Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Κλέων Β. Παράσχος, Ζωή ή Τέχνη

 

ΛΟΓΟΚΟΠΙΑ  ΚΑΙ  ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

του Κλέων Παράσχου

          Για να σκιτσάρω τη λογοτεχνική επισκόπηση του 1947, ξεφύλλισα βιβλία, ξεφύλλισα περιοδικά. Δεν υπάρχει πιό θλιβερό πράμα από κάτι που ξεκίνησε για να γίνει λογοτέχνημα και που έμεινε ορμαθός από λέξεις. Διάβασα φράσεις, λέξεις, μου ανακοινώθηκαν γεγονότα, αισθήματα, σκέψεις, μαγεία δεν αισθάνθηκα. Και όμως αυτό- η μαγεία- είναι το μοναδικό νόημα του λογοτεχνήματος, άλλη δικαίωση δεν έχει το λογοτέχνημα. Η τέχνη δεν είναι επανάληψη, δεν είναι ένα μέσα στα τόσα άλλα συστατικά της ζωής. Είναι κάτι που στέκεται ισοδύναμα δίπλα στη ζωή, κάτι πραγματικά νέο. Κι άς ξεκινά, κι ας είναι συμπύκνωμα, κι άς παίρνει όλο το υλικό της απ’ τη ζωή. Με τούτο το νόημα λέμε την τέχνη δημιουργία, με τούτο το νόημα έλεγε ο Φραγκίσκος Βάκων ότι τέχνη είναι η φύση μ’ επιπλέον τον άνθρωπο. Η ιστορία του “Le Rouge et le Noir” του Στεντάλ θα ήταν πολύ πιό ενδιαφέρουσα στην πραγματικότητα, παρότι είναι στο μυθιστόρημα. Αλλά όλο το μυθιστόρημα του Στεντάλ μαζί με την ιστορία, ή καλύτερα, η ιστορία μες στο μυθιστόρημα, είναι κάτι άπειρα πιό ενδιαφέρον. Στο μυθιστόρημα υπάρχει η ευαισθησία, η πείρα, η προσωπικότητα, η μορφοποιητική ικανότητα του Στεντάλ. Το μεμονωμένο μοτίβο, το ερωτικό έγκλημα, όμοιο ή παραπλήσιο με χιλιάδες άλλα, που το πήρε από την Gazette des Tribunaux  ο Στεντάλ, πλουτίστηκε, ορχηστρώθηκε, έγινε συμφωνία.

          Γεγονότα, σκέψεις, αισθήματα, πρόσωπα μου προσφέρει άπειρα η ζωή και πολύ πιό ενδιαφέροντα απ’ εκείνα πού μου προσφέρει η «φιλολογία». Ο μεγάλος νόμος, η μεγάλη επιταγή, το μεγάλο «δέον» της τέχνης είναι το ύφος. Από το διήγημα, από το ποίημα, από το μυθιστόρημα, ακόμα και από το δοκίμιο, δεν περιμένω ν’ αντλήσω γνώσεις, ν’ ακούσω γεγονότα, να μάθω αισθήματα, σκέψεις’ περιμένω να μαγευτώ. Όσο δεν υπάρχει μαγεία, όσο ο λογοτέχνης, με τα γεγονότα, με τα αισθήματα-και με τις λέξεις, όπου όλα μετουσιώνονται και αξιοποιούνται, αποχτούν ύπαρξη-δεν κάνει μαγεία, δεν έκανε μαγεία, αυτό που έγραφε είναι «αδιάφορο» για την τέχνη. Το περιστατικό που θα μου διηγηθεί ο γείτονάς μου στο δρόμο, τις σκέψεις, τα αισθήματα που θα μου εκμυστηρευθεί ένας φίλος, το έγκλημα που θα διαβάσω σε μιά εφημερίδα, έχουν την ίδια απολύτως αξία. Μόνο που ο καλαμαράς πήρε πέννα και χαρτί και ξόδεψε και ώρα για να τα γράψει. Μάλιστα αυτά τα γραμμένα έχουν λιγότερη αξία από τα προφορικά. Γιατί στα προφορικά όταν τ’ ακούω μου έρχεται κάτι από τη ζέστα του ζωντανού ανθρώπου που μου τα ιστορεί’ ενώ στα άλλα, τα γραμμένα, δε βλέπω παρά λεφούσια πού μου φέρνουν πλάκωση στην ψυχή από μαύρα ψηφία.

          Τις φοβερές αυτές κοινοτοπίες, με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο, βαρέθηκα χρόνια τώρα να τις λέω και να τις ξαναλέω. Όταν τις γράφεις, στον τόπο μας, (και αλλού’ το κακό είναι γενικό), σε βαφτίζουν esthete, και σήμερα, πιό «επιστημονικά» σε λένε μορφολάτρη. Δε δίνεις σημασία στο περιεχόμενο, προσέχεις τη μορφή του λογοτεχνήματος, εκείνο το παιχνίδι των λεκτικών τόνων και φθόγγων, τον γλυκασμό που σου δίνει η «ωραία» μορφή, ενώ αν πρόσεχες, τις σκέψεις, τις ιδέες, τα αισθήματα- ανεξάρτητα από τη μορφή οπού πήραν- θα ξάνοιγες ίσως εκεί μέσα, πλούτη ανείκαστα, λαχτάρες και ταραχές της ψυχής, που μπορεί να δουλεύουν για τη γενική-την ηθική, την κοινωνική- προκοπή του ανθρώπου, όσο δε δούλευε ποτέ και δε θα δουλέψει καμιά «ωραία» μορφή.

          Δεν πρόκειται όμως για τους λογής κατεργάρηδες που επειδή φορέσανε του λόγου τους ράσο ή θέλουν να δείχνουν ότι φορέσανε, προσπαθούν σώνει και καλά να μας το φορέσουν κ’ εμάς, προσπαθούν να κάνουν σκλαβάκι της όποιας τους «ηθικής» ή «ιδέας» την τέχνη. Πρόκειται για κείνους πού καθόλου δεν σκέφτονται να γίνουν Βδελλόπουλοι, που έχουν ίσα-ίσα όλη την καλή θέληση να γράφουν λογοτεχνήματα. Τους ξεγελούν τα πρώτα συστατικά του λογοτεχνήματος, η εξωτερική του μορφή, και μένουν σ’ αυτά. Αραδιάζω ρίμες, μέτρα, εικόνες’ αυτά είναι ποίηση’ γράφω λοιπόν ποίηση. Σκαρώνω μιά ιστορία, τη μπλέκω, ονοματίζω- ο Αβρούχης, ο Κράπερος-και κινώ μερικά πρόσωπα’ αυτό είναι το μυθιστόρημα’ έγραψα λοιπόν μυθιστόρημα. Ο μηχανισμός είναι ίδιος και απαράλλαχτος σε όλα τα «είδη». Χάρις στον μηχανισμό αυτόν, πού δουλεύει στο κενό και που μπορεί να δουλεύει επ’ άπειρον, σωρεύονται τα βουνά εκείνα το χαρτί, που είναι το πιό μελαγχολικό ίσως πράμα του κόσμου.

          Θα μπορούσα εδώ να βάλω στίχους, να βάλω πεζά, και να δείξω, αρκετά πειστικά φαντάζομαι, γιατί οι στίχοι και τα πεζά που θάβαζα είναι «φιλολογία» και δεν είναι «λογοτεχνία». Δεν το κάνω. Θα πίκραινα ίσως ανθρώπους που τους κόλλησε η μανία να γράφουν και που μπορεί να είναι σαν άνθρωποι συμπαθέστατοι Και θα είτανε όμοια μάταιο να αραδιάσω ποιήματά και πεζά που είναι «μαγεία». Ας σκεφτούμε τους συγγραφείς που βρίσκονται όχι καταγραμμένοι στα λεξικά μήτε κοιμούνται στις βιβλιοθήκες, παρά που πραγματικά ζούν, που τους παίρνουμε και τους ξαναπαίρνουμε κάθε τόσο στα χέρια μας- αυτό είναι το μοναδικό κριτήριο της αξίας τους, τα άλλα ας τα χαίρονται οι δάσκαλοι και οι γραμματικοί-και θα νιώσουμε τι θέλω να πω με τη λέξη μαγεία. Μαγεία είναι το ύφος, ένας προσωπικός τρόπος να βλέπω, να αισθάνομαι και να λέω τα πράγματα και που εγώ μόνο τον έχω και άλλος  κανείς. Ο Θουκυδίδης έχει τέτοιο ύφος’ έχει και ο Παπαδιαμάντης.

          Πρέπει ωστόσο να ξεκαθαρίσω το πράμα. Μιλώντας για το μυθιστόρημα ειδικά, ο Julien Green, εδώ και κάμποσα χρόνια, είπε σε μιά συνέντευξη ότι πρέπει να έχει το δικό του το ύφος. «Το ύφος όπου «σκαλώνει» το μάτι δεν αξίζει τίποτε νομίζω προκειμένου για το αντικειμενικό μυθιστόρημα, γιατί το ύφος είναι ο συγγραφέας και δεν πρέπει να σκέφτεται κανείς το συγγραφέα σ’ ένα τέτοιο είδος βιβλίο. Πρέπει λοιπόν να ταπεινώσουμε το ύφος και να κάνουμε έτσι ώστε το θέμα να υπάρχει και να ζει από μόνο του. Άς βρίσκεται λοιπόν πάντα μπροστά σ’ ένα γεγονός και όχι μπροστά σε μιά φράση ο αναγνώστης». Την ίδια επάνω κάτω γνώμη- τη θυμίζει στο Γκρήν ο συνομιλητής του Φρειδερίκος Λεφέβρ- διατύπωνε, τον ίδιο καιρό, και ένας άλλος Γάλλος συγγραφέας, ο Ζαν Ζιροντού, που είχε ωστόσο τόσο την έγνοια του ύφους και που έχει ύφος τόσο προσωπικό. «Η τέχνη του μυθιστορήματος έγκειται προ πάντως στο να στήνει κανείς ζωντανά πρόσωπα (1)). Κάθε ερμηνεία (των πραγμάτων) πάρα πολύ ιδιότυπη, κάθε ποιότητα ύφους πάρα πολύ εμφανής (2)) μπορεί να μπει ανάμεσα στη μυθιστορία και στον αναγνώστη, να διακόψει την προσκόλληση τούτου σ’ εκείνην, να ζημιώσει την αληθοφάνεια».

          Το μυθιστορηματικό ύφος, λένε επάνω κάτω ο Ζιροντού και ο Γκρήν, χωρίς να είναι μαγικό, χωρίς κάθεαυτά τα λεκτικά στοιχεία του να μαγεύουν, έχουν ένα δυναμισμό, ένα παλμό, κάτι ανάμεσα και κάτω από τις λέξεις- που διαπερνά όμως τις λέξεις-το οποίον μας συνεπαίρνει. Πρόζα «καθαρή» δεν είναι η πρόζα του Μπαλζάκ,  ίσια-ίσια είναι πολύ «ακάθαρτη», το ίδιο και η πρόζα του Δοστογιέφσκι. Όταν όμως ανοίξεις ένα μυθιστόρημα (από τα «καλά») του Γάλλου ή του Ρώσου μυθιστοριογράφου, και διαβάσεις λίγες σελίδες, κάτι, δεν ξέρεις τι, από τη διήγηση από τα πρόσωπα, από το ζωγράφισμα του υλικού κόσμου, ξεπηδά, ηλεκτρικό, δαιμονικό, και κυριεύει όλο το είναι σου. Και διαβάζεις το βιβλίο, αιχμάλωτος αυτού του δαιμονικού ρεύματος, πού δεν καταφέρνεις να πεις, κι ας το νιώθεις να περνά στο είναι σου τόσο έντονα, πούθε έρχεται και ποιά ακριβώς συστατικά το απαρτίζουν.

          Και η κρίση τούτη ως ένα σημείο μόνο είναι σωστή, και η κρίση τούτη δε μπορεί να ρίξει το νόμο της μαγείας. Τα καλύτερα μυθιστορήματα, ακόμα και του Μπαλζάκ, είναι τα πιό «καλογραμμένα», εκείνα όπου το όραμα του καλλιτέχνη, το θέμα, τα πρόσωπα που επυράκτωσαν τη φαντασία του, εκείνα όπου η προσωπική του αίσθηση του κόσμου και της ζωής (η “interpretation”, όπως τη λέει ο Ζιροντού) βρήκαν και τις πιό «προσωπικές» λέξεις-τις πιό υποβλητικές, τις πιό μαγικές- για να εκφραστούν. Θυμηθείτε την αρχή του “Pere Goriot”, εκείνο το παρισινό μαιανδρικό παληοσόκκακο, και ύστερα, τη φριχτή εκείνη πανσιόν Βωκέ, και ύστερα, τους οικοτρόφους της πανσιόν, που προβάλλουν ένας-ένας σαν εφιαλτικές φιγούρες του Ντωμιέ. Είναι αλλεπάλληλοι «Ρέμπραντ», που μιά όταν τους αντικρίσεις, όσα χρόνια και αν περάσουν, δεν τους ξεχνάς. Και θυμηθείτε και στον Δοστογιέφσκι, εκείνα τα σπίτια που στάζουνε παλιοσύνη, και τους δρόμους και τα καταγώγια, και όλα τα μέρη όπου στις δραματικές ιδίως στιγμές (δεν υπάρχουν δα και άλλες στον Δοστογιέφσκι) περιφέρει τα πρόσωπά του. Το όραμα, οι εικόνες των υλικών αντικειμένων έχουν τέτοια δύναμη γιατί βρήκε ο συγγραφέας και λέξεις μαγικές για να τις αποτυπώσει. Άλλωστε, λέξεις και εικόνες κ’ αισθήματα, όλ’ αυτά δεν χωρίζονται. Το ζήτημα είναι η εντύπωση που μου δίνει το λογοτέχνημα, ό,τι κι αν τη γεννά, απ’ όπου κι αν βγαίνει, να ενεργεί, μαγικά, απάνω μου, να είναι μαγεία.

     Πολύ επιγραμματικά ξεκαθάρισε το πράμα ο Τ. Σ. Έλιοτ:Une emotion pure est un pur neant”. Και το ίδιο και μιά σκέψη σαν σκέψη απλή, κι’ ένα αίσθημα σαν αίσθημα απλό, και το κάθε τι που δε μετουσιώνεται σ’ αισθητικό «αντικείμενο» δε γίνεται μαγεία, για την τέχνη δεν έχει ύπαρξη. Ο Μπωντλαίρ έλεγε ότι η ποίηση πρέπει να είναι μιά “magie suggestive” μιά “sorcellerie evucatoire”. Και θα μπορούσε να το πει αυτό όχι μονάχα για την ποίηση παρά και για κάθε λογοτέχνημα. Και ακόμα παλιότερα, το σωστό νόημα του λογοτεχνήματος, το τί πρέπει να είναι το λογοτέχνημα και το τί πρέπει να μας προσφέρει το όριζε ο Montaigne, όταν έγραφε στο τέλος του δοκιμίου του για τις «Τρείς Συναναστροφές»,  (“De Trois Commerces”): «Αν κανένας μου πει ότι εξευτελίζουμε τις Μούσες, όταν τις μεταχειριζόμαστε για παιχνίδι μόνο και πασατέμπο’ δεν ξέρει, όπως εγώ, πόσο αξίζει η ηδονή, το παιχνίδι και το πασατέμπο: μόλις που δε λέω ότι κάθε άλλος σκοπός είναι γελοίος».

          Οι λογάδες, οι φαρισαίοι, οι ψευτοϊεροκήρυκες, οι αποτυχημένοι λογοτέχνες που τόριξαν στις ηθικολογικές και ιδεολογικές φαφλαταρίες και που βάλθηκαν να κάνουν τον τιμητή και τον κριτή, γιατί τα άλλα έρχονται σαν πιό δύσκολα και τίποτε πιό εύκολο δε γίνεται απ’ αυτό, όλα τα πρασινοκίτρινα ζούδια που βράζουν στο νεροζούμι τους, νύχτα μέρα, σα δαιμονισμένα δουλεύουν για να νοθέψουν το νόημα του λογοτεχνήματος.

          Έτσι βλέπουμε οι έννοιες του ύφους, της μορφής, της μαγείας, να γίνονται έννοιες παρακατιανές, ολότελα ασήμαντες, να σβήνουν. Να σκαρώσεις το «ποίημα», το διήγημα, το ρομάντσο, να γράψεις «βιβλίο», κι άς είναι ό,τι είναι. Οι πιό απρόσωποι, οι πιό ουδέτεροι, οι πιό άχρωμοι άνθρωποι, εκείνοι που δεν έχουν τίποτε μέσα τους και δεν μπορούν τίποτε δικό τους να πούν, καταφεύγουν στη λογοτεχνία. Και νομίζουν ότι κάνουν «λογοτεχνία». Ενώ δεν κάνουν παρά να σωρεύουν στις αρμαθιές το τυπωμένο χαρτί και άλλες αρμαθιές τυπωμένο χαρτί, και άσκοπα και μάταια- τόσο μάταια!- να ξοδεύουν χρήμα και χρόνο.

(1)., Το ίδιο πίστευε και η Βιρτζίνια Γούλφ.

(2)., Η ποιότητα του ύφους του Φλωμπέρ λ.χ. που, κατά τον Ζιροντού (δεν το λέει, το υπονοεί) ζημιώνει την αληθοφάνεια της «Κυρίας Μποβαρύ» ή της «Αισθηματικής Ανατροφής».

     ΚΛΕΩΝ  ΠΑΡΑΣΧΟΣ

Περιοδικό Νέα Εστία, έτος ΚΒ΄, τόμος 43ος, τχ. 493/ 15-1-1948, σ. 100-102.

Σχετικά

        ΣΗΜΕΡΑ Η ΜΕΡΑ ΠΕΡΑΣΕ

Σήμερα η μέρα πέρασε γεμάτη πρόσχαρους θορύβους’

της γειτονιάς μου παίζοντας εύθυμα εκράξαν τα παιδιά,

και προς το βράδυ απ’ το βουνό μιά συντροφιά κατέβηκε

κι ώρα με γέλιο και φωνή επλημμύρισε το δρόμο.

Χειμερινός ήλιος γλυκός την καμάρα μου εζέστανε,

παντού απλωμένος μαλακά, στους τοίχους, στα βιβλία.

Τυραννικά, απ’ τα τωρινά κι’ απ’ τα παλιά δεν ήρθανε,

καθημερινές συντρόφισσες, οι Λύπες να με ζώσουν.

Μόνο χαρές, τρελές χαρές, μες στην ψυχή μου ξύπνησαν,

και γέλασαν και κράξανε και μ’ όλους κελαϊδήσαν

της μέρας όπου πέρασε, τους εύθυμους αχούς.

         Κλέων Β. Παράσχος 

   Κλέων Β. Παράσχος (Πύργος Βόρειας Θράκης 1894- Φιλοθέη 3/7/1964). Γεννήθηκε όπως και άλλοι Έλληνες εκτός ελληνικών γεωγραφικών κρατικών συνόρων των χρόνων εκείνων, στο Μπουργκάς της Βουλγαρίας και έφυγε ξαφνικά στο σπίτι του στην Φιλοθέη στις 3 Ιουλίου 1964. Η κηδεία του έγινε την επομένη στον Ναό της Αγίας Φιλοθέης, ο συγγραφέας, κριτικός και διευθυντής της «Νέας Εστίας» Πέτρος Χάρης τον αποχαιρέτησε εκ μέρος της Ελληνικής Εθνικής Εταιρείας Λογοτεχνών. Φοίτησε στη Νομική Σχολή Αθηνών δίχως να αποπερατώσει τις σπουδές του. Εργάστηκε περιστασιακά ως καθηγητής της γαλλικής γλώσσας, και κυρίως ως δημοσιογράφος σε διάφορες ημερήσιες δημοκρατικές εφημερίδες της εποχής και περιοδικά. Όπως το «Ελεύθερον Βήμα», η «Ακρόπολις», η «Καθημερινή», η «Πρωϊα» και άλλες. Συνεργάστηκε επίσης με το περιοδικό που εξέδιδε ο συγγραφέας και ιστορικός της ελληνικής λογοτεχνίας που συνδέθηκε στενά με την πόλη του Πειραιά, ο Άριστος Καμπάνης, το «Νέον Κράτος» κατά την διάρκεια της 4ης Αυγούστου, και το περιοδικό που εξέδιδε η Ιταλική προπαγάνδα κατά τους χρόνους της Κατοχής, «Κουαδρίβιο». Για τις συνεργασίες του αυτές και ορισμένες του άλλες δραστηριότητες, στο ότι εργάστηκε στο Υπουργείο Τύπου και Πληροφοριών, του πρόσαψαν την μομφή ότι εμφορείτο από εθνικιστικές ιδέες. Μετά την απελευθέρωση της πατρίδας μας από τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής κατακρίθηκε και πολεμήθηκε από μερίδα (αριστερών κυρίως) διανοουμένων και συγγραφέων. Οφείλουμε όμως εδώ να σημειώσουμε μετά την παρέλευση τόσων δεκαετιών, ότι τα ονόματα των ελλήνων ποιητών και πεζογράφων που φιγουράρουν στα συγκεκριμένα περιοδικά και σε άλλα έντυπα της ίδιας ιδεολογικής οπτικής,-της ανασύστασης του Γ΄ ελληνοχριστιανικού πολιτισμού που πρέσβευε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και ο εμπνευστής της στρατιωτικός πρωθυπουργός- δεν είναι και λίγα και είναι αρκετά γνωστά μας, μια και συνέχισαν στα μεταγενέστερα ιστορικά χρόνια να γράφουν και να εκδίδουν συλλογές και πεζογραφήματά τους, να αποτελούν σημαίνοντα μέλη της σύγχρονης ελληνικής γραμματείας. Να θυμίσουμε εξάλλου, ότι μπορεί ο Κλέων Β. Παράσχος να βραβεύτηκε με το πρώτο κρατικό βραβείο κριτικής του Υπουργείου Παιδείας το 1939, αλλά και ότι ο μεγάλος Αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, βραβεύτηκε μαζί με μία ισπανίδα χορεύτρια από τον τότε δικτάτορα Θεόδωρο Πάγκαλο, και επί των σύγχρονων ημερών μας, την πολιτική υποστήριξη του νομπελίστα μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη στο κόμμα της Πολιτικής Άνοιξης του Καλαματιανού συντηρητικού πολιτικού. Ο κριτικός Κλέων Β. Παράσχος τιμήθηκε εκ νέου το 1956 με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου. Υπήρξε ακόμα μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών, δραστήριο μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Καλλιτεχνικής Επιτροπής του τότε Βασιλικού Θεάτρου έως τον ξαφνικό θάνατό του.

   Ο πολυγραφότατος και ακούραστος Κλέων Β. Παράσχος εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με τα φιλολογικά ψευδώνυμα «Λεύκος Ιτιώτης», «Μαρσύας» κλπ, δημοσιεύοντας ποιήματά του στα περιοδικά «Ελλάς» και «Ποιητική Έκδοσις» στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του προηγούμενου αιώνα. (1913). Στο δεύτερο περιοδικό υπήρξε και μέλος της Συντακτικής Ομάδος που το εξέδιδαν. Οι τίτλοι των περιοδικών που κατά διαστήματα συνεργάστηκε είναι αρκετοί, αναφέρουμε ορισμένους: «Γράμματα της Αλεξάνδρειας», «Κριτική και Τέχνη», «Βωμός», «Αναγέννηση», «Λόγος», «Εβδομάς», «Μούσα», «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», «Νέα Εστία» κλπ. Την κρίσιμη ιστορικά και δραματική χρονιά για τον Ελληνισμό της Μικρασιατικής Καταστροφής, το 1922, ο κριτικός και ποιητής εκδίδει την ποιητική του συλλογή «Εικοσιοχτώ ποιήματα του Κ. Β. Παράσχου και Είκοσι δύο του Μπωντλαίρ». Ασχολήθηκε με διάφορα είδη του γραπτού λόγου: Χρονικά, Αυτοβιογραφικά κείμενα, Ταξιδιωτικά, Χρονογραφήματα, Ποίηση, Πεζό, Δοκίμιο, Μελέτες, Θεωρητικά Κείμενα Κριτικής και Λογοτεχνίας, Βιβλιοκριτικές, Αρθρογραφία, Ημερολογιακές σημειώσεις, Μεταφράσεις κλπ. Ταλαντούχος και εμπνευσμένος διέθετε μεγάλη ευρωπαϊκή παιδεία και κατάρτιση πάνω στην ελληνική και την γαλλική λογοτεχνία. Επηρεάστηκε κυρίως από τον γαλλικό συμβολισμό, το ρεύμα του νεορομαντισμού και το κίνημα του αισθητισμού. Άφησε πίσω του ένα σχετικά μεγάλο και σημαντικό κριτικό και δοκιμιακό έργο, θεωρητικές του θέσεις πάνω στην λειτουργία της γραφής και την αξία της λογοτεχνίας. Αρκετά γνωστά μας ονόματα της ελληνικής ποίησης και πεζογραφίας κέντρισαν την προσοχή του και έγραψε για αυτά, ενώ αρκετά πλούσια είναι και η κριτικογραφία του. Η ποιητική του παρουσία δεν είναι και τόσο γνωστή, γνωστότερες είναι οι μελέτες του, τα δοκίμιά του και οι θεωρητικές του κριτικές θέσεις πάνω σε ζητήματα και προβλήματα της λογοτεχνίας.

   Ο Κλέων Β. Παράσχος υπήρξε κατά κοινή ομολογία ένας από τους σημαντικότερους έλληνες κριτικούς και δοκιμιογράφους, θεωρητικός της Ελληνικής Λογοτεχνίας. Ένα καλλιεργημένο άτομο με στέρεα παιδεία, ανοιχτό μυαλό και εποπτεία του καλλιτεχνικού χώρου, το οποίο ασχολήθηκε-και με τι δεν ασχολήθηκε αλήθεια, με τον πεζό και τον έμμετρο λόγο, το δοκίμιο, την βιογραφία, ως γαλλομαθής με την μετάφραση γαλλικών ποιημάτων, υπήρξε πολύ καλός ανθολόγος, κριτικός λογοτεχνίας από τους λίγους και ξεχωριστούς που ανέδειξε ο ελληνικός κριτικός λόγος και η ελληνική κριτική σκέψη. Σημαντικός Βιβλιοκριτικός. Ένας άνθρωπος της τέχνης πλασμένος από την υψηλή στόφα του καλλιτέχνη που υπερβαίνει την γενέθλια γλώσσα του τόπου καταγωγής του που γράφει και τα λογοτεχνικά πεδία της χώρας του από τα οποία προέρχεται. Τον χαρακτήρισαν στην εποχή του «εθνικιστή» για τις συνεργασίες και συμμετοχές του σε περιοδικά των δύσκολων εκείνων χρόνων. Αν κάνουμε όμως τον κόπο να διαβάσουμε τα βιβλία που εξέδωσε, ό,τι μετέφρασε, τα δοκίμια που έγραψε, τις εκατοντάδες βιβλιοκριτικές που δημοσίευσε σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες (έστω και μόνο αυτές που σταθερά δημοσίευε στο παραδοσιακό περιοδικό «Νέα Εστία»), στην εφημερίδα «Καθημερινή», θα δούμε ένα πνεύμα ανήσυχο, τολμηρό, μια σκέψη συγκροτημένη και συνεχώς εμπλουτιζόμενη, έναν νου στοχαστικό, μία ανθρώπινη ύπαρξη φιλοσοφημένη με μεγάλη παιδεία και ποικίλο εύρος γνώσεων. Ορισμένοι εξέφρασαν την άποψη ότι η σκέψη του είναι μονομερής, θέλοντας να τον μειώσουν, λέγοντάς μας ότι η παιδεία του είναι «αποκλειστικά» προσανατολισμένη προς την Γαλλική λογοτεχνική παράδοση και πολιτισμό, αλλά θα τους υπενθυμίσουμε την αντίστοιχη περίπτωση του εθνικού μας ποιητή και δασκάλου της κριτικής σκέψης Κωστή Παλαμά και τον όποιο μεγαλοιδεατισμό του έργου του και την μεγάλη του γαλλική παιδεία. Ο προσανατολισμός της ερμηνευτικής της σκέψης του Κλέωνος Β. Παράσχου είναι σίγουρα γαλλικός, όμως γνωρίζουμε ότι οι πλείστοι των λογίων και των λογοτεχνών στην χώρα μας τους δύο προηγούμενους αιώνες, η γενική τους παιδεία και η μόρφωσή τους ήταν γαλλική, ταξίδευαν συχνά και σπούδασαν στην Πόλη του Φωτός. Δεν υπήρξαν μόνο γαλλομαθείς αλλά και γνώστες της γαλλικής κουλτούρας, του πολιτισμού και των γαλλικών γραμμάτων. Ταξίδευαν συχνά στο Παρίσι και σε άλλες πόλεις της Γαλλίας για να ενημερωθούν για τα σύγχρονα καλλιτεχνικά ρεύματα, να παρακολουθήσουν θεατρικές παραστάσεις, να δουν από κοντά διεθνείς εκθέσεις ζωγραφικής, επισκέπτονταν Μουσεία, συμμετείχαν ως ακροατές σε επιστημονικά και τεχνολογικά εφευρέσεων παγκόσμια συνέδρια, άκουγαν και συνομιλούσαν με επιφανείς γάλλους και άλλων εθνοτήτων λογοτέχνες. Ερχόντουσαν σε άμεση επαφή με τα σύγχρονα μοντέρνα ρεύματα της ποίησης, της πεζογραφίας, της κριτικής σκέψης, των φιλοσοφικών θεωριών, της τέχνης ευρύτερα. Και τις πολύπτυχες αυτές εμπειρίες τους και πολλαπλών προδιαγραφών σύγχρονες γνώσεις και πνευματικές ζυμώσεις μετέφεραν κατόπιν στην χώρα μας, τις γνώριζαν στο ελληνικό κοινό των περιοδικών και των εφημερίδων που δημοσίευαν τις εντυπώσεις τους. Σε μία Ελλάδα που αγωνίζονταν να βρει τους δικούς της καλλιτεχνικούς βηματισμούς ακολουθώντας ασθμαίνοντας τις ευρωπαϊκές πρωτοπορίες και πνευματικά επιτεύγματα, μια και δεν ευτύχησαν οι Έλληνες των πνευματικών και άλλων αγαθών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Πέρα από τον πολιτικό στίβο στην Ιστορία της η πατρίδα μας, είχε αναπτύξει παλαιόθεν, διατηρούσε ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας, φιλικές σχέσεις και συνεργασίες στους πολιτιστικούς τομείς και χώρους με την φίλη χώρα Γαλλία. Όχι μόνο ο Χιώτης διαφωτιστής δάσκαλος Αδαμάντιος Κοραής, ως ο κυριότερος έλληνας της διασποράς, αλλά και πλήθος άλλων ελλήνων λογίων, διανοουμένων, συγγραφέων και προσωπικοτήτων κατέφυγαν στην μεγάλη και κέντρο του Πολιτισμού Γαλλία και σταδιοδρόμησαν, ορθοπόδησαν εργασιακά και μορφωτικά. Σημαντική η συμβολή και η βοήθεια του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών και των υπευθύνων του σε κρίσιμες ιστορικά και πολιτικά περιόδους στην Ελλάδα τις προηγούμενες δεκαετίες όπως γνωρίζουμε, βοήθησαν οικονομικά με τις υποτροφίες και συμπαραστάθηκαν σε χιλιάδες Έλληνες να βρουν καταφύγιο στην Γαλλία, να προστατευθούν από τις διώξεις των εδώ συντηρητικών κυβερνόντων, να σπουδάσουν στα Γαλλικά Πανεπιστήμια να κάνουν διεθνή καριέρα, να γνωρίσουν το ελληνικό πνεύμα και τους έλληνες συγγραφείς στο γαλλικό και μέσο της Ευρωπαϊκής αυτής χώρας στο διεθνές κοινό.

Βλέποντας από την εύλογη ιστορική απόσταση τα λογοτεχνικά μας πράγματα, σήμερα, όσον αφορά τον Κλέωνα Β. Παράσχο θα υποστηρίζαμε ότι οι αρνητικοί χαρακτηρισμοί που του πρόσαψαν είτε ως «εθνικιστή» είτε ως μονομερή «γαλλοτραφή» δεν ισχύουν, ήσαν άδικοι, ή τουλάχιστον υπερβολικοί ακόμα και για τα χρόνια που εκείνος έδρασε και κοινοποιούσε τις ιδέες και τις απόψεις του με τα γραπτά και τα βιβλία του. Όπως φουριόζικοι και επιπόλαιοι-ας το υπενθυμίσουμε- ήσαν και οι ελάχιστοι χαρακτηρισμοί ενάντια στον νομπελίστα μας ποιητή Γιώργο Σεφέρη που τον είδαν σαν «μία κακή απομίμηση του άγγλου ποιητή Τόμας Στερν Έλιοτ» και ακόμη και στις μέρες μας δημοσιεύονται στο διαδίκτυο και γράφονται αρνητικά σχόλια για τον Σεφέρη ως διπλωμάτη στην περίπτωση του Κυπριακού και την περίοδο της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά. Αλλά ακόμη, και το δεύτερο ελληνικό ποιητικό νόμπελ μας, ο Οδυσσέας Ελύτης, δεν ξέφυγε από τα «χολερικά» βέλη της κριτικής ορισμένων, θεωρώντας ότι η Ευρωπαϊκή ποιητική παράδοση διαθέτει τους δικούς της Λυρικούς δημιουργούς, όπως ο Πωλ Ελυάρ, ο Φρήντριχ Χέλντερλιν, ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε, ο Σέλλεϋ κλπ. ώστε να δεχθεί την συμβολή ενός έλληνα λυρικού ποιητή της σύγχρονης Ελλάδας. Αλλά ας μην ξεστρατίσουμε σε άλλα μονοπάτια.

   Η ίδια η εμπειρία της Ζωής λοιπόν έχει σημασία μας λέει η σοφή και σοβαρή φωνή του Κ. Β. Παράσχου και όχι η τέχνη της Γραφής, και ποιος θα αμφισβητούσε μια τέτοια ώριμη και κατασταλαγμένη διαπίστωση ενός πολύπειρου γραφιά, όμως το «μικρόβιο» της γραφής είναι κάτι που δεν καταπολεμήθηκε μέχρι σήμερα στην περιπέτεια της ανθρώπινης ιστορίας και πολιτισμού από κανένα «εμβόλιο» πριν και μετά τον Γουτεμβέργιο.

  Κατά την μικρή και ταπεινή μας κρίση, ο Κλέων Β. Παράσχος και ο δοκιμιογράφος Γιάννης Χατζίνης είναι δύο από τις σημαντικότερες μορφές της Ελληνικής λογοτεχνίας που καθόρισαν το κριτικό βλέμμα αρκετών ελληνικών γενεών της φιλαναγνωσίας, των φίλων της ποίησης και της πεζογραφίας, της δοκιμιακής γραφής, της θεωρητικής σκέψης. Άνοιξαν δρόμους νέας θεώρησης και εξέτασης των Λογοτεχνικών μας πραγμάτων. Ιδιαίτερα ο Κλέων Β. Παράσχος υπήρξε ακούραστος και πολυγραφότατος και τα δοκίμιά του και οι κριτικές του όπως και του Γιάννη Χατζίνη έχουν άρωμα Ελλάδας, ελληνικής κριτικής σκέψης και προβληματικής, ανασύνθεσης των όσων ευρωπαϊκών θεωριών έχουν γνωρίσει και σπουδάσει. Ελληνικός Κριτικός λόγος που «λάμπει», καθόλου σκοτεινός και ομιχλώδης, (ασιατικής μεταφυσικής θολούρας) όπως άλλων ακόμα και στις μέρες μας. Αν δεν λαθεύω, τα κατά καιρούς δημοσιεύματα του Κλέωνος Β. Παράσχου βρίσκονται ακόμα διάσπαρτα σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και εφημερίδες, δεν έχουν συγκεντρωθεί, ταξινομηθεί, αποδελτιωθεί. Οι μελέτες που έχει εκδώσει αυτόνομες σε βιβλία δεν έχουν ανατυπωθεί και σχολιαστεί όπως τους αξίζει από όσο γνωρίζω, ούτε και τα Ποιήματά του, τα όποια Πεζά του, οι Ημερολογιακές του σελίδες, που δεν έχουν και πολλά να ζηλέψουν από εκείνες του Αντρέ Ζίντ. Εξαίρεση αποτελούν ορισμένες από τις μεταφράσεις του και η Ανθολογία του.

    Τα Λογοτεχνικά Πάρεργα θυμούνται συχνά την περίπτωση του Κλέωνος Β. Παράσχου και μεταφέρουν κρίσεις και θέσεις του. Η κριτική του φωνή και σκέψη θεωρεί ο γράφων ότι δεν είναι μία παλαιά παραδοσιακή, «παλαιομοδίτικη» φωνή των προηγούμενων αιώνων της ελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης που την σκέπασε η λήθη του χρόνου και η αναγνωστική λησμονιά των συγχρόνων φιλαναγνωστών και κριτικών. Η κριτική σκέψη του Κλέωνος Β. Παράσχουν έχει ακόμη αρκετά να μας μάθει, ορισμένες πλευρές της οπτικής της παραμένουν και σήμερα σύγχρονες, μεθοδικά αποτελεσματικές στην εξέταση ελληνικών λογοτεχνικών ζητημάτων και φωτισμού των έργων και της παρουσίας και συμβολής λογοτεχνών μέσα στο ελληνικό και ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Ο Κλέων Β. Παράσχος δεν ανήκει μόνο στην εποχή του όπως την καθρέφτισε στα έργα του και αποτύπωσε στη γραφή του αλλά και στην δική μας και αυτό, δεν είναι υπερβολή.

ΕΓΡΑΨΕ (*)

 Β Ι Β Λ Ι Α

- Κλέων Β. Παράσχος, Εικοσιοχτώ ποιήματα και είκοσι δύο του Σάρλ Μπωντλαίρ (Charles Baudelaire). Εκδ. Ζηκάκη, (1922). [Ποίηση-Μεταφράσεις]

-Εκλογή από τα ωραιότερα νεοελληνικά ποιήματα, εκδ. Φλάμμα, Αθήνα 1931. [Ποιητική Ανθολογία με την συνεργασία του Ξενοφώντα Λευκοπαρίδη].

- Ίων Δραγούμης, Αθήναι 1936. Β΄ έκδοση: Ίων Δραγούμης- Δέκα Άρθρα στο Νουμά, εκδόσεις Ελεύθερη Σκέψη χ.χ. (Ιστορικό αφήγημα)

-Δέκα Έλληνες Λυρικοί, Αθήναι 1937. Β’  έκδοση Εκδοτικός Οίκος Γεωργίου Φέξη, Αθήνα 1962 (Δοκίμια)

-Μορφές και Ιδέες, Πρώτος κύκλος 1938 (Πεζό)

- Μακρυνή Μουσική, εκδ. Τυπογραφείο-Εκδόσεις Μαυρίδη 1940. Β΄ έκδοση Τυπογραφείο Προμηθεύς, Αθήνα 1961. [Ποίηση]

-Κύκλοι. Εκδόσεις Ροδάκη, Αθήναι 1939/1940 [(Ποιήματα(;)/ (Μελέτη(;)]

-Εισαγωγή στη Σύγχρονη Ελληνική Ποίηση, εκδόσεις Γκοβόστη χ.χ. (1941) (Δοκίμιο)

-Η Καλλιτεχνική Δημιουργία. Δοκίμιο. Εκδόσεις Ίκαρος χ.χ. (1944) (Δοκίμιο)

-Χρονικό. Κύκλος Πρώτος. εκδόσεις περιοδικού Φιλολογικά Χρονικά 1945 (Πεζό)

-Παραμύθι, εκδ. Άλφα 1949 [πεζό]

-Εμμανουήλ Ροΐδης, Η ζωή, το έργο, η εποχή του. Δύο τόμοι. τόμος Α΄ Αθήνα 1942. Τόμος Β΄ 1951 εκδόσεις Αετός.// Βασική Βιβλιοθήκη

-Βιογραφία, «… Μετοπωρινόν ομβρήσαντος Ζηνός ερισθενέος…», εκδόσεις Τύποις Πυρσού, Αθήναι 1951. (Αυτοβιογραφικό Ημερολόγιο/ Πεζό)

-Έλληνες Λυρικοί από τον Σολωμό έως Σήμερα. Και Τρία Δοκίμια. (Τι είναι η Ποίηση // Ησίοδος// Σαπφώ). Εκδόσεις Σ. Σπυρόπουλος, Αθήναι 1953

-Ευρωπαϊκή Πεζογραφία και Ποίηση, εκδόσεις Δίφρος 1956 (Δοκίμια)

-Μορφές και Ιδέες (Κύκλος νέος), Αθήναι 1956 (Δοκίμιο)

-Βιογραφία. Νέες σελίδες, Αθήναι 1957 (Πεζό)

-Πρόσωπα και Ιδέες, 1955 (μελέτες)

-Μεσόγειος, Αθήναι 1961 (Διήγημα)

-Ανθολογία της Ευρωπαϊκής και Αμερικάνικης Ποιήσεως, εκδ. Σίμος Σιμεωνίδης, 1962. / Β΄ έκδοση, εκδόσεις Αρμός [Ανθολόγιο]

-Προβλήματα Λογοτεχνίας, εκδόσεις Ζάρβανος 1964 (Δοκίμιο)

ΜΕΤΕΦΡΑΣΕ

-• Richard Dehmel, Λυτρωμός, 1915. (Ποίηση) Η μετάφραση έγινε σε συνεργασία με τον Άγγελο Βαρβαγιάννη

-Γκυ ντε Μωπασάν, Ο Φιλαράκος (Μυθιστόρημα) τόμος β΄(;), εκδόσεις  Ζηκάκη 1925

- Henri d’ Almeras, Άντρες που αγαπήθηκαν. (πεζό) εκδόσεις Οι φίλοι του Βιβλίου 1945

-Οκτώ Δοκίμια του Montaigne. Γαλλικό Κείμενο. Μετάφραση. Πρόλογος. Σημειώσεις Κλέωνος Β. Παράσχου. εκδ. Collection De LInstitut DAthenes, 1957. Το βιβλίο αφιερώνεται: «Στο Θείο μου ΔΗΜΗΤΡΙΟ ΔΙΟΝΥΣΙΑΔΗ που ήταν το πάθος του ο MONTAIGNE».

- Ζάν Μωρεάς, Στροφές  (Ποίηση). Περιλαμβάνει μελέτη για το έργο του Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου  και σημείωμα για την μετάφραση από τον Κ.Β. Παράσχο. Αθήνα 1964.

-CHARLES  BAUDELAIRE, Είκοσιοχτώ Ποιήματα. Επιλογή-Μετάφραση Κλέων Παράσχος, εκδ. Πλέθρον 1981. Περιλαμβάνει την «Τοποθέτηση του BAUDELAIRE» από τον Paul Valery σε απόδοση του Ανδρέα Καραντώνη. «Η Ζωή και το έργο του Baudelaire» του Κ. Β. Παράσχου από το περιοδικό «Μούσα» (Μάϊος 1922). «Σημείωμα του επιμελητή» Αλέξη Ζήρα καθώς και το κείμενο για τον γάλλο ποιητή του άγγλου νομπελίστα ποιητή Τόμας Στέρν Έλιοτ (Tomas Stern Eliot).

- Γουέλς, Στη χώρα των τυφλών και άλλα διηγήματα, εκδόσεις Γ. Βασιλείου, Αθήνα χ.χ.

Επίσης, έχει μεταφράσει Το βιβλίο «Τόνιο Κρέγκερ» του Τόμας Μανν. Αποσπάσματα από τους «Στοχασμούς» του Μπλαζέ Πασκάλ, τα «Ιταλικά Χρονικά» του Σταντάλ, κείμενα του Αντρέ Ζίντ, του Μαρσέλ Προυστ, του Σατωμπριάν, του Ράινερ Μαρία Ρίλκε κλπ. Έγραψε ακόμη την Βιογραφία του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, δύο τόμους Ημερολογίου με τίτλο «Ανθρώπινη Μέρα» και Θεατρικά σημειώματα, όπως ο ίδιος αναφέρει.

(*) Σημείωση: Η κατάθεση της Εργογραφίας του Κλέωνος Β. Παράσχου γίνεται με την σχετική προσοχή και επιφύλαξη εκ μέρους μας, και ενδέχεται να υπάρχουν κενά ή άλλα προβλήματα στην σύνταξή της, μια και δεν έχουμε συναντήσει ούτε διαβάσει όλα του τα έργα, Πρωτότυπα και Μεταφραστικά. Χρήσιμη βοήθεια μας στάθηκε το Ημερολογιακό του βιβλίο «ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ» -η εξιστόρηση της πνευματικής και καλλιτεχνικής του πορείας- καθώς και οι σχετικοί τίτλοι εργασιών του που αναφέρονται στις μέσα αριστερές σελίδες των βιβλίων του. όπως:- «Η Καλλιτεχνική Δημιουργία», σελ.4. -«Έλληνες Λυρικοί» σελ. 4, -«Δέκα Έλληνες Λυρικοί» σελ. 4. κ.ά.

ΣΧΕΤΙΚΕΣ Π Η Γ Ε Σ

1., περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ. Έτος ΛΗ΄- Τόμος 76ος – Τεύχος 894/ Αθήναι, 1 Οκτωβρίου 1964.  Αφιέρωμα στον ΚΛΕΩΝΑ Β. ΠΑΡΑΣΧΟ

-Φωτογραφία του ΚΛΕΩΝ Β. ΠΑΡΑΣΧΟΥ, σ.1352

-ΠΕΤΡΟΣ ΧΑΡΗΣ, ΚΛΕΩΝ Β. ΠΑΡΑΣΧΟΣ, σ.1353

-ΑΛΚΗΣ ΘΡΥΛΟΣ, Ο ΚΛΕΩΝ ΠΑΡΑΣΧΟΣ [Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕΣ’ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ], σελ. 1354-1356

-ΠΑΝΟΣ ΚΑΡΑΒΙΑΣ, Ο ΚΛΕΩΝ ΑΛΛΑΖΕΙ ΘΕΣΗ, σ. 1357-1361

-ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΙΝΗΣ, Η ΠΑΛΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΑΘΛΟ, σ.1362-1364

-ΠΕΤΡΟΣ ΓΛΕΖΟΣ, ΜΙΑ ΑΝΑΜΝΗΣΗ, σ.1364

-ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΡΑΤΣΙΚΑΣ, Η «ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ» ΤΟΥ ΚΛΕΩΝΟΣ ΠΑΡΑΣΧΟΥ, σ. 1365-1369

-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΙΑΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΜΙΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΑΣ, σ. 1370- 1373

-ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ, σ. 1374-1379

Α) ΑΠΟ ΤΑ «ΕΞΗ ΛΥΡΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΘΕΜΑ», 1374 (ποίημα)

Β) ΛΥΠΗΤΕΡΗ ΝΥΧΤΩΔΙΑ, 1374-1375 (ποίημα)

Γ) ΒΑΡΚΕΣ ΕΠΕΡΑΣΑΝ, 1375 (ποίημα)

Δ) MADRIGAL  TRISTE «Στον Πάνο Καραβία», σ.1375 (ποίημα)

Ε) ΑΝΑΜΟΝΗ, σ. 1375-1376 (ποίημα)

    ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

1., CHARLES  BAUDELAIRE, -ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ, 1376-1377. – Η ΚΟΜΗ, 1377-1378.

2., JEAN  MOREAS, (Απ’ τις «ΣΤΡΟΦΕΣ»).- ΒΙΒΛΙΟ Χ, 1378. –ΒΙΒΛΙΟ ΠΕΜΠΤΟ ΧΙΙ, 1379.- ΒΙΒΛΙΟ ΕΚΤΟ ΙΙ, 1379

-ΚΛΕΩΝ Β. ΠΑΡΑΣΧΟΣ, ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ  ΣΕΛΙΔΕΣ. ΣΑΤΩΒΡΙΑΝΔΟΣ, 1380-1384.  [Το κείμενο αυτό το υπαγόρευσε ο Παράσχος στην κυρία Βάσω Κλ. Παράσχου λίγο πρίν πεθάνει].

-ΚΛΕΩΝ Β. ΠΑΡΑΣΧΟΣ, ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ*, σ.1385-1386

*Σημ. τ. «Νέας Εστίας»- «Είναι οι τελευταίες σελίδες του ημερολογίου του, που τις έγραψε ο Κλέων Β. Παράσχος μετά την επιστροφή του από το ταξίδι του, μία εβδομάδα πρίν από το θάνατό του.

ΠΡΩΤΕΣ  ΚΡΙΣΕΙΣ*, σ.1387-1393

*Τα κείμενα που ακολουθούν αναδημοσιεύονται από Αθηναϊκές εφημερίδες και δείχνουν πόση αίσθηση έκαμε ο απροσδόκητος θάνατος του Κλ. Β. Παράσχου. Προηγήθηκε το άρθρο του κ. Πέτρου Χάρη «Ένας ευαίσθητος δέκτης», που αναδημοσιεύτηκε κι αυτό από την «Ελευθερία» της 9 Ιουλίου στο τεύχος μας (889) της 15 Ιουλίου. Η «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ».

-Κ. Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ, («Το Βήμα», 10 Ιουλίου 1964), ΚΛΕΩΝ ΠΑΡΑΣΧΟΣ, σ.1387-1388

-Ι. Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, («Ελευθερία», 12 Ιουλίου 1964), ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΜΕ ΜΟΛΥΒΙ, σ.1388-1390

-ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ, («Το Βήμα», 15 Ιουλίου 1964) ΣΤΗΝ ΑΠΟΒΑΘΡΑ ΤΩΝ ΙΣΚΙΩΝ, σ. 1390-1391

-ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ, («Το Βήμα», 22 Σεπτεμβρίου 1964) ΘΥΜΗΣΗ ΚΛ. ΠΑΡΑΣΧΟΥ, σ. 1392-1393.

-2., Μιχάλης Γ. Μερακλής- Ευδοκία Παραδείση, Λήμμα στο Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 1733-1734, των εκδόσεων Πατάκη 2007.

3., Μανώλης Γιαλουράκης, Λήμμα στην Λογοτεχνία των Ελλήνων, των εκδόσεων Χάρη Πάτση, τόμος 11ος, σελ. 390-394. Περιλαμβάνει δύο ποιήματά του και απόσπασμα από κείμενό του για την γνωριμία του με τον ποιητή Μιλτιάδη Μαλακάση.

     ΣΕ ΚΑΠΟΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Σε κάποια πολιτεία, καιρό φτασμένος,

μόνος γυρίζω, όλη τη μέρα μόνος’

πόθος ούτ’ ένας μέσα μου, ουδέ πόνος,

κ’ είμαι απ’ το κάθε τι ο ξεδιψασμένος.

 

Ποτέ, από πού έχω ερθεί, δεν το λογιάζω

να μου το ειπούν’ μιλώ, δε μου μιλάνε’

πικροχαμογελάνε, αντιπερνάνε,

σαν να μην είμαι, σα να μην τους μοιάζω.

 

Κι όταν μεσημερνός ο ήλιος κεντρώσει

και περ’ ως περ’ η χώρ’ όλη ερημώνει,

κι ουδέ σε θύρα ουδέ σε παραθύρι

 

γροικάς ποτέ, θωρείς ποτέ κανένα,

κάτασπρη πολιτεία φαντάζει ως ένα

παλιό λησμονημένο κοιμητήρι.

        Κ. Β. Παράσχος

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

20 Ιουνίου 2026

ΥΓ1.. Δεν μας έφταναν οι μηνιαίες αυξήσεις που έδωσε η Νουδούλα στους Μητροπολίτες, έχουμε και τους Λαγοκέφαλους. «Γι’ αυτό σου λέω πάμε, πάμε να φύγουμε από εδώ και μην ρωτάς που πάμε, Πάμε….»

ΥΓ. 2. Περίπου 100.000 είναι οι σύγχρονοι Έλληνες Δωδεκαθεϊστές στην Ελλάδα ακούσαμε σε μεσημεριανή εκπομπή. Δίας- Γιαχβέ σημειώσατε !!!!!!    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου