Βαγγέλης Χατζηβασιλείου
μιά Παρουσίαση
για τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο
από τον τόμο:
Η
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ. Ανθολογία- Γραμματολογία. Η Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τόμος
ΣΤ΄, επιμέλεια ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, εκδόσεις ΣΟΚΟΛΗ, Αθήνα 2002, σελίδες 654. Τυπογραφική επιμέλεια-
Εικονογράφηση: Παναγιώτης Σοκόλης. Διορθώσεις κειμένων: Ιωάννα Ανδρέου- Αθηνά
Σοκόλη. Καλλιτεχνική επιμέλεια- Ηλεκτρονική σελιδοποίηση: Αθηνά Σοκόλη.
Επεξεργασία φωτογραφιών: Γιάννης Κατσαϊτης. Εκτύπωση: Γρ. Αθ. Γιαννόπουλος.
Η παρουσίαση του Δημήτρη Δασκαλόπουλου
γίνεται από τον κριτικό κύριο Βαγγέλη Χατζηβασιλείου στις σελίδες 478 έως 485.
Στην σελίδα 79, 80-81 στην αναφορά στους 45 συνολικά ποιητών και ποιητριών που
απαρτίζουν την Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά ο επιμελητής του τόμου, ποιητής και
κριτικός Κώστας Γ. Παπαγεωργίου μας
μιλά για τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο. Επίσης, ο ίδιος ο παρουσιαζόμενος ποιητής
και βιβλιογράφος, δηλαδή ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, στις σελίδες 570- 575 μας
παρουσιάζει τον ποιητή Γιώργο Ε.
Γεωργούση.
Στο νέο μας σημείωμα στα Λογοτεχνικά
Πάρεργα αντιγράφουμε τις κρίσεις του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου και του Κώστα Γ.
Παπαγεωργίου και τα ποιήματα του Δασκαλόπουλου που διαβάζουμε στον ΣΤ΄ τόμο της
Ανθολογίας- Γραμματολογίας των εκδόσεων Σοκόλη. Και αυτή μας η ανάρτηση είναι
εις Μνήμη βιβλιογράφου και ποιητή Δημήτρη Δασκαλόπουλου, είναι νωπό ακόμα το
χώμα που τον υποδέχτηκε. Εστιάζουμε το ενδιαφέρον μας κυρίως στην ποιητική του
φωνή, έστω και καθυστερημένα εκ μέρους μας, μια και η πρώτη γνωριμία μας με το
πολύπλευρο έργο του Δ. Δ. είχε πραγματοποιηθεί μέσω των διαφόρων βιβλιογραφικών
του εργασιών και επιμέλειες μελετών του για τους μεγάλους μας ποιητές, και των
εκδόσεων που είχε φροντίσει. Η χρονική αυτή καθυστέρηση μας δυσκολεύει σήμερα,
Ιούνιος του 2026 να έχουμε πρόσβαση στις ποιητικές του συλλογές, αυτόνομες ή
στις δύο συγκεντρωτικές. Τα ποιήματά του (αν και ευτυχές γεγονός) από όσο
έχουμε πληροφορηθεί έχουν εξαντληθεί, κάτι όμως που δεν μας βοηθά να
ανατρέξουμε άμεσα και να διασταυρώσουμε σε ποιές ποιητικές συλλογές, σε ποιές
ενότητες ποιημάτων, σε ποιά σελίδα και έκδοση συναντάμε τις αντίστοιχες
ποιητικές του μονάδες ή αποσπάσματα από τις οποίες αντλούν οι διάφοροι κατά
καιρούς ανθολόγοι του, αν και, όσους έχω υπόψη μου σε μία επί τροχάδην εξέταση
προσφάτως, αναφέρουν γενικά τον τίτλο της συλλογής όπως διαβάζουμε στις
αντιγραφές μας. Στο παρόν σημείωμά μας θα προσπεράσουμε το «τεχνικό» εσωτερικό
της λογοτεχνίας και περί ποιητικών γενεών ζήτημα, -ανά δεκαετίες- στο πόσες για
την ακρίβεια αριθμητικά αντρικές και γυναικείες φωνές συμπεριλαμβάνονται στην
Δεύτερη Μεταπολεμική Γενεά. Αν ανατρέξουμε στις παλαιές δημοσιεύσεις του
κριτικού και ιστορικού της ελληνικής γραμματείας Αλέξανδρου Αργυρίου, σε αυτές
του κριτικού και μελετητή κυρίου Αλέξη Ζήρα, (ο οποίος υπογράφει και το λήμμα
στο Λεξικό Πατάκη για τον ποιητή) στο γνωστό αφιέρωμα του περιοδικού «Νέες
Τομές» και σε άλλες παλαιότερες πηγές, θα διαπιστώσουμε μία αριθμητική απόκλιση
των ονομάτων που συναριθμούνται στην Δεύτερη Μεταπολεμική Γενεά. Οι απόψεις των
γραμματολόγων και ανθολόγων δεν συμπίπτουν. Θα σταθούμε μόνο σε μία εργασία
αυτήν του ποιητή και ανθολόγου Ανέστη Ευαγγέλου και στο βιβλίο του Η Δεύτερη
Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1950-1970) Ανθολογία, με εκτενή Εισαγωγή του
κριτικού και συγγραφέα κυρίου Γιώργου Αράγη που κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό
οίκο «παρατηρητής» της Θεσσαλονίκης το 1994. Και αυτό το πράττουμε όχι για
κανέναν άλλον λόγο, αλλά επειδή η παρουσία του ποιητή Δημήτρη Δασκαλόπουλου,
στα 45 Ονόματα που συμπεριλαμβάνει ο τόμος δεν συναντάται δεν ανθολογείται. Όμως
δεν θα ξεστρατίσουμε στο γιατί και πώς με ερωτήματα και απόψεις. Το θέμα μας
είναι το τι μας λέει ο κριτικός κύριος Βαγγέλης Χατζηβασιλείου στο δικό του
κείμενο στην Ανθολογία των εκδόσεων «Σοκόλη» για την ποίησή του. Ο ακάματος
κριτικός μας είναι γνωστός από παλαιά και φυσικά από την παρουσία του ως
κριτικός νέων εκδόσεων στο «Βιβλιοβούλιο» της εκπομπής του Καναλιού της Βουλής.
Πριν μερικά χρόνια, για την ακρίβεια το 2018 οι εκδόσεις «Πόλις» κυκλοφόρησαν
την ενδιαφέρουσα ογκωδέστατη μελέτη του (δέκα κεφαλαίων) «Βαγγέλης
Χατζηβασιλείου, Η ΚΙΝΗΣΗ ΤΟΥ ΕΚΚΡΕΜΟΥΣ. Άτομο και κοινωνία στη νεώτερη ελληνική
πεζογραφία: 1974-2017». Ο τόμος είναι αφιερωμένος «Μνήμη Ορέστη και Βικτωρίας».
Αξίζει της ιδιαίτερης προσοχής μας η Εισαγωγή του που φέρει τον τίτλο «Από την
Κριτική στη Γραμματολογία». Στο «αυτί» της κουβερτούρας του τόμου δίδονται τα
βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία του Αθηναίου κριτικού και μελετητή της
ελληνικής λογοτεχνίας. Από την μεριά μας θα υπενθυμίσουμε εκ νέου (κάτι που
είναι γνωστό φαντάζομαι στους περισσότερους ασχολούμενους με την Ποίηση) στην
συνεργασία του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου και του συγχωρεμένου κριτικού και ποιητή
Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, στην τετράτομη έκδοση των εκδόσεων «ΚΟΤΙΝΟΣ», Αθήνα
2012. Είναι η γνωστή μας «ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (20ος
αιώνας)» Ανθολόγηση- Επιμέλεια Κώστας Γ. Παπαγεωργίου- Βαγγέλης Χατζηβασιλείου.
Στεκόμαστε ιδιαίτερα στον Γ΄ τόμο (1940-1970) και στις σελίδες 422-426 όπου
συναντάμε την ποιητική παρουσία του Δημήτρη Δασκαλόπουλου με τρείς ποιητικές
του μονάδες. Με την καταγραφή αυτή συμπεριληπτικά θεωρώ ότι έχουμε ένα κάπως
μεγαλύτερο άνοιγμα της ποιητικής βεντάλιας του Δημήτρη Δασκαλόπουλου στα
Λογοτεχνικά Πάρεργα. Κάτι, που ίσως ενδιαφέρει αν όχι τόσο τους έλληνες και
ελληνίδες φίλους της ποίησης στην χώρα μας, όσο τους ξενόγλωσσους από διάφορα
μέρη του Κόσμου που βλέπουν την λογοτεχνική ιστοσελίδα από τον Πειραιά. Εδώ ας
μου επιτραπεί να σημειώσω ότι κάνει εντύπωση στον γράφοντα, το πόσοι από το
κράτος του Βιετνάμ «διαβάζουν» τα Λ.Π. Όπως φαίνεται θα υπάρχει στο κράτος αυτό
της Άπω Ανατολής όπως και σε άλλα, ανθηρή ελληνική κοινότητα και ενδιαφέρον από
ξένους για τα ελληνικά γράμματα, πέρα φυσικά από την διεθνή ακτινοβολία που
έχει το έργο και η παρουσία του Νίκου Καζαντζάκη. Αντιγράφω και τα τρία
ποιήματα της Ανθολογίας, συνυπογράφοντας τις απόψεις του κριτικού Βαγγέλη
Χατζηβασιλείου που διαβάζουμε στην Ανθολογία των εκδόσεων Σοκόλη. Μια ποιητική
φωνή κλασική, νηφάλια, ήρεμων τόνων, που συγχωνεύει μέσα της αρμονικά στιγμές
του αρχαίου ελληνισμού, από τον Όμηρο και μεταγενέστερα. Μεταποιεί την ιστορική
ύλη σε σύγχρονη πρόταση συνομιλίας μας και γνωριμίας μας με ιστορικές
καταστάσεις που βίωσε ο Ελληνισμός τον προηγούμενο αιώνα και χαράχτηκαν στις
μνήμες των ανθρώπων τραυματικά και αμετάκλητα. Εξαιρετική η γλώσσα του
Δασκαλόπουλου με «χωνεμένο» λεξιλόγιο, ένα ποιητικό αλφαβητάρι που σε αγγίζει,
σε συγκινεί, σε παροτρύνει να το γνωρίσεις καλύτερα, ξυπνά νόστους και
καταστάσεις που έζησε ο Ελληνισμός και διαβάζεις στα βιβλία της κάπως ψυχρής
γραφής της καθ’ εαυτής Ιστορίας. Υπενθυμίζουμε ακόμη, ότι συνεργασίες του
Δημήτρη Δασκαλόπουλου έχουμε και σε άλλες σειρές των εκδόσεων «Σοκόλη» βλέπε
την περίπτωση της Πεζογραφίας του ποιητή Κωστή Παλαμά, στην πολύτομη σειρά «Η
παλαιότερη πεζογραφία μας» τόμος Η΄, όπου ο Δασκαλόπουλος εξετάζει την
περίπτωση του Παλαμικού διηγήματος «Ο Θάνατος του παλληκαριού». Ένα από τα πιό
εξεταζόμενα και αναγνωρίσιμα πεζά του εθνικού μας ποιητή Κωστή Παλαμά.
ΠΕΛΤΑΣΤΕΣ
Οι φίλοι
έφυγαν ένας ένας.
Στη θέση
τους έμεινε μιά ακαθόριστη αίσθηση
του χώρου
που άδειασε,
πλάνεμα των
ματιών σε μιάν απέραντη έρημο
αμφίβολοι
ιριδισμοί στο φώς της μνήμης.
Τη νύχτα
κατέβηκα στο πεζούλι της αυλής’
ο άνεμος
σφύριζε μιά παλιά επωδό
ανάμεσα σε
δέντρα καψαλισμένα απ’ τους κεραυνούς.
Ζύγισα την
αγάπη και την προδοσία, όπως φρούτο με φρούτο,
μή έχοντας
αντίστοιχα σταθμά.
Να γίνεις
αναχωρητής, σκέφτηκα, θα ‘ταν μιά λύση’
ένα γυμνό
σπαθί που θα ‘κοβε στα δυό το είναι σου,
μα τη ζωή
σου δεν τη θέλησες εκεί.
Θυμήσου το
μυστικό ακρογιάλι
μ’ εκείνα τα
ελάχιστα συντρίμμια της τρικυμίας:
το φαγωμένο
απ’ την αρμύρα καραβόσκοινο,
τη
σκουριασμένη άγκυρα, το ανάπηρο κουπί
που πείσμωσε
και ρίζωσε ορθό στην άμμο.
Σ’ αυτό τον
στρόβιλο που σε παιδεύει ολημερίς
τί να
κρατήσεις;
Σε ποιόν Θεό
να τάξεις την καρδιά σου…
Δεν είμαστε
από τη μαγιά εκείνων των πολύτροπων
που πολλά
πάθαν στη θάλασσα μετά το δεκάχρονο μακελειό,
μα και εδώ
που ταχτήκαμε να φρουρούμε
τα
οστεοφυλάκια των ονείρων,
οι ίδιες
μάγισσες, οι ίδιοι κύκλωπες, τα ίδια στοιχειά
παραμονεύουν
τη ζωή μας.
Ίσως κάποτε
βρούμε τον τρόπο να συναντήσουμε το φώς
γλιστρώντας
σαν ανορμήνευτα φυτά
ανάμεσα απ’
αυτούς που μας στερήσαν τη γαλήνη.
--
ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ
Με χέρι
δανεισμένο από κορμό ελιάς
ο γέροντας
έτρωγε αργά με το καλέμι
τη νιόκοπη
φλούδα.
Τα μάτια του
άδειασαν το πρόσωπο
ήρθαν ν’
αράξουν στ’ αυλάκια της παλάμης:
«Παλεύω
χρόνια τον άπιαστο κορμό
το βρώμικο
κορμό τούτο το Τίμιο Ξύλο.
Δρασκελάει
τις γενιές σα δράκοντας
ζητάει αίμα’
ορφανίζει σπίτια σκορπάει
θανατικό και
όλεθρο.
Τις νύχτες
του φεγγαριού τον ακούμε
να τρίζει
φυλακισμένους στους μεσότοιχους
να πλαγιάζει
αδειανά κορμιά
ν’ ανεβαίνει
στα εικονίσματα τρεμουλιάζοντας
τη φλόγα του
καντηλιού
να πιάνει
ψιλή κουβέντα με τη Βρεφοκρατούσα
μπαλσαμωμένα
στα τυλιγάδια
παντιέρες
σημαίες και λάβαρα
μιάς μάχης
χαμένης πρίν αρχίσει
αόρατη
λιτανεία που διαβαίνει
τις στεριές,
τα πέλαγα και τον καιρό
αφήνοντας
στο πέρασμά της
αποκαϊδια
και σκουριασμένα λάφυρα.
Δεν ξέρω που
αρχίζει και που τελειώνει
αυτή η
εφιαλτική πομπή
δε μπορώ πιά
να διακρίνω
τους
ζωντανούς από τους πεθαμένους.
Παίρνω το
χωματόδρομο που κατεβαίνει
σα
γιδοκέρατο ως το κύμα,
ανάμεσα σε
βούρλα καλαμιές και φρύγανα
για να
ματίσω τα δίχτυα ν’ ανοίξω
τα πανιά για
το δικό μου ταξίδι
(Αν, μετά
από χρόνια, ανταμώσετε
σ’ αυτό ή σ’
άλλο ακρογιάλι
το
ναυαγισμένο σκαρί μου
είμαι
βέβαιος ότι θα πείτε
πώς ετοίμασα
κι εγώ παντιέρες
μιάς μάχης
χαμένης πρίν αρχίσει
σημαίες και
λάβαρα χιλιοτρυπημένα
για να
κυκλοφορούν ανάμεσά τους
τα θερμά
λόγια του ήλιου
και τα
όνειρα.)
--
V
Νόστου δή μνήσαι
ΙΛΙΑΔΑ,
Κ 509
Απόψε
ανηφόρισα στη λέξη νόστος.
Χωράφια
μυγδαλιές δεντροπερίβολα
βαριά από
την πείνα των καρπών τους.
Μισοτελειωμένα
χειρόγραφα οι τάφοι
συνεχίζονται
στο κορμί μου.
οι ψυχές
κουλουριασμένα έμβρυα
αναπαύονται
στο βάθος μητρικής κοιλιάς.
Γυρίζω
σημαίνει δοκιμάζομαι
παίρνω το
χρόνο αντίστροφα
και
κατεβαίνω προς το ρέμα του Αχέροντα
όπου
αδρανούν λυγαριές
σαν τόξα
αποσταμένα να σκοπεύουν.
Δοκιμάζομαι
σημαίνει ανεβαίνω
κύκλους
επάλληλους
και βλέπω
τις μέρες μας να γίνονται
επαρχιακή
πλατεία του μεσοπολέμου
στα μάτια
των παιδιών που δίνουν κλωτσιά στον ήλιο.
Κάτω στο
γιαλό στο περιγιάλι
Φτάνουν
φορτία από εμπορεία Φοινικικά
κι οι
διαβάτες αναζητούν πραμάτειες σπάνιες
σίλβιο,
ίασπη και αχάτη.
Στο μεταξύ
μεγαλώνουν τα δέντρα
απλώνουν
ρίζες σαν άνθρωποι.
Κάτω στο
γιαλό κάτω στο περιγιάλι
χρησμοδοτούν
καμπουριασμένοι σαλτιμπάγκοι
με
παραπροίκια και τραχώματα.
Χνωτίζουν οι
καπνοί απ’ τα λιβάνια
φλόμωσε ο
τόπος, αφανίστηκε το πρόσωπό του.
Κι εμείς
εσηκωθήκαμε σύναυγα σα χαλκιάδες
κι επά στη
ρούγα ήρθαμε να λέμε πελελάδες.
Όλα
κατακυρωμένα σ’ αυτούς
όπου
προσφέρουν τ’ όνομά σου χωρίς ν’ αναστενάζουν.
Τί μένει απ’
όλα αυτά;
Μόνο το αίσθημα
πώς ξενιτεύεσαι απ’ τη γη σου
χωρίς να
μεταναστεύεις.
Φυτεμένοι σαν
δέντρα
έχουν κουρνιάσει
στις πλαγιές οι αλαφροΐσκιωτοι
γράφοντας γράμματα
στο Θεό.
Κι άλλοι που
τραγουδούν για κάποια σύντομη άνοιξη
σε μιά πέμπτη,
άγνωστη εποχή.
Είναι γλυκύς
ο ανήφορος
και το σούρουπο
κάθετο στη λέξη νόστος.
Απαραίτητη διευκρίνιση. Τα ποιήματα είναι στο πολυτονικό
και η γραμματοσειρά ή η λέξη αλλάζει από τον ποιητή, δηλώνοντας την οργανική
συνέχεια, αφομοίωση αρχαίων λέξεων ή δημώδους εκφραστικής που διατηρούνται και
σήμερα ακόμη ζωντανές στα γραπτά πολλών ποιητών. Ωραίες εικόνες και σύμβολα
διαχρονικά της παράδοσης.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ
Παρουσίαση: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1939. Σπούδασε
Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε για 33 χρόνια στην Εθνική Τράπεζα
Ελλάδος, απ’ όπου αποχώρησε στο τέλος του 1996. Κατά την τελευταία
δεκαπενταετία της υπηρεσίας του ήταν υπεύθυνος του τομέα Εκδόσεων του Ιστορικού
Αρχείου της Τράπεζας και διευθυντής των Δημοσίων Σχέσεων.
Εμφανίστηκε στη λογοτεχνία με αποσπάσματα
από τα ποιήματα “Per Aspera ad Astra” και το «Το όραμα του κόσμου», στο
περιοδικό Πανσπουδαστική, αρ. φ. 28. 24.2.1960. Εκτός από την ποίηση ασχολήθηκε
ιδιαίτερα με τη βιβλιογραφία, και δημοσίευσε πολλές ομοειδείς εργασίες στα
περιοδικά Συλλέκτης, Διαβάζω, Νέα Εστία, Χάρτης, Διπλή Εικόνα, Παλίμψηστον,
Μαντατοφόρος, Ακτή, Αντί, Εντευκτήριο, Πόρφυρας. Συνεργάστηκε με την
εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος- Λαρούς- Μπριτάννικα, την 28τομη σειρά της Αφηγηματικής
πεζογραφίας των εκδόσεων Σοκόλη και το Παγκόσμιο βιογραφικό λεξικό της
«Εκδοτικής Αθηνών». Τακτικός συνεργάτης της εφημερίδας «Τα Νέα» ως κριτικός
βιβλίου και επιφυλλιδογράφος από το 1993 έως το 1999.
Ποιήματα και μελέτες του έχουν μεταφραστεί
στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, γερμανικά, ολλανδικά, ιταλικά, ρουμανικά και
τούρκικα.
Ασχολήθηκε με τα λογοτεχνικά περιοδικά. Στο
πλαίσιο αυτό ίδρυσε και διηύθηνε την εκδοτική σειρά Περιοδικά Λόγου και Τέχνης
(εκδ. «Διάττων»), στην οποία εκδόθηκαν τρείς τόμοι (Διόνυσος, Ηγησώ- Ποιητική
έκδοση, Ζωή). Είναι μέλος της Εταιρείας Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού
Αρχείου, της Εταιρείας Συγγραφέων, της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και
Συγκριτικής Γραμματολογίας και του Σπουδαστηρίου του Νέου Ελληνισμού.
Εργογραφία:
Ποίηση:
Απόπλους (ιδιωτική έκδοση), 1963. Επιστροφές, «Ίκαρος», Αθήνα 1973. Αλφαβητάρι.
«Ολκός», Αθήνα 1976’ «Διάττων», Αθήνα (3)1992. Νέκυια, «Ε.Λ.Ι.Α.», Αθήνα 1978.
Γράμματα στον Ερμόλαο, «Ε.Λ.Ι.Α.», Αθήνα 1981. Φωνές της σιωπής (συγκεντρωτική
έκδοση που περιλαμβάνει τις συλλογές Αλφαβητάρι, Νέκυια και Γράμματα στον
Ερμόλαο), «Γνώση», Αθήνα 1982. Κλειδούχος μοίρα. «Διάττων», Αθήνα 1993.
Σκοτεινή πανσέληνος. Ποιήματα (1963-1993). «Νεφέλη», Αθήνα 1999.
Βιβλιογραφίες:
Εργογραφία Σεφέρη (1931-1979). Βιβλιογραφική δοκιμή. «Ε.Λ.Ι.Α.», Αθήνα 1979.
Γ.Κ. Κατσίμπαλης. Βιβλιογραφία και 12 κριτικά κείμενα. «Ε.Λ.Ι.Α.», Αθήνα 1980.
Βιβλιογραφικά Σικελιανού (1980-1982). «Ε.Λ.Ι.Α.», 1983. Βιβλιογραφία Οδυσσέα
Ελύτη (1971-1992). Εταιρεία Συγγραφέων, Αθήνα 1993. Βιβλιογραφία Αλέξανδρου
Κοτζιά (σε συνεργασία με τη Μαρία Ρώτα). Εταιρεία Συγγραφέων- «Κέδρος», Αθήνα
1998. Βιβλιογραφία Γ. Σεφέρη (1922- 2000). «Ίκαρος», Αθήνα 2001.
Δοκίμια-
Έρευνες: Τα βήματα του χρόνου. Σημειώσεις νεοελληνικής λογοτεχνίας, «Διάττων»,
Αθήνα 1987. Κ.Π. Καβάφης, Σχέδια στο περιθώριο. «Διάττων», Αθήνα 1988.
Λογοτεχνικά περιοδικά της Αλεξάνδρειας (1904- 1953) «Διάττων», Αθήνα 1990.
Νίκος Γκάτσος. Ένας αφοσιωμένος. «Μπιλιέτο», Παιανία 1998. Συμπαθητική μελάνη
(θέματα- συγγραφείς- έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας), «Ερμής», Αθήνα 1999.
Ανισόπεδες διαβάσεις, «Πατάκης», Αθήνα 1999.
Επιμέλειες:
Γ. Σεφέρης, Η ποίηση στον κινηματογράφο. «Διάττων», Αθήνα 1986. Γ. Σεφέρης-Τ.
Μαλάνος, Αλληλογραφία, «Ολκός», Αθήνα 1990. Γ. Σεφέρης, Δοκιμές, τόμος Γ΄
«Ίκαρος», Αθήνα 1992. Νίκος Εγγονόπουλος, «… και σ’ αγαπώ παράφορα» Γράμματα
στη Λένα. «Ίκαρος», Αθήνα 1993. Εισαγωγή στην ποίηση του Σεφέρη. Επιλογή
κριτικών κειμένων. «Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης», 1996. Παρωδίες καβαφικών
ποιημάτων, «Πατάκης», Αθήνα 1998.
Σεφερικός από την πρώτη ως την τελευταία
συλλογή του, ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος τίμησε τον δάσκαλό του όχι με τη
μονόχνοτη αντιγραφή και την άχαρη μίμηση, αλλά με τη γόνιμη ανανέωση και τη
σταθερή αναδημιουργία. Κρατώντας από τον Σεφέρη τη λιτότητα της γλώσσας και την
αμεσότητα του δραματικού περιεχομένου, προχώρησε γρήγορα στη διαμόρφωση των
ατομικών του μέσων, συγκροτώντας έναν προσωπικό και ταυτοχρόνως εξωστρεφή ή
ανοιχτό ποιητικό κόσμο, που δεν αποκόπηκε ποτέ από το συλλογικό περιβάλλον και
την ιστορική μοίρα της εποχής και του τόπου του. Αναζητώντας συχνά στην
αρχαιότητα και την κλασική παράδοση τις ρίζες της νεοελληνικής ταυτότητας (άλλη
μία σεφερική παράμετρος στη δουλειά του), ο Δασκαλόπουλος απέφυγε εξαρχής –και
την αποφεύγει απαρεγκλίτως μέχρι και σήμερα- την ιδεολογική νουθεσία που
συνεπάγεται δυνάμει ως κίνδυνος μια τέτοια πνευματική στάση ή οπτική γωνία. Στα
ποιήματά του ο ελληνισμός δεν φοράει τήβεννο ενός υπεριστορικού και
απροσδιόριστου κοινωνικά ή πολιτικά προτύπου, αλλά, αντιθέτως, προσγειώνεται
ομαλά- και χωρίς κραδασμούς ή εκκωφαντικούς θορύβους- στο πεδίο μιας
συγκεκριμένης γεωγραφικής και εθνικής επικράτειας, που αφομοιώνει με τραυματικό
τρόπο το παρελθόν της, χάνοντας ή μπερδεύοντας στον «παρόντα χρόνο» τις
περισσότερες ζωτικές της κατευθύνσεις και αξίες.
Και ο «παρών χρόνος» δεν είναι άλλος από την
περίοδο του μεταπολέμου και τη διάτρητη ηθική της, που εντυπώθηκε ως εικόνα
διαφθοράς και υποχώρησης από κάθε ακέραιη θέση στη συνείδηση όσων είχαν το
σθένος ή την αντοχή να παρακολουθήσουν τους ανθρώπους και τις εξελίξεις από τη
σκοτεινή πλευρά της σελήνης. Και εν προκειμένω η ποίηση για τον Δασκαλόπουλο,
όπως και για τον Σεφέρη, δεν σώζει, ακόμη κι όταν κάνει ό,τι μπορεί για να
κατανοήσει εκ νέου-και εν κατακλείδι να ανασυντάξει- την ιστορία της: από τον
Κάλβο και τον Σολωμό ως τον Παλαμά και τον Καβάφη.
Σίγουρα, όμως, η ποίηση μπορεί να
λειτουργήσει ως ευαίσθητος παλμογράφος του καιρού της, καταγράφοντας τόσο τα
μεγάλα, σημαδιακά του γεγονότα, όσο και τα αδιόρατα, μικρά συμβάντα, που
αποκαλύπτουν το βαθύτερο νόημα και το κρυφό μήνυμά του. Και αυτό ακριβώς
συμβαίνει στην περίπτωση του Δασκαλόπουλου, όντας ίσως εντέλει και το πιο
σημαντικό.
Επιλογή
Βιβλιογραφίας
-Κώστας
Βαλέτας: «Δημήτρη Δασκαλόπουλου, Επιστροφές»’ περ. Αιολικά Γράμματα, τεύχ. 17,
Σεπτ. –Οκτ. 1973, σσ. 415-416
-Μπάμπης
Κλάρας, εφ. «Η Βραδυνή», 27.11.1973
-Αλέξης
Ζήρας: «Δ.Δ., Νέκυια»’ περ. Παραλλάξ, τεύχ. 4, Ιουλ.- Σεπτ. 1978, σ. 250
-Αλέξης
Ζήρας, «Δ. Δ. Κλειδούχος μοίρα» περ. Ρεύματα, τεύχ. 19, Μάιος- Ιούνιος 1994, σσ.
120-121
-Ανδρέας
Παναγόπουλος, περ. Διαβάζω, τεύχ. 16, Ιαν. 1979, σ.69 (σύντομη κριτική για την
ποιητική συλλογή του Νέκυια)
-Αντρέας
Καραντώνης: «Δ.Δ. Εργογραφία Σεφέρη (1931-1979) και Νέκυια», περ. Νέα Εστία,
τόμ. ΡΗ΄, τεύχ. 1272, 1.7.1980, σσ. 958-959
-Αλέξ.
Αργυρίου, λήμμα στην εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος- Λαρούς- Μπριτάννικα, τόμ. 19,
Αθήνα 1981, σ. 428
-Κύπρος
Χρυσάνθης: «Δ.Δ. Γράμματα στον Ερμόλαο» περ. Πνευματική Κύπρος, τεύχ. 253-254
Οκτ.-Νοέμβ. 1981, σσ. 23-24
-Κώστας
Τσαούσης: «Δ.Δ. Φωνές της σιωπής»’ εφ. «Έθνος», 29.5.1983
-Μ.Γ.
Μερακλής: «Μορφές εφαρμοσμένης ποίησης: Δ.Δ. Φωνές της σιωπής»’ περ. Διαβάζω
τεύχ. 73, 13 Ιουλ. 1983, σσ. 42-44
-Χ.Λ. [=Χαρά
Λουκάκου]: «Δ.Δ. Φωνές της σιωπής» εφ. «Μακεδονία» (Θες/νίκης), 28.9.1983
-Ε. Ν.
Μόσχος: «Δ.Δ., Φωνές της σιωπής» περ. Νέα Εστία, τόμ. ΡΙΔ΄, τεύχ. 1354,
1.12.1983, σσ. 1523-1524
-George Thaniel [=Γιώργος Δανιήλ]: «Δ.Δ. Φωνές της σιωπής»’
περ. World Literature Today, Χειμώνας 1984
-Αντρέας
Μπελεζίνης: «Δ. Δασκαλόπουλος» Πρακτικά Τετάρτου Συμποσίου Ποίησης.
Πανεπιστήμιο Πατρών, 6-8 Ιουλίου 1984. «Γνώση» Αθήνα 1985, σσ. 549-551 και περ.
Υδρία, τεύχ. 51-53, Μαρτ. 1985, σσ. 63-65, τώρα και: Κριτικό τρίπτυχο. «Σμίλη»,
Αθήνα 1991, σσ. 185-187
-Αμάντα
Μιχαλοπούλου: «Τα γράμματα της αλφαβήτου: Δ.Δ. Αλφαβητάρι»’ περ. Διαβάζω, τεύχ.
292, 22 Ιουλ. 1992, σσ. 60-61
-Μισέλ Φάϊς:
«Δ.Δ., Κλειδούχος μοίρα»’ περ. Εντευκτήριο, τεύχ. 27, Καλοκαίρι 1994, σσ. 71-72
-Κώστας
Σταματίου: «Δ.Δ., Φωνές της σιωπής», εφ. «Τα Νέα» 26.11.1983.
In memoriam
Πέθανε απόψε
ο φίλος μας.
Ως έκλεισε
τα μάτια του σκοτείνιασεν η γης
και στης
αυλής το ξέφωτο τσακίστηκε μιά γλάστρα.
Μη βάλετε
στον τάφο του σταυρό’
θα κατεβούν
στο προσκεφάλι του
οι γυάκινθοι
που αγάπησε
να του
κρατήσουν συντροφιά στη νύχτα
και θα
σπιθίσουνε χαμόμηλα στ’ αχείλι
πού κάποτε
λαμπάδιαζε το γέλιο του.
Μή βρέξουνε
τα σύννεφα
γι’ αυτόν
που πόθησε τον ήλιο’
άς μη
θολώσουν οι ματιές
γι’ αυτόν
που λάτρεψε την ξαστεριά.
Τον έκλαψαν
οι νύχτες που ξαγρύπνησε
και οι αυγές
που καλημέριζε το φώς’
τον έκλαψαν
τ’ ανέστια χελιδόνια’
τον έκλαψαν
δυό μάτια από τον ουρανό
με μια ψιλή
βροχούλα.
(Επιστροφές, 1973)
--
[Κράτησα
χρόνια…]
Κράτησα χρόνια
τούτο το προσωπείο.
Περπάτησε
μαζί μου πείνασε κρύωσε δοκιμάστηκε.
Στις νύχτες
του φεγγαριού τραγουδούσε
ανάβοντας
ένα ένα τ’ αστέρια.
Το φόρεσα με
χώρεσε γινήκαμ’ ένα.
Ρίζωσε μέσα
μου και βλάστησε. Τώρα
αρνούμαι να
το παραδώσω στους αργυραμοιβούς.
--
[Ξένοι]
De civibus romanis
Ξένοι
σε ξένο τόπο
καταντήσαμε.
Αναχωρητές
κι ερημίτες
σφίγγες
κωφάλαλες
ευδαίμονες
εραστές της σιωπής
σ’ αυτή τη
χώρα που άνθιζε ο Λόγος
κάτω απ’ το
βλέμμα των αγαλμάτων.
(Αλφαβητάρι, 1976)
--
Γράμματα
στον Ερμόλαο
ΙΙΙ
Οι λέξεις δε
μας προστατεύουν, Ερμόλαε.
Είναι μιά
καταραμένη μεταμφίεση
εικοσιτέσσερα
κουρέλια με χοντρές ραφές
αδέξια
μπαλώματα σε προδοτικό πανωφόρι.
Θυμάσαι τον
ερειπωμένο ταρσανά στις αλυκές;
Θυμάσαι τα
ξύλα που κούρνιαζαν σαρακοφαγωμένα
αταξίδευτα
ναυάγια της στεριάς;
Ψηλά στα
δοκάρια της οροφής
κρέμονταν
μαραγκιασμένα ρόδια.
Τα παράθυρα
είχαν βλαστήσει σκουριασμένες πρόκες
και κάθε
τόσο στρίβανε από ανατολή σε δύση
άνοιγαν κι
έκλειναν τρίζοντας
άνοιγαν κι
έκλειναν
όπως οι
αιδημήτρηδες στον ήλιο. Έτσι κι οι λέξεις.
Πώς να τα πω
όλα αυτά;
Πώς να τα
συντηρήσω σε μικρά χάρτινα φέρετρα;
Υπάρχουν κι
άλλες δύσκολες στιγμές
μπερδεμένο
κουβάρι πού δεν περνά
τη μύτη της
βελόνας.
Νύχτες
παγωμένες του σαρανταοχτώ
να χτυπούν
τα πολυβόλα κι ο ουρανός
μιά άσπλαχνη
συναστεριά.
Όλα αυτά,
άραγε, τα κουβαλάμε μέσα μας
ή μήπως μας
σέρνουν δεμένους εκείνα;
Ας ποτιστούν
οι λέξεις με δάκρυα κι αίμα
να φυτρώσουν
άλλα νοήματα
να δώσουν
απαγορευμένους καρπούς
να μας
τυλίξουνε μ’ ανεμική κι αντάρα
για να
μπορούμε να λέμε τη λέξη καλημέρα
και ν’
ανατέλλουμε τον ήλιο.
(Γράμματα στον Ερμόλαο, 1981)
--
Τα χρόνια που θα ‘ρθουν
Τα χρόνια
που θα ‘ρθουν
έχουν ένα
πρόσωπο που δε μας μοιάζει.
Λιγότερα
δέντρα, περισσότερες σκιές
αναποφάσιστα
ποτάμια και βουρκωμένες θάλασσες.
Μόνον τα
δάχτυλα κρατούν σφιγμένη
τη δική τους
αμετάφραστη γλώσσα
και οι
ψίθυροι στους κλειστούς χώρους
θυμίζουν πώς
γεννιέται ένα λουλούδι.
Τα χρόνια
που θα ‘ρθουν
τα έχουμε
κιόλας ζήσει σε βαθιά σιωπή.
Νυχτώνει
πάνω στην πόλη. Ετοιμάσου!
Μεταναστεύουμε
σε άλλα τοπία
ταξιδεύοντας
μέσα στα νεύρα
ενός γέρου
πλάτανου, στο κελάρυσμα του νερού
στην παιδική
αθωότητα.
Τα χρόνια
που θα ‘ρθουν
με μια γεύση
στάχτης στις μέρες τους
πάνω από τα
ερείπια της πόλης
τροφή για
την αξίνα του αρχαιολόγου
είναι τα γηγενή
και αταξίδευτα
στις νύχτες
του φεγγαριού.
Τα χρόνια
που θα ‘ρθουν
πάνω από τα
ερειπωμένα μας βλέμματα
δε θα
θυμούνται τους κλειστούς χώρους
και τα
κορμιά μας ακυβέρνητα
στις νύχτες
του φεγγαριού.
Τα χρόνια
που θα ‘ρθουν
πάνω από την
προϊστορική ζωή μας
μικρά
λουλούδια στη λησμονιά
της
καινούριας, αγέρωχης μέρας.
Τα χρόνια
που θα ‘ρθουν
τυφλά κι
ανονείρευτα απ’ το πλατάγισμα
μιας
παγωμένης φτερούγας.
Τα χρόνια
που θα
‘ρθουν
έφτασαν.
(Κλειδούχος μοίρα, 1993)
--//--
Στις σελίδες 80-81 όπως προαναφέραμε, ο
επιμελητής του τόμου ποιητής και κριτικός Κώστας
Γ. Παπαγεωργίου, γράφει για την παρουσία του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, ενός
από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Β’ Μεταπολεμικής Γενιάς. Να
υπενθυμίσουμε ότι σύμφωνα με τους Γραμματολόγους στην Α΄ Μεταπολεμική Γενιά
συγκαταλέγονται όσοι λογοτέχνες γεννήθηκαν μεταξύ 1918 έως 1928, ενώ η Β’
Μεταπολεμική Γενιά οι λογοτέχνες που γεννήθηκαν μεταξύ 1929 έως 1940.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ
Η σχέση του Δημήτρη Δασκαλόπουλου με τον
Γιώργο Σεφέρη, που επανειλημμένως έχει επισημανθεί από την κριτική, αφού
ξεπέρασε το στάδιο της μαθητείας, εξελίχθηκε σε μία σιωπηρή πνευματική
συνομιλία, με εμφανείς τους γόνιμους καρπούς της στην ποίηση του πρώτου. Έτσι,
δεν είναι απόρροια επίδρασης αλλά, μάλλον βαθύτερης πνευματικής συγγένειας και
επικοινωνίας η αναβίωση, στην περίπτωση του Δασκαλόπουλου, της αγωνίας για τη
μοίρα του σύγχρονου ανθρώπου, συνυφασμένη με την αγωνία για τη μοίρα του
ελληνισμού. Αν, τώρα, αναζητούσε κανείς μία διαφορά στην έκφραση- και στο βάθος-
αυτής της αγωνίας, θα διαπίστωνε ότι στον Σεφέρη η έννοια του ελληνισμού
διαδραματίζει σημαντικότερο απ’ ό,τι στον Δασκαλόπουλο ρόλο, προεκτεινόμενη
άνετα από τα αρχαία αγάλματα- με ό,τι μπορούν αυτά να συμβολίζουν- στη σύγχρονη
θλίψη, η οποία καλύπτει, ως αίσθηση, το σύγχρονο ελληνικό δράμα αλλά και το
δράμα του δυτικού πολιτισμού εν γένει. Η αγωνία αυτή, στην ποίηση του
Δασκαλόπουλου, κυμαίνεται εκφραζόμενη ανάμεσα σε δύο πλησιέστερους μεταξύ τους
και ευκολότερα προσδιορίσημους άξονες: ανάμεσα στον παρηγορητικό- αλλά και
τραυματικό για κάθε ευαίσθητη συνείδηση- μύθο της ελληνικής αρχαιότητας και στη
σύγχρονη θλίψη, που όμως στην ποίησή του αναδύεται, ως αίσθηση, από την εικόνα
του σύγχρονου και, πιο συγκεκριμένα, του μεταπολεμικού ελληνικού κόσμου, έτσι όπως
αυτός βγήκε καθημαγμένος από τις γνωστές ιστορικές, ιδεολογικές και κοινωνικές
συγκυρίες των μεταπολεμικών χρόνων.
Τα παιδιά
της τα μύρωσαν με τσεκουριές
τις
θυγατέρες όλες τις κοιμήθηκαν.
Ρήμαξε το
κορμί της στένεψε
η γλώσσα της
στεριάς
για να την
καβαλούν τα κύματα
και να την
πνίγει αρμύρα.
Τα ξερονήσια
ματωμένα καρφιά
στο άχραντο
σώμα.
Τα βήματά
της λόγια της μέθης
μικρού
παιδιού καλλιγράφημα.
Αθροίζει τα
λευκά αθροίζει τα μαύρα
περισσεύει
πάντοτε το αναίτιο δάκρυ.
Κατάντησε
τομάρι πού
άπλωσαν
σε αυλή
βυρσοδεψείου.
(«Θούριος»’ Νέκυια, 1978)
--
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
8 Ιουνίου
2026
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου