Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Ανθούλα Δανιήλ, για τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

    Δημήτρης Δασκαλόπουλος

              Ώρα λοιπόν να πηγαίνω…

Όποια «πέτρα» κι αν σηκώσεις θα τον βρεις. Στην πραγματικότητα, και επειδή με τη λέξη «πέτρα», στην προκειμένη περίσταση, εννοώ τους ογκόλιθους της ελληνικής λογοτεχνίας,  διαψεύδοντας τον Σεφέρη που είπε πως «βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες», ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος τις σήκωσε όλες και έχτισε μ’ αυτές μεγάλο και επιβλητικό οικοδόμημα.

Ο Δασκαλόπουλος, για να πιάσουμε το νήμα από την αρχή, δεν ήταν  φιλόλογος· είχε σπουδάσει Νομικά αλλά αγαπούσε τα Φιλολογικά και ιδιαιτέρως τα Ποιητικά. Γι’ αυτό και τα εν γένει Φιλολογικά και σύμπαντα τα Ποιητικά τα υπηρέτησε πιστά. Μελέτησε και ανέδειξε προσωπικότητες, διαλεύκανε θολά πεδία, οργάνωσε υλικό, διευθέτησε τα ατημέλητα της γραφειοκρατίας, τακτοποίησε το εργαστήριο και μας παρέδωσε με μεγάλη τάξη όποιο αρχείο και όποιο έργο ανέλαβε να φροντίσει.

Γιατί ο Δασκαλόπουλος ήταν άνθρωπος φανατικός για Γράμματα, αλλά και ευαίσθητος ποιητής. Δικαίως τιμήθηκε ως Επίτιμος Διδάκτωρ Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, των Πανεπιστημίων Κύπρου και Πατρών και βραβεύτηκε από το Ίδρυμα Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του. Είναι συγγραφέας πολλών και σημαντικότατων βιβλίων, με τα οποία μας διδάσκει, μας δίνει πληροφορίες για πράγματα, πρόσωπα και εκδόσεις που εν πολλοίς οι πολλοί αγνοούμε. Και ακόμη, όλα αυτά τα χρήσιμα μας τα προσφέρει, σαν γοητευτικός αφηγητής που είναι, με μεγάλη λογοτεχνική χάρη. …

Κατόπιν τούτων, ο Δασκαλόπουλος αναδείχτηκε ως ο μέγας διευθέτης του λογοτεχνικού μας χώρου. Μόνος, αλλά και μαζί με την χαρίεσσα  σύζυγό του, τη Μαρία Στασινοπούλου, φιλόλογο, συγγραφέα και κριτικό λογοτεχνίας, άφησε κληροδότημα μέγα στις επόμενες γενιές που θα θελήσουν να ερευνήσουν τας γραφάς…

Ποιητής στην κυριολεξία και στη μεταφορά, άνθρωπος ευαίσθητος, ομιλητής γοητευτικός, πανταχού παρών, στην Ελλάδα, στην Κύπρο και αλλού, όπου έκρινε πως η παρουσία του ήταν αναγκαία, δεν φείσθηκε κόπου και μόχθου… Πάντα, με χαμόγελο και με μια φωνή ήρεμη, έδειχνε πως συνέχιζε κάποια συζήτηση αρχινισμένη από το παρελθόν με τον σκοτεινό Σεφέρη ή τον ειρωνικό Καβάφη. Ο Δασκαλόπουλος, λόγω της ενασχόλησής του με αυτούς τους δύο μεγατόνους της Ποιήσεώς μας, είχε πάρει κάτι σαν κληρονομιά και από τους δύο…

Πιστεύω ακράδαντα πως το λαϊκό ρητό «πες μου την παρέα σου να σου πως ποιος είσαι» ή το άλλο, το αρχαιότερο, «όμοιος ομοίω αεί πελάζει» έχει μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση μιας προσωπικότητας. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αλλιώς το milieu, όπως έλεγε ο Ιππόλυτος Ταιν και ο δικός μας Εμμανουήλ Ροΐδης είναι το κοχύλι το ειδικό για να αναπτυχθεί το μαργαριτάρι. Πρόκειται γι’ αυτό το περίφημο περιβάλλον, πιο απλά, τη συντροφιά, τη συναναστροφή», η οποία mutatis mutandis μας διαμορφώνει, ανάλογα βέβαια και με κάποιους άλλους παράγοντες που συνεπιδρούν… Όπως το να έχεις δαγκώσει το μήλο και ο όφις να έχει δαγκώσει εσένα και η συνείδησή σου σαν πίδακας να μη σε αφήνει να κοιμηθείς, όχι από τύψεις αλλά από νοσταλγία και αγάπη …

«Κοιμούμαι κι η καρδιά μου ξαγρυπνά· /

κοιτάζει τ’ άστρα στον ουρανό και το δοιάκι /

και πώς ανθοβολά το νερό στο τιμόνι»,

λέει ο Σεφέρης. Και επειδή φίλοι μας δεν είναι μόνο αυτοί που ζουν γύρω μας, αλλά και κάποιοι άλλοι που δεν ζουν πια ή που δεν τους γνωρίσαμε ποτέ, κάποιου μάλιστα –του Ανδρέα Κάλβου- ούτε το πρόσωπο δεν ξέρουμε, ερήμην τους, τους βάζουμε στον κύκλο μας, τους κάνουμε γερά κλαδιά στο γενεαλογικό μας δέντρο.

Ο Δασκαλόπουλος πάντα τέτοια «ωραία» παρέα φίλων είχε και όταν έσκυβε πάνω από τα γραπτά τους, έψαχνε να βρει την ψυχή τους, τη μύχια σκέψη τους και να μας την μεταφέρει με το δικό του προσωπικό σχόλιο και φυσικά το ύφος του. Για παράδειγμα, μελετώντας τον Καβάφη καταλήγει με την παρατήρηση πως «ο Καβάφης εξακολουθεί να διαβάζεται σήμερα και να αντιμετωπίζεται ως ένας απολύτως σύγχρονός μας δημιουργός... Δεν υπάρχει Έλληνας ή ξένος ποιητής που να μην έχει επηρεαστεί από το έργο του, όπως έχουν εμπνευστεί από αυτό και κάθε είδους καλλιτέχνες» και σχεδόν έχει γίνει «καλλιτεχνική μόδα».

Όμως, μπορεί ο Δασκαλόπουλος να κινήθηκε πάντα στο υψηλό  λογοτεχνικό περιβάλλον και συνομίλησε με τους μεγάλους, ωστόσο δεν περιφρόνησε και τους μικρότερους. Ο καθείς και τα όπλα του, είπε ο Ελύτης και με αυτά τα όπλα και ο ίδιος πολέμησε και τους άλλους ταξινόμησε. Με όποιους σχετίστηκε αγαπήθηκε…

Θα κλείσω αυτό το σημείωμα, με το ποίημά του «Γράμματα στον Ερμόλαο - Ι» από τη συγκεντρωτική συλλογή του «Τα χρόνια που θα 'ρθουν», αφιερωμένο στον Νάσο Βαγενά, ο οποίος τον αποχαιρέτησε σήμερα 3-6-26 στην εξόδιο ακολουθία με έναν συγκινημένο και συγκινητικό λόγο.

«Γράμματα στον Ερμόλαο - Ι»

        του Νάσου Βαγενά

Τα πράγματα είναι όπως τα γνώρισες.

Λίγο χειρότερα ίσως, γιατί

ο άνθρωπος συνηθίζει τις συφορές.

Η συφορά είναι ένα σκληρό προσκεφάλι όπου πλαγιάζω

και δεν λέει να με πάρει ο ύπνος.

Τις νύχτες βυθίζομαι

σ’ ένα μαύρο που αναιρεί το σκοτάδι

και μετρώ εκατό άσπρα πρόβατα

που ωρίμασαν για τη Λαμπρή

ή παραδίνομαι στα όνειρα. Σιγά σιγά συνηθίζω...

Κι όταν ανέβει ο ήλιος

πρέπει να στύψω δυνατά την αχτίδα

για να κατεβάσει μία σταγόνα φως.

Ύστερα αρχίζω το πάρε δώσε με τις λέξεις

που κυκλοφορούν σαν λεωφορεία

ή σαν παραποιημένη είδηση.

Ξέρεις, απ’ όλα τα μέσα συγκοινωνίας

τα πιο σαράβαλα είναι οι λέξεις·

κάθε τόσο μ’ εγκαταλείπουν μεσοστρατίς.

Κάποτε

με λιγοστές φράσεις μπορούσες

να ταξιδέψεις μιαν απόσταση πολλών χρόνων.

Τώρα βάζω τις λέξεις στη σειρά

φράζω την έξοδο με μιαν ολοστρόγγυλη τελεία

μα εκείνες δραπετεύουν

               γλιστρώντας

πάνω στον άσπρο τοίχο της σελίδας.

Προτιμούν να γίνουν σύνθημα σε διαδήλωση

διαφημιστικό μήνυμα

ουρλιαχτό ζώου την ώρα

που σωριάζεται ο κατάδικος πυροβολημένος.

Πώς να σου γράψω, Ερμόλαε;

Βρίσκομαι πάνω σ’ ένα κάρο

κατηφορίζοντας στενά καλντερίμια·

Τ’ άλογα αφήνιασαν και σπάσαν τα γκέμια.

Πώς να σου γράψω;

Οι λέξεις που μου απόμειναν μυρίζουν σφαγείο.

Τις αποθέτω με τρυφεράδα στο χαρτί

μα κείνες αφορμίζουνε και στάζουν αίμα

όπως οι τρυπημένες παλάμες

του Εσταυρωμένου.

    Η ψυχή φορτισμένη, λόγω  της μέρας, ανοίγει αλλιώς την αυλαία του ποιήματος. Σαν τον Νίκο Καζαντζάκη «Μαζεύω τα σύνεργά μου: Όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδυασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα» ή σαν τον Οδυσσέα Ελύτη «έβαλα τα βιβλία μου στα ράφια και στη γωνιά μια λυπημένη Αγγελική/ Το ποσοστό της ομορφιάς που μου αναλογούσε πάει, το ξόδεψα όλο». Λοιπόν, ήρθε η ώρα που του κάθε ανθρώπου του παίρνεται η πρώτη αλήθεια. Η πρώτη αλήθεια είναι ο θάνατος… Και ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος σήμερα μας το είπε καθαρά:

« Ώρα λοιπόν να πηγαίνω.

Σειρά έχουν άλλοι στη σκηνή ν’ απαγγείλουν τα λόγια τους

Πλαγιάζω κατά κει που αφουγκράζεται η μνήμη».

Καλό σου ταξίδι, Καλέ μας Δημήτρη…

                                    Βράδυ, 3-6-26

                                     Ανθούλα Δανιήλ

Σημείωση

 Η Ανθούλα Δανιήλ είναι Διδάκτωρ Φιλολογίας, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας. Μεταξύ άλλων έχει δημοσιεύσει τις εξής κριτικές για τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο

Στο ηλεκτρονικό περιοδικό «ΔΙΑΣΤΙΧΟ».

-26/5/2013 «Δημήτρης Δασκαλόπουλος- Μαρία Στασινοπούλου, Ο Βίος και το Έργο του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη»

-23/3/2014 «Κ. Π. Καβάφη. Η Ποίηση και η Ποιητική του»

-22/1/2023 «Τα χρόνια που θα ’ρθουν».

-24/4/2026 « Εισαγωγή- Ανθολόγηση: Μανόλης Αναγνωστάκης».

Στο περιοδικό «ΠΕΡΙ ΟΥ»

- 2/4/22 «Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Χωρικά ύδατα. Μελέτες νεοελληνικής λογοτεχνίας, Εκδ. Μελάνι, 2020

Στο περιοδικό Φρέαρ

-23/3/2016, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Με δίχτυ τον άνεμο, Κίχλη, Αθήνα 2015.

 --                                                     *

ΥΓ. Τα Λογοτεχνικά Πάρεργα αποχαιρετούν ακόμη έναν σπουδαίο και με ήθος Έλληνα ηθοποιό και συγγραφέα τον γεννημένο στην πόλη του Πειραιά τον Άγγελο Αντωνόπουλο.

Πειραιάς

4 Ιουνίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου