Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Βιβλιογραφικά της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

 Βιβλιογραφικά της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

του Δημήτρη Δασκαλόπουλου

   «Νομίζω ότι αν οι γενεές όσες μπόρεσαν να εργασθούν μετά την έκδοση της Ελληνικής Βιβλιογραφίας εξεδήλωσαν μεγαλύτερη ροπή από τις παλαιότερες, προς την μέτρηση, προς την στάθμιση, απέβαλαν, μερικά, την ρητορικότητα, τούτο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις ερευνητικές δυνατότητες τις οποίες άνοιξε η βιβλιογραφία αυτή. Από τις αιτίες που έφεραν την ελληνική λογιοσύνη πιο κοντά προς την πραγματικότητα, η εγγύτερη,  εκείνη, δηλαδή, που έχει άμεση σχέση με τα γράμματα, είναι χωρίς αμφιβολία, η ύπαρξη της Ελληνικής Βιβλιογραφίας. Βεβαίως δουλεύει πάντοτε η πολύπλοκη αλληλενέργεια ανάμεσα στο αίτιο και το αιτιατό, ανάμεσα στο όργανο και την λειτουργία, στην προσφορά και την ζήτηση’ το γεγονός όμως είναι ότι αυτό το έργο ήρθε στην ώρα του και απέδωσε το μέγιστο από όσο μπορούσε κανείς να ευχηθεί» (1).

   Μιά και αφιερώνουμε το πρώτο τούτο Συνέδριο Ελληνικής Βιβλιογραφίας στον Κ. Θ. Δημαρά, τιμώντας έτσι τη γονιμότατη και πολυδύναμη παρουσία του στον χώρο της νεοελληνικής παιδείας, θεώρησα σκόπιμο να ξεκινήσω τη σύντομη εισήγησή μου με δικά του λόγια. Ειπωμένα τούτα τα λόγια για τον αείμνηστο Δημήτριο Σ. Γκίνη και την ευεργετική προσφορά του στον τομέα της εθνικής μας βιβλιογραφίας, μπορούν κάλλιστα να σηματοδοτήσουν την ωφελιμότητα της βιβλιογραφικής έρευνας και σε μικρότερους ή ειδικότερους τομείς, όπως είναι η περιοχή της λογοτεχνίας.

   Αν η αναδρομική εθνική βιβλιογραφία μας διαθέτει ένα μάλλον συστηματικά μελετημένο παρελθόν, τουλάχιστον για την περίοδο μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, είναι γνωστό ότι δε συμβαίνει το ίδιο με τη βιβλιογραφία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αναζητώντας ένα όχι και τόσο αβίαστο άλλοθι προκειμένου να δικαιολογήσουμε τα πράγματα, μπορούμε να αναλογιστούμε την καθυστέρηση και τη βραδύτητα με την οποία αυτονομήθηκαν οι νεοελληνικές σπουδές, όχι μόνον σε διεθνές αλλά, κυρίως, σε εθνικό επίπεδο. Κάπως διαγραμματικά θα μπορούσα να πω ότι μέχρι το τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου η βιβλιογραφία της νεοελληνικής λογοτεχνίας διέρχεται τη νηπιακή της φάση, η οποία σημαδεύεται από δύο αξιομνημόνευτα γεγονότα. Το πρώτο είναι η απροσδόκητη εμφάνιση του Γ. Κ. Κατσίμπαλη στον βιβλιογραφικό χώρο. Ο δεύτερο είναι ότι γράφονται, με αφορμή την πρώτη βιβλιογραφία του Κατσίμπαλη, δύο βαρυσήμαντα κείμενα που παρόμοιά τους δεν αξιώθηκε έκτοτε άλλος βιβλιογράφος ως σχολιασμό της εργασίας του. Πρόκειται για τις εκτενείς βιβλιοκρισίες που γράφτηκαν για τον πρώτο-όπως απεδείχθη εκ των υστέρων-τόμο της παλαμικής βιβλιογραφίας του Κατσίμπαλη. Η μία προέρχεται από τον Βασίλη Λαούρδα, και η δεύτερη, μεθοδολογικώς αξεπέραστη μέχρι σήμερα, από τον Ιωάννη Συκουτρή (2).

   Η βαρειά σκιά του Κατσίμπαλη, ο οποίος σχεδόν μονοπωλεί την εποχή εκείνη τις επιδόσεις στη βιβλιογραφία της λογοτεχνίας μας, και η συχνά παρεξηγημένη και παρεξηγήσιμη συμπεριφορά του φαίνεται να δημιουργούν δυσμενές και υποτιμητικό κλίμα για τη σημασία και τη σπουδαιότητα της βιβλιογραφικής έρευνας. Αν διαβάζω σωστά, εναντίον του Κατσίμπαλη στοχεύει η πετριά που ρίχνει το 1938 ο Πέτρος Χάρης, δίνοντας συνέντευξη στον Γ. Περαστικό: «Αλλά, για κοιτάξτε! Πάρα λίγο να ξεχάσω τους πιο παράδοξους τύπους-της πνευματικής μας κινήσεως. Είναι οι «βιβλιογράφοι». Σε όλον τον κόσμο την δουλειά τους, απλή, μηχανική εργασία, άσχετη εντελώς με την κριτική, την κάνουν υπάλληλοι βιβλιοθηκών, κατώτεροι συνήθως, που δεν έχουν αξιώσεις και δεν αποκτούν οι δυστυχισμένοι ποτέ όνομα. Εδώ οι βιβλιογράφοι θέλουν να γίνουν πνευματικοί οδηγοί. Και μη χειρότερα!»

   Μετά τον πόλεμο, όταν η λογοτεχνία μας αρχίζει να διασχίζει τα σύνορα και να μεταφράζεται σε ξένες γλώσσες, θερμαίνεται το διεθνές ενδιαφέρον για τη σύγχρονη πνευματική ζωή και είναι φυσικό να αναζητούνται σταθερότερα από άλλοτε και περισσότερο αξιόπιστα ερείσματα για τη μελέτη προσώπων και έργων. Έως το τέλος της δεκαετίας του 1960 ο Κατσίμπαλης θα δώσει το ωριμότερο και συστηματικότερο μέρος του βιβλιογραφικού του έργου, ενώ παράλληλα εμφανίζονται καινούργια ονόματα, καθώς και άλλης μορφής έργα, όπως είναι οι πίνακες λέξεων και οι ευρετηριάσεις περιοδικών. Η βιβλιογραφία της λογοτεχνίας μας διατηρεί, πάντως, μέχρι τις μέρες μας έναν προσωποκεντρικό, θα έλεγα, χαρακτήρα. Το μέγιστο μέρος των βιβλιογραφικών εργασιών που συντάσσονται έχουν ως θέμα τους το έργο λογοτεχνών και τη γύρω από το έργο φιλολογία. Η αριθμητική αύξηση βιβλιογραφικών εργασιών κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχει ποσοτική και όχι ειδολογική διαφορά από το παρελθόν. Μια πρόχειρη καταμέτρηση που επιχείρησα, με βάση τα στοιχεία που μας παρέχει ο Γ. Ι. Φουσάρας στο έργο του Βιβλιογραφία των Ελληνικών Βιβλιογραφιών, απέδωσε 30 τίτλους για το χρονικό διάστημα που καλύπτει το έργο αυτό. Αντιθέτως, σύμφωνα με στοιχεία που άντλησα από το βιβλίο του Π.Δ. Μαστροδημήτρη Εισαγωγή στη Νεοελληνική Φιλολογία, για τις τελευταίες τέσσερεις δεκαετίες έχουν καταγραφεί περισσότερες από 80 συναφείς εργασίες. Τα στοιχεία αυτά αφορούν, σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα, βιβλιογραφικές εργασίες για πρόσωπα της νεοελληνικής λογοτεχνίας (3).

   Τα έργα των Φουσάρα και Μαστροδημήτρη, που ανέφερα ήδη, συνιστούν (παρά την αυτονόητη ευρύτερη εμβέλειά τους) δείγματα εργασιών από εκείνες που δεν είναι συχνές στον χώρο της μελέτης της λογοτεχνίας μας. Κατά γενικό κανόνα, λιγοστές και μετρημένες στα δάχτυλα είναι οι εργασίες που δεν προσανατολίζονται σε πρόσωπα της νεότερης γραμματείας μας. Αισθάνομαι έτσι την ανάγκη να μνημονεύσω εδώ ενδεικτικά ορισμένα έργα διαφορετικής βιβλιογραφικής πνοής, που ξεφεύγουν από τον συνήθη κανόνα. Αρχίζω με την ανεπανάληπτη και χωρίς ταίρι ίσαμε σήμερα Κριτική βιβλιογραφία του «Κρητικού Θεάτρου» του Μ. Ι. Μανούσακα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη σύγχρονη λογοτεχνία μας παρουσιάζει η συνθετική απόπειρα των Κ. Θ. Δημαρά- Αικατερίνης Κουμαριανού- Λουκίας Δρούλια, Modern Greek Culture. A. Selected Bibliography. (In English, French, German, Italian), εργασία που θα ήταν ωφέλιμο για όλους μας να εκσυγχρονίζεται κάθε τόσο. Μοναδική στο είδος της, στο θέμα και τη μεθοδολογία της παραμένει η εργασία του Γ. Π. Σαββίδη Οι Καβαφικές εκδόσεις (1891-1932). Περιγραφή και Σχόλιο. Πολλές ευκολίες παρέχει στον μελετητή η βιβλιογραφική καταγραφή του Γιώργου Α. Παναγιώτου Ελεύθερον Βήμα. Δημοσιεύματα 1922-1944. Με εμπιστοσύνη καταφεύγουμε συχνά στα Αφιερώματα περιοδικών. Συμβολή στην καταγραφή τους (1880- 1980) της Μάρθας Καρπόζηλου. Τώρα που πλησιάζει η συμπλήρωση δεκαετίας από την πρώτη έκδοση του βιβλίου αυτού, και μετά την επιδημία των αφιερωμάτων που μαστίζει τα περισσότερα λογοτεχνικά περιοδικά, καιρός είναι να σκεφτεί η κυρία Καρπόζηλου τη συμπληρωμένη επανέκδοση της εργασίας της. Από τον Κυρ. Ντελόπουλο προέρχονται τρεις αξιοσημείωτες συμβολές. Νεοελληνικά Φιλολογικά Ψευδώνυμα (1800-1981), που συμπληρώθηκαν από τις παρατηρήσεις και προσθήκες και άλλων ερευνητών. Καβάφη ιστορικά και άλλα πρόσωπα και Καβάφη Γεωγραφικά (σε συνεργασία με την Μαρία Μ. Καϊρη). Καινοφανής, τέλος, από μεθοδολογική άποψη, είναι ο Βιβλιογραφικός Οδηγός στα 154 Ποιήματα του Καβάφη που συνέταξαν η Diana Haas και ο Μιχάλης Πιερής.

   Η λέξη «μεθοδολογία», την οποία χρησιμοποίησα ήδη αρκετές φορές, αγγίζει ένα θέμα που, όπως φάνηκε και από σχετική παρέμβαση ακροατή στη χθεσινή μέρα του Συνεδρίου μας, χρειάζεται να συζητηθεί και να σχολιαστεί. Το μεθοδολογικό πρόβλημα δεν έχει βεβαίως τον χαρακτήρα ζητούμενου μόνον στις βιβλιογραφίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Χωρίς να θέλω να παρασύρω το ακροατήριο σε περιπτωσιολογικές παρατηρήσεις, βλέπω να αναφύονται εν προκειμένω κυρίως δύο ζητήματα μεθόδου. Το πρώτο είναι η μορφή του βιβλιογραφικού λήμματος. Το δεύτερο, η δομή της βιβλιογραφικής εργασίας. Θα σταθώ για λίγο και στα δύο.

   Η μορφή του λήμματος. Υποθέτω πώς όλοι συμφωνούμε ότι κάθε βιβλιογραφικό λήμμα έχει τρία στοιχεία: όνομα συγγραφέα, τίτλο εργασίας, παραπεμπτικές ενδείξεις. Υποβάλλω ενδεικτικώς στην κρίση σας τα ακόλουθα ερωτήματα:

-Πώς γράφουμε το όνομα του συγγραφέα ενός βιβλίου ή ενός άρθρου; Κώστας Στεργιόπουλος, ή Στεργιόπουλος Κώστας;

-Πώς ταυτίζουμε το ψευδώνυμο συγγραφέα και το πραγματικό του όνομα: μέσα σε παρένθεση ή μέσα σε αγκύλη;

-Αν το άρθρο είναι ανώνυμο ή ανυπόγραφο, θέτουμε στη θέση του ονόματος την ένδειξη: «ανωνύμως», ή απλά τοποθετούμε μια παύλα;

-Μετά το όνομα του συγγραφέα βάζουμε κόμμα ή άνω και κάτω τελεία;

-Συμφωνούμε όλοι ότι πρέπει να ξεχωρίζει τυπογραφικά ο τίτλος ενός βιβλίου από τον τίτλο ενός άρθρου;

-Πρέπει οι τίτλοι μεμονωμένων άρθρων να μπαίνουν σε εισαγωγικά;

-Ο υπότιτλος ενός βιβλίου πρέπει να γράφεται και αυτός με πλάγια στοιχεία, αν δεχτούμε αυτή τη λύση και για τον κυρίως τίτλο;

-Οσάκις δεν υπάρχει ένδειξη χρονολόγησης ενός βιβλίου (πρακτική συνήθης, ακόμη και σε βιβλία μεγάλων εκδοτικών μας οίκων), συμφωνούμε όλοι πώς θέτουμε σε αγκύλη τη χρονολόγηση που γνωρίζουμε από άλλες πηγές, ενώ χρησιμοποιούμε γωνιώδη παρένθεση για τη χρονολόγηση που προέρχεται από κάποια σελίδα του ίδιου του βιβλίου, αλλά όχι από τι σελίδα τίτλου;

-Στις παραπεμπτικές ενδείξεις του λήμματος πώς διακρίνουμε τα περιοδικά από τις εφημερίδες: Προτάσσουμε κάθε φορά (και αναλόγως) συντομογραφία των λέξεων «περιοδικό» ή «εφημερίδα», ή, μήπως, γράφουμε τα περιοδικά με πλάγια στοιχεία και τις εφημερίδες μέσα σε εισαγωγικά;

-Πώς διακρίνουμε αν ένας αριθμός στην παραπομπή αφορά τόμο ή τεύχος περιοδικού;

-Οι τυχόν διευκρινιστικές πληροφορίες του βιβλιογράφου για το συγκεκριμένο λήμμα πρέπει να μπαίνουν εκεί που τελειώνει το λήμμα (μέσα σε παρένθεση ή αγκύλη) ή μήπως θα πρέπει να τις μεταφέρουμε κάτω από το λήμμα;

    Θα παρακαλούσα να μην προσπαθήσουμε να δώσουμε αμέσως τώρα ικανοποιητικές απαντήσεις σε όλα τούτα τα ερωτήματα. Απλώς ας προβληματιστούμε κατ’ ιδίαν, για να καταλήξουμε κάποτε σε γενικώς αποδεκτές απαντήσεις.

   Η δομή της εργασίας. Έχω την εντύπωση ότι η δομή κάθε βιβλιογραφίας υπαγορεύεται από τις ιδιαιτερότητες του δεδομένου θέματος. Ο βιβλιογράφος, κατανέμοντας σε επιμέρους τμήματα και ενότητες το συγκεντρωμένο υλικό, θα πρέπει επιπλέον να λάβει υπόψη του τις ανάγκες και τη διευκόλυνση του χρήστη της βιβλιογραφίας, χωρίς να απιστεί στην ιδιομορφία του θέματός του. Το υλικό είναι προτιμότερο, αν όχι πάντοτε επιβεβλημένο, να παρατίθεται κατά χρονολογική σειρά, και όχι κατά αλφαβητική σειρά των ονομάτων των συγγραφέων κάθε λήμματος. Στις βιβλιογραφίες προσώπων, που όπως είδαμε αποτελούν τον κύριο όγκο στη βιβλιογραφία της λογοτεχνίας μας, έχει περίπου καθιερωθεί η διάκριση του υλικού σε δύο βασικές κατηγορίες: την εργογραφία του βιβλιογραφούμενου και τη φιλολογία γύρω από τα έργα του, πάντα σε χρονολογική ακολουθία. Ριζοσπαστική είναι η δομή που προτείνει ο Φίλιππος Ηλιού στην Εργογραφία Κ.Θ. Δημαρά, όπου με διαφορετικά τυπογραφικά στοιχεία ξεχωρίζουν, πάντοτε μέσα στη χρονολογική τους ακολουθία, τα απλά δημοσιεύματα, οι αυτοτελείς εκδόσεις έργων, τα ανάτυπα κ.ο.κ. Μια άλλη, πολύ σημαντική μεθοδολογική πρόταση, είναι εκείνη που εφάρμοσε ο Εμμ. Ι. Μοσχονάς στη Βιβλιογραφία Γιώργου Θεοτοκά. Κάτω από κάθε αυτοτελή έκδοση έργου του Θεοτοκά παρατίθενται οι πρώτες δημοσιεύσεις του έργου (ή αποσπασμάτων), οι τυχόν αναδημοσιεύσεις, οι μεταφράσεις, οι κρίσεις και πληροφορίες για το έργο, καθώς και άλλα συναφή στοιχεία, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται επιμέρους «σύνολα φιλολογικού και κριτικού υπομνηματισμού, πολύτιμα για τη σφαιρικότερη μελέτη των συγκεκριμένων έργων», όπως είχε παρατηρήσει για ανάλογη περίπτωση ο Γιώργος Κεχαγιόγλου. Ας μου συγχωρηθεί, τέλος, η αναφορά και σε προσωπική μου εργασία (αν δεν παινέσουμε το σπίτι μας, θα πέσει να μας πλακώσει!): Στηριγμένος στη δομή της εργασίας του Μοσχονά για τον Θεοτοκά, προσπάθησα με την Εργογραφία Σεφέρη να δώσω μιαν απάντηση σ’ ένα άλλο σημαντικό και πάντοτε αιωρούμενο ερώτημα: πώς μπορεί να γίνει περισσότερο αναγνώσιμη μια βιβλιογραφική εργασία. Κι ακόμη, πώς μπορεί να προσεταιριστεί, και κατά πόσο μπορεί να προσεταιριστεί έναν δοκιμιακό χαρακτήρα, με υπομνήματα και οπωσδήποτε όχι αυθαίρετα κριτικά σχόλια. (4)

    Όποιος καταπιάνεται σήμερα με βιβλιογραφικές εργασίες νεοελληνικής λογοτεχνίας, καταπιάνεται με μια περιπέτεια. Το γιατί, το ξέρουμε όλοι. Δε θα διεκτραγωδήσω την κατάσταση των δημόσιων βιβλιοθηκών μας ή τις γενικότερες δυσκολίες για τη συγκέντρωση και τεκμηρίωση του υλικού. Περιορίζομαι να τονίσω την πληθώρα των εντύπων που πρέπει να διεξέλθει ο βιβλιογράφος για να φτάσει σε ικανοποιητικά αποτελέσματα. Πρίν από μια δεκαετία ο Γιώργος Ζεβελάκης είχε υπολογίσει σε άρθρο του πώς κυκλοφορούσαν περί τα 120 περιοδικά, από αυτά που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως περιοδικά «γενικής παιδείας» (5). Αν προσθέσουμε στον αριθμό αυτόν τις ετήσιες εκδόσεις, τις επετηρίδες, τους σύμμεικτους τόμους, τα επιστημονικά έντυπα, τα περιοδικά του εξωτερικού που ασχολούνται με τη νεοελληνική λογοτεχνία, καθώς και άλλα μη αμιγώς λογοτεχνικά ή φιλολογικά περιοδικά, τις εφημερίδες και τα χιλιάδες βιβλία κάθε χρονιάς, καταλαβαίνουμε για ποιον όγκο υλικού μιλάμε.

    Χωρίς πρόθεση να ιεραρχήσω τις ανάγκες μας, θα έβλεπα ως προτεραιότητες τη συμπλήρωση ή σύνταξη ορισμένων βιβλιογραφικών εργασιών. Έχω και άλλοτε σημειώσει ως επείγουσα ανάγκη τη συμπλήρωση του έργου του Φουσάρα, για το μετά το 1947 διάστημα. Τη συμπλήρωση, επίσης, της εργασίας του Παν. Μουλλά Βιβλιογραφία Ελληνικών Συμμείκτων, καθώς και τη σύνταξη μιας βιβλιογραφίας λογοτεχνικών συμμείκτων. Πρέπει, επίσης, να στρέψουμε την προσοχή μας προς τη βιβλιογράφηση των λογοτεχνικών περιοδικών. Επιτακτικότερη παραμένει η κάλυψη του κενού που υπάρχει σε εργασίες- εργαλεία: Δε διαθέτουμε ακόμη ένα λεξικό της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ούτε λεξικών έργων, ούτε κατάλογο περιοδικών. Σε όλα αυτά τα έργα θα μπορούσε να ανατρέξει κανείς με εμπιστοσύνη, ακόμη και για πρωτοβάθμιες, χρηστικές πληροφορίες, που φαίνεται να μην είναι πάντα προσιτές σε πρώτη ζήτηση. Η κυρία Ντία Φιλιππίδη, με την οποία είχαμε μακρά συνεργασία για τα μεθοδολογικά προβλήματα της υπό έκδοσης πλέον βιβλιογραφίας της των μεταφράσεων ελληνικής λογοτεχνίας σε αγγλική γλώσσα (6) μπορεί να μαρτυρήσει τις δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε για να εξακριβώσουμε αξιόπιστα ληξιαρχικά στοιχεία συγχρόνων και παλαιότερων λογοτεχνών, καθώς και για χρονολογίες έκδοσης έργων. Τούτες οι φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες δίνουν το μέτρο των δυσχερειών που εξακολουθούν να υπάρχουν από την έλλειψη βασικών εγχειριδίων.

   Η βιβλιογραφία της νεοελληνικής λογοτεχνίας είναι μέσο πληροφόρησης και μελέτης των έργων, των κειμένων και των συγγραφέων μας. Είναι το σκαλοπάτι για να φτάσουμε κάπου αλλού. Δεν είναι και δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός. Μια και ξεκίνησα την εισήγησή μου με ένα παράθεμα του τιμώμενου από το Συνέδριό μας Κ. Θ. Δημαρά, ταιριάζει, νομίζω να κλείσω μ’ έναν ακόμη δικό του, σοφό λόγο. Η Βιβλιογραφία «είναι ένας απαραίτητος ενδιάμεσος σταθμός, οπωσδήποτε, μάλιστα, τοποθετημένος πολύ κοντά στην αρχή’ με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί τέρμα» (7).

1., Κ. Θ. Δημαράς: Δημήτριος Σ. Γκίνης, περ. Ερανιστής, τ. ΙΕ΄, 1979, σελ. 330-335 (το παράθεμα στη σελ. 334).

2., Για τη βιβλιογραφική, αλλά και τη συνολικότερη προσφορά του Γ.Κ. Κατσίμπαλη στη νεότερη λογοτεχνία μας, βλ. το βιβλίο μου Γ.Κ. Κατσίμπαλης, Βιβλιογραφία και 12 κριτικά κείμενα. Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, 1980. Πρβλ. επίσης, το συναφές μελέτημά μου. Βιβλιογραφικά της νεότερης λογοτεχνίας μας, περ. Διαβάζω τ.44, Ιούλ.1981, σελ.27-33 [= Δημήτρης Δασκαλόπουλος: Τα Βήματα του Χρόνου. Σημειώσεις Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Διάττων 1987, σελ. 111-130].

3., Η ολοένα ενημερούμενη εργασία του Π. Δ. Μαστροδημήτρη καταγράφει περισσότερες από 100 συναφείς βιβλιογραφίες, στην πρόσφατη, νέα έκδοσή της (6η έκδοση, 1996).

4., Πολυτιμότατο εγκόλπιο, που συστηματοποιεί όλα τα σχετικά βιβλιογραφικά προβλήματα και προτείνει λύσεις, συνιστά το μελέτημα του Χ.Λ. Καράογλου: Βιβλιογραφίες λογοτεχνών. Θεωρητικά και μεθοδολογικά ζητήματα, περ. Μολυβδο-κονδυλοπελεκητής, τ.5, 1995/96, σελ. 73-118 (και ανάτυπο)

5., Γιώργος Ζεβελάκης: Η ζωή των περιοδικών το 1980, περ. Διαβάζω, τ. 40, Μάρτ. 1981, σελ. 24-32

6., Βλ. το επόμενο κείμενο του παρόντος τόμου, τιτλοφορούμενο «Το βιος μας στην ξενιτιά»

7., Κ. Θ. Δημαράς, ό.π., σελ.333.

    ΔΗΜΗΤΡΗΣ  ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ

Από τον τόμο: Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Συμπαθητική Μελάνη. ΘΕΜΑΤΑ- ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ- ΕΡΓΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, εκδόσεις ΕΡΜΗΣ, Αθήνα 1999, σελίδες 175-181.

Διευκρινιστικά:

    Όπως όλοι οι ερευνητές ή συγγραφείς, επαγγελματίες ή ερασιτέχνες βιβλιογράφοι φαντάζομαι, ασχολούνται με κάθε μορφής και είδος βιβλιογραφίες, συγκέντρωση λημμάτων για την σύνταξη μιάς βιο-εργογραφίας ενός λογοτέχνη, θα ανατρέχουν τουλάχιστον στις βιβλιογραφικές και θεωρητικές περί των Βιβλιογραφιών εργασίες του Δημήτρη Δασκαλόπουλου. Είναι ο πλέον κατάλληλος για τέτοιας φύσεως λογοτεχνικά ζητήματα των νεότερων γενεών και χρόνων. Θα τολμούσαμε να γράφαμε-ως μη ειδικοί ή βιβλιοθηκονόμοι, ότι «συγκεφαλαιώνει» θεωρίες και μεθόδους που εφαρμόστηκαν από προηγούμενων γενεών ελλήνων βιβλιογράφων στους χώρους της Βιβλιογραφίας και ειδικότερα των πεδίων της Λογοτεχνίας. Ας μου επιτραπεί μόνο εμπειρικά να σημειώσω εν τάχει, ότι στις παλαιότερες χρονολογικά περιόδους ενασχολήσεών μου συγκέντρωσης στοιχείων και πληροφοριών για λογοτεχνικές μου εργασίες και συντάξεις καταλόγων, αποδελτιώσεων, επισκεπτόμενος δημόσιες βιβλιοθήκες και αρχεία, και αντιμετωπίζοντας διάφορους σκοπέλους και δυσκολίες, δεν ανέτρεχα μόνο σε εργασίες προηγούμενων βιβλιογράφων για να δω πώς λύνουν τα συναφή δικά τους προβλήματα, αλλά αποκτώντας μια σχετική οικειότητα με τα άτομα που εργάζονταν σε βιβλιοθήκες τα ρωτούσα πώς είναι οργανωμένο το δικό τους σύστημα βιβλιογράφησης. Άκουγα σε καθαρά πρακτικό επίπεδο αναζήτησης ενός βιβλίου ή πληροφοριακού στοιχείου, την άποψή τους, τι μου έλεγαν. Έβλεπα σε εργαζόμενα πρόσωπα που έδειχναν ένα κάποιο μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τα λογοτεχνικά μας πράγματα τι λύσεις έδιναν, πέρα από την κλασική και βαρετή απάντηση «δεν το έχουμε» ή «δεν έχουμε προσωπικό να σας εξυπηρετήσουμε». Ορισμένα προβλήματα λύνονταν πάλι, όταν στεκόσουν τυχερός και πρόσεχες μία παραπομπή σε μία σημείωση ενός άλλου συγγραφέα στο δικό του άρθρο ή συγκεντρωτική εργασία. Όφειλες όμως να ανατρέξεις και να διασταυρώσεις τις πηγές όσο αυτό ήταν δυνατόν. Μία φορά την πάτησα και έκτοτε μου έγινε μάθημα και αναφέρω σχεδόν τα πάντα, φυσικά κάτι θα ξεφύγει στο τελικό αποτέλεσμα είτε στο μάτι ή στο τυπογραφείο. Τα βιβλιογραφικά ζητήματα δεν εξαλείφονται τελείως, τουλάχιστον όμως ελαχιστοποιούνται, περιορίζονται, και μία Βιβλιογραφία είναι πάντα ανοιχτή στο χρόνο έχει αρχή αλλά όχι τέλος. Και ακόμα, το προβληματικό της υπόθεσης είναι όταν έχεις συντάξει, μαζέψεις ένα αρκετά μεγάλο βιβλιογραφικό υλικό για έναν συγγραφέα ή το έργο του, ανακαλύπτεις ότι τυχαία ή καθυστερημένα κάποιος άλλος ερευνητής βιβλιογράφος έχει προηγηθεί και έχει δημοσιεύσει ή εκδώσει την εργασία του. Σε αυτές τις άτυχες περιπτώσεις είσαι υποχρεωμένος να καταστρέψεις το δικό σου υλικό, να το πετάξεις, που με τόσο προσωπικό μόχθο και έξοδα συγκέντρωσες. Αλλά ίσως, όπως μας λέει ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος η βιβλιογραφική περιπέτεια δεν είναι αυτοσκοπός, και εντέλει να μην ήταν τόσο άγονο το περιπετειώδες ταξίδι.

      Στην δική μου αντιγραφή του κειμένου του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, μαύρισα τα αναφερόμενα ονόματα και υπογράμμισα με γραμμή τα ουσιαστικότερα σημεία του κειμένου. Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος δεν αποφαίνεται εκ καθέδρας, δεν απολυτοποιεί την βιβλιογραφική έρευνα και τα προβλήματα που γεννιούνται, κατά την διαδικασία της συγκέντρωσης του υλικού και την μεθοδολογία παράθεσής του. Τα ερωτήματα που αναφύονται θέτονται με διαλλακτικό τρόπο, περισσότερο ως στοχασμό από τον βιβλιογράφο και όχι αναγκαστική επιταγή μιας «ντιρεκτίβας» βιβλιογραφικών οδηγιών που οφείλει να ακολουθήσει ο συντάκτης της εργασίας. Νηφάλιος, διαλλακτικός, ήρεμος και μάλλον συγκαταβατικός ο λόγος του Δημήτρη Δασκαλόπουλου αντιμετωπίζει τα θέματα όχι ως ανυπέρβλητα εμπόδια, μη λύσης αλλά, ως εσωτερικά ζητήματα της λογοτεχνίας που ίσως και από «μόνα» τους προσφέρουν όποτε παρίσταται η ανάγκη την δεδομένη απάντηση. Και είναι εύλογο και φυσικό να συμβαίνει αυτό για έναν βιβλιογράφο ο οποίος κατόρθωσε στην διάρκεια των βιβλιογραφικών του εργασιών και ερευνών να ανατρέξει, να δει, να ξεφυλλίσει, να πιάσει στα χέρια του το σύνολο σχεδόν των τίτλων των λογοτεχνικών περιοδικών του προηγούμενου αιώνα όπως μας έχει δηλώσει ο ίδιος σε γραπτά του και δηλώσεις του. Η πλούσια και καρποφόρα αυτή ατομική του περιπέτεια, τον γέμισε σοφία, γνώση, εμπειρία, ευρύτητα παιδείας, την απόλαυση μιάς γενικής εποπτείας της ελληνικής γραμματείας, των συγγραφέων και των έργων τους, των δημοσιευμάτων τους όπως καθρεπτίζονται και αποτυπώνονται μέσα στις σελίδες των διαφόρων λογοτεχνικών περιοδικών και συναφών εντύπων. Και, ασφαλώς, το κέρδος δεν είναι μόνο λογοτεχνικό ξεφυλλίζοντας και ανατρέχοντας σε παλαιούς τίτλους λογοτεχνικών περιοδικών είναι και καλλιτεχνικό. Αναγνωρίζουμε εικαστικούς καλλιτέχνες που φιλοτεχνούν τα εξώφυλλα και τις μέσα σελίδες. Τις αισθητικές ποιότητες και τεχνικές διαβαθμίσεις των τυπογραφείων, τις μεθόδους των βιβλιοδετών. Τα δεσίματα των τευχών, τα στοιχεία και τις γραμματοσειρές, τις ένθετες φωτογραφίες, ακόμα και την ποιότητα του μελανιού. Η ανάγνωση ενός τίτλου λογοτεχνικού περιοδικού ή άλλου εντύπου, δεν είναι χρήσιμη μόνο στους βιβλιογράφους και τους ιστορικούς και ερευνητές της ελληνικής ή ξένης γραμματείας αλλά και σε εμάς τους αναγνώστες, στο ευρύ κοινό. Ο ρόλος και η συμβολή λοιπόν των βιβλιογράφων είναι πολύτιμος, χρήσιμος και αναγκαίος, όσο και η πρωτογενής συγγραφική παραγωγή των συγγραφέων.

    Τα ονόματα που αναφέρονται στο παλαιό κείμενο «Βιβλιογραφικά της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, μας είναι γνωστά, και ορισμένοι τίτλοι βιβλίων έχουν εκδοθεί μεταγενέστερα όπως το ογκωδέστατο Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας των εκδόσεων «Πατάκη», η Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 1000 μ.χ.- 2000 μ.χ. των εκδόσεων «Σταφυλίδη», η πολύτομη σειρά ελληνικής ποίησης και πεζογραφίας των εκδόσεων «Σοκόλη», η επίσης πολύτομη ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας του Αλέξανδρου Αργυρίου των εκδόσεων «Καστανιώτη», η εμπλουτισμένη ανατύπωση της ελληνικής λογοτεχνίας των εκδόσεων «Χάρη Πάτση» για να περιοριστώ σε ενδεικτικούς τίτλους. Και φυσικά έχουν εμπλουτιστεί τα άρθρα και τα δημοσιεύματα σχετικά με την Βιβλιογραφία και έχουν αποδελτιωθεί σε αυτόνομες εκδόσεις τίτλοι ελληνικών λογοτεχνικών περιοδικών. Σημαντική εδώ να τονίσουμε η συμβολή του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου σε κάθε ενδιαφερόμενο βιβλιογράφο, όπως και άλλων Δημόσιων Βιβλιοθηκών και Ιδιωτικών Αρχείων, όπως και του ΕΚΕΒΙ.

    Δεν γνωρίζω αν ακόμα διοργανώνονται Συνέδρια Βιβλιογραφίας από το Κολλέγιο Αθηνών ή άλλες Σχολικές Ιδιωτικές μονάδες, στις Ελληνικές Πανεπιστημιακές Σχολές και τι νέες ιδέες, απόψεις, θέσεις, μεθόδους και πληροφορίες κατατίθενται στις Ημερίδες αυτές σε καιρούς ψηφιοποίησης των πάντων και με μεγάλη ταχύτητα, διεθνών Σχολικών και Εκπαιδευτικών Συναλλαγών, Συνεργασιών και Ανταλλαγών. Τι επίδραση θα έχει πάνω στα πεδία της Βιβλιογραφίας και των Ερευνών η Τεχνική Νοημοσύνη, το Α.Ι. όπου τα πάντα ανατρέπονται, αποκτούν άλλες ανεξέλεγκτες διαστάσεις πρωτόγνωρες, καταργούνται επαγγελματικές ειδικότητες στο άμεσο μέλλον όπως του εκπαιδευτικού, όπως λέγεται στις ειδήσεις που μας έρχονται από άλλες προηγμένες χώρες της Δύσης. Το κατά πόσο θα αποφορτιστεί το ενδιαφέρον των Βιβλιοκριτικών και πόσο θα αλλάξουν οι παραδοσιακοί μέθοδοι σύνταξης μιάς Βιβλιογραφίας και οργάνωσής της, τουλάχιστον ο γράφων δεν γνωρίζει.

Αν όμως ακούσουμε τι μας είπαν στην παρουσίαση της έκδοσης ενός πρόσφατου βιβλίου πάνω στην Τεχνητή Νοημοσύνη και ο ίδιος ο συγγραφέας του κύριος Θεόδωρος Σκυλακάκης για τις επερχόμενες ραγδαίες αλλαγές και εξελίξεις που θα επέλθουν στις κρατικές εργασιακές σχέσεις και τις οικονομικές και προγράμματα διοίκησης της ελληνικής πολιτείας, τότε μάλλον, τα όποια σύγχρονα Βιβλιογραφικά ζητήματα-αν υφίστανται- θα έχουν άλλες διαστάσεις όπως και η σχέση μας ημών των αναγνωστών με την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία και οικουμενικότητα του ανθρώπινου πολιτισμού και των επιτευγμάτων της παράδοσής του.

    Θα ήθελα να κλείσω την σημερινή ανάρτηση στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, με αφορμή την παλαιά ομιλία του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, με την κατακλείδα της απάντησης του καθηγητή πολιτικής και κοινωνικής φιλοσοφίας κυρίου Κωνσταντίνου Καραγιαννόπουλου σε συνέντευξή του στον κύριο Απόστολο Αποστόλου. Η συζήτηση δημοσιεύτηκε στο γνωστό και καλαίσθητο και με εύρωστη πάντα ενδιαφέρουσα ύλη περιοδικό «το κοράλλι» γράμματα-τέχνες- επιστήμες- ζωή. Τεύχος 47-48/10, 2025. Το περιοδικό είναι τριμηνιαίο, ιδιοκτήτης και εκδότης του είναι ο κ. Γιώργος Γκέλμπεσης και διευθυντής σύνταξης ο κ. Κώστας Χατζηαντωνίου, ενώ τον σχεδιασμό του περιοδικού έχει ο κ. Νίκος Σουπιωνάς. Η συνέντευξη δημοσιεύεται στις σελίδες 97-106. Η προτελευταία ερώτηση είναι:

«Α. Α.-Μπορούμε να φέρουμε τους ανθρώπους πίσω, στην αγάπη και στη ζεστασιά του βιβλίου και της ανάγνωσης; Να τους απομακρύνουμε- έστω και για λίγο- από την ψυχρή οθόνη και την παθητικότητα της (τηλε-) θέασης;

- Κ.Κ. Είναι δύσκολο και αυτό γιατί στην πραγματικότητα γίναμε ένα σύστημα χωρίς αντιθέσεις- μας λείπει η εσωτερική αρνητική και δίνουμε κάθε μέρα διαγωνισμούς στην επίδραση του αφρού των πραγμάτων της ασημαντότητας. Είμαστε σε ένα ανάδρομο πεπρωμένο με παρωδικά προσχήματα. Σήμερα είμαστε σαν να έχουμε πεταχτεί μέσα από τις σελίδες του Borges στο βιβλίο του «Λαχείο της Βαβυλώνας», όπου όλα αποτελούν μιά προσποίηση που αναγκάζουν τον άνθρωπο να κινηθεί στην απάτη και το δόλο, δηλαδή στους προκαθορισμούς της απομίμησης, η οποία (απομίμηση) αποτελεί μιά επιχείρηση ή ένα πρόσημο του τελετουργικού θεάτρου της ζωής μας. Εκεί λοιπόν ο άνθρωπος καθίσταται αδιάφορος και αδιαφοροποίητος, χωρίς αναζητήσεις άλλων εποχών, γιατί όλα κινούνται στη δίνη της ταχύτητας που μας πάει εμπρός χωρίς να ενδιαφερόμαστε για τίποτα από το παρελθόν. Σήμερα έχουμε επενδύσει σ’ ένα μέλλον δίχως όρια. Έχουμε χωνέψει το αδιαφοροποίητο, έχουμε απορρίψει τη νοσταλγία, φοράμε απλώς μιά μάσκα και συναιρούμαστε στη διάθλαση του πραγματικού.

-Είστε αισιόδοξος για το μέλλον;

-Κ.Κ. Θα έλεγα ότι είμαι αισιόδοξος εν πλήρει αισιοδοξία…».

   Όσο για το μέλλον της Βιβλιογραφίας; θεωρώ ότι θα έχει την ίδια τύχη που θα έχει και η ανθρώπινη γραφή μετά από χρόνια, μια και είναι δρόμοι παράλληλοι.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

13 Ιουνίου 2026

        
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου