Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

Άγιος Βασίλης ο Έλληνας εν έτη 2016

Άγιος Βασίλης, ο Έλληνας εν έτη 2016
ΥΠΟΘΗΚΑΙ
Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονής,
Μπορούν με χίλιους τρόπους.
Ρίξε το όπλο σου και σωριάσου πρηνής,
όταν ακούσης ανθρώπους.
Όταν ακούσης ποδοβολητά
λύκων ο θεός μαζύ σου,
ξαπλώσου χάμω με μάτια κλειστά
και κράτησε τη πνοή σου.
Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό,
Στον πλατύ κόσμο μια θέση
Όταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό,
του δίνουν όψη ν’ αρέση.
Του δίνουν λόγια χρυσά, που νικούν
με την πειθώ, το ψέμα,
όταν οι άνθρωποι διαφιλονεικούν
τη σάρκα και το αίμα.
Όταν έχεις μια παιδική καρδιά
και δεν έχεις ένα φίλο,
πήγαινε βάλε βέρα στα κλαδιά,
στη μπουτουνιέρα σου φύλλο.
Άσε τα γύναια και το μαστρωπό
Λαό σου, Ρώμε Φιλύρα.
Σε βάραθρο, πέφτοντας αγριωπό,
Κράτησε σκήπτρο και λύρα.
         Κώστας Γ. Καρυωτάκης
        Έφτασε ασθμαίνοντας και ο καινούργιος χρόνος, χωρίς δώρα μνήμης, χωρίς ευχές για την καινούργια χρονιά, χωρίς τηλεφωνικές επικοινωνίες για συντροφικές συναντήσεις, χωρίς ραντεβού για εορταστικά ξεφαντώματα, ξενύχτια γιορταστικά με ηδονή και οίνο, με σύννεφα καπνών και ξελιγώματα ονειροφαντασίας. Κουράστηκε ο άγιος Βασίλης να κουβαλά στην πλάτη του τόσους αιώνες τόσα και τόσα άχρηστα δώρα, οι κόκκινες κάλτσες του τρύπησαν, βαρέθηκε να τις μαντάρει και να καρικώνει την φορεσιά του. Η ερμίνα του ξέβαψε, το κόκκινο χρώμα της θάμπωσε, λίγδωσε από τις πολλές ανθρωπιστικές διακηρύξεις, από τα πολλά επαναστατικά μανιφέστα ανθρωπισμού και του κυρίου δεηθώμεν. Τι να πιστέψει πια, πολιτικούς που μετά δακρύων και πολλών επαναστατικών περγαμηνών μετατράπηκαν σε ηγετίσκους- μεταπράτες της εγχώριας διαχείρισης της φτώχειας, ηγετίσκους που γράφουν την σύγχρονη ιστορία μόνο με το κόκκινο μελάνι μιας ηττημένης ιδεολογικά και κοινωνικά ιστορικής περιόδου; Τους γόνους πολιτικών τζακιών που βαυκαλίζονται για τα κλέη των ένδοξων πολιτικών τους μύθων; Τους αρχιερείς που  σαν άλλες κακιασμένες μαινάδες, σαν μοχθηρά μαύρα κοράκια πετούν πάνω από ότι έχει απομείνει από τα ανθρώπινα πτώματα που οι ίδιοι διατηρούν εδώ και αιώνες μέσα στους παραδείσιους καταψύκτες της πίστης τους; Ποιους να εμπιστευτεί ο ταλαίπωρος άγιος Βασίλης με τα άρβυλα του πολέμου που του φόρεσαν οι δήθεν ανθρωπιστικές οργανώσεις, οι φιλεύσπλαχνοι παρατρεχάμενοι καλλιτέχνες, που αφήνουν για λίγο χρόνο την ζεστασιά των σπιτιών τους(τις μεγάλες και πλούσιες βίλες τους) για να συμπαρασταθούν στους πολιτικούς πρόσφυγες, στους οικονομικούς μετανάστες, στους λαθραίους και παράνομα εισερχόμενους στις φτωχές χώρες του ευρωπαϊκού νότου; Δεν άκουσε ποτέ από τα χείλη αυτών των τηλεοπτικών αστέρων της φιλανθρωπίας και του ανθρωπισμού, να καταγγέλλουν τις κυβερνήσεις τους για τους οικονομικούς πολέμους που διεξήγαγαν εναντίων των κρατών της μέσης ανατολής; Δεν τους είδε να αλλάζουν την πολιτική τους στάση απέναντι στις φτωχές και μη αναπτυσσόμενες χώρες; Δεν είδε να δημιουργούνται κοινωνικά κινήματα πολιτών στις πλούσιες χώρες για να αποτρέψουν τους πολέμους, να σταματήσουν τις οικονομικές καταστροφές, τις λεηλασίες του όποιου πλούτου των εξαθλιωμένων λαών. Δεν άκουσε παρά μόνο ιλουστρασιόν ευχές και μεγάλες υποσχέσεις κόντε μου για να σου ρουφήξουν την υγρασία της πτωχευμένης χώρας σου. Και δεν άκουσε επίσης, κανέναν μουσουλμάνο ηγέτη, να θέλει να βοηθήσει τους ομοαίματους θρησκευτικά αδερφούς του πρόσφυγες, να μην πηγαίνουν στην καπιταλιστική Ευρώπη που εκμεταλλεύεται τις χώρες τους. Τι βοήθεια άραγε προσφέρουν οι ζάμπλουτες μουσουλμανικές χώρες σε αυτούς τους εξαθλιωμένες σωματικά και ψυχικά ανθρώπους που συρρέουν κατά εκατομμύρια στην ευρωπαϊκή ήπειρο; Πως θα αλλάξουν τις πολιτιστικές τους συνήθειες; Πως θα αποδεχτούν τις διαφορετικές πολιτιστικές παραδόσεις των ευρωπαίων καλοζωισμένων λαών; Και αν το πετύχουν, δεν απεμπολήσουν τις δικές τους πατροπαράδοτες παραδόσεις και αξίες; Μετακινήσεις πληθυσμών και παραδόσεων, αξιών και κουλτούρων, όμως οι πόλεμοι δεν σταμάτησαν, οι τρομοκρατικές πράξεις των ακραίων φανατισμένων μουσουλμάνων δεν έπαψαν. Ποια πορεία να ακολουθήσει ο Άγιος Βασίλης, ο χριστιανός αυτός άγιος των δώρων και των ευχών, την τροχιά της χριστιανικής πίστης και παράδοσης, ή την παγκοσμιοποιημένη των σύγχρονων κοινωνιών, πέρα από πίστη και θρησκευτικές δοξασίες;
ΘΑΝΑΤΟΙ
«Είναι άνθρωποι που την κακήν την ώραν την έχουνε μέσα τους»
Χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα
κι’ απ’ τη χαρά ζεστά των φιλημάτων
Χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα
Χτυπήσατε τις πόρτες των θανάτων
Ματάκια μου που κάτι το εδοκιμάσατε
και διψασμένα εμείνατε ποτήρια,
ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατε
κι’ εμείνατε κλεισμένα παραθύρια.
Ώ, πούχατε πολλά να ειπήτε στόματα
κι’ ο λόγος σας εδιάλεξε για τάφο,
ω πούχατε πολλά να ειπήτε στόματα
και τον καημό δεν είπατε που γράφω.
μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορίστε μου
τον πόνο κάποιας ώρας, κάποιου τόπου,
μάτια χεράκια, στόματα, ιστορίστε μου
τον πόνο των πραμάτων και του ανθρώπου.
          Κώστας Γ. Καρυωτάκης  
    Δεν είχε φέτος με ποιόν να ανταλλάξει ευχές ο μπάρμπα Βασίλης, ο άγιος, όλοι ήσαν απασχολημένοι με τις εορταστικές εκδηλώσεις του νέου δίσεκτου έτους, έτσι αποφάσισε και εκείνος να μην συνάψει σύμφωνο συμβίωσης με τους νέους σοϊλήδες χαρτογιακάδες της τηλεοπτικής τέχνης και τους δακρύβρεκτους δημοσιογράφους των χαμένων αξιών της φυλής και των οσίων. Να πιστέψει ποιους; Αυτούς που περιφέρουν το πένθος τους στα τηλεοπτικά κανάλια για μια στιγμιαία δόξα; Να πιστέψει αυτούς που κάνουν ηχείο το γερασμένο σαρκίο τους για να φωνασκούν οι κάθε είδους ψευτοεπαναστάτες; Αυτούς που βγαίνουν στα κανάλια των κουτσομπολιών και της απέραντης παρφουμαρισμένης τιποτολογίας,  για να καταγγείλουν το σύστημα, που δεν τους έδωσε το άψυχο σώμα του ερωτικού τους συντρόφου, να το τοποθετήσουν στους κλίβανους της πυράς της αιώνιας αμνησίας; Ενώ θα μπορούσαν διακριτικά και αθόρυβα, να το ζητήσουν οι άμεσοι συγγενείς του καλού και με ήθος ηθοποιού, και να αποφύγουν όλον αυτόν τον «διασυρμό» των αξούριστων παντρεμένων-γνωρίζοντας σε τι χώρα ζούμε και σε τι καιρούς είμαστε καταδικασμένοι να φυγαδεύουμε την ερωτική μας πίστη και επιθυμία. Γιατί φίλτατοί μου συνέλληνες, άλλο να παρακολουθείς τους αμερικάνους παντρεμένους καουμπόηδες τσοπαναραίους να συνάπτουν ερωτικές σχέσεις μεταξύ τους, πάνω στις ψηλές βουνοκορφές και στις χιονισμένες ραχούλες, καθισμένος στο σαλόνι του σπιτιού σου και τρώγοντας σούσι στα όρθια λίγο πριν ξεδώσεις ερωτικά και παραδοσιακά,  και άλλο να ζεις στην ψωροκώσταινα του 2015 και να ζητάς να νομιμοποιήσουνε τις όποιες ακατανόμαστες ορέξεις σου; Εδώ αγαπητοί μου είναι χώρα ηρωική, ένδοξη, χώρα των τιμίων αγωνιστών, των αγιορειτών γερόντων που οι προφητείες τους δημοσιεύονται καθημερινά με e-mail, μόνον στην Ελεύθερη Ώρα. Εδώ είναι χώματα ιερά ποτισμένα με την τίμια κάποτε δραχμούλα μας, με τις δεκάρες και τις πεντάρες, που μόνον αυτές τις τρύπες γνώριζε η τίμια ελληνική οικογένεια, και όχι τώρα, που άντε να μην πω κουβέντα και κοινώνησα προχθές. Άτιμο και ύπουλο πράγμα το Ευρώ, του σατανά και του διαβόλου, τα λέει και το αθώο κοριτσάκι με τα βρεγμένα σπίρτα, η Μιμή, στο νέο της βιβλίο που έγινε ανάρπαστο, μια και όλοι θέλανε να γνωρίζουν πόσα πήρε η άλλη, η αμερικανίδα μανδάμ, για να του δώσει το διαζύγιο, κακό χρόνο νάχουν και οι δύο, ούτε να πεθάνει δεν μπορεί κανείς σε αυτήν την χώρα. Στις εννιά του μακαρίτη όλοι για την περιουσία μιλάνε, τι μας άφησε και σε ποιους δεν άφησε. Τελικά η μόνη πολιτική Αλλαγή σαν παρακαταθήκη που άφησε πίσω του ο συγχωρεμένος είναι, το συναινετικό διαζύγιο μετά πολλών χρημάτων, και τον νέο ηγέτη, αυτόν χωρίς γραβάτα, τον τσιπραντρέα, τον όχι δεν θέλω, όχι δεν θέλω να υπογράψω το νέο τρίτο μνημόνιο, χωρίς μον μπλανκ και χαρτί σαμουά τριών γραμμαρίων. Ουάου που θάλεγε και ο Γιάνης με ένα ν. Ο Άγιος Βασίλης ο Έλληνας, θέλει να συνάψει ένα σύμφωνο συμβίωσης με αυτές τις ερωτικές ανθρώπινες υπάρξεις- αμφοτέρων των φύλων που δεν αυτοπαγίδευσαν το κοινωνικό τους Είναι στο Horror  Vacui, των προσωπικών τους αδιεξόδων, με αυτούς που δεν χρειάζονται φτερά και πούπουλα, στρας και γιρλάντες για να δείξουν τον έρωτά τους στον ή στην σύντροφό τους, που γράφουν την προσωπική τους ιστορία χωρίς να περιμένουν την δικαίωση αστικών τελετουργιών γάμου και άλλων συναφών εθιμικών παραδόσεων, που είναι ένας ακόμα θεσμός χειραγώγησης του πραγματικού μυστηρίου του έρωτα, που όλοι μας γνωρίζουμε ότι δεν είναι αιώνιος, δεν έχει φτερά παρά μόνο κέρατα και μεγάλες αχόρταγες τσέπες, δεν ενδιαφέρεται για συντροφικότητες παρά για την σκληρή και τραχιά ηδονή των ιδρωμένων κορμιών πάνω στο χώμα της μάνας γης, που υφαίνει το δικό της αόρατο ερωτικό μυστήριο χωρίς να νοιάζεται για την πρόσκαιρη τύχη των καρπών της.
«Όταν μιλά κανείς για τους μοναχικούς, προυποθέτει πάντα πολλά. Νομίζει ότι οι άνθρωποι ξέρουν γιατί πρόκειται. Όχι δεν το ξέρουν. Δεν έχουν δει ποτέ έναν μοναχικό άνθρωπο. Τον μισήσανε μόνον δίχως να τον γνωρίζουν»
          Ράινερ Μαρία Ρίλκε
     Γιατί να έρθει φέτος ο Άγιος Βασίλης, γιατί να κάνει το κοπιαστικό του ταξίδι, ποιους να επισκεφτεί, δεν υπάρχουν πλέον καμινάδες στα σπίτια, παρά μόνο φωταγωγημένες πισίνες, μόνο ηλεκτρικά σώματα καλοριφέρ, που δεν θα ανάψουν, μια και όλοι προσφέρουν ταμπλέτες και κινητά τηλέφωνα-και όχι πετρέλαιο- για να στείλουν μεταξύ τους μηνύματα γλυκανάλατων ευχών. «Με υγεία και ευτυχία το νέο έτος», «Να ζήσουμε και φέτος και ας μην κερδίσαμε τον πρώτο αριθμό του τζόκερ» «Να την σκαπουλάρουμε εμείς, και δεν πάνε να κουρευτούνε οι άλλοι» «Να πάρουμε το δώρο που μας έταξε η αριστερή μας κυβέρνηση, και ας κόψουν τον λαιμό τους οι νεότεροι που ξενιτεύονται». «Να μην λησμονήσουμε να πάρουμε τον νέο καζαμία για να δούμε τι μας επιφυλάσσει το νέο έτος», «Όταν θάρθω στο σπίτι για το γιορτινό τραπέζι, θέλεις να φέρω τον αστρολόγο μαζί μου, ή την μαρί κλαίρ». «Κρίση ξεκρίση καλή μου, να μην ξεχάσουμε ότι είμαστε και ελληνίδες γυναίκες, άλλο παράδοση χρυσή μου και άλλο ψωμόλυσσα» Σε ποιο τραπέζι να φιλοξενηθεί, μια και οι οικογένειες έχουν κλείσει πρώτο τραπέζι πίστα από τον δεκαπενταύγουστο για την Χαρούλα και την Ελευθερία, την Μαριώ και τον Σταμάτη, τον Νίκο και τον Βασίλη, τον Γιώργο και τον Νότη. Όλους τους διάσημους και δοξασμένους αστέρες του ελληνικού πενταγράμμου. Με ποιόν να τσουγγρίσει το ποτηράκι με την ρετσίνα του ο άγιος Βασίλης, για το καλό του χρόνου, με αυτούς που πίνουν μόνο ουίσκι και σαμπάνια; Με τα ελληνικά νηπενθή της σύγχρονης ελληνικής μας παράδοσης; Ποιος θα τον προσκαλέσει στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι του, αυτοί που στριμώχνονται στα διάφορα σόου μαγειρικής; «Καλέ με τι να γεμίσω την χριστουγεννιάτικη γαλοπούλα φέτος, με ανανά ή μεξικάνικες αντζούγιες», από την χώρα που γύρισε την ταινία του ο Σεργκέι Αϊζενστάιν, «Το κοτόπουλο, να το μαρινάρω με φασκόμηλο από την Χιλή, ή κοκοφινικόσπορους από το Μαρόκο», εκεί που γυρίστηκε η Καζαμπλάνκα, τι ταινία και αυτή άγιε Σαρλώ. «Η σάλτσα που θα καλύψει το γουρουνόπουλο, θα είναι από κάκτους της Μονομαχίας στο Ελ πάσο; Ή θα είναι από μπαχαρικά των Φιλιππίνων; Από την χώρα, που κάποτε η σύζυγος του ηγέτη των Φιλιππινέζων Μάρκο είχε την μεγαλύτερη συλλογή παπουτσιών στον κόσμο. Μεγάλο το δίλημμα άγιε μου Βασίλη, τώρα που η σκρόφα η φιλιππινέζα μου, πήρε άδεια-μια και καθολική βλέπεις-που να βρεις την σήμερον ημέρα ορθόδοξη παραδουλεύτρα, όλες αιρετικές και ψηλομύτες οι γρουσούζες, χοντρουλές και κουτσομπόλες. Άγιε Βασίλη μου κάνε το θαύμα σου, να βρει πλούσιο γαμπρό η κορούλα μου, και εγώ, να! μια κόκκινη λαμπάδα-σαν την κόκκινη κυβέρνησή μας-θα σου φέρω στην γιορτή σου, και θα βάλω και χρυσή λίρα από την κατοχή που έχω φυλάξει μέσα στην ζύμη της βασιλόπιτας. Κάνε το θαύμα σου να καλοπαντρευτεί ο κανακάρης μου –είναι μικρός ακόμα βέβαια-μην τυχόν και μπλέξει με τίποτα παρέες πονηρές και τον δω στην ομάδα του Βαλλιανάτου, ο Θεός να φυλάξει, να φτύσω τον κόρφο μου, το τζιέρι μου, να τον δω πάνω σε Gay άρμα, βασιλοπούλα του παραμυθιού, με κόκκινες γόβες στιλέτο σαν και αυτές που έχει αυτός ο γρουσούζης ισπανός σκηνοθέτης ο Πέτρος Αλμοδοβάρ. Τουλάχιστον να κρατήσει τις ελληνικές παραδόσεις με φουστανέλα και τσαρούχι, έτσι μάλιστα, να υπογράψω και εγώ το σύμφωνο συμβίωσης, έστω και μετά τρίτου μνημονίου.
ΦΘΟΡΑ
Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλα των ανθρώπων, και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο Χρόνος με το πόδι.
          Κώστας Γ. Καρωτάκης
Τι να κρατήσει φέτος ο άγιος Βασίλης στα χέρια του, κινητά νέας τεχνολογίας ή τα αφίλητα κορίτσια ή αγόρια της νέας εποχής; έγχρωμες τηλεοράσεις 35 ιντσών ή έγχρωμες τηλεοράσεις τοίχου 53 ιντσών; Και πως θα τις κουβαλήσει με το έλκηθρο, θα βουλιάξει μέσα στην άσπρη μονοτονία του χιονιού. Θα χάσει τον προσανατολισμό του. Κατανόησε πια, ότι οι πραγματικά ευαίσθητοι και ουσιαστικοί πνευματικοί άνθρωποι, συνθλίβονται, χάνονται, σκορπίζονται στα τέσσερα σημεία της λήθης, γιατί δεν κατάφεραν, δεν μπόρεσαν να προσαρμοστούν στην εξισωτική μανία και βλακεία του αντιπνευματικού πλήθους. Γιατί ρήμαξαν από την τριβή μαζί με αυτούς που κατ’ ευφημισμό αποκαλούμε περιούσιο λαό, τιμημένο και αγωνιστή λαό, που δεν είναι τις περισσότερες φορές παρά ένας ρουτινιάρικος και κακομαθημένος όλο απαιτήσεις όχλος, ένας όχλος που ψηφίζει την ίδια του την καταστροφή και των άλλων γύρω του. Σε ποια συνοικία το όνειρο να ξεκουραστεί ο άγιος Βασίλης σήμερα, όταν ούτε συνοικίες υπάρχουν, ούτε οι άνθρωποι ονειρεύονται πλέον. Ονειρεύονται για αυτούς τα κινητά τους τηλέφωνα, βαριούνται να σκεφτούν, αρνούνται να κουράσουν το μικρό μυαλουδάκι τους, το θεωρούν χάσιμο χρόνου, τυραννική απασχόληση. Τι εισιτήριο ζωής, να προσφέρει στους σύγχρονους έλληνες; Να πάνε για σκι στην Αράχοβα, να πάνε για θαλάσσιο σκι στα νησιά Μάρσαλ, να πάνε στις ελβετικές Άλπεις, και με την ευκαιρία του ταξιδιού τους, να επισκεφτούν και τις τράπεζες, που έχουν φυλαγμένες κάτι λίγες οικονομίες για τα γεράματά τους; Ή να πάνε θρησκευτικό τουρισμό στα ερειπωμένα χωριά της Καππαδοκίας; Και να κάνουν και μια στάση στην Σμύρνη να αγοράσουν κανένα φτηνό δερμάτινο;
Σύμβολα εμείνανε καιρών που απάνω τους βαραίνουν,
άλυτοι γρίφοι που μιλούν μονάχα στον εαυτό τους,
τάφοι που πάντα με ανοιχτή χρονολογία προσμένουν,
γράμματα που δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους.
          Κώστας Γ. Καρυωτάκης
          Ο Άγιος Βασίλης ο Έλληνας, δεν ήρθε φέτος, και ούτε θα ξανάρθει πια. Κουράστηκε να κάνει άσκοπα ταξίδια, και να χαλάει και τις τροχιές των άστρων, αηδίασε να βλέπει να μην τον περιμένει κανείς στο σταθμό των ονείρων της ζωής, κατάντησε ένας επετειακός κλόουν, μια ζαχαρωμένη ζωγραφιά στα τζάμια των σπιτιών, ένα μικρό ρόδινο γεροντάκι στην δρόσο του χειμωνιάτικου φεγγαριού, που κανείς δεν το κοιτάει, ένας φωσφορισμός πάνω στα κλειστά βλέφαρα των ανθρώπων. Φέτος, αποφάσισε να μείνει συντροφιά με τους ταράνδους του, δεν θα προσκαλέσει κανέναν στο δικό του ρεβεγιόν στο μικρό του χιονόσπιτο, θα μείνει συντροφιά με τους κομμωτές των κομητών, με τους νεραϊδοπόντικες της ποίησης, με τους μοναχικούς σκοτεινούς προφήτες του γαλαξία, με τους μικρούς ξεχασμένους πρίγκιπες του σύμπαντος, αυτών που έσβησαν τα ίχνη τους χωρίς επιστροφή, χωρίς ελπίδα, χωρίς δικαίωση θανάτου. Θα μείνει με το μόνο βιός που του έχει απομείνει, τα όνειρά του.
Απ’ όλα θέλω ελεύτερος/ να πλέω στα χάη του κόσμου./Αν ένας φίλος μου ‘μεινε, /να φύγει να περάσει./Κι όταν ζητήσει ο θάνατος/τα πλούτη πόχω μάσει, /σένα, πικρία μου απέραντη,/μονάχο να ‘χω βιός μου.
Κώστας Γ. Καρυωτάκης, Τρίπολη 30 Οκτωβρίου 1896, Πρέβεζα 21 Ιουλίου 1928.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, Κυριακή 3 του Γενάρη του νέου έτους 2016