Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2021

Η ηθοποιός και θεατρική συγγραφέας Τιτίκα Σαριγκούλη

ΤΙΤΙΚΑ    ΣΑΡΙΓΚΟΥΛΗ

Μια «γιαγιά» με την φλόγα της επανάστασης αναμμένη στα στήθη της

   Σερφάροντας  όπως θα έλεγαν οι νέοι στις μέρες μας στο διαδίκτυο, πληροφορήθηκα την απώλεια της ηθοποιού και συγγραφέως Τιτίκας Σαριγκούλη. Αθήνα 30/11/1934-Αθήνα 22/1/2021). Μία ακόμα στιγμή της κοινής μας εθνικής πολιτιστικής μνήμης πέρασε στην αιωνιότητα. Η παλαιά φρουρά των ελλήνων και ελληνίδων καλλιτεχνών, τερματίζει τον βιολογικό της κύκλο παραδίδοντας την σκυτάλη της τέχνης τους στους νεότερους, με τις νέες αξίες, οράματα και πρότυπα ζωής. Η γενιές του πολέμου και της κατοχής, της εθνικής αντίστασης, του εμφύλιου σπαραγμού, ολοκλήρωσαν την πορεία του βιολογικού τους κύκλου μετά πολλών κοινωνικών δυσκολιών, ατομικών κόπων και προσωπικών βασάνων. Τα σκληρά χρόνια του Πολέμου της Κατοχής και των ακόμα σκληρότερων, του Εμφύλιου που ακολούθησε, καθόρισαν την ιστορική μοίρα αυτών των γενεών, διέπλασαν τον χαρακτήρα τους, διαμόρφωσαν την κατοπινή τους προσωπικότητα, προσδιόρισαν το βλέμμα τους. Τα σκοτεινά αυτά χρόνια και οι δύστοκες κοινωνικές συνθήκες, σκλήρυναν τις γενιές αυτές, τις έκαναν απόλυτες στις επιλογές τους, σκληρές στις κρίσεις και αποφάσεις τους, λιγότερο προσαρμοστικές στις νέες συνθήκες που διαμόρφωσαν οι γενιές των νικητήριων ιδεολογικά δυνάμεων. Τους πείσμωσαν πολιτικά σε σημείο προσωπικής φθοράς, τους αγκύλωσαν σε ιδέες που δεν έλεγαν τίποτα στους νεότερους. Τους έκαναν να ρέπουν προς τον δογματισμό και τον μανιχαιστικό τρόπο σκέψης. Είτε θα είσαι μαζί μας είτε θα είσαι εναντίον μας. Μια δημόσια και ατομική συμπεριφορά που απλώνονταν και πέρα των ορίων της πολιτικής, της ιδεολογίας που υποστήριζαν, άγγιζε και ξεπερνούσε τα κράσπεδα της οικογενειακής τους ζωής, του ιδιωτικού τους βίου, των ιδιαίτερων προσωπικών τους σχέσεων. Οι γενιές αυτές των Ελλήνων και Ελληνίδων ευτυχώς, άντεξαν, κατόρθωσαν να επιβιώσουν και να βγουν, με μεγάλες ασφαλώς σωματικές, ψυχικές, διανοητικές και άλλες απώλειες από την κάμινο του πολέμου, της κατοχής, του εμφύλιου διχασμού και των δύσκολων μετεμφυλιακών χρόνων. Είτε ανήκες στην ηττημένη παράταξη είτε στην νικητήρια, τα εμφύλια τραύματα είχαν διασπαρθεί- σαν κοινές αιμάσσουσες πληγές-στο σύνολο ελληνικό σώμα. Δεν εξισώνουμε απλά διαπιστώνουμε εμείς οι νεότεροι εκ των υστέρων που δεν ζήσαμε αυτές τις καταστάσεις. Αδελφοκτόνος διχασμός, εμφύλια μίση, οικογενειακές βεντέτες, δολοφονικές ενέργειες, εξορίες και στιγματισμοί, έριδες και πάθη κοινά των Ελλήνων, στο όνομα της ελευθερίας, της δημοκρατίας της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ισότητας. Εξαίρεση αποτελεί η μικρή μερίδα του πληθυσμού που συμμάχησε με τους ξένους κατακτητές την περίοδο του πολέμου και της κατοχής. Τους προσκυνημένους. Η πλειοψηφία των ελλήνων και ελληνίδων αγωνίστηκε κάτω από την ιδεολογική πολιτική σημαία που του επέβαλαν τα ατομικά του πιστεύω, τον προηγούμενο αιώνα, για την καλυτέρευση της ζωής τους. Παντοδύναμες μέσα στην Ιστορία Ιδεολογίες του προηγούμενου αιώνα, εφαλτήρια παθιασμένων αγώνων, διχαστικών πολιτικών, ανελεύθερων κοινωνικών ερμηνειών περί κράτους και οργάνωσης της πολιτείας, που καταργούσαν εν μία νυχτί συγγένειες αίματος, οικογενειακούς δεσμούς, φιλικές σχέσεις, αδελφικές επαφές, όλα αυτά τα κοινά πιστεύω ήθη και έθιμα που σπονδυλώνουν ένα έθνος, μια φυλή, ένα κράτος. Ελλάδα, ένα έθνος, εμβαπτισμένο στα εμφύλια πάθη, αδελφοκτόνα τραύματα, κοινά οικογενειακά πένθη. Ελληνικός εμφύλιος, ένας πόλεμος αμέσως μετά τον άλλον, τον ξενόφερτο πόλεμο. Μια διπλή κατάρα της φυλής μας που αργήσαμε να απαλλαγούμε, αν απαλλαγήκαμε κατά βάθος ποτέ. Ακόμα και σήμερα, εν έτι 2021 υπάρχουν φωνές και πολιτικές δυνάμεις που διατηρούν ανοιχτές τις πληγές. Ακούγονται οιμωγές ανεξαρτήτου παρατάξεως που ξυπνούν εφιαλτικές του σώματος και των σκέψεων μνήμες. Ιδεολογίες άλλων εποχών και ιστορικών συνθηκών, που, οι τότε έλληνες και ελληνίδες πίστεψαν με πάθος, ακολούθησαν ψυχή τε και σώματι χωρίς να αναρωτηθούν το γιατί και για ποιους. Αφιέρωσαν την ζωή τους και την ζωή των παιδιών τους. Καθόρισαν το μέλλον τους δίχως μέλλον. Η Ιστορία όμως συνεχίζεται τροπαιοφόρα πέρα από τα δικά μας εφήμερα θέλω, πέρα από τους στιγμιαίους οραματικούς στόχους μας. Συνεχίζεται μέσα στη ροή του χρόνου ακάθεκτη, δεν στέκεται σε εμφύλια ρήγματα και μίση, αναδεικνύοντας κάθε στιγμή νέους ήρωες, καινούργια σύμβολα, άλλα πρότυπα δοξαστικά της ανθρώπινης περιπέτειας για να δαφνοστεφανώσει. Εκκολάπτει τα νέα κοινωνικά και πολιτικά και καλλιτεχνικά πρότυπα. Τις νέες φουρνιές των σύγχρονων ανθρώπων. Των ελλήνων και ελληνίδων της μελλοντικής της ελλάδος ιστορίας.

Με την ηθοποιό, σκηνοθέτη και θεατρικό συγγραφέα Τιτίκα Σαριγκούλη, δεν συναντηθήκαμε ποτέ, ούτε είχα την τύχη να παρακολουθήσω παράστασή της. Αγνοούσα την ύπαρξή της. Μου δόθηκε όμως η ευκαιρία-αρχές της δεκαετίας του 2000-, σε υπαίθριο παζάρι στο Μοναστηράκι να βρω ορισμένα της βιβλία, και συγκεκριμένα ορισμένα θεατρικά της, να πωλούνται, σε μια «εξευτελιστική τιμή». Φυσικά, όσα συνάντησα, τα αγόρασα. Ένα θεατρικό της βιβλίο ήταν και Ο «ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ» Αθήνα 1992. Πάντοτε συγκέντρωνα και διάβαζα βιβλία και μελετήματα που αφορούσαν την τραγική ζωή του Έλληνα Αυτοκράτορα, που οι χριστιανοί απεκάλεσαν παραβάτη θέλοντας να σπιλώσουν την μνήμη του μέσα στην Ιστορία, και εν μέρει το πέτυχαν. Αυτού του νεαρού ονειροπόλου φιλόσοφου βυζαντινού αυτοκράτορα, των αρχών της οικοδόμησης του ανατολικού τμήματος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Του στωικού φιλοσόφου και ηθικολόγου, ενάρετου ηγέτη. Αν διαβάσουμε τους λόγους του που μας διασώθηκαν και ιχνομυθήσουμε τους δρόμους της σκέψης του και των κοινωνικών και άλλων ιδεών που πρέσβευε, του οράματός του για τον τότε Κόσμο και την Κοινωνία, θα αναγνωρίσουμε έναν πολιτικό και κοινωνικό αναμορφωτή ηθικολόγο ηγέτη, που θέλησε να αλλάξει τον ρου της ιστορίας στην εποχή του. Ένα ενάρετο πρόσωπο, μάλλον συντηρητικών αρχών, αν τον συγκρίνουμε με τα κοινωνικά δεδομένα και τα πρότυπα των αρχαίων εθνικών ελληνικών. Σαν μία νεανική μεταγενέστερη εκδοχή του Μάρκου Αυρηλίου, παρά έναν διορατικό στρατιωτικό ηγέτη με πυγμή, με την σιδηρά πειθαρχία βασιλέα, ευφυή διπλωμάτη αυτοκράτορα. Έναν «νέο Μέγα Αλέξανδρο» που είχε επιτακτική ανάγκη-στα χρόνια του-η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που αντιμετώπιζε τόσο εσωτερικούς όσο και εξωτερικούς εχθρούς και έριδες. Ο Ιουλιανός, υπήρξε ένας νεαρός σε ηλικία αυτοκράτορας-που σώθηκε από την απόπειρα δολοφονίας του από τύχη-ο οποίος ζώντας σε μια ασκητική «κραιπάλη», ανέβηκε στον αυτοκρατορικό βυζαντινό θρόνο, και κυβέρνησε ελάχιστα, περισσότερο σαν αρχαίος έλληνας περιπατητικός φιλόσοφος στην Αθηναϊκή Αγορά, παρά σαν των ημερών του Ρωμαίος ηγέτης. Οραματίστηκε να αναβιώσει την λατρεία των Παλαιών Αρχαίων Θεών της Ελλάδας, (και μάλιστα, της θεολογικά παρακμάζουσας εθνικής εποχής) θέλησε να δώσει ξανά, κοινωνική και θρησκευτική αίγλη στους Ναούς τους. Να στρέψει τους ετερόκλητους λαούς και εθνότητες του Βυζαντίου στο δωδεκάθεο. Όταν η γενεαλογία αυτή των αρχαίων Θεών είχε ξεπέσει στα μάτια τόσο των μεγάλων μαζών όσο και από τις συνειδήσεις των μορφωμένων και φιλοσοφούντων Ελλήνων. Ο Κόσμος της εποχής του Ιουλιανού, ήταν στο σύνολό του μεταφυσικά και θεολογικά άστεγος. Η Αυτοκρατορία ήταν μία τεράστια αρένα πάλης μεταξύ παλαιότερων θρησκευτικών μυστηριακών δοξασιών και της νέας προερχόμενης από τον ιουδαϊσμό θρησκείας του Ναζωραίου. Ή ορθότερα, μεταξύ των διαφορετικών εκδοχών πρόσληψης και δογμάτων της χριστιανικής θρησκείας. Κατά την σύντομη βασιλεία του διατήρησε δε όλο το Imperium την ανεξιθρησκεία, δηλαδή, την παράλληλη λατρεία των παλαιών Θεών και των νέων ή του νέου που είχε βρει πιστούς και υποστηρικτές στα κυβερνητικά κλιμάκια και στα στρατιωτικά σώματα. Παρά τις ενδόμυχες επιθυμίες του Ιουλιανού, παρά τις εσωτερικές της συνείδησης του ανάγκες και την βούλησή του να αναβιώσει τους Αρχαίους Θεούς, η προσπάθεια αυτή ήταν αναμενόμενο να αποτύχει. Ο φουρτουνιασμένος ποταμός της Νέας Χριστιανικής Θρησκείας, της λατρείας του ρακένδυτου και πλάνη Ιησού που σταυρώθηκε για να σωθεί το ανθρώπινο γένος και αναστήθηκε, πλημμύριζε τα εδάφη της αυτοκρατορίας και διάβρωνε τα θεμέλια του παλαιού Εθνικού Κόσμου των Ελλήνων. Με τα γνωστά μας μέσα στην Βυζαντινή Ιστορία αποτελέσματα. Ο πολυπολιτισμικός κόσμος των Βυζαντινών, δεν είχε ανάγκη από φιλόσοφους βασιλείς, ενάρετους ηγέτες, αλλά από σιδηράς πυγμής στρατιωτικούς αυτοκράτορες για να κατορθώσει να κερδίσει το στοίχημα της γεωγραφικής του και εδαφικής ακεραιότητας. Να αποτρέψει δυναμικά και αποτελεσματικά τις επιβουλές των εξωτερικών εχθρών και γειτονικών λαών που επιβουλεύονταν τα εδάφη του. Οι Αυτοκρατορίες, όπως μας φανερώνουν τα κατοπινά δελτάρια της Ιστορίας, δεν διατηρούνται με φιλοσοφικές αξίες περιπατητών διανοητών ή φιλοσόφων, (η μνήμη της πολιτικής προσπάθειας του μέγιστου των φιλοσόφων Πλάτωνα να ιδρύσει την Πολιτεία του, ήταν ακόμα νωπή η αποτυχία του, και το ατελέσφορο του εγχειρήματός του) αλλά με στρατιωτική και οικονομική επεκτατική ισχύ. Με αμυντικούς ή επιθετικούς πολέμους κατάκτησης ή αποτροπής. Πολέμους που ηγούνται στρατιωτικοί ηγέτες, με την διορατικότητα και ευφυΐα κυβερνητών-δικτατόρων, και όχι πνευματικούς κληρονόμους της Πλατωνικής Πολιτείας. Ο Ιουλιανός, δεν ήταν από την πάστα ούτε του Λάμαχου ούτε διέθετε το κληρονομικό χάρισμα ενός Μεγάλου Αλεξάνδρου, πολιτιστικού κατακτητή. Ο Ιουλιανός ήταν ένας νεαρός, κατατρεγμένος και ορφανός διάδοχος αυτοκράτορας, που διαπαιδαγωγήθηκε από χριστιανό ιερέα παιδαγωγό, και ανήλθε στον αυτοκρατορικό θρόνο, όπως φαίνεται, μάλλον παρά την θέλησή του. Καθώς δολοφονήθηκαν οι στενότεροι κληρονόμοι συγγενείς του, παρέμεινε ο μόνος εν ζωή. Κυνηγήθηκε και γλύτωσε θα σημειώναμε από θαύμα, (τον έκρυψαν) από δολοφονικές ενέργειες μελών της ίδιας του της οικογένειας, στην άμετρη φιλοδοξία τους να κερδίσουν και διατηρηθούν στον Βυζαντινό θρόνο. Απόγονος και ο ίδιος αυτοκρατορικής φαμίλιας, έλαβε πλούσια αρχαιοελληνική παιδεία και μόρφωση. Ο Ιουλιανός, δεν διέθετε την πολιτική διορατικότητα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, που υιοθέτησε σαν ενοποιητικό ιστό της αυτοκρατορίας την νέα θρησκεία, που ήδη το ιερατείο του ανθούσε στις ακτές της μεσογειακής λεκάνης. Είχε την διλημματική ατολμία που διακρίνει τους στοχαστές και διανοητές. Ήταν άνθρωπος των γραμμάτων γιαυτό και μονήρης. Αδυνατούσε να κατανοήσει τις μηχανορραφίες των άλλων γύρων του. Είτε προέρχονταν από τα στρατιωτικά κλιμάκια, των φρουρών της αυτοκρατορίας είτε των ιερέων της παλαιάς θρησκείας είτε των ιερέων της νέας θρησκείας. Τόσο οι Εθνικοί όσο και οι Χριστιανοί τον ήθελαν με το μέρος τους και για το δικό τους συμφέρον. Ακόμα και η δολοφονία του ,κατά την διάρκεια της εκστρατείας του εναντίον των εχθρών της αυτοκρατορίας, παραμένει ένα ιστορικό μυστήριο. Το πάρθιο βέλος εικάζεται μόνο από πού προήλθε και πέτυχε τον στόχο του. Δολοφονήθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Με τον θάνατό του, η χριστιανική βυζαντινή αυτοκρατορία θα βάδιζε ανενόχλητη από Εθνικές ενοχλητικές κληρονομιές και δοξασίες  των παλαιών Θεών. Το ιστορικό της μεγαλείο θα στηρίζονταν για αιώνες στον ένα της πυλώνα, αυτόν του Χριστιανισμού, και μάλιστα της ανατολικής εκδοχής του. Ο στωικός αυτοκράτορας της γενιάς των Φλαβίων, θα περνούσε στον θρύλο της Ιστορίας σαν ένα «ξένο» προς τους σύγχρονους καιρούς σύμβολο. Ο Ιουλιανός, που τόσο άρτια έχει εικονογραφήσει μέσα στα ποιήματά του ο αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης, μαζί με τον μεταγενέστερο Έλληνα Φιλόσοφο Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα, θα γίνουν η κλασική αντιπρόταση πολιτισμού και σκέψης των Εθνικών Ελλήνων έναντι της Χριστιανικής Βυζαντινής παράδοσης. Δύο ιδιαίτερες φυσιογνωμίες μέσα στην ροή της ελληνικής Ιστορίας, που έμειναν μάλλον γνωστές, περισσότερο μέσα στις σελίδες των ποιητών και των λογοτεχνών, των φιλοσόφων και στοχαστών, τις αρνητικές κρίσεις και σπιλώσεις των χριστιανών εκκλησιαστικών συγγραφέων, παρά μέσα στους δαφνοστεφανωμένους παπύρους της καθόλου ιστορίας. Της ιστορικής διαδρομής, και τα κλέη ηγετικών ελληνικών μορφών. Δύο του ελληνικού πνεύματος πρόσωπα που φωτοστεφανώθηκαν αρνητικά στην πορεία του χρόνου, από την κυρίαρχη του ελληνικού έθνους χριστιανική παράδοση και εκκλησία. Όμως η Ιστορία, δεν κινείται με τα ψυχικά ή συνειδησιακά θέλω του ενός (μόνο) αλλά, τις παντοειδείς ανάγκες των πολλών.

     Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, και για την ακρίβεια το 2005, δέχτηκα ένα τηλεφώνημα. Μια άγνωστή μου γυναικεία φωνή ζήτησε να μου μιλήσει για να με ευχαριστήσει για κάτι που είχα γράψει για ένα θεατρικό της έργο. Η γυναικεία αυτή φωνή ήταν της ηθοποιού και συγγραφέως Τιτίκας Σαριγκούλη. Εκείνη την περίοδο, είχα δημοσιεύσει ένα κείμενο για το θεατρικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη «Ιουλιανός». Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του πειραιώτη ποιητή Γιώργου Χρονά, την γνωστή Οδός Πανός τεύχος 127/ 1,2,3, 2005, σελίδες 65-77, με τίτλο «Με αφορμή την τραγωδία Ιουλιανός του Νίκου Καζαντζάκη». Το λογοτεχνικό περιοδικό έκανε ένα μικρό αφιέρωμα στον Κρητικό συγγραφέα, και ανάμεσα στα άλλα κείμενα δημοσιεύτηκε και η εργασία μου. Παρ’ ότι εκείνη την χρονική περίοδο ήταν δύσκολα τα πράγματα σε οικογενειακό επίπεδο, φροντίδα κατάκοιτης με απανωτά εγκεφαλικά-προσπάθησα αν και έγκλειστος, να αναζητώ πνευματικούς διεξόδους για να αντέξω το βάρος της φροντίδας. Θυμάμαι όταν σκέφτηκα να γράψω το κείμενο για το θεατρικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη-περισσότερο μάλλον να εκθέσω τις θέσεις μου για τον αυτοκράτορα Ιουλιανό-ζήτησα από γνωστό μου βιβλιοπώλη αν είναι εύκολο να μου βρει το θεατρικό πρόγραμμα από παράσταση του Εθνικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος για τον Ιουλιανό. Ο πάντα πρόθυμος σε αυτά Αντώνης, ευσυνείδητος παλαιός βιβλιοπώλης βρήκε την πηγή και μου έφερε το θεατρικό πρόγραμμα. Εφοδιασμένος με τις σχετικές πληροφορίες-θεατρικά έργα που είχαν σαν θέματα τους τον Ιουλιανό-στρώθηκα στην δουλειά. Ανάμεσα στα βιβλία που είχα μπροστά μου, ήταν και της Τιτίκας Σαριγκούλη. Δεν γνωρίζω πώς έφτασε στα χέρια της το κείμενό μου, ποιος την πληροφόρησε, ή αν αγόραζε το λογοτεχνικό περιοδικό Οδός Πανός. Το σίγουρο πάντως είναι, ότι είδε το κείμενο, συγκινήθηκε με τα σχόλια για το έργο της, ευχαριστήθηκε και έψαξε να με βρει να μου τηλεφωνήσει και να με ευχαριστήσει. Δεν χρειάζεται να αναφέρω ότι συγκινήθηκα και ένιωσα κολακευμένος που μια μεγάλης ηλικίας γυναίκα συγγραφέας, άγνωστή μου μέχρι τότε-έψαξε με βρήκε με πήρε τηλέφωνο και με ευχαριστούσε για τα ελάχιστα που έγραψα για κείνη. Το τηλέφωνο έγινε η αφορμή, να γνωρίσω μιά ενδιαφέρουσα και με πνευματικά ενδιαφέροντα γυναίκα. Μια ελεύθερη και ανεξάρητη ύπαρξη που, δεν έπαυσε, παρά τα χρόνια της να αγωνίζεται και να παλεύει για τα δίκαια των ανθρώπων γύρω της. Δεν χρειάζεται να γράψω τι κολακευτικά μου είπε, τα παραβλέπω, σημασία έχει ότι μιλήσαμε για το ελληνικό θέατρο και τα προβλήματα που ταλανίζουν τους έλληνες ηθοποιούς. Όταν, μάλιστα, κατάλαβε ότι τρέφω αγάπη και σεβασμό για την θεατρική τέχνη, είχε την καλοσύνη, να πακετάρει και να μου αποστείλει αρκετούς τόμους από τα δεκάδες θεατρικά της. Βιβλία που τα δαχτυλογραφούσε, τα μοντάριζε, τα σελιδοποιούσε, τα έστηνε μπροστά σε μια οθόνη υπολογιστή, τα τύπωνε μόνη της. Θυμάμαι όταν μου πρωτομίλησε για αυτήν της την εργασιακή δραστηριότητα, έμεινα έκθαμβος, την ζήλεψα. Ένιωσα μικρός μπροστά της, που δεν ήμουν σε θέση να γνωρίζω γρι, από τα δεκάδες μυστικά των ηλεκτρονικών υπολογιστών, που βοηθούσαν τους σύγχρονους ανθρώπους στις εργασίες τους. Μόνη της έμαθε τον χειρισμό του ηλεκτρονικού υπολογιστή, όπως μου εξομολογήθηκε, για να γλυτώσει τα έξοδα της έκδοσης των βιβλίων της. Μόνη της έκανε τον σχεδιασμό και το στήσιμο των σελίδων. Έδινε το μέγεθός του, την φόρμα του. Μόνη της έκανε τις διορθώσεις που τύπωνε. Η ίδια έφτιαχνε τα εξώφυλλα. Φοβερά δραστήρια γυναίκα. Ακόμα, ανέβαινε-παρά την ηλικία της-στην στέγη του σπιτιού της και διόρθωνε την κεραμοσκεπή της που έσταζε. Επειδή, δεν είχε χρήματα να πληρώσει μαστόρους. Σουβάντιζε το σπίτι της, το έβαφε, έκανε ένα σωρό χειρονακτικές δουλειές, μόνη της. Όπως μου έλεγε-τότε-δεν της ζητούσαν να συμμετάσχει σαν ηθοποιός σε έργα. Την είχαν παραμελήσει, ένιωθε η ίδια παραμελημένη καλλιτεχνικά. Το εστίαζε ότι ήταν κομμουνίστρια. Δεν την ήθελαν. Προσπάθησα να κατανοήσω τα παράπονά της, αν και, της ξεκαθάρισα ότι εγώ δεν είμαι κομμουνιστής. Δεν θα μπορούσα να ζήσω κάτω από τέτοια κλειστά καθεστώτα. Στην αρχή αντέδρασε και προσπάθησε να με φέρει «στον ίσιο δρόμο» πολιτικά, που ένας πνευματικός άνθρωπος οφείλει να ακολουθεί. Όταν σε μετέπειτα τηλεφωνική μας επικοινωνία κατάλαβε ότι δεν ενδιαφέρομαι για τις πολιτικές-κομματικές θέσεις της και επιλογές της, μιλούσαμε για προσωπικά θέματα και περισσότερο, την ρωτούσα για την σχέση της με το θέατρο, την συγγραφή θεατρικών έργων, τις άλλες της καλλιτεχνικές δραστηριότητες.  Με έπαιρνε τηλέφωνο και μιλούσαμε με τις ώρες, για θέματα καθημερινά, προβλήματα που απασχολούν τους απλούς ανθρώπους. Μιλούσαμε για τα γραπτά της, με ρωτούσε για τις επιλογές των θεατρικών ηρώων της. Με ρωτούσε για τα δικά μου γραπτά. Με συμβούλευε, τις ανέφερα τους ενδοιασμούς μου για την επιλογή επικαιρικών θεμάτων μέσα στην θεατρική της ύλη. Ότι κατέστρεφε την θεατρική της φόρμα, παρατόνιζε το ενδιαφέρον του αναγνώστη από το θεατρικό παιχνίδι στην στείρα πολιτική και πολλές φορές προπαγανδιστική καταγγελία. Μου αντέτεινε ότι κάνει πολιτικά θέατρο, ότι γράφει και ασχολείται με πολιτικά ζητήματα της εποχής της δανειζόμενη μορφές και πρόσωπα από την αρχαία, ρωμαϊκή και βυζαντινή ιστορία, θρησκευτικές προσωπικότητες της Βίβλου. Διαφωνούσαμε όχι τόσο για αυτά που της έλεγα αλλά, επειδή η Τιτίκα Σαριγκούλη υποστήριζε με ζήλο τον κομματικό της χώρο. Της ανέφερα ότι πέρασε η εποχή που γραφόταν θέατρο του Βουνού. Τον Βασίλη Ρώτα τον γέννησε η εποχή του και οι δύσκολες συνθήκες της εποχής του. Οι καιροί άλλαξαν, το ίδιο και οι κοινωνικές συνθήκες που θα γεννούσαν έργα με κομματικό προπαγανδιστικό περιεχόμενο. Είχε την άποψή της, διατηρούσα τις απόψεις μου δίχως να συμφωνούμε. Μου μιλούσε και για τα χρόνια της κατοχής, του εμφύλιου. Η Τιτίκα Σαριγκούλη ήταν αυτό που θα λέγαμε χρησιμοποιώντας μια πολιτική ορολογία «βαμμένη» κομμουνίστρια. Ήθελε με θάρρος και πείσμα να διαδώσει τα κόκκινα μηνύματά της. Μέσα μου γελούσα για το μεγάλο της πάθος αλλά δεν της το φανέρωνα. Της μιλούσα για το πατριωτικό Πασοκ και τον Αντρέα. Μου τα έψελνε μητρικά. Σε τηλεφωνήματά της, μου αφηγούνταν περιστατικά από δικές της παραστάσεις, από ίντριγκες άλλων συναδέλφων της, και πάντα, μα πάντα, κατέληγε να μου υμνήσει τον αγώνα των κομμουνιστών ηθοποιών για τα εργασιακά τους δικαιώματα, για την έλλειψη συνδικαλισμού στον χώρο τους. Από την μεριά μου, αντιμετώπιζα την Τιτίκα Σαριγκούλη σαν μια πολυγραφότατη θεατρική συγγραφέα. Τ ης έλεγα ότι δεν γίνεται να γράφεις σημαντικές ιστορικές και θρησκευτικές ηγετικές μορφές, που ο συμβολισμός τους είναι πολύ έντονος και προσδιορισμένος πλέον μέσα στον χρόνο της παράδοσης, και να μου βάζεις στα λόγια τους σχολιασμούς επικαιρικούς και εφήμερους. Καταστρέφεις την διαχρονικότητα του θεατρικού μηνύματος. Αποπροσανατολίζεις τον θεατή ή αναγνώστη, από τον κεντρικό πυρήνα και στόχο της θεατρικής σύνθεσης που είναι η ανάδειξη των σκέψεων και των θέσεων των ηρώων, και όχι ο δικός της πολιτικός σχολιασμός. Διαφωνούσαμε, δεν επέμενα. Την άκουγα να μου εκθέτει τις απόψεις της και προσπαθούσα να βρω τις γέφυρες που ενώνουν την πολιτική της σκέψη με την θεατρική της σύγχρονη πρόταση. Πολιτικολογούσε υπερβολικά μέσα στα έργα της, αφαιρούσε τα πρόσωπα από το κάδρο της ιστορίας και τα έθετε στο κάδρο της σύγχρονης πολιτικής. Μόνο που η εποχή μας, εποχή της τρίτης χιλιετίας, τον άνθρωπο δεν τον κινεί η ιστορία αλλά η διαφημιστική εικόνα της τηλεόρασης και των διαδικτύων. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν είναι υποκείμενο της ιστορίας αλλά των διαφημιστικών προτάσεων. Του εικονικού κόσμου της διαφήμισης και εμπορικής κατανάλωσης. Η οικονομία έχει αντικαταστήσει την αρχαία Αγορά της συνέλευσης και των διαβουλεύσεων. Το θεατρικό παιχνίδι έχει υποστεί και αυτό την σχετική αλλοίωση. Η οικονομία έχει διαβρώσει και την θεατρική τέχνη. Δεν γράφονται πλέον θεατρικά έργα του διαμετρήματος μιας Λούλας Αναγνωστάκη, ενός Γιώργου Μανιώτη, ενός Βασίλη και Ελένης Κεχαϊδη, ενός Ιάκωβου Καμπανέλλη, μιας Μάρως Βαμβουνάκη. κλπ. Τα τελευταία χρόνια, το βάρος του θεατρικού παιχνιδιού δεν το σηκώνει στους ώμους του ο θεατρικός συγγραφέας αλλά ο σκηνοθέτης και η δική του εκδοχή του θεατρικού λόγου, η σκηνική πολλές φορές παραποίηση της θεατρικής γραφής και του κεντρικού μηνύματός της. Οι ηθοποιοί και οι αυτοσχεδιασμοί τους πέρα από το κείμενο, οι ενδυματολογικές προτάσεις των σχεδιαστών μόδας, που υπερβαίνουν την λιτότητα του θεατρικού λόγου, τα αφαιρετικά σκηνικά. Ακόμα και η μουσική επένδυση αντί να συνοδεύσει τον θεατρικό λόγο ακολουθεί πολλές φορές διαφορετική ενδιαφέρουσα μεν αλλά διαφορετική διαδρομή. Ο θεατρικός λόγος έχει υποχωρήσει στο όνομα της τηλεοπτικής αναγνωρισιμότητας των ηθοποιών που κινούνται με τηλεοπτικές ατάκες. Πολλές φορές παρακολουθώντας μια κλασική παράσταση ότι έχεις την αίσθηση ότι η υπόθεση οδεύει προς ένα είδος επιθεωρησιακής απόδοσης. Ίσως κάνω λάθος. Το σίγουρο πάντως είναι ότι, ο θεατρικός λόγος, η θεατρική γραφή έχει υποχωρήσει στις μέρες μας. Μάλλον γιαυτό έχουμε πολλές θεατρικές διασκευές μυθιστορημάτων. Την θεατρική γραφή αναπληρώνει η μυθιστορηματική.

     Τα τηλεφωνήματα με την συγγραφέα και ηθοποιό Τιτίκα Σαριγκούλη, για ένα διάστημα ήταν συχνά, μου έστελνε τα θεατρικά της και ζητούσε την γνώμη μου. Την θαύμαζα για την ζωντάνια και εργατικότητά της, το γυναικείο της πείσμα, το κομματικό της φρόνημα, τους μοναχικούς της αγώνες. Ήταν ένας πολύ ζωντανός και δραστήριος άνθρωπος. Με έναν αέρα ανεξαρτησίας και χειραφέτησης που δεν συναντάς πιά. Κεντρική διαφωνία μας ήταν ο πολιτικός χώρος που υποστήριζε αλλά δεν μέναμε εκεί. Η Τιτίκα Σαριγκούλη σαν θεατρική συγγραφέας, επιλέγει πρόσωπα της Ιστορία για να οικοδομήσει έναν πολιτικό λόγο, να φωτίσει τις ταξικές συγκρούσεις μέσα στην κοινωνία, να μας μιλήσει για την πάλη των τάξεων. Να μιλήσει για κοινωνικές συγκρούσεις και διαμάχες. Οι δράσεις των ηρώων της κινούνται σε διάφορα επίπεδα ταυτόχρονα μέσα στον χρόνο. Συνήθως ο θεατρικός της σχεδιασμός έχει να κάνει με θεατρικά ανεβάσματα σε πλατείες, σε ανοιχτούς χώρους.  Εξυπηρετεί άλλες τις πολιτικές και κομματικές πλευρές του εαυτού της. Εντάσσει οικειοθελώς τον θεατρικό της λόγο στην υπηρεσία των κομματικών αναγκών, αν δεν την παρερμηνεύω, όμως αυτό, στην εποχή μας, ηχεί κάπως ρετρό. Το θέατρο δεν είναι πολιτική ντουντούκα αλλά ηχείο πολλών του ανθρώπου φωνών. Ο σκοπός του είναι η παιδαγωγία και όχι η πολιτική ή κομματική καθοδήγηση. Τουλάχιστον, αυτή είναι η προσωπική γνώμη χωρίς να την θεωρώ ούτε ορθή ούτε μοναδική.

     Κρατήσαμε επαφή για μερικά χρόνια, ώσπου μία ημέρα εντελώς τυχαία, μου τηλεφώνησε και με ρώτησε αν παρακολουθούσα ένα σήριαλ στην τηλεόραση. Και αν ναι, πως μου φάνηκε το παίξιμό της. Της είπα ότι δεν το παρακολουθούσα αλλά αφού είχε την καλοσύνη να με ενημερώσει θα το παρακολουθήσω και θα της απαντήσω. Όπερ και εγένετο. Την ηθοποιό και θεατρική συγγραφέα Τιτίκα Σαριγκούλη την έβλεπα επιτέλους έστω και έμμεσα, μέσα από την ερμηνεία της σε σήριαλ της τηλεόρασης.  Διατηρήσαμε επαφές ώσπου μία ημέρα σε ένα τηλεφώνημά μας, της εξέφρασα την δυσαρέσκειά μου για το γεγονός ότι το κόμμα που υποστήριζε ανήρτησε ξανά την φωτογραφία του σοβιετικού πατερούλη στα Γραφεία του. Της ανέφερα ότι ιστορικά, το πολιτικό αυτό πρόσωπο ανήκει στις μελανές σελίδες της ρώσικης κόκκινης επανάστασης. Ότι κυβέρνησε σαν δικτάτορας με πολιτικές πρακτικές που αμαύρωσαν την εικόνα των αγώνων των ιδρυτών της κομμουνιστικής επανάστασης. Ότι το πολιτικό άγος των εξόριστων αντιφρονούντων στην Σιβηρία θα θυμίζει τα ιστορικά λάθη και ατοπήματα του πατερούλη. Φυσικά όπως ήταν αναμενόμενο, η Τιτίκα σαν ελληνίδα κομμουνίστρια «Πασιονάρα» αντέδρασε δυναμικά και μου είπε αυτά που μου είπε, υποστηρίζοντας τις αποφάσεις του κόμματος. Μετά από εκείνο το τηλεφώνημά μας, δεν ξανά μιλήσαμε. Μου έκοψε και την καλημέρα. Ούτε και εγώ ασφαλώς θέλησα να της τηλεφωνήσω ξανά. Ούτως ή άλλως, ούτε εκείνη θα άλλαζε στρατόπεδο ούτε εγώ θα γινόμουν κομμουνιστής. Το θέατρο δυστυχώς, δεν κατόρθωσε να ενώσει δύο άτομα με διαφορετική πολιτική ιδεολογία.

      Την Τιτίκα Σαριγκούλη όμως, θα την θυμάμαι σαν μια γυναίκα που παρά τα χρόνια της, διατηρούσε ακμαίο το πολιτικό ηθικό της, το κομματικό αγωνιστικό της φρόνημα, την επιθυμία της να καλυτερεύσει τον κόσμο, να εξαλείψει τις αδικίες των ανθρώπων, να παλέψει για τα συνδικαλιστικά της δικαιώματα και αυτά των συναδέλφων της ηθοποιών. Να αλλάξει την Κοινωνία. Ήταν πάντα με την πλευρά των αδικημένων έστω και αν το εκδήλωνε αυτό με τρόπο κάθετο και απόλυτο. Η Τιτίκα Σαριγκούλη ήταν μια αγωνίστρια που προέρχονταν από έναν άλλον ελληνικό κόσμο, ενός περασμένου αιώνα. Όμως τα προτάγματα των του Κόσμου αυτού, ανήκουν πλέον στις σελίδες των βιβλίων που γεμίζουν τα ράφια των βιβλιοθηκών. Ο κομμουνισμός σαν πολιτικό σύστημα απέτυχε στην ιστορική εφαρμογή του. Ευτύχησε να μπει και αυτός στα πανεπιστημιακά σπουδαστήρια των καθηγητών και των φοιτητών-όπως και τα άλλα πολιτικά συστήματα της εποχής του-και να γίνει σπουδαστική και ερευνητική εργασία για εκπόνηση διδακτορικών διατριβών. Οι πολιτικές διδαχές του σχετίζονται με τις απόψεις και τις πολιτικές θέσεις άλλων οικονομολόγων και κοινωνιολόγων, και λαμβάνουν την σωστή τους θέση μέσα στην ανθρώπινη τοιχογραφία της ιστορίας της ανθρώπινης περιπέτειας. Όσο για το θεατρικό παιχνίδι, ε, αυτό πια, κάθε ανθρώπινη ύπαρξη και ένα θεατρικό προσωπείο.  

     Η ηθοποιός και συγγραφέας Τιτίκα Σαριγκούλη είναι μάλλον η πολυγραφότερη ελληνίδα γυναίκα συγγραφέας στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου. Πέρα από τον βαθμό ποιότητας των θεατρικών της έργων. Η παραγωγή της αριθμεί περί τα 60 βιβλία, που εξέδιδε μόνη της με μεγάλη φροντίδα και αγάπη. Σε ένα θεατρικό της έργο, στο «ΗΛΙΑΣ Ο ΘΕΣΒΙΤΗΣ», Αθήνα 2005, είχε την καλοσύνη να συμπεριλάβει και τον μικρό σχολιασμό που έκανα στο προηγούμενο έργο της «Ιουλιανός». Αντιγράφω ορισμένους τίτλους έργων της .

-ΜΟΡΦΕΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ, 1963, ΠΟΙΗΣΗ

-ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ, 1965, ΘΕΑΤΡΟ

-ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ, 1972. ΘΕΑΤΡΟ

-ΠΑΥΛΟΣ Ο ΙΟΥΔΑΙΟΣ, 1972, ΘΕΑΤΡΟ

-ΠΙΛΑΤΟΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ, 1972, ΘΕΑΤΡΟ

-ΠΟΜΠΗΙΟΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ, 1972, ΘΕΑΤΡΡΟ

-ΔΑΥΙΔ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ, 1972, ΘΕΑΤΡΟ

-ΑΓΑΘΩΝΑΣ Ο ΔΙΑΠΙΣΤΕΥΜΕΝΟΣ, 1972, ΘΕΑΤΡΟ

-ΣΤΑΘΜΟΣ, 1974, ΘΕΑΤΡΟ

-ΣΩΚΡΑΤΗΣ, 1977, ΘΕΑΤΡΟ

-ΦΙΛΟΠΟΙΜΕΝΑΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ, 1979, ΘΕΑΤΡΟ

-ΝΑΒΟΥΧΟΔΟΝΟΣΩΡ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ, 1981, ΘΕΑΤΡΟ

-ΤΑ ΚΑΒΟΥΡΙΑ, 1981, ΘΕΑΤΡΟ

-Ο ΙΩΣΗΦ ΚΑΙ Τ’ ΑΔΕΡΦΙΑ ΤΟΥ, 1982, ΘΕΑΤΡΟ

-ΓΡΑΚΧΟΙ, 1983, ΘΕΑΤΡΟ

-ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, 1984, ΘΕΑΤΡΟ

-ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ, 1985, ΘΕΑΤΡΟ

-ΤΑ ΜΠΡΟΚΟΛΑ, 1985, ΘΕΑΤΡΟ

-ΜΩΗΣΗΣ, 1987, ΘΕΑΤΡΟ

-ΣΥΜΠΟΣΙΟ, 1988, ΘΕΑΤΡΟ

-ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ, 1989, ΘΕΑΤΡΟ

-ΣΟΛΩΝΑΣ, 1990, ΘΕΑΤΡΟ

-Ο ΓΚΟΡΜΠΑΤΣΩΦ ΚΑΙ ΤΟ ΣΟΙ ΤΟΥ, 1991, ΘΕΑΤΡΟ

-ΜΠΟΥΡΝΟΒΑΣ ΑΘΗΝΑ, 1991, ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ

-ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ, 1992, ΘΕΑΤΡΟ

-ΣΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΤΟΥ ΕΓΩΙΣΜΟΥ- Ν. ΒΟΥΤΖΑ, 1992, ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ

-ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟ ΚΚΕ-ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ-ΚΚΣΕ., 1992, ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ

-ΑΙΝΕΙΑΣ, 1993, ΘΕΑΤΡΟ

-Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΣΤΡΑΤΟΛΟΓΕΙ. (Άσσαμ, Σόφια 1985), 1993, ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ

-ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ, 1994, ΘΕΑΤΡΟ

-ΑΡΘΡΑ-ΓΡΑΜΜΑΤΑ Τόμ Β΄, 1994

-Ο ΚΡΟΥΤΣΩΦ ΔΗΜΑΡΧΟΣ (ή τα Ποντίκια), 1995, ΘΕΑΤΡΟ

-Ο ΘΗΣΕΑΣ, 1995, ΘΕΑΤΡΟ

-ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ ’44, 1996, ΘΕΑΤΡΟ

-ΗΡΑΚΛΗΣ, 1997, ΘΕΑΤΡΟ

-ΞΕΝΟΦΩΝΤΑΣ, 1998, ΘΕΑΤΡΟ

-ΝΕΡΩΝΑΣ, 1999, ΘΕΑΤΡΟ

-ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΑ ΤΟΥ ΟΔΗΓΟΥ, 1999, ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ

-ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΜΙΑΣ ΘΕΑΤΡΙΝΑΣ, 2000, ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ

-ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΣΥΛΛΟΓΗ Α΄, 2000, ΜΕΛΕΤΗ

-ΚΑΣΣΙΑΝΗ, 2001, ΘΕΑΤΡΟ

-ΦΙΛΟΘΕΗ Αθηναία, 2001, ΘΕΑΤΡΟ

-ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΡΘΡΑ ΣΥΛΛΟΓΗ Β΄, 2001

-ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ, 2002, ΘΕΑΤΡΟ

-ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΙΔΑΧΗ ΣΥΛΛΟΓΗ Γ΄, 2002,

-ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΙΟΥΓΟΥΡΘΑΣ, 2003, ΘΕΑΤΡΟ

-ΟΙ ΤΑΞΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ ΣΤΙΣ ΚΩΜΩΔΙΕΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ, 2003, ΜΕΛΕΤΗ

-ΦΩΚΙΩΝΑΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ, 2004, ΘΕΑΤΡΟ

-ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΣΥΛΛΟΓΗ Δ΄, 2004

-ΗΛΙΑΣ Ο ΘΕΣΒΙΤΗΣ, 2005, ΘΕΑΤΡΟ

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, Παρασκευή 29/1/2021

ΥΓ. Ευχαριστώ τον ποιητή και εκδότη κύριο Αντώνη Φωστιέρη, διακεκριμένο ποιητή της γενιάς του 1970 για την καλοσύνη που είχε να μου αποστείλει την νέα του ποιητική συλλογή «ΘΑΝΑΤΟΣ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ», εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα Σεπτέμβριος 2020, σελίδες 62, καθώς και την μελέτη ανθολόγιο του κριτικού κυρίου Βαγγέλη Χατζηβασιλείου, «ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ» εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 2020. Ο τόμος εντάσσεται στην σειρά των εκδόσεων «ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ» Η Γενιά του 1970. Υπεύθυνος της σειράς είναι ο κριτικός κύριος Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, ενώ η μακέτα του εξωφύλλου φιλοτεχνήθηκε από τον κύριο Πέτρο Τσαλπατούρο. Σελίδες 168.

 

      

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2021

Ο Λεωνίδας Κύρκος και ο Ηλίας Ηλιού για τον πολιτικό Παναγιώτη Κανελλόπουλο

ΘΕΣΕΙΣ  ΓΙΑ  ΤΟΝ  ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ  ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟ

ΤΙΜΗ ΣΤΑ ΟΓΔΟΝΤΑΧΡΟΝΑ ΤΟΥ

ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΕΥΘΥΝΗΣ  ΝΟΥΜΕΡΟ 17/11, 1982, σ. 208

                Η ΑΓΡΥΠΝΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

     Μέσα στην οραματική ζωή του Ελληνισμού, μια ξεχωριστή θέση κατέχει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, θέση ευγένειας του πνεύματος και συνειδησιακής αγρύπνιας, τιμιότητας και πατριωτισμού.

     Η πορεία του και η συμπεριφορά του μέσα στον ελληνικό χώρο εμφανίζεται οργανικά ενωμένη με την μοίρα της Ελλάδας και το πνευματικό του έργο, πού κορυφώνεται με την μνημειακή «Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος», εκφράζει την βαθειά ελληνική πίστη στην αξία της Ιστορίας, στην εγκυρότητα του παρελθόντος, στην πνευματική οντότητα της Ευρώπης και στον πολιτιστικό της προορισμό-που είναι και της χώρας μας ο προορισμός.

      Ατενίζοντας από το ύψος των ογδόντα του χρόνων τον κόσμο, το παρελθόν του και το καλυμμένο με την καλύπτρα του αγνώστου μέλλον του ανθρώπου, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ως γρηγορούσα συνείδηση καταθέτει την μαρτυρία των πνευματικών του βιωμάτων και διατυπώνει στα έργα του τα έσχατα ερωτήματα του ανθρώπου με συγκλονιστική ευκρίνεια και γοητεύουσα ευγλωττία. Ο τόνος του και ως στοχαστή και ως πολιτικού άνδρα, είναι τόνος ηγετικός, τόνος ευθύνης και λόγος αλήθειας σε συσχετισμό πάντοτε με τα δεδομένα της κάθε ιστορικής ώρας.

      Είναι ένας δάσκαλος ήθους και ευγένειας για τους Έλληνες, ένας εμπνευσμένος εγερτής συνειδήσεων, μια φωτεινή παρουσία σεμνότητας και κατακτάει αυτόματα την αθανασία μέσα στον χώρο του Νέου Ελληνισμού. Βαθειά Έλληνας και, για τούτο συνειδητά Ευρωπαίος, ανήκει στην μεγάλη εκείνη Γενιά που έφερε τον λαό μας σε αυτογνωσία και του απεκάλυψε την πνευματική του μοίρα.

     Γιορτάζοντας τα ογδοντάχρονά του, τον ατενίζουμε με τα χέρια γεμάτα χλωρά κλαδιά και άνθη του πνεύματος και του ευχόμαστε να είναι μακρότατος ο βίος και αράγιστη η αθανασία του ονόματός του.

                                Η «ΕΥΘΥΝΗ»  

-ΝΙΚΟΣ  ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ,  ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΥΡΩ ΣΤΟ ΕΡΓΟ: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ « ΤΟΥ  ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ  ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, 96-110

-Γ. Δ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ, Η ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ  ΗΘΙΚΗ  ΚΑΙ  ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ  ΚΡΑΤΟΣ –ΑΓΑΠΗΣΕΙΣ ΤΟΝ ΜΑΚΡΑΝ ΣΟΥ ΩΣ ΣΕΑΥΤΟΝ-, 35-73

-ΗΛΙΑΣ  ΗΛΙΟΥ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ Ο  ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ,  Ο  ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, 15-22

-ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ  ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ,  Η  ΜΝΗΜΗ  ΜΟΥ, 179-190

-ΝΤΙΝΟΣ  ΑΠ. ΚΑΤΣΟΓΙΑΝΝΟΣ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ  ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ο ΕΝΩΤΙΚΟΣ, 175-178

-ΛΕΩΝΙΔΑΣ  ΚΥΡΚΟΣ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ  ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, 75-78

-ΝΙΚΟΛΑΟΣ Κ. ΛΟΥΡΟΣ, ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ, 26-34

-ΝΙΚΟΣ ΜΑΚΡΗΣ, ΟΙ ΑΦΕΤΗΡΙΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ  ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, 165-174

-ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ Ι. ΜΑΡΑΘΕΥΤΗΣ, Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ  ΚΙ  Η  ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ  ΕΛΛΗΝΑ  ΗΓΕΤΗ, 111-118

-Κ. ΜΗΤΣΑΚΗΣ, Η  ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ  ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, 85-95

-ΚΩΣΤΑΣ Π. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ,  ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ  ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ο ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ ΤΗΣ  ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΔΡΩΣΑΣ  ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ, 119-122

-ΔΗΜΗΤΡΗΣ  ΜΥΡΑΤ, Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΤΩΝ  ΙΔΑΛΓΩΝ, 79-84

-ΘΕΟΔΩΡΟΣ  ΞΥΔΗΣ, Η  ΠΟΛΙΤΙΚΗ  ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, 123-135

-ΙΩΑΝΝΗΣ  ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ  ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, 23-25

-Ε. Ν. ΠΛΑΤΗΣ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ  ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ «ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ  ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ»  ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ, 136-144

-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ  ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, 9-14

-ΘΕΟΦΙΛΟΣ  Δ. ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ  ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ  Ή  Η ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑΣ, 145-150

-ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΦΩΤΕΑΣ, Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΑΛΛΟΙΩΤΟΣ ΠΥΡΗΝΑΣ ΖΩΗΣ, 151-156

-ΠΕΤΡΟΣ  ΧΡΟΝΑΣ, ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ  ΑΠ’  ΤΟΝ  ΟΜΠΛΟ, 157-164

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ  ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ  ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, 191-201

          ΠΑΝΑΓΙΏΤΗΣ   ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ

του Λεωνίδα Κύρκου

      Θ’ αναφερθώ στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο της τελευταίας περιόδου, που αρχίζει απ’ τη δικτατορία και που τις ρίζες της πρέπει κανείς να τις αναζητήσει πιό πρίν στο 1964 αν όχι νωρίτερα. Τότε-το ’64-σ’ ένα λόγο του στις Σέρρες, που από πολλούς πέρασε απαρατήρητος, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αρχηγός της ΕΡΕ μετά την αυτοεξορία του Κ. Καραμανλή, τόλμησε για πρώτη φορά ένα κήρυγμα που ηχούσε παράδοξα απ’ το στόμα του ηγέτη της Δεξιάς: πώς ο κομμουνισμός είναι ένα κοινωνικό κίνημα που δεν αντιμετωπίζεται με τη βία ή με την καφενοβιακή αντικομμουνιστική φλυαρία. Αλλά με κοινωνικά μέτρα και με την πάλη των ιδεών. Αυτό, σήμερα, είναι κοινοτοπία για το σύνολο σχεδόν του συντηρητικού κόσμου-δεν μιλώ βέβαια για τους νοσταλγούς της δικτατορίας. Τότε όμως, που το κλίμα της αντεπανάστασης εξακολουθούσε να υπάρχει τόσο στους μηχανισμούς βίας όσο και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, χρειαζόταν και πολιτική όραση και τόλμη και να διακηρυχθούν οι απλές αλήθειες. Ύστερα από λίγο, αρχές του ’66-όταν πιά είχε μεσολαβήσει η αποστασία-ο Π. Κανελλόπουλος έδειξε πώς δεν έμενε απλά σε μιά ρητορεία. Χάρις στη δική του δραστήρια παρέμβαση, ύστερα από σχετικό διάβημα της ΕΔΑ, ο Κωστής Στεφανάκης, υπόγραψε ως υπουργός της Δικαιοσύνης την απόλυση και των τελευταίων πολιτικών κρατουμένων-και δεν ήταν λίγοι.

     Ίσως αυτές οι πολιτικές πρωτοβουλίες, που έδειχναν πως ο ηγέτης της Δεξιάς έψαχνε για κάποια «νέα σύνορα» για λογαριασμό της τάξης του, έκαναν δύσπιστο απέναντί του το φασιστικό και ταγματασφαλίστικο πυρήνα της Δεξιάς, που εξέφραζε τις κοινωνικές επιδιώξεις του πιό επιθετικού τμήματος του Κεφαλαίου-και των ξένων. Πολύ περισσότερο που φούντωνε ασταμάτητα το λαϊκό κίνημα για δημοκρατικές Αλλαγές κι απειλούσε να καταστρέψει τους καρπούς του βασιλικού πραξικοπήματος του 1965. Έτσι, ύστερα από ένα χρόνο, τον Απρίλη του ’67, το στρατιωτικό πραξικόπημα δεν ανέτρεψε μιά προοδευτική- δημοκρατική κυβέρνηση: ανέτρεψε την κυβέρνηση της κοινοβουλευτικής Δεξιάς, που μ’ επικεφαλής τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο οργάνωνε τις εκλογές του Μάη. Αυτή η παράδοξη από πρώτη ματιά εξέλιξη, έδειχνε πόσο πολύπλοκη ήταν η ελληνική πορεία και πόσο αδίστακτοι ήταν-και παραμένουν-οι μηχανισμοί που υπηρετούσαν τα συμφέροντα των ξένων και της υποταχτικής τους ολιγαρχίας.

      Με την ασυμφιλίωτη στάση του απέναντι στην τυραννία της χούντας, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος κέρδισε το σεβασμό όλων των Ελλήνων. Με τη συμμετοχή του στις επάλξεις του αντιδικτατορικού αγώνα, συνέβαλε αποφασιστικά στην ηθικοπολιτική απομόνωση της στρατοκρατικής δικτατορίας κι εμπόδισε την κατολίσθηση και μαζών και στελεχών απ’ τον συντηρητικό κόσμο προς την παράταξη της χούντας. Ύστερα από τόσα χρόνια και μέσα από τόσες περιπέτειες, ξανασύνδεσε το νήμα της πολιτικής του ζωής με τη στάση του ενάντια στη Μεταξική δικτατορία. Κι απέδειξε για μιά ακόμα φορά, πώς η διάκριση της αστικής τάξης σε κοινοβουλευτική και φασιστική, δεν είναι υποθετική και πως κατά συνέπεια είναι δυνατή η κοινή δράση με την πρώτη για την υπεράσπιση των δημοκρατικών θεσμών απέναντι στη φασιστική απειλή.

      Μέσα απ’ τη δικτατορία, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος επεξεργάστηκε-όπως και τόσοι άλλοι Έλληνες-ιδέες για τη μεταχουντική ανασυγκρότηση της Ελλάδας. Το κεντρικό τους νήμα ήταν η διατήρηση της εθνικής ομοψυχίας για ν’ αντιμετωπισθούν απ’ την αφετηρία εκείνη τα δύσκολα προβλήματα που έθετε η νέα πορεία. Δεν υπάρχει αμφιβολία πώς τα «νέα σύνορα» που χάραζε-όπως κι εκείνα που επιχείρησε να επιβάλει με μερική μόνο επιτυχία ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, μερική, γιατί σκόνταψε στην ταξική τύφλωση του σκληρού πυρήνα της ολιγαρχίας-απέβλεπαν στην ανανέωση των περιθωρίων της αστικής κυριαρχίας, που η χούντα τάχε στενέψει σ’ εκρηκτικό βαθμό. Ο Π. Κανελλόπουλος δεν είναι βέβαια κοινωνικός επαναστάτης. Είναι ένας ηγέτης πνευματικός και πολιτικός της αστικής τάξης, πού όμως βλέπει στους ορίζοντες του Έθνους και προσπαθεί ν’ ανιχνεύσει την προοπτική της πορείας του. Φέρνει δηλαδή μέσα του, «τώρα που γράφει το υστερόγραφο της πολιτικής του ζωής», μιάν αίσθηση καθολικότερη, που τον οδηγεί σε συλλήψεις και λύσεις πιό συνθετικές-και γι’ αυτό χρήσιμες στον προβληματισμό και των αντιπάλων του, στον δημοκρατικό-προοδευτικό χώρο. Απέναντι στη «συντηρητική εκδοχή» της εθνικής ομοψυχίας, διατυπώθηκε η επαναστατική της σύλληψη: η αντιδικτατορική ενότητα για την πρόοδο. Ξεκινούσε κι εκείνη απ’ το μάθημα του Απρίλη. Έβλεπα σα θεμέλιο της δημοκρατικής πορείας τη διασφάλιση του «δημοκρατικού παιχνιδιού». Η λογική της όμως ήταν η αντίθεση ακριβώς: όχι η ανανέωση των αστικών ορίων, αλλά η υπέρβασή τους, μέσα απ’ το δημοκρατικό δρόμο-με την κατάχτηση της πλειοψηφίας του λαού. Σ’ αυτή την πρόκληση της εποχής μας, ο μεταχουντικός Παναγιώτης Κανελλόπουλος απάντησε διαφορετικά απ’ τον παλιότερο, αν η πλειοψηφία του Λαού μας είπε σε μιά στιγμή-κηρυχτεί μέσα από ελεύθερες εκλογές υπέρ ενός κομμουνιστικού κόμματος, θα πρέπει αυτή η ετυμηγορία να γίνει σεβαστή. Πρίν απ’ τη δικτατορία, ο ίδιος ηγέτης δήλωνε ότι στην υποθετική αυτή περίπτωση, δε θάπρεπε να παραδοθεί η εξουσία σε μιά κομμουνιστική πλειοψηφία.

     Οι νέες ιδέες που υπερασπίστηκε στην ύστερη φάση του ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αντανακλούν βέβαια τις αλλαγές του καιρού μας-και μέσα σ’ αυτές, τις αλλαγές στο κομμουνιστικό κίνημα. Μαρτυρούν όμως ταυτόχρονα την ικανότητά του να δέχεται τα μηνύματα της εποχής μας και να τροφοδοτεί μ’ αυτά τις πολιτικές του επεξεργασίες. Ο συγκλονισμός της δικτατορίας, πού σήμαινε ταυτόχρονα πικρότατη προσωπική απογοήτευση-γιατί κατέστρεψε τη δυνατότητα ν’ ασκήσει την εξουσία-τον οδήγησε σε μιάν επανεκτίμηση της Ελληνικής πορείας. Και καθώς τα βήματά του τον φέρνουν εγγύτερα στη στιγμή που θα διαβεί το κατώφλι της Ιστορίας, αναζητά κάθε ευκαιρία για να βροντοφωνάξει στο Έθνος τις αλήθειες με τις οποίες τείνει να σφραγίσει την πολιτική του ζωή. Μιά απ’ αυτές, είναι η αξία που έχει η Εθνική Αντίσταση κατά των χιτλεροφασιστών καταχτητών σαν αιώνια πηγή έμπνευσης-και η ανάγκη ν’ αναγνωριστεί και να τιμηθεί απ’ το κράτος. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος θ’ αναδειχθεί ύστερα απ’ τη μεταπολίτευση, σ’ έναν απ’ τους ακούραστους εργάτες της αποκατάστασης της Εθνικής Αντίστασης-και του ΕΑΜ «της πιό μεγάλης και της πιό μαζικής αντιστασιακής οργάνωσης», όπως ο ίδιος τόνισε πολλές φορές απ’ το βήμα της Βουλής. Και σ’ αυτή του την προσπάθεια ελάχιστοι απ’ την παράταξή του θα τολμήσουν να τον ακολουθήσουν, τουλάχιστο φανερά, ενώ η ακροδεξιά πτέρυγα θα του επιφυλάξει πολλές φορές προσβλητική συμπεριφορά.

      Το Έθνος θα θυμάται την ιστορική συνεδρίαση της Βουλής στις 17 Αυγούστου 1982. Τότε, που ο πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου έκλεισε την περίοδο του διωγμού της Αντίστασης, καταθέτοντας το νομοσχέδιο για την αναγνώριση όλων των οργανώσεων που πολέμησαν κατά του καταχτητή-και πρώτα- πρώτα του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, της ΕΠΟΝ. Η αγόρευση του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν στο ύψος της ιστορικής στιγμής: «αισθάνομαι περήφανος σαν έλληνας»-είπε κατεβαίνοντας απ’ το βήμα. Στο ίδιο ύψος στάθηκε και η αγόρευση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου-του μόνου απ’ το χώρο της συντηρητικής παράταξης που έμεινε στην αίθουσα μετά την αποχώρηση της «Νέας Δημοκρατίας». Η ως το τέλος συνηγορία του για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης ήταν μιά ακόμα επιβεβαίωση του πολιτικού του θάρρους πού τον έφερε πολλές φορές στην ύστερη περίοδό του σε σύγκρουση με την παράταξη με την οποία πολιτικά συνεργάζεται.

       Ίσως κανείς άλλος μέσα στην αίθουσα της Βουλής δεν αισθανόταν όσο εκείνος, πώς η συνεδρίαση είναι ένα είδος ιερουργίας. Έρχονταν πολύ συχνά απ’ τους πρώτους και σ’ αυτή την ώρα ερωτήσεων, όπου και παρενέβαινε όταν το θέμα του γεννούσε την προσοχή, για να εκφράσει πάντα μιάν ενδιαφέρουσα άποψη-και τον εύρισκε κανείς στο έδρανό του και προχωρημένες πρωινές ώρες. Δίδασκε έτσι με το παράδειγμά του-και με τις δηκτικές πότε- πότε παρατηρήσεις του απ’ το βήμα-ότι χρέος του βουλευτή είναι να θητεύει στην αίθουσα, όχι μόνο για ν’ ακουστεί αλλά και για ν’ ακούσει, ίσως περισσότερο για ν’ ακούσει, να μαθαίνει, ν’ αποκτά τα γόνιμα στοιχεία του κοινοβουλευτικού μαχητή. Εξέφραζε πολλές φορές τη νοσταλγία μιας άλλης εποχής, λιγώτερο πυκνής και «τεχνοκρατικής», όταν θύμιζε τους διαλόγους ανάμεσα στους πρωταγωνιστές-τότε-της πολιτικής ζωής και ζητούσε να βρεθεί τρόπος ν’ απομακρυνθούμε απ’ τη διαδικασία των κατά παράθεση μονόλογων και να γυρίσουμε στην πραγματική συζήτηση με τις διακοπές και τις απαντήσεις, μέσα απ’ τις οποίες διευκρινίζονταν οι απόψεις. Το βήμα του ασκούσε πάντα μιάν έλξη και το τιμούσε με το ιδιαίτερο ήθος του. Ανέβαινε σ’ αυτό με ήρεμο πάθος και με την ίδια διάθεση παρακολουθούσε τις αξιόλογες αγορεύσεις, απ’ όποια πλευρά της αίθουσας κι αν προέρχονταν. Και νομίζω ότι θεωρεί πάντα το βήμα άμβωνα όχι μόνο για τη διακήρυξη μιάς πολιτικής, αλλά και για την πολιτική διαπαιδαγώγηση του Λαού.

       Κορυφαία στιγμή του αυτοελέγχου και της κριτικής, ήταν ο αποχαιρετισμός στο νεκρό αντίπαλο-τον κομμουνιστή Γενικό Γραμματέα του κατοχικού ΕΑΜ Μήτσου Παρτσαλίδη. Αμφιβάλλω αν στην πολιτική μας ιστορία υπάρχει κάτι ανάλογο μ’ αυτό το συγκλονιστικό «διάλογο», που έρχονταν να κλείσει οριστικά μιά περίοδο μίσους και αίματος. Πολεμιστές που είχαν διασταυρωθεί τα ξίφη τους στα χρόνια του εμφύλιου πολέμου και κουβαλούσαν μαζί τους τις μνήμες απ’ τις τραγωδίες και το χαμό τόσων και τόσων, ρίγησαν σαν άκουσαν τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο:

      «Ο χρόνος είναι μεγάλος δάσκαλος ατυχώς για όλους. Αλλά ήταν μεγάλος δάσκαλος για σένα, Μήτσο Παρτσαλίδη και, ας μου επιτραπεί να το πω και για μένα.

     «Στις 27 του Δεκέμβρη 1944 είχαμε μιά σκληρή λογομαχία. Είχε γίνει υπό την προεδρία του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού η άκαρπη συνάντηση σε μιά μεγάλη αίθουσα του υπουργείου Εξωτερικών. Είχατε φτάσει, ενώ συντάραζαν την Αθήνα οι όλμοι και τα πυροβόλα. Είχατε φτάσει από την άλλη μεριά του αιματηρού χείμαρρου που είχε κατακλύσει την Αθήνα, τρείς: ο Σιάντος, ο Σιγανός κι εσύ (…)

     -Γιατί δε φτάσαμε αλήθεια σε συμφωνία; Γιατί δε μπορέσαμε να ξεπεράσουμε τα αισθήματα της ώρας εκείνης, αισθήματα βαρειά και να βρούμε ένα σημείο επαφής για να σταματήσει η αιματοχυσία;

     Υπήρξαμε τη μέρα εκείνη κι εσείς κι εμείς αδιάλλακτοι (…)

     -Και σήμερα, μπροστά στη σορό σου, Μήτσο Παρτσαλίδη, αισθάνομαι την ανάγκη να πω ότι η Αντίσταση που τη συμμερίστηκες στο διάστημα της κατοχής καθώς κι ολόκληρος ο Ελληνικός Λαός, είναι σύμβολο ανώτερο, υπέρτερο απ’ όλα τ’ άλλα σύμβολα, όσο κι αν είναι σεβαστά, που χωρίζουν και πού κατ’ ανάγκη χωρίζουν τους Έλληνες όπως και κάθε Λαό…»

      Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ολοκληρώνει στην πολιτική μας ζωή μιά ξεχωριστή πορεία, που συνολικά θα την εκτιμήσει η Ιστορία. Σαν ιδεολογικός και πολιτικός αντίπαλος στρατευμένος στο κομμουνιστικό χαράκωμα, θάχα να σημειώσω πολλές κριτικές παρατηρήσεις. Ένα όμως δε θα μπορέσει ν’ αμφισβητήσει κανείς: ότι έζησε σαν ασκητής, για να διαμορφώσει ένα πρότυπο ήθους κι αρετής του πολιτικού άνδρα του κόσμου που εκπροσωπούσε. Ότι πόνεσε αυτόν τον τόπο. Και ότι έμεινε με θάρρος στην αντιφασιστική έπαλξη υπερασπίζοντας τις δημοκρατικές ελευθερίες και τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς.

      ΛΕΩΝΙΔΑΣ  ΚΥΡΚΟΣ, σελίδες 74-78.

          ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ  ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ

Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ,  Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ,  Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

του Ηλία Ηλιού

    Με πολλή ευχαρίστηση αποδέχθηκα την πρόσκληση του περιοδικού «Ευθύνη» για να γράψω και γω για το φίλο μου κ. Παναγιώτη Κανελλόπουλο, τον αμφιλεγόμενο και ταλαντευόμενο στη διάρκεια της ζωής του πολιτικό, πού, κατά την κρίση μου, βρίσκει ή ξαναβρίσκει, αν θέλετε, τώρα, τα τελευταία χρόνια, τον πραγματικό εαυτό του.

     Με τον κ. Κανελλόπουλο έχουμε συγκρουσθεί οξύτατα, παλιά, στη Βουλή και από τους εξώστες των προεκλογικών συγκεντρώσεων. Βρεθήκαμε σε δύο αντίθετες πλευρές, έχοντας περάσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής μας, εκείνος στις κυβερνήσεις της δεξιάς και γω στα ξερονήσια και τα στρατόπεδα της εξορίας, στο Μακρονήσι, στην Ικαρία, στον Άη  Στράτη και στη Γιούρα-και με όλη την ανεξικακία μου δεν μπορώ να σβήσω από τη μνήμη μου ότι ο κ. Κανελλόπουλος είχε βαφτίσει το Μακρονήσι Παρθενώνα, ενώ εκεί είχαμε τρομερά βασανισθεί κι’ άλλοι νεώτεροι σκοτωθεί, για να «αναμορφωθούμε» δηλ. να δηλώσουμε ότι μεταβάλλαμε τις πολιτικές μας ιδέες.

     Ήταν λοιπόν φυσικό να βλέπουμε την πρόσφατή μας ιστορία, πού είναι άρρηκτα δεμένη με την ιστορία του πλανήτη μας, κατά τρόπο διαμετρικά, πολλές φορές, αντίθετο ο ένας από τον άλλο.

      Θυμάμαι μάλιστα δυό χαρακτηριστικές συγκρούσεις μας. Κάποτε στη Βουλή, φουρκισμένος από την επίδειξη ενός εντελώς αρνητικού και στείρου την εποχή εκείνη αντικομμουνισμού και αναπολώντας παλιές προοδευτικότερες τοποθετήσεις του, τού απάντησα με το στίχο του Βάρναλη:

        «Άχ, πούσαι, νιότη, πούδειχνες πώς θα γινόμουν άλλος».

      Φυσικά είναι υπερβολή το ότι ήταν γνήσια προοδευτικός, όσο κι’ αν, διδάσκοντας στο Πανεπιστήμιο και συγκεντρώνοντας πάντα μεγάλο και διαλεχτό ακροατήριο, έφτασε να διδάξει και Μαρξισμό και είναι ευρύτατα γνωστή η ανασκευή της διδασκαλίας του από τον αείμνηστο Δημήτρη Γληνό στο «Ριζοσπάστη» και στους «Πρωτοπόρους». Οφείλω ωστόσο να πώ ότι κατά την κρίση μου και ο Γληνός είχε ξεπεράσει τα όρια της καλόπιστης και ευπρεπούς συζήτησης και παρέσυρε τον κ. Κανελλόπουλο σε ξεσπάσματα δικαιολογημένης οργής. Στη συνέχεια θα επιχειρήσω μιάν ερμηνεία (όχι δικαιολογία) του γιατί ο Γληνός χρησιμοποίησε κατά του Κανελλόπουλου ορισμένα απαράδεκτα και άλλωστε ανακριβή, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, πράγματα. Η φράση του Γληνού «και όμως είσαι φασίστας και απατεώνας» διαψεύστηκε από την ίδια τη ζωή. Πραγματικά ο κ. Κανελλόπουλος από την εποχή της 4ης Αυγούστου, τότε που είχε εκτοπισθεί επί χρόνια για την αντιδικτατορική του δράση και ύστερα στην Αντίσταση κατά των κατακτητών Γερμανών, Ιταλών και Βουλγάρων φασιστών και πάλι αργότερα στην πάλη κατά της δικτατορίας των κολονέλων τόδειξε πως είναι ένας γνήσιος και συνεπής αντιφασίστας. Άλλοι απαράδεκτοι υπαινιγμοί του Γληνού καταδικάστηκαν απ’ όλες τις πλευρές και τελικά και ο ίδιος ο Γληνός τις απέσυρε κατά κάποιον τρόπο.

      Ένας άλλος ομηρικός καυγάς μας στη Βουλή οφείλεται στην αθεράπευτη συνήθεια του Κανελλόπουλου να μην ξεχνάει ότι στη Βουλή συζητείται η πολιτική αντιδικία των Κομμάτων και των προσώπων και όχι η ορθότητα της διατύπωσης, όταν μάλιστα η γλώσσα μας, η νεοελληνική, βρίσκεται στο ρευστό και μικτό στάδιο που ξέρουμε και δεν έχει ακόμα κατασταλάξει, όπως είχε συμβεί στην Ιταλία έως την εποχή του Ντάντε και στη Γαλλία έως την εποχή του Μαλέρμπ και λίγο πολύ και σ’ άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στα χρόνια της Αναγέννησης.

      Ο καθένας μας, κι’ αν αφήσουμε κατά μέρος τους φανατικούς καθαρευουσιάνους εκφράζεται λίγο πολύ σε μιά δική του νεοελληνική και πιστεύει ότι κατέχει και μονοπωλεί την αλήθεια. Ακαδημαϊκός ο ίδιος ο Κανελλόπουλος, πιστεύοντας ίσως ότι μιλάει στην Ακαδημία, σε κάποια ευκαιρία, αντί να αντικρούσει τις ιδέες μου, επέκρινε τη γλωσσική διατύπωσή τους και με υποχρέωσε να του θυμίσω πως ο Γάλλος Piron, όταν καταψηφίστηκε από τους Ακαδημαϊκούς η υποψηφιότητά του για τη Γαλλική Ακαδημία συνέθεσε την ακόλουθη καυστική επιτύμβια επιγραφή για τον τάφο του:

                “Ci git Piron, quine fut rien

                  pas meme academician

     Φυσικά οι συγκρούσεις μας αυτές κρατούσαν σε κάποιο υψηλό επίπεδο τις  εργασίες της Βουλής και αποτελούσαν το άλας των συζητήσεών της, διασκέδαζαν το ακροατήριο και τον Τύπο της επομένης, γιατί ήταν απαλλαγμένες από κάθε κακότητα και από κάθε εχθρική διάθεση. Τον κ. Κανελλόπουλο από τότε που τον γνώρισα στη Βουλή και όσο πιό πολύ τον γνώριζα, τον εκτίμησα και τον αγάπησα και είχα συχνά την ευκαιρία, έως και τη σημερινή εποχή να τον επισκέπτομαι και να ανταλλάσσουμε γνώμες, που σε πολλά σημεία, ιδίως τα τελευταία χρόνια, συμπίπτουν. Νομίζω άλλωστε πως γενικότερα χαρακτηρίζει τον κ. Κανελλόπουλο το γεγονός ότι και οι οξύτεροι πολιτικοί του αντίπαλοι τον περιβάλλουν με αγάπη και τιμή.

     Χαλκέντερος είναι ο Κανελλόπουλος στη συγγραφική του εργασία. Διερωτάται κανείς πότε πρόλαβε να γράψει όσα έχει γράψει από τα φοιτητικά του χρόνια έως σήμερα, με κορυφαίο έργο του την «Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος».

     Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε και τους απειράριθμους λόγους του, πού μέρος μόνο απ’ αυτούς ειπώθηκαν στη Βουλή και σώζονται στα πρακτικά της, ενώ άλλες ομιλίες του έχουν εκφωνηθεί κι’ αλλού, στη Μέση Ανατολή, όπως και έξω από τη Βουλή, ο όγκος του πνευματικού έργου του είναι απίστευτα μεγάλος και όπως θα δούμε πιό κάτω, καλύπτει όλα τα είδη: ποίηση, αφήγημα, απομνημονεύματα, ιστορία, κοινωνιολογία χωρίς ο όγκος να είναι σε βάρος της ποιότητας.

     Πρέπει βέβαια να σημειώσω ότι ο Κανελλόπουλος, χωρίς να έχει τη χειμαρρώδη ευγλωττία ενός Γεωργίου Παπανδρέου, ενός Ηλία Τσιριμώκου ή ενός Λεωνίδα Κύρκου (για να περιοριστώ στους συγχρόνους μας), μιλάει με απόλυτη άνεση και αυτό συμβάλλει στο να απλώνεται μερικές φορές υπερβολικά, και εδώ που τα λέμε, να αναφέρεται σε συμβάντα της προσωπικής του ζωής, βρίσκοντας πάντα τρόπο να συνδυάζει όσα λέει με την προσωπική του ιστορία και έτσι οι ομιλίες του άμα προστεθούν στα άλλα γνωστά του συγγράμματα δίνουν απίθανο όγκο στο σύνολο του έργου του.

     Δεν κόπιασε για να μπει στην πολιτική ζωή ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Βρέθηκε, θα μπορούσε να ειπωθεί, από μικρό παιδί μέσα σ’ αυτήν, «κατελήφθην» απ’ αυτήν, σαν ανιψιός του αρχηγού του συντηρητικού Κόμματος Δημητρίου Γούναρη, πού, κατά γενική αναγνώριση, άδικα τουφεκίστηκε με τους άλλους πέντε το 1922. Κάτω από την σκιά του πολιτικού αυτού μεγάλωσε και, πρίν πάει για σπουδές στη Γερμανία, παρακολούθησε ασφαλώς, επηρεάστηκε και θαύμασε το θείο του και πιθανόν να προσανατολίστηκε απ’ αυτόν στη συντηρητική και ιδεαλιστική τοποθέτησή του, πού ωστόσο δεν τον έκανε να ξεχνάει το δίκιο των φτωχών και των αδύνατων. Έτσι διαβάζω στην σελ. 53 του ημερολογίου από 31 Μαρτίου 1942 έως 4 Ιανουαρίου 1945 του Π. Κανελλόπουλου την ακόλουθη χαρακτηριστική περικοπή:

     «Ο Σαλβάγος (ένας από τους πλουσιότερους Αιγυπτιώτες Έλληνες) τάβαλε περισσότερο από ότι έπρεπε με τα ναυτάκια μας. Παθιάστηκα, μ’ έπιασαν τα νεύρα μου και, ενώ άλλοι σιωπούσαν μισοτρομαγμένοι, απάγγειλα ένα φιλιππικό δριμύτατο κατά των καλοζωισμένων πλουσίων, κατά των ανθρώπων που ρίχνουν όλα τα άδικα στους μικρούς, στους αδυνάτους, στους φτωχούς».

     Βλέπουμε με την ευκαιρία πως έξω από τον όγκο της άλλης συγγραφικής του δραστηριότητας ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος κρατούσε και ένα προσωπικό ημερολόγιο (δεν ξέρω αν πάντοτε ή κατά περιόδους) όπου εκτεταμένα και με πολλές λεπτομέρειες καταχωρίζει γεγονότα που έζησε, περιπέτειες, κινδύνους, όπως κατά τη διάρκεια της απόδρασής του για τη Σμύρνη κι’ από κει για τη Μέση Ανατολή κατά τη διάρκεια της Κατοχής και την εκεί πολιτική του δραστηριότητα. Οι «Ακυβέρνητες πολιτείες» του Τσίρκα δίνουν μια διαφορετική γραφή, σαν μυθιστόρημα βέβαια, των ίδιων γεγονότων από αριστερή σκοπιά.

       Καθώς βρέθηκε, όπως έχω ήδη πει πιο πάνω, κάτω από τη σκιά του Δημητρίου Γούναρη και μεγάλωσε μέσα στην πολιτική, καθώς, μαθητής ή και φοιτητής έζησε τον Εθνικό διχασμό της εποχής του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, στο στρατόπεδο του Κωνσταντινισμού και της Γερμανοφιλίας και καθώς, φοιτητής, πιά, παρακολούθησε το δράμα του τουφεκισμού του θείου του (δεν ξέρω αν από κοντά ή αν βρισκότανε ήδη για σπουδές στη Γερμανία), η πορεία του αυτή, χωρίς να έχει ούτε την παραμικρή χροιά εύνοιας ή ρουσφετιού γινομένου για χάρη του, γιατί τα πανεπιστημιακά και τα πολιτικά επιτεύγματά του τα κατέκτησε με την αξία του, όμως αναγκαστικά, από τα ίδια τα πράγματα, ευκόλυνε τη σταδιοδρομία του. Είμαστε σχεδόν συνομήλικοι, εγώ γεννήθηκα το 1904 και κείνος το 1902 («Γεννήθηκα το 1402» επέγραψε ένα απολαυστικό πεζογράφημά του, παίρνοντας έτσι αφορμή με την φανταστική μετάθεση προς τα πίσω της ζωής του, να τοποθετήσει τον εαυτό του πεντακόσια χρόνια παλιότερα και να περιγράψει τη ζωή που θα ζούσε αν συνέβαινε να γεννηθεί την εποχή της αποσύνθεσης του Βυζαντίου). Το έργο του αυτό εγώ το θεωρώ πολύ αξιόλογο, αν και, εξ αιτίας της πολιτικής αντιδικίας, έγινε στόχος επικρίσεων και ειρωνειών από δημοσιογράφους του αντιθέτου προς τον κ. Κανελλόπουλο στρατοπέδου.

     Ας επιχειρήσω τώρα, όπως έχω εξαγγείλει πιό πάνω, να ερμηνεύσω τα αίτια του εξοντωτικού πολέμου πού είχε κάνει ο Γληνός κατά του Κανελλόπουλου. Ο Γληνός υπήρξε ο σοφός θεωρητικός της κομμουνιστικής ιδεολογίας κατά την περίοδο της καπιταλιστικής περικύκλωσης και ύστερα κατά τα πρώτα χρόνια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, έως το θάνατό του το 1943. Στον ιδεαλιστή μαχητή Παναγιώτη Κανελλόπουλο έβλεπε τον πολιτικό που θα μπορούσε να συνεγείρει τους νέους και αγνούς ανθρώπους και να τους κερδίσει για τη Δεξιά. Και πίστεψε πώς είχε χρέος να τον πολεμήσει με κάθε μέσο και να τον συντρίψει σαν πολιτικό του μέλλοντος, γιατί αποτελούσε κίνδυνο για την Αριστερά. Φυσικά είχε ο Γληνός τις προσωπικές του πικρίες. Η «σοφή» ηγεσία του ΚΚΕ, τον είχε τάξει κάτω από την καθοδήγηση του Σκλάβαινα, που στην πορεία των γεγονότων καταδείχθηκε ανάξιος της τιμής αυτής, είχε όμως το προσόν… να ανήκει στην «εργατική τάξη». Οι πικρίες αυτές του Γληνού ενδέχεται, εκνευρίζοντάς τον, να τον κατεύθυναν σε δρόμους και σε ενέργειες πού δεν ήτανε οι πιό σωστές, ούτε για το κίνημα, ούτε για την προσωπική του υστεροφημία.

     Βλέποντας κανείς τα πράγματα εκ των υστέρων θα διαπιστώσει ότι ο Γληνός φυσικά δεν μπορούσε να προβλέψει την εποχή εκείνη, ότι τη συσπείρωση της Δεξιάς δεν θα την πραγματοποιούσε ο Π. Κανελλόπουλος αλλά ένας, αφανής τότε, δυναμικός πολιτικός, ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κ. Καραμανλής, στον οποίο τελικά προστέθηκε σαν λαμπρός δεύτερος ο Π. Κανελλόπουλος. Κι’ αυτό είναι ακόμα χαρακτηριστικό του ευγενικού ήθους του Π. Κανελλόπουλου, ο οποίος-πράγμα σπανιότατο στην ελληνική πολιτική- αφού διετέλεσε Πρωθυπουργός, δέχεται να εργαστεί κάτω από άλλον Πρωθυπουργό, σαν αντιπρόεδρος ή σαν απλός υπουργός όπως έγινε και στην Πρωθυπουργία Παπάγου. Όμως ας κλείσουμε αυτό το κεφάλαιο.

     Σαν πολιτικός ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ανήκε πάντοτε στη Δεξιά. Το 1926-27, σε ηλικία 24 ετών, είναι γενικός γραμματέας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και το 1932 του Υπουργείου Παιδείας ενώ το 1934-35 είναι Πρόεδρος του ΙΚΑ, πάντοτε κάτω από Κυβερνήσεις δεξιές. Το 1935 ιδρύει το ουσιαστικά δεξιό Ενωτικό Κόμμα, αλλά μετά την 4η Αυγούστου εξορίζεται το 1937 έως το 40, γίνεται  όμως με την εισβολή των Ιταλών φασιστών δεκτός σαν εθελοντής, πάει στο Αλβανικό Μέτωπο, πολεμάει, εκδίδει την εφημερίδα του Μετώπου «Αχρίς» στην οποία και αρθρογραφεί, πολεμώντας έτσι «και με την πέννα και με την πάλα».

     Έπαιξε κατά τα πρώτα χρόνια της Κατοχής ηγετικό ρόλο στην Εθνική Αντίσταση. Το 1943 διέφυγε στη Μέση Ανατολή, γίνεται Αντιπρόεδρος στην Κυβέρνηση Τσουδερού και αναλαμβάνει τα Υπουργεία Εθνικής Άμυνας, Οικονομικών, Ανασυγκρότησης και Ναυτικών.

     Ύστερα από την Απελευθέρωση κατά την οποία είχε αποβιβασθεί στην Πελοπόννησο και κει, συμπράττοντας-φαντάζομαι με πόση αμοιβαία απέχθεια-με τον Άρη Βελουχιώτη, συμβάλλει στον περιορισμό των εκατέρωθεν ακροτήτων και σε συνέχεια μετέχει στην Κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου και γίνεται Υπουργός του Ναυτικού, της Παιδείας και των Οικονομικών. Αργότερα, το 1945 γίνεται για 2-3 βδομάδες πρωθυπουργός, υπουργός των Ναυτικών και των Εξωτερικών, το 1946, σε σύμπραξη με τον Γ. Παπανδρέου και τον Σοφοκλή Βενιζέλο ιδρύει εν όψει εκλογών, την Εθνική Πολιτική Ένωση (ΕΠΕ) και γίνεται υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου. Το 1947 τον βρίσκουμε διαδοχικά υπουργό των Ναυτικών, της Δημόσιας Τάξης και της Αεροπορίας και το 1950 γίνεται, με το Στέφανο Στεφανόπουλο, συναρχηγό του Λαϊκού Ενωτικού Κόμματος.

      Το 1951 προσχωρούν και οι δύο στον Ελληνικό Συναγερμό του Στρατάρχη Παπάγου και, όταν το 1950 ο Συναγερμός κέρδισε τις εκλογές, γίνονται ο ένας υπουργός των Εξωτερικών και ο άλλος της Εθνικής Άμυνας και αργότερα του Συντονισμού.

     Το 1956 συνεργάζεται με την ΕΡΕ σαν ανεξάρτητος και βγαίνει βουλευτής Αχαϊας,  ενώ το 1958 γίνεται συναρχηγός του Λαϊκού Κόμματος με τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη. Το 1959 προσχωρεί στην ΕΡΕ και μετέχει σαν αντιπρόεδρος στην Κυβέρνηση Καραμανλή και όταν ο Καραμανλής το 1963, ύστερ’ από τη δολοφονία Λαμπράκη αυτοεξορίζεται, ο Π. Κανελλόπουλος τον διαδέχεται στην ηγεσία της ΕΡΕ.

     Ακολουθεί η περίοδος των Ιουλιανών και του βασιλικού πραξικοπήματος, που ο ρόλος του Π. Κανελλόπουλου σ’ αυτήν την περίοδο, ήταν στήριξη της κυβέρνησης Νόβα, Ηλία Τσιριμώκου και Στ. Στεφανόπουλου καταδικάζεται από το Κέντρο, την Αριστερά και από μένα προσωπικά.

     Το αίτημα της τότε πλειοψηφίας, που την αποτελούσε το Κέντρο, κάτω από την ηγεσία του Γεωργίου Παπανδρέου και η, έως τότε μη διασπασμένη ακόμα, αριστερά ήταν «εκλογές». Αλλά φανερά την εποχή εκείνη οι εκλογές θα κατέληγαν σε καταδίκη της βασιλικής πολιτικής. Τα συνθήματα («δε σε θέλει ο λαός, παρ’ τη μάνα σου και μπρός»), η πορεία του λαού από το Καστρί προς την Αθήνα, με τον Γ. Παπανδρέου επικεφαλής, η πολιορκία της Βουλής από το λαό επί δύο μήνες (πολιορκία που με θάρρος έσπασε ο Π. Κανελλόπουλος διασχίζοντας με 10-15 φίλους του τον πυκνότατο κλοιό) έδειχνε πώς οδηγούμεθα σε τρομερή εμφύλια σύγκρουση με επιπτώσεις που κανείς από τότε δεν μπορούσε να προβλέψει και πού τελικά κατέληξαν, ύστερ’ από το εφτάχρονο ιντερμέδιο των κολονέλων, στο να χάσει ο Κωνσταντίνος το θρόνο του και να εισαχθεί για δεύτερη φορά ο θεσμός της αβασίλευτης Δημοκρατίας, (ή, αν λογαριάσουμε και τα δημοκρατικά Συντάγματα του 1821, για Τρίτη φορά).

Εδώ πρέπει να κάνω μιά διακοπή.

Φυλλομετρώντας τα πρακτικά των συζητήσεων στη Βουλή εκείνης της εποχής, όσα είναι δημοσιευμένα στο βιβλίο μου «Η κρίση εξουσίας-από το «θρίαμβο» της δημοκρατίας στο Ιουλιανό πραξικόπημα», διαπίστωσα ότι πέρα από τις σχετικά αθώες συγκρούσεις μου με τον κ. Κανελλόπουλο, που ανέφερα στην αρχή του άρθρου μου αυτού, στην εποχή της Ιουλιανής εκτροπής κονταροχτυπηθήκαμε «μέχρις αίματος» με πείσμα, με πάθος και συχνά με υπερβολές εκατέρωθεν. Και διερωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν οι μεγάλες αυτές συγκρούσεις να μου διέφυγαν στην αρχή της σύνταξης αυτού του άρθρου μου  και να που θυμήθηκα συγκρούσεις πιο ανώδυνες και παλαιότερες. Φαίνεται πώς οι άνθρωποι θάβουν στα κατάβαθα της μνήμης τους όσα δεν ήθελαν να θυμούνται, και πραγματικά δε θα ήθελα πιά να θυμάμαι-εν όψει της μεταγενέστερης εξέλιξής του-λόγια και έργα του πού εκ βαθέων αποδοκιμάζω.

     Εξ άλλου, αφού υποστήριξε το Ιουλιανό πραξικόπημα και τις βασιλικές κυβερνήσεις Νόβα, Τσιριμώκου και Στεφανόπουλου ο κ. Κανελλόπουλος, μετριοπαθής και υπεύθυνος όπως είναι, διαπίστωσε ότι πρέπει να δοθεί κάποια διέξοδος, να αποφευχθεί εμφύλια σύγκρουση, ήρθε σε επαφή με τον Γ. Παπανδρέου και συμφωνήθηκε και με τον βασιλέα Κωνσταντίνο (όσο και αν αυτός είχε καταδειχθεί κατάδηλα άφρων) να γίνουν οι εκλογές, ενώ άλλωστε δεν υπήρχε μεγάλο συνταγματικό περιθώριο για ν’ αναβληθούν, μέσα στο Μάη του 1967. Και από το Γενάρη ανέλαβε ο ίδιος την κυβέρνηση σαν πρωθυπουργός. Αλλά τη νύχτα της 20ης προς 21ης Απριλίου 1967 τον κατάργησαν οι συνταγματάρχες. Βέβαια από τη μεταπολίτευση και ύστερα από την εφταετία των κολονέλων-και ύστερα, και μάλιστα κατά τις εκλογές του 1977 ο Παν. Κανελλόπουλος, συνεργάζεται σαν ανεξάρτητος με τη Νέα Δημοκρατία που τον εκλέγει δύο φορές βουλευτή Επικρατείας, είναι πάντοτε δεξιός, αλλά κατευναστικός, ένας σύμβουλος των βουλευτών και των κομμάτων, αποβάλλει το στείρο αντικομουνισμό του παρελθόντος, παλεύει για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης γίνεται ο άνθρωπος, που όλοι θέλουν να ακούν τη γνώμη, και όταν ακόμα δεν συμφωνούν μαζί του, τον τιμούν και τον αγαπούν-βρίσκει ή αν θέλετε ξαναβρίσκει τον εαυτό του, όπως είχα πεί στην αρχή.

     Το επιστημονικό του έργο, η πανεπιστημιακή καριέρα και η συγγραφική του δραστηριότητα γεμίζουν τη ζωή του Π. Κανελλόπουλου.

     Υφηγητής το 1929 και έκτακτος καθηγητής το 1933 συγκεντρώνει πυκνό και εκλεκτό ακροατήριο. Το 1958 εκλέγεται μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Το συγγραφικό του έργο πελώριο. Σημειώνω ιδίως……………….

Με την επιστημονική, τη συγγραφική και πολιτική του δραστηριότητα ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος έγραψε την ιστορία του, μια ιστορία που, σε συνολική εκτίμηση είναι τελικά θετική και συνδέθηκε με την Ιστορία της Χώρας μας, στην οποία κατέχει μια αξιόλογη θέση.

     Είναι χαρά μου που μου δόθηκε η ευκαρία για να ειπώ την τιμή και την αγάπη που έχω για τον διαλεχτό αυτό άνθρωπο.

                 Ηλίας Ηλιού Πρόεδρος της Ε.Δ.Α. σ. 15-22     

     ΜΗΤΣΟΣ  ΠΑΡΤΣΑΛΙΔΗΣ

     Ο χρόνος είναι μεγάλος δάσκαλος. Ατυχώς όχι για όλους. Αλλά ήταν μεγάλος δάσκαλος, για σένα Μήτσο Παρτσαλίδη, και ας μου επιτραπεί που θα προσθέσω, και για μένα.

     Στις 27 Δεκεμβρίου του 1944 είχαμε μιά σκληρή λογομαχία. Είχε γίνει, υπό την προεδρία του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού η άκαρπη συνάντηση σε μιά μεγάλη αίθουσα του υπουργείου των Εξωτερικών. Είχατε φτάσει, ενώ  συντάραζαν την Αθήνα οι όλμοι και τα πυροβόλα, είχατε φτάσει, από την άλλη όχθη του αιματηρού χειμάρρου, που είχε κατακλύσει την Αθήνα, τρείς: ο Σιάντος, ο Σιγανός και εσύ.

     Η σκηνή ήταν δραματική. Έως εδώ και τρείς μέρες, τρείς είμασταν εκείνοι που είχαμε επιζήσει, απ’ όσους τότε είχαν ζήσει την σκηνή αυτή. Τώρα μείναμε δύο. Από τη μιά μεριά οι τρείς σας, που έπρεπε ίσως-ας μου επιτραπεί αυτή η παρατήρηση-να είχατε φέρει μαζί σας και κάποιον που δεν θα ανήκε στο κομμουνιστικό κόμμα, αφού το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ είχαν περιλάβει και πολλούς που δεν ήταν κομμουνιστές. Από την μιά μεριά σας οι τρείς, και από την άλλη με πρόεδρο τον Δαμασκηνό, ουδέτερο, πράγματι ουδέτερο, διαιτητή, και από την άλλη μεριά ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου, ο Νικόλαος Πλαστήρας, ο Σοφούλης, ο Καφαντάρης, ο Ντίνος Τσαλδάρης, ο Πέτρος Ράλλης και ο Στέφανος Στεφανόπουλος, ως εκπρόσωποι του Λαϊκού Κόμματος, ο Δημήτριος Μάξιμος, ο Αλέξανδρος Μυλωνάς, ο Γιάννης Σοφιανόπουλος, ο Απόστολος Αλεξανδρής και εγώ.

      Γιατί δεν φτάσαμε τάχα σε συμφωνίες; Γιατί δεν μπορέσαμε να ξεπεράσουμε τα αισθήματα της ώρας εκείνης, αισθήματα βαριά, και να βρούμε ένα σημείο επαφής για να σταματήσει η αιματοχυσία;

      Υπήρξαμε την ημέρα εκείνη , και σεις και μείς, αδιάλλακτοι, ή μάλλον πρέπει να κάνω κάποια εξαίρεση για ορισμένους. Μερικοί από μας, ο Πλαστήρας, ο Καφαντάρης, ο Σοφιανόπουλος, ο Μυλωνάς κι αυτός ο Σοφούλης, δεν ήταν αδιάλλακτοι. Και υπήρχε επομένως κάποια δυνατότητα συνδιαλλαγής. Δεν θέλω να εξετάσω, αυτή τη στιγμή, γιατί δεν πραγματοποιήθηκε. Το αποδίδω απλώς, αυτή τη στιγμή, στο γεγονός ότι αυτό που έγινε στις 27Δεκεμβρίου, έπρεπε να είχε γίνει τρείς εβδομάδες νωρίτερα.

     Η ιστορία του κόσμου είναι γεμάτη χαμένες ευκαιρίες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η πρώτη μεγάλη χαμένη ευκαιρία ήταν ο Αύγουστος του 1943 στο Κάϊρο. Δεύτερη μεγάλη χαμένη ευκαιρία, ήταν το καλοκαίρι του 1944 πού, δεν ξέρω γιατί, άργησε τρείς ολόκληρους μήνες το ΕΑΜ και το Κ.Κ., να δεχθούν να μπουν στην Κυβέρνηση. Αν είχα φτάσει ένα μήνα πρίν από τις 27 Σεπτεμβρίου στο Μωριά, ίσως πολλά να είχαν αποφευχθεί. Τρίτη μεγάλη ευκαιρία, το πρώτο δεκαήμερο του Δεκέμβρη του 1944. Έτσι με τις χαμένες αυτές ευκαιρίες ογκώθηκε το Πάθος. Ογκώθηκε ο φανατισμός και φτάσαμε αναγκαστικά-άς πούμε αναγκαστικά-και, με την απόφαση που πήρε το Κ.Κ. να μη λάβει μέρος στις εκλογές του 1946, εφτάσαμε αναγκαστικά, στη  μεγάλη τραγωδία του 1946-49, στον πιό έντονο στην περίοδο εκείνη εμφύλιο πόλεμο.

     Αυτά εσένα και μένα, μας εδίδαξαν πολλά. Πέρασαν χρόνια και ήρθε η δικτατορία της 21ης Απριλίου. Και όπως στη δικτατορία του Μεταξά, έτσι και στη δικτατορία της 21ης Απριλίου, συμπαραταχτήκαμε πάλι. Σύ μάλιστα είχες το μεγάλο θάρρος να ‘ρθεις επίτηδες στην Ελλάδα, για να εκτεθείς στον κίνδυνο. Συμπαραταχτήκαμε και θυμηθήκαμε τότε ότι παρ’ όλες τις διάφορες, παρά το γεγονός των διαφορετικών οργανώσεων-και πράγματι η δική σου οργάνωση, το ΕΑΜ, ήταν η πιό μεγάλη-είχαμε συμπαραταχτεί, και το θυμηθήκαμε τότε, στον αγώνα κατά των κατακτητών.

     Και σήμερα μπροστά στη σορό σου, Μήτσο Παρτσαλίδη, αισθάνομαι την ανάγκη να πω ότι η Αντίσταση, που την συμμερίστηκε στο διάστημα της κατοχικής σχεδόν ολόκληρος ο Ελληνικός λαός, είναι σύμβολο ανώτερο, υπέρτερο απ’ όλα τα άλλα σύμβολα, όσο και αν είναι σεβαστά, πού χωρίζουν και κατ’ ανάγκη θα χωρίζουν τους Έλληνες, όπως και κάθε λαό.

      Στην επανάσταση του 1821 ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είδε να σκοτώνουν τον πιό αγαπημένο του γιό, τον Πάνο, χέρια ελληνικά. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος εκάθησε στο σκαμνί τον Καραϊσκάκη, κατηγορώντας τον ως προδότη. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος έβαλε τους ανθρώπους του, να σκοτώσουν στη Δρακοσπηλιά, τους δύο απεσταλμένους του Εκτελεστικού, που ήταν φίλοι του προσωπικοί από τον καιρό του Αλή Πασά, και, για να φτάσουμε στον επίλογο της μεγάλης εκείνης εποχής, τον Καποδίστρια τον σκότωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι. Αλλά τώρα, και όχι μόνο τώρα, εδώ και 150 χρόνια, αναγνωρίζονται και τιμώνται όλοι, χωρίς εξαίρεση, ως πατριώτες και ως αγωνιστές της Ελευθερίας.

     Το ίδιο πρέπει να γίνει και για την Αντίσταση των ετών 1941-1944 (παρατεταμένα χειροκροτήματα). Αυτή ήταν η πιό μεγάλη τιμή που μπορούσε να σου απονεμηθεί, να σου αποδοθεί.

      Δεν εξουσιοδοτήθηκα από κανένα για να σε αποχαιρετήσω, Μήτσο Παρτσαλίδη. Σε αποχαιρετά ένας φίλος, του οποίου τη θέση στα Δεκεμβριανά, όπως την ανέπτυξα στην Ακαδημία των Αθηνών, όπου είχες την καλοσύνη να παραβρεθείς, την συμμερίστηκες με ανοικτή επιστολή.

     Σε αποχαιρετώ ως φίλος που συμμερίστηκε μαζί σου την ανάγκη να εξαρθεί, πάνω απ’ όλες τις αντιθέσεις που τότε υπήρξαν ή πάνω απ’ όλες τις διαφορές που υπάρχουν και σήμερα και θα υπάρχουν σε κάθε δημοκρατία, να εξαρθεί και να αναγνωριστεί το μεγάλο γεγονός που λέγεται Εθνική Αντίσταση.

                «Επικήδειος λόγος», 12/7/1980

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ  ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ,  σελίδες 443-446,  στον τόμο  ΤΑ  ΔΟΚΙΜΙΑ.

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ, ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ, ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΟΚΙΜΙΑ ΚΑΙ ΑΡΘΡΑ. ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΆ ΔΟΚΙΜΙΑ, ΣΚΙΑΓΡΑΦΙΕΣ,  ΝΕΚΡΟΛΟΓΙΕΣ, εκδόσεις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΦΙΛΩΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, Ιανουάριος 2002. Σελίδες 498. Αποκλειστική Διάθεση: Δημήτριος Κυριόπουλος & Σια Ο.Ε. Μαυρομιχάλη 3 Αθήνα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

     Διαβάζω τα αφιερωματικά κείμενα του Τετραδίου Ευθύνης και ιδιαίτερα, όχι των ιδεολογικά ομοϊδεατών του αλλά, της αντιθέτου από εκείνον πολιτικής παράταξης, του Ηλία Ηλιού και του Λεωνίδα Κύρκου, ηγετικών πολιτικών φυσιογνωμιών του χώρου της ελληνικής ανανεωτικής αριστεράς στα μετακατοχικά και μετεμφυλιακά χρόνια, και προσπαθώ να ανιχνεύσω πως εικονογράφησαν μέσα στην ελληνική πολιτική σκηνή και κατοπινή των χρόνων ελληνική ιστορία τον πρωθυπουργό, πολιτικό και στοχαστή, κοινωνιολόγο και δοκιμιογράφο, ιστορικό, ευθυτενή προσωπικότητα και ασκητικό χαρακτήρα, εργασιομανή και φιλαναγνώστη Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Τον ιδεαλιστή συντηρητικό κοινοβουλευτικό, τον Ωραίο Έλληνα του χρέους και του καθήκοντος προς την πατρίδα, της πολιτικής και κοινωνικής ευθύνης προς το ελληνικό έθνος και την δημοκρατία (Πάτρα 13 Δεκεμβρίου 1902-Αθήνα 11 Σεπτεμβρίου 1986). Έναν πολιτικό άνδρα των περασμένων δεκαετιών (προερχόμενο από πολιτικό τζάκι, ήταν ανιψιός του αδίκως εκτελεσθέντος πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη στην Δίκη των Έξι, ενώ ο ηγέτης της ΕΡΕ Κωνσταντίνος Καραμανλής παντρεύτηκε την ανιψιά του συγγραφέα και πολιτικού, την μυθιστοριογράφο Αμαλία Μεγαπάνου, κόρη του αδερφού του Αναστάσιου) του οποίου η πολιτική αγωγή, το κοινοβουλευτικό ήθος, το αγωνιστικό φρόνημα, ο πατριωτισμός, το ψυχικό σθένος και η πολιτική υπευθυνότητα και έγνοια, για τη σωστή λειτουργία των κοινοβουλευτικών θεσμών και του σεβασμού του συνόλου του πολιτικού συστήματος προς το ελληνικό σύνταγμα, υπήρξαν τα εύσημα που έχαιρε από φίλους και αντιπάλους. Ο μειλίχιος και ευγενής χαρακτήρας του, η πολιτική του αγωγή, στις συνομιλίες του ακόμα και με τους ιδεολογικούς του αντιπάλους μέσα και έξω από την Βουλή, δεν αμφισβητήθηκαν από την  μεγίστη μερίδα των ελλήνων πολιτικών και τα κόμματα, τις  παρατάξεις εκείνες, που σέβονται την αστική δημοκρατία και τους θεσμούς της. Ο πολιτικός του λόγος και οι αγορεύσεις του, ιδιαίτερα κατά την δεύτερη περίοδο του κοινοβουλευτικού του βίου, -από το 1974 και μετά, ήταν πάντα μετρημένος, προσεκτικός, σοβαρός, υπεύθυνος, παιδαγωγικός, συνομιλούσε με σωφροσύνη, πραότητα, διαλλακτικότητα, μετριοπάθεια, ανιδιοτέλεια, σοφία, εμπειρία, δικαιοσύνη. Σέβονταν τον συνομιλητή του είτε τον γνώριζε χρόνια και ήταν φίλος του, είτε τον γνώριζε για πρώτη φορά και διαπίστωνε το ήθος και το δημοκρατικό ποιόν του. Υπερασπίστηκε με πάθος τις πολιτικές του ιδέες αλλά και με τον ίδιο ζήλο, την ίδια θέρμη, άκουγε, διάβαζε και αντιμετώπιζε τις θέσεις των πολιτικών του αντιπάλων. Όταν οι ιστορικές στιγμές το απαιτούσαν και ήταν προς το συμφέρον της εθνικής ενότητας,το καλό του ελληνικού λαού, της Ελλάδας, δεν δίσταζε να αλλάξει τις θέσεις του, να τροποποιήσει και κάνει λιγότερο αιχμηρές τις πολιτικές και κομματικές του ιδέες, και ας προέρχονταν από την δεξιά παράταξη. Υπήρξε ανεξίκακος και ανοιχτόκαρδος, όχι μόνο απέναντι σε πολιτικά πρόσωπα και ηγετικές φυσιογνωμίες της αντιπάλου από εκείνον παράταξης (της αριστεράς και της κομμουνιστικής πλευράς) αλλά και από άτομα που προέρχονταν από τον συντηρητικό δεξιό χώρο που υπηρετούσε. Όταν κατά την διάρκεια της κοινοβουλευτικής του εξηντάχρονης πορείας τον πολέμησαν, τον παραγκώνισαν, τον λοιδόρησαν, του στέρησαν την πρωθυπουργία. Την πολιτική του απαξίωση, την βίωσε με υπερηφάνεια και αξιοπρέπεια κατά τις κρίσιμες στιγμές αλλαγής ηγεσίας του πολιτικού χώρου από τον οποίο προέρχονταν (Συναγερμός, ΕΡΕ, Νέα Δημοκρατία) από ομοϊδεάτες του συντρόφους της πολιτικής σκακιέρας. Την γνωρίζουμε, όταν του δόθηκε η ιστορική ευκαιρία να αναλάβει τα ηνία της κυβερνητική εξουσίας. Δύο φορές έχασε την πρωθυπουργία από τον παλαιό εθνάρχη Σερραίο πολιτικό. Η χούντα των συνταγματαρχών τον ανέτρεψε, ενώ προετοίμαζε τις κοινοβουλευτικές εκλογές του Μάη του 1967, ενώ μετά την μεταπολίτευση του 1974, προτάθηκε δύο φορές για πρόεδρος της ελληνικής δημοκρατίας από μεγάλο μέρος της δημοκρατικής παράταξης. Υπήρξε ένας από τους πλέον πολιτισμένους πολιτικούς κοινοβουλευτικούς άνδρες της ελληνικής ιστορίας. Η αντιστασιακή και αντιδικτατορική του δράση, οι κατά διαστήματα φυλακίσεις και εξορίες του από ελληνικά στρατιωτικά καθεστώτα,- την περίοδο της Μεταξικής και κατόπιν Απριλιανής δικτατορίας (που τον ανέτρεψε από υπηρεσιακό πρωθυπουργό και αρχηγό της συντηρητικής παράταξης), του αναγνωρίστηκαν στα θετικά και επαινετικά του πολιτικού του βίου. Υπήρξε πρωτοπόρος κοινωνιολόγος, καθηγητής παιδαγωγός, ακάματος επιστήμονας και δάσκαλος στην πολυσχιδή και πολυτάραχη, περιπετειώδη σταδιοδρομία του. Διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στις πιο κρίσιμες και ταραχώδεις στιγμές της ελληνικής ιστορίας τον προηγούμενο αιώνα.  Διέθεται μεγάλη ευγλωττία, ρητορική δεινότητα, ευθυβολία επιχειρημάτων, έμφυτη ευλυγισία στην πολιτική του σκέψη και στοχασμό. Άνεση προφορικού και γραπτού λόγου. Τεράστιες ήταν και οι εγκυκλοπαιδικές του γνώσεις. Μεγάλη παιδεία και σκέψη συνθετική και συνδυαστική. Η αφομοιωτική του ικανότητα και σύλληψη ήταν παροιμιώδη. Η πνευματική του καλλιέργεια συμπεριελάμβανε σχεδόν κάθε πεδίο του ανθρώπινου πολιτισμού.  Της επιστήμης, της κοινωνιολογίας, της θεολογίας, της φιλοσοφίας, της ιστορίας (ελληνικής και παγκόσμιας. Εξαιρετικά είναι τα μελετήματά του για τον Κρόμγουελ, την Γαλλική Επανάσταση, την πορεία του Χριστιανισμού, την Αρχαία Ελλάδα κλπ.) των εικαστικών τεχνών, της μουσικής, της αρχιτεκτονικής, της ποίησης, της θεωρίας, της μυθοπλασίας, του ημερολογίου, του δοκιμίου, της αρθρογραφίας, της εν γένει καλλιτεχνίας και του πολιτισμού. Και απορείς, πότε πρόλαβε, πότε κατόρθωσε αυτός ο πατρινός πολιτικός, που μετείχε ενεργά και σε βάρος πολλές φορές της προσωπικής του ζωής, αυτός ο ασκητής «αεροπόρος» (μεγάλη του αγάπη να πιλοτάρει ριψοκίνδυνα), να συγγράψει ένα τόσο μεγάλο και ευρύ πνευματικό και συγγραφικό έργο. Μόνο την «Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος» να μας είχε κληροδοτήσει, θα όφειλαν τα ελληνικά γράμματα να τον έχουν παράδειγμα. Ανάμεσα στις κατά καιρούς μελέτες που κυκλοφόρησαν για τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, οφείλουμε να μνημονεύσουμε δύο χαρακτηριστικές, που σκιαγραφούν την πνευματική πορεία του ευαίσθητου διανοούμενου, και την πρωταγωνιστική του διαδρομή του διανοούμενου και πολιτικού. Το πρώτο είναι η μελέτη του ομότιμου καθηγητή Πανεπιστημίου κυρίου Παναγιώτη Δ. Μαστροδημήτρη, «Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ & Η ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ», εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2007, σελ.112, τιμή 12 ευρώ. Ένα ενδιαφέρον και χρήσιμο μελέτημα, στο οποίο εξετάζεται το συγγραφικό του έργο με επιμέλεια και ακριβοδίκαιη επιχειρηματική και συμπερασματική κρίση. Ανοίγει την αυλαία της μελέτης ο ομότιμος καθηγητής κύριος Μαστροδημήτρης:

     «Το ευρύτατο συγγραφικό έργο του Παναγιώτη Κανελλόπουλου (1902-1986) δεν χαρακτηρίζεται μόνο από μιάν «οριζόντια» θεματική πολλαπλότητα, αλλά και από την ιδιαίτερη ευέλικτη διαβάθμισή του σε διαφορετικές κλίμακες πραγμάτευσης των αντικειμένων που τον ενδιέφεραν. Ο συνδυασμός ορισμένων καίριων προϋποθέσεων, όπως η υποδειγματική γενική παιδεία, οι εξαιρετικές ειδικές σπουδές, η αφομοιωτική αναγνωστική δύναμη, πού του επέτρεπε να εξοικειώνεται με τα πιό διαφορετικά μεταξύ τους θέματα, και η εκφραστική ευχέρεια και ενάργεια, προκάλεσε σε διάστημα εξήντα ετών ένα κυματοειδές «άνυσμα» συγγραφικής πράξης (από την εκτενέστατη σύνθεση και τη συστηματική πραγματεία έως το θεωρητικό ή λογοτεχνικό δοκίμιο και το πολιτικό άρθρο), σπανιότατο αν όχι μοναδικό μέσα στη νεοελληνική επιστήμη και στη μείζονα στοχαστική γραμματεία…..» σ. 7.

Παραπάνω από εύστοχες το σύνολο των παρατηρήσεων και των κρίσεων του ομότιμου καθηγητή για το συγγραφικό λογοτεχνικό έργο του πολιτικού. Ένα παράδειγμα στο πως οφείλουμε να εξετάζουμε την πνευματική πορεία των πολιτικών συγγραφέων.  Το δεύτερο βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα, είναι του έτερου καθηγητή Μελέτη Η. Μελετόπουλου, «ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ» Ο πολιτικός, ο διανοούμενος και η εποχή του. Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα 2020, σελ. 752, τιμή 39,75 ευρώ.  Ο νέος στην ηλικία επιστήμονας και καθηγητής που ξεκινά την ογκώδη ερευνητική και πολύμοχθη εργασία του, με το μότο του έλληνα πολιτικού: «Η Ελλάς δεν είχε μόνον μοίρα/ αλλά και βούληση δική μας», με τα πάνω από 60 κεφάλαια του σπουδαίου αυτού συγγράμματός του, μας προσφέρει με αγάπη, σεβασμό, διάκριση και πολιτική και ερευνητική τόλμη και ευθυκρισία, την σύνολη πορεία του Παναγιώτη Κανελλόπουλου την πολιτική και προσωπική διαδρομή ενός έλληνα, που, μελαγχολείς μόνο, γιατί τέτοιου είδους πολύμοχθες και κοπιαστικές ερευνητικές εργασίες δεν εκδόθηκαν νωρίτερα, ώστε, το ίδιο το άτομο, να νιώσει έστω και στα στερνά του, την τιμή και την εκτίμηση που του επιφύλασσε η ελληνική Ιστορία, το πολιτικό σύστημα της πατρίδας μας, η αγάπη του κόσμου που τον έζησε από κοντά ή διάβασε και εξακολουθεί να διαβάζει το μεγάλο του συγγραφικό έργο. Το πολύμορφο υλικό είναι άρτια οργανωμένο, η μεθοδολογία της αφήγησης των περιστατικών και των πολιτικών στιγμών είναι εξαιρετική. Ο κύριος Μελέτης Η. Μελετόπουλος, δεν χαρίζεται στον πολιτικό αλλά και δεν παραβλέπει την αυτοκριτική και πολιτική σκληρότητα με την οποία ο υπεύθυνος πολιτικός αντιμετωπίζει τον εαυτό του, καθώς με παρρησία, πρωτοφανή τόλμη και θάρρος, αναγνωρίζει τα πολιτικά του σφάλματα ο χαρισματικός πολιτικός, ο διανοούμενος και συγγραφέας. (Κάτι σπανιότατο στην ελληνική πολιτική σκηνή, εντεύθεν κακείθεν των ιδεολογικών παρατάξεων και πολιτικών κομμάτων. Δεξιάς και Κομμουνιστικής αριστεράς. Τις προηγούμενες δεκαετίες παροιμιώδης είναι η αυτοκριτική φράση του επίσης Αχαιού πολιτικού Ανδρέα Παπανδρέου, του ιδρυτή του Πασοκ, mea culpa. Που ίσως οι Έλληνες την θυμούνται ακόμα, εξαιτίας του ότι ο Ανδρέας την διατύπωσε στα λατινικά). Ο ιστορικός δεν αφήνει πτυχή της πνευματικής και πολιτικής προσωπικότητας του Κανελλόπουλου που να μην την εξετάσει, να μην την φωτίσει εποικοδομητικά και δίκαια, να μην φέρει στην επιφάνεια την παραμικρή λεπτομέρεια που θα βοηθήσουν τον σύγχρονο των ημερών μας αναγνώστη να κατανοήσει, να καταλάβει, να αποδεχτεί και ίσως να συμφωνήσει, με τις κυριότερες και σημαντικότερες επιλογές του πολιτικού Κανελλόπουλου, και παράλληλα, να θαυμάσει και να υποκλιθεί στον ευπατρίδη Έλληνα, που αγάπησε το ελληνικό έθνος περισσότερο και από την ίδια του την ζωή. Ενώ σε πιάνει μελαγχολία, να βλέπεις σήμερα, 2020, την Τρίτη του ανθρώπου χιλιετία, να υπάρχουν έλληνες ή πολιτικά κόμματα που να θέλουν να διατηρήσουν ανοιχτό το παλαιό ιστορικό της Ελλάδας εμφύλιο ρήγμα. Να ξυπνούν μνήμες μισαλλοδοξίας είτε από την δεξιά παράταξη είτε από την κομμουνιστική, δίχως να νοιάζονται για τα ολέθρια αποτελέσματα των λόγων και γραφομένων τους. Λες και δεν έζησαν, δεν βίωσαν στο πετσί τους, τα τραγικά αυτά χρόνια του εμφύλιου σπαραγμού. Είναι κρίμα, γραφίδες σημαντικές να «σπέρνουν» την εκ των ιστορικών και πολιτικών υστέρων διχόνοια, να διαιωνίζουν τα ακραία πάθη και εμφύλια μίση, τις ιδεολογικές χαράδρες μεταξύ του ίδιου ελληνικού σώματος. Φτάσαμε στο σημείο να δημιουργούμε εμείς οι έλληνες, ή τουλάχιστον μια μερίδα του ελληνικού σώματος, ακόμα και λογοτεχνικό εμφύλιο. Από τη μία η παλαιά εαμική αριστερά διανόηση και από την άλλη, η γενιά του 1930, η αστική λογοτεχνία και παιδεία.  Στις μέρες μας, που ο βιολογικός θάνατος, έχει δικαιώσει δικαίους και αδίκους της περιόδου εκείνης. Ακόμα και των πέτρινων χρόνων των κατοπινών. Ελληνικές γραφίδες εξαιρετικής ανάλυσης που φέρνουν στην επιφάνεια της σύγχρονης ιστορίας και πολιτικής ότι πιο σκοτεινό και τραγικό βίωσαν οι πατεράδες και οι μανάδες μας στα χρόνια τους. Λες και η μνήμη και από τα δεξιά και από τα αριστερά να ζητά εκδίκηση. Για ποιους και γιατί; Φαίνεται ίσως, η Ιστορία του Θουκυδίδη και του αρχαίου ελληνικού σπαραγμού δεν μας δίδαξε τίποτα. Και να φανταστεί κανείς ότι δύο ηγετικές φυσιογνωμίες της ελληνικής αριστεράς, όπως ήταν ο πρόεδρος της ΕΔΑ Ηλίας Ηλιού και ο Λεωνίδας Κύρκος, όχι μόνον μας μίλησαν αλλά και αρθρογράφησαν για εθνική συμφιλίωση. Για γεφύρωμα των πολιτικών αντιθέσεων, για άμβλυνση των κομματικών παθών. Για διέξοδο προς το ιστορικό μας μέλλον. Για κοινό ελληνικό οραματισμό, όπως πρέσβευε και ο πάντα δεύτερος ηγέτης της δεξιάς παράταξης, σοφός πολιτικός Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Ο πολιτικός του χρέους και του καθήκοντος, της ευθύνης και του πολιτικού και κοινοβουλευτικού αυτοσεβασμού. Ποτέ από το «χρέος μη κινούντες» μας υπενθυμίζει ο Αλεξανδρινός. Γράφει ο Μελέτης Η Μελετόπουλος:

     «Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος (1902-1986), κοινωνιολόγος, ιστορικός, φιλόσοφος, ποιητής, δάσκαλος, πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης, υπήρξε κεντρικός σταθμός της πορείας του σύγχρονου Ελληνισμού.  Ήταν, όμως, ταυτόχρονα, ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους της μεγάλης γενιάς των Ευρωπαίων στοχαστών του 20ου αιώνα: αυτοί τον προσδιόρισαν και μ’ αυτούς στοιχήθηκε. Ανήκε στην αριστοκρατία του πνεύματος. Τον ασκητικό και λιτό του βίο αφιέρωσε στον στοχασμό, στην μελέτη και την συγγραφή. Μετά τις σπουδές του στην Χαϊλδελβέργη, παρήγαγε σπουδαίο επιστημονικό έργο με διεθνή αναγνώριση. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, και έχοντας γνωρίσει από κοντά τους κορυφαίους ταγούς της νέας τότε επιστήμης της Κοινωνιολογίας, ο Κανελλόπουλος έφερε μαζί του ως σκευή τον σύγχρονο κοινωνιολογικό στοχασμό της εποχής του. Τον αναπαρήγαγε με απίστευτη ευχέρεια και πολυμάθεια, κριτικά και δημιουργικά, τόσο στη διδασκαλία του όσο και σε δεκάδες μελέτες και συγγράμματα που δημοσίευσε.

     Στα έργα του αντιμετωπίζει όλες τις κοινωνιολογικές θεωρίες ισότιμα’ τις σχολιάζει με αυτοπεποίθηση’ υιοθετεί αρκετές μεθοδολογικές αρχές της μαρξιστικής σχολής ενώ καταρρίπτει άλλες’ γενικά είναι εκλεκτικός και αντικειμενικός. Είναι αναμφισβήτητα κύριος εισηγητής και θεμελιωτής της Κοινωνιολογίας στην Ελλάδα. Και  μόνο το κοινωνιολογικό του έργο θα δικαιολογούσε την συγγραφή της ακαδημαϊκής βιογραφίας του……» σελ. 12.

      Ο κύριος Μελετόπουλος, δεν αγιογραφεί τον ανιδιοτελή αυτόν έλληνα και πολιτικό, δεν απαλύνει τα μελανά σημεία της χαρισματικής του προσωπικότητας. Τον διαβάζει και παρακολουθεί τον καθόλου βίο του, ισότιμα με τις άλλες πολιτικές προσωπικότητες της εποχής του, δίχως εκ των υστέρων ιστορικές μεροληψίες, με στοργή, αγάπη και μεγάλη οικειότητα για τον ίδιο και την τεράστια πολιτική συνεισφορά του. Ο Μελέτης Η. Μελετόπουλος, με τον έργο αυτό, πράττει ίσως, ότι οφείλουμε να κάνουμε οι νεότεροι έλληνες-ανεξάρτητα αν ανήκουμε ή δεν ανήκουμε στην δεξιά παράταξη, για αυτήν την εθνική προσωπικότητα των νεότερων χρόνων. Για ελληνικές πολιτικές φυσιογνωμίες που σημάδεψαν την πορεία της Ελλάδας, πέρα από το πού ανήκαν πολιτικά ή κομματικά. Οι προσωπικότητες αυτές, είναι το εθνικό μας κεφάλαιο. Είναι η πολιτική εικόνα της χώρας μας. Οι διδαχές τους είναι η κοινή παρακαταθήκη. Ας μην κάνουμε το λάθος πολλών συγγραφέων, σχετικά με τους ήρωες του 1821. Από την μία ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και από την άλλη ο Ιωάννης Μακρυγιάννης, λες και το ίδιο ελληνικό λίπασμα δεν έθρεψε και τις δύο ηρωικές αυτές μορφές. Άκαιροι διχασμοί με σκοπό και οφέλη τι, και για ποιους;

 Το ευγενές του χαρακτήρα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και το πολιτικό και κοινοβουλευτικό του ήθος, ας το επαναλάβουμε και ας κουράζουμε, και ας φλυαρούμε συγγραφικά, (το πρόσωπο Κανελλόπουλος μας ενδιαφέρει, το τι είπαν οι ιδεολογικοί του αντίπαλοι και όχι η αρτιμέλεια του άρθρου του γράφοντος) ήταν χαρίσματα, προτερήματα, που είχε θα σημειώναμε «από κούνια» ο ευπατρίδης αυτός πολιτικός της συντηρητικής παράταξης. Ξεχώριζε μαζί με τον ιδεολογικό του ομογάλακτο Κωνσταντίνο Τσάτσο από τα εκατοντάδες άλλα πολιτικά και κομματικά πρόσωπα που συναπάρτιζαν τον προηγούμενο αιώνα την αστική παράταξη της χώρας μας. Είχε ένθερμους φίλους και οργισμένους ιδεολογικά αντίπαλους –από τον χώρο της αριστερής διανόησης εξαιτίας ορισμένων πολιτικών του λαθών και εκφράσεων, που ο ίδιος, αναγνώρισε στα ημερολόγιά του και γραπτά του, ως πολιτικές του αστοχίες. Πράγμα σπάνιο για έλληνες πολιτικούς τόσο της δεξιάς παράταξης όσο κυρίως και της κομμουνιστικής. Που μετά το πέρας της πολιτικής τους θητείας και της απόσυρσής τους από την πολιτική κονίστρα, σπάνια και δύσκολα παραδέχονται τα πολιτικά τους λάθη, επιλογές και ενέργειες. Το πολιτικό σύστημα της εποχής του και οι εκπρόσωποί του, ένιωθαν κατά βάθος, μια συμπάθεια για αυτόν τον ψηλόλιγνο, (ήταν φοβερά λιτοδίαιτος) τολμηρό, (ήταν άριστος πιλότος), σκληροτράχηλο (δεν ζήτησε ποτέ να ξεχωρίσει από τους άλλους συστρατιώτες την περίοδο του πολέμου και της αντίστασης, από τους απλούς έλληνες στις πολεμικές και αντιστασιακές κακουχίες του ελληνικού λαού στο μέτωπο) και ευαίσθητο πολιτικό, άντρα επιφανή. Ίσως γιατί οι συνάδελφοί του πολιτικοί, συναισθάνονταν κατά βάθος, ότι ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ήταν περισσότερο ένας διαπρύσιος εγκυκλοπαιδιστής στοχαστής, ένας ακέραιος πολυγνώστης διανοούμενος, ένας φιλόσοφος και κοινωνιολόγος πρωτοπόρος για την εποχή του και για τα ελληνικά εκπαιδευτικά δεδομένα, παρά ένας πολιτικός αντίπαλος ή σύντροφος που έπρεπε να πολεμήσουν με την ίδια σκληρότητα και κυνικότητα που αντιμετώπιζαν τους πολιτικούς που προέρχονταν από την δική του, δεξιά παράταξη. Ποτέ δεν σήκωσαν την αυλαία της ζωής του δίχως σεβασμό και εκτίμηση. Για τον ίδιο και την πολιτική του οικογένεια. Ο Πολιτικός Παναγιώτης Κανελλόπουλος αλλά και ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, σαν πολιτικά υποκείμενα διαμορφωτές ενός λαού, μέσα στην ελληνική πολιτική ιστορία δυστυχώς ατύχησαν να είναι οι δεύτεροι των μεγάλων αποφάσεων. Δηλαδή, να βρίσκονται και οι δύο, κάτω από την επιβλητική και θεόρατη σκιά του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που ήταν άνθρωπος της πολιτικής δράσης και των κυβερνητικών αποτελεσμάτων και όχι των λόγων και της πολιτικής και φιλοσοφικής ρητορείας. Οι δύο αυτές πολιτικές προσωπικότητες προερχόμενες από την Σχολή της Χαϊδελβέργης  ήσαν στην εποχή τους, περισσότερο πολιτικοί ρήτορες, πολιτικοί στοχαστές και φιλόσοφοι, έλληνες διανοούμενοι μάλλον, χωρίς να παραγνωρίζουμε την πολιτική τους δράση. Δεν διέθεταν μάλλον την ισχυρή πολιτική βούληση και την πυγμή που είχε ο Σερραίος πολιτικός, που κρατήθηκε στην ελληνική πολιτική σκηνή παραπάνω από μισό αιώνα και στερέωσε την ελληνική δημοκρατία στην χώρα μας, θέτοντας τα όρια των πολιτικών επιλογών της. Ενώ λίγα χρόνια αργότερα, ο Ανδρέας Παπανδρέου-η άλλη πολιτική ισχυρή προσωπικότητα των μεταπολιτευτικών χρόνων, με νόμο της ελληνικής Βουλής αναγνώρισε την Εθνική Αντίσταση. Κλείνοντας έτσι ένα κεφάλαιο της ελληνικής ιστορίας που ταλάνιζε για δεκαετίες την ελληνική κοινωνία.  Ό Παναγιώτης Κανελλόπουλος ήταν πάντα στις κρίσιμες στιγμές της ιστορίας στις επάλξεις, υπερασπιστής των δικαίων της φυλής, αυτός προετοίμασε το έδαφος για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης όχι δίχως κόπο και προβλήματα. Συνενωτικός φύλαξε τις Θερμοπύλες ενός ολόκληρου Λαού.  Η αίσθηση ελευθερίας και ανθρωπισμού που τον διέκρινε, ο αυτοσεβασμός και το πειθαρχημένο του χαρακτήρα του, η στοχαστική του φύση, η προσωπικότητα και η τόλμη, η θέλησή του να προσφέρει και να βρίσκεται πάντα ακρίτας πάνω στους πύργους της ελληνικής ιστορίας και πολιτικής, τον καθιστούσαν ένα είδος «έλληνα Δονκιχώτη» μέσα στο κοπάδι των πολιτικών και κομματικών υαινών που στριφογύριζαν σιμά του εντεύθεν κακείθεν των παρατάξεων. Υπήρξε, ένας σπάνιος κοινοβουλευτικός και πολιτικός από αυτούς, που θα μπορούσαν να θεωρήσουμε ισοϋψείς με τον άλλον πατρινό ηγέτη, τον Γεώργιο  Παπανδρέου. Ο πολιτικός νεποτισμός και η ιδιοτελείς βουλευτοκρατία, κυριάρχησε για δεκαετίες μέσα στο ελληνικό πολιτικό σώμα με ολέθρια αποτελέσματα για το σύνολο του ελληνικού λαού. Πηγάδια και Μακρονήσια ανοίχτηκαν με μεγάλη πεισματική ευκολία και εσωτερική των ελλήνων εχθρότητα.  Δύο μοντέλα διακυβέρνησης κάθετα διαφορετικά, δύο μυλόπετρες της ιδεολογίας και της πολιτικής απόρροιες του διαφωτισμού και του ευρωπαϊκού ουμανισμού, και στην μέση ο ελληνικός λαός που συνθλίβονταν πολλές φορές παρά την θέλησή του και τις προθέσεις του. Δύο στρατόπεδα, που ποδηγετούνταν το καθένα από την δική του σκοπιά, από ξένες δυνάμεις της εποχής.  Από πολιτικές επιλογές ξένων ηγετών, που δεν τους ενδιέφερε η Ελλάδα αλλά, η αποικιοκρατική οικονομική και ιδεολογική επέκταση και επιρροή. Και οι έλληνες, «εξαναγκάστηκαν» να διαλέξουν στρατόπεδο. Όμως, δυστυχώς, όποιο στρατόπεδο και να διάλεγαν να υπηρετήσουν, ήσαν και χαμένοι και στιγματισμένοι από τους «αντιπάλους τους». Από την πολιτική μοίρα ερήμην τους.

     Η ασύλληπτη για τα ελληνικά δεδομένα η συγγραφική του εργατικότητα, τα διαβάσματά του σε αρκετές ευρωπαϊκές γλώσσες. 11 τόμοι αριθμεί μόνο η «Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος», ένα έργο που εμπλούτιζε στην διάρκεια του κοινοβουλευτικού του βίου μέχρι να πάρει την οριστική του μορφή. Δεκάδες οι κοινωνιολογικές του μελέτες, τα βιβλία με φιλοσοφικό περιεχόμενο, τα δοκίμιά του, οι ποιητικές του συλλογές, τα άρθρα και τα σκόρπια δημοσιεύματά του. Βλέπε ενδεικτικά «Το τέλος του Ζαρατούστρα» Αθήνα, Δεκέμβριος 1956, η σπουδή του σε θέματα μεταφυσικής, βλέπε το έργο του «Μεταφυσικής Προλεγόμενα»-Ο άνθρωπος-ο κόσμος-ο Θεός,  Αθήνα 1956. Πραγματεύτηκε ζητήματα της αρχαίας ελληνικής Ιστορίας, βλέπε την 3τομη εργασία του «Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας», εκδόσεις Διον. Γιαλλελή  1982, αλλά και τους τίτλους «Πέντε Αθηναϊκοί Διάλογοι» 51 έως 529 μετά Χριστόν, Αθήνα 1956 (μεγάλη η τιμή σε μένα, η αφιέρωση του βιβλίου του από τον ίδιο, στο Γραφείο-Σπουδαστήριό του, σε έναν νεαρό τότε, το 1979 που δέχθηκε μου το πρόσφερε, συζητώντας μαζί μου), ο σημαντικός τόμος «Επιστολές στους Προγόνους μου» με πρόλογο του ακαδημαϊκού Κωνσταντίνου Ι. Δεσποτόπουλου, εκδόσεις Νέα Σύνορα-Α. Α. Λιβάνη, 1990. Το πανεποπτικό βλέμμα της έρευνάς του, δεν άφησε απέξω και θέματα που αφορούσαν την ιστορική περιπέτεια της Χριστιανικής Θρησκείας, βλέπε το έργο του «Ο Χριστιανισμός και η Εποχή μας»-από την Ιστορία στην Αιωνιότητα, εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας 1985. Συνέγραψε έναν τόμο για την «Γαλλική Επανάσταση», εκδόσεις Διον. Γιαλλελή, μελέτες για την ελληνική και ξένη ποίηση. Εξαιρετικά φιλολογικά δοκίμια βαθυστόχαστης ανάλυσης και ευρυμάθειας. Πολλά του φιλολογικά και ιστορικά δοκίμια, μικρές μονογραφίες για πρόσωπα της τέχνης, περιλαμβάνονται συγκεντρωμένα στον τόμο, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, «Δοκίμια και άλλα Κείμενα σαράντα πέντε ετών (1935-1980) εκδόσεις Εγνατία-Θεσσαλονίκη 1980, καθώς και στον τόμο, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, «Τα Δοκίμια»-Λογοτεχνικά Δοκίμια, Σκιαγραφίες, Νεκρολογίες, εκδόσεις «Εταιρείας Φίλων Παναγιώτη Κανελλόπουλου» Αθήνα 2002. Εκείνο όμως που διέκρινε τον πολιτικό Κανελλόπουλο, ήταν η κοινοβουλευτική του πραότητα, η συναινετική του συμπεριφορά εντός των εδράνων, η συμφιλιωτική του τάση και η επιδίωξη κλίματος συνδιαλλαγής, οι ειλικρινείς του προθέσεις.  Η ανιδιοτέλεια του χαρακτήρα του φαίνεται και από την απάντηση στον Κωνσταντίνο Καραμανλή όταν του πρότεινε να αναλάβει την προεδρία της ελληνικής δημοκρατίας. Ο υπερήφανος και αξιοπρεπής πολιτικός απάντησε: «Είμαι πολύ κουρασμένος για βοηθός….». Το αναφέρει σε κείμενό του στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» 13/9/1986, ο δημοσιογράφος Φρέντυ Γερμανός. Προσμετρήθηκε στα θετικά του η αγωνιστική και αντιδικτατορική του δράση, οι εξορίες και φυλακίσεις του., βλέπε το βιβλίο του «Πώς εφθάσαμεν στην 21η Απριλίου 1967 και 1940-1944, Εθνική Αντίσταση» Ιστορικά Δοκίμια, εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της Εστίας 1997. Η εθνική του αυτή προσφορά, επαινέθηκε από σύσσωμο σχεδόν το πολιτικό σύστημα της χώρας, ιδιαίτερα στα μετά το 1974 χρόνια. Με τις δημόσιες αγορεύσεις του μέσα στο ελληνικό κοινοβούλιο και με τα δημοσιεύματά του, ο Κανελλόπουλος έγινε κήρυκας και απόστολος της αναγνώρισης της Εθνικής Αντίστασης από την ελληνική πολιτεία. Ο σκοπός αυτός της κοινοβουλευτικής του ζωής έγινε πράξη επί κυβερνήσεως τους Πασοκ του Ανδρέα Παπανδρέου. Η συμφιλιωτική του αυτή στάση (παρά του ότι ανήκε στην νικητήρια συντηρητική παράταξη του ελληνικού εμφύλιου) του χρεώθηκε στις θετικές και γόνιμες πολιτικές συμβολές του στην διάρκεια της κοινοβουλευτικής του σταδιοδρομίας, από το σύνολο σχεδόν του ελληνικού πολιτικού συστήματος της χώρας μας, να το επαναλάβουμε. Στην εκδημία του πατρινού πολιτικού ανδρός , όπως έδειχναν οι φωτογραφίες του τύπου της εποχής, δεν παρευρέθησαν μόνο οι ιδεολογικοί του σύντροφοι, δηλαδή βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, που σαν ανεξάρτητος, συνεργαζόμενος συμμετείχε στον πολιτικό στίβο αλλά, και οι ιδεολογικοί και πολιτικοί του παλαιοί αντίπαλοι από τα χρόνια της κατοχικής περιόδου και του εμφύλιου σπαραγμού. Είναι χαρακτηριστική η παρουσία του τότε ηγέτη του ΚΚΕ Χαρίλαου Φλωράκη μαζί με τον ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσο να ανεβαίνουν τα σκαλιά της εκκλησίας και να εισέρχονται στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών για να παρακολουθήσουν την εξόδιο ακολουθία του πατρινού πολιτικού, γιού του φαρμακοποιού, του μοναχικού περιπατητή στα λιβάδια του πνεύματος και του πολιτισμού. Του μάλλον μονήρη φιλομαθούς πολιτικού της συντηρητικής παράταξης. Στην εξόδιο ακολουθία παρευρίσκονταν ακόμα, ο τότε ηγέτης του Πασόκ και πρωθυπουργός Ανδρέας  Παπανδρέου, (η οικογένεια Παπανδρέου κατάγεται από την Αχαϊκή πολιτεία, ο δε Κανελλόπουλος είχε συνεργαστεί πολιτικά με τον Γεώργιο Παπανδρέου) ο πρόεδρος της Βουλής Γιάννης Αλευράς, ο ηγέτης του τότε Συνασπισμού Λεωνίδας Κύρκος και αρκετοί έλληνες παλαιοί πολιτικοί και βουλευτές, που τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία. Την Κυπριακή Δημοκρατία εκπροσώπησε ο πρόεδρός της Σπύρος Κυπριανού. Ο πολιτικός και ιστορικός που γεννήθηκε στα 1402 στην Πάτρα, βλέπε το δίτομο έργο του «Γεννήθηκα στο χίλια τετρακόσια δύο», εκδόσεις Εστία 1980, τις τελευταίες δεκαετίες του πολιτικού του βίου, ευτύχησε να τιμηθεί με σεβασμό και εκτίμηση από φίλους και αντιπάλους. Να τιμηθεί σαν ένας Νέστορας της πολιτικής, σαν ο έλληνας πολιτικός που συνέβαλλε στην επικράτηση και στερέωση της Δημοκρατίας και του Κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα. Βλέπε ενδεικτικά και τον τόμο «ΜΝΗΜΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ» Ομιλίες-Μελέτες-Κείμενα, εκδόσεις Γιαλλελής 1988, με κείμενα πολιτικών, συγγραφέων, δημοσιογράφων, ιστορικών, ποιητών.  Βιβλία που αξίζει να διαβάσει ο σύγχρονος έλληνας που ενδιαφέρετε για τα κοινά είναι το «Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Η ΖΩΗ ΜΟΥ, … η αλήθεια για τις κρίσιμες στιγμές της Ιστορίας του Έθνους από το 1915-1980», εκδόσεις Διον. Γιαλλελής, 1985, που είναι οι προσωπικές του εξομολογήσεις και αφηγήσεις στην Νινέτα Κοντράρου-Ρασιά, (είναι σειρά συνεντεύξεων στην δημοκρατική πολιτική εφημερίδα «ΈΘΝΟΣ»), και το, «Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Πώς εφθάσαμεν στην 21η Απριλίου 1967.- 1940-1944. Εθνική Αντίσταση» Ιστορικά Δοκίμια, εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας 1997, πρώτη  έκδοση 1975. Επικουρικά ακόμα τον τόμο «ΜΝΗΜΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ» Ομιλίες-Μελέτες-Κείμενα» καθώς και το προσωπικό του Ημερολόγιο. «Π. Κ. Ημερολόγιο Κατοχής 31 Μαρτίου 1942-4 Ιανουαρίου 1945» με εισαγωγή του ιστορικού Θάνου Βερέμη, εκδόσεις Εστίας 2003, πρώτη έκδοση 1977.

     Ο πρώην πρόεδρος της ελληνικής δημοκρατίας, φιλόσοφος Κωνσταντίνος Τσάτσος, στη δική του συμμετοχή στο αφιέρωμα, γράφει μεταξύ άλλων για την σύνολη συγγραφική του παραγωγή:

«Ιστορίες μιάς πνευματικής δημιουργίας, της ποίησης, της ζωγραφικής, της μουσικής υπάρχουν πολλές και σπουδαίες. Υπάρχουν και μερικές ιστορίες όλων ή των κυριώτερων πνευματικών εκδηλώσεων ενός λαού, πχ. ιστορίες του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.

Αλλά ιστορίες πού να περιλαμβάνουν όλους τους λαούς της Ευρώπης σε όλες των τις πνευματικές εκδηλώσεις, συνδυασμένες μάλιστα και με τα βασικά γεγονότα της πολιτικής ζωής, εγώ τουλάχιστον δεν γνωρίζω. Πρώτος έκανες εσύ αυτό το εγχείρημα. Πρώτος έδωσες αυτό το πανόραμα δύο χιλιετηρίδων ευρωπαϊκού πολιτισμού.

     Μόνο όσοι ξέρουν από συγγραφική δουλειά μπορούν να εκτιμήσουν τι δυσκολίες παρουσίαζε σε ένα τέτοιο έργο η σύνθεση των επιμέρους, ο συνδυασμός ή η αντιπαράθεση των στοιχείων, η ισόρροπη παρουσίαση των μερών, η αξιολόγηση με κοινά κριτήρια. Περισσότερο από τον πλούτο των αποθησαυρισμένων γνώσεων, η σύνταξή τους σε ένα ιστορικό κείμενο είναι κατόρθωμα μέγα, που απαιτεί κάθε στιγμή την εποπτεία του συνόλου.

     Η συνθετική αυτή δύναμη σε ένα τόσο πολύμορφο και πολυπρόσωπο πεδίο προϋποθέτει μια σπάνια οικουμενικότητα. Πρέπει να καταλαβαίνεις από ποίηση, από μουσική, από τέχνη γενικά από φιλοσοφία, από πολιτική. Πρέπει να έχης πολλές δυνατότητες, αρετή πού σπανίζει όσο καμμιά άλλη, σε μια εποχή όπου αποθεώνεται μόνο η εξειδίκευση. Πρέπει να έχης μιά ιστορική συνείδηση που να χωράη όλη την Ευρώπη δύο χιλιάδων ετών. Κατά κάποιον τρόπο πρέπει να είσαι ένας homo universalis.», σ. 10-11.  

Χωρίς να διαθέτω τις πανεπιστημιακές περγαμηνές των ιστορικών, τις ειδικές της ιστορικής έρευνας γνώσεις, ας μου επιτραπεί μια μικρή συσχέτιση, σίγουρα για τους ιστορικούς και ειδικούς μάλλον αυθαίρετη. Αν ένας αναγνώστης έχει ξεφυλλίσει, όχι διαβάσει, έστω και μία φορά, το πολύτομο έργο του Παναγιώτη Κανελλόπουλου «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ» τόμοι 11+1 ευρετήριο, που κυκλοφόρησε στα μέσα της  δεκαετίας του 1980, και ξεφυλλίσει ή μελετήσει δύο άλλους τίτλους έργων που έχουν συγγραφεί από ομάδα ξένων ιστορικών-επιστημόνων, τίτλοι που επισκοπούν την Ευρωπαϊκή Ιστορία, βλέπε την εξάτομη έκδοση του 1990 των εκδόσεων Παπαζήση «ΓΕΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ», των Pierre Grimal/ J. P. Millotte/ Rene Raynal/ Francois-Georges Dreyfus/ Roland Marx/ Raymont  Poidevin, «Η Ευρώπη από τους πρώτους χρόνους μέχρι το Μεσαίωνα» (1ος τόμος) και η «Ευρώπη από το 1848 μέχρι σήμερα» (6ος τόμος), μια πολύτιμη συνεισφορά στην κατανόηση της ιστορικής συνείδησης της ευρωπαϊκής ηπείρου και την διαμόρφωση κρατών και εθνών της, υπό την διεύθυνση των Georges Livet- Roland Mousnier, και αν επίσης, ο έλληνας φιλίστωρ αναγνώστης έχει υπόψη του το τρίτομο έργο που κυκλοφόρησε το 1997 από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ. ΑΠΟ ΤΗ ΡΩΜΑΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΣΤΑ ΕΥΡΩΠΑΙΚΑ ΚΡΑΤΗ», (5Ος-18Ος αιώνας), (από το 1815 έως το 1819) και από (το 1819 έως σήμερα) των ιστορικών και ειδικευμένων στη νεότερη και σύγχρονη ιστορία, Serge Berstein and Pierre Milza, για να περιοριστώ σε δύο μόνο γνωστές μας επιστημονικές σύγχρονες ιστορικές εργασίες των ημερών μας, και της γενιάς μας διαβασμάτων, δεν μπορεί να μην νιώσει γλωσσική υπερηφάνεια που ένας έλληνας ιστορικός, και μάλιστα πολιτικός, μας πρόσφερε με την συγγραφική και ερευνητική επίμοχθη και πολύχρονη εργασία του, ένα τέτοιας εμβέλειας έργο. Οικοδόμησε  μια πολύχρωμη τοιχογραφία του ευρωπαϊκού πνεύματος, από τον Στ΄ αιώνα έως τον ΙΘ΄ αιώνα. Από τον ιερό Αυγουστίνο της Πολιτείας του Θεού έως τον μεταρρυθμιστή Λούθηρο. Από τον ζωγράφο της Καπέλας  Σιξτίνα και γλύπτη Μιχαήλ Άγγελο έως τον θεουργό κλασικό συνθέτη Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ και Τα Κατά Ματθαίο Πάθη του. Από τον Ρομαντικό γερμανό ποιητή Φαουστικό Γκαίτε, στον συνθέτη του Ύμνου της Χαράς Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν. Και από τον Τζων Κιτς και τον λόρδο Μπάυρον στην περιπλάνηση του βλέμματος στην αγγλική παράδοση της βουκολικής ποίησης. Και από τον Εμμάνουελ Κάντ και τον Καθαρό λόγο του στην Γερμανική Σχολή της Χαϊδελβέργης. Ο Μεγάλος Ναπολέων και η πολιτική του εικονίζεται με την ίδια καθαρότητα σκέψης και όρασης όπως ο Γκόγια και οι ταυρομαχίες του. Ο Ευρωπαϊκός διαφωτισμός και το κίνημα των Φώτων, η Γαλλική ζωγραφική τριών αιώνων απλώνεται μπροστά στο πεδίο της όρασής μας με εκπληκτική μαεστρία. Αρχαιολογικοί τόποι και αρχιτεκτονικοί θησαυροί, μνημεία από όλες της περιόδους της ευρωπαικής ακμής παρελαύνουν με την ανάλογη επιμέλεια και προσοχή σε μια ενιαία ενότητα χώρου, ανθρώπων, καλλιτεχνών, ηγετικών μορφών, φιλοσοφικών προσωπικοτήτων, ιστορικών στιγμών και πολιτιστικών επιτευγμάτων. Η καθεαυτή ιστορία καθορίζει την πολιτιστική εικόνα του τοπίου και τα αχαρτογράφητα ευρωπαϊκά τοπία οργανώνουν τις σχολές και τα μοναστήρια της Σκέψης και του Πνεύματος του ευρωπαίου ανθρώπου σε μια σχέση αλληλένδετων υπαναχωρήσεων και ένδοξων στιγμών. Ενώ, παράλληλα, οι θρησκευτικές διαμάχες και εκκλησιαστικές έριδες τροποποιούν διπλωματικές σχέσεις και εμπορικές συναλλαγές και σκιτσάρουν με έντονα σκούρα χρώματα τον χαρακτήρα των καλλιτεχνών και των μορφών της τέχνης στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Όλα καταγράφονται με την ίδια θέρμη τον ίδιο ζήλο ενδιαφέροντος, την ίδια επιμέλεια. Μια πολυσχιδή έξαρσή πνευματικών και ιστορικών πληροφοριών, που ανακαλεί στην μνήμη μας εργασίας και βιβλία του γάλου Αντρέ Μαλρώ. Βλέπε το έργο του Αναζητώντας την Τέχνη-Φανταστικό Μουσείο. Μόνο που ο δικός μας Παναγιώτης Κανελλόπουλος δεν στέκεται μόνο στον εικαστικό και αρχιτεκτονικό σύμπαν. Η Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος είναι ένας ουράνιος Θόλος της Ευρωπαϊκής ιστορικής διαδρομής που πάνω του έχουμε την στίλβουσα ψηφίδα του Δάντη Αλιγκέρι και τον κόσμο της πρώιμης αναγέννησης, την θέση της έχει η περίοδος του Ουμανισμού και οι Ιππότες της Αποκαλύψεως του Ντύρερ. Ο σύμβουλος αυτοκρατόρων Βολταίρος και ο Τζών Λοκ. Ο Νεύτωνας της επιστημονικής εξερεύνησης συναντά τον ισπανό Μιγκέλ ντε Θερβάντες και το Δον Κιχωτικό πνεύμα της Δύσης. Ο Μπλαζέ Πασκάλ και οι «Σκέψεις του» συνυπάρχει με τον Λέσινγκ. Ο Ζαν Ζακ Ρουσώ με το Κοινωνικό του Συμβόλαιο περιγράφεται εξίσου δίκαια με τις επαναστατικές ανατροπές της Γαλλικής Επανάστασης. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος έχει στραμμένο συνεχώς τον προβολέα της εξερεύνησής του στα πρωτογενή μα και δευτερογενή σημαίνοντα χαρακτηριστικά του ευρωπαίου ανθρώπου σε όλες του τις ένδοξες φάσεις και τις ήττες του. Μεταιχμιακές στιγμές της ιστορίας και τυχαία συμβάντα, καθορίζουν εξελίξεις αιώνων και ανατρέπουν βασιλικούς οίκους. Ιστορικά πρόσωπα, που άθελά τους γράφουν ιστορία. Συγγραφείς που εξιστορούν τα πεπραγμένα βασιλικών οίκων και δυναστειών. Μαικήνες που αναδεικνύουν καλλιτέχνες του μέλλοντος χρόνου. Σταθμοί της Επιστήμης που ανοίγουν δρόμους εξερευνήσεων και εμπορικών αποικιών. Όλα αυτά που σπονδυλώνουν την Ευρωπαϊκή ταυτότητα, τον πολιτισμό της, την παράδοσή της. Με ότι θετικό και αρνητικό μεταφέρει μέσα στην Ιστορία της η γεννήτρα τέχνης και της επιστήμης, πνεύματος και επαναστατικών πολέμων η παλαιά αυτή Ήπειρος. Μια ήπειρος που αναζητά ακόμα το στίγμα της μέσα στην πανσπερμία των ετερόκλητων σε ήθη και έθιμα, θρησκευτικές δοξασίες και συνήθειες πληθυσμών της. Ένας γεωγραφικός χώρος που αναπτύχθηκαν και εξελίχθηκαν οι επαναστατικότερες ιδέες, οι πιο ακραίες πολιτικές θεωρίες του ανθρώπινου όντος, στην προσπάθεια ανεύρεσης της πολιτικής και κοινωνικής του αυτοσυνειδησίας και υπαρξιακού και μεταφυσικού στίγματος, έθεσε φιλοσοφικά πρωτόγνωρα και ανεπανάληπτα ερωτήματα. Μια κουρασμένη και διαρκώς ταραγμένη ήπειρος του δυτικού ημισφαιρίου, που ακούστηκαν και εφαρμόστηκαν οι πιό πρωτοποριακές θεωρίες και προτάσεις στον χώρο των Τεχνών. Εμφανίστηκαν οι πιο ακατέργαστες μα και πιό εκλεπτυσμένες γραφές και μεγαλουργά έργα.

Στο έργο αυτό του Παναγιώτη Κανελλόπουλου δεν υπάρχουν μονοδιάστατες ερμηνείας συγκρούσεις που θα μας έκαναν να μην αναγνωρίζουμε την συνέχεια της καθόλου Ευρωπαϊκής Ιστορίας μέσα στον χρόνο, μια  και θα είχαμε ένα συνεχές ιστορικό πεδίο σφαγών και μαχών. Υπάρχουν τόσο οι πολιτικές και κοινωνικές της οπισθοδρομήσεις και συγκρούσεις όσο και οι αναπτυξιακές της μεταρρυθμίσεις. Ο εκσυγχρονισμός της αστικής της τάξης και οι αγροτικές και εμπορικές της επιτυχίες, αυτές που γέννησαν το σφριγηλό της πνεύμα. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος  δεν κατασκευάζει θεωρητικά μοντέλα στα οποία εντάσσει το ογκώδες πληροφοριακό υλικό του, οι θέσεις και οι κρίσεις του δεν είναι θεωρητικές, αίολες, προέρχονται από τα χιλιάδες διαβάσματά και έρευνές του. Οι απόψεις του είναι επιστημονικές, ιστορικά τεκμηριωμένες, υφαίνουν ένα ενιαίο όλο, μια αναγνωρίσιμη τοιχογραφία, το υφαντό του πολιτιστικού ευρωπαϊκού πνεύματος. Γλυπτογραφεί τους οραματισμούς του ευρωπαίου πολίτη και αποτυπώνει τον πνευματικό του κόσμο. συμφιλιώνει την παράδοση του παλαιού κατοίκου της ευρώπης με την νέα εικόνα και πολιτιστική μορφή του σύγχρονου ευρωπαίου.  Η γραφή του έχει στρώματα έντονου λυρισμού και φανερώνει αμέσως την μεγάλη του και βαθειά του παιδεία, την στοχαστική του διάθεση, την αβίαστη προσπάθεια κατανόησης της ανθρώπινης φύσης, των εσωτερικών της ανθρώπινης ύπαρξης αδιεξόδων και ψυχικών αναταραχών. Ο λόγος του έχει πανανθρώπινες διαστάσεις, ξεφεύγει από τα στενά πλαίσια ενός εθνικού ιστορικού ή επιστημονικού σχολιαστή. Τα συμπεράσματά του, δεν τα απευθύνει μόνο στους έλληνες αναγνώστες ή ίσως μόνο στο ευρωπαϊκό αναγνωστικό κοινό αλλά, σε ένα οικουμενικό αναγνωστικό ακροατήριο που ζητά να μάθει και να πληροφορηθεί τα της Ευρώπης, της Ιστορίας της και του Πολιτισμού της. Η Ευρωπαϊκή ήπειρος και η ιστορική της πορεία έχει μπλέξει στα δίχτυα της με τον έναν ή άλλο τρόπο και τις υπόλοιπες ηπείρους φανερά ή όχι. Η Ευρώπη και τα πολιτιστικά της επιτεύγματα στα μάτια του Παναγιώτη Κανελλόπουλου είναι ένα οικουμενικό εργοστάσιο ιδεών και πολιτιστικών δώρων, εστιών φωτός και διαφωτισμού.  Η Ευρώπη για τον οραματικό του κόσμο, δεν είναι μια απαρχαιωμένη μνημειακή πρόταση πολιτισμού του απώτατου ιστορικού παρελθόντος, που προτάσσει με έμφαση στους άλλους λαούς και εθνότητες. Ούτε μια ήπειρος του δυτικού κόσμου που επαναπαύεται στα διάφορα πολιτιστικά της πεδία, ο ευρωπαίος άνθρωπος κουβαλά μέσα στο σεντούκι της σκέψης του και των επιτευγμάτων του πολλών πολιτισμών και εθνοτήτων έργα. Στα παλαιότερα χρόνια, είχα στην βιβλιοθήκη μου, ένα δίτομο έργο του ινδού πολιτικού Τζαβαχαρλάλ Νεχρού, του πιστού συνεργάτη του Μαχάτμα Γκάντι, του πατέρα της σύγχρονης Ινδίας, και πατέρα της μετέπειτα πρωθυπουργού Ίντιρας Γκάντι, θυμάμαι από το διάβασμα του έργου, στο πως διαχειρίστηκε συγγραφικά και ιστορικά από την πλευρά του, την Ιστορία του Κόσμου, ο Ινδός πολιτικός. Αν δούμε το βλέμμα, το ερευνητικό βλέμμα του έλληνα πολιτικού, θα διαπιστώσουμε την διαφορά. Ο έλληνας Παναγιώτης Κανελλόπουλος, για τα ελληνικά δεδομένα οικοδομεί μια ιστορία του πολιτισμού και της ευρωπαϊκής γραμματείας. Και αυτό, στην εποχή του, δεν ήταν ούτε λίγο ούτε αμελητέο, συγγραφικά και πνευματικά για τα ελληνικά δεδομένα.

      Διάβαζα και εξακολουθώ να διαβάζω τα βιβλία του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, ακόμα και όταν ο ιδεολογικός των νιάτων μου οίστρος με έκανε επιφυλακτικό. Βλέπετε τα πολιτικά πάθη και ιδεολογικά μίση ακόμα και της δικής μου γενιάς, στέκονταν αρνητικά και εχθρικά σε έργα και βιβλία που προέρχονταν από το στρατόπεδο της λεγόμενης «δεξιάς». Το ίδιο συνέβαινε και από την άλλη πλευρά. Ο Κανελλόπουλος  όμως ξεχώριζε και θα εξακολουθεί να ξεχωρίζει σαν ένας φάρος πολιτισμού, που ευτυχήσαμε, να σταθούμε κάτω από το φως του οι δικές μας γενιές.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2020