Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΙΜΕΝΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΙΜΕΝΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

          Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ


     Ο Ποιητής είναι ένας οικοδόμος. Όπως ο οικοδόμος με την καθοδήγηση με την καθοδήγηση του αρχιτέκτονα-μηχανικού, οικοδομεί μέσα στο-μικρό χάος-του εξωτερικού χώρου που εργάζεται, έτσι και ο ποιητής με οδηγό την σκέψη του, τις ιδέες του, την πνευματική καλλιέργεια αρχιτεκτονεί με τις λέξεις-τα γλωσσικά αυτά σήματα και σύμβολα την άβυσσο του αχαρτογράφητου χώρου που υπάρχει γύρω του και εντός του.
     Για να υποτάξει ή χαλιναγωγήσει όμως τις άλογες δυνάμεις που τον πολιορκούν, ή να μας κοινοποιήσει τις όποιες ιδέες του, χρειάζεται να γεμίσει τη φαρέτρα της σκέψεις του με λέξεις. Δεν έχει μάλλον τόσο σημασία το ποιόν αυτών των λέξεων, ούτε αν είναι ορθογραφικά και τόσο ορθές μάλλον, όσο να αποτυπώσει με μεγάλη ακρίβεια το όραμά του και να εκφράσει ορθότερα τις ιδέες του. Οι λέξεις είναι τα μικρά βέλη με τα οποία ο ποιητής στοχεύει τις όποιες ιδέες του και τις μετατρέπει σε εν δυνάμει πράξεις, σε ενεργές πράξεις όσο αυτό είναι δυνατόν. Και ανάλογα με την ευστοχία και την μαεστρία του, οι πράξεις του επιτυγχάνουν ή όχι. Τα βέλη είναι εκατοντάδες και από διάφορα υλικά κατασκευασμένα, εκτοξεύονται προς τα «πουλιά» ιδέες και όποιο πετύχει τον στόχο του, όμως η προετοιμασία και οι συγκέντρωση των βελών είναι η ίδια.
     Οι λέξεις, είναι μικρά κενά σημεία πάνω στο λευκό χαρτί που ο ποιητής γεμίζει με τις παραστάσεις των αισθητήριων οργάνων του, με το όποιο όραμά του, με τις ιδέες που του δημιουργούνται είτε από την ίδια την ζωή του είτε από την ανάγνωση κειμένων που αφορούν τον πολιτισμό και την ζωή γενικότερα. Έτσι τα μικρά αυτά σημεία, οι μικρές κουκίδες γίνονται σύμβολα επικαιρικά ή διαχρονικά. Και ενώ οι μικρές αυτές κουκκίδες δεν έπαιζαν και μεγάλο ρόλο στο οπλοστάσιο του δημιουργού, ξαφνικά μετά την σύλληψη μιας ιδέας ενός οράματος, αποκτούν μια αβάσταχτη σημασιολογική βαρύτητα τέτοια, που αρκετές φορές φτάνει στο σημείο να συνθλίψει και τον ίδιο τον δημιουργό.
    Ας μην μας διαφεύγει ότι, ούτε η φύση χρησιμοποίησε και χρησιμοποιεί όλα τα κατάλληλα υλικά για να παράσχει και να εξακολουθεί να παράγει ζωή, ο συνδυασμός και η μεθοδολογία είναι αυτά που φέρνουν το ποθητό αποτέλεσμα και αυτά σε περιορισμένη κλίμακα και με αβέβαιες χρονικές προδιαγραφές.
      Το παιχνίδι αυτό των σημείων, για να επανέλθω, μετατρέπεται σε μαγεία των συμβόλων για αυτούς που έχουν παρόμοια «ποιητική πετριά φάει» με τον δημιουργό. Με τα μικρά αυτά σύμβολα-αντίθετα από τους ζωγράφους που χρειάζονται περισσότερα χρωματικά σύμβολα για να αποτυπώσουν τους ερεθισμούς τους και να γίνουν κατανοητοί-ο ποιητής θα επιδιώξει να συσχετίσει τις ετερογενείς δυνάμεις που αιωρούνται στο σύμπαν και να τις φέρει σε αρμονική συνύπαρξη καθώς, και να εγκλωβίσει τις δυνάμεις της φαντασίας του και του ψυχικού του κόσμου μέσα σε αυτές της φύσης και το αντίστροφο.
      Για την όποια επιτυχία αυτής της σχέσης το άτομο, είναι ανάγκη να ονοματίσει τα αντικείμενα. Και όχι απλώς να τους δώσει ένα όνομα, αλλά να τα κατονομάσει με σχολαστική ακρίβεια, από εδώ αρχίζει και το ξεκαθάρισμα και η επιλογή των κατάλληλων λέξεων. Να δώσει δηλαδή στα πράγματα γύρω του και μέσα του που παραμένουν βουβά φωνή, και να τους δώσει επίσης μια σταθερή θέση μέσα στον ευμετάβλητο χωρόχρονο και τυχαίο περιβάλλον και, να οικοδομήσει ένα αισθητικό πεδίο βολής από όπου θα τα παρατηρεί και θα τα επεξεργάζεται.
       Σκοπός του είναι-όπως και κάθε ανθρώπου από την στιγμή της γέννησής του με τον δικό του τρόπο-η αναγωγή σε ένα πολυεδρικό σύστημα αναφοράς από όπου, κάθε φορά που θα παραστεί ανάγκη θα καταφύγει για να ερμηνεύσει, κατανοήσει και τιθασεύσει τα φυσικά φαινόμενα και τα αντικείμενα τα οποία είναι κατά κάποιον τρόπο βουβά ή χρειάζονται να ανακαλύψουμε την δική τους «γλώσσα» για να μπορέσουμε να συνυπάρξουμε μαζί τους. Το όνομα κάθε πράγματος που επιλέγει ο δημιουργός, είναι ένα δόκανο με το οποίο προσπαθεί να παγιδέψει το είναι του αντικειμένου, και παγιδεύοντας το, το εντάσσει σε ένα ευρύτερο οργανικό σύστημα προτάσεων που ικανοποιεί τις βασικές και νοητικές και φυσικά, τις κοινωνικές του ανάγκες επιβίωσης. Κάθε όνομα-πράγμα πλέον, βρίσκεται σε αλληλεξάρτηση με τα υπόλοιπα και όλα μαζί με τον δημιουργό. Με αυτόν τον τρόπο, τα πράγματα ασκούν μια ιδιαίτερη κοινωνική λειτουργικότητα.
      Προσπαθώντας όμως ο ποιητής, να αποκωδικοποιήσει τα αντικείμενα και να τα εντάξει στον κόσμο του με έναν νέο κώδικα ερμηνείας, αυτοπαγιδεύεται. Τα «νέα» ονόματα των αντικειμένων τον παρασέρνουν σε ένα μονομερές σύστημα ερμηνείας του εξωτερικού χώρου. Θέλοντας να τα αγκυλώσει και να τα ταξινομήσει  για να τα καταστήσει πιο εύχρηστα αφήνεται να παρασυρθεί και να μαγευτεί από αυτά σε μια ανισομερή για αυτόν σχέση. Ας θυμηθούμε τους συντρόφους του Οδυσσέα.
      Οι λέξεις είναι μια συνομοταξία παραστάσεων, που ο όποιος δημιουργός τις χρησιμοποιεί για να συσχετίσει:
α) Την Ιδέα που έχει το άτομο για τα πράγματα με αυτά τα ίδια τα πράγματα, με το βαθύτερο Είναι τους δηλαδή. Αρκετές φορές τα αντικείμενα δεν ταυτίζονται με τις ιδέες που έχουμε σχηματίσει για αυτά, και αυτό συμβαίνει γιατί αλλάζει όχι μόνο η εμπειρία του υποκειμένου που τα παρατηρεί, αλλά και η λειτουργική σχέση που έχει μαζί τους. Αλλάζοντας η βιολογική, πνευματική και ψυχική κατάσταση του παρατηρητή, μεταβάλλεται και η σχέση του με τα αντικείμενα. Όλα όπως η ιστορική εμπειρία δείχνει είναι ρευστά και ευμετάβλητα μέσα στο χωρόχρονο, τίποτα δεν παραμένει σταθερό και ίσως και σαφές για μεγάλο διάστημα.
β) Την εικόνα-παράσταση-των πραγμάτων μέσα του με την περιγραφή του χώρου που αυτά καταλαμβάνουν γύρω του.
Γιατί, εκτός από τις άμεσες παραστάσεις, έχουμε και τις έμμεσες. Μια «μυθική» περιγραφή ή μια περιγραφή από ένα άτομο που ο τρόπος σκέψης του απέχει από τον δικό μας, μπορεί να μας μεταδώσει μια παράσταση ενός αντικειμένου εντελώς διαφορετική από την ίδια την παράσταση που έχει στην πραγματικότητα το αντικείμενο. Αλλά και το σχήμα, η φόρμα, ο όγκος, το χρώμα του αντικειμένου αυξομειώνεται ανάλογα με την δική μας βιολογική ή ψυχική κατάσταση που βρισκόμαστε.
    Γιατί μάλλον, δεν υπάρχει «αντικειμενικός» χώρος γύρω μας που τον καταλαμβάνουν τα αντικείμενα, αλλά αντικείμενα και χώρος είναι αποτέλεσμα των δικών μας συγκεκριμένων ιστορικών νοητικών και φαντασιακών διεργασιών και ερμηνειών. Τα πράγματα καταλαμβάνουν έναν χώρο γιατί και εμείς αντίστοιχα καταλαμβάνουμε έναν άλλον χώρο κοντύτερα ή λιγότερο κοντά σε αυτά. Και έτσι, χρειάζεται ή θεωρούμε ότι χρειάζεται να τα εντάξουμε σε ένα πεδίο, οικείο για εμάς, για να μπορούμε όχι μόνο τα ελέγξουμε ή τα επεξεργαστούμε άλλα και να τα ελέγξουμε. Αν τα ίδια τα αντικείμενα είχαν την δυνατότητα θα μας εν έτασσαν αυτά μέσα στα δικά τους όρια χώρου για να μας επεξεργάζονται με τον δικό τους τρόπο. Το ίδιο μήπως δεν θα συνέβαινε και με τους προγόνους μας, τα άλλα είδη ζώων;
Η Θέση του χώρου τους, μεταβάλλεται, όταν μεταβάλλεται η θέση του παρατηρητή.
γ) Την ανάμνηση της χρησιμότητά τους, με την μεταβαλλόμενη λειτουργικότητα που αποκτούν αυτά, στην διάρκεια μιας περιόδου. Τα αντικείμενα εκ πρώτης όψεως ίσως από μόνα τους δεν έχουν καμιά λειτουργικότητα, την αποκτούν μόνον όταν μας είναι ευχρησιμοποίητα στο κοινωνικό περιβάλλον μας. Αυτό δεν αναιρεί τα της προηγούμενης κατηγορίας, γιατί και ο παρατηρητής και το παρατηρούμενο αντικείμενο βρίσκονται σε μια διαρκή σχέση αλληλεξάρτησης. Μπορεί το «πάνω χέρι», να το έχει το έλλογο ζώον ο άνθρωπος, αυτό δεν σημαίνει όμως σε μια διαφορετικής υφής οργάνωσης της σκέψης και της φαντασίας μας δεν θα πρυτάνευαν οι δυνάμεις των πραγμάτων. Ο άνθρωπος δεν είναι «η κορωνίδα της φύσεως» που έγραφαν οι παλαιοί, αλλά ένας κρίκος
μέσα στην αλυσίδα και εξέλιξη της τυχαίας συμπαντικής ζωής.
      Και επανερχόμενος, το σύστημα αυτό των κατά ανθρώπινη σύμβαση συμβόλων, βοηθάει τον ποιητή να αποκωδικοποιήσει την ετερότητα των αντικειμένων και να αποδώσει με γενικές ή ειδικότερες εικονικές ή λεκτικές παραστάσεις, όχι μόνο την ουσία αυτή κάθε αυτή του αντικειμένου, αλλά και την τραγική διάσταση του αισθήματος που πλημμυρίζει τον παρατηρητή, καθώς προσπαθεί να το ερμηνεύσει.
     Γιαυτό και ίσως ο δημιουργός οφείλει να αποκοπεί από τα ονόματα, και να ξαναγεννηθεί μέσα από τις σχέσεις των πραγμάτων και τις ιδέες που σχηματίζει γι αυτά.
Σίγουρα πολύ θα αντιτείνουν ότι αυτό είναι ένας κακοχωνεμένος Πλατωνισμός, αλλά ένα είναι βέβαιο πάντως, ότι οι σχέσεις μας με τα πράγματα που στέκουν βουβά γύρω μας έχει την ίδια βαρύτητα με τις σχέσεις που δημιουργούμε μεταξύ μας.
     Κύριο όργανο εξωτερίκευσης και κοινοποίησης του ποιητή είναι η γλώσσα με το όποιο φορτίο εμπειριών και ιστορικών οραμάτων αυτή κουβαλά μέσα της. Και η γλώσσα, μάλλον δεν μπορεί να ονοματίσει τα πράγματα επακριβώς, πάντα κάτι ξεφεύγει, πάντα κάτι παρερμηνεύετε, πάντα κάτι μένει-και ευτυχώς-κρυφό. Η γλώσσα ονοματίζει ή αγωνίζεται να ονοματίσει τις οραματικές ή ονειρικές παραστάσεις του υποκειμένου που την χρησιμοποιεί. Αυτό που το επιθυμητό του ατόμου προσπαθεί να ονοματίσει θέλοντας να μας το κάνει γνωστό. Αφού η γλώσσα, οδηγεί τον λόγο μόνο μάλλον μέχρι τις αιμάσσουσες παρυφές του βιώματος.
Η γλώσσα εγκλωβίζει την ουσία των πραγμάτων μέσα στους μηχανισμούς της και μας δίνει μάλλον μόνο το περίγραμμά τους. Όπως αντίστοιχα η σιωπή απεγκλωβίζει το όραμα και οριοθετεί την ελευθερία των πραγμάτων.
Όμως ποιος άνθρωπος μέσα στην Ιστορία δεν υπήρξε φιλόδοξος; Ακόμα και οι πιο μεγάλοι Άγιοι, υπήρξαν τόσο φλύαροι και μας άφησαν, τόσα πολλά χρήσιμα αλλά και άχρηστα κείμενα και γραπτά, που δεν μπορείς να αποφύγεις τον πειρασμό και να μην τους μοιάσεις τουλάχιστον στην μεταφυσική φλυαρία τους.
    Και συνεχίζοντας την δική μου φλυαρία, ο άνθρωπος αντί να προτιμήσει την ελευθερία που παρέχει η σιωπή, προτίμησε τον λόγο, αλλά ο Λόγος, του προσέφερε την ανελευθερία των (ονομάτων)μαζί με την αιωνιότητα της Ύπαρξής του.
    Έτσι δημιουργήθηκε ο Πολιτισμός και χάθηκε η Φύσις. Και η θαυμάσια ανθρώπινη φλυαρία παρήγαγε την Ιστορία του Κόσμου. Αλλοιώθηκαν τα πράγματα, αλλά κερδήθηκε το νοησιαρχικό Σύμπαν.
      Ένα Σύμπαν, που περικλείει σε μια πολιτισμική δαιδαλώδη αιωνιότητα, ονόματα, πράγματα, παραστάσεις, οράματα, ιστορίες, τον ίδιο τον δημιουργό άνθρωπο.
Και αυτός είναι ο μεταπτωτικός-για να χρησιμοποιήσω έναν θεολογικό όρο-κόσμος. Ο Κόσμος των νοησιαρχικών σχέσεων, των μετα-ονομάτων και πραγμάτων. Ο Μέγας σιωπηλός Νους, ή Μέγας Νους του Ποιητή.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη δημοσίευση, περιοδικό,
«Φιλολογική Στέγη», τεύχος 49,50,51/ Άνοιξη 1990, σελίδες 131-132.
Πειραιάς, Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014.

Υ.Γ. Και η ανθρώπινη φλυαρία-και ασφαλώς και η δική μου-συνεχίζεται ακάθεκτη μέσα στον Χρόνο και τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας.
Άραγε ο Θάνατος είναι και αυτός φλύαρος;
Έτσι, για να θυμηθούμε την συγκλονιστική σκηνή από το έργο του Σουηδού σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργμαν, «Έβδομη Σφραγίδα», που δείχνει τον Ιππότη και τον βοηθό του να επιστρέφουν στην πατρίδα τους και στον γυρισμό τους συναντούν έναν νεκρό ή καλύτερα έναν σκελετό. Και ρωτάει ο Ιππότης τον υπηρέτη που κατεβαίνει από το άλογο για να τον δει, «Τι σου είπε;» Και ο υπηρέτης του απαντά: «Ήταν πολύ λαλίστατος» εννοώντας τον πεθαμένο.
    Αλλά και για τα σύγχρονα νέα άτομα, αυτά που δεν τους λέει τίποτα ο παλαιός πολιτισμός, να θυμίσω την γνωστή διαφήμιση με τις αλκαλικές μπαταρίες; Που ένας ανθρώπινος σκελετός στέκει στην παραλία και τα γουόκμαν στα αυτιά του εξακολουθούν να παίζουν μουσική;
Γιαυτό επαναλαμβάνω, άραγε ο Θάνατος είναι και αυτός φλύαρος;

      Σύντομα όλοι μας θα μάθουμε.                           

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΗ

                  ΕΡΩΤΑΣ   ΚΑΙ   ΠΙΣΤΗ


      Παρότι ο Μαίτερλινκ υποστηρίζει ότι: «΄Ολη η ζωή των κοινωνικών εντόμων δεν είναι παρά μια υπερβατική λατρεία για το άγνωστο πνεύμα που κατευθύνει τις τύχες της κυψέλης ή της μυρμηγκοφωλιάς», πιστεύω ότι η λατρεία είναι μια ιδιότητα που αρμόζει μόνο στα έλλογα όντα.
     Είναι ένα φαινόμενο που ανάγεται στην ψυχολογία και την κοινωνική ανθρωπολογία. Οι ρίζες της πρέπει να αναζητηθούν στα απύθμενα στρώματα της ψυχής, στο μεταίχμιο του ασυνείδητου και του προσυνειδητού. Και αναφέρω προσυνειδητού, γιατί μόνο όταν η λατρεία εισχωρήσει μέσα στη σφαίρα της συνείδησης μετατρέπεται σε βίωμα και εντάσσεται μέσα στο γενικότερο κύκλο των ανθρώπινων εκδηλώσεων.
     Μόνο με την ένταξή της μέσα στην βιωματική πρακτική του κάθε ατόμου ξεχωριστά, αλλά και σαν σύνολο, μπορεί να λειτουργήσει σ’ όλη την απολυτότητα, αμεσότητα και πολυπλοκότητα των εκδηλώσεών της. Γιατί, παύει να ανήκει και να έχει ανάγκη να εκφραστεί με εκδηλώσεις πρωτογονισμού, τυφλή σχολαστικότητα και άκαιρη τυπικότητα, και, μετατρέπεται σε μέθεξη ζωικού οργασμού, υπέρβαση της υποκειμενικότητας και διάλυση του εγώ.
      Το άτομο, διασπά τις μικρές βεβαιότητες της ύπαρξής του σε ψηφίδες και τις επαναμορφοποιεί μέσα από το πρόσωπο του άλλου. Με αυτόν τον τρόπο η λατρεία αποκαθαίρεται από τα εμβόλιμα στοιχεία της φθοράς και της ηθικής και εμπλουτίζεται από μία εν δυνάμει φαντασία που νικάει την αφθαρσία και πετυχαίνει την ιστορική αιωνιότητα.
Το βίωμα αυτό, δεν είναι άλλο παρά το ερωτικό.
      «Το νόημα του ερωτισμού-γράφει ο Ζωρζ Μπατάιγ- διαφεύγει από όποιον δεν βλέπει το θρησκευτικό νόημα. Αντίστοιχα το νόημα των θρησκειών, στο σύνολό τους, διαφεύγει από όποιον παραμελήσει το δεσμό που παρουσιάζει με τον ερωτισμό».
     Ήδη από την αρχαιότητα, ο θείος Πλάτων, είχε μιλήσει για την βαθύτερη σχέση των δύο αυτών συναισθημάτων, της θρησκευτικότητας και του ερωτισμού. Με αφετηρία τις διάφορες εκδηλώσεις που συνόδευαν την θρησκευτική έκφραση των Κορυβάντων, αλλά και της ομιχλώδους και σκοτεινής Διονυσιακής λατρείας και συνέδεσε αργότερα μέσα στα έργα του, τον μυστηριακό εκστασιασμό που εκπέμπει ένα σώμα, με την αισθητική ενατένιση του ωραίου και την ηθική τελειότητα, που, μέσα από τις διάφορες νοητικές διεργασίες, οδηγείται κανείς στην μέθεξη του Θείου. Την ίδια αντίληψη, έστω και αν υπήρχε σαν σπερματική ερμηνεία του κόσμου, εκφράζει και ο Όμηρος μέσα στους διάφορους ύμνους του και τα έπη του.
      Στην Άπω Ανατολή επίσης, την ίδια ταύτιση έκαναν και οι Βραχμάνοι, κωδικοποιώντας τις πιο απόκρυφες λεπτομέρειες της ερωτικής τους έκφρασης σε ένα ιερατικό βιβλίο. Το «Κάμα Σούτρα».Την ίδια αντίληψη συναντάμε και στην Αιγυπτιακή μυθολογική παράδοση, αλλά ακόμα και οι σκληροτράχηλοι και φανατισμένοι Εβραίοι, που δεν ανέχθηκαν κανενός είδος κοινωνικό φορμαλισμό, και κανέναν άλλον Θεό πλην της δικής τους θρησκευτικής μυθολογίας, τον ίδιο συσχετισμό έκαναν μέσα από το ερωτικότατο «Άσμα Ασμάτων».
     Και η παράδοση αυτή, έστω και σε μικρή, κρυφή και περιορισμένη κλίμακα, πέρασε στον 12ο  και 13ο  αιώνα μέσα από τα κείμενα μερικών από τους πιο αξιόλογους μυστικούς-ποιητές. Όπως εκείνη του Maister Eckhart και της Αγίας Τερέζας στον δυτικό χριστιανικό χώρο, και του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου και εν μέρει του Ιωάννη της Κλίμακας στον ορθόδοξο. Αλλά και στον χώρο του μυστικού Ισλάμ, συναντάμε παρόμοιες περιπτώσεις μυστικών ποιητών, και εκφράσεις ζωής, όπως παραδείγματος χάρη του Τζαλαλαντίν Μεβλανά Ρουμί, (που ήταν από την άλλη εναντίων των Ελλήνων), του Ίμπν Ελ Αράμπι και του Πέρση Ομάρ Καγιάμ. Έστω και αν με το πέρασμα του χρόνου και την ανάπτυξη του ορθού λόγου και την εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας και την αλλαγή των κοινωνικών και ιστορικών συνθηκών προσπάθησαν να απενοχοποιήσουν τους συμβολισμούς των. Ίσως, επειδή, δεν θέλουν να συνειδητοποιήσουν οι διάφοροι κηφήνες της ιστορίας και της ηθικής, ότι μόνον ένας τρόπος υπάρχει για να υπερβεί κανείς τις αστοχίες των επιλογών του, να αφομοιώσει το θάνατο και να τον μεταλλάξει σε πρόσκαιρη ζωή, ο Έρωτας.
     Γιαυτό και ο πιστός, ο ιδανικός εραστής, ο μύστης της άφατης ομορφιάς, αναζητά μανιωδώς να ταυτιστεί με το πρόσωπο που αγαπά, που είναι ερωτευμένο. Είτε έμπρακτα όπως στις Διονυσιακές τελετουργίες, είτε νοερά μέσα από την μετουσίωση της θείας ευχαριστίας και να αποκτήσει το ίδιο, τις ιδιότητες και ενέργειες του αγαπώμενου προσώπου.
    Γιατί το «θιασεύεται ψυχάν» είναι μια μυστική ιεροτελεστία όπου ο πιστός σαν άλλος Άργος, προσπαθεί να διαφυλάξει με όλες τις σωματικές και ψυχικές του δυνάμεις την θεϊκή ενέργεια που διαχέεται μέσα του και τον υπερβαίνει.
   Γράφει χαρακτηριστικά ο στοχαστής και καθηγητής Χρήστος Γιανναράς: «Ο Κύριος έρχεται όχι μόνο χρονικά, η έλευσή του πρέπει να κατανοηθεί μέσα στο γεγονός της προσωπικής του συνάντησης με τον κάθε πιστό. Η πραγμάτωση αυτής της συνάντησης είναι ένα γεγονός ερωτικό».
      Το ερωτικό συναίσθημα και η εκφραστική μέθεξη που πηγάζει από αυτό, είτε αυτό στρέφεται προς ένα πρόσωπο, είτε προς το Θείο, δεν είναι παρά μια αγωνιώδης εξιδανίκευση των δύο βασικών πόθων που δονούν την ψυχή.
Είναι η στάση του παιδιού απέναντι στον κόσμο-πατέρα, που αντικαθρεπτίζεται μέσα από την λατρεία-φόβο, και η στάση του ενήλικα, που αισθάνεται την ανάγκη να ψηλαφίσει τον θάνατο-μητέρα, μέσα από την λατρεία-έρωτα.
Τα δύο αυτά συναισθήματα αντιμάχονται μεταξύ τους, έως ότου ισορροπήσει το άτομο. Το παιδί σχοινοβατεί ανάμεσα στην διστακτικότητα και το δέος που του προκαλεί ένας κόσμος άγνωστος και ανερμήνευτος ακόμα για αυτό, και τον ενήλικα που έχοντας αποδεχθεί ή κατακτήσει ένα μέρος της ερμηνείας του κόσμου, αισθάνεται την ανάγκη να επιστρέψει στις αρχέγονες μήτρες της ζωής.
Ο Έρωτας, είναι το ισχυρό εκείνο συναίσθημα που μπορεί να σε οδηγήσει στον νοερό παράδεισο την βιολογική κόλαση. Το ερωτικό πάθος σαν υπαρξιακή πραγματικότητα ή οπτασιακή αναζήτηση αντιπαλεύει την αιωνιότητα, μολονότι οι στιγμές του έρωτα δεν είναι συνεχείς, η επιρροή τους πάνω στις ψυχοσωματικές λειτουργίες του ερωτευμένου ατόμου, είναι τεράστιες και αμετάκλητες. Το ερωτευμένο άτομο αποκωδικοποιεί την ατομικότητά του, έτσι ώστε να γίνει κατανοητή από το αγαπώμενο πρόσωπο ενώ ταυτόχρονα, σαν μανιασμένος πειρατής προσπαθεί να κουρσέψει το σώμα του άλλου και να λαφυραγωγήσει τον ψυχικό του κόσμο. Η προσφορά στην αρχή τουλάχιστον, είναι μονομερής, το άτομο που αγαπά προσπαθεί με εξουσιαστική αυθάδεια να αναγκάσει με άμεσο ή έμμεσο τρόπο τον άλλον να τον ερωτευθεί. Καταδυναστεύει τον εαυτό του και το άλλο άτομο ελπίζοντας να το κατακτήσει. Ο συναισθηματικός του κόσμος είναι φουρτουνιασμένος, το πνεύμα του δονείται από διάφορες αμφιβολίες επιβεβαίωσης, το σώμα του πάλλεται μαρτυρικά σε κάθε σκίρτημα πλησιάσματος του άλλου σώματος, σαν μαγνήτης προσπαθεί απεγνωσμένα να εγκολπωθεί κάθε ερωτικό σκίρτημα του άλλου σώματος.
   Γιαυτό, όταν είμαστε κοντά σε ένα πρόσωπο που δεν θέλουμε υποφέρει η ψυχή μας, όταν πάλι, είμαστε μακριά  από ένα πρόσωπο που θέλουμε υποφέρει το σώμα μας.
    Αυτό το πρώτο ξύπνημα του έρωτα, αυτό το ανεξήγητο κάτι που μας κάνει να θέλουμε ένα πρόσωπο χωρίς πολλές φορές να γνωρίζουμε το γιατί, το τι είναι αυτό που μας δένει ακόμα και στο άρμα της απουσίας του, μοιάζει με την επίδραση του φωτός που έχει πάνω στον πιστό η επέμβαση της θείας Χάρης.
     Ο πιστός όπως και ερωτευμένος, σαν να ξύπνησε από ένα βαθύ λήθαργο, ατενίζει με δέος τα πάντα γύρω του, μέσα του, κυριαρχεί ακόμα ο πυρήνας του εγώ, στηρίζεται σε βεβαιότητες «πρωτόγονων»(μη ψυχαναλυτικά ερμηνεύσιμων) φαντασιακών μορφών. Η τυπολατρία και ο ακόρεστος βαυκαλισμός συνοδεύουν τον πιστό στο στάδιο αυτό. Η αυταρέσκεια της πίστης του υπερσκελίζει την βεβαιότητα του ψυχικού και σωματικού πόνου. Όμως ο σπόρος έχει ριχτεί. Ο έρωτας έστω και σε σπαργανώδη ακόμα μορφή, αρχίζει να ενεργοποιείται μέσα του. Η γέννηση της νέας αυτής κατάστασης δημιουργεί μέσα του μια νέα κριτική αξιολόγηση του κόσμου.
Ο ερωτευμένος ή ο πιστός, είναι ακόμα φασκιωμένος με τα ονειρικά του πάθη. Όταν, αργά αλλά σταθερά το άλλο άτομο αρχίζει να ενστερνίζεται το ρόλο του αγαπώμενου προσώπου και να εκπέμπει τα δικά του μηνύματα, τότε αρχίζουν να δημιουργούνται οι βάσεις ενός οικοδομήματος που θα το ονομάζαμε ενηλικίωση της βιωματικής αγάπης, ή ενηλικίωση της ύλης. Αυτής της φθαρτής και εφήμερης ιστορικής αιωνιότητας. Γιατί μόνο το παρελθόν και εν μέρει το παρόν είναι υλικό. Χρειάζεται να αυτό-αναγνωριστεί και επιβεβαιωθεί. Σε αντίθεση με το μέλλον που κινείται σε μια υπερβατική υλική βεβαιότητα.
Μιλώντας για το σήμερα, είναι μέλλον, μιλώντας για το αύριο είναι μεταφυσική.
   Τα αγαπώμενα τώρα πρόσωπα, προσπαθούν να κερδίσουν τον χρόνο, αυτόν που έχασαν πριν συναντηθούν, γνωρίζοντας το ένα το άλλο. Ανιχνεύοντας το ένα το ερωτικό παρελθόν του άλλου σε σημείο κορεσμού απόλαυσης. Καταθέτοντας τον παλαιό τους κόσμο μέσα από χιλιάδες εκμυστηρεύσεις και προβολές συγκινήσεων του παρελθόντος, και εκ βαθέων εξομολογήσεις που καθιστούν την σχέση αυτάρκη και ταυτοχρόνως επισφαλή. Πιστεύουν ότι ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, όπου η πραγματικότητα της ζωής τους αποκτά την αληθινή της αξία μέσα από την αλληλοπεριχώρηση, αλληλο-παραχώρηση και κατανόηση διαφορετικών βιωμάτων, προηγούμενων εμπειριών ζωής.
     Ο ερωτευμένος εξομολογείται, ο πιστός εξομολογείται, με το σώμα του, με την ψυχή του, με όλο τους το είναι. Η εξομολόγηση είναι η έξοδος από το εγώ της αυτάρκειας και αυταρέσκειας του καθενός μας, είναι η κοινωνία των ατόμων που αγωνίζονται κοινωνικά και ιδιωτικά να γίνουν πρόσωπα.
Πρόσωπο προς πρόσωπο, σώμα προς σώμα, ψυχή προς ψυχή, πνεύμα προς πνεύμα, όλα ένα στο πρόσκαιρο προσωπείο του καθενός μας μέσα στο σύντομο εδώ ιστορικό πέρασμά μας.
Δεν έχει σημασία πόσο βάρος από τα λεγόμενα μπορεί να σηκώσει στους συναισθηματικούς του ώμους το άλλο πρόσωπο, το άλλο πρόσωπο είναι το ευλογημένο ίχνος για να χαραχθεί η πορεία του άλλου. Είναι η προνομιακή σχέση εμπιστοσύνης που αναπτύσσεται ανάμεσα στα δύο ερωτευμένα υποκείμενα. Αυτό έχει άσβεστη ανάγκη να εξομολογηθεί, να λυτρωθεί από παλιούς έρωτες, παλαιές πληγές, παλαιά αγγίγματα ευαισθησίας, περασμένες βεβαιότητες που ξοδεύτηκαν μέσα στην ματαιότητα του για πάντα μαζί. Ο άλλος είτε είναι το αγαπώμενο πρόσωπο είτε ο θεός, είναι το μέσο μέσα από το οποίο θα καθαρθεί, θα αποπλύνει τις περασμένες εμπειρίες. Τον χρειάζεται για να κατορθώσει να απαγκιστρωθεί από την ισορροπία του παρελθόντος. Τον χρειάζεται για φανοστάτη για να ανακαλύψει νέους δρόμους.
     Ο έρωτας όπως και η πίστη, είναι ακόμα μονόπλευρος. Δεν υπάρχει αντιστοιχία ανάμεσα στις εξομολογήσεις και το ερωτικό βάθος. Η ανικανοποίητη φλόγα της πρώτης γνωριμίας αντικαθίσταται από την εγωκεντρική και λυτρωτική επιθυμία του ερωτευμένου. Το φάντασμα του πατέρα, του θεού-αφέντη είναι ακόμα παρόν. Εποπτεύει και καθοδηγεί με την παρουσία του. Παρέχει τις απαιτούμενες ασφαλιστικές ψυχολογικές δικλείδες που χρειάζεται ο πιστός και ο ερωτευμένος για να ξανα-ερμηνεύσει τον κόσμο και το περιβάλλον του.
        Ο ερωτευμένος μιλώντας ακατάπαυστα πιστεύει ότι, ο εξομολογητικός ποταμός των συναισθημάτων του και των προηγούμενων εμπειριών του, θα διοχετευθούν στην ωκεάνια αγκαλιά του πατέρα, μέσα στην οποία μαθαίνει(αυτήν την στιγμή) να κολυμπάει. Γιαυτό και ο πιστός σταυροκοπιέται συνεχώς με μανία, κάνει ατέλειωτες και επίπονες μετάνοιες, έχοντας την σιγουριά του φιλεύσπλαχνου και φιλάνθρωπου Θεού-πατέρα. Οι μετάνοιες του τον αναπαύουν, τα τάματά του τον εξευμενίζουν, οι προσευχές του τον καταπραΰνουνε, οι δοξολογίες του τον ευφραίνουν. Μπροστά στο μεγάλο ψυχικό και σωματικό πόνο, ο Θεός-πατέρας, γίνεται πιο εύπλαστος στις συνειδήσεις των πιστών. Είναι αυτήκοος μάρτυρας και έτσι άμεσα λυτρωτικός.
     Ο έρωτας, και σε αυτό το στάδιο δεν έχει ακόμα βιωθεί. Η ελευθερία του ατόμου από προηγούμενα δεσμά και αποφάσεις επιτυγχάνεται από το δικαίωμα που παρέχει ο πιστός ή ο ερωτευμένος στον εαυτό του να συνυπάρχουν ακόμα οι παλαιότερες αποφάσεις του με τις καινούργιες επιλογές του. Σχηματίζει γύρω του, ένα «ευτυχισμένο» πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται με μεγάλη άνεση και σιγουριά, βεβαιότητα και πίστη, ότι θα εξακολουθήσει και στο μέλλον η ευτυχία του. Ο αυτοναρκισσισμός του είναι έντονος. Γοητεύεται από το παιχνίδι και όχι το μυστήριο, σαγηνεύεται από τα μεγάλα λόγια και όχι την αλήθεια της σιωπής, εκστασιάζεται από τις οριζόντιες προσφορές και όχι την κάθετη θυσία. Ο ερωτευμένος στροβιλίζεται μέσα στα ηδονικά πάθη, ο πιστός καταναλίσκεται μέσα σε άκαιρες ηθικιστικές ενέργειες. Η άγνοιά τους, είναι ακόμα ανασταλτικός παράγοντας στην πορεία τους, ακόμα δεν έχουν αυτομολήσει προς το ξαφνικό και ανεπανάληπτο θαύμα.
     Γράφει χαρακτηριστικά ο Όσιος Μάρκος ο Ασκητής: «Άγνοια, αντιλέγειν προς τα ωφέλιμα παρασκευάζει…».
 Και ο πιστός και ο ερωτευμένος ακόμα φοβούνται ή δεν έχουν υποψιαστεί το συντελούμενο μέσα τους θαύμα. Φαντάζονται Διόσκουροι που πετάνε με τα φτερά του έρωτα, της πίστης, ενώ δεν βλέπουν ότι ακόμα πατάνε πάνω σε κινούμενη άμμο.
       Ο χρόνος όμως κυλάει και οι αλλαγές των χαρακτήρων των ερωτευμένων προσώπων είναι πια φανερές. Ο έρωτας και η πίστη αρχίζουν να καρποφορούν. Τα πρόσωπα, έχουν αλληλοσυμπληρωθεί και κατανοήσει το ένα το άλλο σε μια αποφατική σχέση. Ο πιστός πιστεύει ότι κατέχει την ευαρέσκεια του Θεού και ότι του είναι αέναος αρωγός. Και ο ερωτευμένος ότι έχει κερδίσει το παιχνίδι του έρωτα και μπορεί πια να το απολαύσει με όλο του το πάθος.
     Εδώ όμως είναι το κρίσιμο σημείο στη σχέση του ερωτευμένου με το άλλο πρόσωπο, και του πιστού με τον Θεό του. Τώρα αρχίζουν να διανύουν την κλιμακτήριο του έρωτά τους, την κρίση της πίστης τους. Ο έρωτας εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε μίσος, ή σε αμυντική αδιαφορία. Η πίστη σε απιστία ή ψυχαναλυτική φιλαρέσκεια. Η πίστη τις περισσότερες φορές είναι η μεγαλύτερη εγωτική απανθρωπία μέσα στην  κοινωνία, και ο έρωτας ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τις όποιες κατεστημένες βεβαιότητές μας. Αν ο ερωτευμένος, δεν αποδεχθεί το άλλο άτομο που ερωτεύθηκε σε όλη του την υλική πληρότητα, την μεγαλοσύνη του αλλά και την μηδαμινότητά του, τότε το όραμά του θα αρχίζει να κλονίζεται. Η ιδεοληψία του θα υπερισχύσει της πραγματικότητάς του. Η απαγκίστρωση του από την εικόνα που εκείνος έπλασε για το άλλο άτομο, θα έχει μοιραίες συνέπειες και στην προσωπική του ζωή και στις σχέσεις του με το πρόσωπο με το οποίο συνδέεται.
Η απομυθοποίηση του έρωτα, ήταν πάντα μια φρικτή εμπειρία, που δεν οδηγούσε όλες τις φορές στην ολοκλήρωση της προσωπικότητας του ατόμου και στην εξέλιξη της σχέσης του. Ο κατ’ επίφαση έρωτας, ο έρωτας της εξομολόγησης και όχι της υπέρβασης αρχίζει να αμαυρώνεται. Τώρα δεν υπάρχουν δύο εγώ σε ένα εμείς, αλλά δύο ανεξάρτητα εγώ που αντιπαλεύουν το ένα το άλλο, ποιο θα κατακτήσει και θα επιβάλλει την δική του ερμηνεία ζωής και έρωτα. Η φθορά περισσότερο γίνεται το στοιχείο που τροφοδοτεί την σχέση και την ερωτική προσέγγιση.
    Το ίδιο συμβαίνει και με τον πιστό. Αφού έχει εξαντλήσει τα όρια της εξομολογητικής του διάθεσης και ενστερνιστεί τον ρόλο του παιδιού μπροστά στις επιταγές και τις απαγορεύσεις του Θεού-πατέρα(του παντρε-πατρόνε), αλλά και που του συγχωράει όλα του τα ατομικά ατοπήματα και τις κοινωνικές του αδεξιότητες μπορεί να συνεχίσει ακάθεκτος πια, στο περιγέλασμα της ζωής των άλλων. Ο πιστός, με μεγάλη ευκολία ακαταμάχητο φανατισμό κεκτημένη ταχύτητα και άκριτη αγνωσία, καταδικάζει τον ή τους άλλους που δεν συμπεριφέρονται όπως αυτός,-ο τάχα εκλεκτός του υψίστου- στα θέματα λατρείας, πίστης, κοινωνικής συμπεριφοράς, μεταφυσικών εκδηλώσεων, και τους εξοβελίζει από τον κόσμο του, από την κοινότητα των καθαρών, των άμεμπτων των άσπιλων, αυτών που έχουν κερδίσει ήδη την επουράνιο βασιλεία, τους αφορίζει από την εκκλησία της πίστης του. ή πάλι, όταν δεν έχει το σθένος ούτε την επιθυμία να ασκηθεί και να αφιερωθεί στον στενό δρόμο της θέωσης,-αγιοποιεί το άλλο άτομο το καθηλώνει στο ανενεργό κάδρο της οσιότητας,- το οποίο κατάφερε μέσα από τον προσωπικό του μαρτυρικό δρόμο να ψηλαφίσει και να ανιχνεύσει τον άφατο
Θεό-Εραστή. Έτσι, είτε αφορίζοντας το δεν του μοιάζει, το απομονώνει κοινωνικά και το εξορίζει στον αντίποδα του δικού του ευλογημένου σύμπαντος, είτε αγιοποιώντας το αρκείται στην δική του μικρότητα και επαναπαύεται στην ειδωλολατρική πρακτική του. Περιχαρακώνεται σε δογματικές ανοησίες, ηθικές απαγορεύσεις, μεγαλόστομες υποσχέσεις, φανατισμένες αγαπολογίες και μπουρδολογίες περί ειρήνης του σύμπαντος κόσμου, με τον τρόπο αυτό αφομοιώνει με παθητική τυπολατρία τις προσωπικές του φοβίες και φαντασιώσεις.
«Και εν τω ελέη σου εξολοθρέψεις τους εχθρούς μου ότι δούλος σου εγώ ειμί», προσεύχεται ο πιστός,
«Πρόσθεσε αυτοίς κακά Κύριε, πρόσθεσε αυτοίς κακά τοις ενδόξοις της γης» λέει και πάλι, και πολλά άλλα που στερεώνουν την πίστη του με αρκετή μεγαλαυχία.
      Ο αφορισμός ή η αγιοποίηση, η ονειρική οπτασία ή η ιδεατή εικόνα του εραστή, είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Είναι η ερμηνεία εκείνη του κόσμου και η στάση ζωής που μουμιοποιεί το Θεό, τον ταριχεύει, αφαιρώντας του τα σπλάχνα της αγαθότητας του, έξω και πέρα από τον άνθρωπο και την ανθρώπινη ιστορία και περιπέτεια και απονεκρώνει τον έρωτα και το ερωτικό παιχνίδι.
    Γιατί «χωρίς του Θεού, ουδέν εστί. Πανταχού δε εστί και εν πάσιν ως απεριόριστος υπάρχων Θεός», γράφει ο Άγιος Αντώνιος. Και φυσικά, μπορούμε στην μεταβλητή αυτή, αντί του Θεού, να βάλουμε την λέξη Έρωτας.
  Όλα λειτουργούν στην εντέλεια, τα αντίθετα συναισθήματα είναι δεμένα σε μια διαλεκτική σχέση έτσι ώστε να αλληλοαναιρούνται και ο άνθρωπος να παραμένει ανυποψίαστος μπροστά στην φθορά του και το μυστήριο της ζωής, που συμπλέκεται και αλληλοεξαρτάται με τον Θεό και τον Έρωτα.
      Όμως υπάρχουν και οι περιπτώσεις έστω αν είναι ελάχιστες, που η ολοκλήρωση του έρωτα και της πίστης, οδηγεί στην ωρίμανση και την λαύρα της στοργής. Ο έρωτας προς το άλλο πρόσωπο δεν είναι πια μονοσήμαντος, αποδέχεται το άλλο πρόσωπο ο ερωτευμένος, πέρα από αισθητικές προθέσεις και μανιχαϊκά πρότυπα. Ο έρωτας προς τον Θεό δεν αρκείται σε προσωπικές ικανοποιήσεις, αλλά αναζητά απεγνωσμένα να βιώσει και να αντέξει τον έρωτα του πάσχοντος Θεού μέσα του. Να γίνει αυτός, όχι ο εκλεκτός αλλά ο κατά προσέγγιση ερμηνευτής που θα θυσιάσει τον εαυτό του γιατί έχει επίγνωση όχι τόσο της αλήθειας που εκπορεύεται από την μέθεξη του έρωτα, αλλά από την πολυπλοκότητα και την σχετικότητα των ανθρωπίνων σχέσεων και δαιδαλωδών βιωμάτων που οδηγούν στην «λυτρωτική» προσέγγιση του κόσμου.
      Ο εραστής προς τον Θεό και ο εραστής προς το ανθρώπινο πρόσωπο ταυτίζονται. Και τους δύο, τους έχει αφομοιώσει το πυρ της αγάπης. Φλέγονται από την ακόρεστη δίψα όχι κατάκτησης του άλλου, όχι τεκμηρίωσης της πίστης τους, αλλά υλικής μέθεξης. Είναι οι λίγες στιγμές που η ιστορία είτε ενός ατόμου, είτε ολόκληρης της ανθρωπότητας ανασταίνεται. Το παρόν με την φλόγα του έρωτα αφομοιώνει την αιωνιότητα και την μετατρέπει σε πράξη. Ο έρωτας δεν είναι πια μια ατέρμονη ονειρική ανακύκλωση προτύπων, αλλά συγκεκριμένο πρόσωπο, με την μεγαλοσύνη και τον πονεμένη μαρτυρία του, την αφέλειά του και τα πάθη του, τα θετικά της ζωής του και τα αρνητικά των πράξεών του, μέσα από το οποίο, ο άλλος, (αγαπών ή αγαπώμενος) θα ανθήσει, ώστε να αντέξει το φορτίο της μοίρας του και με την ταπεινότητα που οφείλει να περικλείει μέσα του ένας πιστός, να χαθεί μέσα στην τύρβη της ζωής, όπως η μαγιά μέσα στο ψωμί.
     Ο πιστός, σε μια παλινδρομική σχέση με τους γύρω του θα λατρέψει αυτόν που αστόχησε στην ζωή του γιατί εκείνος, είχε την δυνατότητα ή του δόθηκε η τυχερή στιγμή από την μοίρα να νιώσει την αληθινή αγάπη. Θα συμπάσχει με τον σταυρωτή του γιατί κατανοεί εμπειρικά πλέον, ότι ο έρωτας που διαχέεται από τον Θεό προς αυτόν και το αντίστροφο, δεν αγκαλιάζει μόνο τους πιστούς αλλά και τους αντιφρονούντας.
Αυτούς τους μοιραίους ωραίους άπιστους της αμφιβολίας. Γιατί στον έρωτα, δεν χωράνε ημίμετρα.
    Όταν είσαι ερωτευμένος αντιμετωπίζεις συνεχείς διαδοχικές δοκιμασίες, όχι μόνο κοινωνικές που απορρέουν από το βαθμό προσαρμοστικότητάς του κόσμου στις πνευματικές σου δυνατότητες αλλά και της υπαρξιακής σου αυτοαναίρεσης.
     Ο Έρωτας είναι μια επαναστατική διαδικασία που συνεχώς σε εμπλουτίζει με καινούργιες εμπειρίες και πρωτόγνωρα βιώματα.
Με θεωρία το ανεπίτευκτο σχεδιάζεις το επιτευκτό.
Με αφετηρία το ανέφικτο ερευνάς το εφικτό.
Με την σμίλη του ονείρου σκαλίζεις την ζωή.
Ιχνογραφείς τον έρωτά σου πάνω στο δέντρο της πίστης.
    Για τους εραστές-πιστούς, το πρόσωπο του Θεού-Άλλου, γίνεται τοτέμ όχι μιας μαγικής τελετουργίας, αλλά μιας επανεσάρκωσης της ίδιας της ζωής. Το Πρόσωπο-αυτό το μέχρι πριν λίγο καιρό άγνωστο υποκείμενο στον ερωτευμένο ή πιστό-γίνεται φορέας μιας ιερότητας και ενός τρόπου ζωής που μετατρέπει την ίδια την φύση του ατόμου σε έρωτα, το είναι το κάθε ερωτευμένου ουσιαστικά ανθρώπου σε έρωτα. Το μεταστοιχειώνει σε μια εν ενεργεία αέναη πηγή ζωής και όχι σε μια αναπαραγωγική τελετουργία για τις ανάγκες της όποιας πατρίδος ή θρησκευτικών υπαγορεύσεων. Έτσι ώστε, η καθημερινή πρακτική του κάθε ατόμου, να αποκτήσει μια διαχρονική συνέχεια και η συνέπειά του να αναιρεί τα ανασταλτικά μη λογικά πάθη του.
     Ακόμα και η οδυνηρή εμπειρία του θανάτου, χάνεται κάτω από τον κοχλασμό της ερωτικής απελευθέρωσης. Γιατί μόνον με τον Έρωτα μπορεί να εξαγιαστεί η ύλη.
     Ο αληθινός εραστής-πιστός, συναντάει το φως ή αντανακλάται πάνω του η φλόγα της ζωής, μόνον όταν αποφασίσει σαν το κερί να καεί ο ίδιος, να γίνει ο ίδιος η καύσιμος ύλη του έρωτά του, για να νιώσει τον Έρωτα, και να αντικρίσει πρόσωπο προς πρόσωπο το Θείο, μέσα στον απερινόητο γνόφο της αγνωσίας του.
      ΄Η όπως χαρακτηριστικά γράφει μέσα στο έργο του ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος:
«Αγάπη πηγή πυρός, όσον αναβλύζει, τοσούτον τον διψώντα καταφλέξει».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη δημοσίευση, περιοδικό,
«Φιλολογική Στέγη», τεύχος 48/4,6, 1989, σελίδες 73-76.
Πειραιάς, Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014.    
                          

                                        

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ

                 ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ  ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ


     Μετά τον θάνατο του Μαρξισμού, κάθε εσχατολογία είναι επιτρεπτή. Ίσως  γιαυτό ο Αμερικανός σκηνοθέτης Φράνσις Φορντ Κόπολα να γύρισε την ταινία του «Αποκάλυψη Τώρα» για τον πόλεμο του Βιετνάμ.
      Οι προφήτες έκρυψαν τα ειλητάρια τους και κατέφυγαν στα βουνά λυπημένοι και μόνοι χωρίς να τους ακολουθήσει κανείς, αηδιασμένοι από τα ιερατεία και τις δολοπλοκίες τους. Οι κατά καιρούς ερμηνευτές τους, παρανόησαν τον λόγο τους και έπλασαν μια δική τους θεωρία ο αλάστωρ λαός, ο πάντοτε πονεμένος και πάντοτε προδομένος από τις ίδιες του τις ελπίδες, αρνήθηκε να τους ακολουθήσει. Οι παλαιοί προφήτες δεν είχαν την αίγλη των σημερινών και αυτό δεν τους το συγχώρησαν ποτέ οι νέοι πιστοί.
Ο όσιοι αρνήθηκαν να αγιοποιηθούν, και έγιναν ψαράδες και βαρκάρηδες στα νησιά του Ειρηνικού, εκεί που οι τρανοί εκπρόσωποι του Θεού επί της γης, δοκιμάζουν τα πυρηνικά τους όπλα. Οι ιερομάρτυρες ταξίδεψαν για τα νησιά Γκαλαπάγκος, για να συναντηθούν με τον Δαρβίνο, και να τον συμβουλευτούν για την νέα πορεία της ανθρωπότητας.
Οι άγγελοι και οι αρχάγγελοι, οι ταξιαρχίες των Χερουβείμ και των Σεραφείμ, δεν φτερουγίζουν τα φτερά τους πλέον, δεν σκέπουν με την χάρη τους την πόλη, γιαυτό και οι καρδιές των ανθρώπων έπαψαν να ελπίζουν, τα αισθήματά τους πάγωσαν, αφέθηκαν στο έλεος της Ανάστασης.
     Οι Θεοί, κρύφτηκαν πίσω από μυστηριώδη θρησκευτικά δόγματα, θεατρικές τελετουργίες, ψαλμωδίες κακόηχων ελπίδων, αφορισμούς και επιταγές θανάτου, για να μην τους ανακαλύψουν οι θνητοί τους βεβηλώσουν, και χάσουν την αιώνια μακαριότητά τους. Και οι άλλοι, που σταυρώθηκαν για έναν χιτώνα ματωμένο, για μια μαρτυρία κούφιας ελπίδας, χάθηκαν μέσα στο ζόφο της αγνωσίας της γραφής, σκεπάστηκαν από τα πολλά κηρύγματα αγάπης.
Οι Θεοί κατανόησαν με θλίψη και απόγνωση ότι οι χθόνιοι μύθοι και οι δεισιδαιμονίες δημιούργησαν το πολιτιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται οι πιστοί τους και όχι το καθαρό πνεύμα, ο Ιστορικός Λόγος που κινεί την Ιστορία σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο.
 Έτσι, ζήτησαν από τον Φράνσις Φουκουγιάμα να γράψει για το τέλος της Ιστορίας. Μια, και ο Χέγκελ είχε πια γεράσει και η δική του θέση είχε λησμονηθεί από αυτούς που κατέλαβαν τα θερινά ανάκτορα του βασιλέα της Ιθάκης.
Εκείνος, ζήτησε για να ξαναγράψει την Ιστορία, οι άνθρωποι να κάψουν το βιβλίο της Αποκάλυψης, και να φωτίσουν με πυρίτιδα το υγρό σπήλαιο το αιώνια σκοτεινό. Να κάψουν το πιο Σουρεαλιστικό κείμενο της χριστιανικής παραμυθίας και καινοδιαθηκικής εσχατολογικής μυθολογίας.
Οι άνθρωποι δέχτηκαν, και ζήτησαν από τον Ισπανό ζωγράφο Σαλβατόρ Νταλί να προσφέρει τον «Εσταυρωμένο» του στους αυτόχθονες ινδιάνους του Αμαζονίου.
         Ο κόσμος στροβιλίζεται γύρω από τον εγωιστικό εαυτό του, κουράστηκε να επαναπαύεται μέσα στην ηρεμία της ιδεολογικής πρόσκλησης και της μεταφυσικής ελπίδας.
Η ομορφιά της ζωής απήχθη από εραστές λαθρέμπορους και μάγους Λαιστρυγόνες, που την φυλάκισαν μέσα στο λυχνάρι του Αλαντίν.
      Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος είναι η μνήμη. Και ο Λόγος σαρξ εγένετο για να σταυρωθεί η Ομορφιά, να φυλακιστεί το Κάλλος του Λόγου.
Και το εωθινό φως κυκλώθηκε από το απερινόητο χάος.
Το χάος της ελπίδας. 
Το χάος του τρόμου της τυχαίας ζωής. 
Το χάος της δημιουργικής αίσθησης.
     Τα τύμπανα του πολέμου δεν έπαψαν από τότε που ο Ιωάννης συνάντησε τον Διόνυσο μέσα στον λαβύρινθο του Λόγου, που τον ονόμασαν γραφή.
      Αυτά προβλέποντας εγώ ο μεγαλόσχημος της πίκρας και της απόγνωσης, ο ταπεινός αντιγραφέας Εκείνου, που δεν μας έδειξε ποτέ το πρόσωπό του, ο αγαπημένος μαθητής τον  οποίο ηγάπα ο μανικός εραστής, πήρα απόφαση να μην ταχυδρομήσω τις επιστολές του Δασκάλου μου. Αποφάσισα να τις τυλίξω μέσα σε ένα σάβανο και να τις κάψω, και την στάχτη τους να μην την πετάξω στον Γάγγη, αλλά να τις δώσω στον Λάζαρο, που τους τελευταίους αιώνες συναναστρέφεται τον Ιωνά και δεν μας εξομολογείται τα μυστικά του, μάλιστα αρνείται να δώσει την συγκατάθεσή του έτσι ώστε οι αδελφές του Μάρθα και Μαρία να παντρευτούν, η μία τον Κάρολο και η άλλη τον Βλαδίμηρο.
Είναι λέει φτωχαδάκια και κακοί επαναστάτες.
Και εκείνες από πείσμα που θα μείνουν γεροντοκόρες, αρνήθηκαν να δώσουν φιλοξενία και τροφή στον Παύλο, τον άφησαν να πάει στη Νέα Ρώμη νηστικό και ξυπόλυτο.
Αποφάσισα λοιπόν να καταστρέψω τις επιστολές Εκείνου με τα ενενήντα εννιά ξενικά ονόματα, γιατί εν ύπνω βρισκόμενος είδα το Όραμα που δεν μεταφράζεται. Έτσι κατάλαβα ότι κανείς δεν θα τις μελετούσε, ο Χόρχε τις είχε βουτήξει μέσα σε ένα ασκί με δηλητήριο. Και ακόμα και αν τις έπαιρναν από το σεντούκι που τις είχα κρύψει, θα τις κορνιζάριζαν στους τοίχους των σπιτιών τους για να τις λατρέψουν δίπλα στον χρυσό μόσχο.
Εξάλλου, ο κλεινός Ιωάννης είναι πολύ γέρος, τυφλός και κουφός έτσι κατάντησε από την πολύ άσκηση, δεν θα το καταλάβει. Άσε που φοβάται ότι η Σίβυλλα θα τον ερωτευθεί και θα τον κάνει να φύγει από το σπήλαιο, και εδώ έχει βρει την ησυχία του. Και αυτός ακόμα ο πανούργος Έλληνας ο Πλάτων αρνείται να τον επισκεφτεί, προτιμά να συναναστρέφεται τους Μεδίκους και τους διαφόρους Φορντ, αυτούς τους πλούσιους αργόσχολους του Κήπου των ηδονών.
        Κανένας πάλι, δοκησίσοφος αρχιερέας ή μοναχός δεν πρόκειται να σκύψει με σεβασμό και αγάπη πάνω από τις επιστολές και να τις μελετήσει. Αυτοί οι θεοφιλέστατοι της απελπισίας περί άλλων τυρβάζουν, δεν έχουν χρόνο για τόσο ποταπά ζητήματα, όπως είναι η σωτηρία των ψυχών ημών και υμών που αναφέρουν οι επιστολές.
Ει τις εις αιχμαλωσίαν, εις αιχμαλωσίαν υπάγει, ει τις εν μαχαίρα αποκτενεί, δει αυτόν αιχμαλωσίαν υπάγει, δει αυτόν εν μαχαίρα αποκτανθήναι…
     Και ενώ όλοι μιλούν και ομνύουν σε Εκείνον και στο όνομά του κάνουν βαθιές γονυκλισίες, αντάλλαξαν εδώ και αιώνες την Θυσία με την Εξουσία. Η ταπεινότητα εκείνου μετετράπηκε σε ιερατική έπαρση, σε μοναστική φιλαυτία σωτηρίας. Έκτισαν μεγαλοπρεπείς εκκλησίες, μεγάλα ομαδικά κενοτάφια για να στοιβάζουν τους οβολούς των αφελών που μαζεύουν στο όνομά του.
Τα κοιμητήριά μας, δείχνουν το βαθμό της απιστίας μας-τους.
Κατάργησαν το απλό του όνομα για να δοξάσουν τους πομπώδεις και κούφιους τίτλους των αξιωμάτων τους.
Αυτοί οι ομφαλοψυχίτες φαναριώτες αμαύρωσαν τις ψυχές των ανθρώπων. 
Εμείς του άμωμου κέρδους προαγωγοί.
Και ου μετενόησαν εκ των φόνων αυτών, ούτε εκ των φαρμάκων αυτών, ούτε εκ…
    «Μονάχα από τον τρόμο του κενού
                                Απόλυτου Τίποτα,
Που το περιβάλλον του
             αυτά τα φαντάσματα γητεύουν.
Μια μακάβρια σκέψη είναι ανεξέλικτη,
                      πληκτική  Στέρηση,
Αν και αυτό δεν είναι παρά μια συμφορά
                             του Καθαρτηρίου:
Η Κόλαση γνωρίζει φόβο ακόμη πιο τρομακτικό,
Έναν φόβο-μια μελλοντική κατάσταση-
                            που είναι η θετική Άρνηση!».
       Εγώ ο αγαπημένος μαθητής Εκείνου, του κλεινού Ιωάννη προείδα, γιαυτό πήρα την απόφαση να κάψω τις επιστολές με την πυρά που άναψαν οι ιερείς της Ιεράς εξέτασης. 
Είδα τους αυτοκράτορες και τους αρχιερείς, τους τραπεζίτες και τους ερμηνευτές των νόμων, τους δημοκόπους εθνοσωτήρες και τους μοναχούς-γέροντες, να καταστρέφουν τον Κόσμο με τις χορηγίες που τους προσέφεραν οι έμποροι των όπλων. Έκλεισαν με κερήθρες τα αυτιά τους, με ουράνιες ψαλμωδίες, για να μην ακούν τον αντίλαλο των παιδικών φωνών που πεθαίνουν αβοήθητα στην Ρουάντα, την Βοσνία, το Ζαίρ. Λησμόνησαν τα κρεματόρια του Άουσβιτς και του Νταχάου, οι ίδιοι αυτοί που τα δημιούργησαν. Ξέχασαν τους Εβραίους με το άστρο του Δαυίδ, που τους αποδεκάτισαν. Ξέχασαν τους Ομοφυλόφιλους με τα Ροζ τρίγωνα που τους έστειλαν στα κρεματόρια. Ξέχασαν τους αθίγγανους που τους ξεκλήρισαν. Ξέχασαν τους σωματικά ασθενείς που τους δολοφόνησαν. Αυτοί, οι ιερείς του Θεού και του Πολιτισμού.
    Οι μαυροφορημένες μανάδες, έμειναν αγράμματες και μαραγκιασμένες, άσπιλες και ανέγγιχτες για πολλούς αιώνες, γονατιστές μέσα στο σπήλαιο για να τιμήσουν τους νεκρούς τους. Για να ενώσουν τον ολολυγμό τους μαζί με εκείνον της αμνάδας όταν της παίρνουν τον αμνό της για να τον θυσιάσουν το Πάσχα μέσα στις εκκλησίες των πέτρινων φόβων.
   Οι οφθαλμοί μου σφραγίσθηκαν από την θλίψη.
Αυτοί οι ιερομόναχοι Φαρισαίοι, και πολιτικοί γραμματείς σταύρωσαν εκείνον, τον Κόσμο.
Η εξουσία, η περιβεβλημένη μοβ και πορφύρα κοκκίνη, και χρυσωμένη αισθήτα και χρυσίο και λίθο…, ότι μια ώρα ηρημώθη ο τοσούτος πλούτος της.
    Και αφού έκλεισαν Εκείνον μέσα σε κορνίζες και ιερά σκεύη για να μην ακούει τον θρήνο και τον σπαραγμό των θνητών, άρχισαν να μολύνουν και το περιβάλλον. Με κάθε μέσο και όποιο τρόπο μπορούν.
Καγιανισκάκι.
    Γιαυτό θα καταστρέψω τις επιστολές, εγώ ο αμαρτωλός λογοπλάνος. Για να ξυπνήσω:
«Ξαναφτιαγμένος σε καινούργιο κόσμο
 Ελεύθερο-μια φλόγα, μια πνοή
που να την πω δεν ξέρω…»
    Έρχου, Έρχου, έσχατη πλάνη της φαντασίας μου και δρόσισε τα διψασμένα χείλη της ψυχής μου με ύδωρ ζωής δωρεάν.
    Έρχου, Έρχου, σκοτεινέ αστέρα της Γνώσης και αγίασε τους έχοντας το όνομα του θυσιασμένου Αρνίου στο μέτωπό τους.
    Έρχου, Έρχου, μακαρία μνήμη των ανθρώπων, σαρκωμένε Λόγε που βγήκες από το αυγό του Φάνη, και πρόσφερε την αιώνια ανάπαυση ότι ο χρόνος εγγύς.
    Εγώ ο αγαπημένος μαθητής του κλεινού Ιωάννη, ο Σαλλός της γνώσης και της μέθεξης φίλος, ο θαυμαστής της Ομορφιάς των αγαλμάτων με τα κάτασπρα γυμνά μέλη της αθωότητας των ανθρώπων, αυτά που σε οδηγούν στην αιώνια σιωπή και την διαρκή περιπέτεια της αυτοσυνειδησίας.
Ο εραστής της ποίησης των λουλουδιών και των στίχων, ο λάτρης των ένθεων γνωστικών που φυλακίστηκαν μέσα στο πιστεύω τους για να δοξασθούν από την Ιστορία ανεπίγνωστα. Ο θυμιατισμένος από έρωτα φωτός, και μύστης του λαμπερού ζόφου. Ο ακριδοκτόνος και πελασγικός.
Κατά πρόσωπό μου χλεύασαν οι νέοι Αλεξανδρείς.
Όμως εγώ Είδα.
Το εσφαγμένο αρνίο σαν λαμπάδα καιόμενη να φωτίζει τον κόσμο με Έλεος.
Είδα τον Πενθέα να μαζεύει τις σάρκες της ανθρωπότητας για να δημιουργήσει τον νέο Αδάμ.
Είδα τον Οδυσσέα να προσκαλεί σε νέα ταξίδια όλους τους πληγωμένους εραστές της ζωής.
Είδα Εκείνον, μέσα σε μια πύρινη βάρκα φωτός να μου ψιθυρίζει:
Όσους εγώ εάν φιλώ, ελέγχω και παιδεύω.
Και η φωνή του, ως φωνή υδάτων πολλών.
      Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί θα χαθούν τελειωτικά.
      Μακάριοι οι συγχωρούντες, ότι αυτοί θα σταυρωθούν μοναδικά.
      Μακάριοι οι προδομένοι της αγάπης, ότι αυτοί δεν θα αγαπηθούν ξανά.
      Μακάριοι οι κάθε είδους περιθωριακοί, ότι γιαυτούς ηχεί ο παιάνας της ζωής.
     Μνήμη και λήθη του κόσμου, όραμα και πράξη του μεγάλου Νου των ανθρώπων, όνειρο και έλεος του Θεού, όλα Ένα στο αιώνιο αλώνι της Ζωής.
Ένας μούστος που κοχλάζει η σκέψη μας, ένα κρασί που μεθά τα όνειρά μας.
Πλησιάζει Εκείνος, ο μη έχων μορφή, ο αιώνιος Νάρκισσος που δεν μπορεί να δει το πρόσωπό του στον καθρέπτη του Κόσμου.
      Όμως αλί μου, είμαι πια πολύ γέρος, οι δάσκαλοι έχουν πεθάνει προ πολλού, οι προφήτες χάθηκαν πάνω στις βουνοκορφές με τις ύαινες, ο Υάκινθος ξαπλωμένος μέσα στο φέρετρο του έρωτα δεν θα αναστηθεί ξανά.
Ω! Βάκχες και Σιληνοί, είμαι ένας γέρος αντιγραφέας οραμάτων μυστικών, ονείρων μες στην πυρφόρα ομίχλη του χρόνου, διαβάζω το παλαιό ιερό κείμενο με το φως του φεγγαριού να σκιάζει την όρασή μου.
Και δεν διακρίνω κλεινέ Ιωάννη τον καβαλάρη που καλπάζει προς εμέ. Δεν διακρίνω αν είναι το εσφαγμένο αρνίο ή ο μαύρος καβαλάρης.
      Μακάριοι οι έχοντες την χάριν τους….

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα,
«Η Φωνή του Πειραιώς», 26-Σεπτεμβρίου 1995.
Υ. Γ. Τα ποιητικά αποσπάσματα είναι:
Από την Αποκάλυψη του Ιωάννη.
Από το «Ο Ναρκωμένος Αρχάγγελος», S. T. Coleridge, βιβλίο του Πειραιώτη συγγραφέα και καθηγητή Βαγγέλη Αθανασόπουλου, εκδόσεις Χατζηνικολή 1991, σελίδα 46.
Από ποίημα του ποιητή, συγγραφέα και σκηνοθέτη, Πιέρ Πάολο Παζολίνι, από το βιβλίο του Παναγιώτη Χρ. Χατζηγάκη, «Από την Ιταλική Ποίηση», Αθήνα 1976, σελίδα 101.
Και από το «Άξιον Εστί», του Οδυσσέα Ελύτη.

Πειραιάς, Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013.      
   
                                               
   


            

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΚΙΝΗΣ ΙΑΚΩΒΟΣ

                 ΚΟΜΠΟΣΚΟΙΝΙ  ΘΑΝΑΤΟΥ



     Σάββατο πρωί, στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Νικολάου στην Νίκαια,
Αρχιερείς, ιερείς, μοναχοί και μοναχές, ενδεδυμένοι την πένθιμη φορεσιά τους, και πλήθος κόσμου, ψέλνουν και μοιρολογούν τον μεταστάντα δεύτερο αρχιερέα της πόλης της Νίκαιας, τον κυρό Ιάκωβο (Παπαθανασίου από τα Μέγαρα).
      Εκείνος, στην μέση του ιερού Ναού να αναπαύεται γαλήνια μέσα στο ξύλινο κιβούρι με το γυάλινο σκέπασμα.
Στέκει σιωπηλός, με τα χέρια σταυρωμένα, αινιγματικά μυστηριώδης για το που πηγαίνει. Με πρόσωπο γαλήνιο, και μια αδιόρατη καλοσύνη να διαφαίνεται στο ξεκούραστο πλέον σώμα του. Θάμπος και φοβισμένη ευδαιμονία.
Φοβερόν το του Θανάτου μυστήριο.
      Θάνατος δια Θανάτου νικάται. Θάνατος φρούδος ώφθη.
      Καθισμένος σε μια γωνιά παρακολουθώ την νεκρώσιμη ακολουθία, και η σκέψη μου, πεταρίζει στο παρελθόν όταν τον πρωτοσυνάντησα.
Ήταν ο δεύτερος μητροπολίτης της μεγάλης πόλης της Νίκαιας, έγινε αυτόνομος Δήμος το 1933, της μεγάλης αυτής προσφυγομάνας πόλης, που οι κάτοικοί της είχαν έρθει εξόριστοι και διωγμένοι από την Μικρά Ασία, μετά την Καταστροφή και τον ξεριζωμό του 1922. Κάτοικοι απλοί, καλοσυνάτοι, πρόσχαροι, φιλόξενοι και αρκετά ομιλητικοί. Έμεναν σε παραγκουπόλεις που έφτιαξαν πρόχειρα για να στεγασθούν. Μικρές καμαρούλες με ξύλινα συνήθως πατώματα, και για σκεπή είχαν τσίγκους με πισσόχαρτο, ή ξύλινες που έσταζαν οροφές. Αλλά όλα σχεδόν τα μικρά πολύχρωμα σπιτάκια αυτά που στέγαζαν τους καημούς τα βάσανα και την φτώχεια των ξεριζωμένων αυτών ανθρώπων, είχαν παρτέρια και μπαλκόνια με λουλούδια. Δεκάδες λουλούδια όλων των ειδών μοσχοβολούσαν και εξακολουθούν να μοσχοβολούν στις γειτονιές και τα σοκάκια της περιοχής. Άνθρωποι θρήσκοι, αλλά και αγωνιστές της βιοπάλης και της πολιτικής. Βενιζελογενείς οι περισσότεροι, αργότερα αριστεροί με μέτωπο κοινωνικά καθαρό, έντιμοι στις συναλλαγές τους και ανδρικό ήθος, που κουβαλούσαν από τις εστίες των προγόνων τους που με βίαιο τρόπο ξεριζώθηκαν.
    Πρώτος μητροπολίτης Νίκαιας υπήρξε ο Γεώργιος Παυλίδης,(1918-1990) άτομο αυστηρό αλλά δίκαιο, συντηρητικών πεποιθήσεων διαφέντεψε την πόλη για μεγάλο χρονικό διάστημα, από το 1967 έως το 1990
     Δεύτερος μητροπολίτης της μετά την εκδημία του Γεωργίου, εκλέχθηκε ο Ιάκωβος, (Παπαθανασίου-Γκίνης)(1990-1994) είχε γεννηθεί το 1936, αρχιγραμματέας της ιεράς συνόδου, ηγουμένευσε μέχρι το θάνατό του το 1994. Στην συνέχεια εκλέχθηκε ο Πειραιώτης Αλέξιος Βρυώνης, γεννήθηκε το 1944.
    Θυμάμαι τις συζητήσεις μας που κάναμε στο Μητροπολιτικό μέγαρο, όταν τρώγαμε μαζί με άλλα πρόσωπα στην κουζίνα, τις διαφωνίες μας, τις γόνιμες για μένα αντιπαραθέσεις. Πάμπολλες φορές φάγαμε μαζί, ιδιαίτερα μετά την συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει μαζί με άλλους ιερείς της Μητρόπολης και την μητέρα του, μια μεγάλης ηλικίας καλοσυνάτη γιαγιά, πρόσχαρη και φιλόξενη και, καλή μαγείρισσα.
       Ο κυρός Ιάκωβος, δεν ήταν ο επίσκοπος που αποζητούσε την δημοσιότητα, δεν του άρεσαν οι μεγάλες χριστιανικές ή εκκλησιαστικές κουβέντες, αυτές που δεν λένε τίποτα στον  απλό πιστό και τις καθημερινές του ανάγκες. Δεν άντεχε όπως μου έλεγε τον έπαινο των πολιτικά ισχυρών και πολιτικά καιροσκόπων, όπως συμβαίνει μάλλον με αρκετούς επισκόπους με τις υλοβιωτικές τους φιλοδοξίες.
     Εάν γαρ και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου, ου φοβηθήσομαι κακά, ότι συ μετ’ εμού ει…
     Ήταν μικρός το δέμας αλλά σεμνός στο επισκοπικό του ήθος, σχεδόν αθόρυβος στις διοικητικές του κινήσεις, διακριτικός στις συμβουλευτικές του προτροπές.
     Που φλέγον αμαρτίας την ύλην και εμπιμπρών παθών τας ακάνθας και όλον φωτιζόν με.
    Αγαπούσε πολύ την ψαλτική τέχνη, πίστευε στην νέα γενιά και τα ιδανικά της, και ακολουθούσε την εκκλησιαστική τάξη και παράδοση.
     Στους ιερείς της Μητρόπολης δεν συμπεριφέρονταν όπως γνώριζα δεσποτικά, αλλά με υπομονή, επιείκεια, στοργή και διπλωματικότητα. Γνώριζε ότι είχε αναλάβει μια τεράστια μητροπολιτική περιφέρεια, που ίσως ήταν εκ των πραγμάτων δύσκολο εκκλησιαστικά να διοικηθεί. Είχε αφήσει από ότι είχα μάθει, ανέπαφο τον λειτουργικό μηχανισμό διοίκησης του προκατόχου του.
Μακριά από δήθεν ευσεβείς κόλακες που τον περιτριγύριζαν, προσπαθούσε να αποκοπεί από το ασφυκτικό κλίμα των οργανωσιακών που σαν γάγγραινα περισφίγγει το εκκλησιαστικό σώμα όπως πίστευε.
Δεν αγαπούσε τις πομπώδεις δηλώσεις που έκαναν άλλοι αρχιερείς, από την Ξάνθη και αλλού, υποψήφιοι του αρχιεπισκοπικού θρόνου, παρά γνήσιοι το φρόνημα πνευματικοί ηγέτες. Ούτε συμφωνούσε με τις υπερ συντηρητικές εκδηλώσεις και επιλογές ολιγόνοων που διοικούσαν όμορες μητροπολιτικές περιφέρειες.
Στέκονταν μακριά από εκκλησιαστικές τρόικες και ιδιοτελείς εκκλησιαστικές διασυνδέσεις.
   Εικών ειμί της αρρήτου δόξης σου ει και στίγματα φέρω πταισμάτων.
     Επιζητούσε το συναξαρικό εκκλησιαστικό φρόνημα και αυτό πρόβαλλε στις δημόσιες εμφανίσεις του.
    Πληρούται η ασματογράφος φωνή, τώρα που οι πρόσκαιροι ίσκιοι αναλύθηκαν στο απρόσιτο φως της μιας Αυγής.
     Η συνεργασία του με την Δημοτική αρχή ήταν άψογη, παρότι ιδεολογικά και πολιτικά αντίθετη με τα δικά του πιστεύω σαν έλληνας. Συμπονούσε και συμπαραστέκονταν στον βασανισμένο και πονεμένο προσφυγικό κόσμο της Νίκαιας. Θυμάμαι τις μέρες που κατεβαίναμε στην λαίκή αγορά της περιοχής, μπροστά από την Ποντιακή Στέγη, να αγοράσουμε τρόφιμα. Την έκπληξη και την αγάπη του απλού κόσμου που τον έβλεπαν δίπλα τους, και την επιθυμία τους να ακούσουν ένα καλό τους λόγο και να πάρουν την ευχή του.
Παρότι εσωστρεφής από ιδιοσυγκρασία, δεν διακρίνονταν από το απόμακρο ύφος του Γεωργίου, έτσι η παρουσία του γίνονταν αμέσως αισθητή και πλημμύριζε χαρά τους απλούς ανθρώπους.
   Όμως ου γαρ οίδαμεν, πότε η από της σάρκας ημών έξοδος γίνεται…
     Ο παναδαμάτωρ χρόνος σχεδιάζει αλλιώς.
 Η αιώνιος σιωπή και η παμφάγος νύχτα, το Αναστάσιμο χάος και ο φρικτός Άδης, δεν διακρίνονται  για την φιλευσπλαχνία τους.
Μόνο η χαρμολυπική πίστη μένει στο πρόσωπο του Χριστού  για να θυμίζει τις σταθερές όλο αρμονία μορφές της Μνήμης, που γνωρίζει να διορθώνει και να επουλώνει.
       Και καθώς πένθιμα μελωδούσα  μαζί με τους παρευρισκόμενους το νοερό βλέμμα μου στάθηκε σε μια τοιχογραφία άνω στον τοίχο. Ήταν ο Μυστικός Δείπνος.
    Και για μια στιγμή μου φάνηκε ότι τα πρόσωπα των Αποστόλων που απεικονίζονταν στην αγιογραφία, παραχώρησαν την θέση τους σε αγαπημένους φίλους και αξιοσημείωτους ανθρώπους που έφυγαν αθόρυβα σχεδόν πρόσφατα από κοντά μας.
Τους: Βελισάριο Μουστάκα φίλο και Πειραιώτη συγγραφέα,
Τον φίλο και συνάδελφο Νίκο Βαλμά, τον συγγραφέα και γνωστό μου κάποτε Κώστα Ταχτσή, τον αγαπημένο φίλο και πολύ καλό άτομο και οικογενειάρχη Στέλιο Πισσαρίδη, τον φίλο και ποιητή του νεότερου Πειραιά Ανδρέα Αγγελάκη, τον δάσκαλο Πειραιώτη Γιάννη Τσαρούχη, τον φίλο από την Καλλίπολη του Πειραιά Γιάννη Κόντο που τόσο νέος χάθηκε και αυτός, τον ποιητή, φίλο και μεταφραστή Σωκράτη Ζερβό που έφυγε πολύ νωρίς και είχε τόσα να δώσει, τον δάσκαλο και μεταφραστή πολλών Ελλήνων ποιητών στο εξωτερικό Κίμων Φράϊερ, τον νέο ποιητή Βασίλη Κουρή που τον πρόδωσε τόσο γρήγορα η ευαίσθητη και τρυφερή ποιητική καρδιά του.
   Και στην μέση αυτής της φιλικής ομήγυρης στέκονταν ο Ιάκωβος Παπαθανασίου-Γκίνης, χαμογελώντας γαλήνια και προσφέροντάς τους το σώμα και το αίμα του εσταυρωμένου και αναστηθέντος κατά την παράδοση και τα κοινωνικά ειωθότα αρνίου.
Λέγοντάς τους, ελάτε και σεις οι καρβουνιασμένοι της ζωής, οι παθιασμένοι της αγάπης, οι αμαρτωλοί της προσφοράς, οι εν αγνοία όμορφοι.
Εσείς που προσπαθώντας να ερμηνεύσετε τον ουρανό σωστά, καταφέρατε να ριζώσετε στη μάνα γης με πόνο.
   Και από ψηλά ο δακρυσμένος και αινιγματικός παντοκράτωρ ευλογούσε με την μανική του αγάπη.
     Ιακώβου του σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Νίκαιας αιωνία η Μνήμη.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα,
«Η Φωνή του Πειραιώς», 22 Νοεμβρίου 1994.
Πειραιάς, 26 Δεκεμβρίου 2013.

  Τι γρήγορα που τα σβηστά ανθρώπινα κεριά πληθαίνουν.