Η
ΣΤΡΑΤΕΥΣΗ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΘΕΟΤΟΚΑ
περιοδικό
«ΕΥΘΥΝΗ» φυλλάδιο 21, Νοέμβριος 1962, έτος Β΄, σελ. 164
Το θέμα της στράτευσης του συγγραφέα
έχει απασχολήσει πολύ τα πνεύματα από τα χρόνια του μεσοπολέμου. Είναι κάτι
καλό ή κακό; Κάτι που επιτρέπεται ή που πρέπει να αποκλείεται; Θα πω αμέσως ότι
δεν αποκρούω τη στράτευση κατ’ αρχήν. Ο συγγραφέας είναι ένα πρόσωπο που
συμμετέχει πολύ, έτσι κι άλλως, στη ζωή της αγοράς. Κάνει, κατά έναν τρόπο, ένα
«δημόσιο βίο»: μαζεύει τους ανθρώπους τριγύρω του για να τους πει ένα τραγούδι,
να τους διηγηθεί μιά ιστορία ή να τους παρουσιάσει ένα θέαμα σε σκηνή θεάτρου.
Τους τέρπει, όσο μπορεί, και συνάμα τους προσφέρει «ψυχαγωγία» κατά κυριολεξία:
οδήγηση της ψυχής. Τους δίνει μιάν εικόνα του κόσμου, μιάν αντίληψη της ύπαρξης
και ιδέες και εμπνεύσεις απάνω σε ζωτικά προβλήματα που τους απασχολούν. Είναι
ένας άνθρωπος που αναγνωρίζει στον εαυτό του το δικαίωμα όχι να διδάσκει-γιατί
δεν είναι δάσκαλος- αλλά να υποβάλλει με ποιόν τρόπο πρέπει, κατά την άποψή
του, να ζει κανείς, να αγαπά, να πεθαίνει.
Τίμιο λοιπόν είναι να παραδεχτούμε ότι
και το κοινό των αναγνωστών και των θεατών έχει το αντίστροφο δικαίωμα να
ζητήσει από το συγγραφέα μιά συμβουλή, μιά προειδοποίηση, ένα παράδειγμα, σε
ώρες που η κοινότητα αντιμετωπίζει βασικά προβλήματα από τα οποία εξαρτάται η
μοίρα της. Σε εποχές γαλήνης και ισορροπίας, δεν έχει ιδιαίτερους λόγους ο
συγγραφέας να ανακατώνεται με τα κοινά. Καλύτερα τότε, και γι’ αυτόν και για
ότι είναι ένα είδος οικουμενικής κοινότητας που συντηρεί υποχρεώσεις απέναντι
στον άνθρωπο καθ’ εαυτόν, στην βαθύτερή του αλήθεια. Αφού πέρασα κι εγώ, σαν
όλη τη γενιά μου, από διάφορες ιστορικές εμπειρίες και μεταπτώσεις, θα
ομολογήσω ότι δεν πιστεύω πιά στις δραστηριότητες πνευματικών ανθρώπων που τους
λείπει κάποια αγάπη για τον άνθρωπο, ένα πλατύ συναίσθημα αγάπης που περιέχει
μιά διάθεση για συναδέλφωση, για συμπόνια, τους άλλους, να γράφει μονάχα ό,τι
βαθύτερα τον ευχαριστεί. Όταν όμως ο τόπος του κινδυνεύει, όταν απειλεί τον λαό
του πόλεμος εθνικός ή εμφύλιος, όταν πρέπει ο λαός να διαλέξει ένα δρόμο που
προδικάζει το μέλλον γενεών, δύσκολο θα είναι να μας πείσει ο συγγραφέας ότι
όλα αυτά δεν τον αφορούν.
Δέχομαι λοιπόν την πνευματική
στράτευση, αλλά υπό έναν όρο. Πιστεύω πώς ο στρατευμένος συγγραφέας δεν πρέπει
να ξεχάσει ποτέ πώς είναι συγγραφέας. Ας υποστηρίζει δημόσια αυτό που θεωρεί ως
την αλήθεια, άς προειδοποιήσει τους συμπολίτες του για την πορεία των πραγμάτων
αν είναι ικανός, άς κάμει ακόμα και
αγώνες ιδεολογικούς και πολιτικούς για ό,τι νομίζει πώς είναι το «αγαθό» ή
τουλάχιστο το «μη χείρον»- αλλά ας μην αφήσει ποτέ να τον παρασύρει η δράση
ολοκληρωτικά και τυφλά γιατί τότε θα χάσει το πνεύμα.
Θέλω να πω- έτσι πολύ σύντομα, όσο μου
επιτρέπει ο χώρος- ότι, και μες τον αναβρασμό της δράσης, ο συγγραφέας δεν
επιτρέπεται να λησμονήσει ποτέ αυτήν την ιδιαίτερη αίσθηση της ζωής και των
πραγμάτων που συνδέεται άρρηκτα με την ιδιότητά του ως πνευματικού ανθρώπου.
Τουναντίον, αν είναι συγγραφέας άξιος του ονόματος, θα έχει πάντα στο νου ότι
και αυτός σαν τους αντιπροσώπους της Εκκλησίας, δεν ανήκει μόνο σ’ ένα έθνος ή
σε μιά πολιτική παράταξη, αλλά επίσης σε «κάτι άλλο». Αυτό το «άλλο» δεν είναι
δυνατό να το αναπτύξω εδώ Θα πω μονάχα σήμερα για άφεση αμαρτιών. Άλλοι άς
κάμουν τους αυστηρούς και τους σκληρούς. Δεν είναι αυτή η δική μας δουλειά.
Αποστολή μας, μεσ’ σ’ αυτόν τον άρρωστο κόσμο, είναι να προσπαθούμε ολοένα να
σώσουμε ένα ελάχιστο ποσοστό από ανθρωπιά και ανθρώπινη κατανόηση, που θα
βοηθεί τους ανθρώπους αν όχι πάντα να αγαπούν αλλήλους, τουλάχιστον να
μισούνται ολιγότερο και κάποτε να συγχωρούνται.
ΓΙΩΡΓΟΣ
ΘΕΟΤΟΚΑΣ
Άλλες
συμμετοχές του Γιώργου Θεοτοκά στην «ΕΥΘΥΝΗ» Σελίδες 10,42, (52), 92, 122,
(151), 164, 174, 300, 338, 418.
ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ
Taedium
Vitae
Φαίνεται πια
πως τίποτα- τίποτα δεν μας σώζει.
Του δωματίου
σου η χλιδή, η ευωδιαστή ατμόσφαιρα,
το σώμα σου,
ένα αμάλγαμα από σμάλτο και κοράλλι,
που ως
τρόπαιο, ακόλαστη, όρθωσες μπροστά μου αχτινοβόλο,
λυτή την
άγρια αφήνοντας αγέλη των ιμέρων,
όπλα σκληρά
είναι που χτυπούν απελπισμένα απόψε τα σινικά της πλήξης μας τα τείχη!
Προς τη
Σιωπή με τα πικρά και σφραγισμένα χείλη
έχω,
οδοιπόρος που η σκληρή θύελλα μαστίζει, στρέψει.
Σ’ αυτή την
επικίνδυνη και σκοτεινή καμπύλη,
όταν ωραία
θα φλέγεσαι, μαρμάρινη εσύ στήλη,
μη με
ζητήσεις: μιά κλειστή θα κρούεις και ξένη πύλη!
Φαίνεται πια
πως τίποτα- τίποτα δε μας σώζει.
Από μιά
κούραση βαθιά θανατωμένες πέφτουν,
πέφτουν και
σήπονται σωρό των στοχασμών οι αλκυόνες
μες στου
κρανίου μας τις βουβές και νυχτωμένες κόχες.
Κάτω απ’
αυτό το αχάτινο του πολυελαίου μας φέγγος
(Σα να
θρηνεί στην οροφή μια τρυφερή σελήνη!)
μες στην
πυκνή κι ευωδιαστή της κοίτης σου ατμόσφαιρα,
όπου η ηδονή
σα θάνατος φενακισμένος έρπει,
μιά μέθη
αλλόκοτη η θολή γεύεται απόψε σκέψη:
πως ρόδα
εβένινα ο ουρανός από ψηλά κυλώντας,
μιά πομπική,
νεκρώσιμη μας ετοιμάζει στέψη!
ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ
Από την
συλλογή ποιημάτων του ποιητή και μεταφραστή που συνδέθηκε με την πόλη μας, τον
Πειραιά, Καίσαρ Εμμανουήλ (1902-24/4/1970), Ποιήματα. Επιμέλεια του ποιητή και
πανεπιστημιακού Κώστα Στεργιόπουλου, εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1980, σελ.
119-120.
Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από
την απώλεια του ιστορικού ηγέτη της ΑΛΛΑΓΗΣ και ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ ΑΝΔΡΕΑ Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Χίος 5/2/1919- Εκάλη 23/6/1996). Οικονομολόγος
καθηγητής σε σημαντικά Αμερικάνικα Πανεπιστήμια, φυλακισμένος την περίοδο της 4ης
Αυγούστου, ηγέτης αντιστασιακής οργάνωσης, εξόριστος την περίοδο της επταετίας
των συνταγματαρχών, Πρωθυπουργός της Ελλάδος. Ήταν ο ΑΝΔΡΕΑΣ ο δικός μας
ΑΝΔΡΕΑΣ στα χείλη των Ελλήνων και Ελληνίδων, όπως τον αποκαλούσαμε, τον προσφωνούσαμε
όπως έναν συγγενή μας, έναν στενό φίλο μας. Ο μόνος σύγχρονος έλληνας πολιτικός
μετά την Μεταπολίτευση του 1974 που έγινε Θρύλος στις καρδιές και τις
συνειδήσεις του Ελληνικού Λαού όσο βρίσκονταν ακόμη εν ζωή. Τον Δόξασαν, τον
Εμπιστεύτηκαν, τον Τίμησαν, τον Ακολούθησαν τυφλά, τον Σταύρωσαν οι πολιτικοί
του αντίπαλοι, τον έσυραν στο Ειδικό Δικαστήριο θέλοντας να αμαυρώσουν την
πανελλήνια, διεθνούς ακτινοβολίας φήμη και αποδοχή του σαν πολιτικός, αλλά δεν
κατόρθωσαν είτε οι εκ δεξιών είτε οι εξ αριστερών των πολιτικών τειχών αντίπαλοί
του να σβήσουν την Μνήμη του. Ο Ελληνικός Λαός τον επανέφερε ξανά στην πολιτική
σκηνή και του έδωσε την εξουσία μετά το «Βρώμικο ‘89» και την αθώωσή του. Ήταν
ο δικός μας ΑΝΔΡΕΑΣ, ο ΑΝΔΡΕΑΣ της πολιτικής εφηβείας μας και των ελπιδοφόρων
νιάτων μας, ο ορθολογιστής, ο ευαίσθητος, ο γυναικάς, ο τρυφερός, ο ευγενής
απέναντι στους πάντες, ο απόλυτος. Ο ανικανοποίητος, ο οραματιστής, αυτός που
δεν χωρούσε σε κανέναν πολιτικό ορισμό παρ’ ότι Σοσιαλιστής. Παθιασμένος με την
πολιτική, ζούσε και ανέπνεε μέσα σε αυτήν, το μεγάλο του πάθος. Και όπως όλα τα
πάθη, θετικά ή αρνητικά δεν χωνεύονται εύκολα από τις μεγάλες μάζες των ανθρώπων.
Μπαλκονάτος από τους λίγους δίχως γραβάτα, με το ζιβάγκο και την πίπα, το σώμα
του συναγωνίζονταν σε παλμό, ένταση και θερμή κίνηση την φωνή του όταν μιλούσε
στα πλήθη, απευθύνονταν σα ίσος προς ίσους. Δεινός ρήτορας, δυνατή πολιτική
σκέψη, διορατικός, ευφυής ηγέτης διεθνούς ακτινοβολίας γνώριζε πώς να στρέψει
τα φώτα της επικαιρότητας πάνω του, ήξερε πώς να ξεσηκώνει, να εμψυχώνει τα
ανομοιογενή και ετερόκλητα πλήθη που τον πίστευαν και τον ακολουθούσαν σε κάθε
του βήμα, είτε με τα τραγούδια του Θωμά Μπακαλάκου είτε με τα Κάρμινα Μπουράνα
συνόδευε τις ομιλίες στις περιοδείες του. Διέθεται χαρίσματα όσο λίγοι έλληνες
πολιτικοί των χρόνων της γενιάς μας, ευγενής σαν άτομο αλλά και «ανασφαλής» σαν
προσωπικότητα, χιουμορίστας και λαϊκός τύπος. Χόρευε τα ρεμπέτικα της Σωτηρίας
Μπέλλου και της Ρίτας Σακελλαρίου και ξεσήκωνε τα πλήθη, ήταν ένας από εμάς.
Καθρέφτιζε τα όνειρα και τις ελπίδες που δεν έζησαν (δεν τους άφησαν να ζήσουν)
οι Έλληνες-η μεγάλη δημοκρατική μερίδα του Ελληνικού Λαού μετά τον δεύτερο
παγκόσμιο πόλεμο, την κατοχή και τον εμφύλιο σπαραγμό. Την Ελλάδα που
δυνάστευσαν για δεκαετίες οι ξένες πολιτικές και στρατιωτικές δυνάμεις και οι
εδώ ντόπιοι εκπρόσωποί τους. Οραματιστής, Ιδεολόγος, Ασυμβίβαστος, άνοιξε
διπλωματικούς δρόμους με τις διεθνείς συμμαχίες του,-του τρίτου κόσμου-. Η τότε
ηγέτης του νεοφιλελευθερισμού αγγλίδα πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ έλεγε ότι ο
«Παπανδρέου δεν φεύγει από ευρωπαϊκή διάσκεψη αν δεν κερδίσει κάποιο οικονομικό
όφελος για την χώρα του». Συνομιλούσε και κατέστρωνε πολιτικές και διπλωματικές
συμμαχίες με την Ίντιρα Γκάντι, τον Ούλοφ Πάλμε, τον Γιασέρ Αραφάτ, τον Φρανσουά
Μιτεράν. Έβαλε τέλος στο εμφύλιο τραύμα
αναγνωρίζοντας την Εθνική Αντίσταση και έδωσε φωνή στους κυνηγημένους και κατατρεγμένους
έλληνες, τους εξόριστους του Εμφυλίου και της Επταετίας. Αναμόρφωσε το Οικογενειακό
δίκαιο, έδωσε ψήφο στις νεότερες ηλικίες των ελλήνων, αύξησε τους μισθούς των
εργαζομένων και τις συντάξεις των απόμαχων της ζωής, δημιούργησε με την υποστήριξη
του Γιώργου Γεννηματά το ΕΣΥ, αναδιαμόρφωσε την Εκπαίδευση, εισαγάγοντας ως
σχολική ύλη νέα μαθήματα και καινούργια βιβλία. Ασυμβίβαστος στα ιδανικά του
μέχρι τέλος. Ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου υπήρξε μία βαθειά και ουσιαστική τομή στα
πολιτικά πράγματα της πατρίδας μας και στην ελληνική κοινωνία στην πρόσφατη
σύγχρονη Ιστορία των τελευταίων πενήντα χρόνων. Τον πιστέψαμε όσο κανέναν άλλον
Έλληνα πολιτικό ηγέτη, τον ακολουθήσαμε ως «καθοδηγητή» στις καλές και τις
ομιχλώδεις πολιτικές του στιγμές, το αποτύπωμά του έμεινε βαθειά χαραγμένο μέσα
μας. Σταθήκαμε τυχεροί που ζήσαμε την εποχή του, την πολιτική εποχή που αυτός διαμόρφωσε
με την ισχυρή του προσωπικότητα. Η Γενιά μας μεγάλωσε, ανδρώθηκε μαζί του, μαγεύτηκε
από την παρουσία του, την πολυμηχανία του πνεύματός του, τον κράτησε ζωντανό ως
Θρύλο μέσα στις καρδιές της. Πολλές από τις πολιτικές του παρακαταθήκες είναι
ακόμα ζωντανές, και ας εξακολουθούν τα διάφορα ιερατεία πολιτικά και θρησκευτικά
παπαγαλάκια να τον βρίζουν ακόμα, ακόμη και σήμερα, τριάντα χρόνια από την απώλειά
του.
ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ το πολιτικό ίνδαλμα που στέκει
ακόμα στο Ηρώο του,-το σώμα του αναπαύεται σε έναν απλό και απέριττο τάφο στο
πρώτο νεκροταφείο- και Εκείνος μας χαιρετά με εκείνο το θερμό χαμόγελο που μόνο
αυτός ήξερε να προσφέρει στον Ελληνικό Λαό βγάζοντας το καπέλο του.
Τα Λογοτεχνικά Πάρεργα τιμούν την Μνήμη
του Μεγάλου Ηγέτη με δύο κείμενα, το παλαιό άρθρο του πεζογράφου Γιώργου Θεοτοκά
ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Γενιάς του 1930 που μας μιλά για
την στράτευση του συγγραφέα και ένα ποίημα του ποιητή Καίσαρος Εμμανουήλ, με
τον λατινικό τίτλο “Taedium Vitae”. Ένα ποίημα που περιλαμβάνει δύο φορές (όχι τυχαία) τον
χαρακτηριστικό στίχο «Φαίνεται πια πως
τίποτα- τίποτα δε μας σώζει.» και μάλλον εκφράζει το κλίμα της παρακμής των
ημερών μας που όλοι μας βιώνουμε.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
23 Ιουνίου
2026
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου