Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΕΒΑΝΤΑΣ

ΧΡΗΣΤΟΣ  ΛΕΒΑΝΤΑΣ
(1904-10/11/1975)


     Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την κοίμηση του λογοτέχνη, κριτικού και δημοσιογράφου Κυριάκου Χατζηδάκη, κατά κόσμο Χρήστου Λεβάντα.
Πλούσιο και πολύμοχθο το έργο του Πειραιώτη πολυγραφότατου δημιουργού, βρίσκεται διάσπαρτο σε δεκάδες έντυπα, ασυνάγωγο μέσα στο χρόνο, περιμένει υπομονετικά το ρέκτη ερευνητή και αναγνώστη που θα αποπειραθεί με πολύ κόπο να το συγκεντρώσει, να το οργανώσει και να το μελετήσει όπως του αξίζει. Δύσκολο εγχείρημα αλλά και ενδιαφέρον. Παθιασμένος εργασιομανής, διακόνησε με ζήλο τόσο τον δημοσιογραφικό χώρο όσο και την πεζογραφία γενικότερα, αλλά και την κριτική και τον δοκιμιακό λόγο.
Δεν στάθηκε σε αυτόν τον μαέστρο μυθιστοριογράφο ξένη ούτε η κριτική προσπάθεια και παρουσίαση για διάφορους ομοτέχνους του, εκατοντάδες σκόρπια κριτικά του σημειώματα και πεζογραφικές του αναλύσεις για γνωστούς του και όχι μόνο συγγραφείς βρίσκονται σκορπισμένα σε πολλά έντυπα της εποχής του. Έχει επίσης συγκεντρώσει όχι με μεγάλη επιτυχία το κειμενικό έργο και τα σκόρπια δημοσιεύματα του Πειραιώτη ποιητή Νίκου Χαντζάρα.
Ο γράφων προσπαθεί να συντάξει μια Πειραϊκή λογοτεχνική βιβλιογραφία και εργογραφία και έχει αποδελτιώσει πάνω από 140 κριτικά του σημειώματα μόνο στο περιοδικό «Το Περιοδικόν μας». Για την ακρίβεια 146 συγγραφείς κρίνει και σχολιάζει επαναλαμβάνω ο πολυγραφότατος αυτός δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Αλλά, και σε άλλα περιοδικά και Λευκώματα υπάρχουν σκόρπια κείμενά του και κριτικά σημειώματά του. Όπως  παραδείγματος χάρη στα περιοδικά: Πνευματική Πορεία, Επιθεώρηση Τέχνης, Ελεύθερα Γράμματα, Αιολικά Γράμματα, Πειραϊκά Γράμματα, Φιλολογική Στέγη κ.λ.π.
Για να αναφέρω τα γνωστότερα περιοδικά της εποχής του αλλά και στις εφημερίδες που εργαζόταν ή ήταν ανταποκριτής, και επίσης τον Πειραϊκό τύπο εν γένει.
Δούλευε ασταμάτητα σαν να ήθελε να σταματήσει τον χρόνο με τον λόγο, με την γραφή του, να διασπάσει την αδήριτη συνέχειά του, παρεμβάλλοντας λεκτικά παράσιτα, με το έργο του, όπως κάνει κάθε αγχωμένος με τον χρόνο δημιουργός.
     Στυλίστας της γραφής ο Χρήστος Λεβάντας, μας κληροδότησε εξαίσια διηγήματα, θαυμάσιες κοινωνικές νουβέλες, μικρά αφηγηματικά πολύσπορα κείμενα που εικονογραφούν έναν κόσμο ταλαιπωρημένο, κουρασμένο, αδικημένο, και πάντα αδικαίωτο όπως είναι αυτός της εργατικής τάξης. Ένα ανθρώπινο άλλοτε θαλασσινό άλλοτε εργατικό σύμπαν ανθρώπων του καθημερινού μόχθου σαν και αυτό που περιγράφει ο συγγραφέας Δημοσθένης Βουτυράς, ο Πέτρος Πικρός, ο Ζήσης Σκάρος και άλλοι σημαντικοί δημιουργοί. Έγραψε επίσης μια σημαντική μελέτη με βιβλιογραφικά στοιχεία για τον ομότεχνό του Πειραιώτη Δημοσθένη Βουτυρά και τον επίσης Πειραιώτη Νίκο Χαντζάρα. Ακόμα, δοκιμιακές εργασίες για άλλους συγγραφείς, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, φυσιολατρικές μνήμες, καθώς και ένα μονόπρακτο δράμα στα νεανικά του χρόνια, που παραστάθηκε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.
     Δικαίως θεωρείται αυτός ο ακαταπόνητος εργάτης της πέννας ένα σημαντικό κεφάλαιο στην διαχρονική ιστορία της Ελληνικής γραμματείας, και μία από τις κυρίαρχες μορφές της διαμόρφωσης της νέας Πειραϊκής μεταπολεμικής γραμματείας.
     Τον Πειραιώτη δημιουργό δεν τον άφησε αδιάφορο ούτε ο ποιητικός λόγος, και πως θα μπορούσε άλλωστε. Λίγα αλλά σημαντικά είναι τα ποιήματα που μας κληροδότησε και δημοσίευσε κατά την διάρκεια της πνευματικής του σταδιοδρομίας.
Δεκατρία χρόνια μετά τον θάνατό του, με την φροντίδα της συζύγου του Ευαγγελίας Λεβάντα, και με επιμέλεια και πρόλογο του συγγραφέα Γιάννη Χατζημανωλάκη, εκδόθηκε ένα μικρό βιβλιαράκι 31 σελίδων με τίτλο «ΗΧΕΙΟ». Που περιλαμβάνει την σκόρπια ποιητική του παραγωγή σε ένα διάστημα 30περίπου χρόνων. Και είναι ευτύχημα για όσους αγαπούν όχι μόνο το έργο του, αλλά την ποίηση γενικότερα, που μαζί με τους επτά τόμους της Πεζογραφικής του παραγωγής, και των άλλων μελετημάτων του, έχουμε την δυνατότητα να διαβάσουμε και το ολιγοσέλιδο αλλά δυνατό ποιητικό λόγο του δημιουργού.
Το βιβλίο εκδόθηκε το 1988 από την Λυρική Παρένθεση.
     Αν ο αυτοβιογραφικός λόγος ενός δημιουργού διακρίνεται με περισσή μαστοριά στο πεζό κείμενο, στο ποιητικό, χρειάζεται ακόμα μεγαλύτερη προσπάθεια για να αφουγκραστούμε τις μύχιες σκέψεις, να υποψιαστούμε τις ενδόμυχες επιθυμίες ενός συγγραφέα. Στον πεζό λόγο έχει την δυνατότητα ο συγγραφέας να ξεδιπλώσει τις σκέψεις του με μεγαλύτερη άνεση, μπορεί να διαπραγματευθεί το θέμα του με μεγαλύτερη σιγουριά και από διάφορες πλευρές, έχει θα λέγαμε τη λευκή σελίδα με το μέρος του.
Στον ποιητικό λόγο, τα πράγματα είναι διαφορετικά και πιο δύσκολα. Χρειάζεται εγκράτεια του ποιητικού υλικού για να γίνει αποδεκτό, άλλου είδους αρμονική δεξιοτεχνία, ίσως αριστοτεχνικότερη τεχνογνωσία, άριστη γνώση του ακατέργαστου ποιητικού υλικού για να κατορθώσει κανείς να οικοδομήσει με ευκρίνεια το ποθούμενο ποιητικό αποτέλεσμα.
     Ο ποιητικός λόγος, είναι σαν την προσευχή του πιστού που οφείλει να είναι σύντομη, καίρια και σαφής, ουσιαστική και αληθινή για να αποδώσει το ευκταίο της πρόθεσης. Γιατί, πραγματική προσευχή, είναι η ανώνυμη ή η επώνυμη ποίηση. Όπως αντίστοιχα και πραγματικό ποιητικό γεγονός είναι μια προσευχή προς την συνείδησή σου, και κατόπιν δημοσιευμένος ο ποιητικός λόγος προς τις αόρατες και χαοτικές αινιγματικές δυνάμεις του Σύμπαντος.
     Ο ποιητικός λόγος είναι ένα ρυάκι πολύμορφων εμπειριών που δροσίζει στο διάβα του όσους θελήσουν να ξεδιψάσουν. Όπως και ο πεζός και κάθε μορφή Τέχνης. Ο γραπτός λόγος είναι το κατεργασμένο λίπασμα μνημονικών παραστάσεων, ονειρικών γεγονότων της καθημερινής μας άχαρης και πολύαλγης βιωτής, που βρίσκουν τη δικαίωσή τους τα διάφορα αυτά μικρά αλλά σημαντικά συμβάντα μέσα στο χώρο της Τέχνης. Αφού είναι δύσκολο, και σχεδόν ακατόρθωτο η πρόσκαιρη ζωή του καθενός μας να δικαιωθεί μέσα στο φυσικό, κοινωνικό ή πολιτικό περιβάλλον.
     Μόνος, φοβισμένος, γυμνός, χωρίς χιτώνες σιγουριάς ο άνθρωπος απροστάτευτος, ίσως μόνο μέσα στην Τέχνη επαναπαύεται και βρίσκει μεταφυσική παρηγοριά, της τόσο πρόσκαιρης και τυχαίας ζωής του.
     Και μια τέτοια τρυφερή, ευαίσθητη, λυρική ποιητική παρηγοριά είναι ο ποιητικός λόγος του Χρήστου Λεβάντα.
      Το «ΗΧΕΙΟ»είναι η ποιητική μαρτυρία των ενδόμυχων φόβων, η λεκτική κατάθεση των ανασφαλειών, η τρυφερότητα του ονειρικού λόγου, η λυρική διάθεση των απαισιόδοξων στιγμών του πεζογράφου Πειραιώτη. Μικρές σπαρακτικές στιγμές ελεγχόμενου άγχους, και κρυφοκαίουσας απόγνωσης, κατά την διάρκεια σημαντικών γεγονότων της ζωής του ποιητή, ή ακόμα εντυπώσεις στοχαστικής ρέμβης, μετά από κοινωνικά γεγονότα, ή παρακολούθηση άλλων μορφών Τέχνης.
Έχουμε μια αυστηρή εκ βαθέων εξομολογητική γραφή που ρέπει προς μια πεζογραφική φόρμα, χωρίς συγκεκριμένη αισθητική ποιητική μορφή. Μια φόρμα που ούτε ομοιοκαταληκτεί αλλά και ούτε βηματίζει πάνω στα ίχνη του μοντέρνου ελεύθερου στίχου. Ακροβατεί με αρκετές παρεκβάσεις πλάγιου λόγου σαν να θέλει ο ποιητής να τονίσει ορισμένα σημεία του ποιητικού λόγου, να εστιάσει την προσοχή μας σε ορισμένα μόνο σημεία του ποιήματος, που θεωρεί ότι αναδύεται ορθότερα το ανάλογο συναίσθημα. Άλλες φορές Καβαφίζει φανερά όπως στο ποίημα «Η ώρα του τσίρκου», άλλες φορές όπως στο ποίημα «Οπτασία», συμπορεύεται με τις εικόνες και την άποψη που έχει για το θάνατο ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης, εδώ η εικόνα είναι η ίδια. Η δεσπόζουσα όμως ατμόσφαιρα της ποίησης του είναι η μελαγχολική και σκοτεινή διάθεση που νοτίζει το σύνολο ποιητικό σώμα της ποίησής του. Μια ατμόσφαιρα που μας θυμίζει την μοναχική ανεκπλήρωτη ονειροφαντασιακή πορεία του δημιουργού.
     Η αίσθηση που έχει για την ποιητική γλώσσα ο Λεβάντας προκαλεί περιέργεια. Δεν είναι μονοσήμαντη στεγνή δημοσιογραφική θα λέγαμε, και περιορισμένη στα όρια της δημοτικής επικράτειας. Αλλά αντλεί το υλικό της από ένα ιδίωμα της λαϊκής θα γράφαμε δημοτικής. Όπως βλέπουμε παραδείγματος χάρη «με τη φαρφουρένια του γλώσσα», «τη βαριά νιτσεράδα της σιωπής», το «φωτερό πολύκλωνο δεντρί», το «πρωινό του Οχτώβρη» και άλλα λεκτικά σήματα που δεν καθηλώνουν το ποιητικό σώμα σε μια ομοιομορφία λεκτικών σημαινόμενων, αλλά και δεν αφαιρούν μάλλον τίποτα από την ποιητική ομοιογένεια. Λέξεις που προέρχονται από ένα πεζολογικό ύφος γραφής και γλωσσικού ιδιώματος που τόσο αριστοτεχνικά έχει καλλιεργήσει ο ποιητής και δίνουν την αίσθηση μιας πεζογραφικής διάθεσης, καθώς εξωτερικεύουν την ατομική του φύση με απροκάλυπτη καθαρότητα. Σχεδόν σε όλα τα ποιήματα της συλλογής, είναι φανερός και έντονος ο Ενικός προσωπικός τόνος του δημιουργού. Ακόμα και σε αυτά που αναδύουν μια ιστορική ατμόσφαιρα ή αντλούνται από ιστορικά συμβάντα της ζωής του ποιητή, η προσωπική του ματιά πρυτανεύει της συλλογικής αίσθησης.
     Ο Λεβάντας δεν επιδαψιλεύει τις ένδοξες ιστορικές στιγμές για να αποτυπώσει τις μνήμες του μέσα από αυτές, αλλά τις χρησιμοποιεί ως υλικό για να ιχνομυθίσει την δική του αίσθηση των γεγονότων, να καταγράψει το ατομικό του αδιέξοδο, την δική του μελαγχολική χαρά ή νοσταλγική περιπλάνηση, να μας φανερώσει τις δικές του φοβίες τα δικά του αδιέξοδα και όχι ενός λαού.
     Μπορεί τα μικρά αυτά λυρικά ποιητικά κομμάτια να μας αποκαλύπτουν μια ποιητική ενδοστρέφεια, και μια συναισθηματική αυτάρκεια, δεν καταφεύγουν όμως οι ποιητικές αυτές συνθέσεις σε μια έκπτωση επικαιρικής θεματογραφίας, όπως συμβαίνει με αρκετούς δημιουργούς.
Οι οποίοι χρησιμοποιούν κάθε ιστορικό γεγονός ή πολιτική πράξη για να ξεδιπλώσουν τις ιδεολογικές τους ή τις πολιτικές τους θέσεις. Ο Λεβάντας μάλλον ολοκληρώνεται ποιητικά με μελαγχολικό τρόπο μέσα στο ίδιο του το ποιητικό σώμα. Δεν διαλέγεται με τις σύγχρονες ανάγκες του ανθρώπου των καθημερινών προβλημάτων και αδιεξόδων, όπως έπραξε στα πεζά του. Δεν στρατεύεται εκούσια, αλλά και δεν πνευματοποιεί το υλικό του όπως άλλοι ομότεχνοί του, έχοντας ασφαλώς πολιτική συνείδηση και σαν ευαίσθητος άνθρωπος σαν μια ποιητική μονάδα με έντονη την κυριαρχία της μοναχικής του διάθεσης, μας ξεδιπλώνει τις πτυχές και τις αποχρώσεις των δικών του μόνο συναισθημάτων. Και αυτό διακρίνεται τόσο από την πεζολογικής υφής αίσθηση που αφήνει η γλώσσα του, όσο και από τον ωμό και συγκινητικό σπαραγμό ορισμένων ποιημάτων του όπως παραδείγματος χάρη «η γριά μάνα», το «Ζητείται όνειρο», το «Τίποτα δεν απομένει», η «Οδύνη» και άλλα νοσταλγικά κομμάτια μιας ποίησης τραγικής πνοής. Η ποιητική του φωνή είναι χαμηλόφωνη, σχεδόν ψιθυριστή, λυγμική, όπως είναι μια εκ βαθέων εξομολόγηση όλων μας, μια φωνή ειλικρινής ενός πάσχοντος ανθρώπου που δεν είναι σίγουρος ακόμα και για το αποτέλεσμα της ίδιας του της εξομολόγησης. Η μόνη προνομιακή θέση που επιτρέπει στον λόγο του είναι αυτή της αυτοεγκλειστικής εξομολόγησης. Στέκεται περισσότερο στην εξομολογητική του κατάθεση, την ατομική του διάθεση των συναισθημάτων παρά την επεξεργασία των ποιητικών τρόπων απεικόνισης ή της υφολογικής αίσθησης που αφήνει η ανάγνωση του ποιητικού υλικού.
Η στιχουργική του μαρτυρία με απερίγραπτη αυθεντικότητα βρίσκει την πλήρωσή της σε αυτές τις μικρές και σημαντικές στιγμές της λυρικής του εξομολόγησης. Στις σύντομες αυθορμησίες της μνήμης που δηλώνουν την πηγαιότητα του ποιητικού συναισθήματος. Μια ποίηση που χάνει σε εύρος αλλά κερδίζει σε ένταση και βάθος συναισθημάτων και δεινότητα αυθορμησίας.
Με ευδιάκριτη χαμηλόφωνη ποιητική διάθεση ο Χρήστος Λεβάντας, καθώς ενσωματώνει λέξεις από την πεζολογική γραφή εξασφαλίζει και μας αποκαλύπτει έναν ολοκληρωμένο ποιητικό χαρακτήρα και τις δυνατότητές του. Έναν ευαίσθητο χαρακτήρα που δημιουργεί και ζει κάτω από την σκιά του θανάτου και μάχεται να κρατηθεί στην λυρική επιφάνεια της ζωής. Χωρίς εριστικές διαθέσεις, χωρίς ιπποτικούς στοχαστικούς διαξιφισμούς, αλλά με παρρησία και έντονη μελαγχολία αναπολεί και ρεμβάζει, αναθυμάται και στοχάζεται, φοβάται και απελπίζεται καθώς ο χρόνος «ένα μαύρο πέλαγος όπου το παν απώλετο», όπως θα έλεγε κάθε υγιής ζωντανός οργανισμός.
    Αυτός ο «άτολμος έφηβος», προσπαθεί να ανδρωθεί μέσα από τις ιστορικές εμπειρίες, και τις ιδιαίτερες προσωπικές του στιγμές, μέσα από «ορφανεμένες μνήμες», που, ακροβατούν ανάμεσα σε ένα φρικτό και εφιαλτικό χθες και ένα αβέβαιο και τρομακτικό αύριο. Προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ φωνών αγαπημένων, μορφών λησμονημένων και ατέλειωτων σιωπών, σε εφηβικές αγάπες ξεχασμένες μέσα στους λυρικούς στίχους.
     Η ποίηση του Χρίστου Λεβάντα, με αυτή την όχι και τόσο κοινόχρηστη ποιητική γραφή, μας δίνει την αίσθηση ενός ιερού εξομολογητικού χρέους, του χρέους του πνευματικού ανθρώπου, που έζησε την ζωή του έμπλεος από εμπειρίες και ιστορικά γεγονότα, και με το έργο του, πεζογραφικό ή ποιητικό, θέλησε να αφήσει παρακαταθήκη στους νεότερους την αίσθηση που άφησαν στην τρυφερή ψυχή ενός «άτολμου εφήβου», τα γεγονότα αυτά.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα, «Η Φωνή του Πειραιώς», Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2005, σελίδα 4.
 Πειραιάς, Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013.               

             

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου