Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 11. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 11. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Ιουλίου 2020

Η Νεώτερη ποιητική γενιά του 1970


Η ΝΕΩΤΕΡΗ ΠΟΙΗΣΗ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑ ΘΕΜΑ
Του Μιχάλη Γ. Μερακλή,
Περιοδικό Τέχνη και Πολιτισμός τεύχη 6-7/10,11, 1980
     Μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για τον τρόπο που πρέπει να χαρακτηριστούν ή να ονομαστούν οι ποιητές (ανάλογα και οι πεζογράφοι), που εμφανίστηκαν γύρω στα 1970, έκαμε τελευταία ο κριτικός Αλέξης Ζήρας, γράφοντας την εισαγωγή ενός τόμου ανθολογίας «Νεώτερης Ελληνικής Ποίησης 1965-1980» (Αθήνα, εκδόσεις «Γραφή», 1979). Παίρνοντας υπόψη του προτάσεις και άλλων (του Βαρίκα, του Στεριάδη, του Αλεξίου), πού τις συζητάει προσεχτικά, καταλήγει μάλλον προς τον χαρακτηρισμό «γενιά της αμφισβήτησης» και όχι προς τον περισσότερο συμβατικό, όπως πιστεύει, όρο «γενιά του ‘70». Εξάλλου στην ανθολόγησή του, υιοθετώντας ένα χρονολογικό-ταξινομικό κριτήριο που έθεσε ο Αργυρίου, περιλαμβάνει ποιητές που γεννήθηκαν μετά το 1940 (κατά βάση τους ποιητές που γεννήθηκαν στη δεκαετία 1940-1950). Αποκλείει έτσι τις ποιήτριες πχ. Αγγελάκη –Ρούκ (γενν.το 1939) και την Ησαϊα (1934), πού ωστόσο συμπεριέλαβε ο Γιώργος Παναγιώτου σε μιάν άλλη δική του δίτομη ανθολογία της «Γενιάς του ‘70» (Αθήνα, εκδόσεις «Σίσυφος», 1979 στο δεύτερο τόμο ανθολογεί τους πεζογράφους). Πιστεύω ότι ο λόγος που ώθησε τον Παναγιώτου να συμπεριλάβει και τους ποιητές αυτούς, είναι ότι η κύρια εκδοτική τους δραστηριότητα πέφτει στη δεκαετία του ’70 και ίσως αυτή η ελαστικότερη εκδοχή είναι και η σκοπιμότερη, γιατί δεν είναι δυνατό να βρει κανείς κάποιαν ουσιαστική «ληξιαρχική», ας πούμε, διαφορά, ανάμεσα στη Ρουκ, πού γεννήθηκε το 1939, και τον Αλέξανδρο Ίσαρη, πού γεννήθηκε το 1941 (και συμπεριλαμβάνεται στην ανθολογία του Ζήρα). Ας προσθέσω ακόμα, ότι ο όρος «γενιά της αμφισβήτησης» μπορεί εύκολα, κατά την γνώμη μου, να συμπεριλάβει και τους ποιητές της δεκαετίας του ’60. Ουσιαστικά το φαινόμενο της αμφισβήτησης, με τη σημασία που χρησιμοποιήθηκε στα λογοτεχνικά μας πράγματα, ξεκινάει μέσα από τη δεκαετία του ’60, τουλάχιστον από τη χρονιά της επιβολής της δικτατορίας στον τόπο μας (1967), όπως το δέχονται όλοι και όπως άλλωστε αποδείχνεται ιστορικά- γραμματολογικά, αφού είναι γνωστή η άμεση εξάρτηση του από το αμερικάνικο κίνημα των χιπις και της «αντικουλτούρας», που αποκορυφώθηκε στα ίδια περίπου εκείνα χρόνια, δηλαδή τα τελευταία της δεκαετίας του ’60.
Υπάρχουν δύο κείμενα του Βάσου Βαρίκα (δύο επιφυλλίδες στην αθηναϊκή εφημερίδα «Το Βήμα», 29.11.’70 και 16.5.’71), όπου ο μακαρίτης κριτικός μιλάει, πρώτος αυτός, με εύστοχος τρόπο για το φαινόμενο και το περιεχόμενο της ελληνικής ποιητικής αμφισβήτησης’ τα κείμενα αυτά τείνουν να γίνουν, κατά κάποιον τρόπο, κλασικά’ σ’ αυτά κατά κύριο λόγο παραπέμπουν όλοι, όσοι ασχολούνται με το θέμα αυτό. Το ίδιο θα κάνω κι εγώ, αφού περιοριστώ να προσθέσω, από την πλευρά μου, ότι η αμφισβήτηση εκείνη δεν μπορούμε διόλου να πούμε ότι είχε ε π α ν α σ τα α τα ι κό χαρακτήρα, μάλλον η τάση της ήταν στο βάθος αριστοκρατική τάση φυγής, ιδεαλιστική (ως προς το δεύτερο μπορώ να επικαλεστώ ένα χτυπητό παράδειγμα, τη γνωστή στροφή του Μπόμπ Ντύλαν, του ινδάλματος των «επαναστατημένων» ποιητών και των νέων πιο γενικά εκείνα τα χρόνια, προς το θρησκευτικό μυστικισμό). Η αμφισβήτηση αυτή χαρακτηριζόταν κύρια από την αποφόρτιση του ατόμου από το βάρος οποιουδήποτε αισθήματος ευθύνης για μια χαμένη υπόθεση, όπως ήταν η καπιταλιστική κοινωνία, από την απελευθέρωση και απογύμνωση από κάθε υλική και κοινωνική μέριμνα’ υπάρχουν κάποιες καίριες κινήσεις και στάσεις, όπως το ότο- στόπ ή η χρήση του μπλού-τζίν, που συμβολοποιούν, θα έλεγε κανείς, αυτή την «ανευθυνότητα» και αντισυμβατικότητα των οπαδών του κινήματος. Όμως αυτά τα ίδια στοιχεία μπορούσαν εύκολα να το μετατρέψουν-όπως και έγινε- σε συναρπαστική μόδα για τους έτσι κι αλλιώς αντικομφορμιστές νέους (είναι το «χάσμα των γενεών»), κάτι πού οι ευφάνταστοι θιασώτες του κινήματος ήθελαν ωστόσο να το βλέπουν, στην περίπτωση αυτή, σαν ένα είδος ομόψυχης εξέγερσης της νεολαίας ενάντια στο κατεστημένο.
Όμως ο βαθμός της επαναστατικότητας κάθε κινήματος μετριέται κάθε φορά από την έκταση των αλλαγών που επιφέρει’ και κάθε τίμιος ή απλώς ψύχραιμος θεατής της ιστορίας οφείλει να διερωτηθεί, ποιες αλλαγές έγιναν στην αμερικάνικη κοινωνία, που κατά κύριο λόγο γέννησε και εξέθρεψε το χιπισμό. (Δεν υπάρχει ίσως πιό δραματικό ή, αν προτιμάτε, κωμικοτραγικό κεφάλαιο στην ιστορία του κοστουμιού, από αυτό που έγραψε το μπλού-τζίν: από σύμβολο του πιο ακραίου αντικομφορμισμού, που φιλοδόξησε να είναι, κατάντησε σύμβολο του πιο επίπεδου και ανούσιου κομφορμισμού, αιχμάλωτου στις κραταιές λαβίδες της μόδας. Μαθητής μου έχει αναλάβει να συγκεντρώσει το υλικό για τα είδη του μπλού-τζίν που κυκλοφόρησαν και το κυκλοφορούν, για τον τρόπο που διαφημίζονται και φοριούνται, από νέους και νέες,-από νέες προπάντων.) Θύματα αυτού του πρόωρου-και προκαθορισμένου- εκφυλισμού της αμφισβήτησης έπεσαν και οι ποιητές. Διασώθηκαν οι αξιόλογες περιπτώσεις (Λευτέρης Πούλιος, Γιώργος Βέης).
Όταν η αμφισβήτηση, με την καθορισμένη εκείνη έξαρσή της, πέρασε ως μόδα, η ίδια αυτή, στις περιπτώσεις όπου ήταν γνήσια, εξελίχθηκε σε κάτι άλλο, σ’ αυτό που υπάρχει και σήμερα: σε μιά σχεδόν μοιραία, σχεδόν παθητική αποδοχή μιάς κατάστασης ως διαβίωσης σ’ ένα συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, όπου μπορεί κανείς να κινιέται ελεύθερα υπό την προυπόθεση-την οποία δε συνειδητοποιούν όλοι, κάθε άλλο μάλιστα-της ανελευθερίας του να κινηθεί αλλιώς. Και εδώ πάλι καιροφυλαχτεί η μόδα- είναι απίθανη η δύναμη του συστήματος να μετατρέπει και τα πιό συγκλονιστικά ιστορικά γεγονότα σε συρμό, που είναι βέβαια, στο βάθος, διασυρμός’ είναι ένας τρόπος, εκτός των άλλων, να εξουθενώνονται οι κίνδυνοι-, παρόλα αυτά οι σημαντικές περιπτώσεις πάλι ξεχωρίζουν αναφέρω τώρα τη Νανά Ησαϊα, τη Νατάσα Χατζηδάκη, κι ακόμα τη Τζένη Μαστοράκη.
     Από την άλλη μεριά θα έπρεπε να σημειωθεί, ότι ο όρος αμφισβήτηση, ως εδικός κατά κάποιον τρόπο όρος, δεν καλύπτει άνετα τις περιπτώσεις όλων των ποιητών της εξεταζόμενης εδώ περιόδου 1965-1980, τουλάχιστον κατά τα πρώτα χρόνια της περιόδου αυτής
Μπορώ να αναφέρω πχ. μιάν επιβίωση της λεγόμενης υπαρξιακής (ή πνευματικής ή «ουσιαστικής») ποίησης, πού εκδηλώθηκε προπάντων στη δεκαετία 1950-1960, αμέσως μετά τον εμφύλιο, σαν μιά έκφραση του αδιεξόδου των χρόνων εκείνων. Τέτοια ενδοστροφικά ενδιαφέροντα, με μια τάση υπέρβασης του υπαρξιακού αδιεξόδου και με κάποιες μεταφυσικότερες αναγωγές χωρίς διάρκεια ωστόσο, απηχούνται στα ποιήματα του Αλέξη Τραϊανού, του Αναστάση Βιστωνίτη, του Αντώνη Φωστιέρη, του Κώστα Γουλιάμου. Εδώ κατά ένα μέρος ανήκουν και ο Χριστόφορος Λιοντάκης και η Νανά Ησαϊα, αν και ο Λιοντάκης εξελίσσεται ολοένα πιο πολύ σ’ εκπρόσωπο μιάς επώδυνης αμφισβήτησης.
     Ακόμα υπάρχει, πέρα από τη γενική, σε μεγαλύτερη η μικρότερη έκταση, αποδοχή του σουρεαλισμού, ως τρόπου ποιητικής έκφρασης και γλώσσας, μιά περισσότερο και βαθύτερα αφοσιωμένη ομάδα ποιητών που υιοθετούν, διαφορετικά ο καθένας, τον «παραληρηματικό» ή αλλιώς σκοτεινό τρόπο του σουρεαλισμού. Αναφέρω εδώ το Δημήτρη Καλοκύρη, τη Ρούλα Αλαβέρα, το Μάξιμο Οσύρο, τον Αλεξανδρο Ίσαρη, τον Ντίνο Σιώτη, ενώ ο Κώστας Μαυρουδή, παρά την έντονη συγκίνηση που του πρόσφερε προπάντων η παρουσία του Εμπειρίκου, έδωσε δείγματα της γοητείας της π ο ι η τα ι κ ή ς σ α φ ή ν ε ι α ς (μαγικός δάσκαλός της, πού μένει, παρά την φετιχοποίησή του, ανεκμετάλλευτο ακόμα το δίδαγμά του, είναι ο Καβάφης).
Δυσχερέστερο μοιάζει το πρόβλημα της επισήμανσης της ευρύτερα, κοινωνικά και ιδεολογικά στρατευμένης ποίησης: ακόμα και οι καθαρά εκδηλωμένοι ως προς τις πολιτικές πεποιθήσεις τους ποιητές δεν ακολουθούν τα παραδομένα, εκφραστικά σχήματα, αυτά πού, ως ένα βαθμό, επιβάλλονται και από τη φιλοσοφία της αριστερής ιδεολογίας, ώστε ο Ρίτσος να εξακολουθεί να παραμένει, ακόμα και τώρα, ο πιό ορθόδοξος εκφραστής της’ ο Αναγνωστάκης μοιάζει να ταιριάζει πιό πολύ στο πνεύμα της γενιάς αυτής, που τίποτα δεν είναι ακέραιο, άθραυστο μέσα τους. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο γεγονός, ότι η άνδρωσή τους συνέπεσε με μιά περίοδο, όπου το κίνημα έχασε την αρράγιστη κατοχική ενότητα εξαιτίας μιάς άλλης, ιδεολογικής αμφισβήτησης, μέσα σε χρόνια και καιρούς γενικότερα άπιστους και διαβρωνόμενους-ή διαβρωμένους-από το ολοένα πιό μαυλιστικά επιβαλλόμενο όραμα της υλικής ευμάρειας, της κ α λ ο π έ ρ α σ η ς. Είναι μιά καλοπέραση που τρώει από μέσα, στο ποσοστό που πραγματοποιείται (το ποσοστό εξάλλου καθώς και ο τρόπος και οι όροι της πραγματοποίησής της συντελούν στην εσωτερική διάβρωση). Πάντως ελάχιστοι είναι εκείνοι που αποφασίζουν να καταπιαστούν ευθέως με τα προβλήματα της εργατικής τάξης (Θωμάς Γκόρπας) και του κόμματος (Λευτέρης Κανέλλης, Γιάννης Καρατζόγλου) ή ακόμα και με τα προβλήματα της διάσπασης του κινήματος (Τόλης Νικηφόρου, Χρήστος Λεττονός) με θέματα συλλογικότερης κοινωνικής και εθνικής ευθύνης (Γιάννης Κοντός, Γιάννης Πατίλης, Γιώργος Μαρκόπουλος, Νάσος Βαγενάς, Γιάννης Βαρβέρης, Μιχάλης Γκανάς, Κώστας Παπαγεωργίου, Πάνος Καπώνης, Νίκος Λάζαρης).
     Υπάρχει τίποτα που να μπαίνει στο κέντρο της προβληματικής αυτής και να τους ενώνει επιτέλους; Θα έλεγα διαπράττοντας άλλη μία φορά, στο σύντομο αυτό άρθρο το αμάρτημα της σχηματοποίησης (δυστυχώς όμως δε γράφονται με διαφορετικό τρόπο γενικά άρθρα, που να μπορούν να προσφέρουν και μιάν ωφέλιμη συνοπτική εικόνα στον αναγνώστη), θα έλεγα, λοιπόν, το σώμα. Ας μου επιτραπεί να μεταφέρω μιά σχετικήν άποψη, που διατύπωσα κάπου αλλού, με την αφορμή όπου μιλούσα για την πεζογραφία της εξεταζόμενης εδώ λογοτεχνικής περιόδου: «Το δράμα του σημερινού δυτικού ανθρώπου είναι ότι, επειδή ανακάλυψε ότι ο προβαλλόμενος με τον τρόπο του ιδεαλισμού εσωτερικός κόσμος είναι απάτη, πίστεψε κιόλας ότι δεν υπάρχει διόλου. Και στράφηκε στο σώμα, φτάνοντας σ’ ένα αρρωστημένο, στείρο ιδεαλισμό του σώματος». Εδώ βρίσκεται, νομίζω, το αδιέξοδό του στην «ειδωλολατρεία του σώματος». Την ίδιαν «αφορμή» δίνουν και τα ποιήματα των νέων ποιητών, αν μάλιστα επιχειρήσει κανείς να τα δει όλα μαζί, από πιό μακριά. Μπορεί σε μερικές περιπτώσεις να γίνεται αμέσως αισθητός ο σωματικός μονισμός, όπως στην απροκάλυπτα ωμή φρασεολογία της Βερονίκης Δαλακούρα ή στον ιδιότυπο λυρισμό του σώματος του Θανάση Νιάρχου και, από μιάν άλλη πλευρά, του Γιώργου Καραβασίλη ή του Μ. Πρατικάκη, αλλά, επαναλαμβάνω, η παρουσία του σώματος, που υπερακοντίζει τον έρωτα, επεκτεινόμενο στη σημασία ενός πρίσματος, μέσω του οποίου οράται η ζωή, είναι υπαρκτή σε όλους. Ενισχύω τον τελευταίον ισχυρισμό μου με την παρατήρηση, ότι στην ποίηση αυτή δεν είναι σπάνιος «τόπος» η συνύφανση, κατά κάποιον τρόπο, του σώματος του έρωτα με εκείνο της επανάστασης (Σπύρος Τσακνιάς, Νιάρχος).
     Η αξιοσημείωτη «πολυγλωσσία» και πολυσημία, που χαρακτηρίζει την ποίηση της περιόδου 1965-1970, εναρμονίζεται και συντονίζεται τελικά μέσα στο κλίμα μιάς αδιέξοδης αμφισβήτησης, που βρίσκει το έσχατο-αλλά και πάλι ανεπαρκές, όπως περίτρανα αποδείχνεται-, καταφύγιο της στη λατρεία του σώματος. Έτσι η ποίηση αυτή βρίσκεται πολύ κοντά στον πυρετό, θέλω να πω στην αρρώστια της εποχής μας, σαν ένας δραματικός μάρτυράς της.
ΥΓ. Λυπάμαι πού, τελειώνοντας το άρθρο μου, δεν τέλειωσα μαζί και την αναφορά όλων των αξιόλογων ποιητικών περιπτώσεων. Αυτό οφείλεται, κατά ένα σημαντικό μέρος, και στην έντονη ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει, όπως είπα, τις περιπτώσεις αυτές. Και το πιο πάνω άρθρο μου έχει, επαναλαμβάνω, το πλεονέκτημα της σχηματικότητας: δεν κατατάσσονται εύκολα σε «ομάδες» όλοι.
Μιχάλης Γ. Μερακλής.
Σημειώσεις:
     Συνεχίζω από προσωπικό και μόνο ενδιαφέρον την αναζήτηση άρθρων και κειμένων που έχουν γραφτεί για την Γενιά του 1970, μετά από το κακοτράχαλο και ας μου επιτραπεί η κειμενική φιλαυτία, beat γλωσσικό ύφος μου του προηγούμενου σημειώματος. Μια στάση σαρκαστική και αυτοσαρκασμού αμφισβήτησης της ίδιας της αλήθειας του ποιητικού γεγονότος, μια και αδυνατεί ή αδιαφορεί πολλές φορές να εκφράσει την αλήθεια της ίδιας της ζωής και περιορίζεται μόνο στην δική της αλήθεια. (Τουλάχιστον ο γράφων, δεν φορά καπέλο και βγάζει την γλώσσα κοροϊδευτικά στην οθόνη της τηλεόρασης, όπως ποιητής της γενιάς του ‘70. Που μάλλον τα είχε τσούξει και λιγάκι). Μεταφέρω το κείμενο του ομότιμου καθηγητή και ιστορικού της ελληνικής λογοτεχνίας κυρίου Μιχάλη Γ. Μερακλή που δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα του περιοδικού «Τέχνη και Πολιτισμός» -πριν σαράντα χρόνια-που την επιμέλεια του ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ είχε η ποιήτρια και δοκιμιογράφος κυρία Έλενα Χουζούρη. Το άρθρο του Μιχάλη Γ. Μερακλή είναι η εισαγωγή στο αφιέρωμα, στο οποίο συμμετέχουν δέκα ποιητές από τον «πολυδιαδεδομένο» και κοινόχρηστο πλέον όρο «Γενιά του ‘70». Κάτω από τον μάλλον ουδέτερο τίτλο «ΔΕΚΑ ΠΟΙΗΤΕΣ ΑΠΑΝΤΟΥΝ Σ’ ΕΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑ», οι ποιητές και οι ποιήτριες της γενιάς αυτής απαντούν στο «Βασικό και μοναδικό ερώτημα:»
ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΠΟΥ ΣΥΝΘΕΤΟΥΝ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ «ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ ‘70» ΚΑΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΠΟΙΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΘΗΚΑΝ.
   Στην μοναδική αυτή ερώτηση απαντούν ο Γιαννιτσιώτης αρχιτέκτονας και ποιητής Πάνος Θεοδωρίδης (1948), φανερώθηκε στα γράμματα από το 1965. Ο οικονομολόγος και ποιητής από την Θεσσαλονίκη Γιάννης Καρατζόγλου (1949), εμφανίστηκε με την ποιητική του συλλογή «Ένα καλοκαίρι» το 1970. Ο εξ Αιγίου ποιητής και αρθρογράφος, σπούδασε οικονομικές επιστήμες Γιάννης Κοντός (1943), σταθερός συνεργάτης του εκδοτικού οίκου «Κέδρος» εξέδωσε το (1970) την συλλογή «Περιμετρική». Ο γεννημένος στην Κόνιτσα το 1945 μαθηματικός και αρχαιολόγος ποιητής Παναγιώτης Κυπαρίσσης, ο Κρητικός νομικός, ποιητής και μεταφραστής Χριστόφορος Λιοντάκης (1945), το 1973 κυκλοφόρησε την ποιητική του συλλογή «Το τέλος του Τοπίου». Ο Μεσσήνιος οικονομολόγος, ποιητής και δοκιμιογράφος Γιώργος Μαρκόπουλος (1951), το 1968 εξέδωσε την ποιητική του συλλογή «Έβδομη Συμφωνία». Η Αθηναία ποιήτρια και μεταφράστρια (είναι εκπληκτικές όχι μόνο οι μεταφράσεις της αλλά και το εύρος της θεματολογίας τους που δεν άπτονται μόνο του χώρου της Ποίησης)  φιλόλογος Τζένη Μαστοράκη (1949), το 1972 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Διόδια». Η ταλαντούχα από την Αθήνα ποιήτρια και μεταφράστρια Παυλίνα Παμπούδη (1948), εμφανίστηκε με ποιητική της συλλογή το 1971, «Σχεδόν χωρίς Προοπτική Δυστυχήματος». Ο πρωτευουσιάνος ποιητής, ανθολόγος, κριτικός, νομικός και φιλόλογος Κώστας Γ. Παπαγεωργίου (1945), εξέδωσε το 1966 την συλλογή με τον τίτλο «Ποιήματα», και τέλος, ο επίσης Κρητικός ιατρός και ποιητής Μανώλης Πρατικάκης (1943), που εμφανίστηκε το 1974 με την συλλογή του «Ποίηση 1971-74». Ο οποίος δίνει και την μακροσκελέστατη απάντηση στο ερώτημα του περιοδικού.
Ας ξεκινήσω με την διαπίστωση της ποιήτριας Τζένης Μαστοράκη στην δική της απάντηση. Γράφει η ποιήτρια:
«Μου είναι δύσκολο να μιλήσω για «γενιά» και «ταυτότητα». Υπάρχουν κάμποσοι καλοί νέοι ποιητές, μα ο καθένας τραβάει πιά το δρόμο του».
     Η θέση αυτή, ενός επίλεκτου μέλους της γενιάς του 1970, έρχεται να κουμπώσει με τις απόψεις άλλων κριτικών και σχολιογράφων, για το πόσο ευσταθεί ο κατά ποιητική συνθήκη διαχωρισμός των ελλήνων ποιητών σε γενιές. Τι αποσκοπεί και τι εξυπηρετεί. Βλέπε πχ. για να δανειστώ ένα παράδειγμα από την επόμενη γενιά, το κείμενο του Βαγγέλη Κάσσου, «Ναρκισσισμός και μετακλασικισμός στην ποιητική γενιά του ‘80» περιοδικό «Η Αλώς» τεύχος 1/Άνοιξη 1994, σ. 107-116. Το άρθρο του Κώστα Σταματίου στην ημερήσια απογευματινή εφημερίδα «Τα Νέα» 22/3/1977. Το άρθρο και τον σχολιασμό ποιητικών συλλογών του Γιώργου Πετρόπουλου, «Κρίσεις τινες για κάποιους εκπροσώπους της γενιάς του ‘80» βλέπε περιοδικό «Νέο Επίπεδο» τχ. 26/Άνοιξη-Καλοκαίρι 1997, σ. 28-30, και άλλα συναφή άρθρα που συνεχίζουν την ερώτηση από την Γενιά του 1970 (και ίσως και των προηγούμενων) και την μεταφέρουν στις επόμενες ποιητικές γενιές άλλοτε με προσθέσεις και άλλοτε με αφαιρέσεις ονομάτων και ενστάσεων. Πάντως στο ίδιο Αφιερωματικό περιοδικό, αναφέρομαι στο «νέο επίπεδο» στην αμέσως επόμενη Γενιά του 1980, του λεγόμενου και του «Ιδιωτικού Οράματος», ο Νίκος Ι. Χουρδάκης στο «Ονοματολόγιο ποιητών της Γενιάς του ‘80» σελίδα 7, δέχεται σαν «διαχωρισμό» το όριο ηλικίας γέννησης των ποιητών και των ποιητριών. Αντίθετα αρνητική στάση στο ερώτημα κρατά ο ποιητής Γιώργος Κοροπούλης, στο κείμενό του στην εφημερίδα «Η Κυριακάτικη Αυγή» 26/11/2000, σ. 24, «Η ανύπαρκτη γενιά του ‘80». Αυτά τα ελάχιστα περί λογοτεχνικών γενεών που μας δηλώνουν ότι, από την αρχή που τέθηκε το ζήτημα προκάλεσε αντιδράσεις ή αν θέλετε διχογνωμίες, πράγμα που άφησε ερωτηματικές χαραμάδες κωδικοποίησης μέχρι τις ημέρες μας αν δεν λαθεύω.
Έκανα αυτήν την καταγραφή των πληροφοριών της γενιάς του 1980, σαν γέφυρα, για δύο λόγους. Ο πρώτος αφορά το προηγούμενο σημείωμά μου για την ποιήτρια του 1980 Μ. Κούρση που διαπίστωσα με χαρά ότι η επισκεψιμότητα στην ιστοσελίδα οφείλονταν καθαρά και μόνο στην δική της ποιητική παρουσία, εννοώ στο τι είπα και έγραψα για την ποίησή της, και ο δεύτερος λόγος είναι, ότι πολλά λεχθέντα από τους ποιητές που μετέχουν στο αφιέρωμα του περιοδικού «Τέχνη και Πολιτισμός», βρίσκονται στην ίδια ατμόσφαιρα διαπιστώσεων για την ταυτότητα και τα χαρακτηριστικά της γενιάς του 1970 που εκθέτει ο καθηγητής Μιχάλης Γ. Μερακλής. Περιορίζομαι μόνο στο παρόν άρθρο γιατί όλοι μας γνωρίζουμε ότι παρόμοιες θέσεις γενικού και ειδικού ενδιαφέροντος για την γενιά αυτή, έχουν εκφράσει και άλλοι κατά καιρούς σε διάφορα περιοδικά και έντυπα.
Τα αναφέρω αυτά για να προλάβω, την ενδεχόμενη από καλοπροαίρετους αναγνώστες κρίση, γιατί επέλεξα το άρθρο αυτό του ιστορικού της ελληνικής λογοτεχνίας και λαογράφου. Το επέλεξα γιατί ασπάζομαι την γνώμη του, την βρίσκω λειτουργική στην έρευνα για το συγγραφικό Πρόσωπο αυτής της Γενιάς, και όχι για τον ιδεολογικό χρωματισμό που ενδεχομένως να έχουν τα κείμενα και τα άρθρα του καθηγητή. Ο σεβασμός προς το έργο του και το πρόσωπό του έχει να κάνει με άλλους κοινωνικούς όρους και πολιτικές παραμέτρους, μια και γνωρίζει, ότι, δεν θα μπορούσα να ζήσω κάτω από αυτά τα κλειστά και αυταρχικά καθεστώτα.
     Οι θέσεις του Μιχάλη Γ. Μερακλή αλλά και οι ερωτήσεις που θέτει και οι διαπιστώσεις του, νομίζω ότι επαληθεύονται όχι μόνο από των εκ των υστέρων αναφορών και άρθρων για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που ανδρώθηκε αυτή η ποιητική γενιά αλλά, και από μια σειρά πρόσφατων ντοκιμαντέρ στην δημόσια τηλεόραση που εξετάζουν από πολλές πλευρές-της καλλιτεχνικής δημιουργίας, (λογοτεχνία, μουσική, κινηματογράφος, εικαστικά κλπ.) τις δεκαετίες 1950-1960, 1960-1970, 1970-1980 μέχρι την προεδρία του Μπάρακ Ομπάμα στην αμερικάνικη πολυπολιτισμική ήπειρο. Ιδιαίτερα στα διαδραματισθέντα και τα ανατρεπτικά γεγονότα που συνέβησαν στον χώρο της μουσικής και της μουσικής βιομηχανίας. Είναι χαρακτηριστικά τα παραδείγματα, στο πόσο επέδρασαν μουσικοί, μπαλλαντοποιοί, όπως ο Μπομπ Ντύλαν και άλλοι, ροκάδες, ποπ, το αυθόρμητο φεστιβάλ της νέας γενιάς των αμερικανών στην πεδιάδα του Γούστοουνγκ, και το αντισυμβατικό κίνημα των χίπις. Κινήματα νεανικών φωνών, φιλειρηνικών προθέσεων και δράσεων, οικολογικών διαθέσεων, ανατροπής της κατεστημένης ακαδημαϊκής κουλτούρας, την προώθηση και υιοθέτηση της αντεργκράουντ τέχνης, ακόμα και μέσω του χώρου της μόδας. Της ένδυσης και κώμωσης των νέων ευρύτερα. Τα δυτικά νεανικά αυτά πολιτικά κυρίως κινήματα, λίγο ή πολύ και κατά περίπτωση ή κατά περίσταση, επηρέασαν και τις ελληνικές ποιητικές φωνές του 1970 και μπορεί και τους όποιους ποιητικούς επιγόνους τους. Ένα ζήτημα-αν υπάρχει-που δεν θίγει και το άρθρο του Μιχάλη Γ. Μερακλή είναι η άμεση ή έμμεση σχέση των ελλήνων ποιητών με διάφορες ουσίες που δοκίμαζαν και έκαναν οι Αμερικανοί ομότεχνοί τους, και οι ευρωπαίοι, οι οποίοι κατέφευγαν-ορισμένοι από αυτούς-σε ακραίες δημόσιες κοινωνικές ενέργειες. Καλλιτεχνών προερχόμενων από την γενιά των Μπητ. Όπως είναι ο Ουίλλιαμ Μπάρουζ, ο Τσαρλ Μπουκόφσκυ, και αρκετοί άλλοι. Οι οποίοι έφτασαν την φωνή και το σώμα τους, την δημόσια κοινωνική τους εικόνα, στα πλέον ακραία όρια της. Και στην εξίσου ακραία καπιταλιστική εμπορευματοποίηση της ποιητικής τους παρουσίας. Στην ελληνική επικράτεια δεν έχουν από όσο γνωρίζω, την χάραξη τόσο ακραίων κοινωνικών και καλλιτεχνικών επιλογών και καταστάσεων. Όλα αυτά μας φανερώνουν ότι δεν υπήρξε και δεν καλλιεργήθηκε μια ενιαία ποιητική φυσιογνωμία της ελληνικής ποιητικής γενιάς του 1970. Σίγουρα τους έδεσε η άνθησή τους και η ενηλικίωσή τους μέσα στην επτάχρονη δικτατορία, που όπως διαπιστώνουμε αρκετοί και αρκετές κυκλοφόρησαν τις ποιητικές τους συλλογές. Πράγμα που σημαίνει ότι η μορφή αντίστασης από τους νέους ηλικιακά έλληνες δημιουργούς έγινε με διαφορετικό τρόπο από τον καθένα και κάθε μία. Πάντως η καταγραφή των εκδόσεων από τον ετήσιο τόμο «ΧΡΟΝΙΚΟ» της γκαλερί «ΩΡΑ» δείχνει ότι η εκδοτική παραγωγή, ποίησης και πεζών, δεν ανακόπηκε τελείως την περίοδο 1967-1974. Δηλαδή της απριλιανής δικτατορίας. Με ότι αυτό σημαίνει στην εκ των υστέρων αποτίμησή της.
       Οι απόψεις του κριτικού για την χυδαιοποίηση και εμπορευματοποίηση του ανθρωπίνου σώματος και κατ' επέκταση της ερωτικής επιθυμίας και επιλογών από το καπιταλιστικό σύστημα, φέρνουν στην δική μου σκέψη απόψεις υπαρξιστών και ορθόδοξων προοδευτικών στοχαστών για την ιερότητα του ανθρωπίνου σώματος και της ερωτικής προσέγγισης μεταξύ των δύο φύλων. Τα πλαίσια που ο καθηγητής θέτει ενέχουν και την οπτική κάτω από την οποία ερμηνεύει και προσδιορίζει τις φωνές αυτές. Τις διακρίνει, τις θεματοποιεί, κωδικοποιώντας εσωτερικές ποιητικές της καταστάσεις και αντοχές στην επιθυμία να παραμείνει ανοιχτός ο δίαυλος επικοινωνίας μαζί τους από τις επόμενες γενιές αλλά και το υπάρχον των ημερών της κριτικό και φιλολογικό κλίμα εξέτασης της πορείας και των ποιητικών της δεδομένων και αναφορών. Χωρίς να αγνοεί την κατά περίπτωση συμβολή των μελών ποιητών της, αν τον διαβάζω σωστά, αρνείται την συλλογική της εικόνα σαν συνεισφορά και σαν θεώρηση αντισυμβατικών κοινωνικά προθέσεων στα ποιητικά πράγματα. Είναι πολλές οι δυνάμεις που αυτονομήθηκαν από το γενικό πλέγμα αναφορών της, πολλές οι φωνές που διαφοροποιήθηκαν από το γενικό ηχείο της ποιητικής αυτής περιόδου. Ποιητικές φωνές της γενιάς του 1970 που μέσα από τους διάφορους κοινωνικούς και πολιτικούς κραδασμούς και αναταράξεις ενηλικιώθηκαν γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Ορισμένοι-ελάχιστοι-χάθηκαν νωρίς, οι περισσότεροι και οι περισσότερες δημιούργησαν το κατάλληλο πνευματικό και καλλιτεχνικό περιβάλλον, απόχτησαν οικογενειακές υποχρεώσεις, έκλεισαν μάλλον νωρίς τις στρόφιγγες της επαναστατικής τους φωνής, και, εξακολουθούν, να δημιουργούν μέσα στις νέες κοινωνικές και ιστορικές και οικονομικές συνθήκες που όλοι μας βιώνουμε.
    Οι εποχές που η Ποίηση ή ο Ποιητής ήταν ένα «σημαίνον» πρόσωπο μέσα στην ελληνική κοινωνία έχει παρέλθει. Διακεκριμένος για τους νεοέλληνες σημαίνει βραβευμένος και δημοσιογραφικά διαφημισμένος.
Και επειδή το σημείωμα αυτό πάλι αφορά την ποίηση, σαν εσωτερικό υστερόγραφο μια παράκληση. Ας φανερωθεί επιτέλους, αυτή η νεαρή ελληνοπούλα της αντίστασης ενάντια στους γερμανούς κατακτητές που έσωσε από βέβαιο θάνατο τον αγαπητό μας ποιητή κύριο Τίτο Πατρίκιο, ώστε να πάψουν επιτέλους οι δημοσιογράφοι να του κάνουν την ίδια ερώτηση και να δίνει την ίδια απάντηση. Ας της προσφέρουν ένα ηλεκτρικό ποδήλατο των ημερών μας, να πει την άποψή της, ώστε να τον ρωτήσουν τον ποιητή μας και για άλλα της ποίησής του θέματα.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, Σάββατο 25 Ιουλίου 2020
Αν ήθελαν να τιμήσουν την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, αντί για εκδήλωση στο προεδρικό μέγαρο, ας κρατούσαν μια δημόσια σιωπή στην μνήμη των ελλήνων και αλλόφυλων ορθόδοξων πεσόντων της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Μιας αυτοκρατορίας που κράτησε πάνω από χίλια χρόνια. Που δυστυχώς, δεν δακρύζουν τα ψηφιδωτά αλλά όσοι αισθάνονται Έλληνες πέρα από βαθμούς χριστιανικής πίστης ή απιστίας. Πάντως η Εικόνα με τα ψηφιδωτά σκεπασμένα με λευκό σεντόνι δημιουργούσε αλγεινή εντύπωση. Τουλάχιστον το πολιτικό προσωπικό ας φροντίσει τους έλληνες της Κωνσταντινούπολης. Όσοι έχουν απομείνει ακόμα από τις κατά καιρούς διώξεις τους.
Μας αρέσει δεν μας αρέσει, του πέρασε. Τα άλλα, είναι φληναφήματα για εσωτερική κατανάλωση, που θυμίζουν τα ανέξοδα λόγια και ψηφίσματα των ευρωπαϊκών οργανισμών για την ακόμα κατοχή της Κύπρου.          

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019

Το περιοδικό ΘΕΑΤΡΟ του Κώστα Νίτσου


          Το περιοδικό ΘΕΑΤΡΟ

          ΟΛΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΙΑ ΣΚΗΝΗ

     Όσο περνάει ο καιρός, και εσύ γέρνεις και γερνάς μέσα στα ατομικά σου ποικίλα αδιέξοδα, αρκετοί μάλιστα χαιρέκακα το ευχαριστιούνται, γιατί αυτοί και αυτές-παλαιοί σύντροφοι και συντρόφισσες, εραστές και φίλοι, συνεργάτες και συνοδοιπόροι, διείδαν που οδηγείται η πολιτική και κοινωνική κατάσταση και η αντίστοιχη οικονομική, στην χώρα, εδώ και χρόνια , μετά την δεκαετία του 1980. Την «χρυσοτόκο» δεκαετία. Κοίταξαν να «βολευτούν» εργασιακά, ή «εκμεταλλεύτηκαν» πολιτικά και κομματικά κυρίως καταστάσεις και «τρούπωσαν», όπως έλεγε σε γνωστή ελληνική ταινία ο αειθαλής και ταλαντούχος Κώστας Βουτσάς. Το ελληνικής πατέντας πάντα, αιώνιο μέσον. Σιτίστηκαν δια βίου από τον κρατικό κορβανά, πρόλαβαν να «αποκατασταθούν» επαγγελματικά, οικοδόμησαν τα γνωστά «κονέ», με δυό λόγια,-και καλά έκαναν σαν εξυπνότεροι και πλέον καπάτσοι-οδήγησαν ή δρομολόγησαν τις επαγγελματικές τους εξελίξεις στην καλυτέρευση του μελλοντικού τους βίου. Η απαξίωση του χρήματος, ακόμα και η απομυθοποίησή του, επιφέρει φοβερές και καταστροφικές συνέπειες στις ζωές των ανθρώπων. Μπορεί να σε παραμυθιάζουν οι διάφοροι μυθοποιητικοί ψυχολογικοί μηχανισμοί της θρησκείας με διάφορα-ιδιαίτερα οι εκπρόσωποί της, που κάνουν ότι είναι νόμιμα δυνατόν για να προσδεθούν εργασιακά και οικονομικά στο άρμα του δημοσίου. Μπορεί να σε βομβαρδίζουν καθημερινά με μια απέραντη ειδησεογραφική τιποτολογία τα κανάλια και οι παρατρεχάμενοι και ανακυκλούμενοι στα διάφορα πάνελ δημοσιογράφοι, (άσε την κρυφή τους τηλεοπτική πολεμολαγνεία, πριν την προβολή των τούρκικων σίριαλ βεβαίως, βεβαίως) -δέστε τα ονόματα και τα πρόσωπα που περιφέρονται από κανάλι σε κανάλι, από ραδιοφωνικό σταθμό σε ραδιοφωνικό σταθμό, και το τι κασέτα λόγο εκφέρουν και θα διαπιστώσετε του λόγου το αληθές. Τα ίδια άτομα, τα ίδια επαναλαμβανόμενα λόγια οι ίδιες δημοσιογραφικές κορώνες. Το αυτό ισχύει και για τους παρατρεχάμενους πολιτικούς των διαφόρων πάνελ. Πολιτικοί οι οποίοι εκλέχθηκαν για να «απολογούνται» στους έστω κομματικούς τους ψηφοφόρους, παρόλα αυτά, σε ποιους απολογούνται με υποκριτική σεμνότητα, πολιτικό ζήλο, χαριεντιζόμενοι με ευγένεια και πολιτική περιπάθεια, στους δημοσιογράφους που τους καλούν, αν προλάβουν να μιλήσουν-μια και στα πάνελ είναι συνήθως πάνω από τέσσερα πέντε άτομα. Και η σοβαρή και εποικοδομητική συζήτηση για εμάς το πόπολο είναι αδύνατη. Και όχι μόνο αυτό, αλλά οφείλουν να ακούσουν την ερώτηση του δημοσιογράφου, να περιμένουν να ακούσουν την μακροσκελέστατη απάντησή του, την «κοινωνική» αυστηρή τοποθέτησή του, την δημοσιογραφική του θέση-ενδιαφέρον για τους πολίτες, που οφείλει να λάβει υπόψιν του ο βουλευτής ή ο πολιτικός, (ή το «επαγγελματικό» στέλεχος του κόμματος που παρευρίσκεται σαν αντιπρόσωπος στο με πολιτική χάρη αυτό πινγκ πονγκ λέξεων και βλεμμάτων με νόημα) ο οποίος, αν προλάβει κάπου προς το τέλος της εκπομπής, μεταξύ διαφήμισης και τρέιλερ, φωνασκιών και ευγενικών αχαχούχα να πει την δική του άποψη, σαν εκλεγμένος εκπρόσωπος, στάθηκε τυχερός μια και των άκουσαν οι δικοί του και τον είδαν ότι ήταν ωραία ντυμένος και μακιγιαρισμένος. Οι τηλεοπτικοί γαμπροί της κοινοβουλευτικής μας ευτυχίας. Αυτούς τους πολιτικούς που τους κατακρίνουν και κατακεραυνώνουν στο ίδιο κανάλι σε μια εκπομπή, τους καλούν σε άλλη εκπομπή στο ίδιο κανάλι να πουν τν γνώμη τους. Και αναρωτιέσαι, αν αυτοί οι ελάχιστοι είναι οι εκπρόσωποι του έθνους, και γνωρίζει ο ψηφοφόρος, τότε οι υπόλοιποι μέχρι τους τριακοσίους τι χρειάζονται, ή αν χρειάζονται να εκλέγονται; Μήπως για να έχουν δωρεάν; Ηλεκτρονικό αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις τους; Οι τηλεοπτικοί παντώς είδους μαϊντανοί πλημμυρίζουν τα κανάλια, μια και οι εκπομπές τάλεντ σώου και μαγειρικής ζαχαροπλαστικής, οι εκπομπές μουσικών νεοσσών δεν επαρκούν να γεμίσουν το 24ωρο πρόγραμμα της τηλεόρασης και να καλύψουν τα ασφαλώς υπέρογκα έξοδα των καναλιών και των ανάλογων μισθολογικών κλιμάκων των δημοσιογράφων. Αυτό όμως, δεν μπορείς να το ονομάσεις κοινοβουλευτική δημοκρατία, αλλά τηλεοπτική διαφημίσεων δημοκρατία με πασπαλίσματα κοινοβουλευτικών εκπροσώπων και εκλογέων. Κοινής γνώμης, που κάνει παγκοσμίως βάιραλ το ότι μια ευτραφή γουρουνοπούλα που είχε απομείνει από την εποχή της Θεάς Κίρκης, κυνηγούσε έναν δύσμοιρο νεαρό ρεπόρτερ. Η παγκόσμια είδηση της εποχής μας. Ή ένα μωράκι κάπου σε μια επαρχιακή πόλη σε κάποια ήπειρο, έβαλε τα κλάματα γιατί είδε μπροστά του την γιαγιά του, η οποία είχε κάνει περμανάντ! Η Κοινή Γνώμη των ημερών μας, που, δεν παύει να φωνάζει σαν την Μήτση Κωνσταντάρα: «Άτιμη κοινωνία, άλλους ανεβάζεις και άλλους κατεβάζεις στα τάρταρα». Από την άλλη, κάθε δακρύβρεχτη κοινωνική ομάδα, κάθε ελληνική ή ξένη μκο δημοκρατικών αρχών έχει την δυνατότητα να χρηματοδοτηθεί, από τον κρατικό κορβανά!, ομάδες ομαδούλες, «απολαμβάνουν» το υπερπλεόνασμα της κρατικής άμεσης ή έμμεσης υπερφορολόγησης των υπολοίπων κατοίκων ημεδαπών ή ξένων νόμιμα διαβιούντων σε αυτήν την δύσμοιρη χώρα, εργαζόμενοι σκληρά ή άνεργοι ή συνταξιούχοι. Θυμάμαι παλαιό πολιτικό να διακηρύσσει επίσημα και με στεντόρεια φωνή-τρομάρα του- ότι η «Ελλάδα είναι μια χρυσογάλακτη αγελάδα, αρκεί να βρεις τον τρόπο να την αρμέξεις προς όφελός σου». Όπερ και όπως φάνηκε στα μετέπειτα χρόνια, και εγένετο από διάφορους και διάφορες ομάδες και ομαδούλες των δημοκρατικών και συντηρητικών κονέ. Ενώ η πτώχευση ήταν εντός των πυλών, οι ξύπνιοι και οι βολεψηματίες φρόντιζαν για τα γεράματά τους. Για την οικονομική αποκατάσταση των οικογενειών τους. Πως το έλεγε πρώην, κυρός μητροπολίτης της ελλαδικής εκκλησίας, «έχω φυλάξει κάτι εκατοντάδες εκατομμύρια για τα γεράματά μου». Γνωρίζοντας ίσως, την ρήση της γαλλίδας δημοσιογράφου και συγγραφέως Φρανσουά Σαγκάν, η οποία προφητικά-για τους παραπάνω έλεγε: «καλύτερα να κλαίς μόνη σου μέσα σε μια μαύρη λιμουζίνα παρά σε μια καλύβα». Όπερ και υιοθετήθηκε από πολλούς έλληνες πολιτικούς και ψηφοφόρους, και ας μην ήξεραν την αυθεντικότητα της πηγής, παρά μόνο την επανάληψή της από την αιώνια ακόμα και σήμερα Αλίκη Βουγιουκλάκη.
     Ας το επαναλάβουμε όπως το είπε ο άγγλος δραματουργός Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. ΟΛΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΙΑ ΣΚΗΝΗ.
      Γιατί κάνω αυτόν τον ίσως παράταιρο του θέματος πρόλογο, για να γράψω ότι κάποτε το εξαιρετικό για τους θεατρόφιλους περιοδικό ΘΕΑΤΡΟ του δημοσιογράφου Κώστα Νίτσου, αυτή η ΔΙΜΗΝΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ, που τα Γραφεία του βρίσκονταν στην οδό Σισίνη 35 (παραπλεύρως Χίλτον),συνδρομή ετήσια 150 δραχμές. Διευθυντής ΚΩΣΤΑΣ ΝΙΤΣΟΣ, υπεύθυνος Τυπογραφείου Νικ. Κοντορός, Μικράς Ασίας 1. Το «ΘΕΑΤΡΟ» τυπώνεται στο Εργοστάσιο Γραφικών Τεχνών Ι. Μακρή, Παπαδιαμαντοπούλου 44. Στοιχειοθεσία Μονοτυπικό συγκρότημα Γ. Τσιβεριώτη, Σωκράτης 39. Εκτύπωση εξωφύλλου όφφσετ Α. Παυλιόγλου, Φιλεταίρου 8. Τα κλισέ είναι του Τσιγκογραφείου Αδελφών ΛΑΪΟΥ, Χαβρίου 9. με τις εξαιρετικές Μακέτες των Εξωφύλλων του που το κοσμούσαν γνωστοί έλληνες ζωγράφοι, και κόστιζε 30 δραχμές, η δική μου γενιά, Γενιά του 1980, μπορούσε να το προμηθευτή από περίπτερα στις πλατείες των Αθηνών, σε παλαιοπωλεία, όπως ήταν πχ. αυτό στην οδό Μαυρομιχάλη, κοντά στις εκδόσεις ΔΟΜΟΣ, σε μια τιμή 25, 30, 35, 40 ευρώ το καθένα τεύχος ή 50 τα διπλά. Σπάνια το συναντούσες και έβρισκες τεύχη του. Συμπληρωματικά να πληροφορήσουμε, ότι και οι ετήσιοι τόμοι του ΘΕΑΤΡΟΥ του Θόδωρου Κρίτα, αυτοί οι ογκώδεις θεατρικοί τόμοι των δεκαετιών του 1960, που κατέγραφαν την θεατρική κίνηση της χρονιάς, δημοσίευσαν μεταφράσεις θεάτρων, κινηματογραφικά έργα κλπ., κόστιζαν στην πιάτσα 60, 70, 80 ευρώ ο ετήσιος τόμος, ενώ ο τόμος που είχε στο εξώφυλλό του την Αλίκη Βουγιουκλάκη, κόστιζε 120 ευρώ. Τα αναφέρω αυτά για να δηλώσω ότι ίσως κανένας από τους θεατράνθρωπους και ανθρώπους του θεάτρου δεν φρόντισε να μαζέψει-όταν έπρεπε- τα τεύχη αυτά, τους τόμους, που στο κάτω-κάτω, αφορούσαν την τέχνη τους και την δουλειά τους. Ορισμένα τεύχη πωλούνταν και σε φουαγιέ θεάτρων στην Αθήνα. Και σε πιάνει θλίψη να ακούς να σου λένε ότι αν έχεις όλη την σειρά στην αγοράζω για 50 ευρώ μόνο. Και θα μου τα μεταφέρεις στο μαγαζί μου εσύ ο ίδιος. Τώρα θα μου πεις, εδώ πωλούνται βιβλία με ένα ευρώ, με δύο ποιητικά βιβλία ελλήνων ποιητών και ποιητριών, αυτό σε μάρανε; Θυμάμαι τον δάσκαλο του Θεάτρου Κώστα Γεωργουσόπουλο, νομίζω στο κανάλι της Βουλής να εξομολογείται ότι όταν δίδασκε την τέχνη του Θεάτρου στο Πανεπιστήμιο, είχε ρωτήσει φοιτήτριές του και φοιτητές του της θεατρικής σχολής, «πόσες παραστάσεις είχαν παρακολουθήσει την χρονιά που πέρασε», και απάντησε ο φιλόλογος Κώστας Γεωργουσόπουλος, ότι «κανένας φοιτητής του ή φοιτήτριά του, δεν του απάντησαν καταφατικά» Δηλαδή κανείς δεν είχε από αυτούς που σπούδαζαν θέατρο και θεατρική κριτική δεν είχαν παρακολουθήσει έστω και μία παράσταση. Μάλιστα μία μόνο φοιτήτριά του-αν θυμάμαι σωστά-του απάντησε «ότι πήγε και παρακολούθησε μία παράσταση επειδή της έδωσαν μία πρόσκληση. Και την παρότρυναν οι φίλες της». Και να φανταστείτε εξομολογείτο ο κύριος Γεωργουσόπουλος, ότι «οι φοιτητές και οι φοιτήτριες είχαν ατέλεια στα θέατρα». Μετά από αυτές τις αδιαφορίες των άμεσων νέων σε ηλικία ενδιαφερομένων, όπως δήλωσε, παραιτήθηκε. Να διασώσεις λοιπόν τι και για ποιους; Το λάιφ στάιλ των πολιτικών και των ηθοποιών. Ένας φυσιογνωμιστής θα δώσει την σταρ λύση. Κατά τα άλλα, ας είναι καλά οι εκατοντάδες θεατρικές αίθουσες, τα γκαράζ και τα πατάρια που υπάρχουν στην Αθήνα, για να κάνουν πράξη το όνειρό τους οι νέοι και νέες ηθοποιοί. Οι μεταμοντέρνοι σκηνοθέτες που σκυλεύουν πάνω στα θεατρικά κείμενα των συγγραφέων και τα έργα των αρχαίων τραγικών. Όσο πιο πολύ δυσνόητη και ακαταλαβίστικη είναι μια θεατρική πρόταση, τόσο εκθειάζεται. Ας είναι καλά οι δημόσιες και ιδιωτικές επιχορηγήσεις. Επιλεκτικά.
      Αντιγράφω εδώ τους τίτλους των περιεχομένων ορισμένων τευχών του περιοδικού ΘΕΑΤΡΟ (αυτά τα 6 τεύχη, νούμερα 7,8,9,10,11,12/1963, τα αγόρασα δεμένα, ποιος ξέρει από ποιον) που όπως και άλλα περιοδικά του Θεάτρου έκλεισε και αυτό τον ιστορικό του κύκλο και την πολιτιστική προσφορά του. Σήμερα, τα διάφορα σάιτ και οι ιστοσελίδες για το θέατρο δίνουν πληροφορίες χρηστικές περισσότερο για να προσκολληθούν σαν κολαούζοι οι διαφημίσεις για ερωτικές συναντήσεις, μασάζ, είδη ένδυσης, υπόδησης, τάμπλετ, σαμπουάν και άλλα άσχετα με την τέχνη του Θέσπη. Μπορεί να κάνω λάθος στην εκτίμηση! Ίσως, αλλά οι εικόνες τους μιλούν από μόνες τους. Κέρδος, Κέρδος, Κέρδος. Εδώ ψάχνεις να βρεις έναν τίτλο βιβλίου στο διαδίκτυο και πριν προλάβεις να το ανακαλύψεις έχουνε πέσει οι διαφημίσεις σε άλλα σάιτ με εικόνες και φωτογραφίες και τιμές του βιβλίου, και παράλληλα σου δείχνουν τις προσφορές και δεκάδων άλλων βιβλίων. Πολυμεταφραστές, προσφορές για τηλέφωνα, πολυτελή αμάξια και παρόχους ρεύματος. Για να μην γράψω ότι δεν σου λένε ότι είναι εξαντλημένο και το αναζητείς αδίκως. Μόνο παλαιομοδίτικα στελέχη του πασοκ, που προσκολλήθηκαν στο κόμμα της πρώτης φοράς αριστεράς, αυτά τα στελέχη που αποκαλούσαν παλαιότερα, τα νέα συντρόφια της αξιωματικής αντιπολίτευσης, διαπλεκόμενα, λαμόγια, κλέφτες, πρασινορουφιάνους, καταχραστές του δημοσίου, λακέδες του Κοσκωτά και άλλα κοσμητικά επίθετα, δεν διαφημίζουν και θα φέρουν την αναμενόμενη αριστερή ετεροχρονισμένη αλλαγή στην χώρα όποτε γίνουν οι εκλογές. Θυμάστε τι έλεγαν εναντίον του κυρίου Κατρούγκαλου και των εργασιακών του νόμων, και σαν υφυπουργού εξωτερικών, όλοι οι αντιπολιτευόμενοι δημοσιογράφοι στα κανάλια και στα ραδιόφωνα. Ήταν ο «αποδιοπομπαίος» πολιτικός τράγος της τότε κυβέρνησης. Δεν τον ήθελε κανένας για την αντεργατική του κυβερνητική πολιτική και την διπλωματική του ενδοτικότητα. Και τώρα, σχεδόν σε κάθε εκπομπή οι δημοσιογράφοι τον προσκαλούν να πει την γνώμη του, να φωτίσουν το πόπολο με τις απόψεις του, δίνει συνεντεύξεις. Πότε είχε πολιτικό δίκιο, τότε στην κυβέρνηση ή τώρα στην αντιπολίτευση. Είναι ή δεν είναι σικέ το πολιτικό και δημοσιογραφικό παιχνίδι; Ή και πάλι κάνεις λάθος και τέτοιες απόψεις ρίχνουν νερό στον ακραίο εθνικισμό και τον λαϊκισμό που θα σου πουν εν χορώ πολιτικοί αναλυτές, βουλευτές και δημοσιογράφοι; Πολίτικα κορέκτ. Τυχαίο, δεν νομίζω!   
     Αυτές είναι οι δημοκρατίες και οι κοινωνίες των καιρών μας. Και από κοντά οι νέοι τρόποι διαφήμισης της τέχνης και των νέων δημιουργών. Ή τα αποδέχεσαι ή κρατάς την απόσταση και σιωπάς. Όμως δεν τους χαρίζεις τίποτα. Το υπόλοιπο της ζωής σου, σου ανήκει έστω και κουτσουρεμένο έστω και γεμάτο τραύματα. Στο κάτω-κάτω, τα σκουλήκια που θα κάνουν πάρτι στο προσωπικό σου κενοτάφιο, αυτά θα διαμαρτυρηθούν στους νεκροπομπούς λέγοντάς τους: «τι διάολο, πάλι σωματικά και ψυχικά σακατεμένο πτώμα μας φέρατε εδώ κάτω; Νισάφι πια. Έχουμε και εμείς δημοκρατικά- πτωματικά δικαιώματα».
 «Κουλτούρα να φύγουμε» που έλεγε και ο Χάρρυ Κλιν.
-ΘΕΑΤΡΟ, χρόνος Β΄ τεύχος 7 Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1963, σελίδες 80
Εξώφυλλο Γιάννης Μόραλης, δραχμές 30. Οι πρώτες και οι τελευταίες σελίδες είναι σελίδες διαφημίσεων.
Περιεχόμενα
-ΑΣΤΕΡΙΣΚΟΙ:
Πρωτίστως έργο Ελληνικό, Ράπισμα κατά του Εθνικού. Τρία ελληνικά μονόπρακτα. Βασικά θεατρικά κείμενα. Το “Paradoxe” του Ντιντερό, σ. 7
-ΚΕΙΜΕΝΑ:
ΣΤΑΝΙΣΛΑΒΣΚΙ: Ο ρόλος του σκηνοθέτη, σ. 9-
ΣΤΑΝΙΣΛΑΒΣΚΙ: Ανέκδοτες θεατρικές σημειώσεις και σκίτσα. Ανακοίνωση Κ. Μελίκ-Ζαχάρωφ. Μετάφραση Αλέξη Πάρνη, σ. 10-
ΣΤΑΝΙΣΛΑΒΣΚΙ: Απόψεις για το Θέατρο, σ. 15-
ΣΤΑΝΙΣΛΑΒΣΚΙ: Στενογραφημένη διδασκαλία. Το «σύστημα» στην πράξη. Μετάφραση Κώστα Σταματίου, σ. 19-
ΣΤΑΝΙΣΛΑΒΣΚΙ: Η ζωή μου στην Τέχνη. Αυτοβιογραφικές Σελίδες: Το Θέατρο στην Επανάσταση. Μετάφραση Νίκου Γκάτσου, σ. 23-
DENIS DIDEROT:  Το «παράδοξο» του ηθοποιού. Μετάφραση Τάκη Δραγώνα, σ. 37
-ΠΛΗΡΗ ΕΡΓΑ:
ΤΑΚΗ ΧΑΤΖΗΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ: «Ο Ψαρόγιαννος» Μονόπρακτο, σε τρείς εικόνες. Σκηνικό Ν. Νικολάου, σ. 47-
ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΑΜΟΥΗΛΙΔΗ: «Οι ένοχοι» Μονόπρακτο. Σκηνικό: Σπύρου Βασιλείου, σ. 51-
ΦΩΦΗΣ ΤΡΕΖΟΥ: «Ο Αρχιτέκτων» Σατιρικό μονόπρακτο, σε τρείς εικόνες. Σκηνικό Γιώργου Βακαλό, σ. 55-
ΜΕΛΕΤΕΣ και ΑΡΘΡΑ:
ΝΙΚΟΥ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΥ: Ελάχιστα για το θαύμα του Κρητικού Θεάτρου, σ.26-
ΓΙΑΝΝΗ ΣΙΔΕΡΗ: Ο Διχασμός στο Θέατρο. Λογοκρισία, διώξεις, βανδαλισμοί, σ. 28-
ΘΕΜΑΤΑ και ΑΠΟΨΕΙΣ:
Έξη πορτραίτα Στανισλάβσκι. ΕΡΒΙΝ ΠΙΣΚΑΤΟΡ: Η Δύση του χρωστά πολλά
ΤΑΥΡΟΝ ΓΚΑΡΘΗ: Δε μ’ ενθουσίασε ούτε μ’ επηρέασε,
ΚΑΤΑΕΦ: Ένας καλόκαρδος πεισματάρης
ΟΧΛΟΠΚΩΦ: Μας αποκάλυψε τον άνθρωπο
ΡΑΒΕΝΣΚΙΧ: Πρώτα απ’ όλα ήταν Ρώσος
ΤΣΕΡΝΕΣΚΑΓΙΑ: Γλυκός στον Μέγιερχολντ, σ. 59-
C. MAROWITZ: Το «Σύστημα» ταλαιπωρείται, σ.63
Κ.Τ.Λ.: Η κακή διανομή των ρόλων, σ.64
ΜΠΟΡΙΣ ΠΟΛΕΒΟΪ: Το σοβιετικό Θέατρο, σ. 64-
ΞΕΝΟ ΘΕΑΤΡΟ:
CLAUDE PLANSON: Ιονέσκο προς Πισκάτορ. Η αλήθεια στην Τέχνη και η δήθεν πρωτοπορία, σ. 67
ΣΠΥΡΟΥ ΠΑΓΙΑΤΑΚΗ: Η έλλειψη καλών έργων οδηγεί σε νέο καρτέλ τα θέατρα Παρισιού, σ. 68
PHILIPPE BERARD: Έντουαρντ Άλμπη, ένας Αμερικανός συγγραφέας μεγαλώνει στο Μπρούκλιν, σ. 69
JEAN MAUROY: Εγκαινιάστηκε στη Γενεύη το πιο μοντέρνο θέατρο σ’ ολόκληρο τον κόσμο, σ.70-
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Νέα Αγγλικά, Γαλλικά, Ιταλικά και Αμερικανικά βιβλία για το Θέατρο, Μουσική, Χορό, Κινηματογράφο, σ.72-
ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ:
Δίσκοι με θεατρικά έργα στα γαλλικά και αγγλικά, σ.74
ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ:
Θεατρικά έργα πού γυρίζονται ταινίες, σ. 74
ΘΕΑΤΡΟ χρόνος Β΄, τεύχος 8 Μάρτιος-Απρίλιος 1963, σελίδες 82
Εξώφυλλο Διονυσιασμός σε θέαμα Μπαλί, δρχ. 30.
Περιεχόμενα
ΑΣΤΕΡΙΣΚΟΙ:
Κόλαφος για το Εθνικό. Το Κ.Θ.Β.Ε. είναι… παράνομο! Λόπε ντέ Βέγα διασυρμός. Κι άλλο χαμένο καλοκαίρι…, σ.3
ΚΑΜΠΑΝΙΑ:
Το Εθνικό απαρνείται την ιστορία του, σ. 5
ΚΕΙΜΕΝΑ:
ANTONIN ARTAUD: Το θέατρο Μπαλί. Υπόδειγμα επιστροφής στις ρίζες. Μετάφραση Τάκης Κ. Παπατζώνης, σ. 25-
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ: Περί Εκκλησίας και Θεάτρου. Παρουσίαση Γ. Π. Σαββίδη, σ.37
DENIS DIDEROT: Το ‘παράδοξο’ του ηθοποιού. Μετάφραση Τάκη Δραγώνα, σ.40
ΠΛΗΡΗ ΕΡΓΑ:
FRIEDRICH DURRENMATT: Νυχτερινή συνομιλία. (Μ’ ένα κάθαρμα). Μετάφραση Μίτση Κουγιουμτζόγλου, σ.52
EDOUARD ALBEE: Ιστορία Ζωολογικού Κήπου. Μετάφραση Καίτης Κασιμάτη-Μυριβήλη, σ.60
ΜΕΛΕΤΕΣ ΚΑΙ ΑΡΘΡΑ:
FRIEDRICH DURRENMATT: Θεατρικά προβλήματα. Μια νέα Δραματουργία. Μετάφραση Δημήτρη Μυράτ, σ.7
ΑΛΕΞΗ ΣΟΛΟΜΟΥ: Η παντοκρατορία των Μίμων. Ξανάδωσαν το θέατρο στο λαό, σ.17
HERBERT MARSALL: Το Ινδικό Θέατρο. Τα πρώτα νέα του βήματα. Μετάφραση Κώστα Σταματίου, σ. 32
ΓΙΑΝΝΗ ΣΙΔΕΡΗ: Παλαιοί πόθοι για την αναβίωση της Τραγωδίας, σ.35
ΘΕΜΑΤΑ και ΑΠΟΨΕΙΣ:
ΜΥΡΤΩ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ: Η Βιέννη κι ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, σ.69
ΞΕΝΟ ΘΕΑΤΡΟ:
ΣΙΚΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΣΚΟΥ: Η θεατρική ζωή στη Ρουμανία του 1962, σ. 71
ΣΠΥΡΟΥ ΠΑΓΙΑΤΑΚΗ: Έργα Ντενί Ντιντερό, εκλαϊκευμένος Φρόϋντ και Ρουσέν στο Παρίσι, σ. 72
JERSY PRATOWSKI: Ένα πειραματικό θέατρο της Πολωνίας, μας γυρίζει στην πρωτόγονη μαγεία, σ.73
STANLEY RICHARDS: Με την κρατική ενίσχυση αναπτύσσεται ραγδαία το θέατρο της Βραζιλίας, σ.75
LEWIN GOFF: Μια διεθνής συνάντηση στις Βρυξέλλες με θέμα την εκπαίδευση ηθοποιών, σ. 76
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ, σ.77
ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ: σ.78
ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ: σ. 78
ΘΕΑΤΡΟ τεύχος 9/ Μάϊος-Ιούνιος 1963. Εξώφυλλο Νίκου Εγγονόπουλου
ΑΣΤΕΡΙΣΚΟΙ:
Να κτυπηθεί η απάτη. Δεν είναι έργο ελληνικό. Να βρούμε τις ρίζες μας. Ένα θέατρο-γεφύρι Άρτας!, σ.5
ΚΕΙΜΕΝΑ:
ΕΥΡΙΠΙΔΗ: Ικέτισσες Στ. 399-455. Απόδοση Κώστα Βάρναλη, σ.7
JACQUES COPEAU: Το Θέατρο του Λαού και η πραγματική αποστολή του. Μετάφραση Τάκη Δραγώνα, σ. 9
ΠΛΗΡΗ ΕΡΓΑ:
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ν. ΒΕΡΝΑΡΔΑΚΗ: Φαύστα Δράμα εις πράξεις πέντε, σ. 47
ΜΕΛΕΤΕΣ και ΑΡΘΡΑ:
ARTHUR MILLER: Να βγούμε απ’ τ’ αδιέξοδο. Μετάφραση Κώστα Σταματίου, σ.16
ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΟΥΡΕΛΟΥ: Η ουσία του Θεάτρου. Παρουσίαση της θεωρίας του καθηγητή Henri Gouhier, σ. 19
G. PITOEFF, CH. DULLIN. L. JOUVET, G. BATY: Τέσσερις μαρτυρίες για το θέατρο, σ. 22
ΒΑΣΙΛΗ ΡΩΤΑ: Θέατρο και γλώσσα. Πρίν απ’ όλα ελευθερία του Λόγου, σ.24
ΓΙΑΝΝΗ ΣΙΔΕΡΗ, Το θέατρο του Βερναρδάκη, εβδομήντα χρόνια της «Φαύστας», σ. 26
ΠΕΛΟΥ ΚΑΤΣΕΛΗ: Πρέπει να καθιερωθεί μια εβδομάδα θεατρικής μνήμης, σ. 70
ΚΑΡΟΛΟΥ ΚΟΥΝ: Θέατρο που μιλάει γλώσσα νεκρή είναι το ίδιο νεκρό, σ. 71
ΜΗΤΣΟΥ ΛΥΓΙΖΟΥ: Θέατρο με νεκρά κύτταρα. Ψευτοκλασικό δημιούργημα, σ. 71
ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΥΡΑΤ: Επιβάλλεται ένα μοντέρνο ανέβασμα της «Φαύστας», σ.71
ΑΛΕΞΗ ΣΟΛΟΜΟΥ: Καθήκον του Εθνικού να παίζει έργα παράδοσης, σ.73
ΣΠΥΡΟΥ Α. ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΥ: Στίχοι στην καθαρεύουσα προκαλούν τώρα ιλαρότητα, σ. 73
ΘΕΜΑΤΑ και ΑΠΟΨΕΙΣ:
ΠΑΝΑΓΗ ΛΕΚΑΤΣΑ: Η καταγωγή της Τραγωδίας, σ. 74
ΚΑΝΕΛΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ: Μπαλινέζικο Θέατρο και Αρτώ, σ. 74
ΞΕΝΟ ΘΕΑΤΡΟ:
ΜΥΡΤΩ  ΑΝΓΝΩΣΤΟΥ: Η νέα αντίληψη του Ζέλνερ γι’ αναβίωση της Τραγωδίας στο Μπουργκτεάτερ Βιέννης, σ.77
ΣΠΥΡΟΥ ΠΑΓΙΑΤΑΚΗ: Ρομαίν Ρολλάν: Ροβεσπιέρος Χόχουτ: Ο αντιπρόσωπος με σκηνοθεσία Πισκάτορ, σ. 78
A. M. JULIEN: Επιδώξεις και επιτεύξεις του Θεάτρου των Εθνών στην πρώτη δεκαετία του, σ.79
BERNARD LAVILLE: Το Θέατρο στο Μεξικό αναπτύσσεται αλματωδώς τα τελευταία 50 χρόνια, σ. 81
ΒΙΛΙΟΓΡΑΦΙΑ, σ. 82
ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ: σ. 84
ΘΕΑΤΡΟ, τεύχος 10/ Ιούλιος- Αύγουστος 1963. Εικόνα του εξωφύλλου, Ο Μεγαλέξανδρος και το φίδι (Του καραγκιοζοπαίχτη Χαρίδημου)
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΑΣΤΕΡΙΣΚΟΙ:
Χτίζουμε στην άμμο. Μαθήματα από ξένους. Η μομφή του τούρκικου. Πολύτιμα διδάγματα. Θεατρικός ρυθμός. Ένας θησυαρός χάνεται, σ. 5
ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΑΪΚΟΥ ΛΟΓΟΥ:
ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΠΑΘΑΡΗ, καραγκιοζοπαίχτη: Η τέχνη μου και η ζωή μου, σ. 52
ΧΡΗΣΤΟΥ ΧΑΡΙΔΗΜΟΥ: καραγκιοζοπαίχτη: Έζησα με τον Καραγκιόζη, σ. 55
ΑΝΤΩΝΗ ΜΟΛΛΑ: καραγκιοζοπαίχτη: Ο Καραγκιόζης, σ.62
ΠΛΗΡΕΣ ΕΡΓΟ:
ΑΝΤΩΝΗ ΜΟΛΛΑ: Λίγο απ’ όλα. Κωμωδία με πρόλογο. Καταγραφή του καθηγητή Louis Roussel, σ. 64
ΜΕΛΕΤΕΣ και ΑΡΘΡΑ:
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ: Καραγκιόζης. Πάντοτε οινόφλυξ έτοιμος να δώσει μαχαιριές. Μετάφραση από κείμενο του P. Risal, σ. 27
ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ: Μάθημα αλήθειας. Από το μόνο Νεοελληνικό Θέατρο, σ. 7
ΚΩΣΤΑ Η. ΜΠΙΡΗ: Ελληνικός ο Καραγκιόζης. Γέννημα των αρχαίων μυστηρίων, αναπλάστηκε στην επαρχία του 1900, σ. 9
SABRI ESAT SIYAVUSGIL: Ο Τούρκος Καραγκιόζ και τα πρόσωπα του θιάσου του. Μετάφραση Πλάτωνα Μουσαίου, σ. 20
GERARD DE NERVAL: Μια παράσταση Τούρκικου Καραγκιόζη στην Κωνσταντινούπολη του 1850. Μετάφραση Τάκη Δραγώνα, σ. 25
ΒΑΣΙΛΗ ΡΩΤΑ: Καραγκιόζ- Μπερντές. Καθρέφτης Νεοελληνικής Πραγματικότητας, σ. 30
ΔΗΜΗΤΡΗ Σ. ΛΟΥΚΑΤΟΥ: Ο Καραγκιόζης και το Έθνος. Θεατρική και πατριωτική παιδεία του Λαού, σ. 32
ΓΙΑΝΝΗ ΣΙΔΕΡΗ: Θέατρο και Καραγκιόζης. Μια Πρώτη ματιά στη σχέση τους, σ. 35
ΦΩΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ: Το Θέατρο του Καραγκιόζη. Αποκρυστάλλωσε σε καθαρές γραμμές την έννοια της υποκριτικής τέχνης, σ. 40
ΕΛΕΝΗΣ ΒΑΚΑΛΟ: Επιστροφή στις πηγές. Θέατρο απλό μα ολοκληρωμένο, σ.42
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Α. ΞΥΔΗΣ: Ο Καραγκιόζης και η Νεοελληνική Ζωγραφική. Την πλούτισε με παραδοσιακά στοιχεία, σ. 45
ΕΥΑΣ ΒΛΑΜΗ: Η Σειρήνα, ο Πατέρας μου κ’ Εγώ, σ.47
ΓΙΑΝΝΗ ΣΚΑΡΙΜΠΑ: Καραγκιόζης ο Μέγας. Ένας θίασος Διονυσιακών χαρτονόμουτρων, σ. 49
ΑΡΕΤΗΣ ΜΟΛΛΑ-ΓΙΟΒΑΝΟΥ: Ο πατέρας μου ο Μόλλας, σ. 59
ΘΕΜΑΤΑ και ΑΠΟΨΕΙΣ:
ΓΙΩΡΓΟΥ ΘΕΟΤΟΚΑ: Καραγκιόζης, πηγή ανάπλασης του Νεοελληνικού δραματολογίου, σ. 76
ΜΗΤΣΟΥ ΛΥΓΙΖΟΥ: Ένα λαϊκό θέατρο με ρίζες που διατηρούνται ζωντανές, σ.76
ΕΛΛΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: Δεν έσβησε μα πνίγεται βιαία η κωμική κ’ ηρωική πνοή του, σ. 77
ΑΛΕΞΗ ΠΑΡΝΗ: Η ψυχή του ελληνικότατη κ’ οι υπηρεσίες του μέγιστες, σ. 78
ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ: Μικρό σχόλιο στον Ζεϊμπέκικο, σ. 79
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Σ. ΛΟΥΚΑΤΟΣ: Ο Καραγκιόζης και το διεθνές Κέντρο Μελετών Μαριονέττας, σ. 79
ΞΕΝΟ ΘΕΑΤΡΟ:
MEDJID REZVANI: Ο Καραγκιόζης, δημιουργία της ζωής των νομάδων και των ζωγράφων του Ιράν, σ. 80
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Βιβλία και άρθρα για τον Καραγκιόζη, σ. 81
ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ: Δίσκοι με έργα Καραγκιόζη, σ. 81
ΘΕΑΤΡΟ τεύχος 11/ Σεπτέμβριος- Οκτώβριος 1963. Εικόνα του εξωφύλλου, Ρουώ ‘Τραγωδός» (1906)
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΑΣΤΕΡΙΣΚΟΙ:
Ευνοιοκρατία, η ρίζα του κακού. Δεκαεξάκις αντεθνικό! Στέγη στο Θεατρικό Μουσείο. Η πρωτοπορία οπισθοχωρεί… Θέατρο και Ζωγραφική, σ. 5
ΚΕΙΜΕΝΑ:
ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ: βραβείο Νόμπελ 1963, «Φονικό στην Εκκλησία». Προλόγισμα στο έργο του T. S. Eliot, και μετάφραση του πρώτου Χορικού, σ.9
JACOUES COPEAU: Το Θέατρο του Λαού και η πραγματική αποστολή του. Μετάφραση Τάκη Δραγώνα, σ. 29
ΠΛΗΡΗ ΕΡΓΑ:
ARTHUR ADAMOV: «Ο Καθηγητής Ταράν». Μονόπρακτο Μετάφραση Κώστα Σταματίου, σ. 45
ARTHUR ADAMOV: «Η πολιτική των υπολειμμάτων» Μονόπρακτο. Μετάφραση Τάκη Δραγώνα, σ. 52
ΜΕΛΕΤΕΣ και ΑΡΘΡΑ:
ΑΛΕΞΗ ΣΟΛΟΜΟΥ: «Χριστός Πάσχων», το μόνο ακέραιο Βυζαντινό θεατρικό έργο, σ. 11
ARTHUR ADAMOV: Επί θεμάτων τινών… Πρόσωπα και πράγματα στο σύγχρονο θέατρο. Μετάφραση Φώφης Τρέζου, σ. 15
ΜΑΡΙΟΥ ΠΛΩΡΙΤΗ: Χορός πάνω στο ηφαίστειο. Μικρή κωδικοποίηση των πληγών του θεάτρου μας, σ. 20
ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΡΑΤΣΙΚΑ: Το θέατρο του Μαριβώ. Σκηνικά παιχνίδια γύρω στον Έρωτα, σ. 23
ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΟΥΡΕΛΟΥ: Η ουσία του Θεάτρου. Παρουσίαση της θεωρίας του καθηγητή Henri Gouhier, σ. 37
ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΥΡΑΤ: Γκουστάφ Γκρύντγκενς, ο μεγάλος ηθοποιός που χάθηκε, σ. 41
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ:
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΠΗΛΙΧΟΣ: Μιλάει ο Αντάμωφ, σ. 43
ΘΕΜΑΤΑ και ΑΠΟΨΕΙΣ:
ΣΩΚΡΑΤΗ ΚΑΡΑΝΤΙΝΟΥ: Τα Προσωπεία στην Αρχαία Τραγωδία, σ. 64
ΒΑΣΙΛΗ ΡΩΤΑ: Τα Χορικά στην Αρχαία Τραγωδία, σ, 65
ΕΥΑΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ: Η Τραγωδία κατά Σικελιανόν, σ. 67
ARTHUR ADAMOV: Η άποψή μου για τον «Ταράν», σ. 68
ΞΕΝΟ ΘΕΑΤΡΟ:
LUTFI AY: Τουρκικά και ξένα έργα στις σκηνές της Άγκυρας και της Πόλης, σ. 69
ΣΠΥΡΟΥ ΠΑΓΙΑΤΑΚΗ: Απογοητευτικός ο τελικός απολογισμός της θεατρικής περιόδου στο Παρίσι, σ. 70
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:, σ. 71
ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ:, «Νεοελληνικό Θέατρο» του ελληνιστή Φίλιππο Ποντάνι, σ.72
ΘΕΑΤΡΟ, τεύχος 12/ Νοέμβριος- Δεκέμβρης 1963. Εικόνα εξωφύλλου, Α. Τάσσου: Ρίχαρτ Βάγκνερ. Ξυλογραφία χαραγμένη ειδικά για το περιοδικό «Θέατρο»
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΑΣΤΕΡΙΣΚΟΙ:
Αθηναϊκό Θέατρο, έτος Μηδέν. Ημικρατικός της πρωτοπορίας! Αγνοούμε τον Κορνέιγ! Κι όμως, οι ρίζες τους σ’ εμάς. Ένας μαθητής των Ελλήνων. Η ενότητα των Τεχνών στο Θέατρο. Ξεχάσαμε την Κοτοπούλη, σ. 5
ΚΕΙΜΕΝΑ:
RICHARD WAGNER: Μουσική το Μέλλοντος. Η ενότητα των Τεχνών στο Θέατρο. Μετάφραση Βασίλη Ρώτα, σ.9
ΠΛΗΡΕΣ ΕΡΓΟ:
PIERRE CORNEILLE: «Ο Σίντ», Τραγωδία σε πέντε πράξεις. Απόδοση σε στίχους Κώστα Βάρναλη, σ. 49
ΜΕΛΕΤΕΣ και ΑΡΘΡΑ:
ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ: Η Ελληνική Αρχαιότητα στο Θέατρο. Μια επιστροφή που διαρκεί αιώνες, σ. 25
ΓΙΑΝΝΗ ΣΙΔΕΡΗ: Η πρώτη «Αντιγόνη» πρίν εκατό χρόνια στην Πόλη, σ. 31
ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΓΙΑΤΡΑ: Η Μουσική στην Τραγωδία. Εισαγωγή για μια συστηματική μελέτη, σ. 34
ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ: Το τραγούδι, συμπύκνωση οραματικής ενέργειας. Το πείραμα του «Νεκρού Αδελφού», σ. 38
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ:
LEWIS FUNKE και ZOHN E. BOOTH: Ο Τεννεσσή Ουίλιαμς μιλάει για τον εαυτό του, σ.41
ΕΡΕΥΝΑ:
Συγκινείται ο ηθοποιός; Απόψεις για το «Παράδοξο» του Ντιντερό.  Μιλούν οι Λουί Ζουβέ, Σάρλ Ντυλέν, Ζάν Λουϊ Μπαρρώ, Λουντμίλα Πιτοέφ, Εντβίτζ Φεγιέρ, Πιέρ Μπρασέρ, Μπεατρίς Ντυσσάν, Πιέρ Ρενουάρ, Πιέρ Φρεναί, Μαρσέλ Ασάρ, Ρόμπερ Ίρς, Ροζέ Κοζιό, Ζακ Φαμπρί, Λωράν Τερζιέφ, σ. 44
ΘΕΜΑΤΑ και ΑΠΟΨΕΙΣ:
PIERRE CORNEILLE: Απόψεις για τον «Σίντ» μετάφραση Τάκη Δραγώνα, σ. 71
ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ: Η μετάφραση του «Σιντ», σ. 70
ΦΩΦΗΣ ΤΡΕΖΟΥ: Εν αρχή, το ελληνικό έργο, σ. 72
ΞΕΝΟ ΘΕΑΤΡΟ:
THOMAS QUINN CURTIS: Οι εκτός Μπροντγουαίη σκηνές, προετοιμάζουν το Θέατρο του Μέλλοντος, σ. 73
ΣΠΥΡΟΥ ΠΑΓΙΑΤΑΚΗ: Σώντερς: «Ο Ερημίτης» και Γκαττί» «Ο οδοκαθαριστής», επιτυχίες στο Δυτικό Βερολίνο, σ.74
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ, σ.76
ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ: σ. 77
ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ:. σ. 77
--
Σημειώσεις:
     Αυτά είναι τα έξη τεύχη του διμηνιαίου θεατρικού περιοδικού ΘΕΑΤΡΟ, του 1963, που Διευθυντής του ήταν ο Κώστας Νίτσος, γνωστός θεατράνθρωπος και δημοσιογράφος του Συγκροτήματος του Χρήστου Λαμπράκη, της εφημερίδας των «ΝΕΩΝ». Στο εκδοτικό συγκρότημα ανήκαν η εφημερίδα το «ΤΟ ΒΗΜΑ» και το περιοδικό «Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ». Οι διαστάσεις του ήσαν 20Χ 27,5, με ενδιαφέροντα εξώφυλλα από έλληνες εικαστικούς της εποχής και ιλουστρασιόν χαρτί. Ο τίτλος του ήταν κεφαλαιογράμματος στο πάνω μέρος του περιοδικού. Στο κάτω αριστερό ή δεξιό μέρος αναγράφονταν το νούμερο του τεύχους. Οι φωτογραφίες που συνόδευαν την ύλη ήσαν ασπρόμαυρες, καθώς και οι πολλές για τέτοιας θεματολογίας περιοδικό σελίδες των διαφημίσεων. Διαφημίσεις για το Υπερωκεάνειον Βασίλισσα Φρειδερίκη, των Εθνικών Ελληνικών Γραμμών Αμερικής, Φορέματα και Εσώρουχα πολυτελείας των Αδερφών Τσιτσόπουλοι, για την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος αλλά και για την Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα επί γενικού διευθυντού καθηγητή Στρατή Γ. Ανδρεάδη, για τα πλυντήρια ΙΖΟΛΑ, το Εθνικόν Λαχείον και την ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ. Ολοσέλιδες διαφημίσεις για την κολόνια TOSCA 4711 αλλά και το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, την ΔΕΗ και την καπνοβιομηχανία Γ. Α. Κεράνης με τέσσερεις τίτλους τσιγάρων: ΔΗΛΟΣ, ΔΕΛΦΟΙ, ΠΑΛΛΑΣ, ΚΕΡΑΝΗΣ. Αλλά και το γνωστό πλακέ κουτί 1ος του ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΥ. Για τα ψυγεία Kelvinator, τον ΟΤΕ και την ΕΒΓΑ.  Οι εμπορικές και βιομηχανικές διαφημίσεις ήσαν περισσότερες από αυτές που αφορούσαν το Θέατρο ή τις παραστάσεις του Ηρωδείου και τις Επιδαύρου. Μάλλον οι μη θεατρικές, λειτουργούσαν και σαν χορηγοί της έκδοσης του περιοδικού. Υπάρχει και ολοσέλιδη διαφήμιση του περιοδικού που εξέδιδε το Συγκρότημα οι γνωστές «ΕΠΟΧΕΣ» που διευθυντής του ήταν ο καθηγητής Γιώργος Σαββίδης, σύζυγος της Λένας Λαμπράκη Σαββίδη-αδερφής του Χρήστου Λαμπράκη.  Το περιοδικό ΘΕΑΤΡΟ ήταν πλούσιο τόσο σε ύλη όσο και σε αφιερώματα σχετικά με το θέατρο και τους συντελεστές του έλληνες και ξένους. Η ύλη του ήταν πρωτοποριακή για την εποχή του και, οι συνεργάτες του, διαλεγμένη θα σημειώναμε από την αφρόκρεμα των ελλήνων και ελληνίδων διανοουμένων της εποχής. Συγγραφείς και ποιητές, μεταφραστές και θεατρικοί μελετητές από όλο το πολιτικό φάσμα της τότε εποχής. Συναντάμε από τον κομμουνιστή ποιητή Κώστα Βάρναλη που στην αρχή της καριέρας του διετέλεσε για ένα διάστημα δάσκαλος στην πόλη του Πειραιά, μέχρι τον αγωνιστή Βασίλη Ρώτα που εξέδωσαν οι εκδόσεις Επικαιρότητα τα κείμενά του για την γλώσσα και το θέατρο. Το λαϊκό θέατρο σκιών αντιπροσωπεύεται με ένα πλήρες και κατατοπιστικό αφιέρωμα. Ο νομπελίστας μας ποιητής Γιώργος Σεφέρης, δημοσιεύει μεταφράσεις του, του επίσης νομπελίστα άγγλου ποιητή Τόμας Στερν Έλιοτ που κατόπιν κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Ίκαρος. Οι Αστερίσκοι και τα σχόλια του διευθυντή του περιοδικού εκδόθηκαν από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Αναγνωρίζουμε ονόματα όπως της ποιήτριας και εικαστικού κριτικού Ελένης Βακαλό, αλλά και του ιστορικού του ελληνικού θεάτρου Γιάννη Σιδέρη. Διαβάζουμε κείμενα του εικαστικού και ποιητή Νίκου Εγγονόπουλου αλλά και του πειραιώτη σοφού δάσκαλου εικαστικού και θεωρητικού Γιάννη Τσαρούχη. Ο πειραιώτης Κώστας Σταματίου μεταφράζει κείμενα σε τεύχη του περιοδικού αλλά και ο Γιώργος Σαββίδης μας μιλά για τον αλεξανδρινό ποιητή Κωνσταντίνο Π. Καβάφη, «Περί Εκκλησία και Θεάτρου».
Στο 7ο τεύχος σελίδα 29, υπάρχει φωτογραφία από το ΠΕΙΡΑΙΚΟΝ ΘΕΑΤΡΟ του πειραιώτη σκηνοθέτη και δάσκαλου του θεάτρου, Δημήτρη Ροντήρη, με το ανέβασμα της παράστασης «Ο ΑΝΑΚΡΙΤΗΣ» φάρσα σε 4 πράξεις από τον θίασο της «ΚΥΒΕΛΗΣ» «Ο ΠΑΥΘΕΙΣ ΘΙΑΣΟΣ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ» Κυριακή 18 Ιουνίου 1917. Ενώ στην σελίδα 32 του ίδιου τεύχους, αναγνωρίζουμε την ποιήτρια Μυρτιώτισσα ως ηθοποιό Θεώνη Δρακοπούλου να πρωταγωνιστεί στο έργο «Η ΑΜΑΖΩΝ» του Henry Battaile Τρίτη 3 Οκτωβρίου 1917 που ανέβηκε από τον θίασο της Κυβέλης.
Στο 8ο τεύχος και στην σελίδα 5 έχουμε μια διαφήμιση στήλη ολοσέλιδη της γνωστής παράστασης του πειραιώτη Δημήτρη Ροντήρη, «ΗΛΕΚΤΡΑ» Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 1938 από το Βασιλικόν Θέατρον. Στα τεύχη του περιοδικού διαβάζουμε κείμενα για την αρχαία τραγωδία του έλληνα εθνολόγου Παναγή Λεκατσά αλλά και κείμενα του γάλλου ηθοποιού (ποιος δεν τον θυμάται ως δικαστή στα ψηλά έδρανα στο περίφημο κινηματογραφικό έργο «Μαρία Στιούαρτ» με την θρυλική και πανέμορφη Κάθριν Χέμπορντ. Την αμερικανίδα ηθοποιό που τόσο συγκλονιστικά και αποκαλυπτικά ερμήνευσε τον ρόλο της «Εκάβης» στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, στην γνωστή ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη.) και θεατρικού συγγραφέα Αντονέν Αρτώ. Του ιδρυτή του Αμφιθεάτρου Σπύρου Α. Ευαγγελάτου και του Σπύρου Παγιατάκη. Του διηγηματογράφου κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη αλλά και της γεννημένης στον πειραιά μυθιστοριογράφου Εύας Βλάμη. Του λαογράφου Δημήτρη Σ. Λουκάτου και του Γιάννη Σκαρίμπα για τον Καραγκιόζη. Κείμενο του πειραιώτη θεατράνθρωπου Μάριου Πλωρίτη δημοσιεύεται στο τεύχος 11, ενώ ο σκηνοθέτης και ιστορικός Αλέξης Σολομός μας μιλά για το βυζαντινό θεατρικό έργο «ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΣΧΩΝ», και ο πειραιώτης Κώστας Σταματίου μεταφράζει τον «Καθηγητή Ταράν». Ο γεννημένος στον πειραιά συγγραφέας Αλέξης Πάρνης μεταφράζει Στανισλάβσκι, ενώ αναγνωρίζουμε και το όνομα του Νικαιώτη Χρήστου Σαμουηλίδη. Η δε συνεργασία του Γιάννη Τσαρούχη είναι συχνή στα περισσότερα τεύχη του «Θεάτρου»
«ΘΕΑΤΡΟ» ένα περιοδικό ορόσημο στα θεατρικά πράγματα της εποχής του, με ένα εγνωσμένο επιτελείο συνεργατών, συγγραφέων και μεταφραστών, ξένων ρευμάτων και θεωρητικών θέσεων, δημοσίευσης μονόπρακτων έργων και πληροφοριών και σχολίων για νέες θεατρικές εκδόσεις, κινηματογραφικά έργα και μουσικά που έχουν βάση το Θέατρο και τους συντελεστές του.
     Αυτήν την πανάρχαια τέχνη του Θέσπη, που ο αρχαίος Θεός Διόνυσος δίδαξε απλόχερα στους ανθρώπους, και εκείνοι αγαπώντας το, τον τίμησαν και εξακολουθούν να τον τιμούν με ζήλο, κέφι και προπαντός αγάπη. Είναι το τρίτο κουδούνι της ζωής τους.
Σήμερα το Θέατρο, όπως και οι άλλες τέχνες περνά και αυτό την κρίση του. Όχι μόνο εξ αιτίας της πτώχευσης της χώρας μας, αλλά, εξαιτίας των ακατανόητων σκηνοθετικών πειραματισμών, σκηνοθετών και συντελεστών που έπαψαν να σέβονται τους θεατρικούς παραδοσιακούς κανόνες του, να μην ακολουθούν το κείμενο του συγγραφέα και να αυθαιρετούν πάνω στην θεατρική πράξη. Σήμερα οι ηθοποιοί δεν ποιούν ήθος, αλλά μάλλον, ορθή εκτέλεση ρόλων για τηλεοπτικά σίριαλ. Οι σύγχρονοι θεατές δεν προσέρχονται μάλλον στο θέατρο για να παρακολουθήσουν μία παράσταση αλλά, να θαυμάσουν και να δουν από κοντά τον ηθοποιό που βλέπουν στην τηλεόραση. Δεν ακούνε την θεατρική φωνή του στο ραδιόφωνο αλλά αναζητούν την τηλεοπτική εικόνα του και το παίξιμό του.
Οι καιροί άλλαξαν, οι εποχές αφήνουν πίσω τους την παλαιά μαγεία του κόσμου και των ονείρων του, των οραμάτων του. Οι άνθρωποι βγήκαν από το Σπήλαιο και περπατούν ίσως ακόμα στα τυφλά προς το μέλλον τους. Άλλοι όρθιοι και άλλοι μπουσουλώντας ακόμα. Ο Θεός Διόνυσος, έμεινε στην μνήμη των ανθρώπων ως Χριστός Πάσχων μέσα στις εκκλησίες και τα μοναστήρια, στις καρδιές και τις συνειδήσεις, εκεί που ο χρόνος λειτουργεί ως αιώνιο παρών κοινωνούντων Σώμα και Αίμα. Των σωματικών σπαραγμάτων της Βακχικής Σάρκας. «Κύριε, Κύριε επίβλεψον εξ ουρανού και ίδε, και επίσκεψαι την Άμπελον ταύτην και κατάρτισαι αυτήν ην εφύτευσεν η δεξιά σου».

Μνήμη Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου,
Μνήμη Παύλου Σιδηρόπουλου
Μνήμη αγίου Νικολάου του προστάτη των θαλασσινών

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 6 Δεκεμβρίου 2019