ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ
του Αντρέα Μπελεζίνη
Η φράση του Παπαδιαμάντη «έργα ουχί
αποδεδειγμένης χρησιμότητος» που επιγράφει ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος στην
Εργογραφία Σεφέρη (1931-1979), δεν καλύπτει μόνο αυτό και τα άλλα του σχετικά
πονήματα, όπως τη βιβλιογραφία του Γ. Κ. Κατσίμπαλη, τα Βιβλιογραφικά
Σικελιανού (1980-1982) και το τέταρτο, υπό έκδοσιν, έργο μόχθου και συλλογής-
με τη διπλή έννοια της λέξης- τη βιβλιογραφία του Κ. Καβάφη.
Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος ασκεί και άλλο έργο
μη αποδεδειγμένης, ευτυχώς, χρησιμότητας, την ποίηση. Το 1979 που εκδόθηκε η
πρώτη «βιβλιογραφική δοκιμή του»- δοκιμή με τη σεφερική έννοια- ο Δημήτρης
Δασκαλόπουλος είχε ήδη τυπώσει τέσσερις ολιγοσέλιδες είν’ αλήθεια συλλογές:
Απόπλους 1963, Επιστροφές 1973, Αλφαβητάρι 1976, και Νέκυια 1978.
Μπορούμε λοιπόν να φανταστούμε ότι όταν
έσκυβε πάνω σε βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες για να συντάξει τα σεφερικά του
λήμματα και να δώσει λύσεις πρωτότυπες, συχνά, σε προβλήματα οργάνωσης και
κατάταξης, δούλευε παράλληλα τη Νέκυια και σχεδίαζε τη σημαντικότερη ως τώρα,
πιστεύω, ποιητική του εργασία, τη συλλογή Γράμματα στον Ερμόλαο, με τον
παρένθετο υπότιτλο «Δυσκολίες Γραμματικού».
Είναι λοιπόν ένας γραμματικός ο Δημήτρης
Δασκαλόπουλος; Α κ ρ ι β ώ ς έ ν α ς γ ρ α μ μ α τ ι κ ό ς π ο υ θ
α ή θ ε λ ε ν α ε ί
ν α ι α ν α λ φ ά β η τ ο ς, δ η λ. έ ν α ς π ο ι η τ ή ς.
Θυμήσου, έλεγε, θυμήσου!
Εδώ που χτυπούν τα κουπιά
Ταξίδεψαν άλλοι.
Εδώ που αγκαθιάζουν τα φρύγανα
Πλάγιασαν άλλοι.
Μόνον ο τόπος δεν αλλάζει.
(Η μνήμη στάθηκε αναλφάβητη).
Εξίσου αναλφάβητη είναι και η μνήμη των
αναγνωστών-οφείλει να είναι. Αλλιώς θα θυμόμαστε και θα θυμίζαμε τους
Αργοναύτες, του μύθου και του Σεφέρη, τον Οδυσσέα, του Ομήρου και του Σεφέρη.
Αλλά, βέβαια, δεν πρόκειται περί αυτού. Η γραμματική τέχνη, η τέχνη της γραφής
ασκείται από τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο πιο πολύ όμως διαμορφώθηκε από τον Σεφέρη
παρά από τον Καβάφη, από τον Κάλβο και τον Σολωμό παρά από τους Αλεξανδρινούς
και τους απογόνους τους. Κι ωστόσο είναι υποχρεωμένος να μιμείται το ύφος ενός
γραμματικού, Εδώ ακριβώς εντοπίζονται οι ιδιαίτερες δυσκολίες του Δ.
Δασκαλόπουλου. Όταν άλλοι ομότεχνοί του, γεννημένοι λίγα χρόνια πριν ή μετά,
επέφεραν ρήγματα στην πρόσφατη ποιητική παράδοση, ο Δασκαλόπουλος προτίμησε να
συνεχίσει τη σεφερική διδαχή υπό τους όρους της καθαυτό μεταπολεμικής περιόδου.
Οι πέντε συλλογές του και κυρίως οι τρείς τελευταίες που συνεκδόθηκαν το 1982
υπό το γενικό τίτλο Φωνές της σιωπής, είναι η απάντηση στο αγωνιώδες ερώτημα
ενός ποιητή: Πώς μπορεί να γράφει τα γράμματα και τις γραφές του σε μια εποχή
που
Η ανθρώπινη μιλιά η ελληνική
τρεμοσβήνει σαν το κερί που σώνεται.
Ν’
αναλύσουμε την απάντηση αυτή σε μια πεντάλεπτη παρουσίαση, θα ήταν κάτι
αδιανόητο. Ωστόσο αν η κλεψύδρα το επέτρεπε, θα επέμενα στο κυριότερο ίσως
γνώρισμα της ποιητικής άσκησης του Δημήτρη Δασκαλόπουλου: στο σέβας στη γλώσσα,
στο μέτρο και τη φρόνηση, που δεν παρακάμπτει την παράδοση’ την προϋποθέτει κι
όταν ακόμη την εντάσσει σ’ ένα πλαίσιο οδύνης και ειρωνείας:
Μοσχοβολάει το κλίμα σου,
Ώ φιλτάτη πατρίς μου,
Και πλουτίζει το πέλαγος
Από την μυρωδίαν
Των χρυσών κίτρων.
Η στροφή είναι βέβαια του Κάλβου. Θα την
ξαναβρούμε στο τέταρτο μέρος της τελευταίας συλλογής του Δ. Δασκαλόπουλου
ζευγαρωμένη μ’ ένα δεκαπεντασύλλαβο σκοπίμως μετρικά και γλωσσικά εκπεσμένο ή
πάντως χαλαρό:
Όταν επλούτιζε το πέλαγος
από τη μυρωδιά των χρυσών κίτρων
σου το ‘χε πει με σπαραγμό ο κόντες
γιός της δούλας.
Και τι είχε πει ο γιός της Αγγελικής Νίκλης;
Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ κι αγαπημένε,
Πάντοτ’ ευκολοπίστευτε και πάντα
προδομένε.
Ο Ερμόλαος άρα, προς τον οποίο ο γραμματικός
μας απευθύνει τα ανεπίδοτα γράμματά του, είναι ένας φυλετικός αντιπρόσωπος, αν
μη και ένας λαός, ο λαός της έρμιας, κατά το σολωμικό ρήμα.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ
Του Νάσου: όπως το
θέλησε
Ι
Τα πράγματα
είναι όπως τα γνώρισες.
Λίγο
χειρότερα ίσως, γιατί
ο άνθρωπος
συνηθίζει τις συφορές.
Η συφορά
είναι ένα σκληρό προσκεφάλι όπου πλαγιάζω
και δε λέει
να με πάρει ο ύπνος.
Τις νύχτες
βυθίζομαι
σ’ ένα μαύρο
που αναιρεί το σκοτάδι
και μετρό
εκατό άσπρα πρόβατα
που ωρίμασαν
για τη Λαμπρή
ή
παραδίνομαι στα όνειρα. Σιγά σιγά συνηθίζω…
Κι όταν
ανέβει ο ήλιος
πρέπει να
στύψω δυνατά μιαν αχτίδα
για να
κατεβάσει μια σταγόνα φώς.
Ύστερα
αρχίζω το πάρε δώσε με τις λέξεις
που
κυκλοφορούν σαν λεωφορεία
ή σαν
παραποιημένη είδηση.
Ξέρεις, απ’
όλα τα μέσα συγκοινωνίας
τα πιο
σαράβαλα είναι οι λέξεις’
κάθε τόσο μ’
εγκαταλείπουν μεσοστρατίς.
Κάποτε
με λιγοστές
φράσεις μπορούσες
να
ταξιδέψεις μιαν απόσταση πολλών χρόνων.
Τώρα βάζω
τις λέξεις στη σειρά
φράζω την
έξοδο με μιαν ολοστρόγγυλη τελεία
μα κείνες
δραπετεύουν
γλιστρώντας
πάνω στον
άσπρο τοίχο της σελίδας.
Προτιμούν να
γίνουν σύνθημα σε διαδήλωση
διαφημιστικό
μήνυμα
ουρλιαχτό
ζώου
την ώρα που
σωριάζεται ο κατάδικος πυροβολημένος.
Πώς να σου
γράψω, Ερμόλαε;
Βρίσκομαι
πάνω σ’ ένα κάρο
κατηφορίζοντας
στενά καλντερίμια’
τ’ άλογα
αφήνιασαν και σπάσαν τα γκέμια.
Πώς να σου
γράψω;
Οι λέξεις
που μου απόμειναν μυρίζουν σφαγείο.
Τις αποθέτω
με τρυφεράδα στο χαρτί
μα κείνες
αφορμίζουνε και στάζουν αίμα
όπως οι
τρυπημένες παλάμες
του
Εσταυρωμένου.
VI
Γιατί να σου
γράφω;
Σε τι
ωφελούν όλες αυτές οι κουβέντες;
Κανείς δεν
προσέχει κανείς δεν ακούει.
Πήγαινε
στους δρόμους και κοίταξε
πώς
σέρνονται οι άνθρωποι από έγνοιες.
Και συ ο
ίδιος δεν νοιώθεις την ανάγκη
να
καταλάβεις πώς ξεκίνησαν τα πράγματα
να δεις πώς
κατρακυλάει η ζωή
σα βότσαλο
που αποκόβεται απ’ το βράχο
και πέφτει
στη θάλασσα.
Η βαριά
σιωπή δε λογαριάζει τέτοιες κινήσεις.
Άλλοτε σε
καιρούς ειρηνικούς σού τραγουδούσαν
ανέμελοι
χαροκόποι με λόγια μοναδικά
και στα
δίσεχτα χρόνια έστελναν
και
παιδομάζευαν τους γιούς σου
τροφή για τα
σπαθιά και τους σταυρούς.
Όλα αυτά
σήμερα ανήκουν σε ξοφλημένους.
Γιατί ο
ουρανός πιάστηκε σε ξυράφια
και
κουρελιάστηκε. Το φεγγάρι
εξομολογημένο
μυστικό που δεν κρατήθηκε.
Η θάλασσα
νεκροταφείο ψαριών
και τα δάση
ορφανεμένα απ’ τη σκιά τους.
Στο μεταξύ η
ανθρώπινη μιλιά τρεμοσβήνει
και τα
κορμιά των παιδιών σου κουφάρια
χορταριασμένες
αχιβάδες όπου σφυρίζει
η αντίδικη
μοίρα.
Τώρα η πράξη
ξεπέρασε τις λέξεις
το δαιμονικό
δεν ξορκίζεται με γιατροσόφια.
Και γω που
μάχομαι να κρατηθώ
ενώ όλα
βουλιάζουν
και συ που
χτυπιέσαι αιώνες σα χταπόδι
πρέπει να
ξαναπερπατήσουμε μαζί
να βρούμε το
δρόμο πέρα από τις λέξεις
μέσα από τις
λέξεις
τις αναπόφευκτες
τις μοναδικές.
Και γω που
χτυπιέμαι σα μουγγός να μιλήσω
και συ που
μάχεσαι αιώνες τώρα
σαν εφτάψυχο
στοιχειό που δεν καρφώνεται
πρέπει να
ισορροπήσουμε με μάτια δεμένα
πάνω στο
λιανό τεντωμένο σκοινί.
Η ανθρώπινη
μιλιά η ελληνική
τρεμοσβήνει σαν
το κερί που σώνεται.
Και τί
είναι, άραγε, αυτά τα γράμματα;
Ένα κλειστό
τραπουλόχαρτο ριγμένο στο μέλλον
ενώ
ασχημονούν ολόγυρα οι χαρτοκλέφτες.
(Γράμματα στον Ερμόλαο, 1981)
ΑΤΙΤΛΟ
Χρόνια
αμίλητος στην ακροποταμιά
με συντροφιά
μιαν άστοργη γλώσσα
πετροβολάει
τα ρέματα.
Όσο αντέχει
προς τα πίσω η μνήμη
δε βρίσκει
τον καιρό πλωτό
Κυλάνε τα
χρόνια κρατώντας τους νεκρούς
σε ύπνο
ανθισμένο
Κάποτε τους
σηκώνει ο κάτω κόσμος
στο φώς της
ημέρας χωρίς πρόσωπο
και
ταξιδεύουν οι φιλέρημες ψυχές
ώσπου να σμίξουν
τον ήλιο
ν’
αποτεφρωθούν.
Και κείνοι
που τέλειωσαν
τυλιγμένοι
τ’ άσπρα σεντόνια
κι οι άλλοι
που ποντίστηκαν στο πέλαγο
ή απομείναν
στα βουνά
κρύβονται σε
μαγική εικόνα.
Στο βάθος
περνάει αθόρυβα
το αδειανό
τρένο του De Chirico
ενώ η
Ιστορία δεν έχει αρχίσει ακόμη.
ΑΝΤΡΕΑΣ ΜΠΕΛΕΖΙΝΗΣ
Σχετικά:
Την παρουσίαση του Πατρινού βιβλιογράφου
Δημήτρη Δασκαλόπουλου ως ποιητή, από τον επίσης Πατρινό φιλόλογο και κριτικό
Ανδρέα Μπελεζίνη την ερανίζομαι από τον τέταρτο τόμο ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΕΤΑΡΤΟΥ
ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ ΠΟΙΗΣΗΣ. ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ. Επιμέλεια: ΣΩΚΡ. Λ.
ΣΚΑΡΤΣΗΣ, Πανεπιστήμιο Πατρών 6-8 Ιουλίου 1984, εκδόσεις «ΓΝΩΣΗ», Αθήνα 1985,
σελ. 549- 555. Η παρουσίαση του ποιητή Δημήτρη Δασκαλόπουλου πραγματοποιήθηκε
την Τρίτη Ημέρα του Συνεδρίου στην Απογευματινή συνεδρίαση: Παρουσίαση ποιητών
από κριτικούς. Προεδρεύει ο Αντώνης Γραμματικός. Στις κριτικές παρουσιάσεις
διαβάζουμε τα ονόματα του Μιχάλη Γ. Μερακλή που παρουσιάζει την πειραιώτισσα
ποιήτρια Όλγα Βότση και τον ποιητή Διονύση Καρατζά, τον Γιώργο Αριστηνό που
παρουσιάζει τον Θανάση Τζούλη, τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη ο οποίος παρουσιάζει
τον Αλέξανδρο Ίσαρη, τον Βασίλη Στεριάδη και τον Γιάννη Πατίλη. Ο Ανδρέας
Κίτσος-Μυλωνάς παρουσιάζει τις ποιήτριες Άντεια Φραντζή, Μαίρη Κάσου και
Χριστίνα Φίλη, ο Νάσος Μαρτίνης τον Ορέστη Αλεξάκη, ο Κώστας Λογαράς τον Βασίλη
Αρφάνη και ο Περικλής Παγκράτης τον Σωτήρη Τριβυζά. Τέλος, ο Αντρέας Μπελεζίνης
παρουσιάζει τρείς ποιητές. Την ποιήτρια Λύντια Στεφάνου, τον ποιητή Δημήτρη
Δασκαλόπουλο και την ποιήτρια «Ήριννα», φιλολογικό ψευδώνυμο της Ιωάννας
Σαγίρογλου- Σουλή. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, ο Ανδρέας Μπελεζίνης, κυκλοφορεί
το βιβλίο του «ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ ΠΟΙΗΤΏΝ», φωτογραφία εξωφύλλου Ελένη Μπελεζίνη.
Εκδόσεις περί τεχνών, Πάτρα 5, 2004. Σελίδες 104.
Στις σελίδες
του τόμου 32-35 μεταφέρεται η εκφώνηση της εισήγησής του στο Τέταρτο Συμπόσιο
Ποίησης Πατρών για τον ποιητή Δημήτρη Δασκαλόπουλο, δίχως τα ποιήματα.
Περιεκτικές και μεστές οι ολιγόλεπτες ομιλίες του φιλόλογου και κριτικού Ανδρέα
Μπελεζίνη μας φωτίζουν πλευρές των ποιητών και των ποιητριών, εξεταστικές
οπτικές συγκεκριμένων ποιητικών τους μονάδων. Από τις 16 αντρικές και
γυναικείες ποιητικές φωνές που παρουσιάζονται στο βιβλίο οι 13 προέρχονται από
διάφορα Πρακτικά των ετήσιων Συμποσίων. Δεν στεκόμαστε στα μικρά τυπογραφικά
λαθάκια μόνο στο όνομά του, το οποίο άλλοτε γράφεται ώς Ανδρέας και άλλοτε ως
Αντρέας. Στο αυτί του βιβλίου κάτω από την μικρή φωτογραφία του κριτικού διαβάζουμε:
«Ο Αντρέας
Μπελεζίνης γεννήθηκε στην Πάτρα το 1929 (28 Οκτωβρίου). Μεγάλωσε στη συνοικία
του Αγίου Ανδρέου και στην Αρόη (Χαλίλι). Έβγαλε το τότε οκτατάξιο Γυμνάσιο στη
Μέση Σχολή και τις δύο τελευταίες τάξεις στο Δ’ αρρένων Πατρών. Φοίτησε στη
Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών (φιλολογικό τμήμα), στο Δ.Ε.Μ. και έκανε ένα μικρό
διάστημα μεταπτυχιακά στην Ιστορία. Δίδαξε σε φροντιστήριο και για 5 χρόνια στο
Δημόσιο. Παραιτήθηκε το 1966, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και γύρισε στα
φροντιστήρια. «Προαγωγός εις ποίησιν», είπε πολλά, έγραψε λιγότερα και
δημοσίεψε ελάχιστα. Εξέδωσε και συνδιηύθυνε τα περιοδικά «Όστρακο» (Στην Πάτρα,
τρία τεύχη) και «Σπείρα» (στην Αθήνα, σε τρείς περιόδους). Υπήρξε ιδρυτικό
μέλος του Συμποσίου Ποίησης και είναι επίτιμος πρόεδρός του.».
Ο αξιόλογος και οξυδερκής φιλόλογος και
κριτικός από την Πάτρα με την κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα, γενέθλια πόλη
σημαντικών λογοτεχνών και πολιτικών όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Ανδρέας
Μπελεζίνης έφυγε από κοντά μας στην Αθήνα το 2011. Το δημοσιευμένο έργο του
μικρό σε σχέση με την ευρύτατη πεδία και προσωπική καλλιέργειά που διέθετε. Τα
περιοδικά που εξέδωσε, προσέχθηκαν ιδιαίτερα το πολυσέλιδο η «Σπείρα», όπου στις εκδόσεις της
κυκλοφόρησε και η μελέτη του «Η Νεοελληνική νυχτωδία στην Κροστάνδη του Νίκου
Καρούζου- κριτική ανάγνωση» 1987. Συζητήθηκαν επαινετικά από τους πνευματικούς
κύκλους της πρωτεύουσας επίσης και οι άλλες μελέτες και παρουσιάσεις του τις
οποίες συμπεριέλαβε κατόπιν στα βιβλία του «Εύσημοι και Άσημοι Λόγοι» Κριτικά
Μελετήματα, εκδόσεις «ΘΕΜΑ-ΚΡΙΤΙΚΗ» Αθήνα 1988 και «ΚΡΙΤΙΚΟ ΤΡΙΠΤΥΧΟ»,
Αναγνώσεις, κριτικές και παρουσιάσεις, εκδόσεις «Σμίλη» Αθήνα 1991. Στον τόμο
αυτόν συστεγάζει στο τρίτο μέρος του «Παρουσιάσεις» εκ νέου την ομιλία του για
τον ποιητή και βιβλιογράφο Δημήτρη Δασκαλόπουλο, σελίδες 185-187. Μεστός και
πυκνός ο λόγος του Ανδρέα Μπελεζίνη, εμβαθύνει σε σημεία της ποιητικής και των
ποιητικών μονάδων των δημιουργών που άλλοι, δεν τολμούν ή δεν αποπειρούνται να
αγγίξουν. Σίγουρα «ιδεολογικά» προσανατολισμένος. Ορισμένες φορές η πυκνότητα
του ύφους του κάνει λιγάκι δυσκολοχώνευτη την γραφή του, στα μάτια του αναγνώστη
και φυσικά όταν η γραφή αυτή δεν απευθύνεται μόνο στους ειδικούς περί τα
λογοτεχνικά μας πράγματα αλλά και σε μαθητές και φοιτητές. Το τελικό πάντως
αποτέλεσμα των κειμένων αυτών είναι θετικό.
Μην έχοντας τα Ποιητικά Άπαντα ή ποιητικές
συλλογές του Δημήτρη Δασκαλόπουλου παρά μόνο μελέτες του- θα κλείσουμε και το
σημερινό μας σημείωμα αφιέρωμα στην Μνήμη του με ένα ποίημά του από το
«Αλφαβητάρι» που δημοσιεύτηκε στον τόμο «Φωνές ‘92» Ποιητική Ανθολογία,
επιμέλεια Τάσος Κόρφης- Ορέστης Αλεξάκης, εκδόσεις «Πρόσπερος» Αθήνα 1993, σ.
24.
Κράτησα
χρόνια τούτο το προσωπείο.
Περπάτησε
μαζί μου πείνασε κρύωσε δοκιμάστηκε.
Στις
νύχτες του φεγγαριού τραγουδούσε
ανάβοντας
ένα ένα τ’ αστέρια.
Το
φόρεσα με χώρεσε γινήκαμε ένα.
Ρίζωσε
μέσα μου και βλάστησε. Τώρα
αρνούμαι
να το παραδώσω στους αργυραμοιβούς.
--
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 5 Ιουνίου
2026
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου