησιαστικά, θρησκευτικά βολέματα, αδιάφορων κατά βάθος ανθρώπων που κινούνταν μέσα στους εκκλησιαστικούς χώρους. Δεν δίσταζε να μιλήσει ανοιχτά για πρόσωπα που εκτιμούσε και θαύμαζε. Αρκετά όμως για μεγάλο χρονικό διάστημα εκδηλωτικά ήταν τα εχθρικά συναισθήματα που έτρεφαν απέναντί του, οι διάφοροι κύκλοι. Πανεπιστημιακοί, λόγιοι, στοχαστές, συγγραφείς, φιλόσοφοι, ιερομόναχοι, εκκλησιαστικοί κύκλοι και θρησκευτικών οργανώσεων σωματεία, πολιτικοί αρθρογράφοι και άτομα της πολιτικής, όπως δηλώνουν τα δημοσιεύματα του ημερήσιου και όχι μόνο τότε τύπου οι εφημερίδες και τα περιοδικά και οι δημόσιοι διαξιφισμοί γύρω από το όνομά του. Εύλογα απαντούσε στις περισσότερες από τις επικρίσεις που εκτοξεύονταν εναντίον του, δηλώσεών του και γραπτών του από διάφορες πλευρές ας το επαναλάβουμε με μειλίχια τσουχτερή πένα, λόγο και πολλές φορές σαρκαστικό ύφος. Ορισμένοι τίτλοι βιβλίων "Καταφύγιο Ιδεών" και "Αυτοβιογραφίες του" μιλούσαν από ποιους θρησκευτικούς συντηρητικούς κύκλους προέρχονταν στα νεανικά του χρόνια και προσπάθησε αγωνιζόμενος να αποκοπεί σαν ελεύθερο και ανεξάρτητο πνεύμα, είχαν ενοχλήσει δεόντως, ακόμα και την επίσημη συντηρητικών αρχών όπως απέδειξε η ελληνική ιστορία και παράδοση Ελλαδική Εκκλησία με τους δογματισμούς της. Αν και αρκετοί τίτλοι από τα δεκάδες βιβλία του ευτύχησαν πολλών επανεκδόσεων και μεταφράσεων στο εξωτερικό πράγμα που σημαίνει ότι η φωνή του προσέχθηκε, αναγνωρίστηκε και αγαπήθηκε από ένα προβληματιζόμενο και σκεπτόμενο κοινό. Συχνό παράπονό του ότι δεν ευτύχησε μιας σοβαρής μελέτης των ιδεών, της σκέψης και των έργων του. Ήταν αν δεν λαθεύω, ο περισσότερες φορές προσκεκλημένος στα μέσα μαζικής ενημέρωσης τηλεοράσεις και ραδιόφωνα. Διέθετε λέγειν, σωστός χρήστης και διαχειριστής της ελληνικής γλώσσας από όλο το χρονικό εύρος της ιστορικής της παράδοσης. Σε πολλά θα μπορούσαν να τον μεμφθούν μόνο ένα δεν μπορούσαν να του προσάψουν, ότι η γλώσσα και ο λόγος του ήταν ψυχρός, ξύλινος, βαρύγδουπος, ακαταλαβίστικος, αφοριστικά παγωμένος, αποστεωμένος από βυζαντινοπρεπείς κορώνες από άμβωνος. Η γραφή και τα κείμενά του στρωτά, πυκνό το ύφος του αν και συνήθως, αν δεν λαθεύω στις αναγνωστικές μου των βιβλίων του περιπλανήσεις, δεν συνήθιζε να δίνει πηγές ή να έχει πολλές παραπομπές, μια και «χώνευε» μέσα στην προβληματική της σκέψης του, την συλλογιστική του και κατ’ επέκταση πόντιζε άλλων θέσεις, στα γραπτά και των κειμένων του γνώμες τρίτων που επέλεγε στην δική του οικοδόμηση των επιχειρημάτων του και διαπραγματεύονταν στα εξεταζόμενα θέματά του. Εκείνο που τον διέκρινε κυρίως στις ομιλίες, τις συνεντεύξεις του στις δημόσιες εμφανίσεις του ήταν η προσωπική του ματιά και ερμηνεία των δεδομένων με έμφυτη αξιοπρέπεια και αγωγής ευγένεια του χαρακτήρα του. Η σκέψη του άλλοτε ήταν γειωμένη άλλοτε ορθόδοξα ονειροβατούσε. Δεν γνωρίζω όσοι βρίσκονταν κοντά του και ήσαν ομοτράπεζοί του τι γνώμες έχουν για το ποιόν του, πάντως οι θαυμαστές του τον σέβονταν και εκτιμούσαν. Η καθαρότητα διατύπωσης των απόψεών του ανεξάρτητα αν κανείς συμφωνούσε ή διαφωνούσε με τα λεγόμενά του, τις επεξηγήσεις του, τις κοινωνικές προθέσεις του, τις θρησκευτικές σταθερές του, τις πολιτικές διαφοροποιήσεις του, τις ερμηνευτικές προτάσεις του, των στάσεών του απέναντι στα πράγματα και τα συμβαίνοντα στον πολιτικό και εκκλησιαστικό στίβο στην εποχή του, την πολεμική του, δεν αμφισβητούνταν κάθετα και απόλυτα. Η γραφή του που την διαβάζαμε σε μεγάλης κυκλοφορίας ημερήσιες σοβαρές εφημερίδες πχ. «Η Καθημερινή» τα τελευταία χρόνια δεν ήταν διανοουμενίστικη, δεν ήταν ο σοφολογιότατος στοχαστής ο κήρυκας της αλήθειας αν και κριτικός σχολιαστής πολλών γεγονότων και στάσεων προσώπων του δημόσιου και εκκλησιαστικού βίου. Τα κείμενά του ήσαν κατανοητά, εύληπτα και από τον πλέον αδαή αναγνώστη, που χαίρονταν την μεγάλη καλλιέπεια και γλαφυρότητα του λόγου του δίχως να χάνει την επιστημονική του εγκυρότητα. Φυσικά, δεν ήταν όλα τα βιβλία και οι μελέτες του για όλο το αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας. Ας το επαναλάβουμε με την σειρά μας, τα θέματά του περιστρέφονταν γύρω από τον εντοπισμό και προσδιορισμό της Ελληνικής Ταυτότητας στην διαχρονία και ιστορική της πορεία. Σε θέματα ανεύρεσης στοιχείων και προσδιορισμών της ελληνικής αυτοσυνειδησίας. Ζητήματα ιστορικής συνύπαρξης του Ελληνικού Έθνους σε σχέση με τους γύρω λαούς και το δυτικό πολιτιστικό οικοδόμημα και αντίληψη βίου. Για την σχέση του Πατριαρχείου με την Ελλαδική Αυτοκέφαλη Εκκλησία και των όποιων αν υπήρχαν επιπτώσεων πάνω στο σώμα του Ελληνισμού.  Φανερές παραχαράξεις της εκκλησιαστικής ζωής, θρησκευτικές και κοινωνικές της ορθόδοξης εκκλησιαστικής παράδοσης αλλοιώσεις του εκκλησιαστικού φρονήματος και της αυθεντικότητάς του. Σταδιακή μετατροπή της Εκκλησίας σε Θρησκεία, σε θρησκευτική θεραπαινίδα της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας και κυρίως των συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων και κομματικών κύκλων. Ανταλλαγή του ρόλου και της αποστολής της Εκκλησίας από διακόνισσα του θρησκευόμενου ελληνικού λαού σε εξουσιαστικό καταπιεστικό διοικητικό μηχανισμό με οικονομικά κρατικά ανταλλάγματα και παροχές. Άχαρη επισκοποκρατία και εξουσιολαγνεία. Κηρύγματα άνευ λόγου και αιτίας κούφιων λόγων, προς έμμεσο ή άμεσο εκφοβισμό των πιστών. Με δυό λόγια, καυτηρίαζε τα κακώς κείμενα της Ελλαδικής Εκκλησίας παράλληλα με της Δυτικής. Ευλόγως μπήκε στο μάτι πολλών και για χρόνια ο άμοιρος, από διάφορες πλευρές του συντηρητικού συστήματος.

 Εδώ κάνοντας μικρή παρένθεση να σημειώσουμε ότι καταξιωμένος έλληνας συγγραφέας και καλός κριτικός βιβλίου με πάνω από 20 τίτλους στο ενεργητικό του ο βραβευμένος κύριος Πέτρος Τατσόπουλος έχει ανοίξει δημόσια πολεμική ενάντια σε μοναχούς και ιεράρχες, σπαταλώντας κατά την ταπεινή μας κρίση το συγγραφικό του ταλέντο. Αν ο ελληνικός λαός στο σύνολό του ήθελε να αλλάξει κάτι στην διοικητική μορφή της εκκλησιαστικής εξουσίας θα είχε αλλάξει αλλά δεν ενδιαφέρεται για τέτοια ζητήματα. Επαναπαύεται στις βυζαντινές τελετουργίες και παρελάσεις, τα πανηγύρια και τα όπα και σε μεγάλες εκκλησιαστικές χειρονομίες άλλων εποχών και σε έναν δεσποτισμό που αν μιλήσεις αρνητικά θα σου πούνε την γνωστή κλισέ απάντηση καραμέλα ξέρεις τι πρόσφερε η εκκλησία την περίοδο της Οθωμανικής σκλαβιάς, λες και οι υπόλοιπες πληθυσμιακές ομάδες του ελληνισμού κοιμόντουσαν στις ψηλές ραχούλες και τα όρη τα ψηλά βουνά, συνεργάζονταν με τον ξένο κατακτητή ή διάβαζε όπως στην τελευταία δικτατορία που ξεστόμισαν χείλη ιεράρχη. Ενώ η ελληνική πολιτεία δεν θέλει να ακούσει για διαχωρισμό της Εκκλησίας από το Κράτος κάτι που δεν σημαίνει ούτε εξορία ούτε κατάργηση ή απαγόρευση της πίστης των Ελλήνων. Και έτσι τα πράγματα παραμένουν ως έχουν και ο σώζον εαυτόν σωθήτω είτε εντός είτε εκτός ορθόδοξης Ελλάδος.

Ασφαλώς ο Χρήστος Γιανναράς όπως και άλλοι ορθόδοξοι λόγιοι και στοχαστές, συγγραφείς στα κείμενά τους καυτηρίασε τον σκοτεινό ρόλο και την άμεση διασύνδεση της Εκκλησίας και των εκπροσώπων της με το επτάχρονο δικτατορικό Απριλιανό καθεστώς. Μιλούσε συχνότατα για την ιστορική και πολιτιστική διαφορά μεταξύ Δύσης και Ανατολής, Ελληνικής Ιδιοπροσωπείας. Μνημόνευε συχνά τον μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζούλια συγγραφέα καλογραμμένων και κατανοητών μελετών, τον Παναγιώτη Κουτρουμπή και άλλους συμφοιτητές του, άντρες και γυναίκες συγγραφείς όπως ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, η ποιήτρια Καίτη Χιωτέλη, ορισμένους Επισκόπους που άφησαν πίσω τους ευεργετικά ίχνη στο σώμα της Ελλάδας όπως ο Αναστάσιος Γιαννουλάτος, ο Κοζάνης... Στις μελέτες του μπορεί αρκετές φορές να ανακύκλωνε ιδέες και σκέψεις του, επανέρχονταν και γίνονταν κουραστικός, επαναληπτικός μην πιστεύοντας ότι γίνονταν πειστικός και αποδεκτός, τον καταλάμβανε αν δεν λαθεύω ένα συγγραφικό άγχος αναγνώρισης και αποδοχής, αλλά πάντα απολάμβανες το εύρωστο προσωπικό του ύφος, την γλωσσική του ομορφιά και ανθηρό λεξιλόγιο, την χαρακτηριστική εικονοποιία του έστω και αν δεν έγραφε μυθοπλασίες, την εκφραστική του δεινότητα, την ιδιαιτερότητα την μεγάλη έγνοια του για την ελληνική γλώσσα, την διακριτικότητά του, τον σεβασμό προς τον συνομιλητή του. Ο Χρήστος Γιανναράς κατά την ταπεινή μου κρίση ήταν ένας στοχαστής, θεολόγος και φιλόσοφος της εποχής μας που ήξερε να ακούει τον συνομιλητή του, να διαβάζει και να ερμηνεύει ουσιαστικά το κείμενο ή το σύγγραμμα που είχε μπροστά του. Ας φέρουμε στο νου μας τις θετικές κρίσεις του για ογκώδεις μελέτες που διάβαζε όπως αυτή για τον πειραιώτη εικαστικό Γιάννη Τσαρούχη, τις μεταφράσεις των δύο τόμων για τον Χίτλερ και τον κοινωνικό περίγυρο. Την αυτοβιογραφία του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν του μεγάλου αυστριακού γλωσσολόγου, την εικαστική και αρχιτεκτονική παρουσία του Δημήτρη Πικιώνη που πάντα σε κάθε ευκαιρία μνημόνευε και άλλων καλλιτεχνών και ανθρώπων του πνεύματος και των τεχνών για να μην επεκταθούμε στις καθαρά θεολογικές του αναφορές και των εκκλησιαστικών πατέρων εργασίες του. Δεν είναι μόνο το «Πρόσωπο και Έρως», η «Μεταφυσική του Σώματος» το «Πείνα και δίψα», το «Αλφαβητάρι του Νεοέλληνα» (ένα ωραίο ανθολόγιο κειμένων κριτικής αυτοσυνειδησίας. Από τον Χρήστο Βακαλόπουλο έως τον Μάνο Χατζηδάκι, τον Εμμανουήλ Ροϊδη και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τον Ίωνα Δραγούμη και τον Γεώργιο Σκληρό), «Το Φινις Γκρέκιε», το «Η Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα», η «Μαχόμενη απελπισία», η «Κομματοκρατία», η συγκέντρωση των Επιφυλλίδων του κάτω από τον τίτλο «Πόση δημοκρατία αντέχουμε» και πολλά άλλα που ξεχωρίζουν συγγραφικά και τον έκαναν δημοφιλή, είναι η καθόλου συλλογιστική της προβληματικής του, οι συνεχείς καταβυθίσεις του σε άγνωστα μονοπάτια της σκέψης, ζητήματα αδιάφορα για πολλούς διανοητές και συγγραφείς της εποχής του, άτομα του εκκλησιαστικού χώρου που ασκούν εξουσία. Δέχτηκε πολύ «λάσπη» και κακοβουλία από διάφορες πλευρές και άτομα διαφόρων χώρων αλλά υπέμεινε με καρτερία σε ότι έγραφαν εναντίον του είτε αυτοί ήσαν λαϊκοί είτε ήσαν ιερομόναχοι είτε εκκλησιαστικοί παράγοντες. Ακόμα και σήμερα, εν έτη 2026 δεν μετανιώνω που τον υποστήριξα όταν μοναχός από το Περιβόλι της Παναγίας τον κατέκρινε και τον κατηγορούσε για κείμενα που έγραφε πριν την δικτατορία και η Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο. Θα μου πεις εδώ αγιοποιήθηκε ο Πολωνός Πάπας. Τέλος πάντων ο καθείς και η κάθε μία σε αυτή την τυχαία και μοναδική ζωή και οι επιλογές του.

Τα βιβλία και οι μελέτες, τα άρθρα του Χρήστου Γιανναρά πάντα προκαλούσαν την προσοχή και το ενδιαφέρον των αναγνωστών τους. Πολλοί τίτλοι βιβλίων του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες είτε της δυτικής είτε της ανατολικής. Όσο για την ελληνική γλώσσα και την μεγάλη παράδοσή της, προσπάθησε να κρατήσει ένα της Δημοτικής προπύργιο καθαρότητας δίχως να απεμπολεί εκφράσεις προερχόμενες από άλλα γλωσσικά ριζώματα της ιστορίας της και των κειμένων της. Πέρα από τα καθαρά των επιστημονικών του ενδιαφερόντων θέματα που διαπραγματεύτηκε στην συγγραφική του διαδρομή και ερμηνευτικές του προσεγγίσεις ανοίχτηκε και σε θέματα φιλολογικά γράφοντας και δημοσιεύοντας για έλληνες και ελληνίδες ποιήτριες. Όπως η Κική Δημουλά, ο Οδυσσέας Ελύτης και άλλων.

  Δεν γνωρίζω αν η παρούσα επιφυλλίδα που δημοσιεύτηκε πριν 52 χρόνια συμπεριλαμβάνεται σε κάποια από τα αυτόνομα εκδοθέντα βιβλία του όπως συνήθιζε να πράττει εκδοτικά. Ξεχωρίζουν και τα κείμενα τεχνογνωσίας του, όπως βλέπουμε στην περίπτωση του εικαστικού δημιουργού Γιώργου Μανουσάκη. Από τις καλογραμμένες κριτικές του επισημαίνουμε όσα θετικά σχολίασε στην κινηματογραφική κριτική του για την παλαιά ταινία «Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» του Ιταλού κομμουνιστή σκηνοθέτη και ποιητή, πεζογράφου ομοφυλόφιλου Πιέρ Πάολο Παζολίνι (έχει αναρτηθεί στα Λ. Π.). Τώρα, σχετικά με την περίπτωση του Σουηδού σκηνοθέτη, σεναριογράφου και συγγραφέα Ingmar  Bergman ο Χρήστος Γιανναράς έχει μιλήσει σε διάφορα άρθρα του. Αν η μνήμη δεν με απατά, έχει σταθεί κάπως περισσότερο στα τρία έργα που αποτελούν την «Τριλογία της Σιωπής» και σε επιλεγμένες άλλες ταινίες του. Η κρίση του για τις ταινίες του Μπέργκμαν σαν θεατής και χριστιανός ορθόδοξος στοχαστής δεν ήταν πάντα θετικές. Όπως διαβάζουμε για την συγκεκριμένη ταινία «Κραυγές και Ψίθυροι» ένα από τα αριστουργηματικά ψυχοδράματα του Σουηδού σκηνοθέτη. Από την μεριά μας, δηλώσαμε και θα δηλώσουμε εκ νέου, ότι δεν συμφωνούμε με τις απόψεις και τις θέσεις του Χρήστου Γιανναρά για την εξαιρετική αυτή ταινία, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα δημοσιεύαμε τις ελάχιστες αρνητικές κρίσεις του θεατή Γιανναρά. Ο σεβασμός μας προς το έργο του και την πολιτιστική προσφορά του-παρά τις διαφοροποιήσεις μας- παραμένει ζωντανός αν και έχει φύγει από την ζωή.   Εξάλλου, η ανάλυση της ταινίας στην οποία θα προβούμε σε επόμενο σημείωμά μας θα φωτίσει τις όποιες ενστάσεις τρίτων για το έργο, καθώς θα στηριχθούμε και στο σενάριο και στις παρατηρήσεις του ίδιου του Ι. Μπέργκμαν. «Κραυγές και Ψίθυροι»- “Viskuingar och Rop” ένα από τα αριστουργήματά του το 1972 γυρισμένο σε 40 ημέρες, με αξεπέραστες σημαδιακές γυναικείες και αντρικές ερμηνείες και πολύ καλή σκηνοθεσία, μία ταινία συγγενική στην προβληματική της με την τρίτη ταινία της σημαντικής Τριλογίας του την γνωστή «Η Σιωπή». Το Σενάριο έχει κυκλοφορήσει και στα ελληνικά  σε μετάφραση και εικονογράφηση της Ελεωνόρας Σταθοπούλου, Αθήνα 1976, σελίδες 48

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

24 Αυγούστου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου