Για τον Καβάφη
Ένας «Χαιρετισμός» που
αναπτύχθηκε στο ακόλουθο κείμενο
Ο Ελληνικός
Σύνδεσμος Ηνωμένων Εθνών και η Αθηναϊκή Ομάδα Ντίνου Χριστιανόπουλου, έκανε
Αφιέρωμα Μνήμης στον Κ.Π. Καβάφη στο ιστορικό εστιατόριο Μαγεμένος αυλός (οδός
Αμύντα 4 στο Παγκράτι) στις 6-6 26 και ώρα 12.00 με 14.00. Την ευθύνη της εκδήλωσης
είχε η Πρόεδρος, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου, Αναστασία Βαλεντίνη Ρήγα. Στον
Μαγεμένο Αυλό, λοιπόν, και υπό το βλέμμα
του Μάνου Χατζιδάκι, του Νίκου Γκάτσου και πολλών άλλων καλλιτεχνών που μας
επιτηρούσαν από τα αναρτημένα πορτρέτα τους και τις παλιές στιγμές της δόξας
τους, εορτάσαμε Καβάφη, με ομιλίες, απαγγελίες και μελοποιημένα ποιήματα. Εξομολογούμαι
ότι ήταν μεγάλη η χαρά μου που βρισκόμουν εκεί, αλλά και πολύ μεγάλη η αμηχανία μου για το τι θα
πω. Γιατί είναι φυσικό, πως ό,τι κι αν πούμε πια δεν θα πρωτοτυπήσουμε, απλώς θα
επαναλάβουμε τα ήδη γνωστά και κατακυρωμένα από τον μέγα κριτή, τον χρόνο, και
από τους απογόνους λογοτέχνες που ο ποιητής άφησε πίσω του. Και ενώ, όσο ήταν
εν ζωή δεν έκανε Σχολή και Κύκλο γύρω του, κάτι σαν αυτό που έκανε ο Διονύσιος
Σολωμός, ο Κωστής Παλαμάς ή ο Σεφέρης, ο
Ελύτης με τη γενιά του τριάντα, ο Καβάφης μόνος του ήταν μια Σχολή. Δυστυχώς
δεν έζησε μερικά χρόνια ακόμα, για να δει την ποίηση του να κατακτά διαρκώς και
αδιαλείπτως έδαφος στις νεότερες γενιές. Οι Νεοέλληνες, όσοι δεν ήταν και τόσο
«ρωμαντικοί», όπως τους χαρακτήρισε εκείνος, τον αγάπησαν και μάλιστα πολύ…
Συγκεκριμένα,
ο Καβάφης συζητώντας με τον Γ. Θεοτοκά είπε για τους ποιητές της Αθήνας ότι
είναι Ρωμαντικοί! Ρωμαντικοί! Ρωμαντικοί! Και η ποίησή τους Ρωμαντική!
Γεννήθηκε
στην Αλεξάνδρεια στις 29 Απριλίου 1863. Ήταν γιος του Πέτρου Ιωάννη
Καβάφη, πλουσίου εμπόρου, και της
Xαρίκλειας, από καλή οικογένεια της Κωνσταντινούπολης. Ήταν το μικρότερο από τα
εννέα παιδιά της οικογένειας. Στην Αλεξάνδρεια έζησε στο σπίτι –σήμερα είναι
Μουσείο- της οδού Λέψιους, αρ. 10, όπου τελικά έμεινε μόνος μέχρι το θάνατό
του, το 1933. Εντωμεταξύ είχε προσληφθεί ως υπάλληλος στην Εταιρεία Αρδεύσεων,
όπου παρέμεινε 30 χρόνια.
Ο Καβάφης απεχθανόταν τον Ρομαντισμό, την
μεγαλοστομία του, την ιδεολογία του, τον τρόπο έκφρασής του. Και όμως ο
Μπάιρον, ένας ρομαντικός ποιητής ήταν, ένας Λόρδος, ένας αριστοκράτης που ήρθε
στην Ελλάδα, να πολεμήσει και να πεθάνει στα τριάντα έξι του χρόνια, μες στη
λάσπη και την ελονοσία του Μεσολογγίου. Ο Ιουλιανός πάλι πέθανε σαν ρομαντικός
ήρωας στα 32 του χρόνια. Δεν ξέρω για τον Μπάιρον, αλλά τον Ιουλιανό ο Καβάφης καθόλου δεν τον
συμπαθούσε. Ο Καβάφης δεν αγαπούσε τον ρομαντισμό γιατί ήταν ρεαλιστής. Έβλεπε τον κόσμο που αλλάζει,
κοίταζε με λοξή ματιά και θλίψη τα μεγαλεία, τα νιάτα και τη δόξα που περνούν και φεύγουν και μόνο για τα
όμορφα αγόρια που είχε πάρει ο θάνατος μιλούσε θετικά, κάνοντας στην ουσία μνημόσυνο και εγκώμιο
στην χαμένη νιότη τους.
Ήταν σε όλα
του ξεχωριστός. Ο κόσμος που τον έβλεπε να περπατά στην πόλη, στεκόταν και παρατηρούσε
τι φορούσε, πώς το φορούσε, πώς στεκόταν, πώς περπατούσε, πώς κοιτούσε, πώς
μιλούσε. Πώς μιλούσε; Σαν εξωτικό, περίεργα, σαν να διάλεγε τις λέξεις. Ήταν
παράξενος, σαν θεατρίνος, όλο σκέρτσα, αλλά επιβλητικός. Όμως «πίσω και πέρα
από όλα αυτά υπήρχε μια χειροποίητη προσωπικότητα που δεν τη συναντά κανείς
εύκολα στη ζωή του». Ήταν ένας κύριος που κυκλοφορούσε στην Αλεξάνδρεια «με
ελαφρήν απόκλιση προς το σύμπαν», όπως τον έβλεπε ο Ε.Μ. Φόρστερ, ο οποίος
έφτασε στην πόλη το 1915 ως εθελοντής
ερευνητής του Ερυθρού Σταυρού και τον επόμενο χρόνο γνωρίστηκε με τον Καβάφη
του οποίου την ποίηση παρουσίασε στο αγγλόφωνο κοινό στη συνέχεια. Το βιβλίο
του Φόρστερ για τον Καβάφη εκδόθηκε το 1923 στο Λονδίνο και προκάλεσε το
ενδιαφέρον του Τ. S. Eliot κ.ά. Όμως ο Γρηγόριος Ξενόπουλος έχοντας ήδη
διαγνώσει την αξία του, τον παρουσίασε ενθουσιαστικά στο ελληνικό κοινό το 1903.
Για όλους
τους γνωστούς διανοούμενους της εποχής «ήταν ένα μικρό σύμπαν με πολλά μυστικά και χαριτωμένες
παραδοξότητες…». Νέος ή ώριμος, ήταν πάντα κομψός, ξεχωριστός, μιλούσε περίεργα
ή, καλύτερα, «μιλούσε τα ελληνικά με αγγλική προφορά» (Haas, σελ. 119). Δεν
ήταν δυνατόν να τον δεις και να μην εντυπωσιαστείς. H φωτογραφία του το 1903
«μιλάει» και δείχνει, και αυτήν έδειχνε και ο ίδιος στους εκδότες του μέχρι την
ωριμότητά του· «Ο Καβάφης πριν από χρόνια». Λογικό ήταν η εμφάνισή του, η στάση
του, ο λόγος του, ο τρόπος του, όλα να πηγάζουν από την αινιγματική
προσωπικότητά του. Όσοι τον συνάντησαν στην Αλεξάνδρεια ή στην Αθήνα, Έλληνες
και ξένοι, έκαναν λόγο για κάτι
αλλιώτικο, μοναδικό και εξωτικό. Ο Νίκος Εγγονόπουλος θα έλεγε πως ήταν «ένα
πουλί περίεργο» «σα σκεφτικό σα μαδημένο». Στην οδό Λέψιους ο Καβάφης, εκτός
από τον Φόρστερ, δέχτηκε σημαντικούς ανθρώπους των γραμμάτων, όπως τον Ιταλό
φουτουριστή Μαρινέτι, ο οποίος τον είδε σαν «γκριζομάλλη κύριο με κεφάλι
χελώνας». Ο Μαρινέτι επισκέφτηκε τον ποιητή μαζί με τον επίσης Ιταλό λογοτέχνη Ανατάζιο
Κατράρο, ο οποίος Κατράρο, έγραψε το βιβλίο Ο φίλος μου ο Καβάφης (μετ.
Αριστέας Ράλλη, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1970). Ο ποιητής δέχτηκε στο σπίτι του ακόμα
τον Αndre Mourois, τη Μυρτιώτισσα, τον Νίκο Καζαντζάκη, ο οποίος τον είδε σαν
καρδινάλιο ή μυστικοσύμβουλο του πάπα στη Φλωρεντία του 15ου αιώνα, αλλά στα
1927 έγραψε γι’ αυτόν «την πιο εξαιρετική φυσιογνωμία της Αιγύπτου», στην εφ.
Ελεύθερος Λόγος. Στην ίδια εφημερίδα, ένα χρόνο μετά, το 1928, έγραψε θετικά
σχόλια και ο Τάκης Παπατσώνης. Επαινετικός πολύ ήταν και ο Τέλλος Άγρας, όταν
στις 30 Μαρτίου 1921, στην αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου, έκανε την πρώτη σοβαρή
διάλεξη για τον «Ποιητή Κ. Π. Καβάφη». Ακολούθησαν ο Άλκης Θρύλος το 1924. Ο
Κώστας Ουράνης περιέγραφε τον ποιητή ως ρυτιδωμένο Κοραή ή Θύρσο. Ωστόσο, ο
Ουράνης και η σύζυγός του, Ελένη Ουράνη,
έδωσαν δεξίωση στο Μέγαρο τους, στις 20 Οκτωβρίου του 1932, όπου ο Δημήτρης
Μητρόπουλος έπαιξε στο πιάνο και τραγούδησε τα ποιήματα του Καβάφη που είχε ο ίδιος
μελοποιήσει.
Το καλοκαίρι
του 1932, πριν ο Καβάφης έρθει στην Αθήνα για λόγους υγείας, ο Αλέξης Μινωτής
και η Κατίνα Παξινού επισκέφτηκαν την Αλεξάνδρεια. Εκεί συναντήθηκαν με τον
ποιητή και αισθάνθηκαν αμοιβαίο θαυμασμό και σεβασμό. Από την απέναντι όχθη, το
1929, ο Παλαμάς σε μελέτημά του στην εφ. Le Figaro en Grece χαρακτηρίζει
ειρωνικά την ποίηση του Καβάφη «σημειώματα που δεν ημπορούν ή που δεν καταδέχονται
να γίνουν ποιήματα».
Από τους
νεότερους Έλληνες μελετητές, ο Γιώργος Σεφέρης έγραψε δοκίμια για τον
Αλεξανδρινό τα οποία συμπεριλαμβάνονται
στις Δοκιμές και πλήθος άλλοι, Δημήτρης Δημηρούλης, Δημήτρης Δασκαλόπουλος και
πολλοί ακόμα. Σήμερα το έργο του Καβάφη έχει μελετηθεί από όλες τις απόψεις:
πολιτική, ιστορική, διδακτική, ερωτική, χωρίς ποτέ να εξαντληθεί. Όπως βλέπουμε
όλοι είχαν άποψη κι ένα «σχόλιο» για τον Αλεξανδρινό.
Ο Καβάφης χωρίς τίτλους πολλούς κι ονόματα -
φράση που ο ίδιος φύλαγε για τους Βαρβάρους που περιμέναμε- και κόντρα σε κάθε
μεμψιμοιρία του ποιητικού κατεστημένου, κατάφερε να είναι δραστικά παρών γιατί
έπιασε τον σφυγμό της ζωής και ας έλεγε ο Γιώργος Σαραντάρης ότι ο Καβάφης,
«μέσα στο παρελθόν έπαιζε ζάρια» και του έθεσε και το ερώτημα: «Αγάπησες ποτέ
σου μια Ρωξάνη;» διερευνώντας, υποθέτω, την αλήθεια του ποιητή αν ζει στο παρόν
ή μήπως ζούσε μόνο με τις σκιές του παρελθόντος. Σίγουρα τα ποιήματά του δίνουν βιογραφικά
στοιχεία και μιλούν για Ρωξάνες «και τέτοια», που θα έλεγε ο ίδιος, αλλά η
Αθήνα του καιρού του δεν ήταν έτοιμη ακόμα για το άλλο και το διαφορετικό. Η
Αθήνα ζούσε κάτω από τα φτερά του Παλαμά, του ορθού και του σωστού, όπως η
κοινωνία της εποχής όριζε ως τοιούτον - ορθόν και σωστόν δηλαδή. Κι ενώ ο
μοντερνισμός έμπαινε στην ποίησή μας με τον Καβάφη, η Ελλάδα τον
συνειδητοποίησε μόνο όταν τον τόλμησε ο
Σεφέρης.
Αν και ο
Καβάφης ανήκει στη γενιά του Παλαμά, η ποίησή του δεν έχει καμιά σχέση με την
παλαμική, γιατί, ενώ ο Παλαμάς αγωνίζεται για τη δημοτική γλώσσα, ο Καβάφης
στρέφεται προς τους Φαναριώτες και την
καθαρεύουσα, τους Γάλλους ρομαντικούς Ουγκό και Μυσέ. Εκεί που Παλαμάς
αισιοδοξεί, ο Καβάφης απαισιοδοξεί. Ο Παλαμάς είναι λυρικός ο Καβάφης
αντιλυρικός. Γενικά ο Καβάφης είναι ένας ρομαντικός που γρήγορα όμως στράφηκε προς τον Παρνασσισμό
και τον Συμβολισμό, όπου ανήκουν και τα
σπουδαιότερα ποιήματά του. Συγκεκριμένα, η ιδιόμορφη γλώσσα και το ψευδοϊστορικό
πλαίσιο της ποίησής του δημιούργησαν πολλές διχογνωμίες. Άλλοι εντυπωσιάστηκαν
άλλοι διαφώνησαν. Ωστόσο η γοητεία της καβαφικής ποίησης οφείλεται στην ιδιάζουσα γλώσσα, που είναι
μείγμα καθαρεύουσας και δημοτικής, πεζολογική και ρεαλιστική, με ιδιωματισμούς
όμως του περιφερειακού Ελληνισμού. Η γλώσσα αυτή έχει τη δική της γοητεία με
την ομοιοκαταληξία που άλλοτε παίζει κι άλλοτε
ειρωνεύεται, με το χαλαρό ιαμβικό μέτρο, τη στίξη, τις παύσεις ακόμα και
την τυπογραφική εμφάνισή της. Τέλος, η θεατρική διάσταση που δίνει ο Καβάφης
στην ποίησή του ζωντανεύοντας τα πρόσωπα της ιστορίας ή μυθοποιώντας τα πρόσωπα
της καθημερινής ζωής, συνιστά ένα πρόσθετο θετικά αξιολογήσιμο στοιχείο. Του
Καβάφη τού ήταν απαραίτητα τα ιστορικά πρόσωπα για να ζωντανέψει τη δική του
ζωή, για να την δει και να την εννοήσει μέσα από την προοπτική του χρόνου. Η
Αλεξάνδρεια μάλιστα, με την οικονομική και πνευματική της άνθιση, το ιστορικό
της παρελθόν και το κοσμοπολιτικό της παρόν, του παρείχε το απαραίτητο ντεκόρ. Αναδείχτηκε
μάλιστα σε ιδανική πόλη, της οποίας η ανωτερότητα στηριζόταν στο πνεύμα και
στην πολυτελή ζωή, κυρίως όμως στην γλώσσα, την ελληνική που έγινε ο φορέας της
φήμης και έδωσε συνοχή στον κόσμο. Ωστόσο, όσο σπουδαία κι αν είναι μια εποχή,
όση δύναμη κι αν έχει, υπόκειται στη μοίρα της. Και η ιστορική μοίρα
αποδείχτηκε σαρωτική. Μέσα από αυτό το πρίσμα, ο Καβάφης ανέδειξε την πτυχή
εκείνη της προσωπικότητάς του, που σχετίστηκε με το έθνος, την προγονική δόξα
και την απώλεια. Γιατί ο Καβάφης, πέρα από το ποιητικό του ταλέντο, είχε και
την πολιτική οξυδέρκεια να καταλάβει την αλλαγή του κόσμου. Την παντοδυναμία
της ιστορίας, που γίνεται μοίρα για τους ανθρώπους, την αξιοποίησε στην
ποιητική του μυθοπλασία.
Είναι πολλά
αυτά που αγαπάμε στον Καβάφη. Από τα πολλά θα αναφέρω την εμμονή του να παίζει ζάρια στο παρελθόν, κυρίως όμως να
σέβεται και να τιμά την ελληνική γλώσσα και το ότι είναι ο ίδιος «Έλλην». Επειδή
«Είχε τη μεγάλη ευτυχία -και ήταν σε θέση
να την κατανοήσει – ότι ήταν Έλλην», γράφει ο Νίκος Εγγονόπουλος (Πεζά
Κείμενα, «Καβάφης ο Τέλειος», σελ.76 Ύψιλον /βιβλία 1987). Κι ακόμη, πάλι ο
Εγγονόπουλος, τον βλέπει να γυρνάει τα στενορύμια «νταλγκαδιασμένος και βαρύς», στο ποίημα «Σύντομος Βιογραφία του
ποιητού Κωνσταντίνου Καβάφη (και του καθενός μας άλλωστε)». Σαν να μας λέει ο
Εγγονόπουλος πως ο καθένας μας ένας Καβάφης είναι.
Από τις
εκδόσεις των 154 ποιημάτων του «κανόνα», όπως λέγονται, η πρώτη έγινε από την
Ρίκα Σεγκοπούλου. Ακολούθησαν πολλές άλλες αθηναϊκές. Από το 1963 και έπειτα
τις εκδόσεις επιμελήθηκε ο Γ. Π. Σαββίδης. Παράλληλα έγιναν εκδόσεις και μεταφράσεις στο εξωτερικό. Για
την προσφορά του στην ποίηση, ο Καβάφης έλαβε το Παράσημον του Φοίνικος από την
κυβέρνηση του Παγκάλου στα 1926, και είναι το μόνο που έλαβε όσο ζούσε. Τα
προβλήματα στον λάρυγγα που είχαν ήδη αρχίσει, τον οδήγησαν στο νοσοκομείο
Ερυθρός Σταυρός, τον Ιούλιο του 1932 όπου του έγινε τραχειοτομή και έχασε τη
φωνή του. Στις 11 Φεβρουαρίου, η υγεία του επιδεινώθηκε. Στις 28 Απριλίου έπαθε
συμφόρηση και στις 29 Απριλίου, στις 2 το πρωί, ημέρα των γενεθλίων του,
πέθανε. Για τη γλώσσα θα βρούμε πολλές αναφορές, όπως: Την κοινήν ελληνικήν /ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ως τους
Ινδούς.
Και πόσοι
στίχοι για κείνους που βαρβαρίζουν, όπως ο «Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης», που φοβούμενος «μη χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι /μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά/… / έπληττεν ουκ ολίγον έχοντας
/ κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του»
ή στο ποίημα
«Η Σχολή του
περιωνύμου φιλοσόφου»
Έμεινε μαθητής του Αμμωνίου Σακκά δυο
χρόνια·
αλλά βαρέθηκε και την φιλοσοφία και
τον Σακκά.
Κατόπι μπήκε στα πολιτικά. Μα τα
παραίτησεν. Ήταν ο Έπαρχος μωρός· κι οι πέριξ του ξόανα επίσημα και σοβαροφανή· τρισβάρβαρα τα ελληνικά των, οι άθλιοι.
Στο ποίημα
«Το τέλος του Αντωνίου»
Αλλά σαν άκουσε που εκλαίγαν οι
γυναίκες
και για το χάλι του που τον
θρηνούσαν,
με ανατολίτικες χειρονομίες η κερά,
κι οι δούλες με τα
ελληνικά τα βαρβαρίζοντα, «Για τον Αμμόνη, που πέθανε 29 ετών
στα 610»
Ραφαήλ, ολίγους στίχους σε ζητούν
για επιτύμβιον του ποιητού Αμμόνη να
συνθέσεις.
Κάτι πολύ καλαίσθητον και λείον. Συ
θα μπορέσεις,
είσαι ο κατάλληλος, να γράψεις ως
αρμόζει
για τον ποιητήν Αμμόνη, τον δικό μας.
Βέβαια θα πεις για τα ποιήματά του —
αλλά να πεις και για την εμορφιά του,
για την λεπτή εμορφιά του που
αγαπήσαμε.
Πάντοτε ωραία και
μουσικά τα ελληνικά σου είναι.
Όμως την μαστοριά σου όληνα τη θέμε
τώρα.
Σε ξένη γλώσσα η λύπη μας κι η αγάπη
μας περνούν.
Το αιγυπτιακό σου αίσθημα χύσε στην
ξένη γλώσσα.
Ραφαήλ, οι στίχοι σου έτσι να γραφούν
που να ’χουν, ξέρεις, από την ζωή μας
μέσα των,
που κι ο ρυθμός κι η κάθε φράσις να
δηλούν
που γι’ Αλεξανδρινό γράφει
Αλεξανδρινός.
[1915,
1917*].
«Επάνοδος από την Ελλάδα»
Ας την παραδεχθούμε την αλήθεια πια·
είμεθα Έλληνες κι εμείς
— τί άλλο είμεθα; —
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις της
Ασίας,
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις
που κάποτε ξενίζουν τον Ελληνισμό.
Πολλά έχουν
ειπωθεί, αλλά πάντα πολλά μέλλουν να ειπωθούν ακόμα, όμως γι’ αυτά μια άλλη φορά.
Ανθούλα Δανιήλ. Δρ Φιλολογίας,
Συγγραφέας, κριτικός Λογοτεχνίας
Βιβλιογραφία
Η Βιβλιογραφία είναι απέραντη. Πρόχειρα αναφέρω τα
ακόλουθα βιβλία :
1.,Ατανάζιο Κατράρο, Ο φίλος μου ο Καβάφης, μετ.
Αριστέας Ράλλη, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1970.
2.,Τίμος Μαλάνος, Αναμνήσεις ενός Αλεξανδρινού,
αυτοβιογραφικές, φιλολογικές, κοινωνικές, Ένα αφιέρωμα για τον Καβάφη, εκδ.
Μπουκουμάνη, Αθήνα 1971.
3.,Ι. Α. Σαρεγιάννης, Σχόλια στον Καβάφη, πρόλογος
Γιώργου Σεφέρη, εισαγωγή Ζήσιμου Λορεντζάτου,
εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1973.
4.,Γ. Π. Σαββίδης, Εφήμερον Σπέρμα, (1973-1978), εκδ
Ερμής, Αθήνα 1978.
5.,Edmund Keeley, Η Καβαφική Αλεξάνδρεια, Εξέλιξη
ενός μύθου, μετ. Τζένη Μαστοράκη, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1979.
6.,Στρατής Τσίρκας, Ο Καβάφης και η εποχή του, εκδ.
Κέδρος, Αθήνα 1980.
7.,Στρατής Τσίρκας, Ο πολιτικός Καβάφης, εκδ.
Κέδρος, Αθήνα 1980.
8.,Robert Liddell,
Καβάφης, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1980.
9.,Τέλλος Άγρας, Κριτικά, τόμ. Α΄, «Καβάφης
Παλαμάς», φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1981.
10.,Γιώργος Σεφέρης, «Κ. Π. Καβάφης, Θ. Σ. Έλιοτ.
Παράλληλοι», και «Ακόμη λίγα για τον
Αλεξανδρινό», Δοκιμές, Α΄, εκδ. Ίκαρος 1981.
11.,Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Τα πρόσωπα και τα
κείμενα, Κ. Π. Καβάφης, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1982.
12.,Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Μαρία Στασινοπούλου, Ο
βίος και το Έργο του Κ. Π. Καβάφη, εκδ. Μεταίχμιο, 2002.
13.,Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Βιβλιογραφία Κ. Π.
Καβάφη (1886-2000) εκδ. Κέντρο, Ελληνικής Γλώσσας, 2003.
14.,Δημήτρης Δημηρούλης, Κ. Π. Καβάφης τα ποιήματα δημοσιευμένα και
αδημοσίευτα, εκδ. Gutenberg 2015.
Σημείωση:
Στην εκδήλωση που διοργάνωσε ο Ελληνικός Σύνδεσμος Ηνωμένων
Εθνών και η Αθηναϊκή Ομάδα Ντίνου Χριστιανόπουλου.
Χαιρέτησαν ή Μίλησαν:
Η καθηγήτρια Πανεπιστημίου κ. Αναστασία Βαλεντίνη Ρήγα
ή οποία είχε και την ευθύνη της εκδήλωσης μαζί με τους αξιόλογους συνεργάτες της
Γεώργιο Χύμη, Νομικό και Οικονομολόγο και την Επίτιμη Δικηγόρο και ποιήτρια
Μαριάννα Βλάχου Καραμβάλη.
Λευτέρης Τζόκας, Σκηνογράφος
Αγγελική Βλαχάκη-Δημητρίου, Φιλόλογος Λυκειάρχης.
Ανθούλα Δανιήλ, Δρ Φιλολογίας, Συγγραφέας, Κριτικός
Λογοτεχνίας, Γ.Γ. Ένωσης Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών Ελλάδος.
Βουβονίκος Βασίλης,
Μ.Α. Βυζαντινής Φιλολογίας
Δημήτρης Καραμβάλης, Δοκιμιογράφος, Επιτ. Δικηγόρος
Μαριάννα Βλάχου Καραμβάλη, Επιτ. Δικηγόρος Ποιήτρια
Γ.Γ.ΕΣΗΕ,
Μαρία Αλεξανδράκη, Επιτ. Πρόεδρος ΕΕΒΕΠ, Ειδ.
Γραμματέας ΕΣΗΕ
Λογοτεχνικά Πάρεργα
Πειραιάς 9 Ιουνίου 2026
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου