Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2024

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ΟΛΟΓΥΡΑ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ. Βασίλης Βασιλικός, ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ  ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

          ΟΛΟΓΥΡΑ  ΣΤΗ  ΛΙΜΝΗ

του  ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

     Όταν επανήλθες μετά επτά έτη εις την ωραίαν τοποθεσίαν, την προσφιλή εις τας αναμνήσεις σου, δεν ήτο Φεβρουάριος ο μην και δεν υπήρχαν πλέον ίτσα να μυρώνωσι την ατμόσφαιραν με τάς μεθυστικάς ευωδίας των. Αλλά δεν ήτο πλέον και η Πολύμνια εκεί, άλλο έμψυχον ίον, η μεθύσκουσα ποτέ την παιδικήν φαντασίαν σου με μόνον της λευκής λινομετάξου εσθήτος της τον θρούν. Δεν εσώζετο πλέον ούτε ο σικυών του αγαθού Παρίση, ο περιβάλλων ποτέ με χλοεράν πλαίσιον την γαληνιώσαν λίμνην, την αντανακλώσαν εις τα νερά της το αίθριον κυανούν, ούτε κάν η καλύβα του Λούκα του Θανασούλα, η βρεχομένη από το κύμα, παρά το στόμιον της λίμνης, όπου ουδείς αλιεύς ετόλμα εντός βολής να πλησιάση, διότι, και κοιμωμένου του Λούκα, η καραμπίνα ηγρύπνει παρά το πλευρόν του, και ήκουες τότε έξαφνα, εν τω μέσω της νυκτός, ξηρόν κρότον, ουδέν καλόν υποσχόμενον εις τον τολμητίαν, όστις θα εδοκίμαζε να πλησιάση ποτέ. Αν ηδύνατό τις να πιστεύση τα λεγόμενα, η καραμπίνα αύτη ήτον το αληθές ξυπνητήρι του ενοικιαστού της λίμνης, ειδοποιούσα αυτόν μυστηριωδώς διά κτύπου εις τον δεξιόν του ώμον περί της λαθραίας προσεγγίσεως βάρκας τινός εκ του λιμένος διά νυκτός. Διότι οι όροι του συμβολαίου έλεγαν, ότι όλα τα κεφαλόπουλα και τα καβούρια, όσα επλησίαζαν εις την λίμνην, ήσαν της λίμνης, ενώ όσα ετόλμων να εξέλθωσιν αυτής, δεν ήσαν του λιμένος. Εφηρμόζετο δ’ ενταύθα κατά πλάτος το αξίωμα «τά εμά εμά, και τα σά εμά».

     Άλλοτε κατήρχετο εκεί, βόσκων τας ολίγας αμνάδας και τα αρνία του, ο μπαρμπα- Γιωργός, Θεός σχωρέσ’ τον, ο Κοψιδάκης, όστις δεν εφείδετο να διηγήται εις πάντας όσας οπτασίας έβλεπεν (αγίους, αγγέλους, δαίμονας, την κατάστασιν των ψυχών, και αυτήν την τελευταίαν κρίσιν, όλα τα έβλεπεν ο μακαρίτης) και άπαξ μάλιστα ηλήθευσε περιφανώς, όταν έπεισε τους πολίτας και «τον δήμαρχο με όλη τη δωδεκάδα», ότι ήτον επάναγκες ν’ ανακαινίσωσιν εκ βάθρων τον ναϊσκον του Αγίου Γεωργίου. Και προείπεν αυτοίς, ότι, άμα ανέσκαπτον τα θεμέλια, ο Άγιος θα ήρχετο βοηθός. Και πράγματι, ως ήρχισεν η σκαπάνη να ξεκοιλιάζη μετά δούπου την γήν και να στομούται, πλήττουσα λίθους και χάλικας, προέκυψεν είς το φώς δίδυμοι τάφοι μετά κιτρίνων σκελετών, τις οίδε από ποίου λοιμού κατά τους παρελθόντας αιώνας εκεί θαμμένων, και μεταξύ αδελφωμένων κοκκάλων και χώματος ευρέθησαν περί τα εκατόν ενετικά φλωρία. Άλλοι επίστευσαν τότε το θαύμα και άλλοι εξεπλάγησαν διά την σύμπτωσιν, αλλά το ορατόν αποτέλεσμα είναι, ότι ο ναϊσκος, ευπρεπής οπωσούν, εκτίσθη. Είς τον ναϊσκον εκείνον, όταν ήτον ακόμη παλαιός και στενός και μικρούτσικος, εκλείεσο το πάλαι, όταν ήθελες να επικαλεσθής την βοήθειαν του Αγίου διά τους πρωίμους πόνους της καρδιάς σου. Και δεν ηδύνατό τις να σε ονομάση βέβηλον, καθόσον δεν εζήτεις από τον Άγιον εγκόσμιον ευτυχίαν, αλλά παρηγορίαν διά τάς θλίψεις σου. Και εσύ έπλεες τότε εις ψεύδη ασφάλειαν, πεποιθώς, ότι κανείς άλλος δεν σε έβλεπεν από τον Θεόν και από τον Άγιον’ αλλ’ ο νέος εκείνος, όστις εφύλαγε τότε τα πρόβατα του μπάρμπα –Γιωργιού, Θεός σχωρέσ’ τον, του Κοψιδάκη, αν και δεν ήτο προικισμένος με το χάρισμα της προφητείας και των οπτασιών, ως ο αφέντης του, όταν σ’ έβλεπεν αντικρύ από τον λόφον, κι έκλειες την θύραν, άμα έμβαινες είς το εξωκκλήσιον, κατήρχετο γοργά-γοργά από τον λόφον, με τα τσαρουχάκια του, πατών εις την γήν τόσον μαλακά, ως να ήτο ελαφρός ατμός διολισθαίνων επί της χλόης, και συνέχων την αναπνοήν του, επλησίαζε σιγά-σιγά εις την μικράν, μισοασβεστωμένην και λαδωμένην από την υπερβολικήν ευλάβειαν των προσκηνητριών υαλόφρακτον θυρίδα του ναϊσκου, κι έβλεπε, χωρίς να τον βλέπης, τάς μετανοίας και τάς προσευχάς σου, και ήκουε, χωρίς να τον ακούης, τους ψιθυρισμούς σου και τους στεναγμούς σου. Ώ! πόσα έτη παρήλθον έκτοτε!

     Εχωρίζετο η λίμνη από της θαλάσσης διά πλατείας λωρίδος γής αμμώδους και κισσηρώδους, της οποίας μέρος ήταν το ναυπηγείον της πόλεως και μέρος ήτο ο σικυών του Παρίση. Κατά την δυτικήν όμως γωνίαν της λωρίδος αυτής, όπου ήρχιζε ν’ απλούται το μήκος του λιμένος, η λωρίς’ αύτη έβαινε στενουμένη έως του Αργύρη του μπάρμπα –Παναγιώτη τον ανεμόμυλον, όστις, με την αενάως στροφοδινουμένην κυκλοτερή πτέρυγά του, με τα τριγωνικά ιστία, εφαίνετο ως να προεκάλει τα έν τω λιμένι ηγκυροβολημένα πλοία, λέγων προς αυτά: «Να, εγώ αρμενίζω και στη στεριά»! Πόσας και πόσας φοράς ηναγκάσθης να θαλασσώσης, αφαιρών κάλτσες και πέδιλα, ανασηκώνων έως το γόνυ την περισκελίδα, επιμένων πεισμόνως να διαβής το ποτάμιον, όταν πολύ συχνά επήρχετο πλημμύρα, και η θάλασσα εγίνετο έν με τον βάλτον! Και διατί δεν απεφάσιζες ν’ ανακόψης τον δρόμον σου και να επιστρέψης είς την πόλιν; Διότι σου εφαίνετο, ότι κάτι έβλεπες, κάτι απήλαυες είς το τοπίον αυτό, ενώ εκείνη, ήτις το εζωντάνευεν, είχε γίνει άφαντος πρό πολλού. Και πότε πάλιν επροτίμας να λάβης την βορειοτέραν οδόν, την περιφερή, εκείθεν της λίμνης, διατρέχων όλο το Καβούλι με τους αγρούς και με τους αμπελώνας του. Εκεί επάτεις επί παχείας χλόης, υπό την οποίαν δεν ήξευρες πάντοτε, αν υπήρχε στερεά γη. Και εχώνεσο έως τους αστραγάλους είς τον βάλτον, αλλ’ ενόμιζες τούτο ευτυχίαν σου, διότι εφαντάζεσο πάντοτε, ότι έτρεχες να κόψης ίτσια δι’ εκείνην. Και όταν έφθανες, τέλος, με τα υποδήματα βαλτωμένα και τα περιπόδια υγρά, είς τον λευκόν οικίσκον του μπάρμπα- Κωνσταντή του Μιτζέλου, και τον εχαιρέτας, εκεί πού εσκάλιζε τα κουκκιά, φωνάζων μακρόθεν: «Καλησπέρα, μπάρμπα- Κωνσταντή!», κι εκείνος σού απήντα μειλιχίως: «Καλώς το παιδί μου!», τότε ηγάπας να φαντάζεσαι σεαυτόν ως μπάρμπα-Κωνσταντήν και την Πολύμνιαν ως θειά-Σινιώραν, και τους δύο κατά σαράντα έτη νεωτέρους, και ανεμέτρεις, οποία θα ήτον ευτυχία διά σέ, αν ήτο δυνατόν να συζήσης με την αγαπητήν σου, είς τον πάλλευκον εκείνον οικίσκον, (του οποίου όμως η υπερβάλλουσα λευκότης ωφείλετο είς τα ακατάπαυστα ασβεστώματα της θειά- Σινιώρας), και οποία θα ήτο εντρύφησις αισθήματος και ρομαντισμού, εάν διήγετε τάς ημέρας μετά της αγαπητής εν μέσω του ευώδους και χλοερού εκείνου κήπου, με τας ροιάς, με τάς ροδωνιάς, με τάς αμυγδαλέας και πασχαλέας, με όλα τα εκλεκτότερα φυτά και άνθη (τα οποία όμως ωφείλοντο είς τους ενδελεχείς κόπους του μπάρμπα-Κωνσταντή), παρά την όχθην της ωραίας λίμνης, όπου υπήρχεν εις ουρανός επάνω και άλλος ουρανός εφαίνετο κάτω, λεύκαι και κυπάρισσοι ανέτεινον τας υψηλάς κορυφάς των άνω, και άλλαι λεύκαι και κυπάρισσοι εκρέμαντο ανάποδα κάτω. Και όσαι μυριάδες άστρα εκόσμουν την νύκτα λάμποντα το στερέωμα, άλλαι τόσαι μυριάδες έλαμπον τρεμοσβύνοντα κάτω είς τον πυθμένα. Και καλαμώνες, σειόμενοι υπό του ανέμου, ύψωναν τους ασθενείς καυλούς των δύο οργυιές υπέρ το κύμα, και βρύα και λύγοι και ασφόδελοι απέζων εκ του έλους της λίμνης και εκ του λίπους του βάλτου, κλίνοντα τάς χθαμαλάς κορυφάς των προς το ύδωρ, ως ν’ απέδιδον εις την λίμνην την οφειλομένην ευγνώμονα υπόκλισιν. Και αντικρύ υψούτο ο λιμήν, με τας χλοεράς όχθας του ολόγυρα, τας εξαπλούσας είς τον ήλιον τάς πρασινιζούσας κλιτύς των, ως εύκολπα στήθη παρθένου, αναδίδοντα ζωήν και σφρίγος είς την πλάσιν. Δένδρα εκόσμουν ευπαρύφως τάς όχθας τας ορεινάς και τας αμμώδεις, και άλλα δένδρα, φυτευμένα εν τη θαλάσση, εστόλιζον το κύμα και τους αιγιαλούς, τα ιστία με τα εξάρτιά των. Και είς το βάθος εφαίνοντο προς βορράν τεμνόμεναι αι δύο των λόφων σειραί, αί περιβάλλουσαι ένθεν και ένθεν τον μακρόν, αλλ’ ευσύνοπτον είς το βλέμμα κάμπον, η μία, η ανατολική υψηλή, εγγυτέρα είς τον θεατήν, επιστεφομένην από το καλύβι του μπάρμπα-Γεωργιού, Θεός σχωρέσ’ τον, του Κοψιδάκη, όπου όχι άπαξ εώρτασες την Πρωτομαγιάν, παιδίον, με γάλα και με οβελίαν αμνόν και με στεφάνους και με λούλουδα, όταν έζη ο προς μητρός πάππος σου, ο μπάρμπ’- Αλέξανδρος, Θεός σχωρέσ’ τον, ο Καρονιάρης, όστις ηγάπα να εορτάζη μεγαλοπρεπώς την Πρωτομαγιάν, χορηγός αυτός όχι μόνον δι’ όλους τους υιούς, τας θυγατέρας και τα εγγόνια του, αλλά και διά τα αναδεξίμια του και τους κουμπάρους του, και διά τας κόρας των κολληγισσών του ακόμη, τας οποίας επταετής ήδη δεν ώκνεις να ερωτεύεσαι, φανταζόομενος, ότι τρέχεις κατόπιν αυτών είς τους ορμίσκους, εκεί όπου ελεύκαινον τας οθόνας, και ότι κρύπτεσαι μαζί των είς τα άντρα, τα πατούμενα υπό της θαλάσσης, αφριζούσης υπό την πνοήν του Βορρά, ονειροπολών την ευτυχίαν είς τους λευκούς και γλαφυρούς κόλπους, με τας ολοβροχίνους και βυσσινόχρους τραχηλιάς και είς τάς κυανόφλεβας και τορνευτάς ωλένας, με τάς μακράς και κεντητάς χειρίδας των. Πρώιμα όνειρα, νεότητος ανυπομόνου, ως η αμυγδαλή, η ανθούσα τον Ιανουάριον!

     Η άλλη, η δυτική λοφία, ήτο η Πλατάνα, απωτέρα είς τον θεατήν, υπτία, ανακεκλιμένη, βαθμηδόν ανέρπουσα προς τας υψηλοτέρας κορυφάς, ής την υπώρειαν περικαλλώς κοσμεί ο Πύργος του Μετοχίου, με τον ωραίον ναϊσκον του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Όλα αυτά τα έβλεπες αντικρύ σου ως τελείαν εικόνα αριστοτέχνου αληθώς, εκείθεν της λίμνης, από λευκόν οικίσκον του μπάρμπα-Κωνσταντή του Μπιτζέλου, καθώς και από το ναυπηγείον, το οποίον εφαίνετο απέναντι, εντεύθεν της λίμνης.

        Όλη η  μακρά πλατεία αμμουδιά, η απλουμένη μεταξύ της λίμνης και του λιμένος, δεν είχεν ουδέ ένα κόκκον άμμου αμιγή από πριονίδα, ουδέ ένα χάλικα ελεύθερον από την γειτονίαν πελεκουδίου. Πόσα δάση αγριοξύλων μετεμορφώθησαν ενταύθα, από αμνημονεύτων χρόνων, είς σκάφας με τα κατάρτια υψηλά, με μυριάδες οργυιών σχοινίων και πανίων, και πόσαι τοιαύται σκάφαι θα εκοιμώντο τώρα τον αιώνιον ύπνον είς τα βάθη της Μεσογείου ή του Ευξείνου! Δύο τοιούτοι σκελετοί εφαίνοντο σήμερον κείμενοι επί την μίαν πλευράν, είς τα ρηχά, αντικρύ του ναυπηγείου, με τάς σκωληκοβρώτους και μαυρισμένας σανίδας των, με τα σκουριασμένα καρφιά των, και τα διέχοντα στραβόξυλα, γυμνά μαδερίων, δι’ ών διέρρεεν ελευθέρως η θάλασσα, εφαίνοντο θλιβερώς μειδιώντα, με οδόντας άνευ χειλέων, ως να ώκτειρον βλέποντα εκ του σύνεγγυς την τόσην μανιώδη μέριμναν και μεταλλευτικότητα των ανθρώπων. Πόσαι χείρες ανθρώπων, πυρετωδώς εργασθείσαι άλλοτε εδώ, δεν έκειντο ξηραί είς τα βάθη της γης, πόσαι κεφαλαί, τόσον έχουσαι εγκέφαλον, όσος θα ήρκει, καθ’ ά έλεγε γηραιός ναυτικός, «διά να παλαμίση τις ένα καράβι ολόκληρον», δεν έθρεψαν αδηφάγα κήτη εις τον βυθόν του πόντου! Και όμως ο γέρων εκείνος θαλασσινός, με την πικράν ειρωνείαν, είχε χάσει αρτίως το πλοίον και τους δύο υιούς του από τρικυμίαν παρά τον Μαλέαν, και τώρα, με τα γεράματά του και με τον τρίτον του υιόν, επαιδεύετο να ναυπηγήση άλλο πλοίον μεγαλύτερον, έρημος των κυριωτέρων βοηθών του! Ούτως η ανάγκη του βίου και η συνήθεια δεσπόζουσι των ανθρωπίνων πραγμάτων! Δι’ εκείνον, το νέον τούτο πλοίον ίσως να ήτον, αν όχι ικανοποίησις, τουλάχιστον παρηγορία δια το γήρας! Και ούτω θα εξηκολούθει να διάγη τας τελευταίας ημέρας του ο γηραιός θαλάσσιος λύκος, εωσότου θα ήρχετο ίσως ημέρα, καθ’ ήν η θάλασσα, το μέγιστον τούτο θηρίον, το οποίον επιμόνως προεκάλει, θα τον ανέρριπτεν εξεγειρομένη από  των κόλπων της έως το στερέωμα, ως λέγει ο Βάϋρων, και θα τον έπεμπε ολολύζοντα εις τους θεούς του, απορρίπτουσα αυτόν οπίσω εις την γην. «Εκεί ας κείται!- There let him lay

     Κι εξηκολούθουν διαρκώς να ναυπηγώσι πλοία, και η τέχνη ετελειοποιείτο και το εμπόριον ηύξανε. Πάς, όστις ήθελε να ναυπηγήση, είχε πρόθυμον σύμβουλον τον καπετάν- Δημήτρη τον Κασσανδριανό, με την μακράν του τσιμπούκαν, με το ηλέκτρινον στόμιον, όστις είχεν ιδεί και ακούσει πολλά εις την ζωήν του, ο μακαρίτης. Τας ημέρας του γήρατός του τας εδαπάνα παριστάμενος θεατής των ναυπηγουμένων πλοίων, ερχόμενος κατά πάσαν εσπέραν με την τσιμπούκαν του, με την μακράν καπνοσακκούλαν του κρεμασμένην επί του τσοχίνου επανωβράκου, διά να καμαρώση τους κόπους και τας ελπίδας των άλλων και παρηγορήθη, διότι, πεισθείς εις τας απαιτήσεις των υιών του, ισχυριζομένων, ότι ήτο παρά πολύ γέρων, είχε παραχωρήσει αυτοίς την πλοιαρχίαν. «Σα θα κάμετε το Σταυρό σας να κόψετε τον κερεστέ, παιδιά, να κοιτάξετε καλά πόσο ημερών θα είναι το φεγγάρι…. Κι όντας θα σκαρώσετε με το καλό, να ξετάζετε, που είναι ο αστέρας… Βάρδα μπένε, να μην σκαρώσετε, μουδέ να το ρίξετε στο γιαλό, την ημέρα που είναι λιοτρόπι…» Και έδιδε, βραδύγλωσσος, πολυτίμους οδηγίας εις τον πλοίαρχον, ως και εις τον πρωτομάστορην, περί πάντων των συντελούντων εις την επιτυχή ναυπήγησιν, ως και εις την ευόδωσιν και προκοπήν του πλοίου. Όστις δεν τον ήκουε, τόσον χειρότερα δι’ αυτόν! Νεωτερισταί τινές πλοίαρχοι εδοκίμασαν να τον παρακούσουν, και υπέφεραν σκληρώς.

      Ενθυμείσαι, υπήρχον τότε τρία μεγάλα σκάφη πλησίον αλλήλων, ναυπηγούμενα υπό τον αυτόν αρχιναυπηγόν. Θαυμάσιος άνθρωπος! Πώς ηδύνατο να επαρκή και εις τα τρία, τρέχων από σκάφης εις σκάφην, μ’ έναν πήχυν εις την χείρα, με μίαν στάθμην και μ’ ένα σκέπαρνον, από του αυχένος κρεμάμενον, με την λαβήν επί του στέρνου. Και οποία στρατιά ανθρώπων ετέλει υπό τας διαταγάς του! Ο πλοίαρχος, οι βοηθοί του, οι πριονισταί, οι πελεκηταί, οι μαραγκοί, και οι καλαφάται. Δεν έλειπαν και οι γύφτοι, οίτινες είχον ιδρύσει προχείρως ανά μίαν καλύβην όπισθεν ενός εκάστου των σκαφών. Και με την κάμινον πλήρη ανθράκων, με τους φυσητήρας, με τους άκμονας, με τους ραιστήρας και τας βορείας σφύρας των, έκοπταν, έκοπταν μεγάλα καρφιά, τζαβέττες. Οποίος φοβερός θόρυβος. Οι κτύποι του ραιστήρος έπνιγον τον έρρυθμον τριγμόν του πρίονος, ο κρότος του σκεπάρνου εκάλυπτε τον δούπον της ξυλίνης ματσόλας, δι’ ής εκτύπα το στουπίον ο καλαφάτης, και υπέρ πάντας τους άλλους κρότους εδέσποζεν ο βαρύς ροίβδος του πελωρίου ραιστήρος, δι’ ού ενέπηγον τα χονδρά καρφιά και τους ξύλινους ήλους, τες καβήλιες, εις τας στρογγύλας πλευράς του κολοσσιαίου σκάφους. Και υψηλός, μεγαλόκορμος ανήρ, με ορθάς τας πλάτας, με το κόκκινον πλατύ ζωνάρι, συνέχον την μακράν σέλλαν του βρακίου υπό τους βουβώνας του, είχεν αναβή, ο δαιμόνιος, υψηλά επί της κωπαστής, και ο ήσκιος του, μακρός υπό τας τελευταίας ακτίνας του δύοντος ηλίου, εμεγεθύνετο τεραστίως, των μέν σκελετών πιπτόντων εντεύθεν της λίμνης, επί των φυτών του σικυώνος, του δε κορμού αορίστως κυμαινομένου επί του ύδατος, και της κεφαλής ζωγραφουμένης μεγαλοπρεπώς πέραν της λίμνης, προς ανατολάς, εις την υπώρειαν του βουνού. Ούτος ήτο ο πουργοτζής, έργον έχων ν’ ανοίγη τρύπες. Υπερμέγεθες πισσωμένον ζεμπίλιον, κείμενον κάπου, ανάμεσα εις δύο βουβά, μεγάλα ξύλα, υπό την πρύμνην, ήτο γεμάτον από τριβέλια διαφόρων μεγεθών, έως τρείς δωδεκάδας, ών το μεν μικρότερον θα ήτο έως δύο σπιθαμών, το δε μέγιστον, βαρύ, ογκώδες, ήτο σχεδόν ίσον με το ανάστημα του κατόχου του. Την στιγμήν ταύτην εχειρίζετο ακριβώς εν των μεγίστων τρυπανίων, και έκυπτεν, ο θαυμάσιος, επί της κωπαστής, αιωρούμενος ως σχοινοβάτης, και ήνοιγε βαθείαν κάθετον οπήν εις μίαν των πλευρών του σκάφους. Ώ, της ακαταληψίας!

      Αλλ’ ο ήλιος εκρύβη ήδη εις την κορυφήν του υψηλού πετρώδους βουνού, και ο ήσκιος του πουργοτζή διεγράφη και αυτός από την επιφάνειαν του ύδατος και από την άμμον της παραλίας. Οι μαστόροι, καθώς και οι πολλοί επισκέπται, οι περιπατηταί της εσπέρας, οίτινες ήρχοντο να συγκοπιάζωσι και αυτοί με το βλέμμα εις τους ιδρώτας των άλλων και ενίοτε να τους χασομερώσι με τας ακαίρους ερωτήσεις των, διασκελίσαντες τα παντού εσκορπισμένα ανά το ναυπηγείον βουβά, δοκούς και στραβόξυλα, συνήχθησαν όλοι εν συγκεχυμένω βόμβω περί την μικράν καλύβην του πλοιάρχου, ήτις ήτο πλήρης τάκων και τεμαχίων ξύλων και σπειρίδων με εργαλεία και τινών ενδυμάτων και κλινοσκεπασμάτων, διά να πίωσιν όλοι το τσίπουρο από μεγάλην χιλιάρικην φιάλην, με το αυτό ποτήριον όλοι. Μόνος ο πελώριος καραβόσκυλος, ο προσδεμένος με στερεάν άλυσιν έξω της καλύβης, όπισθεν της πρύμνης του μεγάλου σκάφους, εξέπεμπεν απειλητικόν υπόκωφον γρυλισμόν, ως να διέκρινεν αυτός μόνος τον βόμβον των κηφήνων από του βόμβου των μελισσών, κι εφαίνετο, αν του το επέτρεπαν, έτοιμος να εφορμήση. Αλλ’ ο πλοίαρχος, ο καπετάν- Γιωργάκης, όστις εφαίνετο κάπως μορφωμένος, με τους μακρούς αγκιστροειδείς, ξανθούς μύστακάς του, το ηλιοκαές πρόσωπων και το μικρόν ανάστημα, διά μονοσυλλάβων ανέκοπτε την ορμήν του: «Πίσω, Τσούρμο!... κάτω, Τσούρμο!». Ο Τσούρμος υπήκουεν, αλλά μετά δυσκολίας, και εξέφραζε την λύπην του διά παρατεταμένων γαυγισμών. Ήρχισε να κυκλοφορή το ποτήριον της ρακής, και οι ναυπηγοί όλοι και οι περιπατηταί έλεγαν τας συνήθεις ευχάς: «Καλορίζικο! μάλαμα το καρφί τ’, καπετάνιο! Καλό πλέψιμο!». Την τελευταίαν λέξιν οι πλείστοι επρόφεραν, κατά παραφθοράν, πλέξιμο. Και είς περίεργος άνθρωπος, με χονδρόν άσχημον πρόσωπον, με παχύτατον μύστακα επικαθήμενον ως στοιβιά επί των μήλων των παρειών του έως τους οφθαλμούς, ημιναύτης και ημιεργάτης και ημιεκφορτωτής (ούτος ήτο ο Αλέξανδρος Χάραυλος, ο ίδιος, όστις, πηδαλιουχών ποτέ εν μακρώ ταξιδίω, κατά την Μαύρην Θάλασσαν, επί μεγάλου πλοίου, την νύκτα, ηρωτήθη υπό του πλοιάρχου, περιπατούντος κατά μήκος του καταστρώματος από την πρύμναν έως την πρώραν: «Τί έχεις, βρε Αλέξανδρε, κι αναστενάζεις;», κι εκείνος απήντησε: «Συλλογίζομαι, καπετάνιε, πώς θα τα πληρώσουμε τόσα εκατομμύρια που χρωστάει το Έθνος!»)’ ούτος λοιπόν ο Αλέξανδρος Χάραυλος, ολίγον πέραν του δέοντος αφελής, προσληφθείς από της προτεραίας δια να υπηρετή είς την ναυπήγησιν του σκάφους, όταν ήλθεν η σειρά του δια να πίη και να χαιρετίση, επρόφερεν εξ υπερβαλλούσης αδεξιότητος ως εξής την ανωτέρω σημειωθείσαν λέξιν’

          -Καλό μπλέξιμο, καπετάνιο!

     Οι άλλοι εκάγχασαν’ ο ξανθομούστακος πλοίαρχος συνωφρυώθη, Τσούρμος ηγέρθη επί των οπισθίων ποδών και αφήκε φοβεράν υλακήν! Ο αδελφός του  πλοιάρχου, ο Δημήτρης ο Τσιμπίδας, ήγειρε την χείρα ν’ αρπάση από τον σβέρκον τον Αλέξανδρον τον Χάραυλον και να του καταφέρη ολίγους κονδύλους. Ο καπετάν- Γιωργάκης τον εμπόδισεν, αν και του εκόστισε πολύ. Διότι όλοι οι ναυτικοί, και οι πλέον μορφωμένοι σχετικώς, δεν είναι απηλλαγμένοι δεισιδαιμονιών και προλήψεων. Πώς να μήν είναι τις δεισιδαίμων, όταν «πολεμή με το μεγαλείτερον θηρίον», όταν παλαίη με το άγνωστον, και δεν ηξεύρη, αν αύριον θα επιπλέη ή θα ποντισθή, αν θα είναι είς την επιφάνειαν ή είς τον πυθμένα; Ο πλοίαρχος ηρκέσθη μόνον να είπη οργίλως’

          -Δάκω τη γλώσσα σ΄, βρε στραβο-Χάραυλε… Να μήν αρπάξω τη σαλαμάστρα, τώρα….

     Και μετά δυσκολίας πολλής εμπόδισε τον αδελφόν του να μήν τον αικίση.

     Εκεί, όπισθεν των θάμνων του φράκτου, εν μέσω των χωραφιών, αμπέλων και του αιγιαλού, όπου όχι σπανίως η μέν θάλασσα επάτει και αφωμοίου το ήμισυ κήπου ή αγρού με συκάς, μηλέας και απιδέας, οι δε διαβάται έκαμαν δρόμον το άλλο ήμισυ του αυτού κήπου ή αγρού (και οι ατυχείς ιδιοκτήται εις ποίον να προσκλαυθώσιν;), ήκουες πολλάκις την εσπέραν περί το λυκόφως, ενώ οι ναυπηγοί φορτωμένοι τα ζεμπίλια με τα σιδερικά των επέστρεφαν εις την πολίχνην, ήκουες, μεταξύ δύο ή τριών μαραγκών, μετρούντων τας ημέρας έως ού έλθη η πρώτη Κυριακή, κατόπιν της οποίας είποντο κατά σειράν τρείς ή τέσσαρες εορταί (των Κορυφαίων Αποστόλων, των Δώδεκα, των αγίων Αναργύρων και της αγίας Εσθήτος), και αναλογιζομένων μετά προαπολαύσεως μελλούσης μακαριότητος, ότι θα έπλεον όσον ούπω αντικρύ εις την ανατολικήν νήσον, την κρατούσαν δέσμια πανταχόσε της γης όλα τα τέκνα της με αόρατον συμπαθές νήμα πόθου και νοσταλγίας, θα έπλεον όλοι στοιβαζόμενοι εις δύο μεγάλας ολκάδας, έργα των χειρών των, όπως επί τετραήμερον εορτάσωσιν’ ήκουες, λέγω, διάλογον, οίος ο εξής’

          -Να, κοντεύουμε τώρα, Νταντή…

          -Αργούμε ακόμα, Μπεφάνη…

          -Τί λες, βρε Νταντή;…. Δευτέρα πέρασε, Τρίτ’ Τετράδ’ μιά, Πέφτ’ Παρασκευή δυό, Σαββάτο, πρώτα ο Θεός είμαστε πέρα.

     Και «ούτως οδός μακρά βραχεία γίγνεται», όχι κατά τον Σοφοκλέα.

     Αλλά δεν ήτο πάντοτε εσπέρα, όταν έβαινες προς την αμμώδη εκείνην παραλίαν με τ’ αβαθή ύδατα, και δεν έβλεπες πάντοτε ομάδας ανθρώπων επιστρεφόντων εκ του ναυπηγείου, ουδέ πτωχών γυναικών φορτωμένων σάκους πλήρεις πελεκουδίων επί των ισχνών ώμων των. Ήτο πρωία, και δεν είχε παρέλθει ο χειμών, και δεν είχαν ακόμη σκαρώσει τα μεγάλα σκάφη. Είς το ναυπηγείον μία μόνον βρατσέρα και δύο βάρκαι μικραί υπήρχαν σκαρωμέναι. Δεν ειργάζοντο εκεί ειμή ο μαστρο-Γιωργός, Θεός σχωρέσ’ τον, ο Βαγγελάκης, με την κοκκίνην σκούφιαν του, ήτις δεν ήτο ούτε φέσι, ούτε κούκος, ούτε καπέλλο, αλλά μετείχεν από όλα αυτά, με τους πισσωμένους αμπάδες του και με την πολύχρουν από τα εμβαλώματα καμιζόλαν του, και ο Γιάννης της Παναγιούς, με το υψηλόν και ορθόν φέσι του, με την μακράν και πολύπτιχον βράκαν του, με την άσπρην φανέλλαν και με την μεγάλην ζεμπίλαν του. Ο ήλιος μόλις είχεν ανατείλει, διαλύων τους ανερχομένους από την θάλασσαν προς την πρασινίζουσαν ακτήν λευκούς ατμούς, τα ύδατα ήσαν ρηχά από τον ασθενή άνεμον, όστις εφύσα. Εφαίνετο την πρωίαν εκείνην, ότι και αυτός ο Βορράς ευρέθη είς διάθεσιν φιλοπαίγμονα, θωπεύων μαλακά την θάλασσαν. Και η ψυχρή ροπή δεν ήτο δυσάρεστος εις τον μικρόν κτηματίαν, τον επιβαίνοντα του όνου του και απερχόμενον εις τον αγρόν του, ουδέ εις τον ζευγηλάτην, τον διά της φωνής αποτείνοντα τα κελεύσματα εις τους βούς του: «Ό! Μελίσσ’ όξου, Μαυρομάτ’!» και δια του βλέμματος θωπεύοντα την μεγάλην χύτραν, με τα καλομαγειρευμένα με ικανόν ευώδες έλαιον φασόλια, και με άφθονον κόκκινην πιπεριάν, την οποίαν, με το εξησκημένον βλέμμα του, είχεν ανακαλύψει ήδη ερχομένην όπισθεν των θάμνων, ολονέν και πλησιάζουσαν, σκεπασμένην καλά δια να μή κρυώση το φαγητόν, επιστρέφουσαν τον μέγαν κόφινον, επί των ώμων της φιλοτίμου οικοκυράς, σχεδόν αρμενίζουσαν ως βάρκαν, χωρίς να φαίνωνται ούτε αι χείρες αι υποβαστάζουσαι, ούτε οι πόδες οι βηματίζοντες. Ολίγαι στιγμαί θα παρήρχοντο ακόμη, και ο μέν Μελίσσης και ο Μαυρομάτης, απολυόμενοι προς ώραν του ζυγού, θα έβοσκον μακαρίως παρά τας χονδράς και οζώδεις ρίζας των ελαίων, ο δε ζευγηλάτης και ο βοηθός του, θα παρεκάθιζον επιφθόνως υπό το ευλογημένον φύλλωμα, και θα επειρώντο εγγύτερον της χύτρας.

     Αλλά σύ, φίλε, δεν προσείχες τότε εις τα τετριμμένα αυτά, αλλ’ εφθόνεις μάλλον τους μικρούς δεκαετείς παίδας, τους ανασηκώνοντας την περισκελίδα έως τον μηρόν, φέροντας τα πέδιλα εις το θυλάκιον και θαλασσώνοντας υπέρ το γόνυ εις το κύμα. Έβλεπες έξαφνα ένα τούτων να κύπτη να συλλαμβάνει με την παλάμην μικρόν οκταπόδιον, να το δαγκάνη εις τον λαιμόν, να αγωνίζεται ν’ αποσπάση από  τον καρπόν της χειρός του τούς μυζητήρας, να τρέχη εις την άμμον και να το καπνίζη γενναίως εις τον πρώτον λίθον, τον οποίον θα εύρισκε, λείψανον παρασυρθέντος από τα κύματα ξηρολιθίνου περιβόλου κήπου ή ερείπιον πάλαι ποτέ υπαρξάσης προκυμαίας. Και η μήτηρ σου η φιλότεκνος, όχι μόνον δεν σου επέτρεπε να τρέχης, όπως άλλοι, ανυπόδητος και σύ, αλλ’ απήτει να φορής και κάλτσες. Οποία δεσμά παιδαγωγικής δουλοσύνης! Ευτυχώς είχες πλησίον σου τον φίλον σου τον Χριστοδουλήν, όστις, ομήλιξ με σε, ήτο ευτυχέστερος κατά τούτο, ότι ήτο πάντοτε ξυπόλυτος και ουδ’ εφόρει ποτέ κάλτσες. Φιλότιμον παιδίον! Έτρεχε δι’ όλης της ημέρας από γιαλόν εις γιαλόν, έβγαζε γρινιάτσες, πορφύρες και πεταλίδες δια δύο, καβούρια διά τρείς, οκταπόδια διά τέσσαρες. Και μέρος μεν αυτών έκαμνε δολώματα, δια να ψαρεύη με την καλαμιάν από το δειλινόν έως το βράδυ, μέρος δε εμοιράζετο φιλαδέλφως με σε. Την πρωίαν εκείνην, ολίγον πρίν φθάσητε εις τον μύλον του μπάρμπα –Παναγιώτη, όστις ίσταται ως φρουρός παρά το δυτικόν στόμιον της λίμνης, εκεί όπου ήτο ουδέτερον έδαφος, μεταξύ θαλάσσης και ξηράς, ο φίλος σου ο Χριστοδουλής, επειδή εις το μέρος τούτο τα ύδατα εβαθύνοντο ολίγον τι αποτόμως, δεν ευρίσκετο πολύν μακράν εις το κύμα, και άμα είδεν, ότι η Πολύμνια, πλησιάσασα, ήρχισε να σου ομιλή, έσπευσε να αποβή εις την ξηράν δια να ακούση τί σου έλεγεν.

     Οποίον λεπτοφυές σώμα εσκέπαζεν η λινομέταξος ορφνή εσθής! Πώς διαγράφετο αρμονικώς η μορφή της με χνοώδη πάλλευκον χρώτα και τα ερυθρά μήλα των παρειών, με τον μελιχρυσον λαιμόν και με το ελαφρώς κολπούμενον στήθος της! Πόσον αβραί ήσαν αι χείρες, και πόσον μελωδική έπαλλεν εις το ούς σου η θεσπεσία φωνή της! Η ξανθοπλόκαμος κόμη, ατημέλητος ολίγον, ως να εβιάσθη να καλλωπισθή διά να εξέλθη και απολαύση την θαλασσίαν αύραν και τον τερπνόν της αμμουδιάς περίπατον, αερίζετο από την πνοήν του Βορρά, και το όμμα της με τα μικρά ματόκλαδα, ως πτεροφόρος ο ιστός, σ’ εσαϊτευε γλυκά εις την καρδιάν. Ενθυμείσαι! Οποίον αίσθημα εδοκίμασες τότε, και πώς δεκατετραετής μόλις ηρωτεύθης ήδη; Η Πολύμνια σου ωμίλησεν! Η Πολύμνια σ’ εκάλει ονομαστί! Οποία παιδική μέθη, ευκόλως παραχθείσα, διά μικράς δόσεως ρευστού! Εφαίνετο, ότι δεν εσήκωνες περισσότερον. Και όμως το πράγμα ήτο απλούστατον. Ο αδελφός της, δωδεκαετής, εκείνος ήξευρε τ’ όνομά σου και είπε τίς είσαι εις την Πολύμνιαν. Και αυτή δεν ενόμισεν, ότι θα εσαγίτευε την καρδίαν σου, αν σου απέτεινε τον λόγον, αφού μάλιστα ήθελε να σου ζητήση εκδούλευσιν. Εν τούτοις ο Χριστοδουλής έτρεξε πλησίον σου, καταβιβάσας εν σπουδή την περισκελίδα του, ως διά να μοιρασθή το βάρος της ευτυχίας.

     Η μελωδική φωνή της Πολυμνίας είπε’

          -Ξέρεις, πού είναι ίτσια; Μπορείς να μου κόψης τίποτα ίτσια;

Σύ έμενες κεχηνώς.

Αλλ’ ευτυχώς ο Χριστοδουλής είχε φθάσει ήδη.

          -Μπράβο! Μπράβο! …. Κυρία Πολύμνια! Εγώ τα ξέρω που είναι τα ίτσια… τώρα να πάμε να κόψουμε…

          -Θα με υποχρεώσετε πολύ, επανέλαβε και προς τους δύο η Πολύμνια.

     Και ο Χριστοδουλής έτρεξεν, ελαφρόπους, με το έν μπουδονάρι του ανασηκωμένο ακόμη έως το γόνυ, με το άλλο καταβιβασμένον είς τον αστράγαλον, ξυπόλυτος, με τα πόδια παπουδιασμένα, μαύρα, ψημένα από την άλμην του κύματος. Έτρεξες και σύ κατόπιν του, οκνός ασθμαίνων, αλλ’ έως να φθάσης εις την όχθην της λίμνης, πατών επί του ολισθηρού βάλτου, γλιστρών ανάμεσα εις τες αρμυρήθρες και εις τες βουρλιές, ο Χριστοδουλής είχε κόψει ήδη ολόκληρον δεσμίδα εκ των πρωίμων ευωδιών και μεθυστικών ανθεών, τα οποία εζήτει η Πολύμνια, τρέχων από συστάδα χόρτου εις συστάδα, αίτινες εσκίαζαν φιλαδέλφως τα πτωχά ωραία άνθη, τα τόσον τρυφερά και ασθενή, με τα λευκά πέταλα και τον ωχρόν ύπερον, τα οποία εφαίνοντο ως να παραπονούνται, διατί να φύονται εις το χώμα και να είναι τόσον χαμαιπετή’ ο Χριστοδουλής τα έκοπτεν ασπλάγχνως ανά δύο και τρία, μεμειγμένα με χόρτα, και τα εστοίβαζεν επί της ωλένης, της χειρός του, μεταβαίνων από βουρλιάν εις βουρλιάν, βλέπων τα βούρλα και αναστενάζων, διατί να μήν έχη αλιεύσει με τάς χείρας του τόσες πέρκες και τριγλία, όσα βούρλα έβλεπε, και διατί να μή δύναται να χρησιμοποιήση ταύτα όπως ορμαθιάση εκείνα.

     Μέχρις ού κατορθώσης και σύ να εύρης ολίγα ίτσια να κόψης, ο Χριστοδουλής είχε καταρτίσει ήδη ολόκληρον αγκαλίδα, και επέστρεφε τρέχων προς τον ανεμόμυλον, εκεί όπου ίστατο, περιμένουσα μετά του αδελφού της, η Πολύμνια. Εν τούτοις επρόφθασες και σύ και της έφερες μικράν, όση ηδύνατο να συνθλιβή μεταξύ αντίχειρος και λιχανού, δεσμίδα, αλλά το ευχαριστώ το προς σε ήτο, ως εικός, χλιαρώτερον από τα ευχαριστώ το προς τον φίλον σου. Και  ούχ ήττον έμεινες ευχαριστημένος, ολιγαρκής και κυριευμένος υπό αυταρέσκου νάρκης, ομωνύμου με το τρυφερόν εκείνο άνθος, το οποίον εζήτει μέν από σε, έλαβε δε από τον φίλον σου η Πολύμνια.

     Έκτοτε ο Χριστοδουλής ηραίωσε κατ’ αρχάς, είτα οριστικώς έπαυσε το μερίδιον, το οποίον σου έδιδε τέως από τα κογχύλια, από τα καβούρια και από τους γωβιούς, σύ δε ήργησες πολύ να μάθης, ότι τα έδιδε εις τον Νίκον, τον αδελφόν της Πολυμνίας. Είς μάτην τον συνώδευες, ως πάντοτε, βαδίζων επί της άμμου, θαλασσώνοντα έως τον μηρόν, και από καιρού εις καιρόν του εφώναζες’

          -Κ’ στοδουλή, βρέ! δεν έβγαλες ακόμα κανένα χταπόδι;

    Εκείνος τα χταπόδια και τα καβουράκια τα έβαζεν εις τον φουσκωμένον και βρεγμένον κόλπον του υποκαμίσου του, έχων τρόπον να τα ψοφά με δαγκωματιές και με ακρωτηριασμούς, και σου έδειχνε μόνον τες γρινιάτσες, λέγων, ότι θα υπάγη ύστερ’ από το μεσημέρι να ψαρέψη με την καλαμιά. Και όταν, περί την δείλην, τον παραμόνευες, παρά την αγοράν, επί της αποβάθρας, κι έβλεπες ιδίοις όμμασι να σπαρταρίζη κανείς γωβιός εις το άκρον του αγκίστρου του, και τότε σ’ εγέλα, λέγων, ότι θα κάμη τον γωβιόν δόλωμα, δια να βγάλη μεγάλα ψάρια. Ούτω χάνεται η φιλία!

     Πολλαί πρωίαι διέρρευσαν κατόπιν της πρωίας εκείνης του φθίνοντος Φεβρουαρίου. Επέρασεν ολόκληρος ο Μάρτιος, ήλθε και το Πάσχα, παρήλθεν ο Απρίλιος, και η Πολύμνια δεν εξήλθε πλέον εις περίπατον προς την παραθαλασσίαν του ναυπηγείου. Είς μάτην έτρεχες τακτικά κάθε πρωίαν κι εσπέραν εις την αμμουδιάν εκείνην. Η Πολύμνια, καθώς αργά έμαθες, είχεν αρρωστήσει, αρχομένου του έαρος, κατά την συμβουλήν δε των ιατρών είχε κάμει, περί τον Μάϊον, ταξίδιον μετά της θείας της, συνταξιούχου χήρας αντιπλοιάρχου του Βασιλικού Στόλου, διά ν’ αλλάξη τον αέρα.

     Τρία μεγάλα σκάφη είχον σκαρωθή από των πρώτων ημερών του Μαρτίου, και σύ δεν έπαυες να τρέχης καθ’ έκαστην, έως το ναυπηγείον, σταματών επί ώρας πολλάκις, παρά τον ανεμόμυλον, καθεζόμενος επί των κάτω κειμένων καταρτίων πάλαι ποτέ υπαρξάσης σολέττας, αναπολών, ότι εις το μέρος εκείνο εστάθη προ μηνών η Πολύμνια, όταν σου εζήτησε να δρέψης προς χάριν της ίτσα’ αλλά η Πολύμνια ήτο μακράν απούσα. Μόνον περί τα μέσα του Αυγούστου, ότε το τρίτον και ογκωδέστατον των ναυπηγηθέντων πλοίων είχε τελειώσει ήδη, επήγες και συ μετά πολλού πλήθους εις το ναυπηγείον, όπως ίδης την καθέλκυσιν του μεγάλου σκάφους. Το θέαμα ήτο επιβλητικόν, όπως λέγουσι σήμερον. Όλη η πολίχνη είχεν ερημωθή σχεδόν, και κόσμος πουάριθμος επλήρου την μεγάλην μεταξύ της λίμνης και του λιμένος λωρίδα. Εκείθεν του σκάφους ο ήλιος ήτο ήδη δύο κοντάρια υψηλά, και ίσταντο οι τραχείς, οι σκληραγωγημένοι ναύται και οι χειρώνακτες, συμπληρούντες το παλάμισμα της καρίνας, αποκαρφώνοντας τα βάζια ή υποσκάπτοντας εις την βάσιν, όπως είναι έτοιμα προς πτώσιν τα κοντοστύλια.

     Εντεύθεν του σκάφους, όπου βαθμηδόν ηλατούτο η σκιά ίσταντο πλήν των συνεργατών της καθελκύσεως και οι θεαταί, και ούκ ολίγαι γυναίκες, ελθούσαι προς τέρψιν. Οποίος τότε παλμός διέσεισε τα στήθη σου, όταν μεταξύ αυτών αναγνώρισες υπό κοκκίνην ομβρέλλαν την περικαλλή μορφήν της Πολυμνίας! Είχεν επιστρέψει από το ταξίδιον χωρίς να το μάθης. Ο Χριστοδουλής, όστις επήγε με την βάρκαν εις το ατμόπλοιον, την είχεν ιδεί, αλλά δεν σου το είπε. Και όμως ησθάνθης εις τα ενδόμυχά σου κρυφόν και ανεξομολόγητον ευτυχίας αίσθημα, όταν την επανείδες!

      Εν τούτοις το παλάμισμα, είχε συμπληρωθεί, τα βάζια ήσαν όλα καρφωμένα, η σκάρα με τα βουβά, λίπος αλειμμένα, ήτο στρωμένη πρό πολλού. Ο πρωτομάστορης, με το βαρειόν, έκαμε τους νενομισμένους τρείς σταυρούς εις το πηδάλιον και έδωκε τον πρώτον κτύπον της ωθήσεως εις το πελόριον σκάφος. Συγχρόνως έπεσαν εν ακαρεί τα κοντοστύλια όλα. Η καπετάνισσα, ωραία μελαγχροινή, μικρόσωμος, φορέσασα ως νέα ακόμη, δια την περίστασιν πλήρη την νυμφικήν στολήν της, με το λευκόν αναφές και αιθερόπλαστον αλέμι, την χρυσοκέντητον σκούφιαν, εικονίζουσαν γάστραν με άνθη και κλώνους, το βελούδινον βαβουκλί με τα χρυσοϋφαντα προμάνικα, την βυσσινόχρουν ολομέταξον και χρυσοκέντητον τραχηλιάν, την ζώνην με τ’ αργυρά μαλαμοκαπνισμένα τσαπράκια, το φουστάνι το χαρένιο με το ολόχρυσον ποδογύρι τρείς σπιθαμές πλατύ, κρατούσα μέγαν επάργυρον δίσκον διά της αριστεράς, περιήλθεν ολόγυρα το πλοίον και έρρανε διά της δεξιάς, με κοφέτα και με ορύζιον, την πρώραν, την πρύμνην, και τας πλευράς τους σκάφους. Οι ναύται, οι ναυπηγοί και πολλοί των θεατών, ως σταφυλαί εις κλήμα, ως μολυβήθραι επί σαγήνης αλιευτικής, επιάσθησαν από το παλάγκον και ήρχισαν να σύρωσι τον χονδρόν κάλων, νεύοντες όλοι προς την θάλασσαν, επαναλαμβάνοντες εν ρυθμώ το κέλευσμα: «Έ! γιάσα λέσσα! Έ! γιούργια!». Εν τούτοις, είτε διότι το έδαφος, εφ’ ού είχε σκαρωθή το πλοίον, δεν ήτο αρκετά κατωφερές, είτε διά την ατέλειαν των κινητήριων μέσων, το σκάφος εστέναζεν, εστέναζεν και δεν εκινείτο. Παρήλθον ολίγα λεπτά, η δύναμις εδιπλασιάσθη’ ο μέγας όγκος εικινήθη ολίγον τι, έως δύο σπιθαμές, το παλάγκον εκόπη από την βίαν του ελκύθμού, η γούμενα με τους δύο μακαράδες έμεινεν άπρακτος περί την πρύμνην, οι ημίσες των ανθρώπων δυσμόθεν του σκάφους έπεσαν εις την άμμον προς το μέρος της θαλάσσης και οι άλλοι ημίσεις έμειναν με το παλάγκον εις τας χείρας προς το μέρος της λίμνης, καγχασμοί και γογγυσμοί των πεσόντων, ών τινες εμωλωπίσθησαν ελαφρώς εις τον δεξιόν βραχίονα ή την πλευράν, ο πλοίαρχος κάθιδρως, ηλιοκαής, αξιολύπητος, εστενοχωρείτο φοβερά, και ο καπετάν- Δημήτρης ο Κασσανδριανός, όστις με το τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον μαμέν, με το τσόχινο πανωβράκι του, με τα υψηλά μέχρι του γόνατος υποδήματά του, τα οποία ηγάπα να φορή χειμώνα και θέρος, είχε έλθει να πρωτοστατήση εις την καθέλκυσιν του σκάφους και δεν είχε παύσει από πρωίας να δίδη οδηγίας και συβουλές, ιδών το ατύχημα εστέναξε και βραδύγλωσσος επεφώνησε’.

-Πφού! σκ’ ληκομυρμηγκότρυπα!

    Εν τω μεταξύ είχαν αμματίσει το παλάγκον, και πάλιν νέα προσπάθεια κατεβλήθη. Αλλά δεν παρήλθον ολίγα, λεπτά και το παλάγκον εκόπη εις άλλο μέρος, όχι εκεί όπου το είχαν αρτίως αμματίσει. Έφεραν νέον παλάγκον, ενώ ο πλοίαρχος, μη ευκαιρών να σπογγίση τον ιδρώτα του προσώπου του, δεν ηδυνήθη να μη ενθυμηθή την στιγμήν εκείνην την ακούσιον εκείνην αράν’ «Καλό μπλέξιμο!», και βεβαίως αν είχεν εμπρός του, αυτήν την φοράν, τον Αλέξανδρον τον Χάραυλον, κακό μπλέξιμο θα είχε μαζί του. Ο δε καπετάν- Δημήτρης, με το τσιμπούκι του, ιστάμενος παρά την καλύβην του γύφτου, κάτωθεν της πρύμνης, επανελάμβανε’

-Πφού! σκ’ ληκομυρμηγκότρυπα!....

     Οι δύο ιερείς, πρώην ναυτικοί, οίτινες είχαν αναρρίψει τα επιτραχήλια επί τον δεξιόν ώμον, και είχαν αναβή ελαφροί εις το κατάστρωμα, τελέσαντες τον αγιασμόν επλησίασαν εις την κωπαστήν και έβλεπαν τα συμβαίνοντα, διότι, καταρριφθείσης ήδη και της προχείρου κλίμακος, έμελλον να μείνωσιν επί του πλοίου, και δεν θα κατέβαιναν πρίν πέση το πλοίον εις την θάλασσαν, και δυνηθώσι να κατέλθωσι με τας ιεράς εικόνας εις την βάρκαν. Πλήθος δε από αθερίνες-παιδιά οκταετή και δεκαετή- έτρεχαν εμπρός-οπίσω επί του καταστρώματος, βοηθούντα δια του μέσου τούτου εις την καθέλκυσιν του πλοίου.

     Τέλος, μετά πολλούς αγώνας και τη εφαρμογή πολλών θεραπευτικών μέσων, το μέγα πλοίον αργά-αργά, ως καμαρωμένη νύμφη, έπεσεν εις την θάλασσαν. Μέγας τότε αλαλαγμός γυναικών σταυροκοπουμένων, παιδίων, σκιρτώντων, ανδρών τρεχόντων οπίσω της πρύμνης, ως να ήθελον δια του δρόμου τούτου να εκπτοήσωσι και να πειθανα γκάσωσι το πλοίον να πέση εις την θάλασσαν. Και ο μέγας καραβόσκυλος, ο Τσούρμος, τρέχων και αυτός όσον του επέτρεπεν η άκρα έντασις της αλύσεώς του, εγαύγιζε μανιωδώς προπέμπων το πλοίον, εφ’ ού εντός της ημέρας έμελλε να μεταφερθή. Και ενώ όλοι έτρεχαν προς την θάλασσαν κατόπιν του ολισθαίνοντος και καταφερομένου διά της εσχάρας σκάφους, εις μόνος εστράφη αίφνης, κρατών τον βορειόν του, και έτρεξε προς την αντίθετον διεύθυνσιν, προς την ξηράν, ως δια να κρυβή εις την καλύβην του πλοιάρχου, την χρησιμεύουσαν ως αποθήκην και δια τον ύπνον του νυκτερινού φύλακος. Ο τρέχων ούτος ήτο αυτός ο πρωτομάστορας, και έτρεχεν ουχί δι’ άλλον λόγον, ή διά να μη συμμερισθή το λουτρόν του πλοιάρχου, το οποίον τινές εζήτουν κατ’ έθος να επεκτείνωσι και εις αυτόν. Ηκούσθη δε τότε αίφνης μεγάλη φωνή, δεσπόσασα όλου του παμμιγούς θορύβου’

     -Τον καπετάνιο στο γιαλό!

     Η φωνή αυτή εξήλθεν εκ πολλών στομάτων συγχρόνως. Ο καπετάν- Γιωργάκης, ενδίδων εις την απαίτησιν του πλήθους, απορρίψας τα ελαφρά υποδήματά του, έτρεξεν επί της σκάρας πατών επί των ονύχων, όπισθεν της πρύμνης, και την στιγμήν, καθ’ ήν η πρύμνη απηλλάσσετο τέλος της εσχάρας και το σκάφος, φέρον υπερήφανον την κυανόλευκον επί κονταρίου μετ’ ερυθρού σταυρού, εβαπτίζετο το πρώτον εις το κύμα, ερρίφθη με όλα τα ενδύματά του κατά κεφαλής εις την θάλασσαν, βυθισθείς πρώτον, είτα ευθύς ανελθών εις την επιφάνειαν, και αφού εκολύμβησε δύο ή τρείς γύρες, επέστρεψεν εις τα ρηχά, επάτησεν εις την άμμον, απέβη εις την ξηράν, και υπό τους αλαλαγμούς του πλήθους έτρεξεν εις την καλύβην, όπου εις την στιγμήν ήλλαζε τα βρεγμένα αμπαδίτικα κι εφόρεσε τα κυριακάτικα.

     Είς όλα ταύτα ήσο παρών, φίλε, και όλα σχεδόν δεν τα έβλεπες. Η καρδιά σου, η φαντασία σου, οι οφθαλμοί σου ήσαν προσκεκολλημένα εις εκείνην, ήτις εφόρει τότε λινομέταξιν θερινήν εσθήτα κι εσκιάζετο από το κόκκινον παρασόλι. Μόνον οι αλαλαγμοί του πλήθους σε απέσπασαν από της βυθίας θεωρίας σου, όταν το πλοίον είχε πέσει εις την θάλασσαν και ο πλοίαρχος έγινεν υποβρύχιος κατόπιν αυτού. Αλλ’ άπαξ εξύπνησας, είδες, φεύ! και τι άλλο, το οποίον πολλοί των παρεστώτων δεν παρετήρησαν. Κατόπιν του πλοιάρχου, τρέξας μετ’ αλλοκότου ενθουσιασμού, ρήξας κραυγήν ηδονής και θριάμβου, ερρίφθη εις την θάλασσαν νέος τις, μόλις δεκαπενταετής. Ήτο ο Κ’στοδουλής, ο παιδικός φίλος σου. Πόθεν άρα ωρμήθη να το κάμη; Ίσως διότι ήλπιζε διά της εθελοθυσίας ταύτης,  της προσφερομένης εις την φειδωλήν Μοίραν, ν’ αξιωθή να γίνη και αυτός πλοίαρχος μίαν ημέραν; Ίσως και απλώς δια να τον ιδή η Πολύμνια; Ούτε το έν, ούτε το άλλο. Ο Χριστοδουλής είχεν έλθει ολίγον αργά εις το ναυπηγείον, όταν είχεν αφαιρεθή η σανίς η χρησιμεύουσα ως κλίμαξ και αι αντηρίδες είχαν ήδη υποσκαφή. Ησθάνετο δε ακατανίκητον επιθυμίαν ν’ αναβή εις το καράβι. Τι να κάμη; Δίς και τρίς εδοκίμασε να προσκολληθή πότε εις έν, πότε εις άλλο κοντοστύλι, άς ήτο και η βάσις των επισφαλής, και ν’ αναρριχηθή τολμηρώς έως την κωπαστήν του καραβιού. Δίς και τρίς τον είδαν, πότε ο πρωτομάστορης, πότε εις των μαραγκών, και μετ’ αυστηρότητος τον εμπόδισαν. Τότε τι να κάμη και αυτός; Αφού δεν ηξιώθη ν’ αναβή εγκαίρως εις το πλοίον, επαρηγορήθη ριφθείς εις την θάλασσαν, και ακολουθήσας το σκάφος εις τον δρόμον του. Εν τούτοις σύ ησθάνθης πικρόν νυγμόν ζηλοτυπίας. Η καρδιά σου επληγώθη από το παιδαριώδες τούτο κατόρθωμα. Πτωχός Χριστοδουλής! Τι του είχεν έλθει; Και ούτε εξήλθεν εις την ξηράν διά ν’ αλλάξη, όπου άλλως δεν θα εύρισκεν ενδύματα, αλλ’ ηκολούθησε κολυμβών το απομακρυνθέν πλοίον, με το υποκάμισον και την περισκελίδα φουσκωμένα, ως πανία βάρκας, υπεράνω της επιφανείας της θαλάσσης, είτα δε ανελθών εις λέμβον, εζήτησε διά νευμάτων από τους επί του πλοίου θριαμβευτικώς αλαλάζοντας παίδας να του ρίψωσιν ενδύματα’ μικρός μούτσος, ευσπλαγχνισθείς, του έρριψεν υποκάμισον και περισκελίδα ιδικά του, και ο Χριστοδουλής, αφού ήλλαξε, προσεκολλήθη εις μίαν των πλευρών, και πιασθείς από σχοινίου, ανήλθε θριαμβεύων εις το υψηλόν και ανερμάτιστον σκάφος.

      Το πλήθος εις το ναυπηγείον συνωθείτο τώρα περί την καλύβην του πλοιάρχου, όπου η μεγαλοπρεπώς στολισμένη καπετάνισσα μετά προθυμίας και αβρότητος προσέφερεν εις όλους γλυκίσματα και ποτά. Αλλά σύ ησθάνεσο τόσην πικρίαν εις τον ουρανίσκον, ως να είχεν αναβή η χολή σου όλη κι εχύθη προώρως εις το στόμα σου. Κι επιστρέφουσαν εις την πόλιν ηκολούθησες μακρόθεν την Πολύμνιαν, την  οποίαν είχες ιδεί μειδιώσαν προς την τρέλλαν του παιδικού σου φίλου, και την είχες ακούσει ψιθυρίζουσαν’ «Τι παράξενο παιδί, αυτός ο Χριστοδουλής!».

     Δεν ήτο αύτη η μόνη φορά, καθ’ ήν ο Χριστοδουλής ερρίφθη εις το ύδωρ με όλα τα ενδύματά του πρό των οφθαλμών της Πολυμνίας ή και χάριν αυτής. Ολίγας ημέρας ύστερον, μίαν Κυριακήν περί τα τέλη Αυγούστου, ο Παρίσης, ο καλλιεργητής του σικυώνος, καλόκαρδος, άφροντις, μελαψός, με μακράν την φούνταν του φεσιού, κρεμαμένην επί του ώμου, και ο Λούκας, ο εκμισθωτής της λίμνης, υψηλόκορμος, με μακρά σκέλη, με λινόχρουν τον μακρόν πέραν των ώτων μύστακα, με αστακού βρασμένου τον χρώτα του προσώπου, είχαν καθίσει καθώς πολύ συχνά το εσυνήθιζαν, «να το κλάψουν» ολίγον παρά το χείλος της λίμνης, υπό την δροσεράν αναδενδράδα, έξωθεν της καλύβης των. Ο ήλιος έκλινε προς την δύσιν, και από μιάς ώρας ήδη είχον δώσει και λάβει εναλλάξ πολλούς αδελφικούς ασπασμούς εις τα χείλη της φλάσκας, ήτις ήτο τετραόκαδος και είχε κομισθή αρτίως εκ της πολίχνης πλήρης μοσχάτου. Ο πιστός φίλος των, ο Αργύρης, ο συνιδιοκτήτης του ανεμόμυλου, τους είχεν επισκεφθή προ μικρού με τα αστεία του, και εις τον μέν Λούκαν είχε προσφέρει τσιγάρον μετά πυρίτιδος, όπερ ανάψας εκείνος έκαυσεν ολίγον δια της εκρήξεως τον πυρρόν μύστακά του, και ατάραχος είπε’ «ζαράρ γιόκ!», εις τον Παρίσην δε είχεν επιδώσει σπασμένην γκάϊδαν, προτρέπων αυτόν «να παίξη κανένα χαβά», αλλ’ όσον και αν ηγωνίζετο πνευστιών ο Παρίσης, η γκάϊδα ουδένα εξέβαλλε φθόγγον. Τέλος ο Αργύρης είπε: «δε φελάτε τίποτε κι οι δυό σας, κρίμα σ’ εσάς, κρίμα σ’!», και προσποιηθείς δυσαρέσκειαν απήλθεν. Οι δύο φίλοι έμειναν μόνοι, εξακολουθούντες να εκκενώσι σιγά-σιγά και μεθοδικώς την φλάσκαν. Είχαν ψήσει εις ανθρακιάν ημίσειαν δωδεκάδα κεφαλόπουλα και ούκ ολίγα καβούρια, και το μοσχάτον κατέβαινε μιά χαρά κάτω. Είχαν ενθυμηθή παλαιάς ιστορίας, διηγούντο προς αλλήλους τα παθήματά των, τα οποία δεν είχον τελειωμόν. Ο Παρίσης μάλιστα εξαρθείς από της πεζότητος ετραγούδει κατά προτίμησην «μερακλίδικα» τραγούδια, οίον τον στίχον’

     Σαν κλήμα με κλαδεύουνε και κλαδεμούς δεν έχω…

    Έλεγαν δε προς αλλήλους’ «Θυμάσαι, καρδάσ’ τούτο; θυμάσαι, γιολδάσ’, αυτό;». Όταν είναι τις με τον άριστον φίλον του εις ωραίαν εξοχήν, συμπαραστατούσης και φλάσκας με μοσχάτον, λησμονεί τα πάντα, και οι δύο άνδρες ούδ’ υπώπτευον ότι τους έβλεπέ τις, όπερ άλλως τους ήτο αδιάφορον. Αλλ’ όπισθεν των καλαμώνων, επί της αντίπεραν όχθης, ήμισυ μίλιον μακράν, ήτο χωμένος από δύο ωρών αφανής, ο παιδικός φίλος σου ο Χριστοδουλής. Τί εζήτει εκεί; Κατά πάσαν πιθανότητα παρεμόνευε πότε θ’ απεμακρύνοντο προς στιγμήν από της όχθης ο Παρίσης και ο Λουκάς, δια να χωθή γοργά εις την λίμνην και κλεψη ο πονηρός κανένα έγχελυν ή κεφαλόπουλα τινα και ολίγα καβούρια. Αλλά μάτην επερίμενε, και ήδη είχεν αποφασίσει, αναγνωρίσας μακρόθεν την τσότραν και ελπίζων, ότι οι δύο φίλοι εν τη ευθυμία των δεν θα τον έβλεπον, να επιχειρήση το τόλμημα και  απέναντι αυτών. Αλλά την στιγμήν εκείνην απροσδόκητον συμβάν είλκυσε την προσοχήν του.

      Ήγγιξεν ο ήλιος εις την δύσιν, όταν εις την καλύβην, έξωθεν της οποίας εκάθηντο οι δύο συμπόται, επλησιάσε γυνή τις συνοδευομένη υπό μειρακίου. Εφόρει λευκήν εσθήτα κι εκράτει κόκκινον παρασόλι, και ο Χριστοδουλής, με όλην την απόστασιν, την ανεγνώρισεν ευθύς. Ήτο η Πολύμνια μετά του αδελφού της του Νίκου. Οι δύο άνδρες εσηκώθησαν ευθύς, και εκ των νευμάτων και υποκλίσεών των ενόησεν ο Χριστοδουλής, χωμένος μέσα εις τες καλαμιές, ότι την επεριποιούντο και ήσαν πρόθυμοι εις τους ορισμούς της.

     Ολίγαι παρήλθον στγμαί, και βλέπει την Πολύμνιαν να πηδήση και να επιβή εις την μικράν φελούκαν, είδος σκάφης, μ’ επίπεδον το κύτος, χωρίς καρίναν, ήτις ήτο δεμένη εις το χείλος της λίμνης, ού μακράν της καλύβης, και ής επιβαίνων ο Λούκας εθήρευεν ανά την λίμνην τους εγχέλεις και τα κεφαλόπουλα. Κατόπιν της νεάνιδος, ο μικρός αδελφός της, λύσας την μπαρούμαν, επέβη, και λαβών το κοντάριον ήρχισε να αβαράρη εις τον βυθόν της αβαθούς λίμνης. Ο Χριστοδουλής εσυμπέρανεν ορθώς ότι της Πολυμνίας, θα της είχεν έλθει η φαντασία να κάμη μίαν φοράν με την φελούκαν περίπατον επί της λίμνης, και ο Λούκας, ευδιάθετος ευρεθείς, της έδωκε την άδειαν.

     Η μικρά σκάφη απεμακρύνθη προς το κέντρον της λίμνης’ οι δύο άνδρες, καθίσαντες εκ νέου, ησχολούντο ν’ αποτελειώσουν την φλάσκαν, και ο Χριστοδουλής, κρυμμένος εις τους καλαμώνας, έβλεπε θαυμάζων, όπως θα εθαύμαζες σύ, το χαριέστατον σύμπλεγμα της νεανίδος και του  μικρού αδελφού της, εξακολουθούντος με όλην του την δύναμιν δια του κονταρίου ν’ αντωθή τον πυθμένα. Η Πολύμνια εφαίνετο ακτινοβολούσα εκ χαράς. Ο περίπατος ούτος την ηύφραινε, την κατεγοήτευσεν, ως τα αθύρματα τας τριετείς κορασίδας, ενώ ο αδελφός της εφαίνετο αισθανόμενος ίσην χαράν με τα επταετή παιδία, τα οποία, φεύγοντα το σχολείον, με τον φύλακα ανηρτημένον υπό την μασχάλην, ευρίσκουσιν άφατον ηδονήν να τρέχουν εις τις ακρογιαλιές και εις τους βάλτους, και να καραβίζουν με σμικρότατα κομψά καραβάκια, τα οποία οι επιδεξιώτεροι μεταξύ των κατασκευάζουσιν. Ο Χριστοδουλής ελησμόνησε τα χέλια, τα καβουράκια και τα κεφαλόπουλα, τα οποία διενοείτο να κλέψη, και δεν εχόρταινε να βλέπη την παιδικήν εκείνην επί της λίμνης περιπλάνησιν. Αλλά δεν του διέφυγε και η ατζαμοσύνη του Νίκου, όστις δεν ήξευρε ν’ αβαράρη κανονικά, καθώς έπρεπε, και χωμένος μέσα εις τους καλαμώνας ο παιδικός φίλος σου εστέναζε κι έλεγεν: «Ά! να ήμουν εγώ!...

     Εκεί, είς μίαν στιγμήν, καθώς αβαράριζεν αδεξίως ο Νίκος, η φελούκα περιεπλάκη εις συστάδα λιμναίων χόρτων υψηλών, σχεδόν έως την επιφάνειαν, και ο Νίκος έκαμνεν, άκαμνε να αβαράρη και όσον αβαράριζε τόσον χειρότερον περιεπλέκετο η φελούκα, και το κοντάριον δεν εύρισκε πλέον πυθμένα, και τέλος το κοντάριον περιεπλάκη και αυτό εις τα πολύκλαδα, αδρά, μέλανα εκείνα χόρτα, και ο Νίκος εις μάτην επάσχιζε ν’ απαλλάξη εκείθεν το κοντάριον, και όσον ετράβα ο Νίκος, τόσον το κοντάρι έφευγε από τάς χείρας του, εωσού έπεσεν από τους ασθενείς δακτύλους, και το μισόν ήτο εμπλεγμένον κάτω, το μισόν έπλεεν εις την επιφάνειαν. Η Πολύμνια, εγερθείσα με προφύλαξιν, έκυψε διά να ίδη που επήγε το κοντάριον από την αυτήν πλευράν της φελούκας, προς ήν ίστατο και ο Νίκος, αλλά τότε η φελούκα έγειρε μονόπλευρα, και παρ’ ολίγον ανετρέπετο. Εννοήσασα τον κίνδυνον η Πολύμνια, και μή επιθυμούσα να κάμη ακούσιον λουτρόν μέσα εις τα λιμναία χόρτα, ανεκάθισε ταχεία παρά την πρύμνην, και πάλιν υπεγερθείσα, ύψωσε το λευκόν μανδήλιόν της πρός τους δύο συμπότας της μικράς καλύβης και συγχρόνως ήρχισε να φωνάζη’

-Έ! μπάρμπα- Λουκά!

     Αλλ’ έως να πάρη είδησιν ο Λουκάς και αποφασίση να έλθει εις βοήθειαν (όπερ άλλως θα ήτο δύσκολον, διότι το έδαφος του πυθμένος ήτο πανταχού βαλτώδες και πάς ο επιβαίνων εις το ύδωρ θα εχώνετο μέχρι του γόνατος εις ιλύν, το αβαθές δε του ύδατος δεν επέτρεπε να κολυμβήση μέγα σώμα, οίον το ιδικόν του), θα ενύκτωνε χωρίς να κατορθωθή τίποτε. Αλλ’ ο Χριστοδουλής ευτυχώς, ο παιδικός φίλος σου, ήτο πολύ σιμωτέρα εις την φελούκαν, από εκεί όπου ήτο χωμένος, μέσα εις τους καλαμώνας. Χωρίς να διστάση, με το υποκάμισον και την περισκελίδα, τα οποία απετέλουν πάντοτε όλην την ενδυμασίαν του, εκπηδήσας από τον καλαμώνα απροσδοκήτως, θαυμασίως, ως τελευταίον απομεινάριον αρχαίας θεότητος, λιμναίας και υδροβίου, άγνωστον και νοθογενές, λησμονημένον από δεκαεννέα αιώνων, διαιτώμενον εκεί εις τους καλαμώνας, διαφυγόν την προσοχήν του χριστιανικού κόσμου, ερρίφθη κολυμβών εις την λίμνην. Και με δέκα ειρεσίας των χειρών, με άλλα τόσα λακτίσματα των ποδών, με την κοιλίαν θίγουσαν κάποτε εις τους βάλτους, έφθασεν εις το μέρος όπου είχεν εμπλακή η βάρκα, ανεπήδησεν στιβαρώς επί την δεξιάν πλευράν, έδραξε την πρώραν της σκάφης, και με απίστευτον δια την ηλικίαν του ρώμην, την ανεσήκωσε και την απήλλαξε από του εμποδίου των υψηλών χόρτων. Είτα εξέμπλεξε και το κοντάρι από το μέρος όπου είχεν εμπλακή, και είπεν εις τον Νίκον.

   -Να, πώς ν’ αβαράρης!...

Και του έδειξεν εμπράκτως τον τρόπον, ρίψας αυτώ κοντάριον. Είτα ώθησε την φελούκαν από της πρύμνης, απομακρύνας αυτήν των λιμναίων χόρτων, ως και των ρηχών, ενώ η Πολύμνια τον εκοίταζε μειδιώσα και άκουσα τον εθαύμαζεν, υποψιθυρίζουσα’

     -Τί παράξενο παιδί!...

Και τους κατευόδωσε προς το  μέρος της καλύβης, όπου οι δύο συμπόται είχαν σηκωθή έκπληκτοι, μή εννοούντες τί συνέβαινε, και ο Λούκας, φανταζόμενος την λίμνην ως θάλασσαν, έλεγε.

      -Κανένα δελφίνι θα έπεσε κοντά στη βάρκα.

     -Φθάνει να μήν είναι κανένα σκυλόψαρο και σου αφανίση τα κεφαλόπ’λα, καρδάσ’, είπεν ο Παρίσης.

     Ο Χριστοδουλής επέστρεψεν είς τον καλαμώνα του, όπου ο μπαρμπα- Κωνσταντής, αιωνία η μνήμη του, ο Μιτζέλος, από του λευκού του οικίσκου, του γειτονεύοντος με τον καλαμώνα, είχεν ιδεί το συμβεβηκός, και καλέσας τον νέον, όστις γυμνωθείς προσεπάθει να στεγνώση τα ενδύματά του επί βράχου, καίοντος ακόμη από το καύμα του άρτι δύσαντος ηλίου, του έδωκεν αυτός ενδύματα να φορέση. Και ο μπαρμπα –Γεωργός, Θεός σχωρέσ’ τον, ο Κοψιδάκης, όστις ευρίσκετο εκεί πλησίον με τάς  ολίγας αμνάδας του, του έδωκε «μιάν ευχή» και του είπεν, ότι θα έχη μεγάλον μισθόν, χωρίς να υποπτεύση, ότι αυτός ήτο νοθογενές αποτόκιον λησμονημένης θεότητος. Και ο Λούκας, μαθών εκ στόματος της Πολυμνίας το μικρόν συμβεβηκός, κρατών εις χείρας την φλάσκαν, με τάς απομεινάσας ολίγας σταγόνας μοσχάτου, έκραζεν από της αντιπέραν όχθης’

     -Στην υγεία σ’, Κ’στοδουλή!

 

     Πρός τί να χάνη τις την φιλίαν των φίλων του; Μή τυχόν η Πολύμνια ήτο διά σε ή δι΄ εκείνον; Παιδίον! Αυτή ήτο μεγαλειτέρα την ηλικίαν και των δύο σας. Αλλά πώς δύναταί τις να γίνη ανήρ  χωρίς ν’ αγαπήση δεκάκις τουλάχιστον, και δεκάδες ν’ απατηθή;

     Τώρα η Πολύμνια απέθανεν ή υπανδρεύθη; Αγνοώ, ίσως και σύ επίσης. Και ο Χριστοδουλής; Έγινε ναυτικός περίφημος, αλλ’ από ετών δεν ήκουσές τι περί αυτού. Ίσως να επήγεν εις την Αμερικήν, καθώς τόσοι άλλοι. Και σύ; Φιλοσοφείς, ως εγώ, και ουδέν πράττεις.

(1892)

Σελίδες 362-381.

Κριτικά υπομνήματα

     Ολόγυρα στη λίμνη (σελ. 362-381). Με τον υπότιτλο «Αναμνήσεις προς φίλον» πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εστία του 1892 α΄, σε δύο συνέχειες, σελίδες 305-310 και 323-330. Περάστηκε στις εκδόσεις Φέξη και Ελευθερουδάκη στους τόμους Ο Πεντάρφανος. Σώθηκαν δυό τρία φύλλα απ’ το πρωτόγραφο, γραμμένα με μολύβι-όπου φαίνεται ο αγώνας με τη μορφή και την έκφραση. Το έργο είναι χρονολογημένο «Μάϊος 1892». Είναι παράλληλο στο ύφος και στη σύνθεση με τη Μαυρομαντηλού, αλλά εδώ τα πλαίσια της ηθογραφίας γίνονται περισσότερο πλατιά και σπάνε τα περιγράμματά τους στην ποίηση, στην εξομολόγηση, στο συμβολισμό και στα εσωτερικά στοιχεία. Εδώ μας παρουσιάζει αριστοτεχνικά όλη τη Σκιάθο, τη λίμνη με τα περίγυρά της, το λιμάνι με τους ανθρώπους και με τις ασχολίες τους, τον ταρσανά με τα νέα σκαριά, διάφορους τύπους, ιστορίες, μά πάνου σ’ όλα αυτά τα περιγραφικά στοιχεία κυριαρχεί με το φώς μιάς υπερούσιας βελουδένιας ομορφιάς η αναπόληση και η νοσταλγία- η Πολύμνια, ο Χριστοδουλής, ο έρωτας στα πρώτα του φτερουγίσματα, η αφέλεια γεμάτη μικροκαημούς, το βαθύτερο κοίταγμα της ζωής. Έργο βαθειάς πνοής και τεχνουργίας, όπου φαίνεται απ’ το δούλεμα η βαθειά επεξεργασία, που φτάνει όμως πολλές φορές στο παραφόρτωμα. Σκηνές υπέροχες, όπως του καραβιού, αισθήματα, ψυχογραφία, αντιθέσεις, δίνουν στο έργο μιά πολυσύνθετη ομορφιά. Υπάρχει βέβαια σφίξιμο ακόμα και φόρτωμα, συλλεχτική προσπάθεια απ’ όλες τις πλευρές, η γλώσσα παρατεντώνεται, όμως λάμπει το ψυχικό περιεχόμενο, ο πλάγιος νοσταλγικός ήχος, και τα κάνει όλα ζωντανά κι αναγκαία, δηλαδή, ενώ είναι περιττά, προσθέτουν κάτι σπουδαίο στη συγκίνησή μας. σελίδα 509.

   

      Από τον δεύτερο τόμο ΤΑ ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ, επιμέλεια: ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ, εκδόσεις «ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΙΟΒΑΝΗΣ» Ζωοδόχου πηγής 7. Αθήναι.

 

 Ενδεικτικό Γλωσσάρι
-αβαράρω= απομακρύνω πλοίο από το αγκυροβόλιό του

-αθερίνα, ες= μικρή σμαρίδα, και μεταφορικά τα μικρά παιδιά που μαζεύονται στους δρόμους για θέμα.

-αματίζω= το παλάγκο. Περνώ τα σχοινιά της τροχαλίας του καραβιού

-αντηρίς= στήριγμα ξυλένιο που βαστά το ποδόσταμο του σκαριού (καραβιού) στα ναυπηγεία.

-βάζια= τα ξύλα που κρατούν το σκαρί στον ταρσανά

-βαρειός= βαρειά, μεγάλο, βαρύ σφυρί

-βουβό= μεγάλος κορμός δένδρου για δοκάρι ή κατάρτι προορισμένος.

-βρατσέρα= είδος ιστιοφόρου

-γιούργια= έ γιούργια (σύνθημα εφόδου ή ομαδικής ενέργειας για την εκτέλεση κοινού έργου. Εδώ στην καθέλκυση του καραβιού, να το σπρώξουν στη θάλασσα με μιά, συγχρονισμένη κίνηση απ’ όλα τα μέρη).

-γκρινιάτσα= είδος θαλασσινά κοχύλια της ακρογιαλιάς.

-γωβιός= είδος ψαριού, ο κωβιός

-δάκω= προστακτική του δαγκώνω, δάγκωσα.

-ειρεσία= κωπηλασία, το κούνημα, το ανοιγοκλείσιμο των κουπιών ή φτερών.

-εσχάρα= καραβιού (στα σκαριά), τα υποστηρίγματα κι αντιστύλια του καραβιού στο ναυπηγείο.

-ίτσια= αγριολούλουδα

-Καβούλι= τοποθεσία με χωράφια κι αμπέλια στη Σκιάθο.

-καμιζόλα= φαρδύ γυναικείου πουκάμισο

-καθέλκυσις= πλοίου, περιγραφή της. (ολάκερη εορτή με επιβλητική κοσμοσυρροή και ιεροπραξία, όταν τραβάν τα καινούργια σκαριά απ’ τον ταρσανά και τα ρίχνουν για πρώτη φορά στη θάλασσα, τα βαφτίζουν)

-καραβόσκυλος

-κερεστές= ξυλεία ναυπηγική ή οικοδομική.

-κοντοστύλια= ξύλα καραβιού

-λιοτρόπι= ηλιοτρόπι, το θερινό ηλιοστάσι. 24 Ιουνίου τ’ Άη Γιαννιού του Λιουτρόπη, γιορτάζεται απ’ το λαό η τροπή του ήλιου και γίνεται το ηλιοστάσι στους αγρούς με χορούς και τραγούδια.

-λύγοι= λυγαριές

-ματσόλα= του καλαφάτη μεγάλο ξύλινο σφυρί που χτυπάν το στουπί. Ξύλινο δικέφαλο σφυρί

-μπαρούμα= σκοινί για την πρόσδεση πλοίου ή βάρκας

-οϊστός= πτεροφόρο βέλος με φτερό στην άκρη

-ολκάς= καράβι πλατύ και μεγάλο ρυμουλκούμενο

-παμμιγής θόρυβος= το κοινώς λεγόμενο ταβατούρι. Ο σύνθετος θόρυβος από πολλές φωνές και κρότους

-παρασόλι= ομπρέλα για προφύλαξη από τον ήλιο

-περιπόδιον= κάλτσα

-πεταλίδα= μαλακόστρακο που ζει κολλημένο στους βράχους

-Πλατάνα= τοποθεσία στη Σκιάθο (η δυτική λοφιά)

-πλέψιμο= πλούς-καλό. Πλέψιμο-ευχή που τη λένε για τα σκαριά που φτιάχνονται στον ταρσανά και πρόκειται να ριχτούν στην θάλασσα

-πορφυρές= είδος θαλασσινά

-πουργουτζής= ο ανοίγων τρύπες στα ναυπηγεία με το τρύπανο (πουργού)

-ραιστήρ= η βαρειά, το μεγάλο σφυρί που σπάει

-σικυών= μποστάνι

-Σινιόρα= θειά

-σκωληκομυρμηγκότρυπα= φράση υβριστική, περιφρονητική για τους μικροπρεπείς και γλοιώδεις τύπους.

-τζαβέττα= μεγάλο καρφί

-τριβέλια= τρυπάνια

-τσότρα= κοτύλι= ξύλινο δοχείο κρασιού. Φλασκί

-υλακή= γάβγισμα, αλύχτημα

-φελούκα= μικρή ελαφρή βάρκα

-χειρίδα= μανίκι   

 

      Γράμμα στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη

του ΒΑΣΙΛΗ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ

                   Αλίμονο κι αλί καημός

                        του γεμιτζή ο ξενητεμός.

                           Πόλη της Καγιούγκα

                       Αθήνα 1960

Αγαπητέ μου Αλέξανδρε,

στην πόλη αυτή απ’ όπου σου γράφω τώρα αυτό το γράμμα, και δέξου το σε παρακαλώ σαν μιά απειροελάχιστη έκφραση ευγνωμοσύνης για το έργο σου πού, εδώ στην ξενιτιά, είναι η μόνη πατρίδα που έχω και περνώ από το  ένα διήγημα στο άλλο όπως εσύ περνούσες από το ένα στο άλλο ακρογιάλι του νησιού σου, λοιπόν στην πόλη αυτή που  τη λένε Καγιούγκα, έξι ώρες με το αυτοκίνητο από την Νέα Υόρκη, έφτασα προχτές. Ταξιδεύαμε νύχτα και σ’ όλο τον δρόμο ενώ το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου έπαιζε χριστουγεννιάτικους ύμνους, μερικούς τους ήξερα, κι’ έβλεπα έξω απ’ το παράθυρο τα μικρά σπίτια της εξοχής, όλα φωτισμένα με γιρλάντες από φώτα, με δέντρα χριστουγεννιάτικα στα κάδρα των παραθυριών. Μερικά είχαν ολόκληρη την σκηνή της Γέννησης έξω από τις πόρτες τους. Είχε χιονίσει μες το πυκνό σκοτάδι του παγετώνα, μοιάζαν παραμυθένια. Μα περισσότερο απ’ όλα εκείνη την στιγμή νοσταλγούσα τα κάλαντά σου: «Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου, εβγάτε, ακούστε, μάθετε τώρα ο Χριστός γεννιέται».

     Η πόλη «είναι άσπρη σαν τον Έλυμπο, σαν τ’ άσπρο περιστέρι». Μικρή, σπιτίσια, ίσως και μικρόχαρη, είναι «ολόγυρα στη λίμνη που όμως δεν έχει καμιά σχέση με την λίμνη που περιγράφεις εσύ στο ομώνυμο διήγημά σου. Τούτη η λίμνη η Καγιούγκα, απ’ όπου κ’ η πόλη τράβηξε τ’ ονομά της, δεν έχει δύο ουρανούς ούτε «καλαμιώνας σειόμενους υπό του ανέμου», ούτε και «βρύα, λύγους και ασφόδελους που απέζουν εκ του έλους της λίμνης και εκ του λίπους του βάλτου κλίνοντα τας χθαμαλάς κορυφάς των προς το ύδωρ, ως ν’ απέδιδον εις την λίμνην την οφειλομένην ευγνώμονα υπόκλισιν». Τούτη η λίμνη είναι ένα αδάμαστο θεριό και τα λιγοστά σπίτια της πόλης μιά χαψιά μπροστά στο αδηφάγο στόμα της. Είναι μιά προέκταση άλλων λιμνών που επικοινωνούν όλες μεταξύ τους υπογείως κι αυτό το συμπεραίνουν από το ότι δεν βρίσκονται ποτέ στον πυθμένα τους τα πτώματα των πνιγμένων. Την είδα για πρώτη φορά παγωμένη. Πάνω στην επιφάνεια του καθρέφτη της είχαν χαραχτεί για πάντα τα τελευταία ρεύματα των νερών. Κι ωστόσο η απάτη, φάνηκε όταν πήγα να πατήσω επάνω του, εμπιστευόμενος ευτυχώς, πρώτα το ένα μου πόδι: ο πάγος τότε υποχώρησε ξαφνικά και βρέθηκα με την αρπαγή ενός βάρβαρου θεριού στον αστράγαλο που ζητούσε να με ρουφήξει όλον μέσα. Πιό πέρα, με τους βράχους των βουνών και τα πανύψηλα δέντρα τους, ήταν οι καταρράχτες. Ο καταρράχτης από μακρυά έχει την ομορφιά του. Αλλά από κοντά δέχεσαι την βουή του σαν μιά μπουνιά στο στομάχι σου και θέλεις να τον κλωτσήσεις με το πόδι σου. Τα τύμπανά σου ολόκληρα δεν το χωράν, όπως ένα εκκλησάκι, Αλέξανδρε, δεν δέχεται ένα ολόκληρο χωριό κάτω απ’ τις στενές καμάρες του. Έτσι δεν είναι; Κι’ ένιωθα στεγνός, παρόλο που βρεχόμουνα και τα κόκαλά μου γίναν εύθραυστα, σαν ξερόκλαδα κ’ είδα το κορμί μου λίπασμα για την ανύπαρκτη γη. Ωστόσο εκείνο που με τρόμαξε περισσότερο ήταν κάτι γιγάντιοι σταλακτίτες που κρεμόταν έξω απ’ τις σπηλιές, με φόντο το μαύρο. Μου φάνηκαν ξαφνικά σαν λαξευτά σύνεργα κυκλώπων, σαν μπράτσα σούπερ μίστερ-αμέρικα πού ατρόφησαν στα δάχτυλα αλλά που κράτησαν όλη την αρχική τους δύναμη στα ποντίκια.

     Όταν σήμερα το πρωί μπαίνοντας τυχαία σ’ ένα εστιατόριο για να φάμε, μαζί με την Πόπη, την αρραβωνιαστικιά μου, γνώρισα Αλέξανδρε, ποιόν να φανταστείς, ναι τον Χριστοδουλή, αυτό το παράξενο παιδί που λές στο διήγημά σου «Ολόγυρα στη Λίμνη» ότι έπεσε δυό φορές στο νερό της, την μια για να σκαλώσει σ’ ένα νιοβάφτιστο καράβι «δίς και τρίς τον εμπόδισαν μετ’ αυστηρότητος πότε ο πρωτομάστορης, πότε εις των μαραγκών» οπότε «τι να κάμη τότε και αυτός, αφού δεν ηξιώθη ν’  αναβή εγκαίρως εις το πλοίον, απαρηγόρητος ριφθείς εις την θάλασσαν, ακολουθήσας το σκάφος και η καρδιά σου» λες σ’ αυτόν πού απευθύνεται το διήγημά σου, «ησθάνθης πικρόν νυγμόν ζηλοτυπίας και η καρδιά σου επληγώθη από το παιδαριώδες τούτο κατόρθωμα του πτωχού Χριστοδουλή» καθώς την άλλη φορά που ρίχτηκε πάλι στο νερό «χωρίς να διστάσει, με το υποκάμισον και την περισκελίδα, τα οποία απετέλουν πάντοτε όλην την ενδυμασίαν του, εκπηδήσας από τον καλαμώνα απροσδοκήτως, θαυμασίως για να σώσει τη βάρκα της ωραίας Πολύμνιας». Και τελειώνεις το διήγημα με αυτές τις γραμμές. «Και ο Χριστοδουλής; Έγινε ναυτικός περίφημος, αλλ’ από ετών δεν ήκουσες τι περί αυτού. Ίσως να επήγεν εις την Αμερικήν, καθώς τόσοι άλλοι». Κι εδώ ακριβώς Αλέξανδρε, τον βρήκα και να πώς.

     Το γκαρσόνι του εστιατορίου ακούγοντάς μας να μιλάμε με την Πόπη ελληνικά, μας είπε ότι ο «μπόσης» ήταν Έλληνας, από την Σκιάθο. Καθόταν στο γκισέ, ένας κοτσονάτος γέρος, αχέπας, και μου μιλούσε χωρίς να σταματήσει να χτυπά στο μηχάνημα νούμερα φανταστικά. Τον ρώτησα πώς λεγότανε και μου είπε Χριστοδουλής Παπαδόπουλος, αλλά εδώ για λόγους συντομίας το έκανε Κρίς Πάπας. Στην αρχή, για να ‘μαι ειλικρινής, δε σε σκέφτηκα. Αλλά έπειτα φωτίστηκε το μυαλό του. Τον ρώτησα αν σε ήξερε και μου απάντησε πώς βέβαια σε θυμόταν αχνά «καλός ψάλτης ο Άλεξ». Θυμόταν και τις αδελφές σου που του δίνανε πάντοτε φρέσκα καρύδια μέσα απ’ τις μεγάλες τσέπες τους. Τον ρώτησα για να βεβαιωθώ  αν ήταν ποτέ ναυτικός. Ναι, μου απάντησε, από ναυτικός ξεκίνησε, αλλά μιά μέρα βαρέθηκε τις θάλασσες και πήδηξε απ’ το καράβι. Σκαστός και λαθραίος για πολύ καιρό, κατάφερε να κάνει έναν εικονικό γάμο για να πάρει την υπηκοότητα. Μετά κάλεσε την κοπέλα απ’ το χωριό του και παντρευτήκανε εδώ. Δούλεψαν κ’ οι δύο σκληρά. «Στα χρόνια του ντιπρέσσσιο» μου είπε «περάσαμε μεταξύ ζωής και θανάτου». Πουλούσε σάντουιτς στην αρχή σε μιά άλλη πόλη και με τα σάντουιτς έπιασε λεφτά και μ’  αυτά τα λεφτά άνοιξε ένα μικρό μαγαζάκι κι από το μαγαζάκι έφτασε τώρα να’ χει και τα τρία εστιατόρια στην Καγιούγκα δικά του. Κ’ είναι πολύ  περήφανος για τα λεφτά του. Σ’ έναν τοίχο του μαγαζιού κρέμεται ένα μεγάλο ρολόι που οι δείχτες του δεν δείχνουν αριθμούς αλλά το δωδεκάθεο των γραμμάτων του εκλατινισμένου ονόματός του: Chriss Pappas. Μου παραπονέθηκε έπειτα ότι οι συγγενείς του απ’ το νησί δεν μένουν ποτέ ευχαριστημένοι με τα λεφτά και τα δέματα που τους στέλνει κι όλο του ζητούν περισσότερα. «Νομίζουν εκεί- κάτω», μου είπε χαρακτηριστικά, «ότι εδώ τα ντόλλαρς πέφτουν απ’ το σκάϊ. Δεν ξέρουν ότι δουλεύουμε ώλ νταίη λόγκ, ενώ εκείνοι κάθονται στους  καφενέδες…» Το νησί του το φανταζόταν ακόμα χωρίς ηλεκτρισμό. Από τότε που μίσεψε δεν ξαναπήγε. «Θα ‘θελα να ξαναπάω», πρόσθεσε «αλλά μονάχα για βίζιτ. Εδώ η δουλειά μας χρειάζεται ώλ νταίη λόγκ» Κ’ ύστερα μας προσκάλεσε να πάμε στο σπίτι του την άλλη μέρα. Πρίν φύγουμε με ρώτησε τι σπουδάζω εδώ στην Αμερική. «Τηλεόραση, είπα κι όπως δεν έδειξε ότι καταλάβαινε γιατί πράγμα του μιλούσα, διόρθωσα: «Τελεβίζιον». «Ώ γκούντ, γκούντ» αναφώνησε κ’ η μηχανή σημάδεψε δεκαπέντε δολάρια. «Γκούντ- νάϊτ» είπα και με την  Πόπη βγήκαμε έξω στην παγερή νύχτα της άγνωστης αυτής πόλης, ενώ θυμόμουνα τον άλλον Χριστοδουλή, αυτό το παράξενο παιδί πού περιγράφεις στο διήγημά σου, μη μπορώντας να πιστέψω ότι έγινε αυτός ο γέρος, εκείνο το παιδί «εκπηδήσαν» από τον καλαμώνα απροσδοκήτως, θαυμασίως, ως τελευταίον απομεινάριον αρχαίας θεότητος, λιμναίας και υδροβίους άγνωστον και νοθογενές, διαιτώμενον εκεί εις τους καλαμώνας, διαφυγόν την προσοχήν του χριστιανικού κόσμου, που ερρίφθη κολυμβών εις την λίμνην και με δέκα ειρεσίας των χειρών, με άλλα τόσα λακτίσματα των ποδών, με την κοιλίαν θίγουσαν κάποτε εις τους  βάλτους, έφθασεν εις το μέρος όπου είχε εμπλακή η βάρκα της Κολύμνιας».

     Την άλλη μέρα πήγαμε στο σπίτι του. Το σπίτι είναι στην ανηφοριά, με θέα πάνω στην παγωμένη λίμνη. Έχει όλα τα κομφόρ: πικάπ και έγχρωμη τηλεόραση και ένα τρίπατο ψυγείο. Η γυναίκα, από την Σκιάθο κι αυτή, είναι εγγονή του μπάρμπα Λούκα, και τρίτη ξαδέλφη της Κολύμνιας. Θα την θυμάσαι. Τώρα βέβαια είναι μιά συμπαθέστατη ηλικιωμένη γυναίκα, με μεγάλα λυπημένα μάτια και με γκρίζα μαλλιά. Και ζει ολομόναχη στο άδειο σπίτι καθώς τα παιδιά της παντρεύτηκαν, δυό κόρες κ’ ένας γυιός και ζουν σε άλλες πολιτείες. Μονάχα η μιά κόρη τους πήρε έναν βέρο αμερικάνο και γι’ αυτό δεν την συγχώρεσε ακόμα ο Κρίς. Η μάνα όμως έχει την φωτογραφία της μες το σαλόνι. Η ίδια περνάει τις περισσότερες ώρες της βλέποντας τηλεόραση, καθώς το κρύο την απαγορεύει να βγει. «Ξέρετε» μας λέει «χιονίζει πολύ εδώ στη Καγιούγκα». Την ρώτησα αν ήθελε να γυρίσει πίσω στο νησί. Ήθελε ναι, αλλά όχι για πάντα. Ακόμα κ’ η Αθήνα δεν της άρεσε. Προτιμά εδώ. Έχει άλλωστε αγαπήσει το μέρος. «Κ’ έχει όλες τις ανέσεις». Μας πρόσφερε κυδώνι γλυκό και ρακί απ’ την πατρίδα.

     Και συ, Αλέξανδρε, «φιλοσοφείς κι εγώ και ουδέν πράττει».

        ΒΑΣΙΛΗΣ  ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ, Γράμμα στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, σ. 179-184. Στην ενότητα διηγημάτων «ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ», στον τόμο: «Αναμνήσεις από τον Χείρωνα και άλλες ιστορίες», εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι. Δ. Κολλάρου & Σια, Αθήνα, 1974.

ΣΧΕΤΙΚΑ

«Το «Ολόγυρα στη λίμνη» (1892) είναι αναμφισβήτητα ένα από τα κορυφαία διηγήματα του Παπαδιαμάντη, ένα αριστούργημα βάθους, υπαινιγμού, τρυφερότητας και μελαγχολίας». Σελ. 194, Αγγέλα Καστρινάκη, «Έρως νάρκισσος, έρως θείος: όψεις του έρωτα στο έργο του Παπαδιαμάντη». Στον τόμο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Ήτον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον…» Διηγήματα Ερωτικά. Εκδόσεις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Παλαιά Κείμενα, Νέες Αναγνώσεις, Ηράκλειο 2018.

      Θεωρώ, ότι το Παπαδιαμαντικό, ηθογραφικό αλλά πρωτίστως ερωτικό νεανικό νοσταλγικό διήγημα «ΟΛΟΓΥΡΑ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ», δεν χρειάζεται ειδικές επεξηγήσεις στην ανάγνωσή του, ούτε βαθυστόχαστες θρησκευτικές-χριστιανικές ηθικολογικής χροιάς συστάσεις, κατηγοριοποιήσεις προσέγγισης στην ευρύτερη κατανόησή του, μεθοδολογικές αναλύσεις στην πρόσληψη και σύλληψή του, στο τί θέλει να μας πει και πως μας το εκφράζει, αφηγείται, με περισσή νοσταλγική διάθεση σε β΄ πρόσωπο, ο Σκιαθίτης αγαπητός έλληνας συγγραφέας και ιεροψάλτης του προηγούμενου και προ-προηγούμενου αιώνα στην πατρίδα μας και στα ελληνικά γράμματα. Διαπρύσιος «κήρυκας», ακλόνητος πιστός της ορθόδοξης χριστιανικής εκκλησιαστικής παράδοσης και  αξιών ζωής του νησιώτικου γενέθλιου οικογενειακού περιβάλλοντος από το οποίο προέρχεται, ανατράφηκε, διαπαιδαγωγήθηκε, δομήθηκε ο χαρακτήρας και η ψυχοσύνθεσή του, αρχές και στάσεις βιωτής, θρησκευτικές συμπεριφορές οι οποίες σηματοδοτούν τις επιδράσεις και επιρροές ζωής που δέχτηκε, του λόγου, της φωνής και των έργων του. Ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι ο μεγάλος αφηγητής νοσταλγός της ελληνικής γραμματείας μας, οι συγγραφικές του ήρεμες και αρμονικές ταλαντεύσεις ποτέ δεν κόπτουν τα νήματα της νοσταλγικής διάθεσης και ατμόσφαιρας που πλημμυρίζει τα έργα του, τα δεκάδες διηγήματα και τα μυθιστορήματα που συνέθεσε, την ποίηση που έγραψε. Μία διαρκής  νοσταλγική αναπόληση και επίκληση ενός «άλλου» ομορφότερου και δικαιότερου κόσμου είναι ο λόγος του, μιά νεανική «υμνολογία» στην αθωότητα των πρώτων βαδισμάτων και φτερουγισμάτων του ανθρώπου που μετέχει ενεργά στην κλειστή κοινότητα της μικρής κοινωνίας ως εξερευνητικό ακόμα παιχνίδι, και όχι ως βίωση της αναπόφευκτης κατοπινής τραγικότητας καθώς ανθοφορεί ηλικιακά. Ενός καθαρού βλέμματος που παρατηρεί τους ανθρώπους και υπομνηματίζει τις πράξεις και αντιδράσεις τους, τις  αναρίθμητες και μυστικές λειτουργίες της Ζωής και τους νομοτελειακούς κανόνες της Φύσης γύρω του. Παρατηρεί το «σαπιοκάραβο» της εξέλιξης μέσα στο οποίο βρίσκεται και ταξιδεύει, την γέννηση και την φθορά των όντων, τις σχέσεις και τις συνήθειες, τις αντιδράσεις των ανθρώπων με σεβασμό, περισυλλογή και ένα είδος ερωτικής ιερότητας. «Δεμένος» ό ίδιος στο μεσαίο κατάρτι της θρησκευτικής ορθόδοξης πίστης και λαογραφικής μεταφυσικής των αρχαίων προγόνων του, προτάγματα με τα οποία γαλουχήθηκε ο χαρακτήρας του, ίσως και «προνομιακά», λόγω του ιερέα πατέρα του, πέρασε την ζωή του σαν ασκητής σε κελλί με ελάχιστες όπως φαίνεται προσωπικές απολαύσεις, πυργωμένος μέσα στην ατομική του ομολογιακή αυτάρκεια και μικροχαρές. Δίχως να αμφιβάλλει ποτέ του για την πίστη του, όχι να απιστήσει, να αμφιβάλει σαν δρόμο σωτήριας κάθαρσης, με την έννοια που δίνει στην λέξη αμφιβολία ο ισπανός φιλόσοφος Μιγκέλ ντε Ουναμούνο. Σαν ένα «απομεινάρι» θρησκευτικής πίστης και παράδοσης ενός σκαριού μιάς άλλης περιπέτειας ζωής που δεν βγήκε ή δεν δέχτηκε να απομακρυνθεί από το καρνάγιο του. Ότι ταξίδια πραγματοποίησε τα έκανε μέσω των έργων του. Το πρόσωπο του «Χριστού»-του κεντρικού μεταφυσικού ιδεότυπου της χριστιανικής εκκλησιαστικής παραμυθίας μέσα στον ιστορικό χρόνο του δυτικού πολιτισμού-που πιστεύει και ασπάζεται ειλικρινώς, ευλαβείται, σέβεται και επικαλείται-ως κέντρο αναφοράς και κινητήρια δύναμη της ατομικότητάς του και των πιστών συνάξεων της εκκλησίας-δεν είναι παρά οι κληρονομικές της παράδοσης της παιδείας και αγωγής του βαθιές ρίζες που τον φέρνουν σε επαφή με τους προαπελθόντες αγωνιστές, θυσιασθέντες και βασανισθέντες της ζωής τούτης προγόνους. Είναι η «Κοινωνία» των προσώπων που ο κυρ Αλέξανδρος κατανοεί και αποδέχεται, ελπίζει ως ένα ευκταίο, μελλοντικό καταληκτήριο «θαύμα» επαναβάπτισης των Σκιών. (Σαν να επαναφορτίζεις τις νεκρές ανθρώπινες της ζωής μπαταρίες με τα υγρά της θρησκευτικής πίστης). Όμως, το προσδοκώμενο «όνειρο» όπως οι αρχές και οι κανόνες της Βιολογίας μας έχουν αποδείξει δεν υφίστανται πια, ενδέχεται ή και αναβιώνει σίγουρα στις ψυχές και τις συνειδήσεις του πλήθους των πιστών μέσα από θεατρικές τελετουργικές πράξεις και ιερά δρώμενα, θρησκευτικά σκηνικά και ιερές ποιητικές ψαλμωδίες, συναθροίσεις επί τω αυτώ σε ιερούς ναούς και ανακυκλούμενα κείμενα θρησκευτικού στοχασμού που «προβάλλουν» περισσότερο μάλλον, τον ευφυή συλλογισμό της σκέψης του ρήτορα διδαχού από άμβωνος, παρά την βαθύτητα μιάς εμπειρίας που δεν υπάρχει πια στον απομαγεμένο και παγερό κόσμο μας. Η Γλώσσα έγινε στις ημέρες μας ένα άλλου είδους σύγχρονο δεσμωτήριο. Το «Τετέλεσται» που ακούστηκε πάνω στον Σταυρό του Ανθρώπου του παλαιού κόσμου ήταν οριστικό. Οι κατοπινές αναστάσιμες επεξηγήσεις και ερμηνείες του, ευλογημένες επαναφορτίσεις πίστης, αποδοχής εμπιστοσύνης στο Πρόσωπο του Υιού του Ανθρώπου από τα ιερά «πετεινάρια» της Εκκλησίας, υπήρξαν οι αναγκαίες θρηνητικές, ευχαριστηριακές μονωδίες, αξιωματικές αρχές και οριοθέτηση κανόνων για να οικοδομηθεί ένας από τους κεντρικούς και κυρίαρχους θεσμούς-πυλώνες της εκάστοτε κρατικής εξουσίας στον δυτικό πολιτισμό. Ο Κόσμος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη δεν είναι ο Κόσμος πέρα και έξω από την Ιστορία, αλλά γεννιέται και πεθαίνει, αναπτύσσεται και δρα, κινείται και διαμορφώνει τα πράγματα δίπλα του, αποδέχεται ή απορρίπτει αρχές και πατροπαράδοτες συνήθειες όχι σε έναν ουράνιο κόσμο ή κατάσταση αλλά στον Κόσμο που δομείται και λειτουργεί σύμφωνα με τους ρυθμούς, κανόνες της Ιστορίας που επαναλαμβάνεται μέσα στα συντρίμμια της ανθρωπότητας. Μπορεί οι ήρωές του να είναι μεταπτωτικοί, σύμφωνα με την χριστιανική εκκλησιαστική ηθική και αξιολογικό σύστημα ζωής που ασπάζεται, πιστεύει ενθέρμως και διακηρύσσει αλλά, δεν είναι μετά-ιστορικοί ήρωες και χαρακτήρες. Ζουν και αναπνέουν, έχουν πάθη και αρετές, ερωτεύονται και μισούν, νηστεύουν και διάγουν πλουσιοπάροχα, είναι ακτήμονες ή πολυκτηματίες, θυμιατίζουν τις σκήτες τους ή ασβεστώνουν τα προαύλια και τις αυλές των εκκλησιών τους, λειτουργούν σε ναΐσκους υψηλών κορφών ή πολυτελή μητροπολιτικά μέγαρα, εχθρεύονται και αγαπούν, οικοδομούν μοναστικές κοινότητες ή γίνονται αναχωρητές, σκοτώνουν τους άλλους στο πέρασμά τους και σκοτώνονται από αυτούς, για θρησκευτικούς, κοινωνικούς, ατομικούς, οικονομικούς ή άλλους λόγους, όμως πράττουν και σκέφτονται πάντα μέσα στο αιώνιο τσίρκο της ανθρώπινης ιστορίας, φυσικής πραγματικότητας και εξέλιξης του πνεύματος και του σώματος της αγιότητας και καθοσίωσης της ζωής. Όλα όσα τελεί ο άνθρωπος σαν άσκηση ισορροπίας και θυσία μπροστά στο κενοτάφιό του.

     Η καθαρότητα του κειμένου, του διηγήματος «Ολόγυρα στη λίμνη» που εδώ αντιγράφουμε από την έκδοση του Χρ. Γιοβάνη, (με τα ανάλογα σχετικά ορθογραφικά και εκφραστικά προβληματάκια) η χάρη του ύφους του συγγραφέα, η συστολή της ματιάς, η αμεταμφίεστη ερωτική πρόθεση και στοχαστική των αναπολήσεων περιγραφές του, οι εσωτερικές ηθικές αναστολές του νεαρού κυρ Αλέξανδρου, αλλά και μία εφηβική «ρεύση» καθώς συλλογίζεται την ωραία και σεμνή νησιωτοπούλα Πολύμνια, οι εμβόλιμες αναφορές της διηγηματικής γραφής σε ξένους ποιητές, σε αρχαίους τραγικούς σε στίχους από την δημοτική ποίηση, η φράση με την οποία κλείνει το διήγημά του, την οποία δανείζεται και χρησιμοποιεί και ο νεότερος έλληνας συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός καθώς συνεχίζει το Παπαδιαμαντικό διήγημα- την ιστορία στο χρόνο-μέσω της ανακάλυψης του παιδικού του φίλου Χριστοδουλή, ως οικογενειάρχη και πετυχημένου μαγαζάτορα στην Αμερική μετά από χρόνια, φανερώνουν με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο όχι μόνο την μαγεία του Παπαδιαμαντικού λόγου αλλά και το διήγημα ότι εντάσσεται στην κατηγορία του κλασικού, όπως ορίζουν τον όρο οι σύγχρονοι μοντέρνοι κριτικοί εντός και εκτός ελλάδος. Και, δίχως διάθεση και πρόθεση αντιπαράθεσης, δεν θα μπορούσαμε να εντάξουμε το διήγημα του Βασίλη Βασιλικού στην ίδια κατηγορία παρά του ότι είναι καλογραμμένο και αναπλάθει ένα μέρος της ζωής των ελλήνων μεταναστών στην μεγάλη ήπειρο μετά την ξενητεία τους και τους αγώνες επαγγελματικής τους αποκατάστασης. Η επαναδιήγηση του Βασίλη Βασιλικού μοιάζει με μικρά φωτογραφικά στιγμιότυπα της νέας σύγχρονης εποχής σε έναν άλλον γεωγραφικό χώρο δίχως την μαγεία της νησιώτικης ατμόσφαιρας. Το τέντωμα και η έκταση της παιδικής ευαισθησίας που μας δίνει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι αξιοσημείωτη, η πλοκή της αφήγησης ρέει ομαλά, παρά τις άγνωστες λέξεις που μπορεί να έχει ο αναγνώστης από την «υπερβολική» χρήση λέξεων της ναυτοσύνης και της ναυπηγικής τέχνης και των εργαλείων της. Η μετριοφροσύνη της κριτικής του έντασης έναντι του παιδικού του φίλου στην διεκδίκηση της ίδιας κοριτσίστικης παρουσίας, της μεγαλύτερης σε ηλικία Πολύμνιας, όταν ο Χριστοδουλής διαισθανόμενος ότι προβαίνοντας σε ορισμένες αφελείς παιδικές ανδραγαθίες θα κάνει την Πολύμνια να τον προσέξει, καθώς την βοηθά να ξεβαλτώσει η βάρκα της που μπλέχτηκε μέσα στα χόρτα της λίμνης αυτή και ο μικρότερος αδελφός της, κάτι που τον κάνει να παραμελήσει τον παιδικό του μέχρι τότε φίλο και να μην τον φιλέψει με θαλασσινά της τροφής «καλούδια» (καβουράκια, χταπόδια, κεφαλόπουλα), δείχνει την αιδημοσύνη του νεαρού Παπαδιαμάντη. Η ακολάκευτη παιδική παρηγοριά, μια κάποια υπερβολή ίσως, όχι στο ακριβοδίκαιο του πρώτου ερωτικού σκιρτήματος και νοήματός του, που εκ των υστέρων μας αφηγείται,-κατά την διάρκεια της ναυπήγησης και καθέλκυσης ενός νέου σκαριού, αλλά στην ντροπαλή συμπεριφορά της έκβασης του ανεκπλήρωτου νεανικού πόθου, καθιστούν άξιο λόγου το διήγημα αυτό και συγκρίσιμο με άλλα του παρόμοιας ερωτικής υφής και κλίματος. Δίχως από την άλλη να απουσιάζει το αναγκαίο στόλισμα των εικόνων στην περιγραφή λεπτομερειών, όχι μόνο στα υλικά που χρησιμοποιούνται για να «οικοδομηθεί» ένα καινούργιο πλοίο, στα διάφορα εργαλεία που χρειάζονται οι ναυτοτεχνίτες, οι βοηθοί τους, οι καλαφατάδες και οι ναυπηγοί, αλλά και στις εξίσου ωραίες και πλούσιες πολύχρωμες περιγραφές που μας δίνει ο Παπαδιαμάντης καθώς μας μιλά για την γυναικεία ενδυμασία και στο πώς στολίζονταν και περιποιούνταν τον εαυτό τους οι γυναίκες της εποχής τους. Μία εικαστική «επένδυση» των εικόνων στην προσπάθεια του Σκιαθίτη πεζογράφου να μας αποδώσει όσο γίνεται αυθεντικότερα καθημερινά άγνωστά μας στιγμιότυπα, αποτυπώσεις ιχνών καθημερινών επαγγελματικών στιγμών και δράσεων των συντοπιτών του. Το «Ολόγυρα στη λίμνη», διαθέτει μία ευρεία και ποικίλη δεξαμενή άγνωστών μας όρων, λέξεων, σκιαθίτικων ιδιωματισμών, φράσεων με νησιώτικο χρωματισμό. Σκιαθίτικη στενά εντοπιότητα. Οι Παπαδιαμαντικές λέξεις είναι συνήθως πολυσύλλαβες, πολυσύνθετες, με την ξεχωριστή και ιδιαίτερη εννοιολογική και ερμηνευτική τους βαρύτητα και φορτίο ήχου. Ονομασίες εργαλείων ιδιαίτερης ή περιορισμένης χρήσης και των τεχνιτών χρησιμότητας. Ξένων ακουσμάτων και παραστάσεων στους αμύητους του παραδοσιακού επαγγέλματος της ναυτοσύνης, των εργασιών της και των μαστόρων της. Των κατοίκων των μεγάλων πόλεων και αστικών κέντρων. Εξαρτημάτων ξύλινων ή σιδερένιων μικρών και μεγάλων, εργαλείων βοηθητικών των τεχνιτών και των καραβομαραγκών που, στην συνολική τους προσμέτρηση και καταγραφή, θα έθεταν ίσως το διήγημα εκτός ερωτικού και νεανικού πλαισίου και θα το ενέτασσαν στο είδος των θαλασσινών διηγημάτων του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Αξίζει επίσης μεταξύ άλλων αναγνωστικών επισημάνσεων μας, να προσεχθούν τα Σκιαθίτικα τοπωνύμια που μας αναφέρει ο Παπαδιαμάντης, η μνημόνευση τοποθεσιών, μικρών ναών, του λιμναίου υπεδάφους και του παράκτιου θαλάσσιου χώρου. Η ιδιαίτερη πάντα προσοχή του, στο να μας δώσει έναν «ανάγλυφο» χάρτη της γενέθλιας γης του, των δράσεων ζωής του νησιού καταγωγής του. Σταθερές, χρήσιμες και πλούσιες λαογραφικές και κοινωνικές συνήθειες και πληροφορίες, θρησκευτικά και εκκλησιαστικά ήθη και έθιμα, παραδόσεις και δεισιδαιμονίες, λαϊκές προλήψεις και στεγανά βαθιά ριζωμένα στο χώμα και τις συνειδήσεις των Σκιαθιτών. Διασώζει η γραφή του, γευστικές προτιμήσεις και μαγειρικές συνήθειες. Είδη κρασιού και άλλων τοπικών ποτών. Το «τσούξιμο» του κρασιού και ορισμένες άλλες μικρές «εμμονές» του που δεν απουσιάζουν από το γενικό εικονογραφικό του ταμπλό, καθιστούν το ερωτικό αυτό παιδικό νοσταλγικό διήγημα, να το επαναλάβουμε άξιο προσοχής και θαυμασμού μας ακόμα και στις μέρες μας, ίσως και «μοντέλο» συγγραφικής αντιγραφής για νέους λογοτέχνες παιδικής και μεγαλύτερων ηλικιών έργα. Η έκδηλη εσωτερική φρόνηση από την οποία εμφορείται ο Παπαδιαμάντης, είναι διάχυτη σε πλήθος έργων του, ακόμα και αν ο αισθησιασμός του ξεχειλίζει περίεργα, και ο ερωτισμός του είναι αρκετά χυμώδης, ή «κρύβεται» πίσω από μία ασκητική-εκκλησιαστική ατολμία ή απραξία. Είναι οι περιπτώσεις εκείνες του ατόμου Παπαδιαμάντη, όπου ο θρησκευτικός χριστιανικός ασκητικός «συντηρητισμός» με τον οποίο έχει παιδαγωγηθεί και εκκλησιαστικά ζυμωθεί ο χαρακτήρας και η κοινωνική συμπεριφορά του πεζογράφου κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη ως παιδί και έφηβος προβάλει στην συγγραφική επιφάνεια και βάζει όρια στον λόγο, την έκφρασή του, την γραφή του. Αν απομονώσουμε της ερωτικής ατμόσφαιρας προτάσεις που είναι διάσπαρτες μέσα στο «Ολόγυρα στη λίμνη» θα ανακαλύψουμε ποια έναν άλλον Παπαδιαμάντη, ξένο προς την παραδοσιακή και συγκεκριμένη εικόνα και κάδρο που τον έχουν εντάξει μέχρι σήμερα συγκεκριμένοι κύκλοι ερευνητών του από θρησκευτικούς ή άλλους χώρους, θέλοντας μάλλον να εξυπηρετήσουν άλλες πέραν της λογοτεχνίας σκοπιμότητες. Πίσω πάντως από την δημόσια συνεσταλμένη και κάπως «φοβισμένη» εικόνα και φιγούρα του που, μας έχει παραδοθεί, βρίσκεται η αυστηρή και πειθαρχημένη παπαδιά, με την ηθικοπλαστική μητρική της αγάπη και υπερβολή, της επαρχιώτισσας ελληνίδας μάνας που κρατούσε σφιχτά τα γκέμια της ανατροφής των παιδιών της (δύο κορίτσια και ένα αγόρι), σε σημείο όπως ο ίδιος μας εξομολογείται «Και η μήτηρ σου η φιλότεκνος, όχι μόνον δεν σου επέτρεπε να τρέχης, όπως οι άλλοι, ανυπόδητος και σύ, αλλ’ απήτει να φορής και κάλτσες. Οποία δεσμά παιδαγωγικής δουλοσύνης! Ευτυχώς είχες πλησίον σου τον φίλον σου τον Χριστοδουλήν, όστις, ομήλιξ με σε, ήτο ευτυχέστερος κατά τούτο, ότι ήτο πάντοτε ξυπόλυτος και ούδ’ εφόρει ποτέ κάλτσες. Φιλότιμον παιδίον! Έτρεχε δι’ όλης της ημέρας από γιαλόν εις γιαλόν…..». Και ποιός από τους αναγνώστες του Παπαδιαμαντικού διηγήματος ενθυμούμενος την δική του παιδική ηλικία, δεν θα συμπονούσε το ντροπαλό παιδί, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, δεν θα συνέπασχε μαζί του αναλογιζόμενος την αυστηρών και σκληρών αρχών παιδαγωγία του νέου από την «κέρβερο» προστάτιδα και εποπτεύουσα μητέρα του; Πόσοι και πόσες παιδικές και νεανικές υπάρξεις αγοριών και κοριτσιών δεν έχουν «ευνουχιστεί» ψυχικά και συναισθηματικά από παρόμοιες εκδηλώσεις και συμπεριφορές των γονέων τους. Έστω και άθελά τους. Από την υπερβολική τους προστατευτικότητα ή θρησκευτική στενόμυαλη ηθική αγωγή της δική τους ανατροφής. Αντίστοιχο παράδειγμα δεν συναντάμε και στον Κρητικό συγγραφέα Νίκο Καζαντζάκη, από την πλευρά του πατέρα του; αν δεν κάνω ερμηνευτικό λάθος. Το αυτοβιογραφικό του ογκώδες πολυσέλιδο βιβλίο «Αναφορά στον Γκρέκο» μας αποκαλύπτει αρκετά όσον αφορά την πατρική Κρητική του δεσποτεία πάνω στο γυιό του.

     Όμως, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, όσο και αν μεταποιεί μέσα στο έργο του το ερωτικό του συναίσθημα και τον κουφοβράζοντα ερωτισμό του σε άσκηση «υπηρεσίας» ενός εκκλησιαστικού τρόπου βίου, μιάς ασκητική θρησκευτικής βιωτής, «θεραπευτική» ή καταπραϋντική αναγωγή σε μία προσανατολισμένη κοινωνική συμπεριφορά και ερωτική πρακτική, στην οικειοθελή υπηρέτηση ενός ορθόδοξου χριστιανικού ήθους και βίου, πυργωμένου στην ασφάλεια και την ελπιδοφόρα μεταφυσική σιγουριά ενός εκκλησιαστικού λειτουργικού τυπικού της ελληνικής ορθόδοξης παράδοσης που χάνεται στα βάθη των αιώνων, αφήνει συχνά, σταθερά και αναγνωρίσιμα ερωτικά ξέφωτα στην γραφή του. Οι μικρές κορασίδες με τον αισθησιασμό του βλέμματός του αναδύονται σαν «μικρές αφροδίτες» καθώς τις παρατηρεί από απόσταση ή νοσταλγεί το παρουσιαστικό τους, τις φαντάζεται σε διάφορες προσωπικές τους στιγμές. Αν η κάποια ροπή του ίσως, προς το κρασάκι είναι εμφανής, η ερωτική ματιά του, η θερμή ακτίνα του βλέμματός του, η παρατήρηση ιδιαίτερα γυναικών κοντά στην φύση, ως «αρχαίες νύμφες» ή ερωτικές θεότητες, ή πάλι η ανάκληση της νοσταλγικής ανάμνησης, ενεργοποιεί τους ανάλογους συνειρμικούς «πειρασμούς» της αντρικής του φύσης. Ο αισθησιασμός του είναι έντονος, ενδέχεται όσο η αθωότητά του, γιαυτό θεωρώ ότι τον αποψιλώνουμε από την συγγραφική του δυναμική και αξία όταν τον εξετάζουμε μονοδιάστατα, μοναδικά και αποκλειστικά σαν έναν ευσεβή πιστό της ορθόδοξης χριστιανικής αποκαλυπτικής εκκλησίας και παράδοσης υμνητή του δημιουργού και του ιδρυτή της, της κοινότητας των αγίων και οσίων της. Περισσότερο θα έπρεπε μάλλον να μας παραξενεύει σαν αναγνώστες η άνεσή του να «σκοτώνει» τα θηλυκά μέλη όπως συμβαίνει στο έργο του «Η Φόνισσα», παρά το ερωτικό του αλληθώρισμα προς αυτά. Εκτός και αν, αυτό που του στέρησαν κοιτά να το «εξαφανίσει» συγγραφικά.

     Οι εσωτερικοί αρμοί των έργων του, η οικουμενική του ανθρωπολογία, το ακίνδυνο των επικρίσεών του, η «φαρμακός» τεχνουργία του, ο ελεήμων λόγος του, ο σταθερός εκκλησιαστικός προσανατολισμός της ζωής του μας «αποτρέπει» από το να καταφύγουμε σε γενικόλογες θεωρητικές τεχνικές αποκωδικοποίησης των μηχανισμών της δομής και των νοημάτων της διηγηματικής ή μυθιστορηματικής του γραφής. Το στόρι του διηγήματος «Ολόγυρα στη λίμνη», η πλοκή και η εξέλιξή του κινείται σε ένα πλαίσιο γνωστών στην εποχή τους επαγγελματικών και κοινωνικών λειτουργιών και αναφορών- παιδικών και των μεγαλύτερης ηλικίας ατόμων καταστάσεων και αναμνήσεων- όπως αυτές τις αντιλαμβάνεται, τις αισθάνεται, τις βιώνει, τις ενστερνίζεται, τις αντιμετωπίζει το εφηβικό βλέμμα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, συντροφιά με τον στενό (καρδιακό) παιδικό του φίλο Χριστοδουλή. Η εξομολόγηση σε β΄ πρόσωπο η οποία βοηθά τον αναγνώστη άμεσα να γίνει κοινωνός των παιδικών αυτών συναισθηματικών καταστάσεων δεν γίνεται από έναν τρίτο αφηγητή, από έναν αμέτοχο ευφάνταστο συγγραφέα, άγευστο των πρώτων ερωτικών ερεθισμάτων παρατηρητή, αλλά από έναν συγγραφέα άμεσο μέτοχο και αυθεντικό μάρτυρα της νησιώτικης ζωής και παράδοσης, των καθημερινών εμπειριών και περιπετειών των κατοίκων, των φυσικών θαυμάτων και των εκπλήξεων που προσφέρει το φυσικό περιβάλλον στις ανθρώπινες αισθήσεις. Το διήγημα μας οδηγεί αναγνωστικά σε έναν απλό τρόπο-όχι απλοϊκό- προσέγγισής του. Πολλοί από τους έγκριτους Παπαδιαμαντολόγους έχουν σταθεί πάνω του και μας έχουν δώσει τις δικές τους ερμηνείες. Όπως ο Peter Mackridge, ο Στυλιανός Αλεξίου, και πολλοί άλλοι μεταξύ αυτών και μαθητές και μαθήτριες σχολίων, όπως όλοι μας μπορούμε να διαπιστώσουμε και να διαβάσουμε στο διαδίκτυο που έχουν αναρτηθεί τα Παπαδιαμαντικά κείμενα και οι αντίστοιχες ερμηνευτικές προσεγγίσεις κάθε κειμένου. Ο φιλόλογος Γιώργος Βαλέτας όπως και ο Νίκος Δ. Τριανταφυλλόπουλος δίνει τις δικές τους εξηγήσεις και ερμηνείες.

    Μέσα από οικείες σε εμάς και όχι ξένες εικόνες, γνωστές μας παραστάσεις, επαγγελματικές συνήθειες και ασχολίες, ακούσματα και ήχους φωνών κοντινών μας, η γραφή του αναπλάθει με το βάρος του φόρτου της παλαιάς νοσταλγίας ότι η μνήμη έχει συγκρατήσει θέλοντας να διασώσει την «πραμάτεια» της και την αλήθεια της. Η ομορφιά του διηγήματος-μεταξύ άλλων-έγκειται στην αυθεντικότητα της βιωματικής μαρτυρίας του έφηβου Σκιαθίτη. Στην ειλικρίνεια του εφηβικού του βλέμματος, των συντροφικών σχέσεων που συνάπτει με τους παιδικούς του φίλους καθώς σταδιακά απομακρύνεται από την οικογενειακή εστία. Των πρωτόγνωρων περιπετειών και καταστάσεων που βιώνει σαν παιδί με τον φίλο του Χριστοδουλή, και στο πως αντιμετωπίζει ο κάθε έφηβος τα συμβάντα. Άδολα και ασκίαστα συναισθήματα που βιώνουν μαζί κατά τις περιπλανήσεις και εξερευνήσεις τους στο νησί. Τι φορούν, πώς κυκλοφορούν τι σκανταλιές κάνουν, προς τα πού στρέφονται οι περιέργειές τους, από ποιους παράγοντες και γεγονότα χαλυβδώνεται ο χαρακτήρας τους. Την θέρμη της σκιαγράφησης των ανθρώπινων χαρακτήρων που μας περιγράφει, φιλικών του προσώπων, ναυτικών, ψαράδων, καραβομαραγκών, τεχνιτών, καλαφάτηδων, βοηθών που έζησε και γνώρισε από κοντά και τους αποκαλεί μπάρμπα. Γνωρίζει τις ασχολίες τους, τα πρόσωπα που η θάλασσα τους έχει πάρει, την ορφάνια τους, τις μυρωδιές του φαγητού που τρώνε, (η παραδοσιακή φασολάδα με την κόκκινη πιπεριά), το μοσχάτο που βρίσκουν παρηγοριά στις ερημιές τους, το τσίπουρο που πίνουν. Το σκυλί φύλακα που αποκαλούν Τσούρμο, τα ονόματα των βοδιών. Ιδιαίτερη σημασία και έκπληξη δείχνει ο μικρός Αλέξανδρος στον τρόπο που κρύβει μέσα στα ενδύματά του και θανατώνει τα μικρά χταπόδια και τα καβούρια που πιάνει ο δεκαπενταετής Χριστοδουλής. Νεανικές αναμνήσεις ξεγνοιασιάς, ανεμελιάς, ξυπόλητης παιδικής αλητείας, θαλασσινές βουτιές, νοσταλγικές αναμνήσεις αθωότητας που, πλουτίζει καρδιές και συναισθήματα.

     Το «Ολόγυρα στη λίμνη», είναι από τα γνωστότερα και τα πλέον αγαπητά παιδικά διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Αυτά που θα εντάσσαμε (μεταξύ άλλων) σε μία όχι μάλλον αυθαίρετη κατηγορία, αυτήν του ερωτικού ασκητισμού. Του ερωτικού βλέμματος και ατμόσφαιρας ενός χριστιανού συγγραφέα. Οι ερμηνευτικές του εκδοχές και «εντάξεις» είναι αρκετές, όπως προαναφέραμε στο σημείωμα. Η Πολύμνια είναι η παιδική ερωτική μούσα του Παπαδιαμάντη, και ας αδιαφορεί εκείνη για την παρουσία του, ας μην την προσέχει κάν, εκείνος την παρατηρεί από απόσταση. Από την άλλη, η νησιώτικη φύση και οι κύκλοι της ζωής της φιλοξενεί τόσο την αγορίστικη όσο και την κοριτσίστικη παρουσία. Ένα παρθένο και αμόλυντο ακόμα περιβάλλον από τον τεχνολογικό πολιτισμό, το οποίο-στην «πρωτόγονη» μορφή του ακόμα, δεν έχει αλλοιωθεί και καταστραφεί από εμπορικές και τουριστικές επιλογές και σκοπιμότητες, την αλόγιστη χρήση και επέμβαση του ανθρώπινου παράγοντα. Έχουμε την παρουσία επαγγελμάτων που χάθηκαν, όπως και μεγάλο μέρος της πανίδας και της χλωρίδας της ελληνικής υπαίθρου με τους ξεχωριστούς συμβολισμούς τους.

     Σε κάθε τόμο των εκδόσεων του «Χρήστου Γιοβάνη» όπως και των εκδόσεων «Δόμος» υπάρχει Παπαδιαμαντικό Γλωσσάρι που φανερώνει τον μεγάλο γλωσσικό πλούτο που κατείχε και διαχειριζόταν στο έργο του ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Λέξεις και φράσεις που διέσωσε έστω και αν σήμερα δεν μιλιούνται ή δεν βρίσκονται στην ημερήσια γλωσσική χρήση. Ο αναγνωστικός διευρυνόμενος κύκλος μέσα στον χρόνο των Παπαδιαμαντικών σπουδών έχει αποκτήσει σταθερούς και φανατικούς υποστηρικτές, ενώ η Παπαδιαμαντική Βιβλιογραφία και Αρθρογραφία διαρκώς αυξάνει καθώς και οι-με όποιον εκδοτικό τρόπο- επανεκδόσεις των έργων του. Στην καρποφόρα επέκταση του αναγνωστικού κοινού και ενδιαφέροντος για το έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη τις τελευταίες δεκαετίες στην χώρα μας, συνέβαλαν καθοριστικά οι εκδόσεις «Δόμος» του θεολόγου εκδότη Δημητρίου Μαυρόπουλου ο οποίος συνεργαζόμενος με τον έγκριτο και πολύπειρο  Παπαδιαμαντολόγο φιλόλογο, συγγραφέα Νίκο Δ. Τριανταφυλλόπουλο, επιμελήθηκαν και αναστύλωσαν τα «Άπαντά» του, εκδόθηκαν επίσης τα «Παπαδιαμαντικά Τετράδια», διοργανώθηκαν Συνέδρια και Ομιλίες, κυκλοφόρησαν σύγχρονες μελέτες για το έργο και την παρουσία του, του κάπως «μποέμ» χριστιανού ορθόδοξου συγγραφέα και μεταφραστή. Οι Μεταφράσεις του σηκώνουν συζήτηση και ειδική εξέταση, αν πάρουμε ως παράδειγμα μόνο ένα κλασικό έργο, το «Έγκλημα και Τιμωρία» του ρώσου Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Η μεταφραστική εκδοχή στα ελληνικά του λογοτέχνη και μεταφραστή Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, συζύγου της Σόνιας Ιλίνσκαγια, είναι κατά την κρίση μου αρτιότερη. Από την άλλη, Τα Παπαδιαμαντικά «Άπαντά» του έτυχαν ιδιαίτερης φροντίδας και επιμέλειας, αντιγράφηκαν και αναρτήθηκαν στο Διαδίκτυο ώστε να είναι προσβάσημα και προσεγγίσιμα αναγνωστικά και ερευνητικά από τον κάθε αναγνώστη και αναγνώστρια δωρεάν. Δίχως η εκδοτική διαδικτυακή αυτή δωρεάν ανάγνωση να σταμάτησε την έντυπη επανέκδοση διηγημάτων και μυθιστορημάτων του (ιδιαίτερα των μεγάλων θρησκευτικών εορταστικών περιόδων) από άλλους εκδότες και συγκροτήματα εφημερίδων. Οι Παπαδιαμαντολόγοι και άλλοι σύγχρονοι ερευνητές υπερασπιστές του έργου του, όπως και η μικρή εκείνη μερίδα των «αρνητών» του, ή ίσως ορθότερα να σημειώσουμε, αυτών που στέκουν επιφυλακτικοί απέναντι στην γραφή του και στην προσκόλλησή του σε έναν ερωτικό μεν, αλλά ηθογραφικών πουριτανικών αποχρώσεων και θρησκευτικών δοξασιών τρόπων ζωής μια άλλης εποχής, της προνεοτερικής ιστορικά και πολιτικά ελλάδας των προηγούμενων ιστορικά αιώνων έχουν πληθύνει, ενώ έχει ξεδιπλωθεί αρκετά η ερευνητική βεντάλια και έχουν προσεχθεί και επισημανθεί πτυχές και σημεία της γραφής του που οι παλαιότεροι, είτε δεν είχαν προσέξει είτε είχαν παραβλέψει, είτε δεν θέλησαν να ασχοληθούν. Τα αφιερώματα των περιοδικών και των ένθετων των εφημερίδων είναι συχνά, το ίδιο και η μεταφορά βιβλίων του στην μεγάλη και μικρή οθόνη. Το σίγουρο πάντως είναι ότι ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είτε συγκρινόμενος σαν διηγηματογράφος με τον ομότεχνό του ξάδερφο Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, είτε με τον Κρητικό Πεζογράφο Νίκο Καζαντζάκη, είτε με μία πλευρά του Εμμανουήλ Ροΐδη, είτε με τον ρώσο, σλάβο ορθόδοξο συγγραφέα Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ο κυρ Αλέξανδρος εξακολουθεί να απασχολεί το αναγνωστικό και ερευνητικό κοινό, καθηγητές πανεπιστημιακών σχολών και μελετητές της ελληνικής γραμματείας. Να γράφονται εργασίες για τα βιβλία του από νέους φοιτητές και φοιτήτριες, να εκπονούνται διδακτορικά, να μνημονεύεται σταθερά από εκκλησιαστικούς κύκλους. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και ευτυχώς, ξέφυγε από τα ερευνητικά και αναγνωστικά «δεσμά» των διαφόρων εν Ελλάδι θρησκευτικών ομάδων ή εκκλησιαστικών κύκλων, εξετάζεται και αντιμετωπίζεται πλέον περισσότερο (;) σαν ένας έλληνας συγγραφέας, ηθογράφος ή κοσμοπολίτης που μπορεί να σταθεί ισάξια δίπλα σε ευρωπαϊκά και άλλα παγκόσμια λογοτεχνικά μεγέθη διεθνώς. Μπορεί η  φωνή του να επικοινωνήσει με άλλες δυτικοευρωπαϊκές συγγραφικές φωνές προβάλλοντας τα ελληνικά γράμματα ανά την υφήλιο. Αν και ανήκει στην παλαιότερη των ελληνικών γενεών πεζογραφική παράδοση κατόρθωσε να υπερπηδήσει τα κράσπεδα της ελληνικής γλώσσας και θεματικής και να κερδίσει το στοίχημα της επιτυχίας.

       Έχω αναφερθεί και σε προηγούμενα Παπαδιαμαντικά μου σημειώματα, έντυπα και ηλεκτρονικά, ότι η γενιά μου ήρθε σε επαφή με το έργο του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη μέσω των «Απάντων» του που κυκλοφορούσαν μετά την μεταπολίτευση του 1974 από τις εκδόσεις του Χρ. Γιοβάνη σε αναστύλωση και επιμέλεια του Γιώργου Βαλέτα. Κάτι που οφείλουμε να του το αναγνωρίσουμε. Από όσο θυμάμαι, κυκλοφορούσε μία σειρά των Παπαδιαμαντικών έργων από τις εκδόσεις «Ελευθερουδάκη» και μεμονωμένα διηγήματά του και αυτοτελώς μυθιστορήματά του κυκλοφορούσαν από τις εκδόσεις «Γαλαξίας» της Ελένης Βλάχου και άλλες «λαθρόβιες» εκδόσεις στα καροτσάκια των δρόμων. Όπως και επετειακά από τις εκδόσεις «Αστήρ» Παπαδημητρίου όμως, με υπερβολικά χτενισμένη την Παπαδιαμαντική γλώσσα και έκφραση. Περιορίζομαι στα πεπραγμένα της δικής μου αναγνωστικής γενιάς (δεν έχω δει την έκδοση των εκδόσεων του Γεωργίου Φέξη)- στην έκδοση της επιμέλειας, των σχολιασμών και της φροντίδας του καθηγητή και εκδότη Γιώργου Βαλέτα πρίν την οριστική σύγχρονη έκδοση του Νίκου Δ. Τριανταφυλλόπουλου και των εκδόσεων «Δόμος», στην οποία οι σύγχρονοι μελετητές αναφέρονται, μνημονεύουν και παραπέμπουν ως την καλύτερη εκδοτική προσπάθεια. Αν δεν λαθεύω, κυκλοφόρησε και ένας τόμος με Ανθολογημένα έργα του.

     Διαβάζω άτακτα τα Διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, επανέρχομαι σε αυτά, από την έκδοση σε επιμέλεια και φροντίδα του Γιώργου Βαλέτα, δίχως να παύω να συμβουλεύομαι και την έκδοση που επιμελήθηκε ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Χαίρομαι και απολαμβάνω και τις δύο εκδόσεις εξίσου το ίδιο. Συγκρίνω κείμενα και παρατηρώ τις αλλαγές. Προσέχω λέξεις και γλωσσικές και εκφραστικές τροποποιήσεις που επήλθαν στην νεότερη έκδοση, ας μου  επιτραπεί, από τον φύλακα άγγελο Παπαδιαμαντολόγο Νίκο Δ. Τριανταφυλλόπουλο. Βλέπω επισημάνσεις γραμματολογικές, βοηθητικές για εμάς τους απλούς ανώνυμους επαρκείς όμως αναγνώστες, στέκομαι σε διορθώσεις και εσωτερικούς σχολιασμούς. Παρατηρώ με ενδιαφέρον τις αναγνωστικές, ερευνητικές, φιλολογικές παρατηρήσεις και παρεμβάσεις δύο σπουδαίων ελλήνων γραμματολόγων στην εποχή τους ο καθένας, με τα δικά του επιστημονικά και άλλα εφόδια και αντοχές, «δυνατότητες». Το γεγονός ότι μετά τις εκδόσεις του «Γεωργίου Φέξη» ενδιαφέρθηκαν και εργάστηκαν πάνω στο έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη-με τα ανάλογα αποτελέσματα και εκδοτικά και τεχνολογικά επιτεύγματα της εποχή τους- αυτό είναι κατά την μικρή μου αναγνωστική κρίση που μετράει, και όχι η μεζούρα σύγκρισης ή το υποδεκάμετρο αξιολόγησης επιμελητείας του Έργου του κυρ Αλέξανδρου, πού, ούτως ή άλλως, θα έβρισκε τρόπους να επικοινωνήσει μαζί μας στο χρόνο, μια και η φωνή του είναι κλασική και  ο λόγος του εξακολουθεί να συγκινεί τους αναγνώστες της ελληνικής λογοτεχνίας τους ίδιους τους συγγραφείς. Για πολλούς, μάλιστα, αποτελεί «μοντέλο» το ύφος και το στιλ της γραφής του για τις δικές τους δημιουργίες. Κάτω από αυτό το σκεπτικό αντέγραψα –με τα όποια ορθογραφικά λάθη, Παπαδιαμαντικές γλωσσικές εκφράσεις, λέξεις άγνωστες και αμίλητες σήμερα, λησμονημένες ορολογίες, το γνωστό διήγημα «Ολόγυρα στη λίμνη» από την έκδοση του Χρ. Γιοβάνη. Ένα διήγημα ιδιαίτερα αγαπητό μια και επιμελητές και ανθολόγοι παιδικών βιβλίων, ανθολόγοι παιδικών διηγημάτων του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη συμπεριλαμβάνουν στις εκδόσεις και εργασίες τους το διήγημα. Το μεταφέρω ως έχει έχοντας την επιλογή ο όποιος αναγνώστης της ιστοσελίδας «Λογοτεχνικά Πάρεργα» να καταφύγει στην Παπαδιαμαντική ιστοσελίδα των εκδόσεων «Δόμος» και να διαβάσει το διήγημα επεξεργασμένο γλωσσικά στην νέα έκδοση, ή ακόμα να ανατρέξει σε άλλες διαδικτυακές ιστοσελίδες των οποίων ο συντάκτης τους έχει μεταφέρει το Παπαδιαμαντικό διήγημα χτενισμένο γλωσσικά. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι κρίσεις και αναλύσεις για το ωραίο αυτό διήγημα μαθητών Σχολείων όπως τις διαβάζουμε στο διαδίκτυο. Επίσης, χρήσιμη στον αναγνώστη είναι η μελέτη της καθηγήτριας και συγγραφέως Αγγέλας Καστρινάκη «Έρως νάρκισσος, έρως θείος: όψεις του έρωτα στο έργο του Παπαδιαμάντη», στο βιβλίο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Ήτον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον όνειρον». Διηγήματα Ερωτικά. Εκδόσεις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης,- Παλαιά Κείμενα, Νέες Αναγνώσεις», 2018.

     Τώρα, όσον αφορά το διήγημα του Βασίλη Βασιλικού σε γενικές γραμμές θα σημειώναμε ότι είναι έξυπνο και ευρηματικό στην σύλληψή του. Ο Βασίλης Βασιλικός διαβάζει το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και συνεχίζει κατά κάποιον τρόπο το διήγημα και χτίζει την δική του ιστορία, μέσω της συνέχειας του ταξιδιού ζωής του κεντρικού ήρωα. Παρακολουθεί τον Χριστοδουλή στην εγκατάστασή του στην Αμερική, ο οποίος σε συζητήσεις του θυμάται αμυδρά τον έλληνα πεζογράφο και ιεροψάλτη. Ένας παλαιός νεανικός έρωτας γίνεται η αφορμή να φωτογραφηθεί η ζωή και ο κόσμος των ελλήνων μεταναστών στην μεγάλη ήπειρο. Εικόνα την εικόνα στήνει την μετα-μυθοπλασία του ο Βασίλης Βασιλικός έχοντας στην σκέψη του την πρώτη συγγραφική πηγή, το διήγημα «Ολόγυρα στη λίμνη» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ο Βασίλης Βασιλικός τελειώνει και την δική του διηγηματική αφήγηση με την καταληκτήρια πρόταση που τελειώνει και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης το δικό του διήγημα. Ο λόγος του Βασιλικού είναι απλός, διαβάζεται δίχως δυσκολίες, είναι κατά κάποιον τρόπο θα λέγαμε «ρεπορταζιρίστικος» Περιγράφει το Αμερικάνικο τοπίο της πολιτείας που είναι εγκατεστημένος ο μεγάλης ηλικίας πλέον Σκιαθίτης οικογενειάρχης Χριστοδουλής. Είναι η ζωή ενός έλληνα μετανάστη ο οποίος ξενιτεύτηκε για να έχει καλύτερη τύχη και επαγγελματικές και οικονομικές ευκαιρίες από ότι στο νησί του. Η γλώσσα του είναι όπως των περισσότερων Ελληνοαμερικανών πρώτης και ίσως δεύτερης γενιάς. Σπαστά ελληνικά, άλλης ηχητικής και φωνητικής χροιάς αμερικάνικα. Πετυχημένος και σκληρά εργαζόμενος, ζει με την γυναίκα του μια και τα παιδιά του έχουν παντρευτεί και έχουν κάνει την δική τους οικογένεια.

      Τελικά, με την ανάγνωση και των δύο διηγημάτων «Φιλοσοφούμαι ως αναγνώστες και πολλά πράττουμε ως συγγραφείς».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς,

30 Ιανουαρίου 2024