Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνος Χατζιδάκις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνος Χατζιδάκις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Ιουνίου 2025

Μνήμη Μάνου Χατζιδάκι

 

Μ Α Ν Ο Σ   Χ Α Τ Ζ Ι Δ Α Κ Ι Σ

(Ξάνθη 23 Οκτωβρίου 1925- Αθήνα, Τετάρτη 15 Ιουνίου 1994)

 

Η ΛΙΠΟΘΥΜΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΠΑΝΩ ΣΕ ΠΕΝΤΕ ΓΡΑΜΜΕΣ

 

          Θέλω να φλυαρίσω αλλά οικοδομημένα, σε μιάν αυθαίρετη-αν θέλετε- διαδρομή συλλογισμών και συμπερασμάτων, όπου οι λέξεις που θα μεταχειριστώ θα μιλάν για τις λέξεις που δεν τολμώ να μεταχειριστώ και πού, τέλος, δεν πρόκειται να ολοκληρώσουν ένα θέμα, ένα κείμενο, που να φωτίσει εσάς που θα με διαβάσετε περισσότερο απ’ όσους δεν θα με διαβάσουν.

          Τότε θα πείτε γιατί γράφω. Γιατί είναι πειρασμός ν’ αποφασίσεις να μιλήσεις χωρίς να ‘χεις να πεις κάτι  σοφό ή διαφωτιστικό ή κάτι τέλος πάντων που να σου καίει τα σωθικά και να πρέπει με κάθε τρόπο να ειπωθεί στους άλλους. Και, τέλος, γιατί μ’ ενθουσιάζει η ιδέα να μιλήσω για λέξεις που ξαπλώνουν με ηδυπάθεια για να παντρευτούν τους ήχους, ειδικά τακτοποιημένους κι αποκλειστικά συνταιριασμένους γι’ αυτούς.

          Εδώ πρέπει ν’ αποκαλύψω πώς όταν οι λέξεις έρχονται σ’ επαφή μ’ αυτό που λέμε Μουσική, πρίν απ’ όλα λιποθυμούν, ξαπλώνουν, παραδίδονται και χάνουν κάθε από φυσικού τους ενέργεια, κίνηση, ζωή. Κι ύστερα αρχίζει η περιπέτεια της μελωδίας. Πρέπουσας ή απρεπούς. Κατάλληλης ή ακαταλλήλου.

          Εγώ όμως θα σας μιλήσω για την πρέπουσα και κατάλληλη. Γι’ αυτήν που θα ταιριάζει άρρηκτα με τις λέξεις, έτσι που δύσκολα θα τις διαβάζει κανείς μετά, χωρίς ν’ αργοκυλά στο νου του το μελωδικό τους ντύσιμο. Μια και η λέξη, όταν την πολιορκεί η Μουσική, λούζεται την παρθενική της χάρη και δίχως δική της ρυθμική αγωγή μένει γυμνή, έτσι καθώς ξαπλώνει στο κρεβάτι των «πέντε γραμμών» για να την κάνει δική του ο μουσικός.

          Απορρίπτει τη σκόνη από την καθημερινή της χρήση και ξαναπαίρνει την αρχική της πρόθεση, τη δύναμη της καταγωγής της. Για να συζευχθεί η λέξη με τη Μουσική, οφείλει να περάσει μεσ’ απ’ την κάθαρση της ποιητικής θεραπείας. Να αποκτήσει ποιητική υπόσταση- που σημαίνει να ξαναβρεί αυτήν την προαναφερθείσα «παρθενική χάρη» και ν’ αποκαλυφθεί καινούργια, απρόοπτη, έτσι καθώς θα τοποθετηθεί πλάι σε άλλες καινούργιες κι απρόοπτες αναγεννημένες λέξεις. Γιατί- ο Ζίντ λέει- δεν υπάρχει μεγαλύτερο εμπόδιο στην ευτυχία απ’ την ανάμνησή της. Το ίδιο και με τη λέξη. Τίποτα πιό άχρηστο κι οδυνηρό για μιά καινούργια της παρουσία απ’ την ανάμνηση των χρήσεών της. Η Ποίηση ξέρει να τη θεραπεύει. Εκείνη μόνο την αποκαλύπτει και τότε μόνο η Μουσική τη δέχεται για σύντροφο παντοτινό.

          Η λέξη, είπαμε, πρίν συζευχθεί τον ειδικώς τακτοποιηθέντα ήχο, γίνεται άμορφο σχήμα, σύνολο συλλαβών και φωνηέντων. Όμως σαν φράση- στίχος, σαν μιά γραμμική σειρά λέξεων, διατηρεί τον εσωτερικό ρυθμό της που οφείλει να τον διατηρήσει και η Μουσική. Κάθε αυθαίρετο ρυθμικό πλησίασμα της Μουσικής, που δεν παίρνει υπόψη της την εσωτερική ρυθμική αγωγή του στίχου, κινδυνεύει να καταλήξει σε μιάν αταίριαχτη και προδομένη συνουσία.

          Κι έτσι παρουσιάζεται αυτή η ιδιότυπη αντίθεση λέξης και στίχου στη μουσική τους μεταμόρφωση. Ενώ η λέξη οφείλει να ξαναρυθμιστεί απ’ τα «εξ ών συνετέθη», η φράση διατηρεί τον εσωτερικό ρυθμό της και τοποθετείται μες στη Μουσική, με μιάν αντίστοιχη ή σχετική ρυθμική μορφή. Και με τη λέξη ξαναγεννημένη και τοποθετημένη σε μιάν ειδική, αλλά πέρα για πέρα σχετική ηχητική σειρά, αρχίζει το τραγούδι. Μπορεί όμως να υπάρχει ένα τραγούδι χωρίς λέξεις; Σε μιά πρώτη σκέψη, όχι, δεν είναι δυνατόν. Όμως ο Μπρασένς λέει στο τραγούδι του «Η Ομπρέλα»:

          Κάτω απ’ τη σκέψη μιας μικρής ομπρέλας

          τι τρυφερό που είναι το τραγούδι της βροχής.

          Σ’ αυτό το περιβόητο τραγούδι της βροχής, την ώρα που τ’ ακούς, βάζεις εσύ τις λέξεις- όποιες διαλέγεις, όποιες ταιριάζουν με τα αισθήματά σου εκείνης της στιγμής. Αν είσαι λυπημένος, γίνεται τραγούδι της βροχής θλιμμένο. Αν είσαι θυμωμένος, γίνεται θυμωμένο κι αν είσαι αισιόδοξος, χαρούμενος, το ίδιο κι η βροχή. Ένα τραγούδι που διαρκεί όσο τ’ ακούς, όσο το σχηματίζεις. Μετά εμφανίζεται μες στη βροχή.

          Η λέξη παύει να υπάρχει μετά τη στιγμή που πραγματοποιείται το τραγούδι. Το ίδιο κι ο ήχος ο ειδικός που ταίριαζε στις λέξεις που γεννήθηκαν με τη βροχή. Δηλαδή η ίδια η βροχή. Ποιός διατηρεί την πνευματική ιδιοκτησία αυτού του αποτελέσματος; Ποιοί θα εισπράξουν ποσοστά απ’ τη δημοσιά του εκτέλεση την ώρα της βροχής; Και, σύμφωνα με του καιρού μας το σκεπτικό, δεν υπάρχει τραγούδι αν δεν υπάρχουν δικαιούχοι. Άς λέει ο Μπρασένς: «Κάτω απ’ τη σκέπη μιάς μικρής ομπρέλας πόσο τρυφερό είναι το τραγούδι της βροχής». Αυτό το τραγούδι γεννήθηκε απ’ τη βροχή και πήγε στη βροχή.

          Μα ας γυρίσουμε στη λέξη και στις συνθήκες που επιβάλλονται για να συνυπάρξει μ’ ένα μελωδικό σχήμα έτσι που να σχηματιστεί ένα τραγούδι. Μιλήσαμε για την ανάγκη της ποιητικής θεραπείας της λέξης από τη σκόνη της καθημερινής χρήσης. Αλλά δεν είπαμε και για τις λέξεις που είναι από τη φύση τους οριστικά χαμένες για τον κόσμο του τραγουδιού. Κι αυτό οφείλουν να το γνωρίζουν οι δημιουργοί ή καλύτερα, οι αναδημιουργοί- συντελεστές του τραγουδιού. Και ο Μπρασένς λέει σε μιά συνέντευξή του: «Φεγγάρι ναι, σελήνη αστροναυτών όχι. Δεν χωράνε στο τραγούδι αυτές οι λέξεις, όπως δεν χωράνε οι λέξεις αεροπλάνο, αυτοκίνητο, στιλό. Κι αν θέλω να μιλήσω για το φώς, ποτέ μου δεν θα πω τη λέξη λάμπα. Θα πω κερί, φανάρι». Και κάτι ακόμα που οφείλουν να το νιώσουν οι νεώτεροι «συνθέτες» της αριστερής ιδιαίτερα παράταξης. Αν είναι δυνατόν ποτέ να νιώσουν, να το αντιληφθούνε. Λέει ο Μπρασένς: «Η ζωή στις πολυκατοικίες, η εργατική πάλη είναι πράγματα πολύ ενδιαφέροντα. Μόνο που δεν γίνονται τραγούδι». Δεν το λέει μόνο ο Μπρασένς. Το λέει το ίδιο το τραγούδι. Γιατί ο μελωδός μοιάζει να λέει σαν τον Έζρα Πάουντ ή μάλλον παραφράζοντας τον Έζρα Πάουντ: «Εγώ θα πάω στο δάσος για να βρω τις λέξεις στεφανωμένες με πασχαλιές. Εγώ θα βαδίσω στο ξέφωτο για να πλησιάσω την πομπή των παρθένων-λέξεων, να τις στεφανωθώ».

          Ο μελωδός είναι ο ιεροφάντης των θεών, ο εκπρόσωπος των ανθρώπων, που μεριμνά ασκούμενος να εκμαιεύσει και να εκφράσει την ευαισθησία του καιρού κι όχι να κολακεύσει τις συνήθειες καιρών και μαζών. Γι’ αυτόν ένα τραγούδι είναι ιερό κείμενο που περιέχει τας γραφάς, τας εντολάς, μα και τα μέλλοντα. Κι ύστερα μεθυσμένος θ’ αποθάνει. Σαν τον Λι Πό, που ζητούσε ν’ αγκαλιάσει ένα φεγγάρι μέσα στο Κίτρινο Ποτάμι. Και πνίγηκε.

          Το κύρος των ήχων και των λέξεων να μη χαθεί- είναι μιά άλλη προσταγή του τραγουδιού. Το κύρος των ήχων κινδυνεύει σαν πλησιάζουνε τη λέξη εγωιστικά. Όπως και η λέξη, όταν δεν παραδίδεται ελεύθερη να πάρει την καινούρια της μορφή, αλλά παραμένει άκαμπτη και δύσκολη στη σύζευξή της με τη Μουσική.

          Για το κύρος των ήχων, υπάρχει μιά ολόκληρη χρονική περίοδος που κάλυψε με ανυποληψία τις προσπάθειες των μελωδών, μες στις αυθαίρετες προσπάθειές τους. Όταν η Τέχνη της Μουσικής άρχισε να χωρίζεται σε σοβαρή και λαϊκή. Στις αρχές του αιώνα που η προβληματική του μελωδού δεν ήταν το ποιητικό κείμενο αλλά ο εφευρετικός συνδυασμός καινούργιων ήχων. Και η φωνή έγινε ένα επιπλέον όργανο της ορχήστρας. Στην πρώτη εικοσιπενταετία του αιώνα μας. Οι δωδεκάφθογγοι. Με τα μεγάλα διαστήματα και τις φωνητικές ακροβασίες που είχαν σκοπό όχι τη σύζευξη με τη λέξη αλλά την κάλυψη των ήχων με συλλαβές. Έτσι, για να μη λέει το στόμα μόνο φωνήεντα.

          Για το κύρος των λέξεων πάλι, μέσα σ’ ένα τμήμα ποιητικού κειμένου και για τη μουσική επιλογή τους, έχουμε ένα παράδειγμα. Ένα εξαίσιο, ξαφνικό και τολμηρό ποιητικό δείγμα απ’ την Ακολουθία του Κοσμά του Αιτωλού. «Ο Οίκος», έτσι ονομάζεται το τμήμα της Ακολουθίας, αρχίζει:

          Των αποστόλων μιμητής

          και Εκκλησίας στύλος

          των Ιερέων καλλονή

          και των Οσίων τύπος

          (ως κοινωνήσας των αγώνων αυτοίς)

          Ιερομάρτυς αναδέδειξε.

Κάθε εκκλησιαστικός μουσικός, αλλά και κάθε λογικός, θα βασιζότανε στο ρήμα αναδέδειξε. Στον τελευταίο στίχο: Ιερομάρτυς αναδέδειξε. Αλλά εδώ έχουμε και μιά πρόσθετη αίσθηση, πέρα απ’ τη λογική σύνθεση κι ερμηνεία του ιερού κειμένου. Τη σύγχρονη αίσθηση των λέξεων καλλονή- στύλος- τύπος- μιμητής, που η φθορά τους τις βοηθά να δημιουργούν μιά μοναδική εντύπωση, έτσι καθώς είναι συζευγμένες με τις παραδοσιακά εκκλησιαστικές λέξεις. Των Αποστόλων- μιμητής. Της Εκκλησίας- στύλος. Των Ιερέων-καλλονή. Και των Οσίων- τύπος. Άραγε ήταν μιά έμπνευση, γέννημα τύχης και τόλμης ή μιά στον καιρό της λογική διαδικασία φραστική, που συνδυάζει μνήμη και λεκτική λειτουργία; Πιστεύω στην τόλμη του κειμένου και στη διαχρονική ποιητικότητά του μεσ’ απ’ τις ευτυχείς και εμπνευσμένες αυτές συζεύξεις. Είναι ποτέ δυνατόν ο μελωδιστής και νόμιμος βιαστής αυτού του κειμένου να τις αγνοήσει και να ρίξει το βάρος στο λογικό αναδέδειξε του Ιερομάρτυρος; Αυτό το «αναδέδειξε» γίνεται δευτερεύον- θα ‘λεγεν ο Καβάφης. Ή μάλλον γίνεται επίλογος, για να καλύψει, να τελειώσει, τα όσα ο Ιερομάρτυς αναδέδειξε.

          Η πρέπουσα μουσική σύζευξη του κειμένου αυτού μπορεί να γίνει πρέπουσα χωρίς να είναι και η κατάλληλος. Στον καιρό μας κάθε εκδοχή μπορεί να υποστηριχθούν μέσω της καταλλήλου μουσικής. Και το συμπέρασμα διατυπώνεται καλύτερα έτσι: και η κατάλληλη μουσική μπορεί και να μην είναι η  πρέπουσα, αρκεί να θεμελιώνει την επιδιωκόμενη εκδοχή. Αυτήν που επιζητεί ο βιαστής κι ερμηνευτής συνθέτης. Αν και για να επιδιώξεις σ’ ένα κείμενο μιάν ιδιότυπη προσωπική ερμηνεία χρειάζεται πρωτ’ απ’ όλα να διαθέτεις μιά προσωπική άποψη για το θέμα που κυριαρχεί ή διαπερνά το ποίημα. Κι ακόμα, να διαθέτεις μιάν επίσης ιδιότυπη και προσωπική γλώσσα στη Μουσική. Με δυό λόγια χρειάζεται  να ΄σαι λιγάκι… ιδιοφυής. Διαφορετικά, είναι αλήθεια, ακόμα και την ορθόδοξη ερμηνεία αν χειριστείς, πάλι αδιάφορος θα ‘σαι κι ως προς το ποίημα κι ως προς τη Μουσική και ως προς το μελωδικό σου αποτέλεσμα. Πολλές φορές, όσο καιρό δουλεύω ένα ποιητικό κείμενο, μερόνυχτα μ’ απασχολούν οι λέξεις ή μία λέξη καθοριστική για την πορεία του στίχου. Και μου ‘ρχονται στον νου τρείς στίχοι από μιάν ωδή του Κάλβου:

          Αυτού, του Ομήρου εδίδασκες

          τα δάκτυλα’ να τρέχουσι

          με’ την ωδήν συμφώνως.

    Αυτό το «να τρέχουσι με’ την ωδήν συμφώνως» είναι, νομίζω, και η  ουσία αυτής της γαμήλιας τελετής, όπου συνευρίσκονται λέξη και μελωδία, συνθλίβοντας και οι δυό την αυταρέσκειά τους και την ανεξαρτησία τους, καθώς υπηρετούν μιά καινούργια αίσθηση «ζωής» που με την επιβολή της καταφέρνει να εξαφανίσει την καταγωγή και το ανεξάρτητο περιεχόμενο των γεννητόρων. Αυτό το «να τρέχουσι με’ την ωδήν συμφώνως» είναι ασφαλώς η διαδικασία. Το τραγούδι είναι το αποτέλεσμα με την καινούρια ζωή και με το φορτισμένο περιεχόμενο και των δυό παραγόντων που το γέννησαν. Ενώ παράλληλα επέρχεται η εξουδετέρωση των συζευχθέντων και η αδυναμία να σταθούν σαν ανεξάρτητοι και παράγοντες. Το μελωδικό σχήμα μόνο του υποβάλλει τη λέξη. Και η λέξη μόνη της υποβάλλει τη μελωδία.

          Ένα μεγάλο ερώτημα απομένει. Το πώς μιά τέλεια σύζευξη λέξης και μουσικής γεννάει μιά καινούρια τρίτη ζωή, περ’ απ’ τη λέξη, περ’ απ’ τη Μουσική, με την ενεργητική συμπαράσταση της ανθρώπινης φωνής.

          Και είναι δυνατόν ένα αποτέλεσμα μισό, ένα αποτέλεσμα άτεχνο, εφήμερο, να υποτάξει την ανθρώπινη φωνή; Πώς θα αντιδράσει η φωνή; Θα μεταβιβάσει, θα εκπέμψει το μήνυμα ή θα σωπάσει ή θα μπερδευτεί; Κι αν μπερδευτεί, είναι από υγεία, μπροστά στο βιασμό από μιάν ανεπιθύμητη άστοχη μουσική, ή από σοφία, για ν’ αποκρύψει από τ’ αυτιά των ασεβών αυτό το θεϊκόν, που η Τέχνη το κρατά εις τους αιώνες μυστικό; Και για παράδειγμα: μιά Κυρία θέλει να τραγουδήσει. Είναι όμορφη και κρατά στο χέρι της τριαντάφυλλα κομμένα από τον κήπο της. Βρίσκει συνθέτη, βρίσκει στιχουργό και της γράφουν τραγούδια όμορφα, ευγενικά και εκπαιδευτικά. Πάει να τα πει, πάει να τα τραγουδήσει, όμως τα λόγια μπερδεύονται στο στόμα της, κατρακυλάν μες στα τριαντάφυλλα, αυτά μαδάν και χύνονται, σκορπίζονται στο δάπεδο. Καταστροφή. Δεν βγήκε ούτ’ ελάχιστη φωνή από το στόμα της Κυρίας και το αποτέλεσμα των τραγουδιών-ήτανε όμορφο, ευγενικό και επιπλέον εκπαιδευτικό;- έμεινε δια παντός ένα αιώνιο μυστικό, τόσο που να ρωτάει κανείς: Υπήρξεν η Κυρία αυτή, υπήρξαν τα τραγούδια της ή ήταν αποτέλεσμα μύθου και φαντασίας, καθώς κι όλα τα λόγια, οι λέξεις, που κύλησαν στο δάπεδο και χάθηκαν οριστικά;

          Έγινε τάχα ο γάμος ο τελειωτικός, ο επιτυχής των στίχων και της Μουσικής- των στίχων διά της καταλλήλου Μουσικής- ή ήταν μιά πρόφαση το μπέρδεμα, να καλυφθεί η απειρία του μουσουργού για η ατεχνία του ποιητή; Ή πάλι, το αποτέλεσμα αυτό που δεν εφάνη, δεν ακούστηκε και που δεν θ’ ακουστεί ποτέ, ήταν το τμήμα εκείνο του τραγουδιού που δεν έπρεπε ν’ ακουστεί; Αυτό που θα γινόταν στους αιώνες μυστικό της Τέχνης και του δημιουργού;  Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πώς ένα έργο Τέχνης περιέχει πάντα και ένα τμήμα που δεν μπορεί ποτέ ν’ αποκρυπτογραφηθεί. Ποτέ να γίνει νοητό και φανερό στους ασεβείς, για θα ήταν ύβρις, με την αρχαία έννοια της λέξης. Κι εδώ ίσως βρίσκεται το μυστικό της διαχρονικότητας στη μεγάλη Τέχνη. Γιατί «η βασίλισσα», όπως λέει ο Ρεμπώ, «η Μάγισσα δε θα μας ιστορήσει ποτέ αυτά που εκείνη ξέρει και εμείς δεν ξέρουμε». Μιά επικοινωνία μισή, μ’ ένα μισό καλά φυλαγμένο μυστικό, για τους αιώνες. Μήπως αυτό είναι η Τέχνη και η περιπέτειά της μες στο ανθρώπινο γένος; Λέξεις. Πού δεν εννοούν να λιποθυμήσουν και μας κρατάνε ξάγρυπνους μέσα στο άγχος των καιρών. Βλέπετε, τα προβλήματα θέλουν άλλες διαδικασίες. Γι’ αυτά δεν υπάρχει Μουσική ούτε μελωδικοί σχηματισμοί για να τ’ αρπάξουν. Όλες οι λέξεις δεν λιποθυμούν. Πολλές αντιστέκονται και μας τυραννούν. Κι αυτή η τυραννία δεν είναι των ασεβών, αλλά των γνήσιων δημιουργών.

          Αυτά για τις λέξεις και για τις ιδιότυπες «ερωτικές» συνήθειές τους. Άλλα δεν έχω να σας πω, προς το παρόν. Ίσως ξαναμιλήσουμε, αν δεν βυθιστώ κι εγώ ζαλισμένος σε κάποιο κίτρινο ποτάμι, προσπαθώντας ν’ αγκαλιάσω ένα φεγγάρι.

     Μ Α Ν Ο Σ   Χ Α Τ Ζ Ι Δ Α Κ Ι Σ

 Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό το «Τέταρτο» τχ.9/1, 1986. Αναμεταδόθηκε από το Α΄ Πρόγραμμα της ΕΡΤ, ως Ομιλία 2/11/1986 στην Εθνική Πινακοθήκη. Το κείμενο μεταφέρθηκε στις σελίδες 114-122 του βιβλίου Μάνος Χατζιδάκις: Ο καθρέφτης και το μαχαίρι, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, Δεκέμβριος 1988, διορθώσεις Βάσω Κυριαζάκου, σελ. 264, δραχμές 1800.

     Μνήμη αιώνια

Σαν σήμερα 15 Ιουνίου 1994 ταξίδεψε για τον δικό του Σείριο ο Μελωδός των Ονείρων μας Μάνος Χατζιδάκις. Φτερούγισε για την Ουράνια Μουσικούπολη τους να συναντήσει τους φίλους του, τον Νίκο Γκάτσο, την Μελίνα Μερκούρη, τον Κάρολο Κουν, τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Μίκη Θεοδωράκη, την Φλέρυ Νταντωνάκη, τον Νότη Περγιάλη, τον Δημήτρη Ψαριανό και τα άλλα μουσικόφιλα, ευαίσθητα, τρυφερά αθώα παιδιά της γαλαρίας. Τα αδέσποτα μορτάκια του έρωτα και των πολύχρωμων ονείρων. Να τραγουδήσουν για άλλη μία φορά συντροφιά με τους Αγγέλους το «Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι», το «Χάρτινο το Φεγγαράκι», να μερακλώσουν με τις «Μπαλάντες της οδού Αθηνάς», να ψάλλουν τον «Μεγάλο Ερωτικό του». Ο μεγάλος αυτός Έλληνας μουσικοσυνθέτης και ποιητής κατόρθωσε να νοτίσει την τρυφερή και ελευθερόφρονα ψυχή του με ήχους πρωτόγνωρου λυρισμού και αιώνιας εφηβικής νοσταλγίας, πέτυχε να μπολιάσει τον ψυχισμό του με ότι πιο υγιές, ότι πιο γόνιμο, ότι πιο ερωτικά αθώο, ποιητικό μετέφερε στα σπλάχνα της η αισθηματολογία της Ελληνικής Ποίησης, η αισθηματογραφία των Στίχων του Ελληνικού Τραγουδιού στην διαχρονικότητα της παράδοσής τους.  Ένα πνεύμα απαράμιλλης νεότητας και βαθειάς σοφίας πλημμυρίζει τις συνθέσεις του, τους ήχους και μελωδίες του. Ο Μάνος Χατζιδάκις αυτός ο νεαρός «παγοπώλης» ανέπνεε και ζούσε μέσα στην ποίηση της μουσικής ονειροφαντασίας. Ανέπνεε με Μουσικούς ήχους, νότες και ρυθμούς, την Ποίηση, το Τραγούδι. Δωρική και λιτή η φόρμα του, περιεκτικό και καίριο το μουσικό του ύφος, απύθμενης ευαισθησίας το μουσικό του ταλέντο, ξεχωριστές, ευδιάκριτες, ιδιαίτερες, μεγαλειώδες οι συνθέσεις του. Ερωτικός και πολιτικός ο λόγος του, καρδιακός και επαναστάτης, αναρχικός και χιουμορίστας, ξενύχτης των κρυφών ερωτικών μελωδιών, αντισυμβατικός προς κάθε μορφής και είδος πολιτικής και κυβερνητικής, κοινωνικής εξουσίας. Τρυφερός, λαϊκός και αστός μαζί, αυστηρός και επιλεκτικός, υποστηρικτικός με τους συνεργάτες του, αυθεντικός καλλιτέχνης ανοιχτός να ενσωματώσει στο έργο του κάθε νέο ή παλαιό κλασικό ρεύμα. Διέθετε την μεγάλη εμπειρία και σοφία να επιλέγει τους συνεργάτες του, να τους φωτίζει τον προσωπικό τους μουσικό δρόμο, να τους αφήνει να εκφραστούν μουσικά όπως το αναζητούσε και επιθυμούσε η ψυχής τους, το μουσικό τους τάλαντο. Ήταν η προσωποποίηση της πεμπτουσίας του πολιτισμού μιάς άλλης Ελλάδας, άλλων εποχών μαγικών εικόνων και ήθους, ποιότητας βίου, μουσικής παιδείας και αγωγής. Από τις σπάνιες προσωπικότητες που διέθετε η Ελλάδα, από αυτές που δεν εμφανίζονται συχνά στην πολιτιστική σκηνή και το μουσικό στερέωμα της πατρίδας μας. Η απουσία του είναι ακόμα αισθητή και θα παραμείνει.

          Ο Μελωδός των Ονείρων μας δεν ήταν μόνο ένας από τους σημαντικότερους έλληνες συνθέτες, ενορχηστρωτής, συνθέτης εξαιρετικών έργων, διευθυντής ορχήστρας, εκτελεστής κλασικών μελωδιών, ήταν όπως έχει λεχθεί ένας Μουσικός ο οποίος γνώριζε το κάθε τι για την τέχνη και την πορεία της Μουσικής, ελληνικής και παγκόσμιας, λαϊκής και κλασικής. Το μουσικό του αυτί αφομοίωνε με ευκολία τα πάντα και οι πιανιστικές του αποδώσεις κρυστάλλωναν κάθε ήχο και μουσικό ψιθυρισμό, ηχόχρωμα ανθρώπινης φωνής και λυρικής ευαισθησίας, ό,τι με τις ευαίσθητες αντένες του τον μάγευε και συνέλεγε ως υλικό του έργου του.

  Όμως ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν παράλληλα και ένας σημαντικός έλληνας ποιητής, ένας χειριστής της ποιητικής τέχνης και τεχνικής των μυστικών του ποιητικού λόγου, ένας πεπειραμένος δάσκαλος της ελληνικής γλώσσας, των ελληνικών Λέξεων. Των μυστικών τους και της ρυθμολογίας τους, της μελωδικότητάς τους και της «τεμπελιάς» τους. Και το γεγονός αυτό, ότι ήταν εκτός από μουσικός και ένας σημαντικός ποιητής το αντιλαμβανόμαστε από τις πρώτες γραμμές του κειμένου-ομιλία που αντιγράψαμε παραπάνω. «Η λιποθυμία των λέξεων πάνω σε πέντε γραμμές». Στο κείμενο εξετάζει την σχέση των Λέξεων και του ρυθμικού μέλους τους, την άρρηκτη σχέση της Ποίησης με την Μουσική, την αφομοιωτική δυναμική της μιάς τέχνης από την άλλη σε αμοιβαία ισορροπία και αξία. Αναφέρεται με παραδείγματα αντλώντας τα από διάφορες φωνές και Λεκτικά Μουσικά σήματα, στην διασύνδεση Ποίησης και Μουσικής και στην  αλληλοεπίδρασή τους. Πώς οι Λέξεις με τους ήχους τους δημιουργούν τις προϋποθέσεις στο να οικοδομηθεί ένα άξιο, καλό μουσικό αποτέλεσμα ισότιμης χρήσης. Οι εσωτερικοί μηχανισμοί των Λέξεων και των Ήχων είναι ίδιοι. Ποίηση και Μουσική δύο όψεις της ίδιας ονειρικής ρυθμικής ατμόσφαιρας. Αν δεν γνωρίζαμε τον συντάκτη του κειμένου θα νομίζαμε ότι το κείμενο το έγραψε ένας έμπειρος φιλόλογος, ένας θεωρητικός της ποίησης. Και με τι αριστοτεχνική μαεστρία συνδέει τις μουσικές απόψεις ενός γάλλου τραγουδοποιού με τα λεχθέντα ενός κινέζου ποιητή. Πώς συσχετίζει αρμονικά την βυζαντινή υμνογραφία με τα μουσικά σχήματα του Ανδρέα Κάλβου, επικουρικά με την κρίση του Αλεξανδρινού ποιητή. Πόσο απλά μας μιλά για το θείον στην Τέχνη, γιαυτό το μπέρδεμα, «να καλυφθεί η απειρία του μουσουργού για η ατεχνία του ποιητή;» Μέσα από ερωτήσεις αναδεικνύει το καίριο της Ποίησης και της Μουσικής, αναγνωρίζοντας ότι πάντα θα υπάρχει ένα τμήμα της Τέχνης «που δεν μπορεί ποτέ ν’ αποκρυπτογραφηθεί.».

     Μιλώντας μας για την «τυραννία» που βασανίζει τους γνήσιους δημιουργούς αντιλαμβανόμαστε το τι πραγματικά βασάνιζε και τον ίδιο στις εκτελέσεις του. Κάτι που αξίζει να επισημάνουμε, είναι η μεγάλη και ευρεία του παιδεία. Δεν είναι μόνο ο ποιητής Αρθούρος Ρεμπώ ή ο Αντρέ Ζιντ αλλά το βαρύ φορτίο μιας παγκόσμιας ποιητικής και μουσικής παράδοσης που ήταν κάτοχος. Τέλος αξίζει να παρατηρήσουμε ότι η γλώσσα του Μάνου Χατζιδάκι δεν εμφορείται από τους ακριβείς κανόνες της Δημοτικής των χρόνων του αλλά εμπλουτίζεται και από εκφράσεις της λόγιας κάτι που κάνει το κείμενό του και τις ομιλίες του να αποχτούν μία πολύχρωμη μαγευτική ακουστική ηχοχρωμία που κάθε άλλο παρά μας ξενίζει.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Κυριακή 15 Ιουνίου 2025      

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2018

Μάνος Χατζιδάκις Το Χαμόγελο της Τζοκόντας


ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
(Ξάνθη 23/10/1925-Αθήνα 15/6/1994)

Πάρτε από τη μουσική μου την ζαχαρένια γεύση

Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Μελωδός των Ονείρων μας ο Μάνος Χατζιδάκις. Ο ποιητής, ο μουσουργός, ο συνθέτης, ο στιχουργός, ο διευθυντής ορχήστρας, ο ιδιοφυής, ο μελωδός των ονείρων μας. Των ονείρων της ελλάδας.
Διαρκώς παρούσα η μνήμη του.
Ο Μάνος Χατζιδάκις, ανήκει σε μια άλλη Ελλάδα. Μια Ελλάδα που συνομιλούσε με τα αρχαιολογικά της ερείπια, τραγουδούσε τα ιστορικά της οράματα, νανουρίζονταν με τους αρχαίους της μύθους, υμνολογούνταν από την ορθόδοξη παράδοσή της. Λιβάνιζε την φτώχεια της. Ανήκει σε μια ελληνική παράδοση και έναν κόσμο, ένα ελληνικό της φυλής ήθος που δεν υπάρχει πιά. Δεν ήταν όμως μόνος του, η ανθρώπινη ορχήστρα των ελληνικών χρωμάτων αποτελούνταν από το άλλο, εθνικό κεφάλαιο τον Μίκη Θεοδωράκη, τον ποιητή Νίκο Γκάτσο, την διεθνούς φήμης τραγουδίστρια Νανά Μούσχουρη, την τελευταία ελληνίδα θεά Μελίνα Μερκούρη, την χορογράφο Ραλλού Μάνου, τον σκηνοθέτη-δάσκαλο Κάρολο Κουν, τον Δημήτρη Χορν, τον σκηνοθέτη Αλέκο Σακελλάριο, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τον Γιάννη Τσαρούχη, την Φλέρυ Νταντωνάκη, τον Δημήτρη Ψαριανό, τον Γιώργο Μούτσιο, την Μαίρη Λω, την Έλλη Πασπαλά, την Μάρω Κοντού, τον Βασίλη Λέκκα, την Μυρτιώτισσα, τον Γιώργο Μαρίνο, την Μαρία Φαραντούρη, τον Γιώργο Ρούσσο, τον Μανώλη Μητσιά, τον Λάκη Παππά, τον Μίνω Αργυράκη, την Νένα Βενετσάνου, την Αλίκη Καγιαλόγλου, τον Νίκο Γκάτσο, και άλλα εύοσμα άνθη του ελληνικού μουσικού μας και ποιητικού πολιτισμού και όχι μόνο. Όλα αυτά τα ελληνικά πρόσωπα με τα οποία συνεργάστηκε και ανέδειξε η μουσική του ιδιοφυία. Ο Μάνος Χατζιδάκις, ο δικός μας Μάνος, ο ταλαντούχος συνθέτης, ο έλληνας λαχειοπώλης των ουρανών και των ονείρων μας. Πρόσωπα των αισθήσεων και των παραισθήσεων της ελληνικής ευαισθησίας. Φωνές και αισθήσεις ελληνικές, ζωντανές μπαλάντες του Έθνους των Ελλήνων.

«Η Μπαλάντα του Ούρι»
Ουρανέ, όχι δεν θα πω το ναι,
ουρανέ φίλε μακρινέ
πώς να δεχτώ άλλης αγκαλιάς τη στοργή,
πώς να δεχτώ μάνα μου είναι η γη
πώς να αρνηθώ της ζωής το φως το ξανθό,
αχ ουρανέ, πόνε μακρινέ.

Κάθε δειλινό, κοιτώ τον ουρανό το γαλανό
κι ακούω μια φωνή
καμπάνα γιορτινή, να με παρακινεί.
Κάθε Κυριακή, μου λέει να πάω εκεί
που χτίζουνε φωλιά αλλόκοτα πουλιά
στου ήλιου τα σκαλιά.

Ουρανέ, όχι δεν θα πω το ναι,
ουρανέ φίλε μακρινέ
πώς να δεχτώ άλλης αγκαλιάς τη στοργή,
πώς να δεχτώ μάννα μου είναι η γη
πώς να αρνηθώ της ζωής το φώς το ξανθό,
αχ ουρανέ, πόνε μακρινέ.

Κάθε δειλινό κοιτώ τον ουρανό το γαλανό
και μια φωνή τρελή
σα χάδι κι απειλή κοντά της με καλεί
Κάθε Κυριακή μου λέει να πάω εκεί
μου τάζει ωκεανούς κομήτες φωτεινούς
κι ό,τι βάζει ο νους.

Στίχοι Νίκος Γκάτσος, Μουσική Μάνος Χατζιδάκις, ερμηνευτής Βασίλης Λέκκας.

Πειραιάς, 23 Οκτωβρίου 2018
Επωνύμου του Χατζιδακικού
  

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2018

Το λίπασμα ζωής του Μάνου Χατζιδάκι


Το λίπασμα του Μάνου Χατζιδάκι
(Ξάνθη 23/10/1925-Αθήνα 15/6/1994)

Μάνο, σ’ ευχαριστούμε
Για το έργο που μας χάρισες και για το ήθος που δίδαξες
     Με αυτόν τον τίτλο η ημερήσια πολιτική και οικονομική εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της Πέμπτης 16 Ιουνίου 1994, αποχαιρετά την κοίμηση του Μελωδού των Ονείρων των Ελλήνων Μάνου Χατζιδάκι. Του Έλληνα που διέπλασε τα όνειρα, τις μουσικές ευαισθησίες και ίσως, και κοινωνικές συνειδήσεις των ελλήνων τον προηγούμενο αιώνα. Μέχρι το τελευταίο ταξίδι του για τον μουσικό του Σείριο, αυτός ο μικρός πρίγκιπας της πολιτιστικής μας παράδοσης δεν έπαυε να μας μυεί στα μυστικά μονοπάτια του σύμπαντος της μουσικής και του ήθους της ελληνικής μας παιδείας. Να μας διδάσκει τι σημαίνει ατομική ελευθερία και σεβασμός στο πρόσωπο του άλλου. Μας έμαθε τι σημαίνει αυτοσεβασμός και τι ατομική και εθνική υπερηφάνεια χωρίς πολιτικές τυμπανοκρουσίες, δίχως εθνικιστικά μελανώματα, μακριά από υπερήφανες διχαστικές κορώνες. Ο Μάνος Χατζιδάκις υπήρξε ένας αυθεντικός, ελεύθερος Πολίτης της Ελλάδας. Μια ανεξάρτητη φωνή που παρήγαγε όχι μόνο μουσικές μελωδίες αλλά και πολιτική σκέψη και κρίση. Μας δίδαξε τι πραγματικά και ουσιαστικά σημαίνει ερωτική και σωματική χειραφέτηση. Ο Μάνος Χατζιδάκις, δεν καρναβαλοποίησε τις ερωτικές του επιλογές, δεν χυδαιολόγησε με τον πολιτικό του λόγο, δεν στάθηκε αφοριστικός σε οτιδήποτε πολιτικά ή κοινωνικά ίσως και μουσικά τον ενοχλούσε. Τα Σχόλιά του στο Τρίτο Πρόγραμμα που ήταν εμπνευστής και δημιουργός του μας αποκαλύπτουν το εύρος της σκέψης του πολιτικού ανδρός.  Ήταν ένας γνήσια λαϊκός αριστοκράτης που ούτε την αριστοκρατική του ματιά απεμπόλησε ούτε την λαϊκότητά του λησμόνησε. «Γαρύφαλλο στ’ αυτί και πονηριά στο μάτι…». Αληθινά πηγαίος χωρίς μουσική σοβαροφάνεια σχεδίασε το πασίγνωστο και χιλιοτραγουδισμένο «Νιάου, νιάου βρε γατούλα με την ροζ μυτούλα..» και σαν ρεμπέτης, Τα τραγούδια του ξανθού Απρίλη. Σοβαρός και ερωτικός ταυτόχρονα, κλασικός και μοντέρνος εμπλουτιστής της μουσικής του φόρμας. Ψαλμωδός προαιώνιων πανανθρώπινων αισθημάτων «Θάλασσα πλατειά σ’ αγαπώ γιατί μου μοιάζεις…» και δυναμικός εκφραστής της γυναικείας ερωτικής ευαισθησίας «Χάρτινο το φεγγαράκι, ψεύτικη η ακρογιαλιά, αν με πίστευες λιγάκι…» Δάσκαλος και μύστης των χτύπων της καρδιάς ενός ολόκληρου λαού που τραγούδησε και εξακολουθεί να τραγουδά τις λαϊκόμορφες εμπνευσμένες κινηματογραφικές του συνθέσεις, «Καροτσέρη καροτσέρη άς το καμουτσίκι απ’ το χέρι και μην το χτυπάς…» και να εκδηλώνει την ερωτική διάθεση των προσωπικών του ονείρων ακούγοντας τις έντεχνες καταθέσεις του και μελοποιήσεις ελλήνων ποιητών και ποιητριών. «Σ’ αγαπώ δεν έχω τίποτ’ άλλο να πω….». Είτε μελοποίησε την αρχαία ποιήτρια Σαπφώ είτε τον αλεξανδρινό ποιητή Κωνσταντίνο Καβάφη, είτε την ποιήτρια Μυρτιώτισσα είτε συνέθεσε τα θρυλικά Παιδιά του Πειραιά, τον ισπανό ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, «Νάνι το γαρούφαλλό μου….» το ελληνικό  του ήθος ήταν πάντα παρόν. Και, είτε επέλεξε να τραγουδήσουν τις μουσικές του μελωδίες η διεθνούς φήμης φωνή της Νάνας Μούσχουρη, η ευαίσθητη ονειρική φωνή της Φλέρης Νταντωνάκη, η ναζιάρα νεανική παρουσία της Αλίκης Βουγιουκλάκη, πολιτικοποιημένη και μπάσα ερωτική φωνή της Μελίνας Μερκούρη, «Ο κυρ Αντώνης πάει καιρός…» η θεατρική φωνή του Γιώργου Μούτσιου, ή η τρυφερή και μελωδική φωνή του Δημήτρη Ψαριανού, η σοβαρή και πένθιμη φωνή της Βούλας Ζουμπουλάκη «Ο Ταχυδρόμος πέθανε στα δεκαεπτά του χρόνια…», η εσωτερική και μελαγχολική φωνή του Λάκη Παππά, «Τι να μου κάνουν δάκρυα δυό και στεναγμοί σαράντα δυό Μανούλα μου…», η λαμπερή φωνή της Μαίρης Λίντας «Άστρο του ουρανού…», την ερωτιάρα φωνή του Γιώργου Μαρίνου «Κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα παιδιά…»  η σκοτεινή χαμηλόφωνη ηχώ της φωνής της Καίτης Χωματά «Δυό τριαντάφυλλα μαζεύω στην ποδιά μου…» και άλλων, ο Μεγάλος Ερωτικός της παράδοσής μας δεν έπαψε να αναζητά στις φωνές που ερμήνευαν το έργο του την πιο αυθεντική και μυσταγωγική τους διάσταση, το πλέον αληθινό ηχόχρωμά της ατομικής τους ευαισθησίας, το όνειρο. Οι αδερφές Τατά από τον Λαγκαδά της Πορνογραφίας συνομιλούν αρμονικά και ισότιμα με τον συνθέτη Μάνο Χατζιδάκι των στίχων του ποιητή Νίκου Γκάτσου, χωρίς να αλλοιωθεί η μουσική του μεγαλοφυΐα.  Το προσωπικό και πολιτικό ήθος αυτού του οικουμενικού Έλληνα δεν το ξανασυναντήσαμε έκτοτε στην μουσική σκηνή και σίγουρα στην πολιτική. Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν μας σημάδεψε με την παρουσία του μόνο, τον δημόσιο λόγο, το έργο του, την τελευταία εκατονταετία της προηγούμενης χιλιετίας των Ελλήνων αλλά σφράγισε ανεξίτηλα την νεότερη ελληνική ιστορία και παράδοση, την εθνική μας κληρονομιά. Ή ακριβέστερα, διέπλασε την ελληνική μας κληρονομιά με τις μουσικές του παρακαταθήκες και κοινωνικές του παρεμβάσεις και δημόσια εικόνα. Αυτός ο λαχειοπώλης των εθνικών και προσωπικών μας ονείρων. Αυτός ο χρισμένος από τους αρχαίους Θεούς Έλληνας Άνθρωπος, μας πήρε από το χέρι και σαν άλλος Δαίδαλος μας δίδαξε το μέτρο και την αρμονία, την ισορροπία και τον αυτοσεβασμό, μας έμαθε να φτερουγίζουμε στο φωτεινό σύμπαν του κόσμου και των πολύχρωμων μουσικών ονείρων.
     Κάτω από τον τίτλο της πρώτης σελίδας «Η Καθημερινή» της Πέμπτης 16 Ιουνίου 1994, αναφέρονται τα εξής:
«Η ζωή μου δεν ήταν η ζωή ενός μουσικού. Ήτανε περισσότερο η ζωή ενός επικίνδυνου και ανήσυχου νέου, που η Μουσική κατάφερε κάπως να τον ηρεμήσει και να τον κάνει κατ’ επιφάνεια νόμιμον».
Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν πέρασε ποτέ στη «νομιμότητα» των κρατούντων, δεν συμφιλιώθηκε με την αδράνεια, αντιπάθησε το απλοϊκό, αντέδρασε στην κολακεία, αντιτάχθηκε στην «απαιδευσιά» και την προσπάθεια αναρρίχησης», στηλίτευσε την ημιμάθεια, τη χυδαιότητα των καιρών, οτιδήποτε αντιπνευματικό, ατροφικό και μίζερο.
     Χθές οι Έλληνες ένιωσαν κάτι περισσότερο από συντετριμμένοι. Ένιωσαν αμήχανοι. Μπροστά σε ένα θάνατο που δεν μπορούσαν να κατονομάσουν, να εκφράσουν, παρά, ίσως, μόνο να τραγουδήσουν. Να σιγοψιθυρίσουν, αμήχανα στην αρχή, με περισσότερη ορμή καθώς η ώρα προχωρούσε και το «τραύμα» βάθαινε. Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι μεγάλη απώλεια. Μεγάλη. Όχι μόνο για τη Μουσική του. Αλλά για το ανάστημα που μπορούσε-είχε το κουράγιο, τη δύναμη, την τόλμη, την ευπρέπεια-να ορθώνει, στο μικρό, το ευτελές, το ασήμαντο, το εφήμερο χειροκρότημα. Για την ανδρεία του να επιλέγει και να επιβάλλει την ηθική της άρνησης. Παρέμεινε ως το τέλος «γνήσιος Έλληνας και Μεγάλος Ερωτικός».
Μάνο, σ’ ευχαριστούμε.

      ΥΓ. Σήμερα το πρωί, 15/6/2018, ξεκινώντας να πάω στην εργασία μου, τα βαγόνια του Ηλεκτρικού Σιδηροδρόμου σταμάτησαν, μετά από αρκετή ώρα αναμονής, τα μεγάφωνα μας ανήγγειλαν ότι κάποιο πρόσωπο έπεσε στις γραμμές του τρένου. Ειδοποίησα τον προϊστάμενό μου και γύρισα στο σπίτι. Δεν έψαξα και δεν θέλησα να βρω ούτε το φύλο του προσώπου που έπεσε στις ράγες, ούτε την ηλικία, ούτε αν είταν έλληνας ή αλλοδαπός, ούτε θέλω να ακούσω τα σχόλια στις ειδήσεις για το γεγονός.
Απλά, θα ήθελα σήμερα, ημέρα μνήμης της κοίμησης του Μάνου Χατζιδάκι να αφιερώσω το κείμενο αυτό στο άγνωστό μας πρόσωπο που έχασε την ζωή του και ταξιδεύει για την Οδό Ονείρων.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 15 Ιουνίου 2018
      

Σάββατο 17 Ιουνίου 2017

Ο Ποιητικός κόσμος του Μάνου Χατζιδάκι

ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ
ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ
Με σχέδια Μίνου Αργυράκη,
Γιάννη Μόραλη,
Γιώργου Σταθόπουλου

     Γεννήθηκα στην Ξάνθη μια Τρίτη 10 το βράδυ, την 23η Οκτωβρίου του 1925, τότε που έγινε η ποτοαπαγόρευση και οι γονείς μου σαν τρελοί χόρευαν τσάρλεστον στους δημόσιους χορούς και στις πλατείες της πολιτείας. Σαν άνοιξα τά μάτια μου, είδα με απορία πολύ κόσμο να περιμένει την εμφάνισή μου. Το ίδιο συνέχισα κι αργότερα ν’ απορώ, όταν με περίμεναν κάπου να φανώ. Προσπάθησα όλον τον καιρό πού μέναμε στην Ξάνθη, να γνωρίσω σε βάθος τους γονείς μου και να εξαφανίσω την αδερφή μου. Δεν τα κατάφερα και τα δυό. Έτσι μετακομίσαμε στην Αθήνα το ’32 και δεν στάθηκε δυνατό να λησμονήσω την αποτυχία μου. Άρχισα να ζω και να εκπαιδεύομαι στην πρωτεύουσα ενώ παράλληλα σπούδαζα τον έρωτα και την ποιητική λειτουργία του καιρού μου. Μ’ επηρεάσανε βαθιά ο Ερωτόκριτος, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, το εργοστάσιο του Φίξ, ο Χαράλαμπος του Βυζαντίου, το υγρό κλίμα της Θεσσαλονίκης, και τα άγνωστα πρόσωπα που γνώριζα τυχαία και παρέμειναν άγνωστα σ’ όλα τα χρόνια τα κατοπινά. Έγραψα ποιήματα και πολλά τραγούδια, και ασκήθηκα ιδιαίτερα στο να επιβάλλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες-πράγμα που άλλωστε με ωφέλησε τα μέγιστα σαν έγινα υπάλληλος τα τελευταία χρόνια. Απέφυγα μετά περίσσιας βδελυγμίας ό,τι τραυμάτιζε το ερωτικό μου αίσθημα και την προσωπική μου ευαισθησία. Γι’ αυτό κι από νωρίς, μετά τον πόλεμο ακριβώς, σταμάτησα όλα τα μαθήματα της Μουσικής. Γύρισα τον κόσμο και ανακάλυψα ότι τα πρόσωπα που μ’ ενδιαφέρανε έπρεπε να μιλούν απαραιτήτως τα Ελληνικά-γιατί σε ξένη γλώσσα η επικοινωνία γίνονταν οδυνηρή κι εξαφάνιζε το μισό μου πρόσωπο. Το 1972 επέστρεψα σχεδόν οριστικά στον τόπο και ίδρυσα καφενείο που το ονομάσαμε «Πολύτροπο», ίσαμε τη μεταπολίτευση του ’74 όπου και το ‘κλεισα μια κι άρχιζε η εποχή των γηπέδων και των μεγάλων λαϊκών εκτονώσεων. Κράτησα την ψυχραιμία μου και δεν εχόρεψα εθνικούς και αντιστασιακούς χορούς στα γυμναστήρια και στα γεμάτα από νέους γήπεδα. Έτσι κατάφερα να ολοκληρώσω την τραυματισμένη από την παιδική μου ηλικία προσωπικότητα, καταλήγοντας να πουλώ «λαχεία στον ουρανό» και προκαλώντας τον σεβασμό των νεοτέρων μου μια και παρέμεινα ένας γνήσιος Έλληνας και Μεγάλος Ερωτικός. Μ.Χ.
     Το ποιητικής υφής αυτοβιογραφικό κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι, που δημοσιεύεται στο οπισθόφυλλο της ποιητικής του συλλογής, μας αποκαλύπτει με τον πλέον σαφή και κατηγορηματικό τρόπο, το ήθος και το εύρος της καλλιέργειας της ελληνικής αυτής προσωπικότητας του προηγούμενου αιώνα, που σημάδεψε σχεδόν όσο κανένας άλλος, μουσικά, την χώρα. Μπορεί ο Μίκης Θεοδωράκης να γέμιζε επάξια τα στάδια και τα γήπεδα με τις μεγαλειώδεις συναυλίες του, πολιτικά χρωματισμένες και μη, όμως, όταν ο επαναστατικός αναβρασμός κόπαζε, και οι νέοι και οι νέες κουράζονταν από τις πολιτικές αψιμαχίες, κομματικές διαμάχες και επαναστατικές γυμναστικές των δρόμων και των πολυπληθών συγκεντρώσεων-τις τόσο απαραίτητες σε αυτήν την ηλικία, και σε εκείνες τις ιστορικές περιόδους της μεταπολίτευσης, μια και βγαίναμε από μια επτάχρονη στρατιωτική χούντα-αναζητούσαν ένα άλλο πιο θερμό απάγκιο, λιγότερο απρόσωπο και κομματικά προσανατολισμένο, ήρεμο και γαλήνιο, αλλά εξίσου επαναστατικό με έναν άλλο τρόπο, για να ξεδιπλώσουν τις πτυχές των αισθημάτων τους, να εκφράσουν τα ερωτικά τους συναισθήματα, να αφεθούν στην πολύχρωμη μαγεία των ονείρων, στα ανθισμένα λιβάδια των προσωπικών τους ανεξερεύνητων ακόμα οραμάτων. Και ο μουσικός κόσμος που τους έδινε και μας πρόσφερε τα εχέγγυα για την αλήθεια των αισθημάτων τους-μας, ήταν το μελωδικό σύμπαν του Μάνου Χατζιδάκι. Αυτές οι ουράνιες μελωδίες του που σε ταξιδεύουν σ’ ένα μουσικό στερέωμα αχαρτογράφητο αλλά τόσο πραγματικό, που σε καταστούν πολίτη ενός πλανήτη σαν και αυτόν του «Μικρού Πρίγκιπα», που σε οδηγούν να ψηλαφίσεις τις ερωτικές  σου αλήθειες καθώς ήχοι και νότες, φωνές και μυρωδιές ανθισμένης γης σε προσκαλούν να μετάσχεις στο πανηγύρι των εκπλήξεών τους. Σου ζητούν να ψαύσεις το κορμί του Άλλου για να γνωρίσεις τα δικά σου χαρακτηριστικά. Θωπεύοντας το αντρικό πρόσωπο ξεγυμνώνεσαι μπρος στα μάτια του κόσμου. Γράφει:
«Όταν κοιτάς μια γυναίκα σ’ εξαφανίζει. Όταν κοιτάς έν’ αγόρι σ’ ανακαλύπτει».
Να ερωτευθείς πλέρια και ουσιαστικά όχι μόνο το πρόσωπο που έχεις δίπλα σου, αλλά μέσω αυτού, την μυστική ομορφιά του κόσμου, και του δικού σου κορμιού. Πάντοτε γυμνή και πεντάμορφη ήταν και είναι η μουσική και ποιητική του αλήθεια, που εξακολουθεί να κυκλοφορεί ανάμεσά μας, σαν τον Πλατωνικό Χαρμίδη, που ταξιδεύει μέσα στο διάβα των αιώνων με τα εκατοντάδες παραλλαγμένα αινιγματικά του ονόματα, σαν την Ομορφάδα της πανούργας Ελένης, πριν την μαραγκιάσει το λάγνο βλέμμα των αντρών. Μουσικές συνθέσεις που ακροβατούν ανάμεσα σ’ έναν διονυσιακό εκστασιασμό και μια απολλώνια καθαρτήρια ανάταση. Η Μουσική μετουσιώνεται σε ρυθμικό λόγο και οι λέξεις ενδύονται έναν μουσικό ρυθμό, που συνενώνει την ανθρώπινη φωνή με τον λυρισμό της γραφής. Οι στίχοι του Μάνου Χατζιδάκι είναι η έντυπη απεικόνιση των μουσικών του οραμάτων. Οι λέξεις είναι νότες γραμμένες σε μια άλλη ποιητική φόρμα. Μια φόρμα που κατόρθωσε να συμπλεύσει τους ήχους της μουσικής με εκείνες των λέξεων, και να δημιουργήσει ένα ποιητικό σκηνικό που ενώ ανήκει στην γη, ξεδιπλώνεται προς τον ουρανό. Κάτι, που μπορούμε να γράψουμε και για τους στίχους του ποιητή Νίκου Γκάτσου, με άλλη φυσικά θεματική.
     Η ποίηση του Μάνου Χατζιδάκι, συγγενεύει με την ρεαλιστική εικονογραφία των Beat ποιητών, δηλαδή είναι έντονα επίκαιρη, ανήκει στον παρόντα χρόνο, τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται, έχουν την σκληράδα της εποχής τους, και κινούνται μέσα στο ίδιο πλαίσιο που κινείται και ο συνθέτης ποιητής. Μόνο που ο Χατζιδάκις, ενδύει τα δικά του γυναικεία ή αντρικά κυρίως πρόσωπα, με την μαγεία του ατομικού του ονείρου, τους εντάσσει μέσα σε μία λυρική και ευαίσθητη ατμόσφαιρα, που τους μαλακώνει την ατομική ρεαλιστική τους σκληράδα και παγερή ερωτική έκφραση. Όπως πράττει ο πειραιώτης ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης, στα προσωπογραφικά πορτρέτα των «Τεσσάρων Εποχών του». Τα αντρικά ερωτικά και ερωτεύσιμα πρόσωπα του Μάνου Χατζιδάκι, είναι οι διάφοροι σταθμοί της ζωής του, που του πρόσφεραν τις ανάλογες θερμές εμπειρίες για να ανακαλύψει ο ίδιος την ατομική του αυτογνωσία. Είναι πρόσωπα που μεταφέρονται μέσα στο κάντρο της παράδοσης ενός ελληνικού περιβάλλοντος, μιας ελληνικής αισθητικής ατμόσφαιρας, σαν ερμηνεία τρόπου ζωής, κάτι, που τα καθιστά, απαραίτητα στοιχεία δημιουργικής αναφοράς, όπως και στον αλεξανδρινό ποιητή Κωνσταντίνο Π. Καβάφη. Ο ποιητής και μελωδός Μάνος Χατζιδάκις, τα εντάσσει λειτουργικά μέσα στο μουσικό του σύμπαν. Είναι η γέφυρα των ονειρικών μουσικών φτερουγισμάτων του. Αντρικά νεανικά πρόσωπα που φέρουν το βάρος μιας γήινης ρεαλιστικής ερωτικής παρουσίας, μιας ερωτικής ωμότητας των χρόνων τους, ενώ ταυτόχρονα, είναι αερικά και ταξιδεύουν ανάμεσα σε μουσικές νότες και μουσικές-ποιητικές συνθέσεις. Ο αντρικός έρωτας στον Μάνο Χατζιδάκι, δεν υπάρχει αυτονομημένος σαν «αμαρτωλή» σκληρή επιλογή όπως στον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο, με τις φετιχιστικές της αποχρώσεις, αλλά σαν μια ζωντανή και ζέουσα ανάμνηση που εξαγνίζεται μέσα σε μουσικές νότες, ανθρώπινες φωνές, ιδανικές στιγμές αισθήσεων, ονειρικά πεταρίσματα, που δεν έχουν τελειωμό. Οι μουσικές του συνθέσεις, συνεχίζουν την ερωτική συνεύρεση μέσα στον χρόνο, είτε το πρόσωπο αυτό είναι ο «χορευτής του Σαιντ Ιλαίρ», είτε είναι «ο Νέος από την απέναντι μεριά», είτε είναι ο «νεαρός τραγουδοποιός Αλαίν», είτε είναι ο μικρός «Χανς Γκρουντέριαν» που δεν καταλάβαινε την γλώσσα του,, είτε είναι η ζώσα ανάμνηση του μεσόγειου «θερμού Αλγερινού», ή ο ήχος του «κιθαριστή των ισπανικών φλαμέγκος» ή ο νυσταλέος «σπουδαστής της φιλοσοφίας»  κλπ. Το νεαρό σώμα, γίνεται φωνή, ήχος μουσικός, μελωδικός ρυθμός, αίνιγμα που σου ζητά να μετάσχεις όχι τόσο στην λύση του, όσο στην φανερή μυστικότητά του.
(η πρώτη συνάντηση)
Τον είδα
Μου μίλησε, του μίλησα
Και είναι βέβαιον
Πώς ό,τι συνέβη μεταξύ μας
Υπήρξεν κέραιον, ακραίον
Και ωραίον.
ΤΕΛΟΣ!
Η μουσική δημιουργία του Μάνου Χατζιδάκι, περιέχει αυτήν την ερμηνεύσιμη ερωτική πανδαισία των πανάρχαιων ελληνικών στιγμών, την τόσο ψηλαφιστή ανά τους αιώνες. Αυτή που διατήρησε αναγνωρίσιμη την ταυτότητα του νεοέλληνα, τουλάχιστον μέχρι τα επίγεια χρόνια της ζωής του Χατζιδάκι. Ο Μελωδός των Ονείρων μας, σαν Έλλην θαυματοποιός, σαν ελληνοσύριος αλχημιστής, μας αποκαλύπτει αυτό που υπάρχουμε και πιστεύουμε ως Έλληνες. Ολόκληροι όχι τεμαχισμένοι. Το ερωτικό Σώμα γίνεται Λόγος ύπαρξης της Τέχνης, και η Τέχνη κρατά ζωντανό το παρόν της μνήμης. Διαρκής η ποιητική συνομιλία του Χατζιδάκι με τον αλεξανδρινό ποιητή, όπως και με τους αρχαίους επιγραμματοποιούς. Αυτούς τους Έλληνες εραστές του Ωραίου, που τόσο ύμνησαν είτε μέσα στα σπαράγματα των επιγραμμάτων τους, είτε λάξευσαν πάνω στην λευκή και στιλπνή καθαρότητα των ελληνικών μαρμάρων.
     Μεταφέρω παρακάτω, την κριτική που έγραψε για την δεύτερη έκδοση της «ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ» ο Θάνος Σταθόπουλος και δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό «Τομές» τχ.67/12,1980, του ποιητή και εκδότη Δημήτρη Δούκαρη. Ένα λογοτεχνικό περιοδικό, που σημάδευσε την εποχή του, με τον πλούτο των περιεχομένων του, την ποικιλία των συνεργατών του, τις θέσεις και τις κρίσεις του.               
     Ύστερα από δεκατέσσερα χρόνια, τότε που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά η «Μυθολογία» του Μάνου Χατζιδάκι (1966) έχουμε τη δεύτερη έκδοση της συλλογής αυτής , σ’ ένα μικρό καλαίσθητο τόμο. Η «Μυθολογία» περιέχει ποιήματα γραμμένα από το 1946 ως και το 1965 όπου και σταματά. Καλύπτει όλη την ποιητική παραγωγή-τουλάχιστον αυτή που θέλησε ο ίδιος ο ποιητής να παρουσιάσει σαν αντιπροσωπευτικότερή του-δεκαεννιά χρόνων. Αναλυτικότερα αποτελείται από τα εξής μέρη: «Υγρασία», “Ο κύκλος του CNS” “Monoprix”, «Τρείς προσωπογραφίες», «Τρείς μπαλάντες», «Τρία ρυθμικά τραγούδια για το Ρόννυ», «Γυμνάσματα», «Μελισσάνθη».
      Ο Χατζιδάκις μας δίνει τη δυνατότητα να εξετάσουμε ακόμη μια πτυχή του πολυσύνθετου ταλέντου του. Έχουμε να κάνουμε λοιπόν μ’ ένα Χατζιδάκι που εκφράζεται μέσα από τις λέξεις και όχι από την ποίηση γιατί πιστεύω πως κι όταν γράφει μουσική πάλι ποίηση κάνει. Κι αυτό γιατί έχω τη γνώμη πώς ο Χατζιδάκις πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα είναι ποιητής. Τόσο ο ίδιος όσο και η μουσική του διακατέχεται από μιάν έντονη και απροσδιόριστη ποίηση. Έτσι και με τη: «Μυθολογία» του αποδεικνύεται περίτρανα πως η ποίηση γι αυτόν αποτελεί οργανική υπόθεση, πηγή πολυδιάστατης έκφρασης. Με λίγα λόγια η αφετηρία είναι μία και μέσα απ’ αυτήν ξεπηδούν πολυποίκιλες εκφράσεις. Τα ποιήματα της «Μυθολογίας» αρχίζουν από μια νεανική ηλικία και καταλήγουν σε μία πολύ ώριμη. Μπορούμε λοιπόν να παρατηρήσουμε την εξέλιξη του ποιητή, μέσα από τα χρόνια και τις πνευματικές του διαδικασίες, μια και η σειρά των ποιημάτων που ακολουθείται στη συλλογή είναι απόλυτα χρονολογική. Εκείνο που θα πρέπει να παρατηρήσουμε από την αρχή είναι πως η «Μυθολογία» κινείται μέσα στα πλαίσια ενός μυστικού μύθου, μιάς μαγείας και μιάς αδρής πραγματικότητας. Διαβάζοντας τα ποιήματα της συλλογής, από την αρχή καταλαβαίνουμε πως έχουμε να κάνουμε μ’ έναν άνθρωπο μοναδικής ευαισθησίας που ξέρει να κάνει ποίηση τα συγκεκριμένα βιώματά του και τις εμπειρίες του-εμπειρίες καλά χαραγμένες-δίνοντας μια συγκίνηση, έναν τόνο προσωπικό, έναν ερωτισμό, μιλώντας για πράγματα απλά, καθημερινά, για πρόσωπα και πράγματα που βρίσκονται ανάμεσά μας και διατηρούν μια γοητεία αλλά παραμένουν άγνωστα και ανεξερεύνητα. Δεν μένει στην επιφάνεια. Προχωρεί στο βάθος και στην ουσία των πραγμάτων και ανακαλύπτει τις σχέσεις που διέπουν τον ανθρώπινο παράγοντα, τον έρωτα που υπάρχει μέσα μας και καθορίζει την ανάλογη συμπεριφορά μας. Τα πρόσωπα τίθενται παράλληλα με τα πράγματα, σε ανάλογες σχέσεις μεταξύ τους, με τη διαφορά πώς στο τέλος εξαφανίζονται άλλες φορές φυσιολογικά κι άλλες φορές μυστηριωδώς
Χάνς Γκρουντέριαν
σου είπα να ‘ρθεις μαζί μου
στην πατρίδα μου
 μα τούτη τη φορά στ’ αλήθεια δεν κατάλαβες
και χάθηκες
(ΧΑΝΣ ΓΚΡΟΥΝΤΕΡΙΑΝ)
Αντίθετα τα πράγματα μένουν μέσα σε μια διάθεση αναμονής και ασκούν μια βασανιστική ανάμνηση. Μά να, πληγώθηκε και απαιτεί
να τον προσμένω πάντα να φανεί
να ΄ρθει ασφαλώς
σε ώρα ισπανική
(Ο ΚΙΘΑΡΙΣΤΗΣ ΤΩΝ ΦΛΑΜΕΓΚΟΣ)
Υπάρχει ένας έντονος ρυθμός στη «Μυθολογία» μια μουσικότητα, που πολλές φορές ξεπετιούνται με υπερβολή αλλά δικαιολογούνται απόλυτα στην περίπτωση του Μάνου Χατζιδάκι. Παράδειγμα τα «τρία ρυθμικά τραγούδια για το Ρόννυ». Έχω την εντύπωση πως στο μέρος αυτό μπαίνουν κανόνες και τεχνική στίχου τραγουδιού, αφού άλλωστε πρόκειται και για τρία ρυθμικά τραγούδια, διατηρούνται όμως όλα τα ποιητικά στοιχεία και δημιουργούν μια μέθεξη , που έχοντας συνταιριαστεί κατάλληλα μεταξύ τους καταφέρνουν να δώσουν μιάν απλότητα, έναν τρυφερό ερωτισμό και τελικά τη μυστηριώδη εξαφάνιση και τον κίνδυνο.
     Τα δύο πρώτα μέρη της συλλογής, «Υγρασία» 1946 και «Κύκλος του C. N. S.» 1952, παρατηρεί κανείς πως κινούνται σ’ ένα ενιαίο κλίμα. Πίκρα, βαθειά μελαγχολία, συγκίνηση μά και ένας έντονος λυρισμός, μια συναισθηματική φόρτιση. Ο «κύκλος του CNS» βέβαια είναι ακόμη πιο σκληρός στην πίκρα και στην μελαγχολία. Από πάνω του περιφέρεται διεσπαρμένος ο θάνατος. Και φυσικά πρόκειται για τραγούδια. Γιατί όπως σημειώνει και ο ίδιος ο Χατζιδάκις: «Οι στίχοι αυτοί γράφτηκαν με τη μουσική τους. Κλίμα τους είναι η υγρασία ενός λιμανιού και θέμα ο χωρισμός. Είναι τραγούδια κι’ έτσι μονάχα ολοκληρώνουν αυτό που θέλησαν να πουν». Τα σχέδια του Μίνου Αργυράκη στολίζουν τους περίφημους στίχους του ποιητή και δημιουργούν εικόνες που συντελούν κατά πολύ στο τελικό αποτέλεσμα.
     Το “Monoprix” που αποτελεί το τρίτο μέρος της «Μυθολογίας» πιστεύω πως είναι το καλύτερο και πιο δυνατό κομμάτι της συλλογής. Παρατηρούμε μια πολύ μεγάλη εξέλιξη στη γραφή και στη φόρμα του ποιήματος σε σχέση με την «Υγρασία» και το «Κύκλος του CNS”. Εδώ πιά η μαγεία και ο μύθος φτάνουν στο ζενίθ. Υπάρχουν όλα τα στοιχεία εκείνα που μας μεταφέρουν σ’ ένα διαφορετικό κλίμα όπου επικρατεί το ωραίο, ο ερωτισμός, η νεανικότητα, η αίσθηση της τρυφερότητας, η ανάμνηση των προσώπων, ακόμη μια κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα χωρίς όμως να λείπει και πάλι η βαθειά πίκρα, η συνειδητοποίηση της απουσίας, η αφή. Όλα τα ποιήματα του “Monoprix” αναφέρονται σε πρόσωπα συγκεκριμένα. Όπως είναι π.χ. ο «Σπουδαστής φιλόσοφος», ή «ο χορευτής του Σαίντ Ιλαίρ» και «ο κιθαριστής των Φλαμέγκος» που παίζουν ένα ξεχωριστό ρόλο στην όλη δομή του “Monopeix”. Προωθούν την υπόθεση του μύθου που συνταιριάζεται με τη γοητεία . Προσωπικά πιστεύω πως ποιήματα όπως «Ο νέος από την απέναντι μεριά», “Moralite Zero”, «Ο Φίλος μου από το Δουβλίνο», «Η Θερμότης ενός Αλγερινού», «Χανς Γκρουντέριαν» και «Μελαγχολία Ωδείου» είναι ποιήματα που δεν γράφονται κάθε μέρα και αποτελούν επιτεύγματα. Σ’ αυτά τα ποιήματα ο ποιητής Χατζιδάκις φανερώνει την ευαισθησία του και την τεχνική του στο στίχο, ακόμη πώς ξέρει καλά να χειρίζεται τη γλώσσα, τις λέξεις-μέσα από την αφαίρεση-και να κρατά μια θεματολογική σταθερότητα. Φυσικά μέσα από τα ποιήματα του “Monoprix” φανερώνει και το πόσο Μεγάλος Ερωτικός είναι. Ο ερωτισμός υπάρχει διάχυτος έτσι όπως ξεπηδά μέσα από διάφορες στιγμές και καταστάσεις κι είναι αυτός πιστεύω που δημιουργεί μια μέθη και μαγεία.
     Με τις: «τρείς προσωπογραφίες» που είναι ποιήματα άρτια κατορθώνει  να δώσει την εικόνα των: Οδυσσέα Ελύτη, Γιώργου Σεφέρη και Νίκου Γκάτσου.
     Οι «τρείς μπαλλάντες» ποιήματα λυρικά, διατηρούν μια φρεσκάδα και μιάν αγνότητα, μιλούν απλά και περιέχουν μιάν αινιγματική διάθεση και μιάν έντονη πλοκή στο στίχο:
Εκεί κάτω στο ποτάμι
ζεί μια δύστυχη τρελλή
π’ αγαπούσε ένα πουλί
Το παιδί πού δεν ακούει
της σκοτώνει το πουλί
κι από τότες δεν γνωρίζει
πώς την βλέπει το ποτάμι
σαν γυναίκα ή σαν πουλί.
(ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ)
Τα: «Γυμνάσματα» είναι αληθινά γυμνάσματα. Ποιήματα-παιχνίδια του Χατζιδάκι. Παιχνίδια με τις λέξεις, με τη φόρμα, με το περιεχόμενο ακόμα. Χαρακτηριστικό τους η ευφυϊα:
Πωλούνται αστέρες λαμπεροί
διά την στιγμήν γεννήσεως
θείου βρέφους
(ΚΑΙ ΜΙΑ ΔΙΑΦΗΜΗΣΗ).
     Η «Μυθολογία» κλείνει με το ποίημα: «Μελισσάνθη». Αρχίζει με το εισαγωγικό σχόλιο του Μάνου Χατζιδάκι: «Μέσα στην αναρχία των πρώτων ημερών με την απελευθέρωση του ’45 όλοι γυρέψαμε να βρούμε τη Μελισσάνθη». Με τον τρόπο αυτό μας τοποθετεί αμέσως ιστορικά. Μας μεταφέρει τριάντα πέντε χρόνια πίσω και μ’ ένα ποίημα ιδιαίτερων αξιώσεων προσπαθεί να μας δώσει την ατμόσφαιρα της εποχής έτσι όπως την έζησε ο ίδιος. Λιτό ποίημα η Μελισσάνθη, αλλά πολυσύνθετο, μ΄ έναν εσωτερικό ρυθμό και συγκινησιακά στοιχεία, καταφέρνει μέσα σε λίγους στίχους να μιλήσει για τόσα πολλά πράγματα και να μας δώσει την εικόνα των πρώτων ημερών της απελευθέρωσης, έτσι όπως δεν θα μπορούσαν να μας την παρουσιάσουν πολλές σελίδες ιστορικής μελέτης. Δε λείπει φυσικά ο λυρισμός, που στην περίπτωση του Χατζιδάκι είναι πολυδιάστατος. Στο τέλος του ποιήματος ένα δισέλιδο σχέδιο του Μάνου Χατζιδάκι μας δίνει θεατρικά την ιδέα της «Μελισσάνθης» με την πειραματικότητα ενός σχεδιάσματος.
     Τα σχέδια των: Μίνου Αργυράκη, Γιάννη Μόραλη και Γιώργου Σταθόπουλου που κοσμούν τη «Μυθολογία» συμπληρώνουν την ποίηση. Όπως ακόμα και οι αυτόγραφες σημειώσεις του Μάνου Χατζιδάκι σε ορισμένα ποιήματα.
     Δεν μπορεί φυσικά κανείς να μην αναφερθεί και στο περίφημο βιογραφικό σημείωμα του ποιητή έτσι όπως δίνεται από τον ίδιο μια και περιέχει τόση ποίηση. Κι αυτό μαζί, σημείωμα αποκαλυπτικό κι αληθινό, μαζί με τα ποιήματα της «Μυθολογίας» συμπληρώνει την ευαισθησία του Δικού μας Μάνου Χατζιδάκι.
Θάνος Σταθόπουλος, περιοδικό Τομές τχ. 67/12, 1980,
Σημείωση: η κριτική του κυρίου Θάνου Σταθόπουλου, αφορά την δεύτερη έκδοση της «ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ» που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ύψιλον το 1980. Η πρώτη, δυσεύρετη πλέον έκδοση, πραγματοποιήθηκε δεκατέσσερα χρόνια νωρίτερα, 1966, από τον εκδοτικό οίκο Κεραμεικός, που ανήκε στις καταπληκτικές εκδόσεις Γαλαξίας, της εφημερίδας «Η Καθημερινή» της δημοσιογράφου Ελένης Βλάχου. «Με δύο σχέδια του εικαστικού Γιάννη Μόραλη, σελίδες 34 και 39 και αυτόγραφες σημειώσεις του Μ. Χ.» όπως αναγράφεται στην φωτοτυπία του εξωφύλλου που βρίσκεται στην σελίδα 6 της δεύτερης έκδοσης. Η Επιμέλεια της β΄ έκδοσης και η Μακέτα είναι του ποιητή και εκδότη Δημήτρη Καλοκύρη. Η συλλογή έχει 96 σελίδες, διαστάσεις 11Χ18 και όταν εκδόθηκε κόστιζε 100 δραχμές. Δύο χρόνια αργότερα, το 1982, εκδίδεται η ποιητική συλλογή «ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ» (1968-1982) από τις εκδόσεις Άγρα του Σταύρου Πετσόπουλου, με δύο σχέδια του Γιώργου Σταθόπουλου. Οι διαστάσεις είναι 11,5Χ17,5 έχει 88 σελίδες και κόστιζε 180 δραχμές. (οι τιμές που αναφέρω, είναι αυτές που εγώ τότε, αγόρασα τις συλλογές από τα βιβλιοπωλεία) Έχουν ήδη εκδοθεί, το 1980 τα περίφημα «ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ», του ποιητή και συνθέτη Μάνου Χατζιδάκι, από τις εκδόσεις Εξάντας της Μάγδας Κοτζιά, το βιβλίο έχει 216 σελίδες, οι διαστάσεις του είναι 14Χ 21 και κόστιζε 300 δραχμές. Ακολουθεί το βιβλίο «Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ» από τις καλαίσθητες εκδόσεις Ίκαρος, των αδερφών Καρύδη το 1988 που περιέχει κείμενα του Μάνου Χατζιδάκι για πολιτικά και μη πρόσωπα, κρίσεις για γεγονότα της εποχής του, καλλιτεχνικά συμβάντα και θέματα κοινωνικού και πνευματικού προβληματισμού, απόψεις και θέσεις του, που μας εικονογραφούν το πολύχρωμο πορτρέτο του. Το βιβλίο έχει 272 σελίδες, διαστάσεις 13,5Χ21, και κόστιζε 1800 παλαιές δραχμές. Τέλος, το 2007, δεκατρία χρόνια μετά το ουράνιο ταξίδι του στον Σείριο, εκδίδονται σε έναν όμορφο τόμο, από τις εκδόσεις Άγρα, συγκεντρωμένες και οι δύο ποιητικές του συλλογές «ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ» σελίδες 170, διαστάσεις 13Χ21. Με τον τόμο αυτόν, έχουμε θα μπορούσαμε να γράφαμε, μια κάπως πλήρη εικόνα των γραπτών κείμενων και θέσεων του Μάνου Χατζιδάκι που τυπώθηκαν και εκδόθηκαν αυτόνομα σε βιβλία. Γράφω μια κάπως πλήρη εικόνα, γιατί, δεν έχουμε συγκεντρωμένες τις συνεντεύξεις που κατά την διάρκεια της ζωής του έδωσε σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά. Δεν έχουμε-τυπωμένους σε βιβλίο-τους εκατοντάδες σχολιασμούς του που βρίσκονται διάσπαρτοι σε ημερήσια ή εβδομαδιαία έντυπα, τις θεωρητικές του απόψεις πάνω σε μουσικά θέματα, κλπ. Ένας πολύπλευρος κόσμος σκέψεων, κρίσεων, ιδεών, οραμάτων, στοχασμών, θέσεων, μουσικών ονείρων του Λαχειοπώλη του Ουράνιου Στερεώματος, που ακόμα, δεν έχουν ταξινομηθεί και παραδοθεί στους έλληνες, και που σίγουρα, αποτελούν μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς αυτής της χώρας.  
      Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι ο Έλληνας καλλιτέχνης, που δεν φοβήθηκε ποτέ να εκφράσει δημοσίως την γνώμη του, δεν δίστασε να εκφέρει τις απόψεις και τις κρίσεις του, ακόμα και σε θέματα που αφορούσαν τον «συγγενικό» πολιτικό του χώρο, που δήλωνε ο ίδιος ότι ανήκε. Σε θέματα που αλλοίωναν την σύγχρονη ελληνική αισθητική. Την μουσική και γλωσσική απαιδευσιά ημών των νεοελλήνων. Οι παρεμβάσεις του, αφορούσαν κυρίως θέματα κοινωνικού και πολιτικού δημόσιου ενδιαφέροντος. Συμμετείχε σε πορείες, αναφέρονταν σε θέματα ερωτικού προσανατολισμού των ανθρώπων, υποστήριζε ανοιχτά την ερωτική αυτοδιάθεση των ανθρώπων, υπέγραφε διαμαρτυρίες για την αποφυλάκιση νεαρών αναρχικών. Καυτηρίαζε με τον ευθύ του λόγο, πρόσωπα και καταστάσεις, πρακτικές και παραλήψεις προσώπων, όσο υψηλά πολιτικά και κοινωνικά και αν βρίσκονταν. Να θυμηθούμε την προσωνυμία «Δρακουμέλ» σε γνωστό πολιτικό; Να θυμηθούμε ότι θεωρούσε τα «παιδιά της ΝΔ», ως παιδιά των αναψυκτηρίων και δεν ήθελε να δώσει συναυλίες στον πολιτικό τους χώρο; Να θυμηθούμε ότι εκπαραθυρώθηκε από το Τρίτο Πρόγραμμα που ο ίδιος δημιούργησε από πολιτικά άτομα της γαλάζιας παράταξης; Να θυμηθούμε τον πόλεμο εναντίον του «αυριανισμού»; Να θυμηθούμε την ησυχία που ζητούσε από τις συναυλίες του στην Ρωμαϊκή Αγορά; Και τόσα άλλα. Ο Έλληνας Μάνος Χατζιδάκις, αυτός ο ενεργός και δραστήριος πάντα πολίτης του κόσμου, είχε ορθό πολιτικό κριτήριο, σοφό ένστικτο, ανοιχτό μυαλό, λαμπερή σκέψη, εκφραστική σαφήνεια, ακόμα και όταν με το λεπτό του χιούμορ, σάρκαζε και ειρωνεύονταν, λοιδορούσε και σκιαγραφούσε με σκοτεινά χρώματα πρόσωπα γνωστά και καταξιωμένα. Όμως, δίχως ποτέ να τα χτυπά κάτω από τη μέση. Μάχονταν όρθιος, σαν ίσος προς ίσος, σαν ισότιμος προς ισότιμο, και ήθελε και οι άλλοι, να πράττουν το ίδιο.
Διαβάζοντας τα δημοσιευμένα του κείμενα, τα σχόλια και τις κρίσεις, ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αναφορές του σε λογοτέχνες, ποιητές, ζωγράφους, ανθρώπους του θεάτρου και του κινηματογράφου, του χορού, μουσικές και καλλιτεχνικές προσωπικότητες, καθώς και σε έργα τους που είχε μελετήσει και σταθεί με προσοχή και σεβασμό, και που μέσα στα βιβλία του, ή στα λεγόμενά του, χρησιμοποιεί αποσπασματικά. Κάτι που μας δείχνει, την βαθειά και ουσιαστική παιδεία που διέθεται, και την ευρύτητα γνώσεων που κατείχε, πέρα από αυτήν της Μουσικής. Αξίζει μια ιδιαίτερη εργασία για όλα αυτά τα πρόσωπα, ελληνικά και διεθνή, που κατά καιρούς μνημονεύει ο Μάνος Χατζιδάκις στον προφορικό του λόγο και τα γραπτά του. Για τα έργα και τα ποιήματα των άλλων που δανείζεται και αναδεικνύει.
Ο Μίκης Θεοδωράκης, μας σημειώνει στις αναμνήσεις του για τον Μάνο, ότι στην εποχή του είχε την μεγαλύτερη μουσική δισκοθήκη, και γνώριζε και άκουγε όλες τις μουσικές συνθέσεις. Την πληροφορία αυτή, μου την είχε επιβεβαιώσει και ο Γιώργος Παπαστεφάνου, που και ο ίδιος διέθετε μια τεράστια μουσική βιβλιοθήκη από δίσκους βινυλίου.  
     Αχαρτογράφητος ακόμα ο Μελωδός των Ονείρων μας. Μας σκέπει από ψηλά, χαμογελώντας συγκαταβατικά με ένα τσιγάρο στο χέρι και με ένα μουσικό ειλητάριο στο άλλο.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 17 Ιουνίου 2017

Συνέχεια των μικρών κειμένων και αναφορών, στον ταξιδιώτη του ουρανού και των ευαισθησιών μας.              

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

ΜΑΝΟΣ  ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
      (Ξάνθη 23/10/1925-Αθήνα 15/6/1994)


Ο Μελωδιστής των ονείρων

    Τι μπορεί να σημαίνει για τον σημερινό Έλληνα, με τις ατέλειωτες υλοβιωτικές προοπτικές του και το επιδειξιακό στοιχείο αγραμματοσύνης του η απώλεια του Μάνου Χατζιδάκι; Είναι ένα ερώτημα που ίσως θα έπρεπε να μας απασχολεί σοβαρά, από τότε που ο κεκλιμένος της χαράς, ο ταξιάρχης του έρωτα, ο μελωδός των ονείρων μας, μας εγκατέλειψε για την ουράνιο μουσικόπολή του.
     Το ίδιο ερώτημα τίθεται και για τους άλλους Διόσκουρους της Ελληνικής ιδιοπροσωπίας και παράδοσης που έφυγαν από κοντά μας.
Τον ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, τον ζωγράφο και στοχαστή Πειραιώτη Γιάννη Τσαρούχη, τον θεατρικό δάσκαλο και σκηνοθέτη Κάρολο Κουν, τον ζωγράφο Νίκο Χατζηκυριάκο Γκίκα, τον ποιητή της «Αμοργού» Νίκο Γκάτσο, την χορογράφο Δώρα Στράτου, την μουσικολόγο και συλλέκτρια δημοτικών τραγουδιών Δόμνα Σαμίου, την χορογράφο Ραλού Μάνου τον ποιητή αρχιτέκτονα Πειραιώτη Δημήτρη Πικιώνη και άλλους αξιοσημείωτους Έλληνες.
   Ποια επιρροή μπορούν να έχουν στους σημερινούς νεοέλληνες λάτρεις της κακόηχης μουσικής, της σκυλάδικης μουσικής ατμόσφαιρας και των άρρυθμων και χωρίς ταυτότητα ήχων, οι εκλεπτυσμένες μελωδίες του Μάνου, τα μουσικά του ιντερλούδια, οι φεγγαρίσιες ανταύγειες των ηχητικών του συνόλων, η εκτυφλωτική διαφάνεια των ονειρικών του περιπλανήσεων, οι καντιλένιες φωνητικές του γραφές, αυτού του λαχειοπώλη του ουρανού.
      Το πνευματώδες ύφος του, η σοβαρότητα της σκέψης του, το ρωμαλέο και αντρικό του ήθος, ο αιθέριος λυρισμός των συνθέσεων του, οι περίτεχνες πενιές του, οι σοβαρές και καίριες παρεμβάσεις του, ανήκουν στην χαμένη μας αθωότητα, στην Ελλάδα της βουκαμβίλιας, του δυόσμου και του πεύκου, και της μαγείας του λευκού, της ασπρισμένης αυλής και της πήλινης κανάτας με το κουκουνάρι και το μαντήλι; Ή μπορούν ακόμα να μπολιάσουν την εποχή μας και τον εναπομείναντα αυθαίρετο και καταπατημένο από τους νεογραικίλους δημόσιο χώρο;
        Το έργο του που προσδιορίζεται ανάμεσα στα άλλα από τον πολιτισμό του γιασεμιού, και του λιβανιού, της κλαρωτής φούστας και του μωσαϊκού, του σήμαντρου και των φιλόξενων ψαλμωδιών, μπορεί να γονιμοποιήσει την ευαισθησία των κατοίκων των άξενων και άφιλων μεγαλουπόλεων;
   Είναι ο πρώτος που μας δίδαξε αληθινή αισθητική ακρόαση και ουσιαστική λαϊκή αλλά αριστοκρατική ταυτοχρόνως μελωδία. Είναι ο πρώτος που σε δύσκολους πολιτικά και ιστορικά καιρούς, αυτός ένα επαρχιωτόπουλο από την Ξάνθη-σε αυτά τα πέτρινα της Ελληνικής ιστορίας και αβάσταχτα κοινωνικά χρόνια, διέρρηξε τους δεσμούς του με την έως τότε ακαδημαϊκή αντίληψη, που είχε τοποθετήσει την μουσική παράδοση μέσα σε μουσειακά άψυχα πλαίσια και με το απαράμιλλο ήθος του και την ακαταμάχητη εργατικότητά του και εσωτερική του καλλιέργεια και το πρωτοποριακό έργο του, διακήρυξε την ανάγκη δημιουργίας γνήσιας «νεοελληνικής» μουσικής στηριγμένη στο μελωδικό σχήμα των λαϊκών μας μοτίβων.
 Ένα έργο απλό στην έκφραση, ερωτικό στην διάθεση, μυσταγωγικό στην ατμόσφαιρα του, φωτοφόρο στο σύνολό του. Συμμετρικό και με αρμονική αρχιτεκτονική, διακριτικά μελαγχολικό αλλά και παράδοξα ηρωικό, πνευματώδες αλλά και σχολιαστικό. Ένα έργο με αδρές και λεπτές νότες που ακολουθούν η μία την άλλη αρμονικά συντεταγμένες, οι οποίες ορθώνονται σε εντυπωσιακά ύψη ευαισθησίας και ρομαντικής διάθεσης και κατόπιν μετά από δημιουργικές παύσεις ανάπαυσης των σε ένταση αισθήσεών μας, ξαναβυθίζονται στην μελαγχολική διάθεση, διευρύνονται, αλλά και συγκλίνουν ξανά και ξανά, ξαφνιάζοντας μας αποκαλυπτικά και διαρκώς σε μια αισθητική εναλλαγή ηρεμίας και έντασης, ηχητικής γοητείας και ρυθμοποιητικών ιδεών.
    Πάνω από πενήντα χρόνια, από το μουσικό του μετερίζι με πνευματική θέρμη και ακτινοβόλο εσωτερικό πάθος και ψυχική δύναμη, γεώργησε το Ελληνικό μυριόπνοο μουσικό περιβόλι με το αλάνθαστό του ένστικτο, την προστατευτική του ευαισθησία και τις λαϊκότροπες μελωδικές συνθέσεις του. Όλο του το έργο δεν θα ήταν ελπίζω παράδοξο αν γράφαμε ότι ήταν μια συνεχής μουσική αγωνία εντάσεων και λύσεών τους των θεμάτων που τον απασχολούσαν. Χωρίς να αποφεύγει να ασχολείται και με χαροποιά θέματα και μοτίβα με τα οποία έγινε ευρύτατα γνωστό στο ελληνικό κοινό. Πρόσφερε και προσέλαβε με ευγενική και αυστηρή διάκριση κάθε ήχο της ελληνικής παράδοσης. Πρόσφερε το θεϊκό του χάρισμα και προσέλαβε τους παραδοσιακούς ρυθμούς του τόπου του με σεβασμό και μέτρο για να αληθοποιήσει και αφθαρτοποιήσει το μουσικό του πρόσλημμα.
     Δεν ακολούθησε ποτέ του, ακόμα και όταν έγραφε αυτές τις εξαίσιες μουσικές μελωδίες και τραγούδια για τις ελληνικές ταινίες μεγάλης λαϊκής κυκλοφορίας και ακρόασης, τις εμπορικές απαιτήσεις του κοινού γούστου, της χρήσης χωρίς ανταπόδοσης και φτηνής ακουστικής διασκέδασης του φολκλόρ. Δεν πεθύμησε, μάλλον πολλές φορές αρνήθηκε-όπως στην περίπτωση «Των παιδιών του Πειραιά», να θέσει τα θεμέλια για μια μουσική επιχείρηση με εξαγωγικούς και μόνο εμπορικούς σκοπούς. Δεν θέλησε να γίνει της μόδας, ούτε να γεμίζει η μουσική του τα γήπεδα και τα στάδια. Δεν επένδυσε ποτέ μουσικά κάτι επί ματαίω. Οι μουσικές του χειρονομίες ακόμα και σήμερα είναι σαφείς, ευδιάκριτες και την δική τους σφραγίδα, όπως και τα κατά καιρούς κείμενά του, οι δημόσιες παρεμβάσεις του και οι στίχοι που ο ίδιος έγραψε ή μελοποίησε.
      Και αν ο Μίκης Θεοδωράκης επεδίωξε με τον δικό του μουσικό τρόπο και αγωνιστικό φρόνημα να αφηγηθεί τις «ιστορίες του καιρού και του τόπου του» που είναι συνισταμένη όλων των ιστοριών της πατρίδας μας, και εκφράζει το Επικό θα λέγαμε στοιχείο της μουσικής μας παράδοσης, με το δωρικό του ύφος, την ρωμαλεότητα των συνθέσεών του και τους ηρωικούς ορχηστικούς νεωτερισμούς του, ή και μέσα από την ιδεολογικά διαποτισμένη μουσική του ηχώ, χρησιμοποιώντας δυναμικά και αρμονικά τα πιο ευχάριστα λαϊκά στοιχεία της λαϊκής μας παράδοσης και τραγουδιστικής αγωνιστικής έκφρασης, ο Μάνος Χατζιδάκις, αυτός ο εν δυνάμει μεγάλος Ερωτογράφος, ακόμα και με την σιωπηλή του ευγλωττία αντανακλά τον λυρισμό, την τρυφεράδα, την ευαισθησία και τα ονειρικά παθητικά στοιχεία της παράδοσης αυτής.
   Ο Μίκης αντιπροσωπεύει τους αγώνες, τις αμέτρητες θυσίες, και τις κακουχίες του λαού μας και της εποχής του, ο Μάνος τις απεριόριστες αποχρώσεις των συναισθημάτων του.
Ο Μίκης τραγουδά την αγωνία, τα καθημερινά βάσανα και τα πάθη του λαού του, ο Μάνος υμνωδεί την εφηβική του τρυφερότητα, το φτερούγισμα των πρώτων του ερωτικών σκιρτημάτων αλλά και την διαισθητική του αναρχικότητα.
Ο Μίκης αισθητοποιεί μουσικά την κοινή μοίρα και τις πολιτικές και ιδεολογικές διώξεις του βασανισμένου λαού, ο Μάνος συνοψίζει τις εσωτερικές αντιφάσεις της ύπαρξής του, την τρέλα των ονείρων του με ρομαντική ορμή και άσβεστη φλόγα σιγαλών, επιθετικών τόνων.
Και οι δύο μας άφησαν θεσπέσιες μουσικές συνθέσεις, μουσικά πορτρέτα απερίγραπτης φωνητικής και ακουστικής ψυχογραφίας και συναισθηματικού πλούτου.
     Σύγχρονοι Προμηθείς και οι δύο, χειραφέτησαν την εποχή τους και τους ανθρώπους και προσέφεραν ένα νέο Όραμα στην ελληνική μουσική επικράτεια. Εμπλούτισαν με νέες δυνατότητες όχι μόνο την μουσική μας παράδοση, αλλά ολόκληρο το φάσμα των διαβαθμίσεών της. Έχοντας σωστά και ουσιαστικά κατανοήσει την διαχρονική υφή των συμβόλων της και των ανεξάντλητων κωδίκων της, όσο και την ετερότητα της Ελληνικής ιδιοσυγκρασίας. Ζυμωμένοι από την ευωδία της παράδοσης της παράδοσης που αναδύονταν από τα μουσικά ακούσματα της εποχής τους και τα λαϊκά δημιουργικά ακούσματα των μουσικών συνθετών και φωνών, σαν ψηφοθετήματα στιχηρά, υποταγμένα πάνω στην τονική τους ακαμψία, μιας πεπαλαιωμένης και μη μιλημένης πια μελωδίας, μπόλιασαν την μουσική ρυθμοποιία και στοχασμό με την προσωπική τους αλήθεια και το μουσικό τους στίγμα ευαισθησίας, την ατομική τους υφολογική απλότητα και πνοή. Μια πνοή που σε κρατά οικειοθελώς στην μαγευτική και σαγηνευτική ατμόσφαιρα των αρίφνητων ρυθμών και των Ονείρων.
     Η μουσική υφή του Μάνου Χατζιδάκι, είναι ένα διαρκές σύμβολο ποικίλων συναισθημάτων. Οι μοναχικές «αντιστικτικές» φωνές του καθορίζονται όχι μόνο από την ερωτική διάθεση του μουσουργού, αλλά και την προαίρεση του ή της αοιδού. Φωνητική μελωδία και μουσικός ρυθμός αποτελούν μια ενότητα που αν και ανήκουν σε έναν εννοιολογικό φορέα ιδίου είδους, λειτουργούν και ως αυτόνομες αισθητικές-καλλιτεχνικές προτάσεις και σημεία μουσικής αναφοράς.
     Συναισθηματική τίγρης ο Μάνος Χατζιδάκις μέσα από μια περίτεχνη συνδυαστική εύηχων ρυθμών, συναισθηματικά φορτισμένων λέξεων, νοσταλγικών εξατομικευμένων αισθημάτων, αλλά και μουσικά μορφοποιημένων σιωπών, αποφεύγοντας πάντα τους όποιους μουσικούς εκκεντρισμούς ή πυραμοειδής βερμπαλιστικές ακολασίες φτηνής ακρόασης ακόμα και στην ποίησή του (βλέπε Μέγα Ανατολικό του σημαντικού ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκου), οικοδόμησε μια μουσική σύνθεση που το ένα της σκέλος συνοδεύει την σκηνική παρουσία και το άλλο της ανοίγει συνομιλία με τους αγγέλους της ευαισθησίας μας και της αισθητικής μας.
Η τεχνική της μουσικής του φόρμας ακόμα και στα πιο απλά και σύντομα διατονικά γένη της μουσικής του δημιουργίας, παραμένει προφητική. Η μουσική του πρόταση πάντα εκθέτει κάτι το ουσιαστικό χωρίς να αναρωτιέται ή να αμφιβάλλει για την αλήθεια και την ποιότητα του ύφους της.
   Μια δύσκολη, αυστηρή αλλά νήφουσα καρδιά ο Χατζιδάκις και μια παρεξηγημένη από πολλούς συνθετική αυτοσχεδιαστική απλότητα, δημιουργεί και συνθέτει μια μουσική επένδυση που λειτουργεί αυτόνομα και ανεξάρτητα από το κείμενο. Η μουσική υπομνηματίζει το μελοποιημένο ποίημα ή στίχο ή κείμενο αρχαίο και προάγει με το ρυθμό της και την αρμονική της διάταξη το συναίσθημά του. Το κείμενο επίσης, ενώ λειτουργεί και ανεξάρτητο μέσα από τους δικούς του συναισθηματικούς κυματισμού και νοηματικές διακυμάνσεις ταυτόχρονα αποζητά το μουσικό μανδύα, για να αναδυθεί με όλη του την μεγαλοπρέπεια και λαμπρότητα από τη ν θελκτική φόρμα του δημιουργού του. Από την συναισθηματική πυρά της μόνωσης του. Η μουσική κρατά αναλλοίωτα τα χαρακτηριστικά της ποιητικής σύνθεσης καθώς ο ψελλισμός των λέξεων αφυπνίζει την ανθρώπινη μνήμη.
 Έτσι, η μουσική συνοδοιπορία παύει να είναι μια ιδιαιτεροποιημένη νοηματική υπόκρουση της ποιητικής λειτουργίας, μια συμβατική κωδικοποιημένη αντιπρόταση και μεταστοιχειώνεται σε τονική και ρυθμική τεκμηρίωση του ποιητικού νοήματος, σε μια αυτοτελή ηχητική πρόταση που δεν ξεπερνά τα όρια της ποιητικής δημιουργίας. Η ενσωμάτωση αλλά όχι αφομοίωση του μελοποιημένου κειμένου στην μουσική εκφραστική τονίζει την νοηματική του εκφορά και ενεργοποιεί τα ενδόμυχα βιώματα των ακροατών. Ποίηση και Μουσική δρουν σε μια διαλεκτική σχέση ή συναινετικά, μεταβάλλοντας το παιχνίδι αυτό της μουσικής ανάγνωσης σε μαγεία και ρυθμική έκσταση.
     Ο Μάνος Χατζιδάκις, αυτός ο αυτοδίδακτος μουσικός συνθέτης διακατέχονταν αφάνταστα από το «άγιο πάθος της αγίας νεότητας». Δεν υπήρξε ποτέ του ένας «εξημερωμένος» καλλιτέχνης. Ένα «κατοικίδιο ζώο» της μουσικής Τέχνης ή της ιδεολογίας του, που ονειροπολεί γύρω από τις διάφορες ανέσεις και τη πομπώδη χλιδή των αστών της εποχής του ή του πολιτικού χώρου στον οποίον ανήκε. Προτιμούσε μάλλον το ξάφνιασμα και την συγκίνηση ενός απλού αθόρυβου ακροατή, που ίσως και να μην κατανόησε τόσο τις ορχηστρικές του συνθέσεις, αλλά ένιωσε το μουσικό ρίγος να τον διαπερνά και να τον καθηλώνει, παρά τους κούφιους επαίνους που στερούνται σημασίας τόσο για αυτούς που τους εκφέρουν όσο και για αυτούς στους οποίους απευθύνονται.
Δύσκολα ακούς έργα του, μελετάς κείμενά του, τραγουδάς τραγούδια του, ή παρακολουθείς τον λόγο του και δεν διακατέχεσαι από ιερό δέος. Το δέος εκείνο που νιώθουν οι συνειδητοί μαθητές μπροστά στον σοφό δάσκαλο. Τον δάσκαλο καλλιτέχνη με την θεολογική έννοια του όρου, του δημιουργού Θεού-Ποιητή. Που ποιεί τα πράγματα από την αρχή και τα κατονομάζει με την Σιβυλλική φωνή του.
    Παρότι έλεγε ο ίδιος, ότι ανήκε στην λεγομένη συντηρητική παράταξη, και ήταν θαυμαστής και λάτρης του Κωνσταντίνου Καραμανλή του επονομαζόμενου και Εθνάρχη, ήταν ένας πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος. Ανεπηρέαστος από τις κομματικές αψιμαχίες εποχής του, δεν δίστασε να σταθεί πάντα στο πλευρό ανθρώπων που πίστευε ότι η όποια εξουσία και πολιτική-κυβερνητική αρχή με όποιο πρόσωπο και αν αυτή εμφανίζονταν τους είχε αδικήσει ή τους φερόταν ρατσιστικά. Ήταν μια πολύπλευρη προσωπικότητα που η σοφή, και μετρημένη συμμετοχή του στα κοινά, συναγωνίζονταν αυτή του συνθέτη, ποιητή, εκδότη, διευθυντή ορχήστρας.
     Ο Μάνος Χατζιδάκις με τον τεράστιο αυτοσεβασμό που διέθετε, ήταν ξαναγράφω, ένας πραγματικά ελεύθερος και ενάρετος καλλιτέχνης. Σεβόταν την ζωή όπως και την μουσική γενικότερα. Μια, και Ελευθερία εστί το της αρετής όνομα όπως σημειώνει κάποιος άλλος ποιητής. Η μουσική του γενναιοδωρία ήταν απαράμιλλη. Η ευγένειά του παροιμιώδης συναγωνίζονταν την βαθιά αίσθηση του χιούμορ του. Ακόμα και οι λίβελοι του εναντίον των κακώς κειμένων της δημόσια ζωής ήταν εύστοχοι, καίριοι και ουσιαστικά απαραίτητοι. Είτε αυτοί γινόντουσαν από τα σχόλιά του στο Τρίτο Πρόγραμμα που εκείνος δημιούργησε και οργάνωσε, είτε γίνονταν μέσα από τις στήλες του περιοδικού Το Τέταρτο, που επίσης εξέδωσε-για λίγα δυστυχώς τεύχη-είτε από τα άλλα έντυπα και δημόσιο λόγο του.
      Να γιατί επανερχόμενοι στο αρχικό ερώτημα θεωρούμε ότι αποχωρώντας ο τερψίβροτος συνθέτης και ποιητής για την άνω Λιλιπούπολή του, να συναντήσει τους αγαπημένους του φίλους-συνεργάτες, και θαυμαστές του έργου του αφήνει τον γενέθλιο τόπο του-μας, φτωχότερο.
      Μελετώντας την ιστορική διαδρομή της Ελληνικής παράδοσης, ανακαλύπτεις ότι αυτό που σήμερα ονομάζουμε Ελλάδα, με κάποια ίσως απαξίωση, δεν ήταν τίποτε άλλο από αυτό το έμψυχο δυναμικό που προαναφέραμε στην αρχή του κειμένου, που τροφοδότησε τον άξενο και έρημο γεωγραφικό της χώρο με την υγρασία της προσωπικής τους ευαισθησίας και καλλιέργειας.
Άγιοι, ταπεινές αλλά φωτισμένες υπάρξεις, Ήρωες, που με αυτοθυσία και την ατομική τους προσφορά, Ποιητές που προσπάθησαν να διασώσουν την λαϊκή και την λόγια παράδοση αυτού του τόπου, απλοί καθημερινοί άνθρωποι με τα εχέγγυα της γνησιότητας στο παρουσιαστικό τους, και την πολυπρισματική ευαισθησία τους, ευεργέτες με την σφραγίδα της αρχοντιάς στο μέτωπό τους, ήσαν αυτοί που στήριξαν την Ελληνική ιστορική συνέχεια και διαμόρφωσαν την αυτοσυνειδησία του Έλληνα και διέπλασαν το χαρακτηριστικό Ελληνικό του και οικουμενικό ταυτόχρονα ήθος του, ότι γενικότερα ονομάζουμε Νεοελληνικό πολιτισμό, και κατ’ επέκταση πατρίδα.
Αναχωρώντας τα πρόσωπα αυτά από τον μάταιο τούτο κόσμο, και αποκαθηλώνοντας τα από το μνημονικό μας εικονοστάσι, παύει μάλλον να υφίστανται και η έννοια της πατρίδας. Ανεξάρτητα αν κάθε εποχή οφείλει να κυοφορήσει τους δικούς της πνευματικούς στυλοβάτες, τους δικούς της καλλιτέχνες στυλίτες φαροφύλακες της παράδοσης. Επανερχόμενος, ο γενέθλιος τόπος ερημώνει και μετατρέπει τους νέους κατοίκους σε μετοίκους. Γλώσσα και μνήμη, ήθος και καλλιέργεια, πολιτική συνείδηση και κοινωνική ευαισθησία στην πράξη, δηλαδή παράδοση, είναι αυτό που ονομάζουμε πατρίδα, αυτό και τίποτα άλλο.
Αφού, πέρα από τον πολιτισμό που εκφράζεται με τις παγίδες και τα παιχνίδια της γλώσσας, δεν υπάρχει παρά μόνο η μοριακή βιολογία.
     Άραγε, θα αναγνωρίσουμε κάποτε οι εναπομείναντες, όχι μόνο τι οφείλουμε σε αυτούς τους σοφούς δασκάλους μας, σε αυτούς που δημιούργησαν και διατήρησαν τους νεότερους Ελληνικούς μύθους, αλλά και το τι χάσαμε με την απώλειά τους; Ή θα αφεθούμε στην λήθη και την πλησμονή χωρίς να έχουμε κατορθώσει να οικοδομήσουμε τους απαραίτητους εκείνους μύθους της γενιάς μας, της στυλοβάτες της πατρίδας;

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
 Πρώτη δημοσίευση, Πειραιάς, περιοδικό «λιμάνι» τεύχος 55/Ιούνιος 1996, σελίδες 56-57.
Το κείμενο δημοσιεύτηκε και στο περιοδικό του Πειραιώτη ποιητή Γιώργου Χρονά, «Οδός πανός» τεύχος 115/1,3,1994
Πειραιάς, Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Και στην μνήμη του, το:
«Δεν ξέρετε τ’ είναι σκιά και σκοτάδι
μετ’ από τον ήλιο, μετ’ από το χάδι
δεν ξέρετε αλήθεια πόσο είναι φτωχοί
αυτοί που τα φώτα τους δίνουν ψυχή»
από «Τα τραγούδια μου» 
του στιχουργού Λευτέρη Παπαδόπουλου, εκδόσεις Κάκτος 2002, σελίδα 560.