Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2020

Νίκος Δ. Καρούζος, Ο ΜΕΙΛΙΧΙΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΤΟΥ ΒΑΡΒΑΡΟΣΣΑ

Ο συγγραφέας και κριτικός Ευγένιος Αρανίτσης για τον ποιητή Νίκο Δ. Καρούζο

 

           Ο  ΜΕΙΛΙΧΙΟΣ ΤΡΟΠΟΣ  ΤΟΥ  ΒΑΡΒΑΡΟΣΣΑ

                      Un Poete  sauvage avec un plomb dans laile-

                                                                TRISTAN  CORBIERE

 

Γέροντας πια και πρώην καπνιστής

μονάχος με τα γένια του στο άκαρπο το ύψος περπατώντας

από νέφη σε νέφη, το ανθρώπινο, τι δρόμος,

με μικρούτσικα βήματα κωμικά και ξεβίδωτα

στην αλύπητη μουσική τους ακούγοντας

τα φτηνά του τα ξύλινα συρτοπάπουτσα

ο Βαρβαρόσσας το συνήθιζε να λέει: Με συγχωρείτε,

τι να κάνω, οι αισθήσεις με πάνε στις αισθήσεις.

Έτσι μιλούσε, τίποτ’ άλλο δεν έλεγε,

γλείφοντας με λεπτή συγκίνηση τα χείλη.

Μαύρη μεγάλη τρύπα τον τυραννούσε

στο στήθος που ‘χε τώρα παλιώσει

ξεχειλώνοντας οικτρά το κρέας!

Όλοι τον κλαίγαν αμίλητοι σαν ήμερο κι αξιοδάκρυτο

δράκο παρωχημένο

σαν από αιώνες, αλήθεια, ξαφνιασμένο

και μ’ ευλάβεια κούφια του χαρίζαν οι ψεύτες

ένα κάποιο συμβατικό προσκύνημα.

Εκείνος όμως είχε μια φριχτή σοβαρότητα

δεν έδινε σημασία στον ευχάριστο σεβασμό τους-

άλλωστε ποτέ δεν εξαρτήθηκε-

μα υποφέροντας βαθιά τον εαυτό του

τα οράματα που χτυπιούνται σαν κάποτε

τα φτερά του κόκορα που ‘χε σφάξει τα κρασάτα

τίναξε ξάφνου κάποια στιγμή το κεφάλι του προς τ’ απάνω

και γινότανε κείνος ο παλιός κι ανελέητος τρόμος

ανοίγοντας το στόμα του στην κατερήμωση

σαν αποτρόπαιο τέρας της χειμωνιάτικης Προϊστορίας

κι αποσπούσε μ’ ένα κρακ τη μασέλα του

την έριχνε μέσα σ’ ένα ποτήρι νερό δίχως ευγένεια

δίχως κανένα σύμπλεγμα που τον έβλεπαν ολόγυρα

χτυπούσε τα παλαμάκια κ’ έμπαινε σιγηλή κι αθέατη

μια χανούμισσα δίκοπη στο βαθύ μετάξι θροΐζοντας-        

τι θλιβερό το θέαμα η γρήγορη υπόκλιση…-

και έσπρωχνε κοντά του την άσπρη καρέκλα.

Εκείνος τότε καθότανε (με προσπάθεια ολοφάνερη)

κάνοντας αλλόκοτα κινήματα

και στήλωνε τα μάτια του στη μασέλα.

Οι παριστάμενοι φεύγαν ένας-ένας με θεατρίνικους τεμενάδες

οι ώρες περνούσαν ολοένα, κατά την άσχημη

και θλιβερή συνήθεια: την πραγματικότητα.

Εκείνος όμως έμενε να κοιτάζει βοερά τη μασέλα

βουλιαγμένος

απέραντος

αναπόσπαστος…

Κάποτε, βέβαια, ο ύπνος που ξέρει τις αποσβέσεις

έδινε τέλος σ’ αυτή την κατάσταση

μα την άλλη μέρα τα ίδια πάλι: Με συγχωρείτε,

τι να κάνω, οι αισθήσεις με πάνε στις αισθήσεις.

Ένα ζωνάρι σύννεφο στη μέση του βουνού με συναρπάζει…

Τα λόγια τούτα του Βαρβαρόσσα

μισο-ηλίθια θα ‘λεγα και πάντως απελπισμένα

μέρα με την μέρα περίτρεχαν τους δρόμους, τα σπίτια,

                τους μπαξέδες

κ’ είχαν, αλήθεια, γίνει στην Πόλη κοινή κουβέντα κι αστείο

στου φούρναρη, στο μπακάλικο, στο ζαχαροπλαστείο,

των ηλιόλουστων χοτζάδων που χαίρονταν τη ματαιότητα

του γοερού ντελάλη του παμπόνηρου βεζίρη

των βαρκάδων του Βοσπόρου της Ωραίας του Πέραν

αλλ’ ακόμη και το ίδιου του μυτερού σουλτάνου

καθώς έλεγαν οι ιχθυέμποροι και κάθονταν εύοσμοι

στην πιο αριστοκρατική συνοικία.

Ο Βαρβαρόσσας όμως είχε το δράμα του…

Τιποτένιος απ’ το γήρασμα και γιομάτος από τεφρώδεις

τρόμους και παραισθήσεις ο άλλοτε τροπαιούχος του αίματος

κάθε τόσο κοντοζύγωνε στα πικρά παράθυρα

για να διώξει με τα χέρια του τις ολόσωμες οπτασίες

τα λουλούδια φτύνοντας τ’ ανοχύρωτα στον άκακο μεγάλο κήπο

και τ’ αηδόνια στους κλώνους αναθεματίζοντας

γοερά προς τα έξω γερμένος.

Μάλιστα λένε πως κάποτε φώναξε σ’ έναν υπηρέτη:

«Γερός αντίπαλος η ζωή, σαν το Κοράνι,

το στεφάνι της δόξας μου ‘ρχεται μεγάλο».

Φράση για πέταμα.

Ωστόσο θαν την ένιωθε ο ναύαρχος.

Κι άλλοτε λένε λιποθύμησε μ’ αυτά τα λόγια φρενιάζοντας:

«Άχ να ‘τρωγα το φως! να μην έβλεπα

τα σταυρωτά σίδερα στα ρολόγια…»

Με τέτοιες, αλήθεια, σκέψεις έρημες ωσάν τα σύκα

που χάσκουν έξω στη φύση τον Ιούλιο-

σακαράκα ο φτωχογέροντας ή μάλλον

ολάνοιχτη πόρτα και χειμώνας ο ίδιος

έμπαζε τις αθρόες αντιφάσεις

και ξύλιαζε ο σπαραγμός του-τι παράξενο,

σε πολύ τρυφερά δευτερόλεπτα.

Ο κόσμος δεν τη χωρούσε τέτοιαν απόγνωση

και κανένας θεός δεν έβγαζε σπινθήρα.

Η φύση τώρα του ‘χε γίνει φανταστικότερη

τα φαιά πετρώματα η αγιότητα των θάμνων.

Αλαφιασμένος αποφάσιζε χαμάμ ο τρισάθλιος

δίχως ανάσταση μεσ’ στους ανάερους ατμούς τους ομιχλώδεις

κι ονειρευότανε στην άκαρπη γύμνια του τη φιλήδονη

τους γκρεμισμένους έρωτες τους τόσο πεθαμένους

την εύκολη στύση του λουτρού με σκλάβες ωσάν κάτασπρα

                                λαγούτα

χαϊδεύοντας πότε-πότε τ’ αχαμνά του τ’ ανεξήγητα

που τα ‘χε σακκουλιάσει απαίσια το γήρας.

Από κει μέσα έβγαιν’ όλος ανακούφιση

και λένε τα κιτάπια πως μια μέρα του έαρος

δυο-τρείς νεράιδες πάμφωτες τον έριξαν σε δέκα παραδείσους

όπως τους είδε φλογερά σε σμαλτωμένην άβυσσο

με στραβοκάνες νύχτες πλαγιασμένος ο Προφήτης

όταν η μια τα χείλη της ανάβοντας του κράζει:

«Χαϊρεντίν, η τρικυμία είναι τ’ άνθισμα της θάλασσας»

κι ο δύστυχος αποκοιμήθη.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Από την ποιητική συλλογή «Χορταριασμένα Χάσματα» 1974.                 

Εκ των υστέρων

Εφημερίδα  Ελευθεροτυπία  25 Σεπτεμβρίου 1998. Βιβλιοθήκη, σ. 2.

      Τίθεται, συχνά, το ερώτημα: Γιατί ο Νίκος Καρούζος υπήρξε, αρχικά, αντιδημοφιλής; Γιατί υποτιμήθηκε, για χρόνια, η δύναμη της Ποιητικής του; Έχω ακούσει και διαβάσει πολλές απαντήσεις: όλες είναι, κατά την γνώμη μου, εάν όχι εσφαλμένες ή διαθλαστικές, τουλάχιστον, στην καλύτερη περίπτωση, μεταφορές της σωστής, η οποία διαφεύγει. Τις αναφέρω:

1). Συνήθως λέγεται ότι ο τρόπος της ζωής του δεν χωρούσε στην κραυγαλέα συμβατικότητα της «δημοσιοϋπαλληλικής» λογοτεχνικής παράδοσης, ότι δεν ήταν δυνατόν να εναρμονιστεί με την παροιμιώδη συγκινησιακή φτώχεια των καλλιτεχνικών δημοσίων σχέσεων, πράγμα που ισχύει βεβαίως υπό μίαν έννοια, εφόσον, ακόμη κι αν επιζητούσε, στην απελπισία του, να καρπωθεί στοιχειώδη υλικά οφέλη ή τρέχουσες διευκολύνσεις, χάριν της επιβίωσης, ο χαρακτήρας του, πόσο μάλλον η σταθερή κατάχρηση αλκοόλ, την οποία οι υπόλοιποι θα πρέπει να δούμε σαν μια κλινική όψη της μελαγχολίας του, δεν το επέτρεπαν, πραχτικά, παρά οδηγούσαν αδιάκοπα σε συγκρούσεις. Αυτό, τώρα, υποτίθεται ότι ενέπνεε στους ανθρώπους την πρόνοια να αποφεύγουν ακόμα και την αναφορά του ονόματός του. Από αντιπάθεια (ή μετά από εκτίμηση των προβλεπομένων συνεπειών του να ευεργετήσεις έναν τέτοιο «τρελό»), προτιμούσαν, τάχα, να συμπεριφέρονται σαν να μην υπήρχε. Υπερβολές!

2). Λέγεται, επίσης, ότι υπήρξε ένας ποιητής που τον πολέμησαν τα κυκλώματα, τα οποία προωθούσαν ελαφρών βαρών συναδέλφους του, εφημερίδες, πανεπιστήμια, επιτροπές κλπ. Τέτοιου είδους απόψεις μου φαίνονται αστείες. Όχι μόνον δεν είναι δυνατόν να πολεμήσει κανείς κανέναν, κατ’ αυτήν τη λογική, αλλά όσοι παρασύρονται να νομίζουν ότι μαίνεται κάποιος πόλεμος, το νομίζουν, απλούστατα, προκειμένου, έτσι, να εικονογραφούν, σε μεγέθυνση επικών διαστάσεων, τον μικρόκοσμο των ψευδο-λογοτεχνικών παρασκηνίων στον οποίο ζουν: κανενός σημαντικού έργου η ακτινοβολία δεν είναι δυνατόν να περάσει, μεσοπρόθεσμη, απαρατήρητη, μόνο και μόνο για να γίνει το χατίρι «σκοτεινών κέντρων», όποιες πρόσκαιρες ενδείξεις και να συνηγορούν υπέρ του αντιθέτου.

3). Λέγεται, ακόμη, ότι η μυωπική οφείλεται στην ιδιαιτερότητα της προσωποπαγούς και γεροντόφιλης ελληνικής κοινωνίας, όπου, σχεδόν αταβιστικά, ο σεβασμός παρέχεται μόνον στους υπερήλικες «καταξιωμένους», σαν κατ’ εφαρμογήν ενός είδους επετηρίδας, ίσως ένεκα κάποιας ενστικτώδους άρνησης των θεαματικών διαφορών ανάμεσα στις δημόσιες παρουσίες: αντεστραμμένο χριστιανικό κατάλοιπο, ούτως ώστε η πλήρης αναγνώριση να έρχεται, αυτομάτως, μετά θάνατον, όταν κανείς δεν θίγεται και ο πεθαμένος αγιάζει. Αυτό συμβαίνει όντως, εν μέρει, πρέπει να το παραδεχθούμε (όπως συμβαίνει με τις ασφάλειες ζωής, το κέρδος έρχεται μόλις εκπνεύσεις. Ο ίδιος ο Καρούζος έγραψε: Αν πεθάνω γλύτωσα αν ζήσω, γλύτωσα πάλι), αλλά σίγουρα όχι μέχρι του σημείου να περνάει σχεδόν απαρατήρητος ο σημαντικότερος ποιητής μιας γενιάς. (Θα πείτε: γνώρισε κάποιες τιμές. Αν εννοείτε τα κρατικά βραβεία… Σημασία έχει ότι ζούσε εκλιπαρώντας τους εκδότες για μια προκαταβολή και πληρώνοντας το ποτό του με αυτοσχέδια ποιήματα)….

4). Λέγεται, τέλος, ότι υπήρξε ένας ποιητής υπερβολικά δυσνόητος κι έτσι έμεινε στο περιθώριο. Από μόνο του το επιχείρημα αυτό δεν είναι μεν ανυπόστατο (ο Καρούζος υπήρξε «δύσκολος» ποιητής, ιδιαίτερα κατά την τελευταία περίοδο), ωστόσο η επίκληση του στερείται νοήματος, εφόσον «δύσκολοι» ποιητές, συχνά κρυπτικοί, υπήρξαν οπωσδήποτε όλοι της λεγόμενης γενιάς του ’30 και οι μισοί τουλάχιστον της επόμενης δεν είχαν όμως την ίδια μοίρα.

     Εγώ θα έδινα στο ερώτημα μια απάντηση πολύ πιο απλή: ο Καρούζος με το έργο του «έλεγε» (στους αναγνώστες του και, κατ΄  επέκτασιν, στην κοινωνία)κάτι ιδιαίτερα δυσάρεστο. Μολονότι, στην ουσία, το «θέμα» του δεν υπήρξε διαφορετικό από εκείνο του Ελύτη (το «θέμα» ήταν και εδώ ο χρόνος, ο εσωτερικός χρόνος, η στάση της διάρκειας, ο κλονισμός της υποκειμενικότητας μπροστά στο σταυροδρόμι γραμμικότητα-συνείδηση), η διαπραγμάτευση υπήρξε αντίστροφη: Χρόνος και παράδεισος κατά τον Ελύτη, χρόνος και κόλαση κατά τον Καρούζο. Και του δεύτερου η έμμονη ιδέα ήταν η υποδειγματική ζωή, όμως αντί να υφάνει το άσμα του θαύματος, τραγούδησε την απελπισία εκείνου που ζει αποκλεισμένος απ’ αυτό το θαύμα, παγιδευμένος στην αλλοτριωτική φρίκη του μετρήσιμου χρόνου (την οποία ο Ελύτης ακυρώνει μ’ έναν θετικά «μυστικιστικό» τρόπο, ενώ ο «μυστικισμός» του Καρούζου είναι αρνητικός, σαρκαστικός), κινούμενος ήδη σαν στοιχειό, σε μια ζώνη μεταθανάτιου βίου επί της γης. Από τον Ελύτη της διαφάνειας, το πλατύ κοινό κράτησε την στίλβουσα επιφάνεια του γραφικού: τον αδίκησε μ’ έναν τρόπο πιο ύπουλο. Από τον Καρούζο της εφιαλτικής νύχτας, τι να κρατήσεις; Τον αδίκησαν ευθέως, στρέφοντας το βλέμμα αλλού.

     Το «μήνυμα» του Νίκου Καρούζου δεν άρεσε αντηχούσε σαν παράδοξο κύκνειο άσμα όλων των φενακισμών. Δεν έφταιγε η επιθετικότητά του «σε προσωπικό επίπεδο», όπως λένε, αλλά η επιθετικότητα του νοήματος σε βάρος της κοινωνίας των τηλεοράσεων.

ΕΥΓΕΝΙΟΣ  ΑΡΑΝΙΤΣΗΣ

                Αντίο,  φίλε!

Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 1990

     Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Νίκος Καρούζος πέθανε την προπερασμένη Παρασκευή και οι κατάλληλες νεκρολογίες γράφτηκαν ήδη, με το παραπάνω. Ήταν 64 χρόνων, σε μια πολύ σημαντική καμπή της καριέρας του στα ελληνικά γράμματα-ένιωθες ότι κάτι ζωτικό θα γεννιόταν απ’ το λογοτεχνικό αδιέξοδο των πειραματισμών στους οποίους είχε αφοσιωθεί, κι ο ίδιος μου μιλούσε πολύ συχνά για τη σύλληψη ενός έργου που δεν θα έμοιαζε με κανένα απ’ όσα είχε γράψει ως τώρα. Ίσως αυτή η εξομολόγηση να ήταν μια παραίσθηση που διαπέρασε κάποια μεμβράνη της ύπαρξής του, ίσως να ήταν ένα αποχαιρετιστήριο νεύμα στην επίγνωση του ταλέντου, ίσως πάλι το τελευταίο αυτό άγνωστο ποίημα να ήταν ο ίδιος του ο θάνατος, γιατί επρόκειτο πραγματικά για ένα θάνατο ισοδύναμο με τα ποιήματά του: μια αίσθηση μυστηρίου γύρω απ’ το τι θ’ απογίνουν τα βιβλία του, μια νύξη απελπισμένης γνώσης για τις σκιές του ανθρώπινου τέλους που τόσο του άρεσε να μελετάει, κι ακόμη μια νότα παράδοξου (φανταστείτε το ενδιαφέρον του Κράτους! Τελετές, στεφάνια απ’ τους πολιτικούς! Παραλίγο, η Φιλαρμονική του Δήμου!).

     Είχε αναμφισβήτητα το χάρισμα των μεγάλων ποιητών, την έμφυτη αρετή να διαισθάνεται ότι το κάθε τι είναι σύμβολο κάποιου άλλου πράγματος, απείρως πιο σημαντικού, που κρύβεται από πίσω. Έτσι έζησε μια ολόκληρη ζωή με το πάθος να εξιχνιάζει νοήματα κρυμμένα στο μισόφωτο- ήταν μια ατέλειωτη μάχη με τους πειρασμούς της διαλεκτικής και της μεταφυσικής, και το κάθε τι που περιείχε αμφιβολία ήταν γι’ αυτόν αντικείμενο έλξης και λατρείας. Ένα οποιοδήποτε φιλοσοφικό ερώτημα μπορούσε να του φτιάξει τη διάθεση γιατί τον βοηθούσε να ζει με την πίστη ότι η ύπαρξή του είχε κάποιο νόημα. Διέθετε μια πολύ βαθιά γνώση των μηχανισμών του παραλόγου, απ’ το οποίο είναι διαποτισμένο όλο του το έργο. Ο Καρούζος ανατράφηκε με το ζεν και τον Κάφκα. Είχε καταλάβει ότι οι ανθρώπινες υποθέσεις  αποτελούν μια παρεξήγηση.

     ΥΠΗΡΞΕ, άλλωστε, ο μοναδικός σύγχρονός μας για τον οποίο μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι έζησε μόνο για την ποίηση. Κατέβηκε τη σκάλα μέσα στα σκοτάδια και τους πυρετούς των λέξεων μέχρι το τελευταίο σκαλοπάτι χωρίς να ενδιαφέρεται για οτιδήποτε άλλο-απείχε πολύ από οποιαδήποτε συμβατική πειθαρχία, πόσο μάλλον απ’ την επιθυμία να μετέχει στην κοινωνία σαν μια μονάδα που σκοπός της θα ήταν να προωθεί τρέχουσες υποθέσεις. Με δυο λόγια, ήταν αυτό που λέμε περιθωριακός. (Κάποτε έγραψε το εξής: «Το έξω δεν μας φταίει σε τίποτα, το προς τα έξω φταίει».) Η εξάντληση απ’ όλους τους μικρούς πρόωρους θανάτους που είχε ζήσει στην προσπάθειά του να καταλάβει τους άλλους (και να τους δώσει να καταλάβουν ποιος είναι) τον ωθούσε σε συγκρούσεις με την πραγματικότητα , που η αληθινή τους αξία έμενε πάντα ανυπεράσπιστη μπροστά στο μηδενισμό του κατεστημένου. Η όψη του πρόδιδε αμέσως τον εσωτερικό αντίκτυπο αυτών των συγκρούσεων: άλλοτε θύμιζε άγιο ή ασκητή και άλλοτε έμοιαζε με πρώην πυγμάχο, με κάποιον που ήξερε ν’ αποθηκεύει την ένταση στους μυώνες.

     Είχε λοιπόν τις συνήθειες ενός περιθωριακού, αλκοόλ και ξενύχτι, και μια αληθινά απερίγραπτη οικονομική ένδεια, και ταξίδια στο κέντρο του εαυτού του μέχρι την τελική νίκη. Αλλά θα πρέπει να υπήρχε κάπου στα βάθη αυτής της ιδιοσυγκρασίας, που έμοιαζε  με σχιστόλιθο, μια σιωπηρή τρικυμία θλίψης, ένα χαλασμένο κύτταρο πίστης στους άλλους, ένα μεταφυσικό παράπονο για την έλλειψη δυνατοτήτων που περιέβαλε την ποίηση. Η ποίηση, κατά τη γνώμη του, θα μπορούσε να είναι ένας μαγικός τρόπος να μεταμορφώσεις τον κόσμο, μια αντανάκλαση του θαύματος της δημιουργίας, ένα ξόρκι πιο ισχυρό από κάθε χημικό τύπο και κάθε επιστήμη-γιατί λοιπόν οι άλλοι δεν καταλάβαιναν; Ήταν μια χαμένη υπόθεση, βέβαια, και το ήξερε, όμως ήταν μια πολύ δύσκολη παραδοχή που, αν την έκανες, έπρεπε ταυτόχρονα να συμφωνήσεις ότι δεν είχες κανένα λόγο να ζεις. Αυτό το χαλασμένο κύτταρο, αυτό το αποθηκευμένο άγχος του τρόμου μπροστά στον εξωπραγματικό ρόλο του ευαίσθητου ανθρώπου στη σύγχρονη κοινωνία, μετατράπηκε σε καρκίνο. Ο καρκίνος ήταν το τελευταίο επιχείρημα του Καρούζου για την απόδειξη της αδυναμίας όλων των αποθεμάτων της νόησης και της αγάπης. Απ’ αυτή την άποψη, ήταν σαν να αυτοκτόνησε.

     ΕΓΡΑΨΕ υπέροχα ποιήματα και επηρέασε όσο κανείς άλλος της γενιάς του τα μέτρα της σύγχρονης λογοτεχνικής πραγματικότητας, παρ’ ότι αυτό δεν φαίνεται ακόμη με γυμνό μάτι. Το έργο του είναι ένα κράμα από οσμές θανάτου και ζωής, πολύ δυνατό αλλά όχι αισιόδοξο, διαποτισμένο απ’ τη μελέτη των μεταμορφώσεων του Κακού αλλά και απ’ τη δόνηση κάποιας θεϊκής παρουσίας για την οποία μπορούν να μιλήσουν οι μελαγχολικοί και τα παιδιά. Τα τελευταία χρόνια έφτιαχνε περισσότερο παραδοξολογήματα παρά ποιήματα, γιατί όπως όλοι οι σημαντικοί συγγραφείς ήρθε κάποτε αντιμέτωπος με την ίδια πλήξη της γλώσσας και τις ποιητικές ανεπάρκειες της λειτουργίας της, όμως το ενδιάμεσο τμήμα του έργου του, ανάμεσα στο ξεκίνημα και το τέλος, ήταν ένα καταπληκτικό ώριμο μήνυμα, απ’ τα ωραιότερα που δόθηκαν ποτέ.

     Ο ίδιος δεν έκανε τέτοιες διακρίσεις, ούτε τις αποθάρρυνε. Βρισκόταν διαρκώς σ’ έναν ίλιγγο σκέψης, σαν να τον καταδυνάστευε η έμμονη ιδέα ότι θα μπορούσε να εγκλωβίσει το μυστικό του κόσμου μέσα στις έννοιες και τις λέξεις-οι λέξεις ήταν το μόνο που είχε στη ζωή του, το λέω μετά βεβαιότητος. Δεν εννοώ ότι δεν υπήρχαν άνθρωποι γύρω του που τον αγάπησαν και τον κατάλαβαν, μόνο που έρχονταν σε δεύτερη μοίρα, γι’ αυτό και ήταν ουσιαστικά μόνος. Πέρασε περισσότερες δύσκολες ώρες απ’ οποιονδήποτε καλλιτέχνη γνώρισα ποτέ. Αναρωτιέμαι, τι ένιωθε όταν έγραφε ποίηση. Ίσως να είχε χαθεί, μέσα του, και το τελευταίο υπαρξιακό καταφύγιο-η τελευταία φλέβα απόλαυσης μπορεί να είχε σκληρύνει υπερβολικά, κι έτσι να έγραφε απλώς επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.

      ΔΕΝ ΗΤΑΝ αυτό που ονομάζουμε βολικός άνθρωπος και δεν ήταν εύκολο να τον συμπαθήσουν όσοι τον συναντούσαν, αν δεν ήταν έτοιμοι να ρίξουν μια ματιά στο βάθος αυτού του γκρεμού που αντιπροσώπευε το πάθος του για τις καταιγίδες της απελπισίας και να τους νυχτερινούς  περιπάτους ανάμεσα στα ερωτήματα.

Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να τον αγαπήσει μόνο και μόνο (αλλά δεν είναι λίγο!) επειδή έδειξε ένα στενό πέρασμα ανάμεσα στη λογική και την τρέλα, κι αυτό το πέρασμα οδηγεί σ’ έναν κόσμο που σπινθηροβολεί χάρη στη δική του ποίηση, όμως είναι ταυτόχρονα ο δικός μας κόσμος, η πιο παράλογη κοινωνία που φτιάχτηκε ποτέ. Το Κακό φυλάει τα περάσματα και ο Καρούζος το ήξερε.

         Είναι αστείο να συζητάμε για το αν το επίσημο Κράτος τον υποστήριξε, κι αν τα στεφάνια ήρθαν πολύ αργά. Τι λόγο είχε το Κράτος να τον υποστηρίξει; Η ποίησή του στρεφόταν εναντίον του Κράτους, στο βαθμό που μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο η ποίηση.  Ήταν ένας αναρχικός που έφτιαξε μια βόμβα από λέξεις για ν’ ανατινάξει κατ’ αρχάς τον ίδιο του τον εαυτό. Το Κράτος έστησε απλώς εκείνη την απερίγραπτη φάρσα με τις συντάξεις πρώτης και δεύτερης κατηγορίας. Η λογική των υπουργείων αξίζει να μελετηθεί. Πρ’ ότι ο προϋπολογισμός τους ανέρχεται σε δισεκατομμύρια, ο τρόπος που χειρίζονται τα πιο λεπτά θέματα μοιάζει πάντα με ελεημοσύνη.

Η ΑΛΗΘΕΙΑ είναι ότι, πέρα από έναν πολύ στενό κύκλο, ο Καρούζος δεν αναγνωρίστηκε ποτέ γι αυτό που ήταν. Και τι ήταν; Ένας άνθρωπος που μελέτησε τα αινίγματα της ψυχής και του νου όσο ελάχιστοι απ’ τους συγχρόνους μας. Υπήρξε μια τάση να τον θεωρούν ευφυολόγο και ρήτορα καφενείων. Η αλήθεια είναι ότι του άρεσε να πίνει και να μιλάει. Στο ποτό τα κατάφερε καλύτερα απ’ ό,τι ο Πόε. Όσο για τις συζητήσεις, η γλώσσα που μεταχειριζόταν ήταν τα πιο πλούσια, συμπαγή και δομημένα ελληνικά που μπορούσες ν’ ακούσεις. Ήταν ένας χείμαρρος ακρίβειας, μια θαυμαστή διαλεκτική μηχανή που σάρωνε τα πάντα. Υπήρχε συνεχώς μια εξαιρετική ένταση στην αυτοσυγκέντρωσή του κι αυτό μετέδιδε γύρω μια αίσθηση ηλεκτρισμού και τραντάγματος, ήταν σαν να δοκιμάζονταν διαρκώς όλα τα μεταίχμια ανάμεσα στη σκέψη και την πραγματικότητα.

     Όταν τον παρατηρούσες καταλάβαινες ότι περνούσε πάνω του μια φτερούγα θανάτου-ίσως αυτό να συνέβαινε απ’ την ημέρα που γεννήθηκε. Ολόκληρο το έργο του (ο Βαρβαρόσσα, για παράδειγμα, ένα τέλειο ποίημα, πιθανόν το ωραιότερο που έγραψε ποτέ) ήταν μια πρώιμη αυτοβιογραφία του μελλοθάνατου, μια προφητεία γύρω απ’ τις δυστυχίες και τους απόηχους της κατάρρευσης και του Τέλους. Το έργο του ήταν πραγματικά ο υπέρτατος επικήδειος, μια υπόκλιση στο θάνατο σε μορφή σαρκασμού, μια διείσδυση στο σκοτάδι της πίστης ότι κάθε τι είναι προορισμένο για την παρακμή-και η Σκέψη και η Ποίηση, και ο Θεός και ο Έρωτας, και η Κοινωνία και η Φύση, όλα υπήρχαν μόνο και μόνο για να μπορούμε να αναφερόμαστε στη φθορά τους. Είχε βέβαια πολύ ενδιαφέρουσες στιγμές αυτή η φθορά, κωμικές λάμψεις και παράλογες συμπτώσεις και ενδοιασμούς που άξιζε να μελετηθούν, και οπωσδήποτε μια ευρυχωρία για να δοκιμάσει η ανθρώπινη ύπαρξη τις διακυμάνσεις της. Αυτό έκανε ο Καρούζος μέχρι το θάνατο. Διασκέδαζε και υπέφερε, εναλλάξ, με τη διαπίστωση ότι ο άνθρωπος περισσεύει.

     ΗΡΘΕ ΛΟΙΠΟΝ η ώρα να γραφτούν βιβλία για τον Καρούζο, να γίνουν αφιερώματα σε περιοδικά, να του απονεμηθούν τίτλοι εκ των υστέρων, κτλ. Στην Ελλάδα, το ακραίο σημείο του κύρους είναι το να πεθάνεις-τα συγχαρητήρια ταχυδρομούνται στον Παράδεισο. Είναι προς τιμήν του περιοδικού Λέξη το τεύχος 88/89, χώρια που, πέρα απ’ τη λογοτεχνική αξία του εγχειρήματος, έδωσε στον Καρούζο παράταση έξι μηνών ζωής. Τώρα, εκείνοι που είναι πρώτοι στη γενική πολιτιστική παραλυσία και οπισθοχώρηση, θα επικυρώσουν τη γνώμη του Καρούζου για αυτούς με το να είναι πρώτοι και στους θρήνους για το θάνατό του. Η βαθύτερη απ’ όλες τις πηγές λογοτεχνικού φθόνου, η έλλειψη ταλέντου, κάνει ήδη τα πρώτα βήματα για να μετατραπεί σε στοργή.

   ΣΤΟΥΣ υπόλοιπους, που κατανόησαν το έργο του, παίρνω το θάρρος να πω το εξής: μέσα σε κάθε πένθος υπάρχει ένας σπόρος ξεχασμένης χαράς, και μια ανάλαφρη δόνηση απ’ τις ελπίδες των ζωντανών επιδρά στο κενό που δημιούργησε η απώλεια, γιατί οι ζωντανοί νιώθουν ότι θα μπορούσαν να μετατρέψουν τη λύπη τους σ’ ένα μάθημα αγάπης για τις αλήθειες του κόσμου. Ας είναι τα λουλούδια στον τάφο του Καρούζου τα ίδια του τα ποιήματα. Η διαμάχη για το αν αυτός ο τάφος έπρεπε να βρίσκεται στο Ναύπλιο ή στην Αθήνα δεν σημαίνει τίποτα. Ο Καρούζος θάφτηκε μέσα στα ίδια του τα βιβλία πριν ακόμη πεθάνει. Ήξερε ότι τα βιβλία είναι ο μόνος τρόπος ν’ αντισταθείς σ’ εκείνους που ασχολούνται με μνημόσυνα άλλων, ενώ είναι κιόλας οι ίδιοι πνευματικά νεκροί.

ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΑΡΑΝΙΤΣΗΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

    Το κείμενο αυτό του συγγραφέα και κριτικού κυρίου Ευγένιου Αρανίτση, είναι κατά την γνώμη μου το καλύτερο κείμενο που έχω διαβάσει εν ήδη αποχαιρετιστήριου «επικήδειου» , ενός φίλου του ποιητή. Είναι συγκρατημένα «σπαρακτικό», συγκινητικό χωρίς να γίνεται μελοδραματικό, δίχως να έχει τον δημόσιο της θλίψης διασυρμό είτε της αποδοχής είτε της άρνησης του έργου, της ποίησης και της ζωής του Νίκου Δ. Καρούζου. Ο Ευγένιος Αρανίτσης στο «εξόδιο» αυτό κείμενό του, πιάνει όλες τις πλευρές του ποιητή. Τις πτυχές του εσωτερικού του κόσμου. Όσο είναι κατορθωτή μια από άλλον ψυχανάλυση ενός προσώπου και ενός έργου. Το πορτραίτο της ύπαρξης πάντα παραμένει με τις αινιγματικές σκιές και τις χαώδεις ρωγμές του. Μας μιλά για τον άνθρωπο, τον χαρακτήρα του, την φυσιογνωμία του, τις ιδιοτροπίες τους, τις ατέλειές του σαν άτομο, τα θέλω του, τα προτερήματά του σαν πνευματικό δημιουργό, τις παραξενιές του, τις ποιητικές του παραδοξότητες. Διαισθάνεται ορθά τόσο τον ίδιο όσο και το έργο του, εξάλλου, έχει κυκλοφορήσει σε αυτόνομο τόμο ανθολόγιο της ποιητικής του παρουσίας (εκδόσεις Άκμων) και έχει επιμεληθεί ποιητικές του συλλογές. Και είναι ίσως από τους αθηναίους κριτικούς που έχει γράψει τα περισσότερα κριτικά σημειώματα για τις ποιητικές του συλλογές. Ίσως, αν εξαιρέσουμε τους νομπελίστες μας ποιητές, σπάνια ευτύχησε έλληνας ποιητής τέτοιας κριτικής φροντίδας από νεότερό του συγγραφέα. (δεν συμπεριλαμβάνω την περίπτωση του Αλεξανδρινού). Κάθε φορά που δημοσιεύει ο Ευγένιος Αρανίτσης κάτι για τον Καρούζο, είναι και κάτι διαφορετικό. Σαν να αγωνίζεται να τον εξαντλήσει και όλο κάτι τον ελκύει ξανά στο πηγάδι του έργου του, και αντί να τον ξεδιψάσει τον κάνει να διψά ακόμα περισσότερο. Προσεγγίζει την στάση του απέναντι στο φαινόμενο της ζωής, του θανάτου. Κοντοστέκεται στις θέσεις του, ακούει τις αντιλήψεις του, εξετάζει τις ιδέες του, στέκεται στις εμμονές του. Ο Ευγένιος Αρανίτσης όμως, ο κριτικός Αρανίτσης, μέσω του Καρούζου μας μιλά και για την ελληνική διαχρονική παθογένεια τόσο της ελληνικής πολιτείας όσο και των πνευματικών ανθρώπων και ταγών και διαμορφωτών της ελληνικής λογοτεχνίας. Το «Αντίο, φίλε!» είναι ένα κείμενο που αφορά την νοοτροπία και τις δημόσιες αντιλήψεις και συμπεριφορές  των πνευματικών ανθρώπων στην χώρα μας, και παράλληλα, είναι ένα σχολιαστικό ρέκβιεμ για την ίδια την σημασία και τον ρόλο της Ποίησης στις μέρες μας. Ο Ευγένιος Αρανίτσης  ακολουθώντας τον ποιητή Νίκο Δ. Καρούζο, μας μιλά με λεπτό λυρισμό και ευγενικές πινελιές θλίψης για το τέλος του ποιητικού λόγου. Την αχρηστία του στις συνειδήσεις των σύγχρονων ανθρώπων. Ο Νίκος Δ. Καρούζος το κάνει αυτό με πιο  κυνικό τρόπο, περισσότερο σκληρό, παγερό, ακραίο, με περισσότερο σαρκασμό και αυτοσαρκασμό ταυτόχρονα. Σαρκάζει την ίδια του την ποιητική σύλληψη, την γραφή,  την γλώσσα που χρησιμοποιεί, προπάντων τις λέξεις που επιλέγει, τις εικόνες καθημερινού θανάτου που φωτίζει. Στην τελική ανάλυση, την ίδια την γραφή που είναι το φαινόμενο της Ζωής με άλλον τρόπο στα μάτια των ευαίσθητων υπάρξεων. Υπάρχουν δύο σημεία που στέκομαι στο κείμενο του Ευγένιου Αρανίτση, όταν μας μιλά και συνδέει την αρρώστια (τον καρκίνο που έφαγε το σώμα του Καρούζου) με την ποιητική λειτουργία. Και το άλλο σημείο είναι όταν μας λέει, ότι το μόνο που κάνουμε εμείς οι άνθρωποι είναι να σχολιάζουμε την φθορά των πραγμάτων, εντέλει της ίδιας της ζωής. Είναι σημαντικές οι παρατηρήσεις του Ευγένιου Αρανίτση, είναι κείμενο κριτικής ποιητικής οντολογίας της ίδιας της ύπαρξης. Είναι κείμενο-κατά την γνώμη μου-πολύ πιο ουσιαστικό και καίριο από τις καλογραμμένες και εμβριθείς κριτικές που έχω διαβάσει για το έργο του Νίκου Δ. Καρούζου, αντρών ή γυναικών.

     Το ανασύρω από το πρόσφατο παρελθόν και ας είναι γνωστό, ας είναι ίσως δημοσιευμένο ξανά και αλλού και για άλλη αιτία. Θεωρώ μέσα στα αναπάντεχα προβλήματα που αντιμετώπισα σαν άτομο και σαν αναγνώστης αυτό το χρονικό διάστημα, δεν θα μου δινόταν καλύτερη, ουσιαστικότερη, αληθινότερη ευκαιρία να αποχαιρετήσω αυτήν την δύσκολη και τρομακτική χρονιά και ίσως και αυτήν την ιστοσελίδα. Η απαισιόδοξη ματιά του ποιητή Νίκου Δ. Καρούζου και του κριτικού Ευγένιου Αρανίτση κατ’ επέκταση, είναι η ματιά των ελάχιστων σύγχρονων ανθρώπων που δεν θέλουν να ακολουθούν καμία πλέον ψευδαίσθηση ελπίδας, ανθρωπισμού, αγάπης, φιλανθρωπίας, μεταφυσικής βεβαιότητας, με αυτά που βλέπει και ακούει, αισθάνεται, συμβαίνουν γύρω του. Ποίηση, ανέξοδες λέξεις για μελλοθανάτους. Αυτήν την ψευδαίσθηση προσφέρει πλέον ο ποιητικός λόγος, έντρομος μπροστά στην υπαρκτή οντολογία του Κακού που είναι παρών με πολλές μορφές πρόσωπα και προσωπεία. Ένας ποιητικός λόγος που ερωτοτροπεί μόνο με την γλωσσική του αυταρέσκεια, τον ναρκισσισμό των λέξεων που χρησιμοποιεί για να γίνει αρεστός και αποδεκτός όχι στο φαινόμενου της ζωής και του θανάτου, αλλά στους γραμματείς και φαρισαίους της τέχνης, της λογοτεχνίας, της ποίησης, της πίστης, της δημόσιας αποδοχής για επιβράβευση και μεγάλα τιράζ διαφημιστικής κυκλοφορίας.

      Ποίηση, μια άχρηστη υπόθεση των καιρών. Εδώ μπορεί να συμφωνήσουνε κάποιοι. Το ζήτημα είναι ίσως, τι ρόλο παίζουν πλέον μέσα στην ιστορία οι παλαιοί  Ποιητές.

Διαβάστε ακόμα:

-Ευγένιος Αρανίτσης, Ελευθεροτυπία 29/3/1981, Τα τελευταία βιβλία του Νίκου Καρούζου.

-Ευγένιος Αρανίτσης, Ελευθεροτυπία 13/9/1989, Λογική μεγάλου σχήματος

-Ευγένιος Αρανίτσης, περ. Η Λέξη τχ. 88-89/10,11, 1989, σ.893-895, ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ ΑΝΑΙΡΕΙ ΤΗ ΘΕΛΗΣΗ ΘΕΛΟΝΤΑΣ, ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗΝ ΤΥΡΑΝΝΙΑ.

-Ευγένιος Αρανίτσης, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 25/9/1991, «Νομίζεις κόκκινα; Βλέπεις λευκά».

-Ευγένιος Αρανίτσης, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 13/11/1991, Τριαντάφυλλο ή ακρίδα;

-Ευγένιος Αρανίτσης, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 29/6/1994, σ. 48/4, Ταξίδι προς τα άκρα

-Ευγένιος Αρανίτσης, Ελευθεροτυπία 5/11/1997, σ. 34, Ένα κορίτσι ονόματι Μαρία

Γ. Χ. Μ.

Μετά από τι!

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2020

 

 

  

      

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2020

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ, Τα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΣΤΑΛΑΓΜΙΤΗ

Τα   «Χριστούγεννα  του   Σταλαγμίτη»

     Ένα ποίημα του Νίκου Καρούζου για την Άγια Νύχτα

Του ΠΑΝΟΥ  ΛΙΑΛΙΑΤΣΗ

Εφημερίδα  η Καθημερινή 23 Δεκεμβρίου 1997

     Στα «Χριστούγεννα του Σταλαγμίτη» του Νίκου Καρούζου, προτελευταίο ποίημα στη συλλογή «Ποιήματα» του 1961 (Τα Ποιήματα Α΄ Ίκαρος) διασώζεται, πολύ αφηρημένα, η χριστιανική ρίζα του στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Αυτή τη ρίζα ποτέ δεν την απαρνήθηκε ο ποιητής, αλλά συνεχώς τη μελετούσε και την πλάταινε μέσα του με τη γνωστή του εικονοποιϊα. Είναι ένα μεγάλο και πυκνό ποίημα 59 στίχων, όπου προϋποτίθεται η ευαγγελική ιστορία των Χριστουγέννων, όπως την συναντάμε στις εορταστικές μνήμες: Η Βηθλεέμ, το σπήλαιο, τα άστρα, η Παναγία, ο Καρπός της κοιλίας Της, («ο Έρωτας»), τα ζώα στη φάτνη, το χιόνι, η προσέγγιση του χρόνου κλπ. Το μακρόσυρτο ποίημα απαρτίζεται από τρία μέρη: Η συμπυκνωμένη χριστουγεννιάτικη ιστορία ως  πρόλογος (στ. 1-8) η θεολογία του χρόνου (στ. 9-49) ως κύριο μέρος και ο επίλογος (στ. 50-59) ως αίτημα της παγκόσμιας ένωσης σταλαγμίτη και σταλακτίτη, γης και ουρανού. Το ποίημα αρχίζει με την αφήγηση: «Μια μέρα γεννήθηκε στη μακρινή Βηθλεέμ ο έρωτας». Η τελευταία λέξη κατάγεται από την ελληνική μυθολογία, έχει μεγίστη δυναμική και ξαναμπήκε στο χριστιανικό λεξιλόγιο από τον άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο γύρω στα 110 μ. Χ., όταν έγραψε στους Ρωμαίους (7.12): «Ο εμός Έρως εσταυρώται». Ο ποιητής εμπλέκεται στη χριστουγεννιάτικη εξιστόρηση ως ο άψυχος σταλαγμίτης του σπηλαίου, ο οποίος συνεχώς «ανεβαίνει» μέσα στο χρόνο. Στην ποίηση του Καρούζου έχουν θέση και τα ζώα και τα άψυχα. Είναι γνωστό το ωραίο του ποίημα «Η προσευχή του σκουληκιού» («Σημείο», 1955) όπου εμψυχώνει τον κρύφιο κόσμο. Εδώ, στα «Χριστούγεννα του Σταλαγμίτη», κρύβεται στην πέτρα:  «Εγώ ήμουνα εκείνο τον καιρό στην πέτρα/ οι καμπάνες οδηγούσαν από χαλκό μεγάλο/ ένα τραγούδι νοσταλγίας αιχμάλωτης» - παιδικό βίωμα στ’ Ανάπλι. Στη θέση των Μάγων παίρνει μέρος κι αυτός με το δώρο του, «ανεβαίνοντας/ σ’ ένα βαθύ άλογο (…) κρατώντας ευωδιαστή φασκομηλιά»,  για να ζεστάνει το Θείο Βρέφος. Το τοπίο είναι μεσογειακό (πλατύς ελαιώνας), «ο θάνατος έφευγε στ’ αστέρια», μονάχα, ανάμεσα σ’ αυτά, «το άστρο του βρέφους νικούσε». Μια ιδέα του Ν. Καζαντζάκη (Ασκητική, Salvatores Dei) δίνει στον «Θεό» λαλιά: «Δίδαξέ με/ στο άστρο στρεφόμενος, είπε,/και τα μαρτύρια(=σημάδια) γεννήθηκαν απάνω από τις λάμψεις/ χαρίζοντας ηρεμία στην έμψυχη κλίμακα».

     Η τελευταία λέξη του ποιητή μας συμβάλλει στην εικονογραφία των Χριστουγέννων, όπου άψυχα και έμψυχα ως πράγματα, ζώα, άνθρωποι και άγγελοι, σε κλίμακες κατά τη βυζαντινή τάξη, θριαμβεύουν πάνω από την ταπεινή φάτνη. Ιδού η Παναγία-«μια γυναίκα λευκή/ αποθέωνε τον άντρα»-εκείνον που έμελλε ν’ αλλάξει τη μοίρα του κόσμου. Εδώ προσπαθεί ο ποιητής να ορίσει το χρόνο: τον προσδιορίζει σαν «χιόνι» που δεν λείπει από τις εικόνες της Γέννησης. Όμως ο αδαμικός  χρόνος ως «χάρη», γνωρίζει τον τρόμο σε κάθε σάρκωση, μοιράζεται τη θλίψη με τα άψυχα (πέτρα, φλόγα, νερά). Και καταλήγει: «Ιδού, λοιπόν, ο χρόνος είναι χιόνι/ δεν είναι ρολόγι». Αυτή την ένταση του χρόνου που έχει η αδαμική χάρη, την απλώνει έως το ιερό νησί της Δήλου (Λητώ), όπου λατρευόταν «το θήλυ», υπονοώντας και το ιερό νησί της Τήνου σ’ ένα αγκάλιασμα του ελληνικού και χριστιανικού κόσμου. Ο χρόνος, λοιπόν, είναι άτμητος για τον ποιητή. Μαζί με όλα τα στοιχεία της Δημιουργίας, ο ποιητής κινείται προς το σπήλαιο της Γέννησης, για να ιδεί «τον ήλιο της νύχτας», «το δοκιμασμένο χρυσάφι»-προσωπική εμπειρία. Αντίκρισε εκεί αυτό το χρυσάφι. «Καθώς ένα φτωχαδάκι του τόπου μας/ ήτανε το βρέφος στη μητρική βύθιση/ ολομόναχο με τ’ άστρα». Η καίρια φράση «δοκιμασμένο χρυσάφι» δείχνει σαφώς τη βιωμένη δοκιμασία, από τον ποιητή, του νέου θεού που φέρνει το μήνυμα της συμπαντικής ενώσεως. «Ώσπου χάραξε…» και ξαναγύρισε ο εορταστής στον άψυχο χρόνο: εκείνο του σταλαγμίτη. Όλα ήταν σαν όνειρο-«μια ηλικία χαμένη». Παντού γύρω του, σταλακτίτες και σταλαγμίτες, που εξυπονοούν τη χρονική διάρκεια: «Εγώ ο σταλαγμίτης/ ολοένα/ πλησιάζω το σταλακτίτη που με κράζει απεγνωσμένα/ για να εγγίσουν κάποτε τα στάγματα/ τη μεγάλη ένωση».  Εδώ τελειώνει το ποίημα που, προφανώς, γράφτηκε κάποια Χριστούγεννα (1959-1960) στο Ναύπλιο ή στην Αθήνα ως συμμετοχή στη μεγάλη Νύχτα. Είναι πολύ νοησιαρχικό και δεν μας συγκινεί, άμεσα. Ωστόσο, ως σύλληψη είναι θαυμάσιο. Όλη η κτίση ανεβαίνει διαρκώς προς τον Θεό, ενώ Εκείνος κατεβαίνει προς συνάντησή μας. Ορθόδοξη κατάφαση στην ηρακλείτεια οδό «άνω κάτω».

--

Επιστολή 

Από τον κ. Πάνο Λιαλιάτση στην εφημερίδα Η Καθημερινή 6 Οκτωβρίου 1998

       ΜΝΗΜΗ ΝΙΚΟΥ ΚΑΡΟΥΖΟΥ

     Πρίν από 8 χρόνια (28.9.1990), πέθανε στην Αθήνα ο μείζων μεταπολεμικός ποιητής Νίκος Καρούζος (1926-1990) που ετάφη την επομένη στο Ναύπλιο, στον οικογενειακό του τάφο. Το έργο του, που κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο «Ίκαρο», χρόνο με το χρόνο αναγνωρίζεται ως μεγάλη προσφορά στην παγκόσμια. Ποίηση, γιατί αναφέρεται στις ριζικές περιοχές της ανθρώπινης αναζήτησης και ευαισθησίας. Απευθύνεται σ’ ένα μεταχριστιανικό και μετακομμουνιστικό που διψάει να βρει την αλήθεια της ζωής πέρα από τα δόγματα και τα συστήματα του παρελθόντος, «στις ένδον εξελίξεις του αγωνιζόμενου ανθρώπου, όπου καταθέτει λυρικά την οντολογική μαρτυρία.

     Στον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό της μητροπόλεως Αργολίδας (F. M. 105,2) παρουσιάζω, από το 1997, την εκπομπή-έρευνα-«Σύγχρονη Ελληνική Ποίηση-Ο πρώιμος Νίκος Καρούζος» μαζί με τη φιλόλογο μαθήτριά μου δ. Βασιλική Καλαμπούρδα με στόχο την έκδοση της έρευνας σε βιβλίο αργότερα. Μέχρι σήμερα έχουν παρουσιασθεί 31 ημίωρες εκπομπές με φιλολογική ανάλυση των 5 νεανικών συλλογών του ποιητή με χριστιανικό περιεχόμενο: «Η επιστροφή του Χριστού» (1954), «Νέες Δοκιμές» (1954), «Σημείο» (1955), «Είκοσι Ποιήματα» (1955) και «Διάλογοι» (1956).

     Ερευνώντας όμως τα σχολικά αρχεία για τις μαθητικές επιδόσεις του Νίκου Καρούζου, έφτασα κατόπιν και στη Στρατολογία του Ναυπλίου, η οποία διασώζει στοιχεία για την περίοδο 1949-1951 της στρατιωτικής του θητείας.

     Τότε ο ποιητής είχε εγκλεισθεί ως κομμουνιστής στη Μακρόνησο, όπου αρρώστησε. Αλλά η Στρατολογία αρνείται να μου δώσει αντίγραφο της στρατολογικής του καταστάσεως, φοβούμενη πως έτσι θα αμαυρωθεί η εικόνα του. Ερωτάται όμως: Μπορεί να θεωρείται σαν απόρρητη η κατάστασή του μετά 50, σχεδόν, χρόνια; Παρακαλώ τους αρμοδίους του Γενικού Επιτελείου ν’ απαντήσουν και ν’ αφήσουν ελεύθερο το πεδίο της έρευνας.

--

«ΝΑ  ΖΟΥΜΕ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΣΑΝ ΥΠΕΡΦΥΣΙΚΟ»

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΛΙΑΛΙΑΤΣΗ,

εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Τρίτη 30 Ιουλίου 1996, σ. 10.

Οι βαθμίδες που ακολούθησε το ποιητικό έργο του Νίκου Καρούζου ώσπου να κατακτηθεί η ωριμότητα.

Ομιλία κατά τα αποκαλυπτήρια της προτομής του ποιητή Νίκου Καρούζου στο Ναύπλιο (19.5.1996)

Οι διαδρομές του μεταφυσικού, ερωτικού, πολιτικού και αισθητικού λόγου του ποιητή Νίκου Καρούζου.

      Ο Νίκος Καρούζος (1926-1990)μέρα με τη μέρα πείθει τους πολυπληθείς αναγνώστες του πως υπήρξε ένας μεγάλος ποιητής που έζησε μια ζωή ασκητείας χάριν της Τέχνης. Γι’ αυτήν, και επείνασε και βασανίστηκε «ότι ηγάπησε πολύ», προχωρώντας πέραν από τα ορώμενα και τα γιγνόμενα, στις μυστικές πτυχές του όντος, όπου μόνον οι γνήσιοι δημιουργοί εμβατεύουν. Τώρα που έχουμε, σχεδόν, άπαντα τα ποιήματά του (δύο τόμοι, εκδ. Ίκαρος), μπορούμε να τον οικειωθούμε και να χαρούμε τις οράσεις του στην προσέγγιση του «πραγματικού». Όμως ο ποιητής μας δεν είναι προσιτός στο ευρύ κοινό,  επειδή η γλώσσα του είναι υπαινικτική και ερμητική. Γι’ αυτό, προβάλλει αναγκαία το πρόβλημα της ερμηνείας του ποιητικού  του σύμπαντος με γλώσσα ενδιάμεση και απλή. Ήδη εμφανίστηκαν τα πρώτα υπομνήματα και ο πρόσφατος τόμος του «Συμποσίου Νίκου Καρούζου» (1993, στις ίδιες εκδόσεις) έρχεται να χειραγωγήσει τους φίλους του σε μια κριτική προσέγγιση της ποιητικής του τέχνης. Η φιλόλογος Ελισάβετ Λαλουδάκη τελειώνει τη διδακτορική της διατριβή στο έργο του Καρούζου και σύντομα θα την υποστηρίξει στη Φιλοσοφική σχολή Αθήνας. Έτσι, ο κορυφαίος μεταπολεμικός ποιητής μας δικαιώνεται ήδη για τον καλλιτεχνικό του μετεωρισμό στις δυσπρόσιτες περιοχές της οντολογικής Μυστικής.

     Εμείς οι Αναπλιώτες που τον ζήσαμε από κοντά και θαυμάσαμε τον ποιητικό του  διασκελισμό, μπορούμε να καταθέσουμε τις μαρτυρίες μας για την ηρακλείτεια πορεία του και τις ιδιοφυείς «ευρέσεις» του στα σαράντα χρόνια, περίπου, της δημιουργίας του. Τ’ Ανάπλι, υπήρξε «η μοίρα» του, όπου του χαρίστηκε το ποιητικό τάλαντο, από τη μητέρα του, την κυρά Ντίνα(+1983) και από τον παππού του, τον παπά-Πιτσάκη (+1940) κληρονόμησε τη «φιλία του κάλλους» και από τον πατέρα του, τον δάσκαλο Δημήτριο Καρούζο (+1956), του δωρήθηκε «η έλαφος του θανάτου». Εδώ τραγούδησε τον κήπο του:  «Χειμωνικά μου άνθη οι αποθήκες το μικρό τρένο/ με ουράνιους καπνούς/ χρωματιστά παιδιά κορδέλες/ οι Έλληνες με βάσανα και δάφνες/ και ο θεός μας τόσο πατρικός». («Απ’ τον κήπο μου στ’ Ανάπλι», Ποιήματα 1961). Τα πρώτα του ποιήματα ζωντανεύουν τις γωνίες τ’ Αναπλιού που σημάδεψαν τη ζωή του: Τούτο το σπίτι, τούτο τον κήπο, την Αγία Μονή, όπου τον περίμενε στο «θρονάκι της η νονά του, η ηγουμένη Καικιλία Πομώνη (+1956)την αποθήκη των Ενετών σήμερα μουσείο, όπου φυλακίστηκε στην Κατοχή, τη βρύση του Αγίου Σπυρίδωνα που «κουβεντιάζει» με τους αγγέλους», το νεκροταφείο όπου υπνώττει η ωραία Ευανθία, τον Άγιο Νικόλα, «χτισμένο με κρασί στον κάβο» και άλλους εράσμιους χώρους της υποβλητικής πόλης, ανδρώθηκε, «στο παιδικό Ανάπλι τρυφερό σαν χορτάρι».

     Εδώ κρύβεται το οριακό μυστικό του Καρούζου που σημάδεψε όλη του τη ζωή, έως την στιγμή που έκλεισε τα μάτια του: Η «έλλαμψη του ουρανού» και η ποιητική του κλίση μέσα στο αιχμηρό φθινόπωρο του 1953. Πάντα θυμόταν τούτο το σταθμό και μ’ αυτόν κλείνει τα «Ποιήματα» του 1961, γραμμένα μέσα στην επταετία «φθινόπωρο ’53- φθινόπωρο ‘60» και βυθισμένα στον ουρανό και στον έρωτα. «Κ’ έγινε φως αλήθεια στην καρδιά μου που δεν περίμενα/ τρέχοντας απ’ τα καλλίρρειθρα νάματα./ Τους ήλιους ανέστρεψα και γνώρισα με ψυχρή ορμή/ τον πόνο του λαμπερού σίδερου στο δέρμα μου./ Είχα μπει στο μεγάλο σκοτάδι του αίματος/ με τη γεύση του μελαψιού (δηλ. όχι του ξανθού των αστών) Χριστού/ έχοντας το σημάδι του Παντοκράτορα στο αριστερό χέρι./ (…) Γάτες με κίτρινα αινίγματα (δηλ. το Κακό) έμπαιναν αθόρυβα στην ψυχή μου/ αλλ’ υπεράνω ακούστηκε τότε χλιμίντρισμα/ το άλογο του Θεού, είπα φωνάζει την καρδιά μου/ για το ταξίδι ολόκληρο του προορισμού» («Φθινόπωρο 1953», όπ. Π.)! Έτσι υψώθηκε στην ομορφιά.

     Τότε γράφτηκε το αριστουργηματικό ποίημα «Απολέλυσαι της ασθενείας σου», όπου ομολογεί: «Κύριε ανήκα στους εχθρούς σου/ συ είσαι όμως τώρα που δροσίζεις/ το μέτωπό μου ως γλυκύτατη αύρα».

     Αυτό σημαίνει πως τότε ο όρκος του Καρούζου ήταν να μείνει ένας ορθόδοξος ποιητής, υμνητής του Χριστού. Τούτο βλέπουμε στις πέντε λανθάνουσες ποιητικές του συλλογές, όταν ζούσε στο Ναύπλιο και στην Αθήνα, τις οποίες αγνοούν συνήθως, οι περισσότεροι κριτικοί του: «Η επιστροφή του Χριστού» (1954), «Νέες δοκιμές» (1954), «Σημείο» (1955), «Είκοσι ποιήματα» (1955), «Διάλογοι» (1956). Είχαν τυπωθεί σε λίγα αντίτυπα και παρουσίαζαν έντονα τούτη την πρόθεση του ποιητή. Σ’ αυτές εικονίζεται, ακόμη, η μεταφυσική του αγωνία και η πάλη του με το ανίερο και το βέβηλο που φωλιάζουν μέσα μας. Στην πρώτη επίσημη συλλογή του (1961) συμπεριέλαβε επιλεκτικά ποιήματα που δεν απεκάλυπταν εμφαντικά τούτον τον αγώνα. Τον ενδιέφερε, τώρα, η γραπτή τελειότητα.

     Όμως ο Καρούζος σιγά-σιγά έχασε την ορθόδοξη πίστη του. Οι ενστάσεις του σώματος, οι απαιτήσεις του έρωτα, οι κραυγές της ψυχής, οι μετεωρισμοί της διάνοιας, το διαζύγιο από την πρώτη του γυναίκα, η εγκατάλειψη του πτυχίου της Νομικής ήταν βάσανα που τον έβγαλαν από την ασκητεία του οράματός του. Ωστόσο, έως το τέλος της ζωής του θεωρούσε εταίρο τον Ιησού και σεβόταν την Παράδοση, για την οποία μου έλεγε στα στερνά του: «Προχωρώ προς το τέλος της ζωής μου με απόλυτο σεβασμό στην Ορθοδοξία».

     Η διαπάλη κράτησε έως τον «Υπνόσακο» (1964) με βασική αφετηρία το πρόσωπο. Τα ποιήματά του ήταν υπαρξιακά και διακατέχονταν από τη νοσταλγία του Ιησού, που «του έλλειπε». Όμως, αυτή η έλλειψη ήταν ένας σεισμός μέσα του που «γιόμισ’ άνθη», κατά τον δάσκαλό του Διονύσιο Σολωμό. Έτσι εξηγείται ο τίτλος της ποιητικής του συλλογής του 1974 «Χορταριασμένα Χάσματα», συνέχεια της παραμυθητικής «Λευκοπλάστης για Μικρές και Μεγάλες Αντινομίες» (1971). Η δεκαετία του 1970 υπήρξε η πιο ώριμη, όταν ξεπερνά το πρόσωπο και εισέρχεται στην αισθητική πραγματολογία. Στην περίοδο του αισθητισμού περιπλανήθηκε στις θρησκευτικές εμπειρίες της Άπω Ανατολής και πίστεψε πως ο Θεός είναι απρόσωπος και άμορφος. Τούτο φαίνεται στο μικρό του δοκίμιο «Μεταφυσικές εντυπώσεις από τη Ζωή και το Θέατρο» (1966), οπότε απομακρύνεται από την Ορθοδοξία, διανοητικά και επιλέγει την ελευθερία «χωρίς αιωνιότητα», μετεωριζόμενος μεταξύ θανάτου και κοσμικής (διάβαζε καλλιτεχνικής) ελπίδας. Ο θάνατος που ήταν αρχικά μόνο φόβος, τώρα γίνεται ρίζα δημιουργική και τρέφει την ποίησή του, που αφήνει τη γλαφυρότητα και εισέρχεται στο σκοτάδι του πραγματικού: το μηδέν φέγγει. Όλη η ποίηση του Καρούζου είναι καλλιτεχνική μεταστοιχείωση του βιώματος της φθοράς και του θανάτου! Έτσι το πένθος του ήταν πιο ψηλά και από την αγάπη.

     Ο ώριμος Καρούζος δανείζει αισθητικά τα χάσματά του στην Ποίηση και μιλά σαν εκπρόσωπος του αιώνιου Ανθρώπου με τα ρήγματα του σεραφικού και χοϊκού του «στήθους». Είχε ήδη αποκηρύξει τον κομμουνισμό (1955), όπως έδειξα στην «Αργολική Λογοτεχνία» (1994) γιατί δεν του ταίριαζε στην πίστη και την αισθητική του: «Η προς τον κομμουνισμόν αντίθεσίς μου προήλθεν αφ’ ενός μεν εκ της αναπτυχθείσης εις εμέ αντιθέσεως προς τον υλισμόν, του οποίου η περισσότερον χονδροειδής και βάρβαρος μορφή είναι η κομμουνιστική κοσμοθεωρία του διαλεκτικού υλισμού, αφ’ ετέρου δε εκ της αντιθέσεώς μου προς την πολιτικήν δράσιν του κομμουνισμού, καταστρεπτικήν και εγκληματικήν, όπως την εγνωρίσαμεν όλοι ιδίως εις την πατρίδα μας». (Εφημερ. Ναυπλίου «Σύνταγμα», 8.10.1995, σ. 2). Ωστόσο, κι εδώ υπαναχωρεί, αργότερα, από τη νοσταλγία της πατρικής καθοδήγησης του στ’ Ανάπλι για έναν δικαιότερο κόσμο. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στη «Νεολιθική Νυχτωδία στην Κρονστάνδη» (1987), όπου η Επανάσταση παίρνει τον αποστολικό χαρακτήρα της πρωτοχριστιανικής κοινότητας, για την οποία ετοίμαζε από χρόνια, ποιητική σύνθεση («Ανανίας και Σαπφείρα») με απαράμιλλη ριζοσπαστικότητα-ό,τι πιο προσωπικό είχε αποκομίσει από τη γνώση του χριστιανισμού και του κομμουνισμού. Αλλά πρωτύτερα στα «Χορταριασμένα Χάσματα» (1974) είχε ομολογήσει: «Του Τρότσκι τη διαρκή επανάσταση/τη γκρέμισα στου Ιησού τη διαρκή συγνώμη». Αυτός ήτανε ο πολιτικός Καρούζος, όπως τον γνωρίσαμε από κοντά.

     Ξαναστοχάστηκε το ερώτημα του Θεού στα στερνά του. Ενώ όταν ήταν ακμαίος τον έγραφε με μικρό θ, ερμηνεύοντας: «θεός είναι ο τρόπος που μηχανεύομαι τον εαυτό μου», το 1989, όταν ήταν άρρωστος, έγραφε: «Άλλο Θεός και άλλος θεός από εννοιολογική άποψη. Κιάλια θέλουν οι αναγνώστες» (μου); Έτσι, στην στερνή του «Αιώρηση» ξανακέρδισε τον ουρανό, όπου: «οι δυνατότητες/ είναι μόνο συναρπαστικές».

     Αυτή η συναρπαγή και αυτός ο μετεωρισμός τον ξαναγύρισαν στο φθινόπωρο του 1953, όταν γνώρισε τη θεϊκή και ποιητική κλήση: Ηρακλείτειος ο κύκλος, ενώ η ελεατική γραμμή σε μια «Mystique ολωσδιόλου μεταφυσικής διάστασης του πραγματικού» (Τα Ποιήματα, Β΄, σ. 571). Στίχοι-κλειδί της ποίησης του Νίκου Καρούζου είναι, νομίζω, εκείνοι του «Λευκοπλάστη»: «Όταν δίνεις ένα φιλί στο εικονοστάσι/ φιλάς τη ζωή/ κι αυτό φτάνει». Γι’ αυτό έλεγε συχνά: «Να ζούμε το φυσικό σαν υπερφυσικό». Εδώ βρίσκεται όλος ο Καρούζος: Και ο μεταφυσικός και ο ερωτικός, και ο πολιτικός και ο αισθητικός. Γι’ αυτό βάδιζε πάντα σκεπτόμενος, καπνίζοντας και απόμακρος από τις τρέχουσες έγνοιες. Είχε βυθιστεί στην ουσία.

     Ήδη βρισκόμαστε στο τέλος του αιώνα, στο τέλος των ιδεολογιών, όταν ο κόσμος μας έγινε ένα πλανητικό χωριό με σύγκλιση γλωσσών, θρησκειών και πολιτικών ιδεών. Ο άνθρωπος του νέου αιώνα θα ζητάει την πεμπτουσία του πραγματικού. Θα θέλει να ψηλαφήσει το αιώνιο και να εισέλθει βαθύτερα «στις ένδον εξελίξεις». Ο Νίκος Καρούζος θα είναι ο ποιητής μιας μεταχριστιανικής και μετακομμουνιστικής προοπτικής, πλοηγός στο θάνατο και την ελπίδα, όπου διείσδυσε με γλώσσα ανθηρή και γενναία. Ο ποιητής τ’ Αναπλιού θ’ αποβεί, έτσι, παγκόσμιος. Και θα γίνεται εδώ το προσκύνημά του, δίπλα στο πατρικό του σπίτι, όπου ονειρεύτηκε τη μεγάλη του έξοδο.

--

Η  ΠΟΡΕΙΑ  ΤΟΥ  ΝΙΚΟΥ  ΚΑΡΟΥΖΟΥ

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ  ΛΙΑΛΙΑΤΣΗ,

Περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ έτος ΞΕ΄, τόμος 129ος, τεύχος 1524/1-1-1991, σ. 25-27

     Το Ναύπλιο πένθησε το χαμό του μεγάλου του τέκνου (1926-1990) Νίκου Καρούζου! Δεν έχουν, όμως, συνειδητοποιήσει όλοι εδώ το μέγεθος της απώλειας. Γιατί ο Καρούζος ήταν απλός και απέφευγε το πλήθος. Ακόμη και στην πόλη που έμοιαζε σαν ξένος. Και, φυσικά, ουδείς προφήτης στην πατρίδα του. Όπως γίνεται συχνά, οι ξένοι μας δείχνουν το θησαυρό μας.

     Στη «Ναυπλιακή Ανθολογία», που κυκλοφόρησε το 1969, περιέλαβε πολλά αναπλιώτικα ποιήματα του Ν. Καρούζου. Υπάρχει εκεί ένα μεγάλο απόσπασμα από το βαθύτατο ποίημα «Στην Ασίνη οι πορτοκαλιές»- υπαρξιακή αντίστιξη στο «Βασιλιά της Ασίνης» του Γιώργου Σεφέρη. Ακόμη, το ωραίο ποίημα «Θανάσιμο Ανάπλι» με μνήμες από τη φυλάκισή του στα χρόνια της εθνικής αντίστασης.

     Το 1980, όταν ο Νανάκος-έτσι τον λέγαμε στ’ Ανάπλι-εξέδωσε, «ιδίοις αναλώμασι», τη συλλογή «Ο ζήλος του μή σχετικού με παροράματα», δημοσίευσα στο περιοδικό «Εποπτεία» ένα δοκίμιο για την ιδιαίτερη πνευματικότητα του Ν. Καρούζου. Η χαρά μου ήταν μεγάλη, γιατί του άρεσε πολύ αυτή η αναφορά στην, έως τότε, ποιητική του προσφορά. Μου είπε ότι κατάφερα να προσεγγίσω τη βιωματικότητά του. Είχε γυρίσει τότε από τη Σουηδία, όπου μεταφράστηκαν ποιήματά του, και οι Αθηναίοι δημοσιογράφοι έλπιζαν σ’ ένα τρίτο Νόμπελ. Αλλά ο Καρούζος ήταν απόμακρος, ψυχικά, από μια τέτοια απαίτηση.

     Τώρα που ολοκληρώθηκε ο κύκλος της δημιουργίας του-δημοσίευσε συνολικά 17 βιβλία-μπορούμε να δούμε τη βιωματική του πορεία, από το 1954, που εμφανίζεται με την «Επιστροφή του Χριστού». Αμέσως εντυπωσίασε τους κριτικούς. Ας προσέξουμε τον τίτλο: Δεν επιστρέφει ο πιστός στο Χριστό, αλλά γυρίζει ο Χριστός στους πιστούς του. Και τούτο είναι μία βιωματική προσέγγιση της Ορθοδοξίας, απρόσιτη και στους θεολογούντες!

     Ιδιαίτερα, το φθινόπωρο του 1953 τέθηκε σ’ αυτόν, κατά τρόπο βασανιστικό, το οντολογικό πρόβλημα της Ορθοδοξίας. Όπως ξέρουμε, ο παππούς του, ο παπά- Πιτσάκης, τον είχε μυήσει στην πίστη, με τρόπο βέβαια παραδοσιακό και λειτουργικό.- «Ήμουν στα νιάτα μου pratiquant χριστιανός», μου εξομολογήθηκε τελευταία. Εκείνο το αιχμηρό φθινόπωρο, του 1953, τα έβαλα όλα κάτω: Από τη μιά, ο παπάς-παππούς, από την άλλη ο κομμουνιστής-πατέρας, Δημήτριος Καρούζος, δάσκαλος στο Ναύπλιο. Μία εναντίωση, που σαν διελκυστίνδα του ξέσχισε την ψυχή. Σπέρματα αυτής της υπαρξιακής αντιπαλότητας του έμειναν ως τα στερνά του.

     Τελικά, έκλινε-για μία δεκαετία περίπου-στην πίστη των πατέρων του, στην Ορθοδοξία, για την οποία έγραψε ένα απλό, αλλά βαθύτατο ποίημα, που διδάσκεται στα γυμνάσιά μας. Κριτική ανάλυση αυτού του ποιήματος φιλοτέχνησε ο φιλόλογος Νίκος Τριανταφυλλόπουλος. Στις αρχές του περασμένου Σεπτέμβρη, μου έλεγε πόσο είχε διεισδύσει ο φιλόλογος αυτός στα ορθόδοξα σημεία της ποιητικής του. Αυτή η υπαρξιακή επιστροφή του ήταν, όπως είπαμε, εναγώνια, αλλά αντλούσε από κρυστάλλινη πηγή. Μετά από περιπλάνηση σε αυχμηρούς και αιχμηρούς ερημότοπους, βρίσκει την ευαγγελική παρθενικότητα και είναι-προσωρινά-ευτυχής: Έχει «πένθος χαρωπό». Οι Φιλοκαλικοί το λένε «χαρμολύπη». Από τούτη την αναζήτηση πηγάζει η πρώτη του συλλογή και ιδιαίτερα το ποίημά του «Απολέλυσαι της ασθενείας σου»:

Νηστεύει η ψυχή μου από πάθη

και το σώμα μου ολόκληρο την ακολουθεί.

Οι απαραίτητες μόνο επιθυμίες

και το κρανίο μου ολημερίς χώρος μετανοίας

όπου η προσευχή παίρνει το σχήμα θόλου.

Κύριε ανήκα στους εχθρούς σου

σύ είσαι όμως τώρα που δροσίζεις

το μέτωπό μου ως γλυκύτατη αύρα.

Έβαλες μέσα μου πένθος χαρωπό

και γύρω μου

όλα πιά ζούν και λάμπουν.

Σηκώνεις την πέτρα και το φίδι

φεύγει και χάνεται.

Απ’ την ανατολή ως το βασίλεμα του ήλιου

θυμάμαι που είχες κάποτε σάρκα και οστά για μένα.

Η νύχτα καθώς την πρόσταξες απαλά με σκεπάζει

κι ο ύπνος που άλλοτε έλεγα πως ο μανδύας του

με χίλια σκοτάδια είναι καμωμένος

ο μικρός λυτρωτής-όπως άλλοτε έλεγα-

με παραδίδει ταπεινά στα χέρια σου.

     Μερικοί κριτικοί θεωρούν το ποίημα τούτο σαν το καλύτερο της Νεοελληνικής ποίησης.

     Όλα τα ποιήματα της «πρώτης εποχής» του Νίκου Καρούζου είναι, θα έλεγα, προσωπολατρικά. Τον γοητεύουν, δηλαδή, πρόσωπα, χώροι και καιροί ιεροί. Είναι η «λατρεία των άστρων», όπως του άρεσε να λέει τη μεταφυσική του βιωματικότητα. Γιατί ήταν «η έλαφος των άστρων» (1962), όπως ονομάζεται η κεντρική συλλογή της πρώτης του εποχής. Αργότερα, σε καιρούς ανέστιους, είναι «ο σκύλος των άστρων», που αλυχτά για λίγη δροσιά τ’ ουρανού.

   Ως τότε, τον θεωρούσαν οι περισσότεροι κριτικοί, όπως ο Αντρέας Καραντώνης και ο Γιώργος Θέμελης, ως βαθυνούστατο χριστιανό ποιητή. Την ίδια άποψη είχαν και οι λόγιοι πιστοί, που τους ξένιζε βέβαια η μανιέρα του-βαθιά και ερμητική- αλλά δεν έπαυαν να το θεωρούν «δικό τους», ότι αρμένιζε στα γαλανά νερά της Ορθοδοξίας.

     Ώσπου δημοσιεύθηκε, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η διάλεξή του «Μεταφυσικές εντυπώσεις από τη ζωή ως το θάνατο» που την έκανε αργότερα τομίδιο και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Άκμων». Εκεί έλεγε καθαρά πως «η Θεότητα είναι απρόσωπη», όπως παρουσιάζεται στην ανατολική βουδιστική και ζενιστική γνωσιολογία.  Τότε όλοι πήραν τις θέσεις τους. Οι Ορθόδοξοι τον έχαναν, οι ανατολιστές τον κέρδιζαν και οι κομμουνιστές ήταν κουμπωμένοι μπροστά στη μυστική του αγωνία. Τούτο δήλωσε καθαρά ο Χρήστος Γιανναράς στο τότε χριστιανικό περιοδικό «Σύνορο».

     Ποιά, όμως, ήταν η πραγματικότητα; Ο Νίκος Καρούζος δεν ανήκε σε κανέναν ή, μάλλον, ανήκε μόνο στον εαυτόν του. Ακολουθούσε μιά ιδιότυπα προσωπική πορεία που ονόμασα: Α π ό  τ ή  γ ο η τ ε ί α  τ ο ύ  π ρ ο σ ώ π ο υ  σ τ η ν  α ν θ ο φ ο ρ ί α  τ ο ύ  μ η δ ε ν ό ς. Αρχικά, όπως προείπα, τον γοήτευσαν τα εσωτερικά, χριστιανικά σημεία. Στη συνέχεια, «το στήθος» του ανάπνευσε βαθιά τον κόσμο και θέλησε να προχωρήσει στα «σκοτεινά», κατά το στίχο του Γ. Σεφέρη. Σ’ αυτή την «εις  Άδου» κάθοδο, που θυμίζει τον ομηρικό Οδυσσέα, ήταν ο πρώτος νεοέλληνας ποιητής, που εισέδυσε με αδυσώπητη τόλμη και ατσάλινη θωράκιση. Απέρριψε, δηλαδή, την ελπίδα που βρίσκουμε στα ιερά πρόσωπα και μπήκε στα απρόσιτα νερά της οντολογικής Μυστικής. Γιατί η πορεία του, πλέον, είναι η μυστική προσέγγιση του Πραγματικού, πέρα από τις καταφατικές γλυκερότητες της Παράδοσης.

     Αλλά στο σημείο τούτο πρέπει να κάνουμε μιά διευκρίνιση. Ο Ν. Καρούζος διερεύνησε ποιητικά, ή, καλύτερα, βιωματικά το Πραγματικό, χωρίς ν’ απορρίψει καμιά παράδοση: Γιατί ο ίδιος πλέον ήταν η ζωντανή Πηγή. Έτσι, έπλεε μέσα στη Φιλοκαλία των νηπτικών και, ταυτόχρονα, στην εσωτερικότητα της αφηρημένης Βεδάντα και στο Ταό Τέ-Κίνγκ του Ταοϊσμού. Κοντά στο Σολωμό, τον Κάλβο και τον Μαλλαρμέ, αφομοίωνε τις  ερμηνείες του δόκτορος Σουζούκι και τις εσωτερικότητες του Ζεν.

     Ωστόσο, πέρα από την προφάνεια αυτών των παραδόσεων, που είναι ορατές στην πιό πάνω διάλεξή του, στην ποίησή του είναι αδύνατη η ανίχνευσή τους. Δεν μπορούμε, δηλαδή, να πούμε αν τούτο το ποίημα έχει επιρροή από τον Μαλλαρμέ, τη Φιλοκαλία, τη Βεδάντα ή τον Ταοϊσμό. Μιά τέτοια κριτική διερεύνηση θα οδηγούσε σε αμφίβολα αποτελέσματα. Γιατί ο μεγάλος αυτός ποιητής, όπως κάθε γνήσιος δημιουργός, είχε αναχωνεύσει υπαρξιακά όλη την ανατολική Μυστική και βρισκόταν πιό πέρα από τα μεγάλα ονόματά της.

     Συνήθιζε να μου λέει: «Όλοι τα ίδια λένε». Τούτο μου θυμίζει τη φράση του μεγάλου Ρουμάνου θρησκειολόγου Mircea Eliade: «Σε όλες τις θρησκείες νιώθω ως πιστός».

     Γιατί η δημιουργική απόληξη του Νίκου Καρούζου ήταν η παγκόσμια πνευματικότητα- «το σύμπαν», έλεγε, είναι πνευματικό»,-που την έβλεπε μέσα στη μυστική κρύπτη των πραγμάτων και των οραμάτων.

     Η ποίησή του δεν είναι σουρρεαλιστική, αλλά βιωματική, όπως είπαμε. Τούτο, όμως, δεν σημαίνει τέλεια άρνηση της αυτόματης γραφής. Αλλά η σύνεση του ποιητή δεν του επέτρεπε ακρότητες. Η προσεχτική μελέτη της φόρμας του-μ’ ένα πλουσιότατο λεκτικό από τη διαχρονική ζωή της γλώσσας μας-, όπου δεν υπάρχει τίποτα περιττό, τίποτα κραυγαλέο, τίποτα ρητορικό-, οδηγεί σ’ ένα ποιητικό πέλαγος, όπου ο απαιτητικός αναγνώστης κολυμπάει στη δροσιά των οντικών αποκαλύψεων.

     Γιατί ο Νίκος Καρούζος ήταν ένας γνήσιος καλλιτέχνης, ασκητής του στίχου και ναυτίλος επιδέξιος, που έφερε στην Ελλάδα ένα νέο ρίγος, όπως στην Ευρώπη ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε και στον κόσμο ο Ραμπιτρανάθ Ταγκόρ. Όποιος σκύψει με προσοχή στο ποιητικό του σύμπαν, θα γοητευθεί από την όρασή του και θ’ απολαύσει τη νεοελληνική αποκάλυψη του Πραγματικού.

--

                Ο  ΠΡΩΙΜΟΣ  ΝΙΚΟΣ  ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Του ΠΑΝΟΥ ΛΙΑΛΙΑΤΣΗ

Περιοδικό Νέα Εστία έτος Ο΄, τόμος 140ος, τεύχος 1666/1-12-1996, σ. 1565-1566.

     Ο πρώιμος Νίκος Καρούζος (1926-1990) είναι γνήσια ελληνορθόδοξος ποιητής με πρόθεση να οργανώσει την τέχνη του σύμφωνα με τον ευαγγελικό λόγο. Όσοι αμφισβητούν τούτη την αφετηρία του (πρβλ. «Καθημερινή», 12.11.1995-αφιέρωμα στο ιστορικό Ναύπλιο), αγνοούν, φαίνεται, τις πέντε νεανικές συλλογές του (1954-1956) (1), πού προηγήθηκαν των «Ποιημάτων» του (1961), τα οποία απαρτίσθηκαν, επιλεκτικά, από εκείνες και μεταγενέστερους στίχους (2). Ιδιαίτερα η πρώτη, «Η επιστροφή του Χριστού» (1954) (3), στην οποία αναφερόμαστε σήμερα, συνιστά μανιφέστο, όπου ο νέος ποιητής του Ναυπλίου πρόβαλλε την κοσμοθεωρία του και τις αισθητικές του προτιμήσεις.

     Ο ποιητής δεν αποκήρυξε αυτές τις μικρές συλλογές ούτε το ευαγγελικό βίωμα πού τον συνείχε τότε. Απλώς, αργότερα, ανήχθηκε σε ευρύτερη σφαίρα αισθητικής και έκτοτε τον ενδιέφερε περισσότερο η φόρμα και λιγότερο το βίωμα, όπως τον διακατείχε το φθινόπωρο του 1953, όταν συμφιλιώθηκε με το Θεό και αποφάσισε να του μείνει πιστός διά βίου: «Κύριε ανήκα στους εχθρούς σου./ Σύ είσαι, όμως, τώρα που δροσίζεις/ το μέτωπό μου ως γλυκύτατη αύρα». Είναι το περίφημο ποίημα «Απολέλυσαι της ασθενείας σου», πού το συμπεριέλαβε ο Ν. Δ. Καρούζος πρώτο στα «Ποιήματα» το 1961, τα οποία είναι «βυθισμένα στον ουρανό και στον έρωτα», κατά την ομολογία του.

     Ακριβώς, ο Ουρανός και ο Έρωτας είναι το δίδυμο, όπου πρώτος εισέδυσε με πρωτεϊκή ορμή. Ο πρώιμος Καρούζος υποτάσσει την Ποιητική του στην ευαγγελική αγάπη, πού είναι κατά τον Παύλο ο «σύνδεσμος της τελειότητος» (4) (Κολ. 3,14). Γι’ αυτό, δεν τον ενδιέφερε, αρχικά, πόσο αξίζουν οι στίχοι του’ αρκεί ότι υμνούν τον Κύριο:

«Χρωστώ να τον ονομάσω τον Κύριό μας./

Κυρίως το επιθυμώ/

 προκειμένου να σταματήσουν οι συζητήσεις/

και να στεγνώσει το μέτωπό μας απ’ τον ιδρώτα: /

Ο Χριστός ο Κύριος» («Παιδίον νέον ο πρό αιώνων…»). 

Διακρίνει την αλήθεια από την ωραιότητα. «Η Ποίηση είναι ασκητεία με το λόγο»-ουσιώδης προοπτική, όπου έμεινε πιστός σε όλη του τη ζωή ο ασκητής του Ναυπλίου και της Αθήνας. Ο ποιητής κατασκευάζει κοσμήματα, όπως ο «Ουράνιος Πατέρας», που μοιράζει την ομορφιά «σε χαμένα πρόβατα και δούλους του». Έτσι δοξάζεται και ο ποιητής-κατά μίμηση.

     Το ερωτικό στοιχείο στον πρώιμο Καρούζο είναι προσωπική του κατάκτηση. Κανείς παραδοσιακός δεν τόλμησε, ως τότε, να συνδυάσει πίστη και έρωτα. Ο ποιητής μας ομολογεί στη Ρήλια:

«Μπορεί να μην είμαι ικανός για τίποτα./

 Όμως γνωρίζω να υψώνω ένα ποτήρι με κίνηση κομψή!» («Η Ρήλια»).

Αυτή η κομψότητα του ποιητικού ήθους κατέκτησε τη φίλη του, ώστε να «φιλά την εικόνα της Παναγίας». Σε ένα πρωιμότερο ποίημά του ομολογεί πως δεν μπορεί να «μαυροφορέσει το σαρκίο του», γιατί τον ενοχλούσε ο έρωτας. Ωστόσο, επιλέγει:

 «Δε μ’ εμποδίζει ο γλυκύς Ιησούς να κοιτάζω/

τα κομμένα σαν αγοριού μαλλιά/

εκλεκτού, εξ ιδιοσυγκρασίας, πλάσματος» («Δυστυχώς…»).

     Όταν του αποκαλύφθηκε η ευαγγελική αλήθεια κάθε άλλη γνώση υποτάχθηκε σε κείνην. Έτσι, η φιλοσοφία μοιάζει με «ωχρή κορούλα», πού της κρατάμε για ενθύμιο τα ρουχαλάκια της. Στοιχίζεται δηλ. ο ποιητής μας με τη βυζαντινή αντίληψη πως η φιλοσοφία είναι θεραπαινίδα της θεολογίας-κάτι που πήραν και οι δυτικοί Σχολαστικοί  (ancilla  theologiae). Στο ομότιτλο ποίημά του (σ. 15) απολογείται γιατί κράτησε το βίωμα τούτο για τη φιλοσοφία ανέπαφο:

 «Τόσο ωραίο μου φάνηκε!/

 και δεν επιθύμησα/

του προσεκτικού ποιητή τα γυρίσματα»-δηλαδή τα τεχνήματα («Η φιλοσοφία»).

     Ωστόσο, ο ευαγγελικός ποιητής απειλείται από τη σάρκα, που τη θεωρούσε τότε βέβηλη. Εξομολογείται, λοιπόν:

Η αμαρτία Κύριε υποτροπιάζει εντός μου.

Τα χείλη της αναμείχθηκαν με τα δικά μου.

           («Εξομολόγηση»)

Μεταμελείται, ενθυμούμενος τους πειρασμούς του Κυρίου. Τούτο το ευαγγελικό αίσθημα το ξεπέρασε αργότερα, όταν ο έρωτας και η γυναίκα του έδωσαν άλλη προοπτική, πιό ανθρώπινη (5). Ωστόσο, η ανάμνηση της συμφιλίωσης με τον Κύριο, έστω κι αν απομακρύνθηκε ο ποιητής από τη ζέουσα ευαγγελική ώρα (6), παρέμεινε το πρωτογενές συναίσθημα που τον διακατείχε και όταν η αγάπη του προς τον πλησίον έδωσε τη θέση της στην ποιητική φόρμα- τη γραπτή τελειότητα.

     Ας σημειωθεί πώς ο Νίκος Καρούζος δε γνώρισε τη χριστιανική κατήχηση, όπως διαμορφώθηκε στον ελληνικό χώρο μετά τον πόλεμο και όλη αυτή η ψηλάφηση του Χριστού είναι προσωπικό κατόρθωμα με τη χειραγωγία της Εκκλησίας, όπως τη γνώρισε, τρυφερά, από τον κληρικό παππού του και τη ηγουμένη της Αγίας Μονής Ναυπλίου-νονά του (7). Ο μετέπειτα ώριμος Καρούζος είναι πιό στέρεος, πιό άρτιος, αλλά η ανάμνηση αυτής της νεανικής ώρας του έμεινε, για πάντα, μια τρυφερή υπαρξιακή αφετηρία, που σημάδευε τους αντρίκειους στίχους του.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.α΄ «Η επιστροφή του Χριστού» (1954), β΄ «Νέες δοκιμές» (1954), γ΄ «Σημείον» (1955), δ΄ «Είκοσι Ποιήματα» (1955) και ε΄ «Διάλογοι» (1956). Τις είχε τυπώσει, με δαπάνες του πατέρα του, σε 100 αντίτυπα την καθεμιά. Γι’ αυτό, είναι σήμερα δυσεύρετες.

2. Δημοσιευμένους σε διάφορα περιοδικά, όπως: «Κύτταρο» (Ελένης Δρούζα-Ναύπλιο, 1959), «Αθηναϊκά Γράμματα» (Δημήτρη Α. Βαρουτσή, 1957-1960), «Καινούργια Εποχή» (1958-1959), «Επιθεώρηση Τέχνης», «Ευβοϊκός Λόγος» (της ίδιας περιόδου) κ. ά. Τα στοιχεία οφείλω στην κ. Ελ. Δρούζα, στον κ. Δημ. Βαρουτσή και στην κ. Ελισ. Λαλουδάκη, τους οποίους ευχαριστώ και από τη θέση αυτή.

3. Βλ. ειδικές μελέτες: Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου. Σύντομη γλωσσική χριστολογία στην «Επιστροφή του Χριστού», «Για το Νίκο Καρούζο, Συμπόσιο 1993», Ίκαρος, σ.σ. 193-203 και Πάνου Λιαλιάτση. Η μεταφυσική αγωνία του Νίκου Καρούζου στις πρώτες του ποιητικές συλλογές, ό.π., σ.σ. 169-178, του ίδιου, «Να ζούμε το φυσικό σαν υπερφυσικό», ομιλία στ’ αποκαλυπτήρια της προτομής του Νίκου Καρούζου στο Ναύπλιο (19.5.1996), «Καθημερινή» 30.7.1996.

4. Την Παύλεια αυτή εμπειρία υπέδειξε στον ποιητή ο Φώτης Κόντογλου στην αλληλογραφία τους, όταν ο πρώτος του έγραφε από τ’ Ανάπλι τα βάσανά του-από την πολιτική του, κυρίως, δίωξη και το ευαγγελικό του βίωμα: Ιωσήφ Βιβιλάκη, Επτά Επιστολές… (Από το Αρχείο του Νίκου Καρούζου) στο αφιέρωμα «Φώτης Κόντογλου εν εικόνι  διαπορευόμενος», Ακρίτας-Αίπος, αρ. 18, σ.σ. 324-330.

5. Η ποιητική απόγευση του έρωτα φαίνεται στο ποίημα. «Το ιερό χάσμα», όπου είναι σαφείς οι φαλλοκρατικές ιδέες του Νίκου Καρούζου (Τα Ποιήματα, Α΄, σ. 101): Η γυναίκα βαθαίνει το κορμί/ ποτέ την ψυχή με τους ήλιους της.

6. Η οποία είναι σαφής και αποκαλυπτική στην πρώιμη περίοδο των πέντε ποιητικών «φυλλαδίων» και, νωρίτερα, στα πρωτόλειά του, όταν τα δημοσιεύει, σε ηλικία 23 ετών, σε αθηναϊκά περιοδικά. Λεπτομερή ευρετηρίαση των πρωτολείων του Νίκου Καρούζου έχει κάμει η φιλόλογος κ. Ελισάβετ Λαλουδάκη, που θα παρουσιάσει προσεχώς στη διδακτορική της διατριβή για την Ποιητική του στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας. Ήδη έχει συγκεντρώσει Άπαντα τα πεζά του Ναυπλιώτη ποιητή, πού θα εκδοθούν σύντομα από τον Ίκαρο.

7. Πρωτοσύγκελος Αναστάσιος Πιτσάκης (+ 1940) και Καικιλία Πομόνη (1871-1956). Πρβλ. τους στίχους: Εγώ που κράτησα έως/ έφηβος το θυμιατό/ στα μικρά κάρβουνα καίγοντας την αμαρτία (Τα Ποιήματα Α΄, σ. 82- «Η έξαρση»). Η ποίηση του Καρούζου είναι αυτοβιογραφική, μυστική πραγματολογία των ανησυχιών του. Ιστορικά στοιχεία είναι διάσπαρτα παντού, ιδιαίτερα στις πρώτες συλλογές του.

Πάνος Λιαλιάτσης.

--           

Σημειώσεις:

                             ΤΑΠΕΙΝΗ  ΩΡΑ

Η Παναγιά της ώχρας αμυγδαλωτή στην ασημένια

θάλασσαν αντίκρυ- εκκλησάκι-

μεσ’ απ’ το θαμπό εικονοστάσι βλέπει τα νερά.

       Συνεχίζω και σε αυτό το σημείωμα να αντιγράφω παλαιότερες πληροφορίες για τον ποιητή Νίκο Δ. Καρούζο. Θα ήθελα να αφιερώσω αυτό το σημείωμα στον παππού από την Θεσσαλονίκη που έχασε την ζωή του-ληστεύτηκε και δολοφονήθηκε-από ανήλικα τσιγγανόπουλα, σαν και αυτά που μπουκάρουν το τελευταίο διάστημα στα σπίτια της περιοχής μας. Ο παππούς από την Θεσσαλονίκη μας δίδαξε με τη στάση του, αλλά δυστυχώς, το πλήρωσε με την ζωή του. Δεν γίνεται να εσωτερικεύουμε άλλο την δολοφονική βία όλων αυτών για να μην κακοκαρδίσουμε τους δικαιωματιστές, τους δικηγόρους, τους παιδοψυχολόγους των τηλεοπτικών εκπομπών, τους πολιτικούς που κρύβονται πίσω από την βουλευτική τους ασυλία και τους φυλάνε, αλήθεια, πόσοι;; Τα ανήλικα αυτά, δεν είναι οι Γιάννηδες  αγιάννηδες του Βίκτωρος Ουγκώ, δεν προέρχονται από την μουσική όπερα Κάρμεν, ούτε ανήκουν στον κόσμο του Παλαμικού γύφτου. Είναι άλλο πράγμα η προσπάθεια της κοινωνικοποίησής τους, της παροχής εκπαίδευσης τους, της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στις περιφερόμενες ανεξέλεγκτα και με το έτσι θέλω ανά την Ελλάδα, ελληνικές και βαλκάνιες αυτές φυλές, και άλλο αυτή η διάλυση και η πολιτική και νομική ανοχή στις δολοφονικές τους ενέργειες. Για ποια δικαιοσύνη μιλάμε επιτέλους, δεν το καταλαβαίνουν όλοι αυτοί οι ανευθυνουπεύθυνοι; Δεν μπορεί να υπάρχει ηλικιακή ασυλία σε τέτοιες ενέργειες στο όνομα ποιού δικαίου;  Του θύτη ή των θυμάτων; Οι παράπλευρες απώλειες αθώων πολιτών σε αυτήν την χώρα τις τελευταίες δεκαετίες, είναι πάρα μα πάρα πολλές, με όλες τις κυβερνήσεις και αντιπολιτεύσεις. Νισάφι πια και με όποιο προσωπικό τίμημα. Ο καθένας έχει δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του, την οικογένειά του, τα παιδιά του, το σπίτι του. Είναι ακατανόητο να μην το συνειδητοποιούν οι έλληνες πολιτικοί μας, με την πολιτική προστατευτική τους ασυλία, οι νομικοί και άλλοι συμπολίτες μας διαμορφωτές της κοινής γνώμης, αυτοί που σαν εντεταλμένα όργανα της πολιτείας θεσπίζουν νόμους με τα δεκάδες παραθυράκια. Η νομοθεσία σε αυτήν την χώρα, μοιάζει με τους θαλασσινούς κιούρτους. Στην τελική ανάλυση, δεν καταλαβαίνουν ότι βλάπτουν μακροπρόθεσμα και τους ίδιους τους ρομά. Ότι με τέτοια συμβάντα δεν τους εμπιστεύεται πλέον κανείς και δεν αγοράζουν τα διάφορα προϊόντα τους που πωλούν καθημερινά περιφερόμενοι με τα αμάξια τους στις γειτονιές; Θα όφειλαν οι ίδιοι οι εκπρόσωποι τους να αναλάβουν πρωτοβουλία. Κάθε καρυδιάς καρύδι μπορεί να περάσει τα σύνορα και να κάνει ότι θέλει. Και αυτό είναι οι ανοιχτές κοινωνίες των ημερών μας που οφείλουμε να προσαρμοστούμε με δημοκρατικό δήθεν πολιτικό πρόσημο; Και τα θύματα και οι οικογένειές τους, τι; Εντέλει μόνο τα παιδαρέλια των οργάνων της τάξης έρχονται να σου που δυό λόγια.  Ποιος όμως ακούει στις μέρες μας. Όλοι ετοιμάζονται να γευτούν τα γκουρμέ των τηλεοπτικών εκπομπών, να κάνουν τα ξεφαντώματα των ρεβεγιόν τους, να ψάλλουν τα κοντάκια του Ρωμανού του μελωδού για το θείο βρέφος που εξελίχθηκε σε ένα συβαριτικό θεικό ζωάκι της κλειδαρότρυπας των προσωπικών στιγμών των ανθρώπων, για την διαιώνιση του ανθρώπινου είδους. Να ακολουθήσουν τους σπόνσορες των φιλανθρωπικών γκαλά από την πληρωμένη από τους ίδιους απόσταση των sms. Να καταναλώσουν το κάθε τι στο πνεύμα των ημερών.

     Γιαυτό επιμένω στον ασκητισμό της ποίησης του μποέμ και άναρχου Νίκου Δ. Καρούζου, και ίσως, για όσους τον γνώριζαν από κοντά, όπως μας λένε, και στον ιδιωτικό του βίο. Ο μεταφυσικός και ιερός υλιστικός αυτός κόσμος που οραματίζονταν ο ποιητής από την επαρχία, το Ναύπλιο, δεν υπάρχει πια, βυθίστηκε μέσα στα κοινωνικά και μεταφυσικά αδιέξοδά του. Έδωσε ότι είχε να δώσει και έμεινε ένα άδειο ιλουστρασιόν πουκάμισο για ρακένδυτους ψυχικά και πνευματικά νεοέλληνες. Ένα πολιτικό και κοινωνικό κέλυφος που δεν το αγγίζει ούτε ο μαύρος καβαλάρης. Για μια πολιτεία και τους εκπροσώπους της, που δεν θέλει ή δεν μπορεί να διαχειριστεί τα εκατοντάδες αδιέξοδα των πολιτών της. Είτε είναι ημεδαποί είτε αλλοδαποί φορολογούμενοι και συνεπείς κάτοικοι. Σε όλους  μας η σύγχρονη ελληνική πολιτεία δίνει μια ψεύτικη εικόνα μιας ειδυλλιακής χώρας που την εξαγνίζει το φως της και την αποπλένει το θαλάσσιο στοιχείο της. Που καθρεφτίζει το πρόσωπό της σε σκουριασμένες αγιογραφίες περασμένων μεγαλείων και άκαιρων δοξαστικών στιγμών. Το ήθος και οι αγώνες ενός κόσμου που έχει μετατραπεί σε στυλ και ύφος γραφής, σε περιφερόμενες μεταφορές λειψάνων και λευκωμάτων των παλαιών αγώνων. Όμως η εικόνα αυτή είναι επίπλαστη. Σαν τα λόγια των ποιητών και ποιητριών που δημόσια ακόμα αποφαίνονται ότι η Ποίηση θα αλλάξει τον Κόσμο. Ποιανού θα καταλαγιάσει την δολοφονική οργή, του ζώου θύτη ή του ζώου θύματος; Όλος αυτός ο καλλιτεχνικός κόσμος μοιάζει σαν τα μέσα σε ασημένια σκόνη αγγελάκια, που φτιάχναμε όταν είμασταν παιδιά στα παράθυρα τις χριστουγεννιάτικες μέρες για να ομορφύνουμε την ατμόσφαιρα. Η ερημιά και η μοναξιά, η ανεξέλεγκτη βία, οι φόνοι αθώων, το μπούλινγκ, είναι διάχυτη η διάλυση και δεν θέλουμε να το παραδεχθούμε, καλυπτόμενοι πίσω από δημόσιες φανταχτερές χειρονομίες χαράς ή εορταστικής συγκατάβασης. Δημόσιες επαναλαμβανόμενες ευχές καρμπόν. Αν παραβλέψουμε την χρονιά είναι ίδιες και άχρηστες. Τι θα προσθέσει στην κόρη και την οικογένεια του παππού που δολοφονήθηκε στην Θεσσαλονίκη η γέννηση του θείου μελαχρινού-έστω-βρέφους. Του πρόσφυγα αν θέλετε βρέφους.  Οι συμβουλευτικές ευχές ειρήνευσης των γεροντάδων ασκητών; Σε τι θα βοηθήσει η ανάγνωση των χριστουγεννιάτικων ιστοριών του κυρ αλέξανδρου παπαδιαμάντη, θα αναστήσει τους δολοφονημένους αθώους και άδικα νεκρούς των τελευταίων χρόνων στην πατρίδα μας;  Άχρηστα λόγια σαν και αυτά που γράφω και δεν διαβάζει ούτε ακούει κανείς. Η βία και το κακό έχει την ηλικία ανήλικων, και εμείς μιλάμε για ανθρώπινα δικαιώματα, νομικό πολιτισμό, ελευθερία έκφρασης, προοδευτικές λύσεις και συμμαχίες διακυβέρνησης, (για ποιους, τους νεκρούς των νεκροταφείων;) για το πώς πρέπει να ομιλούμε και να εκφέρουμε σωστά την ελληνική γλώσσα και ποια είναι η ρίζα της τάδε λέξης που αναφέρει το «γκουρού» γλωσσικό και ορθογραφικό λεξικό που φοριέται πολύ τηλεοπτικά στις μέρες μας. Για τον κόσμο του παππού μας Ομήρου. Ανέξοδες ευχές, λόγια του αέρα μιας κοινωνίας που δεν θέλει να παραδεχθεί το τέλος της από τις ίδιες τις ενέργειες και παρενέργειες των μελών της. Παρά τα πολύχρωμα λαμπιόνια του πολιτισμού της και των μεταφυσικών της αναφορών και ελπίδων παρηγοριάς. Αν έχουν κόκκο αληθείας όλες αυτές οι φλύαρες αμπελοφιλοσοφίες που και εγώ γράφω, τότε, ισχύουν τα γραφόμενα από ηρωίδα της Άγκαθα Κρίστι. Σε συζήτηση με τον Ηρακλή Πουαρώ και ερώτησή του, του απάντησε. «Κύριε Πουαρώ δεν έχω χρόνο να ασχοληθώ και να αγοράσω αντικείμενα, να διαβάσω οτιδήποτε έχει γραφτεί πριν την ηλικία γεννήσεώς μου». Το τελευταίο πολιτικό «θείο βρέφος» ήταν ο πολιτικός Κώστας Λαλιώτης.

     Ο συντοπίτης του Νίκου Δ. Καρούζου συγγραφέας και ανθολόγος Πάνος Λιαλιάτσης, είναι «τέως Λυκειάρχης, Αντ. Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, Αγίας Κυριακής 3, Ναύπλιο», όπως υπογράφει την επιστολή του στην εφημερίδα Η Καθημερινή 6/10/1998 «Μνήμη Νίκου Καρούζου», σ’ ένα από τα πολλά και εξακολουθητικά δημοσιεύματά του για τον ποιητή. Στο πρώτο δημοσίευμα που αντιγράφω, αναλύει ενδεικτικά, ένα συμβολικό ποίημα του Καρούζου, «ΧΡΙΣΤΟΎΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΣΤΑΛΑΓΜΊΤΗ» που η θεματολογία και η νοηματική του συμβολιστική έχει να κάνει με την Νύχτα των Χριστουγέννων. Την εμβληματικότερη νύχτα του κύκλου του εορταστικού Δωδεκαημέρου. Το ποίημα γράφτηκε την εποχή που ο πρώιμος Νίκος Δ. Καρούζος (δεκαετία 1950) ερωτοτρόπησε αληθινά και ουσιαστικά, βιωματικά όπως μας δείχνουν οι στίχοι του εκείνης της περιόδου, με τα ποιητικά εκκλησιαστικά κείμενα, τον πλούτο της βυζαντινής υμνογραφίας, την αγιογραφική μυσταγωγία της χριστιανικής ορθόδοξης τέχνης και  παράδοσης. Της ορθόδοξης ψαλμωδίας των Χριστουγέννων όπως ο ίδιος βίωνε στα παιδικά του χρόνια. Μια εσωτερική στάση ζωής και πίστης που ζυμώθηκε από το οικογενειακό του περιβάλλον, την παιδική του ηλικία, την διάρκεια της ενηλικίωσής του, και οικοδομήθηκε στην ατομική του πορεία διαβασμάτων και ερευνών, ταξιδιωτικών του περιπλανήσεων στα κατοπινά του βίου του χρόνια. Η ποιητή αυτή σύνθεση του Νίκου Δ. Καρούζου, -της πρώτης ποιητικής συλλογής που εξέδωσε με τον γενικό τίτλο «ΠΟΙΗΜΑΤΑ», 1961, περιλαμβάνεται τώρα στον συγκεντρωτικό Α΄ τόμο των Ποιημάτων του: «ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ. ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ  Α΄ (1961-1978), εκδοτική εταιρεία ΙΚΑΡΟΣ, Αθήνα, Σεπτέμβριος 1993, σελίδες 90-91. Στον ίδιο τόμο, και στην σελίδα 15, περιλαμβάνεται και το ποίημα που αναφέρει στο κείμενό του ο λυκειάρχης και συγγραφέας Πάνος Λιαλιάτσης, «Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΣΚΟΥΛΗΚΙΟΥ». Τα δύο αυτά ποιήματα τα αντιγράφω παρακάτω ώστε να έχουμε μια εικόνα τόσο των ποιημάτων όσο και της ανάλυσης του Λιαλιάτση που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα παραμονές Χριστουγέννων είκοσι τρία χρόνια πριν. Συμπληρωματικά αντιγράφω και ορισμένα ακόμα από τα κείμενα του Π. Λιαλιάτση για τον ποιητή Νίκο Δ. Καρούζο. Δημοσιεύματα και αναλύσεις εμπεριστατωμένες, κοιτώντας φυσικά το έργο του ποιητή, κάτω από το βλέμμα της ορθόδοξης πίστης, δίχως ευτυχώς να μεροληπτεί ή να καλουπώνει το ποιητικό έργο σε προκατασκευασμένες χριστιανικές επιδιώξεις και δακρύβρεχτες αναλύσεις όπως έχουμε από άλλους  χριστιανούςερμηνευτές. Ο Πάνος Λιαλιάτσης, ο φίλος και συντοπίτης του Καρούζου,-διαβάζοντάς και την πολύ καλή εργασία του «Τα πρωτόλεια του Νίκου Καρούζου» στα ΜΙΚΡΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ σελίδες 346-355, στο περιοδικό Νέα Εστία έτος 76ο, τόμος 152ος, τεύχος 1748/9,2002 (μια εργασία που τεκμηριώνεται με εξαιρετικές και αναλυτικές σημειώσεις και πληροφορίες, για εμάς τους αμύητους)-ολοκληρώνει την εικόνα και την διαδρομή του ποιητή της πρώτης περιόδου της συγγραφικής του δημιουργίας. Είναι μια βάση ερμηνείας του έργου του, που οι απόψεις του Π. Λιαλιάτση, συμπεριλαμβάνονται και στον τόμο που εξέδωσε «Η ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ», που αναφέρω παρακάτω. Τα σκόρπια ποιήματα της πρώιμης περιόδου του Καρούζου και οι πηγές τους, βρίσκονται πλέον συγκεντρωμένες στον τόμο «ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ, ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΥΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ» σε φιλολογική επιμέλεια Μαρίας Αρμυρά, και σύμβουλο έκδοσης τον συγγραφέα και σταθερό επίσης κριτικό της ποίησής του Ευγένιο Αρανίτση, που η συμβολή των δημοσιευμάτων του στην διάδοση του έργου του Καρούζου θεωρώ ότι είναι σημαντική και καίρια. Ο 429 σελίδων τόμος, κυκλοφόρησε το 2014 από τις εκδόσεις Ίκαρος, όπως και οι άλλοι τόμοι των Απάντων του.

 Σε Σημείωση που προηγείται της πρώτης του ποιητικής συλλογής διαβάζουμε: «Η πρώτη συλλογή του τόμου αποτελεί επιλογή των ποιημάτων που γράφτηκαν και τα περισσότερα δημοσιεύθηκαν μέσα στην επταετία φθινόπωρο ’53-φθινόπωρο ‘60». «ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ» είναι αφιερωμένα «μνήμη του πατρός μου, ότι εκ σπέρματος αυτού την πηγήν έλαβον και η έλαφος εδωρήθη μοι του θανάτου». Ενώ, η αυλαία των ποιημάτων αρχινά με τον στίχο «βυθισμένα στον ουρανό και στον έρωτα».

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΣΤΑΛΑΓΜΙΤΗ

Μια μέρα γεννήθηκε στη μακρινή Βηθλεέμ ο έρωτας

στην κοιλιά του καρπού λησμονημένος

και του έδωσαν τ’ όνομα Καρπός

όλα τ’ άστρα των παιδιών αγαπημένων

με τους άνεμους όταν λευκάζουν το χειμώνα.

Εγώ ήμουνα εκείνο τον καιρό στην πέτρα

οι καμπάνες οδηγούσαν από χαλκό μεγάλο

ένα τραγούδι νοσταλγίας αιχμάλωτης…

Εντούτοις άκουσα το σπήλαιο

κι ανεβαίνοντας

σ’ ένα βαθύ άλογο πήγαινα σ’ αυτό

κρατώντας ευωδιαστή φασκομηλιά προς τη θέρμη

του βρεφικού δέρματος όνομα βαθύ κι ανάερο.

Δεν έβρισκα λαλιά ο πλατύς ελαιώνας για να φωνάζει

κι ο θάνατος έφευγε στ’ αστέρια

μονάχα το άστρο νικούσε το πλήθος που είναι τ’ αστέρια

λάμποντας το Ένα.

Ο θεός έκραζε τη λαλιά:

Δίδαξέ με

στο άστρο στρεφόμενος, είπε,

και τα μαρτύρια γεννήθηκαν απάνω απ’ τις λάμψεις

χαρίζοντας ηρεμία στην έμψυχη κλίμακα.

Μια γυναίκα λευκή

αποθέωνε τον άντρα ψηλά στον αέρα μοβ

η αδαμική χάρη σε κάθε σώμα γνωρίζει τον τρόμο, είπε,

κ’ η χρονιά ζύγωσε στην καρδιά μου με χιόνι θαμμένη.

Μοιράζεται τη θλίψη με τις πέτρες

μοιράζεται με τη βροχή

ο ταπεινός μοιράζεται τη θλίψη

με τον ήλιο, πάλιν είπε,

και βλέπει τις ρίζες της φλόγας όπως ανεβαίνει

πιάνει τις ρίζες αυτές ανάμεσα

στο ξύλο

στους τριγμούς ανάμεσα στις γαλάζιες φάσεις.

Ιδού λοιπόν ο χρόνος είναι χιόνι

δεν είναι ρολόγι-

και κρατούσε το θήλυ πότε τα φεγγιστά νερά

πότε μαύρες πέτρες της Δήλου.

Σαν είδα το σπήλαιο

συγκρατήθηκα στην πρώτη φλέβα του βράχου μας

ενώ με κάλεσε το ακέραιο γαϊδούρι κινώντας

και τα δυο του χέρια

μα όμως ευγένεια φανερώνοντας ήρθε και το βόδι

πειθήνιο στον ήλιο της νύχτας

για να δω το δοκιμασμένο χρυσάφι.

Κι αντίκρισα το χρυσάφι

καθώς ένα φτωχαδάκι του τόπου μας

ήτανε το βρέφος στη μητρική βύθιση

ολομόναχο με τ’ άστρα.

Ώσπου χάραξε…

Στο σπήλαιο-μιας ηλικίας χαμένης-δεν υπήρχαν

ειμή μόνο σταλακτίτες

που κρέμονταν δεν υπήρχαν

ειμή μόνο σταλαγμίτες ανυψούμενοι.

Εγώ ο σταλαγμίτης

ολοένα

πλησιάζω το σταλαχτίτη που με κράζει απεγνωσμένα

για να εγγίσουν κάποτε τα στάγματα

τη μεγάλη ένωση…

σελίδες 90-91

Η  ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΣΚΟΥΛΗΚΙΟΥ

Άκου Κύριε τον καλό σου φίλο

που αγαπά τους καρπούς και τους τάφους.

Εσύ είσαι ό,τι με συνδέει μ’ έναν καρπό και μ’ έναν τάφο.

Και τον καρπό ασχημίζω και τον τάφο.

Αλλ’ όμως είμαι θέλημά σου

γέννημα στην απέραντη καρδιά σου…

Δεν έχω ερωτήματα

και ταξιδεύω με κίνηση αργή προς τον Πατέρα.

Μάταιος ο κόσμος αλλά πέρασμα.

Και μάταια τα μάτια της σαρκός μου

γλυκά που αγγίζονται με λουλούδια.

«Δεν έχεις ερωτήματα;»-μου λέει το φθαρτό.

Σελήνη φευγαλέα εσύ τάχα ρωτάς αυτή τη νύχτα;

Ή με ρωτούν τα νέφη που σε ακολουθούν;

Χαίρομαι την ευφορία του αργύρου σου

και τη διαπερνώ με την πίστη.

Αυτή ‘ναι η αξία εμάς των σκουληκιών

που δεν έχουμε παρά μονάχα ένα δρόμο…

Το χώμα ειν’ η μοίρα μου αντίκρυ των άστρων.

Αγάπη όνειρο θαλασσί τύλιξέ με.

Ποια ευφροσύνη δεν σου παραστέκει;

Αγάπη, πράξη και ουσία του θεού μου

σερνάμενο κι αν είμαι πλέω στη χαρά.

Σελίδα 15.

    Ο Α΄ τόμος των ποιητικών ΑΠΑΝΤΩΝ του ποιητή περιλαμβάνει τις εξής παλαιότερές του συλλογές. Α) ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1961). Β) Η ΕΛΑΦΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ (1962). Γ) Ο ΥΠΝΟΣΑΚΚΟΣ, εκδ. Ζαρβάνος (1964). Δ) ΠΕΝΘΗΜΑΤΑ, εκδ. Εγνατία (1969). (1979). Ε) ΛΕΥΚΟΠΛΑΣΤΗΣ ΓΙΑ ΜΙΚΡΕΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΝΤΙΝΟΜΙΕΣ, εκδ. Εγνατία (1971), (1979). ΣΤ) ΧΟΡΤΑΡΙΑΣΜΕΝΑ ΧΑΣΜΑΤΑ, εκδ. (1974), (1979). Ζ) ΑΠΟΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ, εκδ. Πολύπλανο (1978). Οι δύο τόμοι των Απάντων του, που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Ίκαρος 1993 και 1994, καθώς και ο τρίτος τόμος που ακολούθησε σε φιλολογική επιμέλεια Μαρίας Αρμυρά, «ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΥΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ», Αθήνα 2014, όπως φαίνεται ολοκληρώνουν τον κύκλο των ερευνών μας για τα ποιήματά του, και, προσπερνούν το δίτομο των ποιημάτων του που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Ερατώ,  «Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΟΧΗ», «Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΠΟΧΗ» Αθήνα 1987, 1988. Συμπεριλαμβανομένων φυσικά και των υπολοίπων αυτοτελών ποιητικών συλλογών που εξέδωσε ο ποιητής. Βιβλία, που μαζί με τα Πεζά του, τις Συνεντεύξεις του, και τον ένα τόμο του Συμποσίου που γνωρίζω, και των βιβλίων που γράφτηκαν για τον ποιητή, (την εργογραφία του την αντέγραψα σε προηγούμενο σημείωμα) φωτίζουν το σύνολο της παρουσίας του, των σκέψεών του, των ιδεών του, των κρίσεών του, την οντολογία του, την φιλοσοφία και στάση ζωής του, τις εμμονές του, τις ακραίες του ορισμένες φορές απόψεις, των θέσεών του για τα πολιτιστικά και πνευματικά και καλλιτεχνικά πράγματα της χώρας μας, την εποχή που έδρασε ο ποιητής, ο ζωγράφος, ο ορθόδοξος, ο κομμουνιστής, τέλος ο μηδενιστής, ο γλωσσοπλάστης και γλωσσικός ανασκαλευτής, ο νάρκισσος γλωσσικά, ο βαθυστόχαστος, ο ακραίος αρνητής (σε ζητήματα ερωτικών ιδιαιτεροτήτων των αντρών), ο πότης Νίκος Δ. Καρούζος από το Ναύπλιο, που, όπως φάνηκε από την συνέντευξη στον Γιώργο Πηλιχό, ίσως να ήταν το τρίτο ελληνικό ποιητικό μας νόμπελ.

Η συλλογή των Ποιημάτων του 1961 περιλαμβάνει τις εξής ποιητικές μονάδες:

ΑΠΟΛΕΛΥΣΑΙ ΤΗΣ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ ΣΟΥ

(μεσ’ στο φθινόπωρο 1953).

Νηστεύει η ψυχή μου από πάθη

και το σώμα μου ολόκληρο την ακολουθεί.

Οι απαραίτητες μόνο επιθυμίες

και το κρανίο μου ολημερίς χώρος μετανοίας

όπου η προσευχή παίρνει το σχήμα θόλου.

Κύριε ανήκα στους εχθρούς σου

συ είσαι όμως τώρα που δροσίζεις

το μέτωπό μου ως γλυκύτατη αύρα.

Έβαλες μέσα μου πένθος χαρωπό

και γύρω μου

όλα πια ζουν και λάμπουν.

Σηκώνεις την πέτρα και το φίδι

φεύγει και χάνεται.

Απ’ την ανατολή ως το βασίλεμα του ήλιου

θυμάμαι πως είχες κάποτε σάρκα και οστά για μένα.

Η νύχτα καθώς την πρόσταξες απαλά με σκεπάζει

κι ο ύπνος του άλλοτε έλεγα πως ο μανδύας του

με χίλια σκοτάδια είναι καμωμένος

ο μικρός λυτρωτής-όπως άλλοτε έλεγα-

με παραδίδει ταπεινά στα χέρια σου.     

Η ΠΟΙΗΣΗ -Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΣΚΟΥΛΗΚΙΟΥ- ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ.- ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΔΕΛΕΑΡ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (αποσπάσματα «Διαλόγων»),- ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΠΟΥ ΕΞΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΤΑ ΝΕΡΑ. –ΒΑΘΜΙΔΕΣ. -Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΕΑΡ,- ΑΘΗΝΑ, Η ΦΛΟΓΑ ΠΟΥ ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΓΑΛΑΖΙΟ.- Ο ΦΙΛΟΣ ΕΝΑΡΕΤΟΣ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ. -Η ΣΥΝΤΟΜΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ.- ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕΣ’ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ.-ΑΓΓΙΖΟΝΤΑΣ ΑΥΤΗ ΤΗ ΝΕΟΤΗΤΑ.- ΑΓΓΙΖΟΝΤΑΣ. -ΤΟ ΦΥΛΛΩΜΑ. -ΤΑ ΤΡΙΣΤΙΧΑ ΤΩΝ ΘΑΝΑΣΙΜΩΝ. -ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ.- ΤΑ ΛΥΠΗΡΑ. -Η ΛΙΤΑΝΕΥΣΗ. ΤΡΟΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΗΛΙΟΣ. -ΠΑΛΙΝΤΟΝΟΣ ΑΡΜΟΝΙΗ. - Τ’ ΑΝΘΗ ΒΡΟΧΕΡΑ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΩΝ ΩΡΩΝ ΜΟΥ. -ΘΑΝΑΣΙΜΟ ΑΝΑΠΛΙ. -ΜΕΝΟΥΣΑ ΠΟΛΙΣ. -ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΑΟΡΑΤΗΣ ΧΑΡΑΥΓΗΣ. –Η ΣΚΟΤΕΙΝΙΑ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΜΟΥ. –ΘΡΥΜΜΑΤΑ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ. –ΕΞΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΘΗΛΥ. –ΒΡΑΔΙΝΗ ΑΘΗΝΑ. –ΜΕΓΕΘΗ ΓΑΛΑΝΑ ΤΗΣ ΦΛΟΓΑΣ. –ΤΟ ΕΑΡ ΜΕ ΘΥΕΙ Κ’ ΕΦΕΤΟΣ. –ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ.- ΠΛΗΓΕΣ ΑΠ’ ΤΟ ΘΕΡΟΣ ΤΟΥ ΒΡΑΔΙΝΟΥ ΚΑΙΡΟΥ. –ΜΕ Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ. –Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΜΑΓΟΥ. –Η ΕΞΑΡΣΗ. –ΣΤΗΝ ΑΣΙΝΗ ΟΙ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΕΣ. –ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΣΤΑΛΑΓΜΙΤΗ. –ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 1953.

    Τα δημοσιεύματα και οι μικρές μελέτες του φιλόλογου και συγγραφέα Πάνου Λιαλιάτση για τον συντοπίτη φίλο του ποιητή Νίκο Δ. Καρούζου, είναι πάρα πολλά και διάσπαρτα σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες (πέρα από αυτά που εγώ γνωρίζω, στο περιοδικό Νέα Εστία, στο περιοδικό Εποπτεία, στην εφ. Καθημερινή κλπ.) Τα περισσότερα από αυτά, αναλύουν την ποίησή της πρώτης του περιόδου. Μέχρι την μεταιχμιακή στροφή του, αλλαγή προς τον μαρξισμό, μα και κατόπιν, (όταν τον απέρριψε και αυτόν), των αναγνωστικών του περιπλανήσεων στις ανατολικές θρησκείες και παραδόσεις, κρατώντας όμως, όπως φαίνεται, την χριστιανική ηθική και κοινωνιολογία. Το ορθόδοξο κοσμοείδωλο της ελληνικής παράδοσης. Το ποίημά του «Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΡΟΜΕΡΟ», το στιγμιαίο «ο πρόεδρος Μάο την έσκισε»  το εξάστιχο «Λένιν και Μαχάτμα», (που συμπεριλαμβάνονται στον τρίτο τόμο) έρχονται και δένουν με το «Ο Χο Τσι Μινχ αναπαύεται» και παραδόξως, με την σύνθεσή του «Η πρώιμη κόλαση της Εύας Μπράουν». Ο κύκλος των ποιητικών του αναφορών σε ποιητές, έλληνες και ξένους, σε πολιτικά πρόσωπα και κοινωνικούς επαναστάτες του προηγούμενου αιώνα, σε ιερά σύμβολα της χριστιανικής πίστης, σε πτυχές της μυστικής της οντολογίας, σε τόπους όπως ο Άθωνας, μα και στην γενέθλια πόλη του το Ναύπλιο, την Αθήνα και σε οι περιοχές της που έζησε και περιδιάβηκε το μεγαλύτερο μέρος του βίου του είναι πάρα πολλές. Ιδιαίτερη κατηγορία στο έργο του είναι τα λεγόμενα αρχαιόθεμά του,-ποιήματα που ανατρέχουν άμεσα σε μύθους, πρόσωπα, σύμβολα, εικόνες της αρχαίας εθνικής ελλάδας. Μια άλλη κατηγορία ποιημάτων του ή μικρών ποιητικών του ρήσεων, παραδοσιακού ή μοντέρνου στυλ είναι αυτά που διαπραγματεύονται την ίδια την λειτουργία, τον ρόλο και την σημασία της ποίησης, της γλώσσας που χρησιμοποιεί και τον ανατρεπτικό χειρισμό της, το στραμπούληγμά της μέσα στην ίδια την ποιητική μονάδα ή και των ξαφνιαστικών αντιθέσεων στις λέξεις των τίτλων των ποιημάτων του. Καθώς επίσης, και τα ποιήματα που φέρουν υπερρεαλιστική ένδυση, κάτι που μας δηλώνει, στην γενική ποιητική του εποπτεία, τουλάχιστον κατά την δική μου αναγνωστική επάρκεια, ότι έχουμε να κάνουμε με έναν έλληνα ποιητή Μπήτ. Έναν Beat έλληνα ποιητή, που συνδύασε την πολιτική επικαιρότητα και τις πολιτικές προσωπικότητες της εποχής του, του προηγούμενου ιστορικά αιώνα των πολλαπλών επαναστάσεων, ανατροπών και ιδεολογιών, με την ποίηση, την γλώσσα, την ορθόδοξη παράδοση του τόπου του, που κέντρο αναφοράς της έχει, τον κεντρικό ιδεότυπο και κοινωνικό των μεγάλων μαζών ψυχαναλυτή Ιησού. Το όνομα και ο συμβολισμός της θυσιαστικής προσφοράς του Ανθρώπου από την Ναζαρέτ είναι διάχυτος σε όλο του το έργο, που μοιάζει σαν το πρόσωπό του και οι πράξεις του –σαν «εντεταλμένος» του Θεού-να αποτελούν σκόρπιοι σπόνδυλοι μέσα στο ποιητικό του σώμα. Ακόμα και όταν στις μεταιχμιακές ποιητικές του στιγμές αρνείται όλη την προηγούμενη περιδιάβασή του σε πρόσωπα και καταστάσεις, φιλοσοφίες και ιδέες, σε ρεύματα της ποίησης και της γλώσσας, και ασπάζεται το μηδέν, αυτό το απόλυτο τίποτα που εξέφρασε και ο Νίκος Καζαντζάκης, δεν παύει αυτό το μηδέν να είναι ένα ιερό γενεσιουργό τίποτα, μιας επαναλαμβανόμενης αναδημιουργίας και αναγέννησης του κόσμου, της ίδιας της ματαιότητας της ζωής, μέσα από τις διάφορες τελετουργίες του και ψαλτικούς του δοξαστικούς συμβολισμούς. Το Μηδέν είναι το τρίτο πρόσωπο της αγίας του τριάδας. Το ένα είναι ο Θεός με μικρό ή μεγάλο Θ που αναγράφεται στην ποίησή του και το άλλο είναι τα πρόσωπα της κοινωνικής επανάστασης. Έτσι συνδυάζεται ο Λένιν με τον Μαχάτμα Γκάντι και ο επαναστάτης Ιησούς με τον στρατιωτικό ηγέτη Τρότσκι. Είναι ο ίδιος έλληνας ποιητής που γράφει το πεζόμορφο «Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΣΤΟ ΠΛΕΥΡΟ ΜΟΥ», «Φωτιές της Μεγάλης Πέμπτης. Έρημη φρενοβλάβεια λέει πως έρχονται τάχατες οι αποθαμένοι και ζεσταίνονται… Τι θαύμα εάν αυτό γινότανε!.......» με τον έλληνα που γράφει το «ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΕΝΟΣ ΡΑΚΕΝΔΥΤΟΣ» και ομνύει στον έλληνα πατέρα των θεών και των ανθρώπων νεφεληγερέτη Δία. «Ω Δία ερωτύλε που νεφελώνεις αιμάσσοντας/ το ανδραγάθημα μηδενικού βλέμματος/ αντίκρυ σ’ ομορφιά κι ασκήμια./…..». Ενώ ταυτόχρονα μας μιλά για τα δικά του μυστικά οράματα και αφιερώνει ποίημά του στον άγγλο μυστικό ζωγράφο και ποιητή Ουίλλιαμ Μπλέηκ, «ΣΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΤΟΥ WILLIAM BLAKE», «Είμαστε όλοι στον αέρα του Αναξιμένη./ Σ’ αυτή τη νέα βλάστηση στο κεντητό απριλοπάνι/….». Μια ιδιαίτερη πλευρά της ποίησής του που έχει ενδιαφέρον και είναι αξιοσημείωτη, είναι τα ποιήματά του που έχουν τίτλους προσώπων του μουσικού κλασικού ρεπερτορίου ή ελλήνων συνθετών, πχ. «Φόρος τιμής στον Μάρκο Βαμβακάρη», στον “J. Sebastian Bach”,  στον Βασίλη Τσιτσάνη, «Τσιτσάνη, πρέπει να πεθάνεις», και άλλα. Ο κύκλος των ποιημάτων του Νίκου Καρούζου που έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με την μουσική και πρόσωπά της είναι αρκετά μεγάλος και όχι αμελητέος. Είτε η φόρμα του είναι παραδοσιακή, δηλαδή ακολουθεί τους κανόνες της ομοιοκαταληξίας και της εσωτερικής ρυθμολογίας του στίχου είτε είναι στιχάκια της στιγμής, μοντέρνα, κάτι σαν λεκτικές λεζάντες κάτω από μια στιγμιαία και επικαιρική έμπνευσή του. Βλέπουμε ότι ο Καρούζος πειραματίστηκε, γονάτισε ή ύψωσε την ποιητική του γραφή ανάλογα με την διάθεσή του. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ορισμένες φορές διαβάζοντας τα ποιήματά του, έρχεται στην σκέψη μου ο αμερικανός και πότης ποιητής Τσαρλ Μπουκόφσκυ, ο ποιητής όχι τόσο ο πεζογράφος.

 Ο Πάνος Λιαλιάτσης, επανερχόμενος, στέκεται στην πρώιμη περίοδό του, ερμηνεύει κυρίως, την περίοδο της ποιητικής του ορθοδοξίας αν στέκει ο όρος. Ορθά, όμως εντάσσει τα ποιήματα αυτά στην αμιγώς ορθόδοξη πλευρά του  χαρακτήρα του. Εμφορείται δηλαδή ο ποιητής από τα χριστιανικά ιδεώδη και τους μεταφυσικούς συμβολισμούς και υμνολογικές αναφορές της ορθόδοξης βυζαντινής παράδοσης και εκκλησιαστικής γραμματείας. Να υπενθυμίσουμε τα ταξίδια του στην χερσόνησο του Άθω. Το κείμενο του, μεταξύ άλλων, για την ζωγραφική του Πανσέληνου στον ναό του Πρωτάτου στις Καρυές. Ανάλογες  θέσεις υποστηρίζουν και οι κριτικοί της ποίησής του αυτών των δεκαετιών. Ο Πάνος Λιαλιάτσης προς τιμήν του, παρά τα δικά του θρησκευτικά βιώματα, δεν εκβιάζει στην ερμηνεία του, την ποίηση του Νίκου Καρούζου, θέλοντας να την χουχουλιάσει σε μια ορθόδοξη χριστιανική αχλύ μόνο, πέρα από αυτό που μας φανερώνουν τα ίδια τα ποιήματα. Δεν την περιλαμβάνει σε έναν κύκλο ελλήνων χριστιανών πιστών ποιητών, όπως είναι η ποίηση του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του Παντελή Β. Πάσχου, του πειραιώτη Δημήτρη Φερούση, του ανθολόγου και μελετητή των χριστιανικών γραμμάτων Νίκου Τυπάλδου, του συγγραφέα Νίκου Αρβανίτη, του Νίκου Καμβύση που διαθέτει ο λόγος τους ελάχιστα ίσως κοινωνικά και πολιτικά ανοίγματα αγωνίας. Είναι περισσότερο ποιήματα χριστιανικής αγωνίας παρά οντολογικής εμβάθυνσης, η ποίηση αυτή είναι βέβαιη για την πίστη της, τα αποτελέσματα των ενεργειών της. Δεν θα εξέφραζε ποτέ τον στίχο «βοήθητι εν τη απιστία μου».  Η καθαρά χριστιανική ποίηση στηρίζεται σε μια θεματολογία, σε εικόνες και σκηνές, σε συμβολισμούς του θείου δράματος, της εκκλησιαστικής σκηνογραφίας και φιλολογίας, στην διαδεδομένη παράδοση των ιερών βιβλικών αναφορών και προσταγμάτων, κανόνων βίου και πολτείας εν χριστώ ζωής, για να μείνω σε ενδεικτικά ονόματα ποιητών. Ο ποιητικός λόγος του Νίκου Καρούζου της πρώιμης περιόδου του, διαφέρει και από τον σύγχρονο ποιητικό θρησκευτικό λόγο όπως πχ. είναι η ποιητική πνοή του ορθόδοξου ποιητή και στοχαστή Δημήτρη Κοσμόπουλου, που υιοθετεί έναν πολύ μοντέρνο και σύγχρονο λόγο για να εκφράσει το δικό του ορθόδοξο βίωμα, έναν οραματισμό του κόσμου μας που περιλαμβάνει και δείχτες ποιητές της παλαιότερης και σύγχρονης ελληνικής γραμματείας. Ο Λόγος του Κοσμόπουλου όπως και ορισμένες φορές του Σωτήρη Γουνελά, συνδυάζει την ποίηση με την πίστη των ανθρώπων των μοντέρνων καιρών μας. Γίνεται αποδεκτός και από τον πιστό και από τον άπιστο, και από τον αναγνώστη και θιασώτη της ελληνικής ποίησης. Δεν θα μπορούσε να συγκριθεί η φωνή του Καρούζου, με την χριστιανική πνοή της Ευαγγελίας Παπαχρήστου-Πάνου, ζεστή πνοή πίστης μάλλον χαλαρή ποιητική γραφή-όχι πάντα. Να συγκριθεί με την φωνή της ποιήτριας Όλγας Βότσης, (η φωνή της Βότση, είναι περίκλειστη σε ένα Καφκικό περισσότερο σύμπαν περί της ύπαρξης) ή μοναχών ποιητών, όπως είναι ο ποιητικός λόγος του Νικόδημου του αγιογράφου, του περουβιανού Συμεών, του αγιορείτη μοναχού  Μωυσή, φωνές καθαρά μέσα στο δόγμα της πίστης τους, και είναι λογικό, μια και είναι περισσότερο μοναχοί και ασκητές παρά ποιητές. Ή, πάλι, από την παλαιά γενιά των ποιητών μας, όπως είναι ο θρησκευτικής πνοής λόγος της ποιήτριας Μελισσάνθης, του Ιωάννη Πολέμη, του Στέλιου Σπεράντζα και άλλων, που ζωντανεύουν μέσα στο έργο τους περισσότερο μάλλον μια χριστιανική σκηνική ηθογραφία, ενός κόσμου της επαρχίας που δομείται σε πατροπαράδοτες αξίες που προέρχονται από την μακραίωνη ιστορική σύνδεση της ορθόδοξης εκκλησίας με τις ιστορικές στιγμές του Έθνους. Όπου η εκκλησιαστική υμνογραφία και υμνολογία αποτελούσαν το κέντρο αναφοράς και παιδείας της ζωής και των σχέσεων των ανθρώπων της αγροτικής κοινωνίας της ελλάδας, άλλων ιστορικών καιρών. Ιστορικές εποχές που αλήθευαν μέσω του θρησκευτικού βιώματος και του δημοτικού ποιητικού λόγου. Η εκκλησιαστική ποίηση και υμνολογία των μεγάλων εορταστικών κύκλων, των κυριακάτικων συνάξεων επί τω αυτώ της κοινής πίστης και μεταφυσικής ελπιδοφορίας, τα μαρτυρολόγια των αγίων, τα συναξάρια,  ήσαν η μοναδική πολιτιστική αναφορά ζωής των ελλήνων και διαπαιδαγώγηση των οικογενειών τους. Κλειστές κοινωνίες περίκλειστη πίστη. Η φωνή του Καρούζου στις οντολογικές της στιγμές, πτυχές αμφισβήτησης και αγωνίας, απορίας και ερωτημάτων, προσομοιάζει ή έχει την ατμόσφαιρα στιγμών του ποιητικού λόγου της Ζωής Καρέλλη, μόνο που η ποίηση του Καρούζου έχει την δική του ιδιαίτερη, άναρχη πολλές φορές γλωσσική εκμετάλλευση, χρήση λέξεων με την δική τους αυτοτέλεια, που δεν τις συναντάμε πέραν ίσως από το δικό του ποιητικό σώμα. Είναι ένας λόγος που στηρίζεται στις εννοιολογικές αποχρώσεις λέξεων ερανισμένων από όλο το φάσμα της ελληνικής γλωσσικής παράδοσης, παραλλαγμένος. Φτιάχνει λέξεις, μπερδεύει λέξεις, ανακατεύει λέξεις, συνθέτει λέξεις, αναγραμματίζει λέξεις, τους αλλάζει το νόημα, την συλλαβική σύνθεση, τις εμπλουτίζει με νέες έννοιες και ποιητικές χρήσεις. Τις εκμεταλλεύεται αγρίως. Φωτίζει τις ρίζες τους και δίνει νέο ονοματολογικό νόημα στην νέα τους λειτουργία μέσα στο ποίημα. Παίζει μαζί τους χωρίς να τις ρωτά, άλλοτε σεβόμενος την παραδοσιακή τους σημασία και άλλοτε αγνοώντας την, τις επανατοποθετεί μέσα σε μια ποιητική μονάδα, πολλές φορές με ένα εσκεμμένο μάλλον κραυγαλέο τρόπο. Μέσα σε μια ποιητική σύνθεση, σε μια εικόνα με έναν εντελώς πρωτότυπο ατομικό και παράξενο τρόπο. Ο Καρούζος, είναι λεξιμαγευτής, μαγεύεται από το νέο ειδικό βάρος που τους δίνει μέσα στο έργο του, από την παραμόρφωσή τους, το χαροποιό από τον ίδιο στραμπούληγμά τους. Άλλοτε τις ενδύει πλουσιοπάροχα και άλλοτε τις αφήνει γυμνές σαν επαίτες. Το λεξιλόγιο του Καρούζου δεν υπάγεται σε κανέναν ορθογραφικό ή ερμηνευτικό κανόνα, δεν ακολουθεί τις ανάλογες επιλογές των ορθοτομούντων των λόγων της λεκτικής και ποιητικής αληθείας  Ο Καρούζος είναι ο μέγας αιρεσιάρχης του ελληνικού ποιητικού λόγου. Ένας αιρεσιάρχης όμως, που φορά τα άμφια του ιερέα. Οι λέξεις του Καρούζου, οι ιδιαίτερες, που αρθρώνουν και τους τίτλους των ποιημάτων του τροφοδοτούνται από την δική τους και μόνο τυπολογική αναφορικότητα. Οι ίδιες οι λέξεις ερμηνεύουν τον εαυτό τους και αυτό αρέσει στον ποιητή. Τον θέλγει η ακατανόητη από τους πολλούς ετερότητά τους. Προσφέρουν αίγλη και δύναμη στην ποιητική του κατάθεση, αίσθηση και κυριαρχία ανατροπής ακόμα και της ίδιας του της ποίησης, όπως μας την παραδίδει αποτυπωμένη σε μικρά χαρτιά ή στην άσπρη κόλλα. Ποιήματα σχολιασμοί στο βιβλίο της ζωής του. Τα Ποιήματα που αναφέρονται στην μη λειτουργία πλέον της Ποίησης είναι αρκετά, καθώς αρκετές είναι και οι εμβόλιμες αναφορές του μέσα στο ίδιο το ποίημα ότι δεν πιστεύει πλέον ούτε στον ρόλο των λέξεων. Οι λέξεις του Καρούζου είναι ένα νέφος λάμπουσας σκόνης που ακολουθούν το άστρο από το οποίο προέρχονται, ενώ αυτό έχει ήδη από πολλού αρχίσει να δύει. Ο Νίκος Καρούζος δεν θα μπορούσε ακόμα και αν παρέμενε στο χριστιανικό περιβόλι της ορθοδοξίας και δεν ερωτοτροπούσε ή ασπάζονταν τις κομμουνιστικές ιδέες, να γίνει ένας εκκλησιαστικός ψαλμωδός όπως ο Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, ή ένας υμνωδός του Στάλιν όπως ο Γιάννης Ρίτσος, στην δεύτερη περίοδο της ποιητικής του διαδρομής. Ο ατίθασος χαρακτήρας της προσωπικότητάς του ήταν τόσο ιδιαίτερος και προσωπικός, που δεν θα χωρούσε σε καμιά ιδεολογία, δεν θα άντεχε καμιά μεταφυσική δέσμευση, κανένα δόγμα της εκκλησίας και των κειμένων της, των δοξασιών της. Πανοπλία του, τα διαβάσματά του, ο στοχασμός του, η γλώσσα και οι λέξεις που επιλέγει, οι άναρχοι οραματισμοί του για την κοινωνία, τον κόσμο, τον άνθρωπο, τον θεό με μεγάλο ή μικρό Θ, η μποέμικη ζωή του, ο ασκητισμός του, η ειρωνεία και εν μέρει ο γλωσσικός και φιλοσοφικός του κυνισμός. Ένας σαρκαστικός κυνισμός που οδηγεί σε ποιητική τρυφερότητα σχοινοβατώντας πάνω στην άβυσσο του μηδενός της ύπαρξης-ανυπαρξίας.

Ο συγγραφέας και δοκιμιογράφος Πάνος Λιαλιάτση διαθέτοντας και ο ίδιος, σαν άτομο, αποθέματα μεταφυσικής χριστιανικής ευαισθησίας, κατανόησε από νωρίς το παιχνίδι αυτό του Καρούζου. Γιαυτό όχι μόνο του αναγνωρίζει περίτρανα και με σεβασμό την ποιητική πρωτοκαθεδρία στην διαδρομή της σύγχρονης Ναυπλιακής και Αργολικής λογοτεχνίας, του αναγνωρίζει χωρίς  ποιητική ή συγγραφική «ζήλεια» την καθολικότητα της όρασής του από τις πρώτες του κιόλας συλλογές, αλλά και σύνολης της ελληνικής ποίησης των τελευταίων χρόνων μας. Σημειώνει στο ένατο κεφάλαιο της εισαγωγής του βιβλίου του: «9. Η νεότερη λογοτεχνία στην Αργολίδα», «Ο Νίκος Καρούζος εισήγαγε τους νεότερους ποιητές στη μοντέρνα γραφή από τις αρχές της δεκαετίας του 1950. Σ’ αυτό συνέτειναν οι γενικότερες τάσεις της ποίησης.» σελίδα 91. Να υπενθυμίσουμε ότι ένα μέρος των δημοσιευμάτων του Πάνου Λιαλιάτση, που αφορούν το έργο του ποιητή, συμπεριλαμβάνεται στα κεφάλαια του τόμου: «ΠΑΝΟΥ ΛΙΑΛΙΑΤΣΗ,  Η ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 1830-1993», έκδοση ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΝΑΥΠΛΙΟΥ «Ο ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ», ΑΡ. 2. Αθήνα 1994, σελίδες 305. Την επιμέλεια της έκδοσης είχαν οι εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ. Τον τόμο αυτόν είχε την καλοσύνη παλαιότερα να μου τον προσφέρει ο κύριος Λιαλιάτσης, γιαυτό και στις πρώτες σελίδες του τόμου φέρει σφραγίδα «ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΝΑΥΠΛΙΟΥ ΄ ΄Ο ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ’ ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ».  Ο χρήσιμος αυτός τόμος-για όσους ενδιαφέρονται για τα ελληνικά γράμματα-δεν αφορά μόνο τους  ποιητές και λογοτέχνες που κατάγονται από το Ναύπλιο ή το Άργος. Είναι 23 εν συνόλω δοκίμια και 4 μελετήματα στα οποία ο Πάνος Λιαλιάτσης εξετάζει ή συνεξετάζει το έργο και την παρουσία, την πνευματική και καλλιτεχνική προσφορά 22 δημιουργών της περιοχής. Ο τόμος δεν έχει την «ξηρότητα» ενός λογοτεχνικού βιογραφικού λεξικού, διαβάζεται ευχάριστα και με άνεση, ακόμα και από τους μη συντοπίτες αναγνώστες του. Εκτός από τον Πρόλογό του και την εκτεταμένη Εισαγωγή του, σελίδες 15-93, ο συγγραφέας εμπλουτίζει το υλικό του με εκτενή παραθέματα, βασική και ειδική βιβλιογραφία για τους παρουσιαζόμενους, καταγραφή πρώτων δημοσιεύσεων του, γενικό ευρετήριο και ένα αγγλόγλωσσο Summary. Ο ποιητής Νίκος Δ. Καρούζος καταλαμβάνει ιδιαίτερη, ξεχωριστή θέση. Το βιβλίο αποτελείται Α΄ από την Εισαγωγή η οποία έχει 9 κεφάλαια. Το 8ο, αναφέρεται και έχει τίτλο «Η καθολικότητα του Νίκου Καρούζου», σ. 87-91. Η Β΄ και κεντρική θεματική του ενότητα Δοκίμια και Μελέτες, αποτελείται από 19 κεφάλαια. Το 10ο κεφάλαιο που είναι αφιερωμένο στον Ν. Δ. Καρούζο, έχει τρείς επιμέρους ενότητες. Α΄, «Αναφορά στην ποίηση του Νίκου Καρούζου», σ. 177-181. Β΄, «Η πορεία του Νίκου Καρούζου», σ. 182-186. Και Γ΄, «Η μεταφυσική αγωνία του Νίκου Καρούζου στις πρώτες ποιητικές του συλλογές», σ.187- 197. Τέλος, έχουμε το Επίμετρο, την Β. Βιβλιογραφία κλπ. Τα κείμενα έχουν στο τέλος τους την χρονιά που δημοσιεύτηκαν, στα περιοδικά και τις εφημερίδες. Ο τόμος εμπλουτίζεται με ασπρόμαυρες μικρές φωτογραφίες των ποιητών και των συγγραφέων. Των φιλικών πνευματικών συντροφιών της πόλης. Πέρα από την παρουσία του Καρούζου, διαβάζουμε κείμενο για έναν από τους κορυφαίους εκπροσώπους της γενιάς του 1930, τον Άγγελο Τερζάκη, του θεατρικού συγγραφέα και μυθιστοριογράφου του αστικού κοινωνικού και ιστορικού (βυζαντινού) μυθιστορήματος, σελ. 139-154, του παλαιού ποιητή, μαθηματικού πολυγραφότατου Στέφανου Δάφνη, συζύγου της ποιήτριας Αιμιλίας Δάφνη. Αναγνωρίζουμε την παρουσία της ποιήτριας Μπίλλυς  Βέμη, ο Λιαλιάτσης μας μιλά για το βιβλίο της «Νέλτο», για την ποιητική συλλογή «Η λύπη της βιγόνιας» του νέου ποιητή Φάνη Λελεμψή. Του πρόωρα χαμένου νέου ποιητή Τάκη Πέτρουλα (1963-1986), που, όπως μας πληροφορεί ο Λιαλιάτσης φοίτησε «στην Δραματική σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου, που την περάτωσε τη χρονιά που τον χτύπησε ο καρκίνος. Παράλληλα φοιτούσε στη Ράλλειο Παιδαγωγική Ακαδημία του Πειραιά.» σ. 238. Έχουμε τις σελίδες που μας μιλούν για την παρουσία και τα βιβλία του ευθυμογράφου Γιώργου Καραμάνου, του Αργείου ποιητή Σπύρου Παναγιωτόπουλου,  τις σελίδες για «Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΩΝ ΔΕΛΗΔΩΝ ΤΗΣ ΚΙΟΥ»: Χρήστος Δελής (1887-1960), Υπατία Δελή(1886-1972), Εύα Δελή (1921-1940), σελ. 127-138. Του ποιητή Τάκη Δημόπουλου, του λυρικού ποιητή Κώστα Θεοφανόπουλου, του Αναπλιώτη ποιητή Θεόδωρου Κωστούρου και άλλων. Στον τόμο δημοσιεύται και η μελέτη του Παντελή Β. Πάσχου για την ποίηση του Πάνου Λιαλιάτση, «Η γοητεία της εναγώνιας αγρύπνιας ήγουν Εισαγωγή στην ποίηση του Πάνου Λιαλιάτση» σ. 245-270. Στην εισαγωγή του ο Λιαλιάτσης, αναλύει τον χαρακτήρα και την ταυτότητα της Αργολικής Λογοτεχνίας. Κάνει λόγω επίσης, για Αργολική σχολή μέσα στην ελληνική γραμματεία. Στην εργασία του συγκεφαλαιώνει ότι είχε πει και εν μέρει γράψει, για το έργο του φίλου και συντοπίτη του ποιητή Ν. Κ.. Ο σεβασμός στο πρόσωπό του και το έργο του διακρίνεται τόσο στα σκόρπια δημοσιεύματά του όσο και στον τόμο για την Αργολική Λογοτεχνία. Ο Νίκος Καρούζος έχει την τιμή και την πρωτοκαθεδρία στην ομάδα των δημιουργών της Αργολίδας.

     Αν δεν λαθεύω, οι εργασίες του Λιαλιάτση για τον Νίκο Καρούζο, είναι υπέρτερες από εκείνες του συγγραφέα και κριτικού που φροντίζει το έργο του, του Ευγένιου Αρανίτση, δημοσιεύματα που παρουσιάζουν ενδιαφέρον και θα δημοσιεύσω σε επόμενο σημείωμα. Πέρα από το καθαυτό ποιητικό του έργο, ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα μικρά Πεζά κείμενα του Νίκου Δ. Καρούζου, που εκδόθηκαν το 1998 από τον Ίκαρο σε φιλολογική επιμέλεια της Ελισάβετ Λαλουδάκη. Κείμενα και βιβλιοκριτικές, για τον αλεξανδρινό ποιητή Κωνσταντίνο Π. Καβάφη, για τον κυρ Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, (που έχει γράψει και του έχει αφιερώσει ποιήματα),  για τον Κωστή Παλαμά, τον ζωγράφο Αλέκο Φασιανό, για τον Στρατή Δούκα, για τον Ανδρέα Εμπειρίκο, το Θέατρο Σκιών,  τον Γιάννη Ψυχάρη, το Δημοτικό Τραγούδι, τον συγγραφέα Γιώργο Μακρή, (έναν συγγραφέα μάλλον άγνωστο στο ευρύ κοινό), για τον «πολυβότανο» θεσσαλονικιό μυθιστοριογράφο Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, για τον ριζορθόδοξο Φώτη Κόντογλου, κρίσεις για την «Σύντομη Ιστορία της Νεώτερης Ελληνικής Φιλοσοφίας» του Ντίμη Αποστολόπουλου, κείμενα για την ελληνική παιδεία και την γλώσσα, την εκκλησία και την παράδοση, και πολλές άλλες μικρές κειμενικές παρεμβάσεις του σε συνέδρια ή συμπόσια της ποίησης, απαντήσεις του σε ερωτήσεις έρευνας δημοσιογράφων. Και ασφαλώς, κείμενά του και θέσεις του για τον ρόλο της Ποίησης στην εποχή μας. Για το τι είναι Ποίηση και ποια η σημασία της, οι αξιολογικές της αναφορές ζωής, η αχρηστία της στου σύγχρονους καιρούς, ίσως και το τέλος της, ένας προβληματισμός του που επανέρχεται συχνά μέσα στον ποιητικό και πεζό λόγο του Καρούζου, και που κάθε φορά το διαπραγματεύεται από διαφορετική οπτική και ερμηνεία συμπληρώνοντάς το. Να γράψουμε ακόμα, ότι ενώ στην χρήση του ποιητικού λόγου ο Καρούζος χρησιμοποιεί και μεγάλης φόρμας ποιήματα, από ποιητικά αποφθέγματα έως δισέλιδες ποιητικές μονάδες, στα πεζά του υιοθετεί μικρής φόρμας κείμενα. Ο δοκιμιακός του και σχολιαστικός του λόγος είναι μικρών στιγμών, δεν απλώνουν. Σαν μικρά ποιητικά πεζά στοχασμού αναστοχασμού παρατηρήσεων και εντυπώσεών του. Τα μελετήματά του αν και σπινθηροβόλα είναι κούτσικα. Σαν να μην, ίσως, διαθέτει την στόφα του δοκιμιογράφου στον ίδιο βαθμό όπως του ποιητή. Όπως και νάχει τα Πεζά του, είναι εξαιρετικά. Αντιγράφω ένα παρακάτω:

Η  ΕΛΛΑΔΑ  ΖΕΙ  ΜΕ  ΠΑΝΙΚΟΥΣ

     Η Ελλάδα βγάζει πάντα καλλιτέχνες κι ανάμεσά τους ορισμένοι είναι μεγάλης κλάσεως, αλλά πράγματι η χώρα σαν σύνολο δεν έχει κουλτούρα, δηλαδή έναν καλό μέσο όρο μορφωτικής συγκρότησης του λαού της. Αυτό συμβαίνει γιατί ο τόπος αυτός δεν είχε ποτέ σωστή και δημιουργική εκπαίδευση. Κι αυτό γιατί δεν υπήρξαν ποτέ σταθερότητες ζωής και συναρθρωμένης πραγματικότητας του τόπου. Από τότε που έγινε «ανεξάρτητο» κράτος, η Ελλάδα ζε με πανικούς. Πότε υπερισχύει ο πολιτικός πανικός (κάποια δικτατορία που θα εφορμήσει για να τα κάνει όλα λίμπα), πότε ο οικονομικός πανικός (μια κατάρρευση της οικονομίας που θα μας εκμηδενίσει), πότε όλα τα κακά μαζί. Τέτοια υπήρξε ως τα σήμερα η ιστορία της «ανεξάρτητης» Ελλάδας.

     Αν προσθέσουμε κάτι εμφύλιους πολέμους και τη διαμάχη «καθαρεύουσας» και «δημοτικής», συμπληρώνεται πρεπόντως η εικόνα που εξηγεί την απογοητευτική έλλειψη κουλτούρας στον παράξενο τόπο μας. Κ’ έτσι παρουσιάζονται φαινόμενα ως εξής: Όταν ο Παλαμάς έγινε γενικός γραμματέας στο πανεπιστήμιο, ακριβώς επειδή ήταν ποιητής, ο τότε πρύτανης (το αναφέρει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος) να του συστήσει να σταματήσει τους στίχους!.... Όταν ο Γιαννούλης Χαλεπάς τιμήθηκε με το Αριστείο της Ακαδημίας, αυτό δεν εμπόδισε την Πολιτεία να τον αφήσει να ζητιανεύει στο χωριό του στην Τήνο. Όταν ο Ανδρέας Εμπειρίκος εισηγήθηκε τον υπερρεαλισμό στην Ελλάδα, έγινε στόχος γενικής χλεύης κι αν δεν είχε, όπως ο ίδιος μου είχε εκμυστηρευτεί κάποτε, τη θωράκιση μιας κοινωνικής και οικονομικής επιφάνειας, θα τον έκλειναν σε κανένα τρελοκομείο. Ας μην ξεχνούμε ότι τότε η Ελλάδα αντιμετώπιζε τον «Τρίτο Ελληνικό Πολιτισμό» του Μεταξά και του Μανιαδάκη και δεν πολυαστειευότανε… Θα πείτε, αυτά γινόντουσαν τότε. Δυστυχώς, παρά το Νόμπελ, παρά τα Λένιν, παρά τα βενετσιάνικα Λιοντάρια, γίνονται και σήμερα. Το φετινό καλοκαίρι, που ήμουνα στο Ναύπλιο, διάβασα σε μια τοπική εφημερίδα εντός χτυπητού πλαισίου το ερώτημα: «Ποιος επέτρεψε το ανέβασμα των ανθελληνικών Τρωάδων;» Εδώ είναι που λένε: Και μη χειρότερα…. Σελίδες 236-237. Πρώτη δημοσίευση εφημερίδα Τα Νέα Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 1980, σε απάντηση σε έρευνα του δημοσιογράφου Γιώργου Κ. Πηλιχού. Βλέπε ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ, ΠΕΖΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1998, φιλολογική επιμέλεια, Ελισάβετ Λιαλουδάκη,

ΕΛΚΗΘΡΟ  ΔΙΑ  ΒΙΟΥ

Στην ερήμωση του πάγου στις διαφωνίες

φύσεως και λογικής

με όλα συγκρουόμενα με όλα διδάσκοντας

ο μέγας αυταπατώμενος

είν’ ο ποιητής

αποφεύγει τις εγκυκλοπαίδειες κι αναδύεται

στη γειτονιά του τυχάρπαστος.

Αυτό ελκύει κι οδηγεί στο αχανές κι αναπόκριτο.

Στην Αυλίδα ή στην Ταυρίδα;

Σελ. 421, από τον Β΄ τόμο των Απάντων του

     Ο δεύτερος αυτός τόμος περιέχει τις εξής συλλογές του: ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ (1979).-Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ-ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ (1980).- ΜΟΝΟΛΕΚΤΙΣΜΟΊ ΚΑΙ ΟΛΙΓΟΛΕΚΤΑ (1980).-ΦΑΡΕΤΡΙΟΝ (1981).- ΑΝΑΜΝΗΣΤΙΚΗ ΛΗΘΗ (1982).-ΑΝΤΙΣΕΙΣΜΙΚΟΣ ΤΑΦΟΣ (1984).-ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ  ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΩΝ (1986).- ΝΕΟΛΙΘΙΚΗ ΝΥΧΤΩΔΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΟΝΣΤΑΝΔΗ (1987). –ΛΟΓΙΚΗ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΧΗΜΑΤΟΣ (1989). –ΕΥΡΕΣΕΙΣ ΑΠΟ ΚΥΑΝΟ ΚΟΒΑΛΤΙΟ (1991).

Ο δε τρίτος τόμος  περιέχει τις εξής συλλογές και σκόρπια ποιήματα: ΠΡΩΤΕΣ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ.. –Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.-ΝΕΕΣ ΔΟΚΙΜΕΣ.-ΕΙΚΟΣΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ.-ΔΙΑΛΟΓΟΙ.- ΠΟΙΗΜΑΤΑ.-ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΑΛΛΑ ΜΗ ΕΝΤΑΓΜΕΝΑ ΣΕ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ. –ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΡΙΤΟΥΣ.-ΜΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ.

Μεσημέρι Μεσάνυχτα

ποιος ξέρει;

Εγώ διαφέρω από τη Μνήμη

Και διαγράφομαι πυγμάχος

Προς το μηδέν του αέναου Σύμπαντος.

Ενυπάρχω φερόμενος άναυδος.

Σελίδα 418. Πρώτη δημοσίευση εφημερίδα Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 6/10/1991.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2020.