Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Ι. Χαντζάρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Ι. Χαντζάρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

ΤΟ ΠΑΣΑΛΙΜΑΝΙ

     ΤΟ  ΠΑΣΑΛΙΜΑΝΙ

          Διαβάζοντας τη «Φυσιολατρική Σκέψη», τη μηνιαία έκδοση του «Φυσιολατρικού Ομίλου Πειραιώς» επέρασα ευχάριστην ώρα μέσα σ’ ένα καφενείο, που προσφέρει κρύο νερό όχι πολύ συχνά.

          Ευρήκα στις σελίδες του ζωτικότητα, δροσιά, ευωδίες, πνοές του βουνού και του λόγγου, παρατήρηση πολλή από τη φύση, τη ζωή και την κοινωνία.

          Ιδιαίτερα το ενδιαφέρον μου προσελκύστηκε από ένα άρθρο του συμπολίτη δικηγόρου κ. Ζ. Αντωνιάδη με τον τίτλο «Το Πασαλιμάνι».

          Στο άρθρο το ονομάζει «απροστάτευτο» και αναφέρει τη γνώμη άλλου, που φρονεί πώς το Πασαλιμάνι πρέπει να μεταβληθή σε άλσος!

          Τελευταία μας εξέπληξαν οι ιδέες φαεινές, όσον αφορά τα λιμάνια μας, τους λόφους μας.

          Δε μπορούμε ν’ ανακεφαλαιώσουμε πράματα, που αποδείχνουν, πώς οι σπορείς των ιδεών αυτών δεν εγεννήθηκαν στον Πειραιά και δεν εγνώρισαν τον τόπο ή, τουλάχιστο, δεν έζησαν αρκετόν καιρό εδώ και δεν επόνεσαν τον Πειραιά.

          «Ήρθαν κι’ άλλοι από την Κω και ζητάνε μερτικό», λέει η παροιμία.

          Μαζευτήκανε πολλοί από διάφορα σημεία της Ελλάδας και παρασταίνουν τον έξυπνο.

          Ένας ζητάει να γίνη Αττικάρχης, άλλος ζητάει να γίνει Δήμαρχος, τρίτος να γίνει «βασιλιάς του κουκουτσάλευρου». Κι’ όλοι αυτοί οι «αρριβίστ» αγράμματοι και αστοιχείωτοι.

          Ο μακαρίτης Διονυσιάδης του Πασαλιμανιού, θυμόσοφος γέροντας της παλιάς εποχής, μου έλεγε, πώς όταν επρωτογνώρισε το Πασαλιμάνι, ήτανε γιομάτο βούρλα γύρω στη σημερινή πλατεία του και πώς ο φτωχόκοσμος έπιανε αχταπόδια στα χαλίκια του.

          Ακόμα ο Πειραιάς διατηρούσε την πρωτόγονη εμφάνισή του.

          Σιγά- σιγά τα περιποιήθηκαν η Δημοτική αρχή κι’ ο Οργανισμός του Λιμένος και το Πασαλιμάνι σήμερα έγινε ένας τόπος περιπάτου αξιόλογος.

          Ο κ. Αντωνιάδης- το αντιλαμβάνομαι από το διάβασμα του άρθρου του- έχει μελετήσει με ζήλο τα Πειραιώτικα ζητήματα και γράφει με απόθεμα γνώσεων και διαπιστώσεων για τις ελλείψεις του Πασαλιμανιού.

          Ο Πειραιάς ήτανε ο πλουσιότερος Δήμος του Κράτους και σ’ αυτόν εστηριζότανε ο κρατικός προϋπολογισμός. Την θέση του την παλιά θα την πάρη πάλι με τη γενική ειρήνη.

          Οι ελλείψεις του Πασαλιμανιού, θα διορθωθούν όλες και καλλωπισμοί του πολλοί θα γίνουν.

          Όσον αφορά το «άλσος», ως απλός ρεπόρτερ είχα παρακολουθήσει όλες τις συνεδριάσεις που έγιναν στη Δημαρχία εδώ και πολλά χρόνια για την αναδάσωση της Φρεαττύδας.

          Προήδρευε σ’ αυτές η Βασίλισσα Σοφία, που κατέβαινε στον Πειραιά με την κυρία των τιμών Μπαλτατζή.

          Όσοι παρακολουθήσαμε τις συνεδριάσεις αυτές για την αναδάσωση της Φρεαττύδας εχαϊδέψαμε το πράσινο όνειρο των δεντροφυτεμένων βράχων της.

          Παρουσιάστηκαν γεγονότα, που δεν επέτρεψαν να γίνη πραγματικότητα το πράσινο όνειρο.

          Την τελευταία στιγμή μαθαίνω, πώς ο κ. Αντωνιάδης, που ενδιαφέρθηκε τόσο πολύ για το Πασαλιμάνι, είναι γηγενής Πειραιώτης κ’ είναι γιός του παλιού ειρηνοδίκη στον Πειραιά σεβαστού συμπολίτη κ. Αντωνιάδη.

          Μελετώντας το αρχείο της οικογένειας Μελετοπούλου, που είναι από τις ιδρυτικές οικογένειες του Πειραιώς, είχα βρη στους καταλόγους μαθητών της σχολής Μελετοπούλου, που είχεν ιδρύσει ο πρώτος Μελετόπουλος, ο Νικόλαος, για τα άπορα Πειραιωτόπουλα την εποχή του Όθωνα, στα Μανιάτικα και μαθητή επιμελή με το επίθετο Αντωνιάδης.

          Αν επρόκειτο περί του πατέρα του σημερινού συμπολίτη δικηγόρου κ. Αντωνιάδη, τότε οι δεσμοί του με τον Πειραιά είναι στενότεροι.

          ΝΙΚΟΣ Ι. ΧΑΝΤΖΑΡΑΣ

Εφημερίδα Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, Πέμπτη 31/5/1945.

          Αντί για σχολιασμό του δημοσιεύματος του Πειραιώτη ποιητή Νίκου Ι. Χαντζάρα, δημοσιεύω ένα ποίημα του Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, χαρακτηριστικό και αντιπροσωπευτικό των προθέσεων κάθε Πειραιώτη Πειραιολάτρη που δηλώνει πώς η Πόλις, στην περίπτωσή μας ο Πειραιάς αισθηματοποιήθηκε μέσα του και μέσα μας. Και φυσικά στις πνευματικές και καλλιτεχνικές του δημιουργίες.

          ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΧΩΡΟ

Οικίας περιβάλλον, κέντρων, συνοικίας

που βλέπω κι όπου περπατώ’ χρόνια και χρόνια.

 

Σε δημιούργησα μες σε χαρά και μες σε λύπες:

με τόσα περιστατικά, με τόσα πράγματα.

 

Κ’ αισθηματοποιήθηκες ολόκληρο, για μένα.

Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα. Φιλολογική επιμέλεια Γιώργος Π. Σαββίδης,  τόμος 2ος, (1919-1933), εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1972, σ.81.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

8 Δεκεμβρίου 2025        


Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2025

ΤΟ ΩΡΟΛΟΪ- ΤΟ ΔΗΜΑΡΧΕΙΟ

 

ΤΟ  ΩΡΟΛΟΪ

    Ο Δήμος ζητάει το Ωρολόϊ του, δηλαδή η Δημοτική αρχή θέλει να επανεγκατασταθή στο παλιό Δημαρχείο, που τώρα έχει στεγασθή άλλη υπηρεσία ενώ εκείνη έχει προσφύγει κοντά στο Γεροκομείο και τα γραφεία της έχουν εγκατασταθή σε δύο- τρία σπίτια.

          Η περιπέτειά της αυτή μου φέρνει στο μυαλό παλιές έρευνές μας για την ίδρυση του ωρολογιού και πώς το χτίριο τούτο στην αρχή εχρησιμοποιήθηκε και μου θυμίζει ακόμα τις πολλές και «θυελλώδεις» συζητήσεις στο δημοτικό συμβούλιο, επί δημάρχου Τάκη Παναγιωτόπουλου,  όταν επρόκειτο να πουληθή στην Τράπεζα της Ελλάδος από το δήμο το τμήμα της πλατείας του Θεμιστοκλέους για την ανέγερση των υποκαταστημάτων της Τραπέζης Ελλάδος και της Εκδοτικής.

          Η Δημοτική αρχή τότε είχε καταδικάσει το χτίριο του Δημαρχείου. Και πολύ λογικά. Δεν μπορούσε πιά να χωρέση συγκεντρωμένες τις υπηρεσίες της ο πύργος αυτός, που εχτίστηκε από το Δήμο το 1870 κ’ εχρησίμεψε πρώτα για Χρηματιστήριο και για Λέσχη των Εμπόρων.

          Οι γηγενείς δημοτικοί σύμβουλοι είχαν επιμείνει να διατηρηθή όπως είχε το χτίριο.

          Τώρα μαθαίνω πως η δημοτική αρχή ζητάει να επιστρέψη στην πρώτη φωλιά της, να μιμηθή το χελιδόνι.

          Μ’ αυτό κι’ αν γίνη, θα είνε προσωρινό μέτρο.

          Καθώς έχουμε ελπίδα όλοι οι Πειραιώτες, ο Πειραιάς γλήγορα θ’ ανακύψη από τα ερείπιά του. Θα ξαναχτιστή και θα μεγαλώση.

          Το παλιό Δημαρχείο μπορεί να μείνη όπως έχει για να θυμίζη στους παλιούς μιάν εποχή και μπορεί να γίνη ανθόκηπος. Μου φαίνεται, πώς δεν μπορεί να γκρεμιστή και να γίνη μεγαλύτερο και να χάση το Γοτθικό του ρυθμό, γιατί η σύμβαση της παραχώρησης του γηπέδου της πλατείας Θεμιστοκλέους στην Τράπεζα το αποκλείει.

          Ο δήμος μας κατ’ ουσίαν είνε άστεγος και θα ζητήση να στεγάση όλες τις υπηρεσίες του μαζί σ’ ένα καλλιτεχνικό από μάρμαρο επιβλητικό και κεντρικό μέγαρο. Κι’ αυτό σύντομα ή αργότερα, όταν το επιτρέψουνε οι περιστάσεις.

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 1945.

          ΤΟ  ΔΗΜΑΡΧΕΙΟ

          Συνεχίζουμε σήμερα και τελειώνουμε την Ιστορία του Ωρολογιού, του παλιού Δημαρχείου μας.

          Η Δημοτική αρχή, προτού τελικά παραχωρηθή το οικόπεδο της πλατείας στην Τράπεζα, είχεν υποβάλει στο Δημοτικό Συμβούλιο μεγαλεπήβολο σχέδιο. Να χτιστή μεγάλο και επιβλητικό μέγαρο στο χώρο της Παιδαγωγικής Ακαδημίας και στα τριγύρω της μαγαζιά και να στεγασθούν σ’ αυτό όχι μόνο το Δημαρχείο, μα και άλλες δημόσιες υπηρεσίες, η Διεύθυνσις της Αστυνομίας, η Εισαγγελία, τα ανακριτικά γραφεία, οι οικονομικές  εφορίες και άλλα γραφεία.

          Δε θυμάμαι, αν στο πελώριο αυτό μέγαρο, που θα καταλάβαινε και μεγάλο μέρος της πλατείας της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, θα εστεγαζότανε κι’ αυτή. Προέβλεπε και γι’ αυτή το μεγαλεπήβολο σχέδιο.

          Θυμάμαι μόνον πώς εσημειώθηκε εξέγερση των εκτελεστών της διαθήκης Ράλλη τότε, που σύμφωνα μ’ αυτή δεν επιτρεπότανε καμμιά μεταβολή.

          Ερίχτηκε τότε η ιδέα να καταργηθή ο Τινάνειος Κήπος και να γίνη οικόπεδα κι άρχισαν οι διαμαρτυρίες στις εφημερίδες, πώς δεν πρέπει να καταργηθή ο κήπος και να χάση ο Πειραιάς τον πνεύμονά του.

          Έπειτα παρουσιάστηκε η ιδέα να καταργηθούν όλοι οι κήποι της Τερψιθέας και να χτιστούν καλλιμάρμαρα μέγαρα, που θα εστέγαζαν και το Λιμεναρχείο και τον Οργανισμό του Λιμένος.

          Στους απάνω κήπους της Τερψιθέας επροβλεπότανε η ίδρυση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης και η ίδρυση Δημοτικής Πινακοθήκης.

          Και η ιδέα αυτή επολεμήθηκε. Δεν έπρεπε ο Πειραιάς να χάση τα πλεμόνια του. Να καταργήση τους κήπους του.

          Περάσανε τα χρόνια και δεν έγινε τίποτα απ’ αυτά.

          Τί έγινε; Ο Πειραιάς καταστράφηκε από τον πόλεμο.

          Όταν έγραψα σχετικά, πώς το παλιό Δημαρχείο εχτίστηκε για Χρηματιστήριο κ’ έτσι ελειτούργησε τότε, θυμήθηκα το Αρχείο του Δήμου, που μπορούσε κανένας ναν το ερευνήση και ναν το συμβουλευτή, για να μη γράφη πράματα αόριστα.

   Μά το Αρχείο του Δήμου εσώθηκε από τον πόλεμο; Εσώθηκε όλο ή το μισό; Ή ένα μέρος του;

          Ο Πειραιάς την παλιάν εποχή έχασε και τ’ όνομά του, όταν καταστράφηκε από τους Ρωμαίους. Και πήρε τα ονόματα Πόρτο Λεόνε, Πόρτο Δράκο, Ασλάν Λιμάνι, όπως παρατηράει σ’ ένα βιβλιαράκι του ο φίλος ιστοριοδίφης κ. Αντώνης Μανίκης.

          Από την άλλη μεριά διαμαρτυρήθηκαν οι επίτροποι του ναού του πολιούχου Αγίου Σπυρίδωνος.

          -Στη στιγμή που ζητάμε- ετόνιζεν η διαμαρτυρία τους- να γκρεμιστούν μπροστά στην εκκλησία τα σπίτια, να φυτευθή ο χώρος με άνθια και θαμνοειδή φυτά μέχρι της προκυμαίας και ν’ αποκαλυφθή ο γραφικός ναός- εσείς προβάλλετε ως δημόσια ανάγκη την οικοπεδοποίηση του Τινάνειου κήπου για το χτίσιμο μεγάρων και ουρανοξυστών. Με την εκτέλεση τέτοιου σχεδίου, πάλι θάβεται ο ιστορικός ναός του πολιούχου του Πειραιά.

          Αυτές κι’ άλλες περιπλοκές και συγκινήσεις επροκάλεσαν στο παρελθόν τα μεγαλεπήβολα σχέδια.

          Η νέα Δημοτική Αρχή διακρίνεται και για τη σωφροσύνη της και για την ατσαλένια θέλησή της. Κι’ έχουμε την ελπίδα πώς όλα τα μεγάλα ζητήματα του Πειραιά θα τα διευθετήση.

          Αλλά, ανεξάρτητα και από την ιστορική επιταγή και από τη λαϊκή συνήθεια, και το γνωστό κτίριο της ακτής Μιαούλη, με το σημερινό μεγάλωμα του Δήμου και τον πολλαπλασιασμό των υπηρεσιών του θα ήταν αδύνατο να εξυπηρετήση με στεγαστική ενότητα τη δημοτική μας μηχανή. Μιά είνε η λύση, που θ’ αργήση, όμως, να δη το φώς: Η δημιουργία ενός δημαρχιακού μεγάρου αναλόγου με τη θέση και την ιστορία του Πειραιά.

          Και γι’ αυτό δεν θα τολμήσουμε να την προτείνουμε την λύση αυτή, καταλήγοντας στην αδάπανη και ανώδυνη σύσταση της υπομονής, που όλα τα δημιουργεί με τον καιρό κι’ όλα τα θεμελιώνει…

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 1945.

ΝΙΚΟΣ Ι. ΧΑΝΤΖΑΡΑΣ

--

Σημειώσεις:

«-Να σου πω μου είπε, που βρίσκεται το γιατρικό τουλάχιστον για τους βουλευτές, τους δημάρχους και τους κοινοτάρχες. Να μαυρίζεται κάθε υποψήφιο που θυμάται τον Πειραιά μόνο στις εκλογές ή ένα φεγγάρι μόνο πριν των εκλογών. Ο υποψήφιος πρέπει να έχει ζήσει μέσα στον Πειραιά, να έχει αισθανθεί τις ανάγκες του, τις ελλείψεις του, κ’ έπειτα να ζητήσει να πάρει τους ψήφους των Πειραιωτών.

          Όσον αφορά τις άλλες Αρχές, και για αυτές βρίσκεται  το αντιφάρμακο. Αν συνεννοηθούν οι Πειραιώτες και συσσωματωθούν.

          Έχουνε τη δύναμη να συμμορφώσουν καθένα, που λησμονάει τα καθήκοντά του και παίρνει τη ζωή του και τη δουλειά του  ερασιτεχνικά, όπως λένε.». Ν. Ι. Χαντζάρας, «Ερασιτέχνες». 

          Στις 8 Φεβρουαρίου 2014 και στις 12 Φεβρουαρίου 2014 αναρτήσαμε ένα ακόμα εκτενές σημείωμα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα για το περιβόητο ΡΟΛΟΪ, το πρώτο Δημαρχείο του Δήμου Πειραιά. Ένα από τα ισχυρά τοπόσημα του Πειραιά με σημαντικό συμβολισμό στις μνήμες και συνειδήσεις των παλαιότερων γενεών γηγενών και μη δημοτών Πειραιωτών. Είχαμε επισκεφτεί το Ιστορικό Αρχείο της πόλης και είδαμε τα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου και την απόφαση της εποχής εκείνης, με την οποία ο δοτός δήμαρχος της επταετίας Αριστείδης Σκυλίτσης γκρέμισε το παλαιό αυτό κτηριακό οίκημα το οποίο βρίσκονταν μπροστά από τον ιερό ναό του Αγίου Σπυρίδωνος και τον Τινάνειο Κήπο στην ακτή Μιαούλη στο λιμάνι. Αντιγράψαμε στο μπλοκ μας την απόφαση, ποιοι μειοψήφησαν και ποιοι όχι από τους τότε δημοτικούς συμβούλους, καταφύγαμε σε εφημερίδες της εποχής και αντιγράψαμε τα ψηφίσματα φορέων και σωματείων που δέχτηκε η τότε δημαρχιακή αρχή για την απόφασή της να γκρεμίσει ΤΟ ΡΟΛΟΪ. Την εισηγητική έκθεση του πειραιώτη σεβάσμιου ευπατρίδη ιστορικού και συγγραφέα, ευεργέτη του Δήμου Ιωάννη Α. Μελετόπουλου, που ήταν υπέρ του γκρεμίσματος του παλαιού Δημαρχείου (του οποίου η γνώμη ακούγονταν) και ό,τι κατορθώσαμε να εντοπίσουμε στα φύλλα των Πειραιώτικων εφημερίδων. Παράλληλα στηριζόμενοι και σε άλλες διάφορες πηγές γραπτές και προφορικές (σε ερωτήσεις μας) εκφράσαμε την άποψή μας για το θέμα και αντιλαμβανόμενοι σαν Πειραιώτες τις σύγχρονες-μετά την μεταπολίτευση- ρυμοτομικές και κτηριακές ανάγκες της Πόλης, την στενότητα του Πειραϊκού τοπίου, συμφωνήσαμε με το γκρέμισμα του Ρολογιού. Η θέση μας αυτή δεν άρεσε και δημιούργησε έχθρες, όμως, πολλά από τα άλυτα προβλήματα του Δήμου διαχρονικά δεν λύνονται με παλαιούς συναισθηματισμούς και ατομικές αναμνήσεις αλλά, με την αποτελεσματικότητα που επιβάλλει η σύγχρονη πραγματικότητα των καιρών. Η λειτουργικότητα του κτηριακού συγκροτήματος παλαιό Ρολόϊ-Δημαρχείο με τα διάφορα Καφενεία όπως είχα ακούσει από Πειραιώτες που το πρόλαβαν και το αποτυπώνουν τα διάφορα καρποστάλ και οι φωτογραφίες, τα κινηματογραφικά πλάνα των ελληνικών ταινιών του προηγούμενου αιώνα δεν θα ήταν αποτελεσματική. Ο Πειραιάς αναπτύσσονταν και μαζί άλλαζε και η εικόνα του. Όσοι πειραιώτες και πειραιώτισσες πρόλαβαν ΤΟ ΡΟΛΟΙ έζησαν και περπάτησαν σε έναν άλλον Πειραιά με διαφορετικές προτεραιότητες και ανάγκες, εργασιακό περιβάλλον απαιτήσεις των δημοτών, συνθήκες και καταστάσεις. ΤΟ ΡΟΛΟΪ όπως είχαμε γράψει και στα προηγούμενα σημειώματα, "ενδύθηκε" έναν θρύλο, τυλίχτηκε σε μία αχλή υπερβολικού συναισθηματισμού ίσως επειδή γκρεμίστηκε από τον τότε δήμαρχο της δικτατορίας. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε ποιες θα ήσαν οι κρίσεις μας, μια και την Ιστορία δεν μπορείς να την ερμηνεύσεις με υποθέσεις ούτε να την εξηγήσεις με αν γινόταν αυτή η κίνηση και όχι η άλλη, αν παιρνόταν αυτή η απόφαση και απορρίπτονταν άλλη, στο τι θα λέγαμε και θα γράφαμε αν ΤΟ ΡΟΛΟΪ το γκρέμιζε πειραιώτης δημοκράτης, εκλεγμένος πολιτικά Δήμαρχος. Αλλά τις ιστορικές συγκυρίες τις διαμορφώνουν και άλλοι παράγοντες πέρα από τις βουλήσεις των ανθρώπων. Πάντως, για αρκετές δεκαετίες-ενδέχεται και μέχρι σήμερα, εν έτη 2025 που η όψη του Πειραιά αλλάζει επί τα βελτίω από την σημερινή Δημαρχιακή αρχή του κυρίου Γιάννη Μώραλη και ανοίγεται στις καινούργιες προκλήσεις του μέλλοντος που έχουν οι σύγχρονες μεγαλουπόλεις στον παγκοσμιοποιημένον Κόσμο μας, να απασχολεί ακόμα το γκρέμισμα του ΡΟΛΟΓΙΟΥ. Αν και δεν ήταν το μόνο Ρολόϊ του Πειραιά-υπήρχαν άλλα πέντε-και δεν ήταν το μοναδικό κτηριακό στολίδι του. Αλλά η θέση μας, μπορεί λανθασμένη, παραμένει η ίδια που εκφράσαμε στα προηγούμενα σημειώματά μας και έχουμε αναρτήσει στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, στην τότε έρευνα που διεξήγαμε. Σχετικές πληροφορίες δώσαμε και στην Βιβλιογραφία του Πειραιά που είχαμε κυκλοφορήσει.

          Ταξινομώντας και ευρετηριάζοντας τα ΠΕΙΡΑΙΩΤΙΚΑ του δημοσιογράφου και ποιητή Νίκου Ι. Χαντζάρα, συναντήσαμε και τα παραπάνω δύο χρονογραφήματά του που μιλούσαν για την περίπτωση του Ρολογιού και του Δημαρχείου. Σποραδικά και σε άλλα χρονογραφήματα στην εφημερίδα «Η Φωνή του Πειραιώς» μνημονεύει Το Ρολόϊ και την περιοχή στα ρεπορτάζ που κάνει. Κάτι εύλογο αν σκεφτούμε ότι το παλαιό Ρολόϊ βρίσκονταν στην ίδια γεωγραφική ακτίνα- "περιφέρεια" που ήταν ο Τινάνειος Κήπος, το άγαλμα του Θεμιστοκλή, το σπίτι του Μιαούλη, ο ναός του Αγίου Σπυρίδωνα, η δυσώνυμη περιοχή της Τρούμπας και άλλα πειραϊκά μέγαρα.

          Ο Νίκος Ι. Χαντζάρας όπως διαβάζουμε στα ειδησεογραφικά ρεπορτάζ του είναι πάντα ενήμερος σε ότι αφορά τον Δήμο και την ιστορία του Πειραιά, δεν ανατρέχει μόνο συστηματικά και συχνά σε πειραϊκά αρχεία και αυθεντικές πηγές για να αντλήσει τις πληροφορίες του αλλά έχει και γνώμη και κρίση και δεν διστάζει να την εκφράζει δημοσίως με ευγένεια και χαμηλούς τόνους γραφής ακόμα και αν διαφωνεί με Δημοτικές αποφάσεις ή επιλογές Δημάρχων. Τα κείμενα του Χαντζάρα είτε αυτά δημοσιεύονται στην «Φωνή του Πειραιώς» είτε σε άλλες πειραιώτικες και μη εφημερίδες και περιοδικά διακρίνονται για την εγκυρότητά τους, στο να πιάνουν τον σφυγμό της εποχής, να αφουγκράζονται τις ανάγκες των συνδημοτών του, να καθρεφτίζουν γνώμες και θέσεις Πειραιωτών που δεν είχαν πρόσβαση στις σελίδες των εφημερίδων. Ήταν πάντα ενήμερος στο τι γινόταν στον Δήμο και στον ευρύτερο Πειραϊκό χώρο και περιφέρεια. Θα γράφαμε ότι ήταν ένας άξιος βιοπαλαιστής πειραιώτης δημοσιογράφος με καλή πένα και δημοσιογραφική όσφρηση, ήξερε να αναδεικνύει περασμένα στοιχεία και ιστορικά ντοκουμέντα, να τα φέρνει στην επιφάνεια και με αυτά να οικοδομεί τα κείμενά του και τα συμπεράσματα του.

Το μικρό βιβλιαράκι που αναφέρει ο Χαντζάρας του φίλου του Αντώνη Μανίκη είναι το «Πενήντα πέντε χρόνων ιστορία του Πειραιώς (1765-1821) περιοδική έκδοση επαγγελματικής και οικοκυρικής σχολής θηλέων δήμου Πειραιώς. Πειραιάς αρ.1/11, 1943.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Παρασκευή 10/10/2025               

    

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2025

Ο Συνοικισμός των Χίων εις τον παλαιόν Πειραιά

 

Η Πειραϊκή ιστορία

Ο συνοικισμός των Χίων εις τον παλαιόν Πειραιά

Η διανομή των οικοπέδων

Του ΝΙΚΟΥ Ι. ΧΑΝΤΖΑΡΑ

Εφημερίδα Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Πέμπτη 5/4/1945

 

          Το ζήτημα του συνοικισμού των Χίων εις τον Πειραιά, από της εποχής που η πόλις μας έγινε δήμος, είνε γνωστόν.

          Οι πρώτοι κάτοικοι του Πειραιώς ήσαν Χιώτες, Υδραίοι, Κρητικοί, Σπετσιώτες, από το γύρω Πειραιά, άλλα μέρη και τελευταία Λάκωνες.

          Παρακάτω αναδημοσιεύομεν επίσημα έγγραφα σχετικά με τον συνοικισμόν των Χίων εις τον έρημον ακόμη Πειραιά από απόψεως πληθυσμού κατά τα έτη 1835, 1836 και 1837, τρία περίπου χρόνια μετά την σύστασιν του Δήμου μας.

          «Αριθμός 335. Την 12ην Ιουνίου 1836». Προς την επί των Εσωτερικών Βασιλικήν Γραμματείαν της Επικρατείας.

          Πληροφορηθέντες, ότι τα περί, του συνοικισμού των Χίων τελειώνουν σπεύδομεν, κύριε Γραμματεύ, να σας εκφράσωμεν την περί τούτου ευχαρίστησιν των δημοτών του Πειραιώς και την ευγνωμοσύνην αυτών προς την Αυτού Μεγαλειότητα, δια το μέρος τούτον το οποίον έλαβε προς πύργωσιν των κατοίκων και προς ανακούφισιν  τόσων δυστυχών πολιτών, οι οποίοι ελπίζοντες εις την ανάπτυξιν της νέας πόλεως, ωκοδόμησαν αποικίας και οικίας σημαντικάς, που τόσας μένουν κεναί, δια την έλλειψιν ανθρώπων και εμπορίου.

Ο δήμος του Πειραιώς βλέπει με πολλήν ευχαρίστησιν τον αποφασίσαντα συνοικισμόν των Χίων με τον έναν τούτον, ώστε είνε έτοιμος να εισφέρη εις αυτούς πάσαν δυνατήν ευκολίαν δια να επιταχύνη τη έλευση των ενταύθα και να δώση πρώτος δείγματα της ειλικρίνειας σταθεράς ομονοίας προς τους μέλλοντας συμπολίτας του.

          Ο δήμαρχος

          Κυριακός Σερφιώτης

          Άλλα έγγραφα

Ο διοικητής Αττικής απέστειλε εις τον δήμαρχον Πειραιώς το εξής αριθ. 1432 της 16 Οκτωβρίου 86 (;) έγγραφόν του, σχετικόν με τον οικισμόν των Χίων:

Κύριε Δήμαρχε Πειραιώς,

Κατά τα από 2/14 Δεκεμβρίου 1834 25 Μαϊου 6 Ιουνίου 1836 Βασιλικά Διατάγματα, το δεξιόν μέρος του Πειραιώς παρεχωρήθη εις τους Χίους … του συνοικισμού των.

Προ του διορισμού όθεν της επί των παραχωρήσεων και των οικοδομών επιτροπής δεν επιτρέπεται κατ’ ουδένα μέσον ν’ αναγείρονται εις το μέρος τον οικοδομαί είτε Χίων, είτε άλλων. Κατά διαταγήν της επί των εσωτερικών γραμματείας υπ’ αριθ. 5.877 προσκαλούμεν να εμποδίσητε αμέσως πάσαν οικοδόμησιν επί του μέρους τούτου και να μας φανερώσητε τίνος αδεία ωκοδόμησαν ή οικοδομούσιν εκεί μετά την δημοσίευσιν του από 25 Μαϊου/ 6 Ιουνίου 1836 Βασιλικού Διατάγματος.

          Ο Διοικητής

          (τ.σ.) Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ

Η επί των Εσωτερικών Βασιλική Γραμματεία της Επικρατείας εξέδωκεν ακολούθως την ακόλουθον διακήρυξιν την 22 Οκτωβρίου 1836:

          «Ειδοποιούνται όλοι οι επιθυμούντες να συνοικισθώσιν εις το δεξιόν μέρος του Πειραιώς Χίου, ότι αν και παρήλθεν ήδη η τετραμηνία εντός της οποίας κατά το άρθρον 6 του από 23 Μαϊου/ 6 Ιουνίου 1836 Β. Διατάγματος έπρεπε να παρουσιασθώσι αι αναφοραί δια την ανέγερσιν των πρώτων δέκα οικιών.

          Δίδεται ένδεκα έτι ημερών ανυπέρβλητος προθεσμία από της σήμερον δια να αναφερθώσιν όσοι έχουν θετικήν απόφασιν ν’ αρχίσουν αμέσως τας οικοδομάς των.

          Αι αιτήσεις πρέπει να γίνουν εγγράφως προς την επί των Εσωτερικών Γραμματείαν.

          Όσοι παρουσιασθούν εντός της ενδεκαημέρου ταύτης προθεσμίας έχουν δικαίωμα να εκλέξουν οι πρώτοι γήπεδα ή συνεννοούμενοι μεταξύ των διά κληρώσεως.

          Οι μετά ταύτα παρουσιασθησόμενοι θα εκλέξουν κατά σειράν της ημερομηνίας, καθ’ ήν παρουσιάζεται η αναφορά των, εις την γραμματείαν.

          Οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να προσδιορίζουν την ποσότητα των όσων επιθυμούν ν’ αποκτήσουν πήχεων και να βεβαιώνουν συγχρόνως, ότι δέχονται όλας ανεξαιρέτως τας υποχρεώσεις τας ενδιαλαμβανομένας εις το μνησθέν Βασιλικόν Διάταγμα, επειδή κατά το 6 άρθρον αυτού πρέπει ν’ αρχίσουν εις τον Πειραιά κτιζόμεναι τουλάχιστον δέκα οικίαι μέχρι της 25 του ελευσομένου Νοεμβρίου.

          Η Γραμματεία θέλει διευθύνει αμέσως τους καταλόγους των αιτούντων γήπεδα Χίων εις την κατά τον Πειραιά Χιακήν επιτροπήν, συγκειμένην από τους κ.κ. Νεόφυτον Βάμβαν, Δ. Κοντόσταυλον, Θ. Άμοιρον, Λουκάν Ράλλην, Νεγρεπόντην και Γεώργιον Βούρον.

          Η επιτροπή αύτη θέλει παραχωρή τα γήπεδα, συμμορφουμένη με τας διαγραφείσας προς αυτήν ιδιαιτέρας περί τούτου οδηγίας».

          Ν. Ι. ΧΑΝΤΖΑΡΑΣ

Σημείωση:

          Αναρτώ σταδιακά διάφορα χρονογραφήματα από τα ΠΕΙΡΑΙΩΤΙΚΑ του δημοσιογράφου και ποιητή Νίκου Ι. Χαντζάρα, θεωρώντας ότι έχουν κάτι να πουν στους σημερινούς αναγνώστες, ερευνητές και μελετητές της ιστορίας του Δήμου Πειραιά. Παρά του ότι έχουν περάσει πάνω από 80 χρόνια από την δημοσίευσή τους και η χαρτογράφηση της Ιστορίας του Πειραιά, η εξέλιξή της στον χρόνο και η περιπέτεια των κατοίκων του Δήμου έχει φωτιστεί από διάφορες πλευρές, έχουν έρθει στην επιφάνεια νέα ντοκουμέντα και πληροφορίες για πτυχές και κοινωνικές και επαγγελματικές δραστηριότητες της Πόλης, το Λιμάνι της και την συμβολή του στην ανάπτυξη της χώρας σαν το μεγάλο επίνειο της πρωτεύουσας και κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου, ναυτιλιακών και άλλων συναλλαγών. Νεότερες ηλικιακά συγγραφικές φωνές, αντρών και γυναικών λογίων, ιστορικών, κοινωνιολόγων, αρχιτεκτόνων, θεατρολόγων, πανεπιστημιακών ερευνητών, δημοσιογράφων ασχολήθηκαν, έγραψαν για την πόλη μας και την συμβολή της, την περιπέτειά της στο χρόνο και μας έδωσαν εξαιρετικές μελέτες, εκπόνησαν διδακτορικές διατριβές, εξέδωσαν ημερολόγια, φωτογραφικά άλμπουμ παλαιότερων εικόνων της Πόλης, σετ καρποστάλ του Πειραιά. Μυθιστοριογράφοι και αρθρογράφοι, πεζογράφοι που πέρασαν τα παιδικά και εφηβικά τους χρόνια στον Πειραιά, μεγάλωσαν και περπάτησαν στα σοκάκια και τις συνοικίες του τις φτωχογειτονιές του κυκλοφόρησαν βιβλία με τις αναμνήσεις τους και τις εμπειρίες και καταστάσεις που βίωσαν τα χρόνια της ωρίμανσή τους. Ο Πειραιάς άλλαζε, η φυσιογνωμία του, η εικόνα του όπως η Ελλάδα, ο Κόσμος, οι προτεραιότητες και τα ενδιαφέροντα, οι ανάγκες των Ελλήνων, των Δημοτών του Πειραιά στον χρόνο και την ιστορία. Καινούργιες παραστάσεις και καταστάσεις έρχονται στην ροή και την αέναη κίνηση του χρόνου να προστεθούν στις προγενέστερες των ανθρώπων και εμπλουτίζουν το εικονοστάσι της μνήμης τους νοσταλγικά και μελαγχολικά.

Παράλληλα, υπάρχουν ακοίμητοι φρουροί, οι παλαιότερες πνευματικές και συγγραφικές φωνές και γραφίδες των προπατόρων Πειραιωτών, αυτών που ήρθαν από τα διάφορα μέρη της πατρίδας μας και εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά και μεγαλούργησαν, δημιούργησαν τις κάθε είδους και κατηγορίας δυνάμεις και αντοχές της Πόλης και σχημάτισαν τον πρώτο πυρήνα του γηγενούς πειραϊκού έμψυχου υλικού του. Είναι το πνευματικό και καλλιτεχνικό της δυναμικό που, με τα δημοσιεύματά τους, τα γραπτά τους, τις ημερολογιακές εξομολογήσεις τους, τα βιβλία τους, τις όποιες συγγραφικές τους ποιητικές και πεζογραφικές δραστηριότητες τους μας υπενθυμίζουν διαρκώς στο πως ήταν κάποτε-τον 19ο αιώνα- αυτό το πανάρχαιο και έρημο ψαροχώρι, αυτός ο άγριος ερημότοπος που θαλασσόδερνε στο χρόνο, που τον νότιζε η αρμύρα της φουρτουνιασμένης θάλασσας του Σαρωνικού, αυτά τα «ακανθώδη» σκληρά βράχια που σκέπαζαν τις δαντελωτές ακτογραμμές του δημιουργώντας τους μικρούς ορμίσκους του, τα μικρά λιμανάκια του, την ατμόσφαιρά του. Αυτό το μικρό χωριουδάκι με την αρχαιολογική του αρχαία αίγλη και κληρονομιά που σχεδίασε ο στρατηγός του, ο Θεμιστοκλής χτίζοντας τα Μακρά Τείχη του για να το προστατέψει και να το προφυλάξει από εχθρικά χέρια και έγινε το 1835 Δήμος. Ας το γράψουμε παράτολμα, «από το πουθενά»,-όταν ακόμα η μισή Ελλάδα ήταν σκλαβωμένη- και εξελίχθηκε σε ένα Λιμάνι με εμπορικό κύρος, με ταυτότητα, με χαρακτήρα, το ιδιαίτερο πειραιώτικο κλίμα του. Αυτό που στην πάροδο του χρόνου καλλιέργησε τις δυνατότητες των κατοίκων του, την ευφυή δημιουργικότητα των δημοτών του και όσων εγκαταστάθηκαν στα χώματά του, αλήτευσαν στις αλάνες και τα σοκάκια του, οραματίστηκαν τις ζωές τους, εργάστηκαν στα εργοστάσια και τις φάμπρικές του, έπαιξαν στους καρόδρομούς του. Οικοδόμησαν τους συνοικισμούς τους, έχτισαν τα σχολεία και τις εκκλησίες τους, τα νεκροταφεία τους, έδωσαν ονομασίες στις περιοχές που εγκαταστάθηκαν.  Οι ονομασίες των τοπόσημων της Πόλης προέρχονται από τα επίθετα, τα παρατσούκλια τις εργασιακές ασχολίες των πρώτων οικιστών, την μορφολογία του εδάφους του χώρου. Ένας από τους ποιητές του Πειραιά, ο Χρήστος Πύρπασος σε μία συλλογή του που ονομάζει «Πειραιώτικα», Πειραιάς 1981 γράφει τόσο ωραία μιλώντας μας για τις φτωχογειτονιές και εργατικές περιοχές:

«Τις φτωχογειτονιές κι εργατογειτονιές του Πειραιά

θυμάμαι πάντα με συμπάθεια…

Λιπάσματα, Ταμπούρια, Δραπετσώνα, Αγία Σοφιά,

και Κοκκινιά, Καμίνια, Πέραμα και Κερατσίνι.

Παντού μικρά σπιτάκια σχεδόν όμοια

με τις αυλές π’ από τις γλάστρες μοσκοβόλαγαν

βασιλικά και γιασεμιά, τριανταφυλλιές και κρίνοι.

Και στα κλουβιά τους γλυκοκελαϊδούσανε

Κανάρια, καρδερίνες, φλώροι, σπίνοι…

 

Μα γύρω οι τσιμινιέρες απ’ τις φάμπρικες

με τις φριχτές καπνιές τους πνίγανε

τις ευωδιές απ’ τα λουλούδια

κι ο θόρυβος από τα μηχανήματα

σκέπαζε των κραχτόπουλων τραγούδια!

……………………….» 

    Δούλευαν σκληρά οι Πειραιώτες νυχθημερόν στις ναυτιλιακές του επιχειρήσεις, έγιναν καπεταναίοι και ναυτικοί στα καράβια και τα ιστιοφόρα, τα ατμόπλοια που έφτιαχναν τα ναυπηγεία του, στους νεώσοικους και δεξαμενές του που καλαφάτιζαν και έβαφαν τα σκαριά τους τα ονομάτιζαν με χάρη και λυρισμό. Ταξιδεύοντας οι Ναυτικοί του μετέφεραν σε κάθε ταξίδι τους το άρωμα του Πειραιά, τις ανάσες και τα όνειρα των Πειραιωτών στα πέρατα της οικουμένης. Πειραιάς μια Κιβωτός που πλέει μέσα στο χρόνο και πάντα επιστρέφει στον χώρο από όπου απέπλευσε.

          Το ζήτημα της εγκατάστασης των διαφόρων πληθυσμιακά οικογενειών, μεμονωμένων ατόμων, ομάδων από διάφορες περιοχές της παλαιάς ελλάδας έχει διερευνηθεί και εξεταστεί εδώ και δεκαετίες, έχουν δημοσιευτεί μελέτες και άρθρα κυκλοφορήσει βιβλία κατατοπιστικοί και χρήσιμοι οδηγοί στην γνωριμία μας με την ιστορική εξέλιξη του Πειραϊκού χώρου. Πολύτιμη η συνεισφορά των Χάρη Κουτελάκη και Αμάντας Φωσκόλου, βλέπε την μελέτη-έρευνά τους «ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΙ» (ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ 14Ο ΑΙΩΝΑ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ), εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της «ΕΣΤΙΑΣ», Αθήνα 1991, σελίδες 520, παλαιές δραχμές 4.500. Χαρακτηριστικό και γουστόζικο είναι το τετράστιχο που μεταφέρουν στην σελίδα 71 για την περιοχή Μανιάτικα στην περιοχή της Αγίας Σοφίας και του Λόφου Βώκου, τον Καραβά, στα περιβόλια, τους κήπους, το «χωριό» του Μελετόπουλου, όταν εγκαταστάθηκαν οι πρώτοι Λάκωνες και συγκρότησαν την πολυπληθή κοινότητα των Μανιατών.

«Μανιάτης είν’ ο αρχηγός,

Μανιάτης ο αστυνόμος

Μανιάτης είναι ο παπάς,

μανιάτικος κι ο νόμος!!».

          Το ίδιο θα σημειώναμε και για τις άλλες πληθυσμιακές ομάδες από τα διάφορα μέρη που εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά και τους γύρω όμορους Δήμους οργανώνοντας τις δικές τους κοινότητες με τα δικά τους παραδοσιακά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά και συνήθειες, μουσικά ακούσματα. Τέτοιες δραστήριες κοινότητες και συνοικισμοί είναι οι Υδραίοι, οι Σπετσιώτες, οι Παριανοί, οι Κρήτες, οι Χιώτες, οι Μωραϊτες, οι Θιακοί και άλλοι Επτανήσιοι, οι Καρπάθιοι, οι Ρουμελιώτες, οι Πελοποννήσιοι, ο Μικρασιατικός προσφυγικός πολιτισμός, οι Καππαδόκες και άλλες ομάδες ατόμων. Ο Πειραιάς διαθέτει Ευαγγελική Εκκλησία, Ναό για τις λατρευτικές ανάγκες των Σκανδιναβών, πέρα από τις μικρές κοινότητες των Παλαιοημερολογιτών, των Ιεχωβάδων, και φυσικά τους Ναούς και τις Εκκλησίες τους χώρους λατρευτικών αναγκών της επίσημης Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Θέλω να πω ότι, από το παλαιό Μοναστήρι, τον ιερό ναό του Αγίου Σπυρίδωνα η πόλη και οι ανάγκες της διευρύνθηκαν και εγκαταστάθηκαν εντός των ορίων του Δήμου και άλλες ελληνόγλωσσες ή ξενόγλωσσες ομάδες ατόμων από άλλα μέρη της γης αποκτώντας πειραϊκή συνείδηση και ταυτότητα. Κάθε Κοινότητα δημιούργησε τους χώρους συγκεντρώσεως των μελών της, διοργάνωσε εκδηλώσεις και εορτές αλληλογνωριμίας τους, οργάνωσαν ομιλίες και έδωσαν διαλέξεις μιλώντας για τις πολιτιστικές συνήθειες των τόπων καταγωγής τους από όπου προέρχονταν, το αξιακό της ζωής και των οικογενειών τους σύστημα, συμμετείχαν ενεργά στις επίσημες εορταστικές εκδηλώσεις και εορταστικές επετείους του Δήμου, πρότειναν τα δικά τους προϊόντα. Οι παλαιές πολύχρωμες φορεσιές και τα φακιόλια και οι μαντήλες με τα φλουριά και άλλα στολίσματα των γυναικείων ενδυμάτων αλλά και οι θαλασσινές βράκες των αντρών με το μακρύ πολύμετρο ζωνάρι στην μέση και τα χαρακτηριστικά παπούτσια σιγά-σιγά με την αστικοποίηση αντικαταστάθηκαν από τις σύγχρονες των αντρών και γυναικών φορεσιές και κομμώσεις. Οι νησιώτικοι ήχοι και τα ηπειρώτικα μουσικά ακούσματα λησμονήθηκαν περιέπεσαν σε λήθη από τα σύγχρονα μοντέρνα μουσικά ήθη και τραγούδια. Η αυθεντικότητα των Ρεμπέτικων τραγουδιών αλλοιώθηκε από τις σύγχρονες διασκευές τους. Στις μέρες μας έμεινε η ανάμνησή τους ως πρόταση διασκέδασης και όχι ουσιαστικής ψυχαγωγίας. Οι παλαιές ταβέρνες που σύχναζαν οι πειραιώτικες οικογένειες δεν υπάρχουν πια, εκτός από τους γύρω ελικοειδείς δρόμους του μικρολίμανου και την ακτογραμμή της Πειραϊκής. Τα παραδοσιακά μπακάλικα αντικαταστάθηκαν από τα Σούπερ Μάρκετ. Παραδοσιακές Κινηματογραφικές αίθουσες έκλισαν το ίδιο και θεατρικές αίθουσες των συνοικιών της πόλης. Οι σύγχρονοι ταξιδιωτικοί οδηγοί του Πειραιά έχουν αλλάξει και αφαιρέσει σελίδες τους. Ό,τι τραγούδησαν και ύμνησαν οι παλαιοί πειραιώτες ποιητές, πεζογράφοι, λόγιοι και διανοούμενοι για τον Πειραιά δεν υπάρχει πια. Ζούμε σε μια άλλη πόλη που η εσωτερική μορφή της άλλαξε κρατώντας ορισμένα από τα παλαιά χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας της.

          Για τον Συνοικισμό των Χίων, που παρ’ ολίγον η μικρή πρώτη ομάδα από το νησί της Χίου που ζήτησε από τον τότε Βασιλέα Όθωνα να εγκατασταθούν στον Πειραιά και να δημιουργήσουν τον Δήμο των νησιωτών από το νησί τους μετά τις σφαγές των Τούρκων, έχουμε αρκετές πληροφορίες. Ενώ δέχτηκαν το αίτημα των Χιωτών αντιπροσώπων η Αντιβασιλεία δεν πρόκαναν να δημιουργήσουν αυτόνομο Δήμο, εγκαταστάθηκαν στην δεξιά πλευρά όπως βλέπουμε την Εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, στους γύρω εσωτερικούς δρόμους μέχρι την Εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Για την Πειραϊκή ιστορία και κατοπινή εξέλιξη έχουν δημοσιευθεί και γραφεί ενδιαφέροντα και χρήσιμα άρθρα. Στο διαδίκτυο έχουν αναρτηθεί διάφορα κείμενα. Το 2010 στον Πειραιά, η εφημερίδα «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ» του εκδότη κύριου Σταύρου Καραμπερόπουλου σε επιμέλεια και επιλογή, συντονισμό ύλης από τον υποφαινόμενο, κυκλοφόρησε το «ΠΕΙΡΑΪΚΟ ΛΕΥΚΩΜΑ» συνεχίζοντας την παλαιά εκδοτική παράδοση της Πειραϊκής εφημερίδας. Ο Αρθρογράφος και ιστορικός ερευνητής της Πειραϊκής Ιστορία και συστηματικός συλλέκτης Δημήτρης Κρασονικολάκης σε πρόσκλησή μας, μας έδωσε προς δημοσίευση δύο κείμενά του, το ένα ήταν ένα παλαιότερο άρθρο του που είχε δημοσιευθεί στην περιοδική έκδοση «Αφιέρωμα της Ελληνογαλλικής Σχολής Πειραιά «Ο Άγιος Παύλος» τχ. 2/2007, σ. 55-57» και αναφέρονταν στην «Χιώτικη συνοικία του Πειραιά: Μια πόλη μέσα στην πόλη σελ. 86-87.

Το άρθρο αυτό ο συντάκτης του το επεξεργάστηκε από την πρώτη του δημοσίευση και υπάρχει αναρτημένο στο μπλοκ του συγγραφέα. Είναι ένα κατατοπιστικό και χρήσιμο κείμενο το οποίο ξεκαθαρίζει ημερομηνίες και καταστάσεις, κάτι, που από την δική μου πλευρά θα ήταν άκαιρο να προσθέσω οτιδήποτε, στην δική μου αντιγραφή του χρονογραφήματος του Νίκου Ι. Χαντζάρα, όταν μάλιστα, οι αθηναϊκές εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα» το 1994 εξέδωσαν το διακοσίων σελίδων βιβλίο του, Αλέξανδρου Φεράλδη του Αρχείου της οικογένειας που διασώθηκε, «Το Βιβλίον Πρακτικών της επί του συνοικισμού των Χίων Επιτροπής [Πειραιάς 1836-1842]. Εταιρεία Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας της Ελλάδας (Πηγές). Το ενδιαφέρον αυτό βιβλίο από το Αρχείο της οικογένειας  Φεράλδη,-όσων τέλος πάντων ενδιαφέρονται για την Πειραϊκή ιστορία και κληρονομιά- περιλαμβάνει 72 κείμενα στηριγμένα σε ντοκουμέντα της εποχής όσον αφορά το εξεταζόμενο ζήτημα. Είναι χρήσιμο και για Χιώτες και για Πειραιώτες. Ας μην μας διαφεύγει το γεγονός ότι ανάμεσα στους πρώτους οικιστές της πόλης και αγοραστές ακατοίκητων οικοπέδων δεν υπήρξαν αποκλειστικά οι Χιώτες αλλά και στο ότι διακεκριμένα άτομα από την Χίο διετέλεσαν Δημοτικοί άρχοντες και δημοτικοί παράγοντες του Πειραιά. Ενδεικτικό παράδειγμα ο Λουκάς Δ. Ράλλης, ο οποίος συνέδεσε καταλυτικά και δημιουργικά την Δημαρχιακή παρουσία του με την αρχή της εκβιομηχάνισης του Πειραιά. Ο Χαντζάρας του έχει αφιερώσει χρονογράφημα. Ο τελευταίος ιστορικός του Πειραιά κυρός Γιάννης Ε. Χατζημανωλάκης, στο βιβλίο του «ΟΙ ΔΗΜΑΡΧΟΙ ΤΟΥ ΝΕΟΤΕΡΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ» Β’ έκδοση, Πειραιάς 2002, βαδίζοντας και συμπληρώνοντας τις παλαιότερες πηγές μιλά επαινετικά για την περίπτωση του Λουκά Δ. Ράλλη, σελίδες 71-80. Γράφει μεταξύ άλλων:

 «Το 1836 εγκαταστάθηκε στον Πειραιά κι από το 1841 αναμίχθηκε  στη διοίκηση του Δήμου, αρχικά ως δημοτικός σύμβουλος κι αργότερα (1855-1866) ως δήμαρχος για ν’ αφήσει, πραγματικά, εποχή με το έργο του και την προσφορά του. Και να πάρει δικαιωματικά μια ξεχωριστή θέση στη νεότερη πειραϊκή ιστορία….». Τις ίδιες θέσεις εκφράζει και ο Δημήτρης Θ. Σπηλιωτόπουλος, στο βιβλίο του «Ο Πειραιεύς και οι Δήμαρχοι της πρώτης εκατονταετηρίδος» και ο Ιωάννης Αλ, Μελετόπουλος όπως και άλλοι. Στον ευπατρίδη και ευεργέτη του Δήμου Πειραιά, που συγκαταλέγεται ανάμεσα στους αξιολογότερους Δημάρχους της πόλης, στα ευεργετήματά του είναι μεταξύ άλλων η ανέγερση του πρώτου Δημαρχείου στην συμβολή των οδών Λυκούργου και Δημοσθένους. Έχουμε την ανέγερση της λιθόκτιστης Αγοράς της πόλης. Την ανέγερση του Παρθενικού Σχολείου, του Ραλλείου Παρθεναγωγείου στην πλατεία Κοραή. Επί Δημαρχίας Λουκά Δ. Ράλλη οικοδομήθηκαν Σχολεία όπως το Β΄ Δημοτικό Σχολείο της οδού Σαχτούρη και Χατζηκυριακού, το Α΄ Γυμνάσιο αρρένων στην πλατεία Κοραή. Θεμελιώθηκε ο ιερός ναός του αγίου Σπυρίδωνα, το Τζάνειο Νοσοκομείο του Πειραιά. Μεταξύ  άλλων επί δημαρχίας του έγινε η εγκατάσταση του υποβρυχίου τηλεγραφικού δικτύου, που συνέδεσε το νησί της Σύρου με το Λιμάνι του Πειραιά και άλλα μεγάλα έργα που άλλαξαν την εικόνα του Δήμου.

          Ας κλείσουμε το σημείωμα- όχι μιλώντας για τις μικρές χρονολογικές διαφοροποιήσεις που συναντάμε στο χρονολόγιο του Νίκου Ι. Χαντζάρα με άλλες μεταγενέστερες πηγές αλλά με ενδεικτικό μέρος του λόγου και της γραφής του άρθρου του Δημήτρη Κρασονικολάκη, το οποίο βοηθά και την δική μας προβληματική στην ανάγνωση του ΠΕΙΡΑΙΩΤΙΚΟΎ του ποιητή και δημοσιογράφου Ν. Ι. Χαντζάρα.

Γράφει:

«Οι Χιώτες καθυστέρησαν λόγω συνθηκών το χτίσιμο των οικοδομών τους και πολλά «γήπεδα» (έτσι έλεγαν τότε τα οικόπεδα) έμειναν ακάλυπτα. Οι παλιοί ιδιοκτήτες του χώρου αναγκάστηκαν-όσοι δεν είχαν ήδη χτίσει- να πάρουν ισότιμες γαίες στην αριστερή πλευρά για να παραχωρηθούν στους Χιώτες: «Περί των εις το δεξιόν μέρος του Πειραιώς ιδιόκτητων γηπέδων», ΒΔ 20.10/1.11.1836. Αυτό θα ίσχυε μέχρι το 1839. Μετά η αγορά θα ήταν ελεύθερη για κάθε ενδιαφερόμενο. Πάντως οι πρώτες χιώτικες οικοδομές υψώθηκαν από τα μέσα του 1836. Άλλο διάταγμα με προθεσμίες αποπεράτωσης βγήκε στις 13/25.3. 1837. Στις 3/15.1.1838, με απόφαση «περί της κατά το δεξιόν μέρος του Πειραιώς εθνικής γης», τους δόθηκε περισσότερο έδαφος, 200 βασιλικά στρέμματα. Αρκετοί όμως παραιτήθηκαν από τα δικαιώματά τους απογοητευμένοι. Πολλοί λοιπόν Χιώτες μεγαλέμποροι αγόρασαν οικόπεδα και έκτισαν τα σπίτια τους στη δεξιά πλευρά, στα οικοδομικά τετράγωνα μεταξύ των οδών Μακράς Στοάς (Δ. Γούναρη)- Ηφαίστου (Ελευθ. Βενιζέλου)- Σωκράτους (Ηρώων Πολυτεχνείου)- Αθηνάς (Βασιλέως Γεωργίου) με επέκταση και πέραν των δύο τελευταίων οδών. Από τους πρώτους αγοραστές ήταν οι: Φ. Φεράλδης, Εμμανουήλ Ροδοκανάκης, Αμβρόσιος Σκαραμαγκάς, Λουκάς Ράλλης, Ζαννής Ράλλης, Ιάκωβος Ράλλης, Παντιάς Ράλλης, Αυγουστίνος Ράλλης, Α. και Γ. Γλαράκης, Αλ. Κοντόσταυλος, Τ. Ευμορφόπουλος, Ι. Πετροκόκκινος, Ι. Μακάς, Α. Κονταράτος, Α. και Ν. Μάμουκας, Στ. Γεννάδιος, Ι. Χρύσανθος. Π. Συνετάκης, Π. Μαύρος, Αγγέλικα Κορονάκη κ. ά. Η Επιτροπή παραλάμβανε τα έγγραφα (έντυπα, αντίτυπα) με την αγορά και το χτίσιμο των οικοπέδων που είχαν ενταχθεί σε συγκεκριμένα, αριθμημένα οικοδομικά παραλληλόγραμμα του πολεοδομικού σχεδίου και τα διαβίβαζε «προς την επί των Εσωτερικών Β. Γραμματείαν της Επικράτειας» για ενημέρωση της πορείας οικοδόμησης της περιοχής.

          Στα 1837 και 1838 διχοτομούνται τα μεγάλα κεντρικά παραλληλόγραμμα με ενδιάμεσους μικρότερους δρόμους, «παρόδους ή στενωπούς» όπως τους έλεγαν, για ευκολία στην οικοδόμηση. Έτσι δημιουργήθηκαν οι οδοί Αγίου Σπυρίδωνος, Νοταρά, Πλάτωνος, Αριστοτέλους, Αλκιβιάδου κ. ά.» Και τελειώνει ο αρθρογράφος: «Το Χιακό τμήμα, λόγω θέσης απετέλεσε το κεντρικότερο και σημαντικότερο στον ρυμοτομικό ιστό της πόλης που άρχισε σιγά-σιγά να «γεμίζει» με όμορφες οικοδομές, καταστήματα, εργαστήρια και οικίες, να διαμορφώνονται οι πλατείες και οι δρόμοι, να ιδρύονται και εγκαθίστανται σχολεία, υπηρεσίες, εκκλησίες, να φτιάχνεται το λιμάνι, έτσι ώστε να παίρνει σταθερά τη μορφή εκείνη που η εξέλιξή της μας έδωσε τον σημερινό πολύβουο αλλά τόσο αγαπημένο μας Πειραιά».

          Πολλά καρδιοχτύπια συγκίνησης και αναμνήσεων ξυπνούν, φέρνουν στο νου τα ΠΕΙΡΑΙΩΤΙΚΑ του ποιητή Νίκου Ι. Χαντζάρα και επιθυμία να διαβάσουμε εκ νέου άρθρα, μελέτες και βιβλία για την ιστορία του παλαιού Πειραιά, και να συν-μαρτυρήσουμε τις οφειλές των νεότερων ηλικιακά πειραιωτών, μετά την μεταπολίτευση και των σύγχρονων εφήβων, των πνευματικών κύκλων του Δήμου, στα έργα και ημέρες, τα λόγια των Πειραιωτών του προηγούμενου αιώνα που οικοδόμησαν την Πειραιώτικη Σχολή Λογοτεχνίας.

ΤΑ ΠΕΙΡΑΙΩΤΙΚΑ ΤΟΥ  1947 Αλφαβητική σειρά

Από Πέμπτη 2/1/1947- Τετάρτη 29/10/1947

ΑΝΑΛΗΦΤΗΤΕ!, 22/5/47

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ, 11/2/47

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ, 23/4/47

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ, 7/6/47

ΑΝΘΗΡΑ!, 22/3/47

ΑΝΟΙΞΗ, 10/2/47

ΑΝΤΩΝΟΥΣΑ, 29/1/47

Αξιοπερίεργα της Τρούμπας, 28/6/47

ΑΞΙΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΤΗΣ, 28/5/47

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΗΓΑΔΑ, 23/5/47

ΒΙΟΠΑΛΑΙΣΤΕΣ, 29/5/47

ΓΙΑ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ, 4/1/47

ΓΛΩΣΣΟΜΑΘΕΙΣ!, 22/4/47

ΔΕΥΡΟ, ΝΙΚΟΛΑΕ!, 10/1/47

Δ. Ζ. ΠΙΤΣΑΚΗΣ, 12/7/47

ΔΙΑΒΑΤΑ, ΣΤΗΘΙ!, 15/7/47

ΕΘΝΙΚΗ ΔΡΑΣΗ, 11/6/47

Ζουγραφιές, (;;;;)

Η ΑΛΚΥΟΝΙΔΑ, 8/1/47

Η ΑΝΑΔΡΟΜΗ, 19/4/47

Η ΑΠΟΦΡΑΔΑ, 14/6/47

Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΗ ΡΩΣΙΑ, 13/2/47

Η ΓΑΛΙΑΝΤΡΑ, 12/6/47

Η ΜΑΓΚΟΥΡΑ, 16/7/47

Η ΠΑΣΤΡΑ, 16/4/47

Η ΤΥΧΗ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΑ, 7/3/47

ΘΑΛΑΣΣΟΜΑΧΟΙ, 1/2/47

Καθώς ξημερώνει…, 13/5/47

ΚΑΤΑ ΠΟΔΑΣ!, 7/5/47

ΚΕΦΑΛΛΩΝΙΑ, 20/6/47

ΚΙ’ ΑΛΛΟΣ ΣΤΕΝΟΣ ΚΟΡΣΕΣ!, 20/3/47

ΚΛΟΠΗ ΔΥΟ ΔΙΑΝΩΝ, 21/1/47

ΚΥΡΑ ΣΕΒΑΣΤΗ, 20/5/47

ΚΥΡΙΕ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ!, 26/2/47

Λ. Ζ. Α., 14/5/47

ΛΕΥΤΕΡΙΑ!, 18/3/47

ΛΙΓΗ ΑΝΑΨΥΧΗ!, 3/7/47

ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ, 3/5/47

ΜΑΓΚΑΛΑΔΑ, 24/1/47

ΜΕΡΕΣ ΚΑΤΟΧΗΣ, 30/4/47

ΜΕΤΑ ΝΤΕΡΚΟΥΣ!, 8/7/47

ΜΙΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ, 5/2/47

ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ, 10/4/47

ΜΟΡΦΟΝΙΟΙ, 20/2/47

ΜΠΑΜΤΡΙΑΛΑΛΕ!, 12/4/47

ΜΠΟΥΚΕ ΚΑΙ ΞΑΝΑ ΜΠΟΥΚΕ!, 5/3/47

ΜΠΡΑΣΕΛΕ, 11/7/47

Νέες συνήθειες, 1/3/47

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ, 16/1/47

ΝΟΣΤΑΛΓΟΣ, 13/6/47

ΞΕΡΟΚΕΦΑΛΟΙ!, 25/4/47

ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ…, 19/6/47

Ο ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ, 6/3/47

Ο ΓΡΑΦΕΑΣ, 17/5/47

Ο Δ. Π. ΓΟΛΕΜΗΣ, 31/1/47

Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ, 28/3/47

Ο ΖΗΣΗΣ ΑΓΡΑΦΙΩΤΗΣ, 30/1/47

Ο ΚΑΛΟΚΑΓΑΘΟΣ ΣΠΥΡΟΣ, 22/1/47

Ο ΚΑΫΜΟΣ, 6/2/47

Ο ΚΑΫΜΟΣ ΤΗΣ, 22/7/47

Ο κολυμπιστής/25/1/47

Ο ΚΙΝΕΖΟΣ ΤΣΙΝ-ΤΣΟΝ, 22/2/47

Ο ΝΑΡΓΙΛΕΣ, 29/3/47

Ο ΜΑΚΡΥΔΑΚΗΣ, 19/2/47

Ο ΠΡΩΤΟΣΧΟΛΟΣ, 24/4/47

Ο ΣΤΕΦ. ΔΑΦΝΗΣ, 17/7/47

ΟΙ ΑΡΓΕΙΤΕΣ, 9/7/47

ΟΙ ΚΟΥΠΙΖΕΣ, 4/2/47

Οι σφάντζικες, 10/7/47

ΟΙ ΤΑΦΕΙΣ, 4/7/47

ΟΙ ΤΕΜΠΕΛΗΔΕΣ, 5/7/47

ΟΙ ΤΥΠΟΙ, 28/1/47

ΠΑΛΗΑ ΑΝΑΜΝΗΣΗ, 2/1/47

ΠΑΛΙΑ ΤΡΥΦΗ, 26/7/47

ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ!, 26/6/47

ΠΑΛΙΟΣ ΜΑΚΑΝΤΑΣΗΣ, 12/3/47

ΠΑΛΙΟΣ ΠΕΙΡΑΙΑΣ, 29/10/47

Περί ναργιλέ, 3/4/47

ΠΛΟΥΣΙΑ ΣΟΔΕΙΑ!..., 17/6/47

ΠΟΙΗΣΗ, 28/2/47

ΠΡΩΤΟΙ ΣΤΙΧΟΙ, 21/6/47

ΣΑΝ ΠΕΙΡΑΙΩΤΕΣ!, 21/3/47

ΣΑΡΑΝΤΑ ΚΥΜΑΤΑ, 27/5/47

ΣΠΕΥΔΕ ΒΡΑΔΕΩΣ, 17/3/47

ΣΤΗ ΛΙΑΚΑΔΑ, 4/3/47

Στην πάχνη των αναμνήσεων, 8/5/47

Στην Τρούμπα τον παληό καιρό, 22/1/47

Τ’ «ΑΜΙΛΗΤΟ ΝΕΡΟ», 27/6/47

«ΤΑΜΠΛ ΝΤ’ ΟΤ» ΣΤΟ Ν. ΦΑΛΗΡΟ, 11/1/47

ΤΑΞΙΔΑΚΙ, 22/4/47

ΤΑ ΓΥΑΛΙΑ, 21/5/47

ΤΑ «ΚΑΛΟΥΤΑΚΙΑ», 2/7/47

ΤΑ ΜΠΑΝΙΑ, 15/5/47

ΤΑ ΜΠΛΟΚΑ, 25/6/47

ΤΑ ΡΟΥΜΠΙΝΙΑ, 24/5/47

ΤΑ ΣΑΜΑΡΟΣΚΟΥΤΙΑ, 26/4/47

ΤΖΑΜ-ΤΖΑΜ ΤΟ ΓΥΑΛΙ!, 18/1/47

ΤΟ ΚΟΠΕΛΛΙ, 11/3/47

ΤΟ ΚΟΛΥΜΠΙ, 23/1/47

ΤΟ ΛΕΝΙΩ, 29/4/47

ΤΟ ΜΠΟΥΓΙΕΛΟ, 6/5/47

ΤΟ ΞΥΛΟ, 23/7/47

ΤΟ ΦΙΛΟΤΙΜΟ, 13/3/47

ΤΟ ΧΑΛΚΕΙΟ, 15/1/47

ΤΟΥΡΠ, ΓΙΑΝΝΗ!, 17/4/47

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, 19/7/47

ΤΡΙΑ ΤΑΛΕΝΤΑ, 12/1/47

ΥΠΟΜΟΝΗ!, 21/2/47

ΦΑΓΟΠΟΤΙΑ, 20/1/47

ΦΥΣΙΟΛΑΤΡΕΙΑ, 18/2/47

ΧΑΡΑ ΘΕΟΥ!, 15/2/47

ΧΑΡΑΜΑΤΑ!, 18/4/47

ΧΡΥΣΗ ΕΠΟΧΗ, 8/4/47

«Ω! ΧΑΡΑΣ ΤΟ!, 15/4/47

1869-1947, 27/2/47

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς,

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2025                       

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2025

ΟΜΟΡΦΙΕΣ ΤΗΣ ΦΡΕΑΤΙΔΑΣ του Ν. Ι. Χαντζάρα

 

ΠΟΥ ΕΙΝΕ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΑ ΠΑΛΙΑ!

          ΟΜΟΡΦΙΕΣ ΤΗΣ ΦΡΕΑΤΙΔΑΣ

Του κ. Ν. Ι. Χαντζάρα

Εφημερίδα «Χρονογράφος» 1η Ιανουαρίου 1939

 

          Φρεατίδα! Από κει πρωτοείδα το φώς του ήλιου. Απ’ αυτή δεν είδα ομορφώτερο πράμα στον κόσμο. Εγύρισα βουνά πολλά της Ελλάδας. Πουθενά δε βρήκα την χάρη και την ομορφιά των βράχων της. Από τον Πύργο του Σκουλούδη γραμμή προς το Χατζηκυριάκειο. Αυτή ήταν η οροθετική γραμμή του βασιλείου της Φρεατίδας. Κι’ ο βασιλιάς της: Ήμουν εγώ, ήτανε ο Γιώργος ο Λαλεχός κι’ ο Νίκος ο Λαλεχός, ο Κουλάτσης, ήτανε ο Παναγής ο Καντάρης, ήτανε ο Βασίλης ο Καταρτζής, οι Τζουρντοί ή Μπογιατζήδες, αδερφοξαδέρφια, οι Νικολινάκοι, οι Καβατζάδες, οι Γιαννόπουλοι ή Στραβοκέφαλοι, κι’ άλλοι, κι’ άλλοι… Οι περισσότεροι από τους φίλους αυτούς των παιδικών μου χρόνων έχουν πεθάνει. Όλοι μας είμαστε βασιλιάδες της Φρεατίδας.

          Παρά λίγο να λησμονήσω το Μήτσο το Νέζη, ζωγράφο, τον Παπαβασιλείου, τους Πιλιλόνηδες, τον Γιώργο Χαρβαλιά, διευθυντή του «Χρονογράφου».

          Κι’ αυτοί νοιώθανε τον εαυτό τους κυρίαρχο στο μικροσκοπικό βασίλειο των βράχων και των καραμπουσιών.

          Γυμνή από σπίτια σ’ όλη την έκταση την παλιάν εκείνην εποχή η Πειραϊκή Χερσόνησος. Μόνο μια στέγη στην ακρογιαλιά της, ο σταθμός του τηλέγραφου, με το φύλακά του, την Ντίεβο, μια καλή γυναίκα νησιώτισσα, από πάνω από το μυχό «λιμανάκι», εκεί, που αργότερα ο παλιός αραμπατζής Κώστας Μπαϊκούτσης έστησε το καφενεδάκι του για τους ρωμαντικούς.

          Παραπάνω από το σταθμό του τηλέγραφου το χωριό του Χαραμή, ένας συνοικισμός από φτωχόσπιτα. Αργότερα εκεί εχτίστηκε το εκκλησάκι «Ρόδο το Αμάραντο».

          Γυμνή η Φρεατίδα από στέγες. Στο ψηλότερό της μόνο σημείο διαγραφότανε η παλιά «ντάπια», ένα πρόχωμα, που τα τοπομαχικά του θα προφύλαγαν τον Πειραιά από επίθεση εχθρική που θα γινότανε από το Σαρωνικό. Εγώ την εγνώρισα λησμονημένη και εγκαταλειμμένη, χωρίς κανόνια και μ’ άδεια τη μπαρουτοθήκη της.

          Τα σταχτιά βράχια της Φρεατίδας, οι «απορρώγες βράχοι», που κατέβαιναν ως τη θάλασσα, είχανε ένα γόητρο μεγάλο για τα παιδικά μου μάτια και για τη φαντασία μου. Από την ακρογιαλιά, που είνε οι απόκρημνοι βράχοι, έρριχνα τα μάτια μου στα ψηλώματα κ’ έπαιρνα την εντύπωση πώς τα ομοιόμορφα σχεδόν βράχια ήτανε πρόβατα, που εστιάζανε γύρω από τον τσοπάνη. Κ’ έψαχνα με το μάτι μου να βρω το βοσκόπουλο, το ευτυχισμένο, που βοσκούσε ένα τόσο όμορφο και μεγάλο κοπάδι.

          «Πέτρα στην πέτρα που πατεί,-λιθάρι σε λιθάρι». Πατήσαμε χιλιάδες φορές πάνω στα βράχια της, ανάλαφρα, χαρούμενα παιδιά-ξυπόλητα-τί ευτυχία, που χάθηκε για πάντα!- κατεβαίνοντας στο λιμανάκι του Λούβαρη, που το λέγαμε και Κατρέφτη ή στο λιμανάκι της Ντιέβως ή του Τηλέγραφου ή στη Σπηλιά του Σκουλούδη, που αργότερα την έλεγαν και Σπηλιά του Λάμπη για να κολυμπήσουμε το καλοκαίρι.

          Κάποτε τραβούσαμε και για το λιμανάκι, που βρίσκεται τώρα η Σχολή των Ναυτικών Δοκίμων. Το λιμανάκι με τα μικρά βότσαλα και την αμμουδιά. Τα πουλιά χρόνια, που είμαστε μικρά παιδιά, τίποτα δε βρισκότανε εκεί, ούτε η Σχολή, ούτε το παράπηγμα του Καλαμπάκα απάνω στα ερείπια του αρχαίου τείχους του περιβόλου.

          Κατεβαίναμε από τα ψηλώματα πηδώντας και τραγουδώντας, ανάμεσα από καραμπούσια ή σπερδούκλια, όπως ελέγαμε τους ασφοδέλους του Ομήρου, που εφύτρωναν πολύ πυκνά ανάμεσα στα βράχια και που ήτανε πανηγύρι, όταν ανθίζανε, για τα παιδικά μας μάτια. Περνούσαμε ανάμεσα από «λουμινιές» με τα κίτρινα λουλούδια τους, από κρεμμύδες, από σφάκιες, από θυμάρια, από αγκάθια, τις αγριοαγκινάρες, που μέσα στο λουλούδι τους το λιλά βόσκανε χρυσοπράσινοι τσιντζήροι.

          Εφύτρωναν εκεί κι’ άγριες ελιές, μια πιθαμή, κ’ έκαναν και καρπό, κάτι ελίτσες μικροσκοπικές σαν μισό ρεβίθι. Άς αφήσουμε τα χαμολούλουδα, τις ανεμώνες, τις παπαρούνες, τα καλογεράκια, τις αγριοβιολέτες και τα χόρτα, τα ραδίκια, τ’ αλιβάρβαρα, τις γαλατσίδες, τις καφκαλήθρες και ακόμα την κρίταμη και την κάπαρη στους γκρεμούς της ακρογιαλιάς.

          Ξαναβλέπω με τη φαντασία μου ζωηρή την εικόνα της παλιάς Φρεατίδας και την άνοιξη και το καλοκαίρι και το φθινόπωρο και το χειμώνα. Σ’ όλες τις εποχές είχανε τη μαγεία τους τα βράχια της κι’ η θάλασσά της και πέρα ο Σαρωνικός.

          Οι πιό αρρενωποί και ζωηροί από τα παιδιά προτιμούσαν να κολυμπάνε στου Λουβιάρη, το λιμανάκι, που το λέγαμε και «Κατρέφτη», ή πιό πέρα, κάτω από τους γκρεμούς της Φρεατίδας ως τη βίλλα του Φακιολά.

          Όταν ο Σκουλούδης κατέβαινε να παραθερίση στον Πύργο του και στην πύλη εστηλώνανε τις δύο πήλινες κουκουβάγιες που σήμαινε πώς ο πύργος … της είχε εγκατασταθή στον Πειραιά,- δεν επιτρεπόταν στη φτωχολογιά να παίρνη τα μπάνια της στα λουτρά του περιμαντρωμένου-τμήμα της ακρογιαλιάς κάτω από τον πύργο του.

          Γυναικόπαιδα όμως κατεβαίνανε και κολυμπούσαν, όταν δεν είχε αρχίσει ακόμα τον παραθερισμό του ή είχε ανεβή στην Αθήνα με τις πρώτες ημέρες του φθινοπώρου, ενώ ακόμα ο κόσμος εκολυμπούσε.

          Κατέβαιναν τότες από την ίδια πόρτα των λουτρών και τα «παλληκαράκια» της παλιάς εποχής, παιδιά δεκαπέντε ως δεκαεφτά χρονών.

          Η εμφάνισή τους έκανε τις λουόμενες, τις αναδυόμενες Αφροδίτες σωστές Μαινάδες. Εβγαίνανε από το νερό και τους εκάνανε υποδοχή με αμμάδες και με κατρόνια, πού πέφτανε βροχή καταπάνω τους και με άγριες βρισιές ρωμαϊκες κι’ αρβανίτικες γι’ αυτούς, για τις μαννάδες τους και για τους πατεράδες τους. Τα κακόμοιρα τα παιδιά εκάνανε «όπισθεν ολοταχώς». Όπου φύγει-φύγει.

          Ξέρω την ιστορία ενού σημερινού νοικοκύρη Πειραιώτη, που μικρός είχε πάθει μεγάλο κακό, από εξαγριωμένες γυναίκες που έπαιρναν το λουτρό του στα μπάνια του Σκουλούδη.

          Είχε από την αυγή χωθή σε μιά κουφάλα βράχου και είχε μόνος του αποκλειστή εκεί με ξερολίθι. «Καλό μπανιστήρι», θα έλεγε ένας μαγκάκος της Τρούμπας. «Καλή σκοπιά», θα έγραφε στην «Εστία» ο αλησμόνητος φίλος μου Νιρβάνας «διά ένα πτωχόν… βλεπομανή». Κ’ εγώ θέλω να πιστεύω, πώς ο φίλος μου χτίστηκε στην κουφάλα του βράχου με σκοπούς αποκλειστικά… καλλιτεχνικούς και πνευματικούς.

          Το ξερολίθι εσωριάστηκε σε μιά απρόσεχτη κίνησή του και το τί επακολούθησε δεν περιγράφεται. Οι γυναίκες τον εζωγρήσανε, τον εκάνανε μαύρο στο ξύλο κ’ έπειτα φωνάξανε μιά «παπαρούνα κόκκινη», έναν αστυφύλακα του παλιού εκείνου καιρού, και του τόνε παραδώσανε για τα «περαιτέρω».

          Παιδιά από το Τσιρλονέρι κι’ από τον Άγιο Βασίλη και το Σταυρό είχαμε κάνει διάσκεψη μια φορά στον καφενέ του Τζίλου, δίπλα από την έπαυλη Μαντζαβίνου.

          Το «ακέφαλο πτώμα» της Πειραϊκής, είχε συνταράξει τον κόσμο. Κάποιοι εκβιασμοί ανυπόπτων ρωμαντικών, κάποια ληστρικά κρούσματα, η ταχτική περισυλλογή από την αστυνομία χασισοποτών, λωποδυτών, αλητών στις σπηλιές του Σκουλούδη και στη μπαρουταποθήκη την άδεια της εγκαταλειμμένης «ντάπιας».

          Ο Αννίβας προ των Πυλών! Η Πειραϊκή Χερσόνησος έχανε σιγά-σιγά την παρθενικότητά της. Ο κόσμος εχάλασε κ’ ήταν επικίνδυνος ένας περίπατος ως εκεί.

          Κάποιο παιδί γραμματισμένο είπε:

          -Έπρεπε να είχαμε λάβει μέτρα από καιρό. Να μην επιτρεπότανε στο κάθε δίποδο χωρίς κανένα έλεγχο να πατάη τα βράχια της Φρεατίδας.

          Και ένας άλλος απάντησε.

          -Έπρεπε να περιφραχτή κι’ από την ξηρά κι’ απ’ τη θάλασσα. Ναν της υψώναμε τείχη από παντού. Και ν’ αφήναμε μόνο τους καλούς να μπαίνανε μέσα. Εκείνους που θα καταλαβαίνανε από ομορφιές του κόσμου. Αυτό ήτανε το σχέδιο κάποιου γειτονόπουλου μου, που ξέρει πολλά γράμματα και το σπίτι του είνε αρχοντικό. Είχα ακούσει από τον ίδιο, πώς θα την έκλεινε σε τείχη την Πειραϊκή ολόκληρη, αν είχε τα λεφτά του Σκουλούδη!

          Αυτή την παραμονή της Πρωτοχρονιάς γύρισε ο νους μου στα περασμένα και θυμήθηκα με βαθειά συγκίνηση, πώς ήμουνα κι’ εγώ κάποτε βασιλιάς της Φρεατίδας, εκεί, που υψώνεται τώρα η όμορφη Νέα Καλλίπολις.

             Νίκος Ι. Χαντζάρας

          «Βλέποντας όλα ως έφηβος

          κατόρθωσε και πάλι,

          τον ανδρωμένο Πειραιά

          σαν έφηβο να ψάλη…»

          Αυτό το μικρό εύθυμο τετράστιχο ήρθε στη σκέψη μου καθώς αντέγραφα τις «Ομορφιές της Φρεατίδας» του τρυφερού ποιητή των «Ειδυλλίων» Νίκου Ι. Χαντζάρα. Αυτού του ένθερμου και υπερήφανου πάντα για τον τόπο καταγωγής του Πειραιολάτρη. Γέννημα θρέμμα ο τρυφερός ποιητής σαν αρχαίος «μαρμαρογλύπτης» σμιλεύει στο μαρμάρινο ποιητικό αέτωμά του την παλαιά και σύγχρονή του ιστορία του Πειραιά και των Πειραιωτών συνδημοτών του. Διαπρεπείς Πειραιώτες, επιστήμονες και καθημερινοί άνθρωποι του μόχθου και της βιοπάλης, λόγιοι, διανοούμενοι και συγγραφείς, μηχανικοί, οδοκαθαριστές και υπάλληλοι του Δήμου, ταβερνιάρηδες και φαρμακοποιοί, δικηγόροι και πρώτοι αγωνιστές συνδικαλιστές, πολιτικοί της εποχής και δήμαρχοι της πόλης, παλαιοί συμμαθητές και καθηγητές του σε Σχολεία του Πειραιά που φοίτησε, παλαιές νεανικές παρέες και κατοπινές συντροφιές του στις Πειραϊκές ταβέρνες, τα καφενεία και τα ζαχαροπλαστεία που σύχναζε, δημοσιογράφοι και εκδότες εφημερίδων, ιερείς και αρχιερείς, πρωθυπουργοί και βασιλιάδες, πρίγκηπες και πριγκίπισσες, χαρακτηριστικές λαϊκές φυσιογνωμίες της Πόλης και θεατρώνες, γηραιές γυναίκες της γειτονιάς του με τις προλήψεις και την λαϊκή τους θρησκευτικότητα και αγαθοσύνη, γειτονοπούλες και τα μέλη της οικογένειάς του, τα ζώα του σπιτιού τους και φυσικά, ο κρημνώδης και έρημος χώρος της περιοχής του Σταυρού, της εκκλησίας του Αγίου Βασιλείου, της ακτογραμμής της Πειραϊκής, της Φρεατίδας και των μικρών ορμίσκων της, το λιμανάκι του Μπαϊκούτση (αυτό που ονομάζουμε και όρμος της Αφροδίτης, του αγίου Νικολάου), λεωφόροι και σοκάκια του Πειραιά, παλαιών χρόνων ιστορικά τοπόσημα και επαύλεις, οικοδομήματα, όλα περνούν από μπροστά μας από το προσεκτικό και παρατηρητικό βλέμμα του πάντα ευαίσθητου ποιητή και ρεπόρτερ. Άγρυπνος φύλακας της Πειραϊκής γης και των χωμάτων της, με λεκτική και φραστική ακρίβεια και παρατηρητικότητα σαν τον αρχαίο δούλο του βασιλιά των βασιλέων των Περσών Δαρείου, μας υπενθυμίζει διαρκώς ποιό είναι το ένδοξο παρελθόν της Πόλης, ποιά η καταγωγή μας, η τοπική αρχέγονη ιστορία μας. Σμιλεύει και αποτυπώνει με νοσταλγία και επίγνωση ο Χαντζάρας πάνω στις πλάκες της γραφής του, ότι άλλοι παραβλέπουν ή αποσιωπούν, στέκουν αδιάφοροι. Σημαντικοί αυλητές και τραγουδιστές της Πόλης ο Λάμπρος Πορφύρας, ο Βασίλης Λαμπρολέσβιος, ο Γεώργιος Στρατήγης για να περιοριστούμε σε παλαιότερες γενιές-ενδεικτικά ονόματα- που έχουν φύγει από κοντά μας. Ο Νίκος Ι. Χαντζάρας σαν ακοίμητος φρουρός συμπληρώνει και διευρύνει τους ορίζοντες εξέτασής της, μετά τις βάσεις που έθεσαν ο πρώτος ιστορικός της Ιωάννης Μελετόπουλος, ο χρονογράφος της Άγγελος Κοσμής, ο Αντώνης Μαρμαρινός και ορισμένοι άλλοι ένθερμοι σχολιογράφοι του Πειραιά και των φιλολογικών του πεπραγμένων όπως υπήρξε ο Μανόλης Ρούνης, ο πεζογράφος και κριτικός Χρήστος Λεβάντας κλπ. Ας το επαναλάβουμε, το κοινωνικό, δημοσιογραφικό και πολιτιστικό της εποχής του «αέτωμα» που σμιλεύει ο πειραιώτης Νίκος Ι. Χαντζάρας, αυτό το φτωχόπαιδο- αγροτόπαιδο της Φρεατίδας με καταγωγή του πατέρα του από το Άργος και της μητέρας του από την Ύδρα μας άφησε μια πανοραμική εικόνα της πόλης εν κινήσει στον χρόνο και την ιστορία αξεπέραστη. Μπορεί να μην θέλησε ή να μην πρόλαβε, να αδιαφόρησε να συγκεντρώσει τα «Πειραιώτικά» του στην εφημερίδα «Η Φωνή του Πειραιώς» και σε άλλους τοπικούς τίτλους ό,τι έγραψε επώνυμα, ανώνυμα ή με ψευδώνυμο και να τα εκδώσει συμμαζεμένα, μπορεί να δείλιασε ή από υπερβολική σεμνότητα και καθημερινό της βιοπάλης του μόχθο να αμέλησε, όμως η προσωπική του μαρτυρία και ό,τι κατέγραψε και φωτογράφησε με τον φακό του βλέμματός του, την σμίλη των χεριών του αποτελούν ντοκουμέντα αλήθειας και τεκμήρια πραγματικότητας της ιστορικής διαδρομής και του προσώπου της Πόλης. Ο Νίκος Ι. Χαντζάρας δεν κάνει μυθοπλασία, δεν καταφεύγει σε «ισχάδες» γεύσεις και μυρωδιές της παλαιάς καρποφορίας του Πειραιά, δεν σκιτσάρει ότι άλλοι του εκμυστηρεύονται, ψάχνει, αναζητεί, ανασκαλεύει παλαιά έγγραφα και αρχεία, ιχνομυθεί ότι κρύβει στα σπλάχνα της ιστορίας του ο Δήμος Πειραιά και οι παλαιοί γηγενείς και νεότεροι Πειραιώτες και αφήνει ελεύθερη την νοσταλγία της φαντασίας του να τα αφηγηθεί. Σαν ένας απλός, ήρεμος παραμυθάς που εξιστορεί στους νεότερους την ιστορία αυτών των «απορρώγων» βράχων της παλαιάς εποχής που κάποτε στα βάθη των αιώνων με την άγρια γυμνότητά τους σχημάτισαν τη Νήσο που ονομάζεται Πειραιάς.

          Και τι δεν θυμάται ο Χαντζάρας στις «Ομορφιές της Φρεατίδας», πρόσωπα, κτήρια, χώρους, ονόματα βοτάνων και λουλουδιών, κρυφές περιοχές, πικάντικες ιστορίες και «μπαίν-μίξτ» απαγορευμένες κοινωνικές συνυπάρξεις αγοριών και κοριτσιών καθώς κατέβαιναν στα λιμανάκια της ακτογραμμής για μπάνιο. Στον περιφραγμένο χώρο του Κωνσταντινουπολίτη "τραπεζίτη" Σκουλούδη" (Για τον Σκουλούδη και την έπαυλή του που οικοδομήθηκε στα 1878 με 1880 ο Χαντζάρας δημοσιεύει δύο ακόμα χρονογραφήματα, 3/2/45 και 5/2/45). «Βλεπομανή» αποκαλεί ο Παύλος Νιρβάνας μας λέει ο Χαντζάρας τα έφηβα αγοράκια που κοίταζαν κρυμμένα από απόσταση τα κοριτσόπουλα να κολυμπούν μέσα στις δικές τους νεανικές ερωτικές φουσκοδεντριές. Και δεν το γλίτωναν το «μαύρο» ξύλο όταν τους έπαιρναν χαμπάρι και τους έπιαναν οι άγρυπνοι κέρβεροι φύλακες των γυναικών γιαγιάδες. Είναι αρκετά τα χρονογραφήματα του Χαντζάρα που αναφέρονται στα μπάνια «του Λαού» ή όταν πήγαινε συνοδεύοντας τον πατέρα του στη θάλασσα για να πλύνει ή ξυστρίσει τα ζώα τους, τα άλογα και την φοράδα τους.

    Τι ειδυλλιακές υπέροχες εικόνες, τι αίσθηση μιας «χαμένης αθωότητας», συναισθήματα και καταστάσεις, τι μνήμες εφηβικές και νεανικές που ο καθένας μας έχει ζήσει και λησμονήσει κατόπιν ή νοσταλγεί. Μια σπίθα χρειάζεται ενός ποιητή, μία εικόνα από έναν συγγραφέα, μία παράσταση από έναν καλλιτέχνη, μία λέξη, μία φράση από έναν δημιουργό για να ξυπνήσει μέσα μας αυτό που η Πόλη μας υπενθυμίζει πάντα. Ότι αποτελούμε αναπόσπαστο οργανικό κομμάτι της και όσων κυοφόρησε και καλλιέργησε, έζησαν, ανέπνευσαν στα χώματά της.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

23 Σεπτεμβρίου 2025

 

 

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2025

Τα ΠΕΙΡΑΙΩΤΙΚΑ ΤΟΥ 1948 ΣΤΗΝ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

 

Τα Π Ε Ι Ρ Α Ι Ω Τ Ι Κ Α του 1948

του ΝΙΚΟΥ Ι. ΧΑΝΤΖΑΡΑ

Εφημερίδα Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Μέρος 6ο

          «Πώς βλέπετε, κύριε Χαντζάρα την πνευματική κίνηση του Πειραιά;

-Η ερώτησή σας σε στιγμές, που διαδραματίζονται τεράστια πολεμικά γεγονότα, που θα κρίνουν την τύχη της ανθρωπότητας, με ξαφνίζει. Μούρχονται αμέσως στην μνήμη μου κάτι στίχοι του Παλαμά:

Μεσ’ τα ρόδα ή μεσ’ τα αίματα,

Όπου η Ελλάδα ο Λόγος θεός,

η Ομορφιά είναι η μοίρα η δέσποινα

και των όλων ο σκοπός.

Από συνέντευξη του Νίκου Ι. Χαντζάρα στον πειραιώτη ποιητή Δημήτρη Γιατράκο στην εφημερίδα «Σημαία» 27 Μαϊου 1940.

          Με την χρονιά αυτή, κλείνει ο κύκλος της καταγραφής, αποδελτίωσης, εξέτασης, οργάνωσης, διαβάσματος και ανάρτησης στα Λογοτεχνικά Πάρεργα των Ρεπορτάζ- Χρονογραφημάτων «ΠΕΙΡΑΙΩΤΙΚΑ» του δημοσιογράφου και ποιητή Νίκου Ι. Χαντζάρα τα οποία δημοσιεύτηκαν πριν 80 πάνω κάτω χρόνια στην τοπική εφημερίδα «Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ». Όπως γνωρίζουμε από τους παλαιούς φίλους του δημοσιογράφους και συγγραφείς που μας έδωσαν στοιχεία για την ζωή του ο Χαντζάρας υπήρξε μέλος και είχε χρηματίσει και πρόεδρος του Σωματείου Συντακτών του Πειραιά. Την χρονιά αυτή, δηλαδή το 1948, είχαν αρχίσει να επιδεινώνονται τα προβλήματα της υγείας του που έκαναν την εμφάνισή τους τα προηγούμενα χρόνια. Υπάρχει μία λεπτή και σύντονη διαπίστωση που του κάνει ο συντοπίτης φίλος του γηγενής Πειραιώτης Σπύρος Αραπογιάννης που ήταν 86 χρόνων σε συνάντησή τους. Λέει ο Αραπογιάννης στον Χαντζάρα: «Μα εσύ, Νίκο συνέχισεν ο Αραπογιάννης, πώς τα κατάφερες και δεν συνέχισες την Πέμπτη νεότητά σου; Ως τα Σαράντα ήσουνα νέος. Από κει και πέρα άρχισες να πέφτης. Πού ογδόντα έξη χρόνια, τον αριθμό της ηλικίας μου, πού τα εορτάζω τώρα, εν χορδαίς και οργάνοις, και που τα εξήντα τέσσερα τα δικά σου!...». βλέπε «Πειραιώτικα» ΟΓΔΟΝΤΑ ΕΞΗ! Της Τρίτης 20 Ιανουαρίου 1948, αρ. φ. 71. Από αυτήν την ημερομηνία μπορούμε να συνάγουμε και την πραγματική του ηλικία και το πιά χρονιά γεννήθηκε. Στα 1884 και όχι από λάθος που την αναβιβάζουν το 1881. Όπως θα δούμε παρακάτω στις αντιγραφές μας.

     Σοβαρά λοιπόν προβλήματα υγείας τον κατέβαλαν σωματικά και ψυχικά, διανοητικά, αναγκάζοντάς τον να μην έχει διάθεση να γράψει, να παραιτείται ακόμα και από την διάθεση να ζήσει, να σταματήσει να δημοσιεύει, να γράφει ποιήματα, να τα διορθώνει, να τα επεξεργάζεται. Βλέποντας τον εαυτό του να καταπέφτει, να έχει χάσει την παλιά του ζωντάνια, αίγλη και σωματικές του αντοχές. Η διάθεσή του για συγγραφική δημιουργία όχι μόνο είχε ελαττωθεί αλλά έπαψε κάθε του επιθυμία να διασώσει ό,τι είχε μέχρι τότε δημοσιεύσει. Διανοητικά, ψυχικά και σωματικά ήταν πλέον ένα ράκος. Ο συγγραφέας Αντώνης Μαρμαρινός που τον γνώρισε από κοντά και έτρεφε για τον ποιητή μεγάλη εκτίμηση και θαυμασμό στην εξαιρετική μελέτη του που κυκλοφόρησε το 1956 στηριζόμενος αποκλειστικά στα «Πειραιώτικά» του, ζωγραφίζει παραστατικά την ψυχογραφία του χαρακτήρα του και σκιαγραφεί με ανάγλυφο τρόπο την φυσιογνωμία του, τονίζει δε δύο φορές, το θανατικό που χτύπησε τον Χαντζάρα και την Οικογένειά του και πόσο τα σκοτεινά αυτά συμβάντα επέδρασαν καταλυτικά και ανασταλτικά στην προσωπικότητά του και την διανοητική του κατάσταση. Γράφει στην σελίδα 35:

«Το σπιτικό του Χαντζάρα το χτύπησαν μεγάλες συμφορές. Το δρεπάνι του Χάροντα θέρισε μέσα σε λίγες μέρες αγαπημένες υπάρξεις του ποιητή, τη μάνα του και την αδελφή του την Ελένη. Πιό μπροστά ακόμη, η κυρά Μπίλιω του διηγότανε το χαμό του αδελφού της πάνω στον ανθό της νιότης του. Λίγο αργότερα, έχασε τον πατέρα του. Όλος αυτός ο πόνος αυτός ο αβάσταχτος συσσωρεύτηκε μέσα στην ψυχή του ποιητή και τον αφήνει να πλημμυρίσει στα χρονογραφήματα και τα ποιήματά του: «Ένα γαλλικό τραγουδάκι τριγυρίζει στο μυαλό μου σήμερα: «Παλιές κορδέλες κι’ άνθια μαραμένα…». Είναι κάτι στίχοι γιομάτοι από μελαγχολία, απαλή που σαν να τυλίγη την ψυχή με μιάν ασημένια πάχνη, πάχνη των πρώτων φθινοπωρινών ημερών.» Και συνεχίζει στην σελίδα 37:

«Ο θάνατος της μάννας και της αδελφής του Ελένης του στοίχησε περισσότερο απ’ όλα στη ζωή: Γράφει η Χαντζάρας, «Όταν έφτασα προχτές στη Νέα Κοκκινιά, μια σαϊτα μυτερή ένοιωσα να μου σκίζη την καρδιά… Εκεί έχασα τη γριά μάννα μου, την παντρεμένη αδερφή μου και δύο παιδιά της. Όλα εθαφτήκανε στο νεκροταφείο των Αγίων Αναργύρων, σ’ ένα διάστημα δώδεκα ημερών.». Βλέπε Αντώνη Μαρμαρινού, ΠΕΙΡΑΪΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ. ΝΙΚΟΣ ΧΑΝΤΖΑΡΑΣ. Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ (ΟΠΩΣ ΤΑ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ Ο ΙΔΙΟΣ), Πειραιάς 1956, (Έκδοσις «Χρονογράφου»), σελ, 70, 1500 παλαιές δραχμές.

          Και ποιά ανθρώπινη ευαίσθητη ύπαρξη δεν θα τσακίζονταν από τόσα θανατικά που θα της συνέβαιναν και θα ξεκλήριζαν την οικογένειά της, τα κοντινά της αγαπημένα πρόσωπα σε μικρό χρονικό διάστημα. Δεν θα της προκαλούσε αβάσταχτο διαρκή πόνο, θλίψη και πίκρα δεν θα κινδύνευε να χάσει τα λογικά της. Όσες αντοχές και δυνάμεις να διαθέτει ο άνθρωπος έρχονται στιγμές που λυγίζει, τσακίζεται σαν κλαράκι ανεπανόρθωτα, νιώθει την ματαιότητα της ζωής και της τέχνης, αυτό συνέβει και με τον πειραιώτη ποιητή με τα γνωστά αποτελέσματα που τον οδήγησαν τελικά στον θάνατο. Τα τελευταία χρόνια του βίου του ήσαν δραματικά. Ο προβολέας της αγαπητικής ματιάς του με τον οποίο φώτιζε την ιστορία της Πόλης του Πειραιά και των κατοίκων της είχε σκοτεινιάσει, είχε σβήσει. Στο έργο του Νίκου Ι. Χαντζάρα συναντάμε κάτι το συγκλονιστικό που ίσως, να μην έχουμε σε άλλους Πειραιώτες συγγραφείς-με εξαίρεση μάλλον τον Πειραιώτη ποιητή Βασίλη Λαμπρολέσβιο- και εννοώ το εξής. Όταν ο Νίκος Ι. Χαντζάρας αυτοβιογραφείται μέσα στα Πειραιώτικα ενθυμήματά του φιλοτεχνεί στην ουσία τον Πειραιά την ιστορία του και τους συντοπίτες του, και όταν μας αφηγείται στιγμές, εικόνες, καταστάσεις, καθημερινά συμβάντα της Πόλης και της ιστορίας της εν κινήσει, ουσιαστικά μας μιλά και αναφέρεται στον εαυτό του, την οικογένειά του και τους κοντινούς του. Έχουμε δηλαδή κατά την γνώμη μου μία εύστοχη, πετυχημένη διπλή αυτοβιογράφηση σε μία ενιαία και αρμονική μορφή και εξιστόρηση. Ένα κοινό άλλοτε υμνητικό και άλλοτε νοσταλγικό, θλιμμένο τραγούδι αγάπης για ότι υπήρξε σημαντικότερο στην ζωή του, ο Πειραιάς.

          Επιβάλλεται να γράψουμε το εξής, αν στον Χρήστο Λεβάντα χρωστάμε την διάσωση του Αρχείου του ποιητή και την προσφορά του στο Ιστορικό Αρχείο του Δήμου, στον Αντώνη Μαρμαρινό  (Προποντίδα ;/ 1911/1912- ;/5/2006) οφείλουν τα Πειραιώτικα Γράμματα και ευρύτερα η Ελληνική Γραμματεία ότι μας κληροδότησε την μοναδική μέχρι σήμερα ολοκληρωμένη εικόνα της προσωπικότητας, του ψυχογραφήματος του Νίκου Ι. Χαντζάρα. Είναι το μοναδικό βιβλίο που μπορούμε να βασιστούμε όταν θέλουμε να έρθουμε σε επαφή με το έργο του. Ο Αντώνης Μαρμαρινός επιλέγει με προσοχή και ακρίβεια τα Χρονογραφήματα εκείνα του Χαντζάρα που φωτίζουν την προσωπικότητα του χαρακτήρα του και της γραφής του. Κομμάτια και αποσπάσματα των ετών 1945, 1946, 1947 και 1948, συνολικά 83 τον αριθμό από την «Φωνή» και 1 από τον «Χρονογράφο» και με το πρωτογενές αυτό υλικό μας μιλά για τον άνθρωπο πειραιώτη Χαντζάρα. Για το χρήσιμο αυτό βιβλίο θα αναφερθούμε σε άλλο σημείωμά μας ξεχωριστά όπως του αξίζει. Εδώ εν τάχει να αναφέρουμε ότι ο Μαρμαρινός μας δίνει την πανοραμική εικόνα ζωής του ποιητή από τα μαθητικά του, για την ακρίβεια νηπιακά του χρόνια ως τα γεράματά του, φωτίζει με αδρές πινελιές τις τρυφερότητες και ευαισθησίες του, τις πτώσεις και αδυναμίες του, τις αγάπες και ονειροπολήσεις του, τις νοσταλγίες και τους κρυφούς του πόνους και θλίψεις, τους ρεμβασμούς και αναστεναγμούς, πόθους, το σουλατσάρισμά του στους δρόμους της Πόλης, τα στέκια Καφενεία, Ζαχαροπλαστεία, Κουρεία που συχνάζει και αντλεί τις ειδήσεις και τον πυρήνα της συγγραφικής του εξομολόγησης έτσι όπως όλα αυτά καταγράφονται με ειλικρίνεια από το σταθερό χέρι και μολύβι του Νίκου Ι. Χαντζάρα στα Χρονογραφήματα. Ο Μαρμαρινός στέκεται πάνω στο Πειραιώτικο φιλολογικό φαινόμενο που ονομάζεται Νίκος Ι. Χαντζάρας και μας το αναδεικνύει με διακριτικότητα και σεβασμό. Οι βαθμοί δυστυχίας του όποτε αυτές προβάλλουν στην γραφή του ποιητή και δημοσιογράφου, στις εξομολογητικές αφηγήσεις του ο Αντώνης Μαρμαρινός είναι όσο γίνεται πιο διακριτικός και συγκαταβατικός στις τραγικές στιγμές του. Δεν παρεμβαίνει, αφήνει τον ίδιο και τα επιλεγμένα αποσπάσματα των κειμένων του να μιλήσουν απευθείας στον αναγνώστη, σπάνια τα σχολιάζει. Το μόνο που πράττει είναι να βάζει τίτλους στα αποσπάσματα που επιλέγει ως κατάλληλους της δικής του εξέτασης. Ακόμα αντιγράφει ποιήματα δημοσιευμένα και ανέκδοτα του Χαντζάρα που είχε στην κατοχή του, αναφέρει τίτλους λογοτεχνικών περιοδικών που συνεργάζονταν ο ποιητής. Εφόσον αποδεχόμαστε τα γραφόμενα του Μαρμαρινού μπορούμε να γράψουμε από την μεριά μας με επιφύλαξη (;) ότι ο συγγραφέας Αντώνης Μαρμαρινός είχε δει το Αρχείο με τους Φακέλους του Χαντζάρα. Και ίσως αυτό να εξηγεί τις διπλογραφίες και διπλοαριθμήσεις που συναντάμε στην δική μας έρευνα. Όμως για να είμαστε δίκαιοι και ακριβείς το μπέρδεμα των χαρτιών τουλάχιστον ο υποφαινόμενος δεν γνωρίζει από πού προήλθε και σε ποια χρονική περίοδο. Με την σημερινή μας καταγραφή και ταξινόμηση προσπαθούμε να βάλουμε τα πράγματα σε μία σειρά ευχόμενοι να το κατορθώσουμε.

      Οι πληροφορίες που αντλήσαμε από διάφορους χώρους όχι μόνο του Πειραιά που φυλάσσονται, τόμοι και φύλλα εφημερίδων, (Στο Παλιό Καπνεργοστάσιο παλαιότερα) μας φανερώνουν τα προβλήματα που αναφύονται όταν θελήσουμε να προσδιορίσουμε επακριβώς αριθμητικά, πόσα είναι συνολικά τα «ΠΕΙΡΑΙΩΤΙΚΑ» του Νίκου Ι. Χαντζάρα, όχι μόνο στην «Φωνή του Πειραιώς» αλλά και σε άλλους τοπικούς τίτλους εφημερίδων όπως είναι ο «Χρονογράφος», οι «Νέοι Καιροί», το «Θάρρος», η «Πρόνοια», η «Σημαία», το «Ελληνικό Μέλλον» και άλλοι δυσεύρετοι τίτλοι εντύπων όπως τους είχα σημειώσει τις προηγούμενες δεκαετίες στις καταγραφές μου. Εφόσον και από την μεριά μου μέσα στην ταλαιπωρία και κούραση των χρόνων εκείνων δεν έκανα λάθος. Πάντως το μόνο σίγουρο που μπορούμε να γράψουμε είναι ότι όσοι ασχολήθηκαν με τον Χαντζάρα μέχρι τώρα, δεν αντιγράφουν ούτε μνημονεύουν κείμενά του η δημοσιεύματά του, του έτους 1949, σταματάνε στα 1948. Το που βασίστηκαν και γιατί ενώ αναφέρουν και μήνες του 1949 έως εκεί, είναι ένα άλλο ζήτημα της έρευνας. Ούτε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι αν οι πηγές τους προέρχονται από τα τότε φύλλα των τοπικών εφημερίδων ή αποκλειστικά από το Αρχείο του ποιητή. Ενδεχομένως και να χάθηκαν φύλλα. Όμως και με το υπάρχον διασωθέν συγγραφικό υλικό της «Φωνής του Πειραιώς» να έχουμε μπροστά μας το κέρδος είναι μεγάλο για την γνωριμία μας με την ιστορία της Πόλης, των κοινωνικών συνηθειών των δημοτών των Πειραϊκών Γραμμάτων και της Ελληνικής Φιλολογίας γενικότερα.

Η Εικονογραφία του Πειραιά και οι πινελιές των χρωμάτων της από τον Νίκο Ι. Χαντζάρα μας φανερώνει έναν παθιασμένο Πειραιολάτρη, έναν Πειραιώτη που ανέπνεε το οξυγόνο του Δήμου, της Πόλης που λάτρεψε και αγάπησε δια βίου και γι’ αυτό δεν θέλησε να την εγκαταλείψει ποτέ του, αν και διέμεινε για διάστημα στον ευρύτερο χώρο που ονομάζουμε Πειραιά. Συνήθιζε πάντως να κάνει συσχετισμούς με τα συμβαίνοντα στην Αθήνα με αυτά του Πειραιά και να συναναστρέφεται δημάρχους και άλλων δήμων όπως πχ. του Κερατσινίου. Σαν κισσός περιπλέχτηκε γύρω από το Πειραϊκό δέντρο συναναπνέοντας και συνκαρποφορώντας.

Την χρονιά του 1948 έχουμε τα λιγότερα δημοσιεύματα, συνολικά όπως θα δούμε παρακάτω, κάτι παραπάνω από 20 φύλλα με «ΠΕΙΡΑΙΩΤΙΚΑ». Φυσικά υποψιαζόμαστε και πάλι ότι ορισμένοι τίτλοι είναι διπλοί, ότι ενδέχεται να τους έχουμε ξανασυναντήσει και σε προηγούμενες χρονιές, αλλά αυτό θα ξεκαθαριστεί μετά την ολοκλήρωσή τους, όταν θα κάνουμε την σούμα.

Ο ποιητικός και δημοσιογραφικός κύκλος του τερματίζεται στις αρχές του πρώτου εξαμήνου του 1949, στις 2 Ιουνίου ο Νίκος Ι. Χαντζάρας θα φύγει από την ζωή σε ηλικία 65 ετών. Εφόσον δεχόμαστε το 1884 ως ημερομηνία γεννήσεώς του όπως προαναφέραμε παραπάνω. Αλλά ακόμη και αν σαν υπόθεση εργασίας δεχτούμε το 1881 που αναβιβάζουν ορισμένοι την ημερομηνία γέννησής του-από μία διάλεξη που δόθηκε από κάποιον φέρελπι νέο για το έργο του- είχε ακόμα πολλά να μας προφέρει παρά τις κακουχίες που υπόμεινε.

Ας επαναλάβουμε, όπου έχουμε τα αρχικά Χ.Λ. παραπέμπουν στον Χρήστο Λεβάντα και το βιβλίο του, όπου Α. Μ. παραπέμπουν στον Αντώνη Μαρμαρινό και στην μελέτη του.

 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ

Τετάρτη 14/1/1948, Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΟΥ ΦΙΛΑΝΔΡΟΥ, αριθμός φύλλου 66. Χ.Λ. 247

[Φιλολογικού και όχι μόνο ενδιαφέροντος]. Ορμώμενος από μία επιστολή που του απέστειλε ο Μιχαήλ Κατζάκης τμηματάρχης του Δήμου Κερατσινίου, μας μιλά για την φιλία του με τον Δήμαρχο Κερατσινίου Κώστα Φίλανδρου και τον τόπο καταγωγής του από ένα χωριό κοντά στην Καλλίπολη της Θρακικής χερσονήσου. Μιλά για τον Φιλήντα και το γλωσσικό ζήτημα, εκθέτει τις απόψεις του για τον Γιάννη Ψυχάρη. Υπάρχει και μνεία στην φιλοπατρία του Κωνσταντινουπολίτη Πατριάρχη Ιωακείμ τον Πάνυ. Ταβέρνα Καλαμπάκα

Προσοχή

Ο Χρήστος Λεβάντας έχει και την ημερομηνία 17/1/1948. «Ηγησώ».

Τρίτη 20/1/1948, ΟΓΔΟΝΤΑ ΕΞΗ! αρ. φ. 71

*Είναι γραμμένη και η ημερομηνία Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 1948 η οποία σβήνεται.

Σημείωση: Στο ίδιο φύλλο δημοσιεύεται μέσα σε πλαίσιο και η εξής πληροφορία.

«Το «Ξημέρωμα» του κ. Ν. Ι. Χαντζάρα.

Κατά την αποψινήν εκπομπήν μουσικής του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών, ώρα 9.45 μεταξύ άλλων θα τραγουδηθή  και το περίφημον ειδύλλιον «Ξημέρωμα» του γνωστού Πειραιώτου ποιητή και συνεργάτου  μας κ. Ν. Ι. Χαντζάρα, με μουσικήν του συμπολίτου μουσουργού κ. Ιωσήφ Παπαδόπουλου (Γκρέκα).». Ακούστηκε στις 19/4/1948. Δες και Χ.Λ. 248

[Ο γηγενής Πειραιώτης Σπύρος Αραπογιάννης] Η Ταβέρνα του Λύμπου στα Καρβουνιάρικα.

Σημείωση:

Αυτός που έκανε λάθος στην ημερομηνία γέννησής του ήταν ο συγγραφέας πειραιώτης Μανόλης Ρούνης. Γράφει με παράπονο ο Χαντζάρας:

«Ένας νέος λογοτέχνης στο ελληνογαλλικό Ινστιτούτο, έκανε μια κόνφερανς για το υποκείμενό μου και μου καταρίθμησε χίλια πράματα, όλα υπέρ της τέχνης μου. Σ’ ένα έκανε λάθος. Με παρουσίασε μικρότερο πέντε χρόνια. Έτσι μου φάνηκε».

Τετάρτη 28/1/1948, Η ΕΛΕΝΗ, αρ. φ. 68

[Η σαντανέζα τραγουδίστρια Σαπφώ]. Το Καφενείο του Λάμπρου στου Τζελέπη. Το Ξενοδοχείο Παρισίων του Μακρή.

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

Τετάρτη 4/2/1948, Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΙΡΜΑΣ, αρ. φ.3

[Η φιλοζωία του] Για τον θάνατο της μικρής σκυλίτσας Ίρμας από αυτοκίνητο. Το γαλατάδικο του Μπούτου. Ο γιατρός Γκαβανόζης.

Πέμπτη 10/2/1948, ΞΗΜΕΡΩΜΑ, αρ. φ. 82

[Περί Πειραιωτών Μουσουργών. Η μελοποίηση ποιημάτων του από τον μουσουργό Ιωσήφ Παπαδόπουλο, ψευδώνυμο Γκρέκας]. Μας μιλά για τον δάσκαλό του που διέμεινε ένα διάστημα στον Πειραιά και μετείχε στα καλλιτεχνικά πράγματα τον Γεώργιο Λαμπελέτ. Ο Ιωσήφ Γκρέκας είχε μελοποιήσει 10 με 15 Ειδύλλια του Χαντζάρα. Ο Χαντζάρας αντιγράφει το μελοποιημένο Ειδύλλιό του που ακούστηκε στο Ραδιόφωνο από την ποιητική ανθολογία του Ηρακλή Αποστολίδη.

Με την ευκαιρία να αναφέρουμε ότι την περίοδο αυτή είχε κυκλοφορήσει και το βιβλίο με τα «Ειδύλλια» του ποιητή Γεωργίου Δροσίνη.

Πέμπτη 12/2/1948 Ο ΜΙΜΗΣ, αρ. φ. 65

*δημοσιεύεται και σε φύλλο με αριθμό 89. Διαπιστώνουμε λάθος στην ημέρα. Η 12η είναι Σάββατον.

[Ο Μίμης ο Παρασκευάς ή «Μητσάρας». Ο Μήτσος Παρασκευάς ήταν ρεπόρτερ της εφημερίδας «Θάρρος» του Χαραλάμπους και διάβαζε Έντγκαρ Άλλα Πόε. Η Σπηλιά του Σηραγγείου και οι θρύλοι της}. Το αρχαίο θέατρο στο παλαιό γυμναστήριο του «Πειραϊκού Συνδέσμου». Το Βασιλικό Ζαχαροπλαστείο του Κουτρουφιώτη.

ΜΑΡΤΙΟΣ

Τρίτη 16/3/1948, ΠΑΛΙΑ ΚΟΥΛΟΥΜΑ, αρ. φ. 49

*Επαναδημοσιεύεται και στο φύλλο 74

[αναμνήσεις της Κατερίνας της Κρανιδιώτισσας] Μεταφέρονται δίστιχα της εποχής.

Προσοχή

Ο Χ. Λ. καταγράφει μία ακόμη ημερομηνία 19 Μαρτίου 1948 και τον τίτλο «Δάκρυα».

Τρίτη 23/3/1948, ΤΟ ΡΟΔΟ. Α.Μ. σ. 30

Ο Α. Μ. έχει και την ημερομηνία της 23 Μαρτίου 1948, «Το Ρόδο», σ. 30. Βλέπε και 20 Μαρτίου 1948.

Τετάρτη 24/3/1948, ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ!, αρ. φ.2 Α. Μ. σ.28

[Για την θρησκεύουσα  Μητέρα του και την λαϊκή της αθωότητα] Περιοχή του Αγίου Βαασιλείου. «Ρόδον το Αμάραντο».

Τρίτη 30/3/1948, ΩΡΕ ΜΙΡΕ!, αρ. φ. 25. Α. Μ. σελ. 28

*Επαναδημοσιεύεται και στο αρ. φ. 31

[Γράφει: «Όταν ακούω αυτές τις δύο λέξεις συγκινούμαι, βαθειά. Η μία είναι ρωμαϊικη κι’ άλλη αρβανίτικη. Κι’ οι δύο αποτελούν την φράση «ώρα καλήν». Και έχει και συμπλήρωμα τη φράση «Ώρε μίρε ντρομ μπουμπάκ», (ώρα καλή κι’ στράτα σου μπαμπά…] Ο παλαίμαχος Σουσάνας, μνεία του θανάτου της μητέρας του που πέθανε στην επιδημία γρίπης. Διάβασμα του περιοδικού «Πανδώρα». Περιγραφή των Κήπων της Τερψιθέας.

          Ο Νίκος Ι. Χαντζάρας γνώριζε από την Υδραία Μάνα του αρβανίτικα και λέξεις και φράσεις διανθίζουν τα κείμενά του. Ας θυμηθούμε και τον ζωγράφο Νίκο Χατζηκυριάκο- Γκίκα, και το αρβανίτικο Λεξικό του Μάρκου Μπότσαρη.

Τετάρτη 31/3/1948, ΥΜΗΤΤΟΣ, αρ. φ. 27

*Επαναδημοσιεύεται και στο φύλλο 33

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Παρασκευή 2/4/1948, ΟΙ ΧΑΡΕΣ ΜΟΥ, αρ. φ. 30. Α.Μ. σελ. 61.

[παλαιές αναμνήσεις από τους Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, τον Τέλλο Άγρα. Το περιοδικό «Κρυστάλλης»].

Σάββατον 3/4/1948, Η ΜΑΡΙΑ, αρ. φ.34

[Η μικρούλα, δύο ετών ανιψιά του και τα λογάκια της]

Τρίτη 6/4/1948, ΟΙ ΝΕΟΙ, αρ. φ. 42

[Στέκια που σύχναζε. Συμβουλές στους νέους] Λογοτεχνικός Σύλλογος «Αργώ». Πολύβιος Βαρώνος, Γ. Τσοπανάκης, Η. Αντωνιάδης, Γ. Παπασιδέρης νέοι φιλότεχνοι της εποχής.

Παρασκευή 9/4/1948, Ο …ΑΕΡΑΣ…, αρ. φ. 63

[Όταν κολυμπούσαν σαν παιδιά γυμνοί στην θάλασσα του Πειραιά]

Πέμπτη 15/4/1948, ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΕΣ.

[Στις ακτές της Φρεαττύδος]. Ονόματα αθηναίων ποιητών.

Τρίτη 27/4/1948, ΜΠΑΙΝ-ΜΙΧΤ, αρ. φ. 93

[Τα μπάνια των αγοριών και των κοριτσιών. Και η διαταγή του διοικητή της δημοτικής αστυνομίας λοχαγός κ. Καμάρας]

Πέμπτη 29/4/1948, ΠΩΣ ΕΓΙΝΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑΡΑ, αρ. φ. 91. Α. Μ. σ.44. Ο Α. Μαρμαρινός αντιγράφει από τον τίτλο «Η ΠΑΠΑΡΟΥΝΑ».

[η Ιστορία της οδοκαθαρίστριας Κατερίνας]

ΜΑΪΟΣ

Σάββατον 1/5/1948, ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ, αρ. φ. 92

*Αναγράφεται η ημερομηνία Παρασκευή 30 Απριλίου 1948 η οποία σβήνεται.

[ανάμνηση περί του Ιταλού Φιντιρίκου που πωλούσε αχινούς και χέλια].

Τετάρτη 5/5/1948, Ο ΕΛΛΗΝΙΣΤΗΣ, αρ. φ. 32

[Περί γλώσσας]. Ο Ελληνιστής Σ. Νικολαϊδης.

Γράφει: «Παίρνω την κόλλα και γράφω απάνω-απάνω το γενικό τίτλο της στήλης μου Πειραιώτικα». Μα γιατί «Πειραιώτικα» και όχι «Περαιώτικα». Μου φαίνεται πώς λέω ψέματα. Δεν εξιστορώ την καθαρήν αλήθεια. Καμώνεται κανένας όταν γράφη. Πολλές φορές ξεφεύγει να φροντίζη να παρουσιάζη τη λέξη, όπως πραγματικά μιλιέται κι’ άλλοτε τον επιάνει μια λεπτότητα παράξενη και καταρτίζει το κείμενό του γιομάτο από υποχωρήσεις στην «καθαρεύουσα» μα και στην αρχαία.».

          Το πρόβλημα της γλώσσας και της ορθής ποιητικής ή δημοσιογραφικής έκφρασης πάντα απασχολούσε τον Νίκο Ι. Χαντζάρα, όταν βρίσκει ευκαιρία πάντα αναφέρεται και εκφράζει την γνώμη του. Γιαυτό είναι και αρκετά τα Πειραιώτικά» του που έχουν σαν θέμα τους Εκπαιδευτικά ζητήματα και αναφορές στους δασκάλους του, από το νηπιαγωγείο έως το γυμνάσιο. Η γλώσσα του είναι στρωτή και με σαφήνεια. Πόσο διαφορετική παραδείγματος χάριν από του Πειραιώτη συγγραφέα, μεταφραστή και ποιητή ακραίου  Ψυχαριστή Αλέξανδρου Πάλλη (Πειραιάς 1851- Λίβερπουλ Αγγλίας 18/3/1935)

Παρασκευή 7/5/1948, ΦΑΒΟΥΔΕΣ, αρ. φ.95

*Από λάθος αναγράφεται 1848

Τρίτη 11/5/1948, ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΕΙΣ, αρ. φ. 98.

[Πώς λεγόταν το όνομα του Σουβλή…] Ιάκωβος Δραγάτσης. Παλαιά Κέντρα του Πειραιά. Το Χάι- Λάιφ. Το μέγαρο Κατσίκη, το σπίτι του Ζολώτα. Το περιβόλι του Μυταράκη κλπ.

Τετάρτη 12/5/1948, ΒΟΛΩΝΑΚΗΣ, Χ.Λ. 250 και Α.Μ.

[Ο Πειραιώτης θαλασσογράφος ή Καραβογράφος για τον πειραιώτη τεχνοκριτικό Μανόλη Βλάχο]

Προσοχή

 Παράγραφος 251, του Χρήστου Λεβάντα στις 13 Δεκεμβρίου 1948, «Ο Γιώργος Καρατζάς» ο νεαρός πειραιώτης ποιητής που πέθανε νέος.

          Έχουμε γράψει στα Λογοτεχνικά Πάρεργα για την περίπτωση του Γιώργου Καρατζά.

          Ο φιλόλογος και δημοσιογράφος Σάββας Παπαδόπουλος, στην εφημερίδα «Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ» της 11 Ιουνίου 1945, γράφει για το Έργον του Χαντζάρα. Βλέπε ο ποιητής των «Ειδυλλίων». Ο αυλός του τραγουδιστή στις κορυφές του Παρνασσού.

Αρχινά τη δημοσίευμά του:

«Αν ο Αριστοτέλης γεννιώτανε αργότερα από τον Νίκο Χαντζάρα τον αθόρυβο Θεόκριτο του νεοελληνικού τραγουδιού θα λέγαμε πώς για τον τελευταίο αυτόν γράφτηκε ο περίφημος ορισμός της αρμονίας των αντιθέσων του μεγάλου Σταγειρίτη. Γιατί αυτή ακριβώς την εικόνα των αντιθέσεων δίνουν η ζωή και το έργο του ποιητή μας. «Ένα αγριολούλουδο αναπάντεχα στην κορυφή της τζιμινιέρας….».

          Τι παραπάνω να προσθέσουμε σήμερα.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

6ο Σημείωμα.

Πειραιάς

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2025