Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2022

Δημήτρης Καπράνος, Όταν το λιμάνι του Πειραιά έγινε κομμάτια από τους βομβαρδισμούς των συμμάχων 11/1/1944

Όταν το λιμάνι του Πειραιά έγινε κομμάτια

Οι σύμμαχοι στις 11 Ιανουαρίου του 1944 σφυροκόπησαν τους Γερμανούς, αλλά ισοπέδωσαν την πόλη!

Επιμέλεια: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΠΡΑΝΟΣ

Εφημερίδα ΕΣΤΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 16 Ιανουαρίου 2022, σ.14

     Συμπληρώθηκαν 78 χρόνια από τον παρανοϊκό και φονικό «συμμαχικό» βομβαρδισμό του Πειραιά, στις 11 Ιανουαρίου του 1944. Όπως κάθε χρόνο, η πόλη θυμήθηκε τους νεκρούς της με Τρισάγιο στο Νεκροταφείο της Αναστάσεως.

      Θυμάμαι την μητέρα μου, γέννημα-θρέμμα Πειραιώτισσα, να μου διηγείται εκείνες τις φοβερές εικόνες και τον πατέρα μου να μας λέει πώς έτρεχε όλη την ημέρα και την επόμενη, ως ιατρός, να περιθάλπει τραυματίες. Ο πατέρας μας θεωρούσε τον βομβαρδισμό «ολοκληρωτική καταστροφή» για τον Πειραιά.

      «Εκτός του ότι κατέστρεψαν το λιμάνι και το γέμισαν με βυθισμένα κουφάρια πλοίων, πράγμα που καθυστέρησε την μεταπολεμική ανάπτυξή του, έδιωξαν πολύ κόσμο από τον Πειραιά. Πολλές οικογένειες, αστικές και εργατικές, των οποίων το βιός καταστράφηκε από τις βόμβες, έφυγαν προς την Αθήνα και την περιφέρεια και δεν ξαναγύρισαν στην πόλη. Εργοστάσια καταστράφηκαν, περιουσίες εξαφανίσθηκαν και, κυρίως, χάθηκαν περισσότεροι από δύο χιλιάδες άνθρωποι.

      Ο αριθμός «700» που ακούστηκε και γράφηκε, δεν είναι αληθινός. Μερικοί δεν βρέθηκαν ποτέ αλλά οι περισσότεροι νεκροί δεν «δηλώθηκαν» από τους συγγενείς γιατί έτσι θα έχαναν το κατοχικό «συσσίτιο» που δικαιούντο όσοι ζούσαν!», μας έλεγε όταν ερχόταν η κουβέντα. Αλά απέφυγε να μιλάει πολύ γι’ αυτό…

     Άρχισαν να βαράνε οι σειρήνες

Ο «επίσημος» θλιβερός απολογισμός μιλά για 700 νεκρούς. Σε άλλες πηγές αναφέρονται 1.200, ενώ σε άλλες ο αριθμός αγγίζει τους 5.500. Ο φονικός βομβαρδισμός έπληξε κυρίως το λιμάνι αλλά και την γύρω περιοχή, δηλαδή την «καρδιά» του Πειραιά. Γκρεμίσθηκε μέρος από την πρόσοψη του Δημοτικού Θεάτρου και ανακατασκευάστηκε αργότερα. Ο Ιερός Ναός της Αγίας Τριάδας κατεστράφη σχεδόν ολοσχερώς.

     «Μεσημέρι ήταν θαρρώ, όταν ξαφνικά άρχισαν να βαράνε οι σειρήνες, δεν περιμέναμε κάτι, πάντα φοβόμασταν πάντως, εγώ βρισκόμουν κοντά στο Άγιο Διονύση… άρχισα να τρέχω προς τα ψηλά… κάπου βρέθηκα σε κάποιο καταφύγιο στην Αγίου Δημητρίου…

      Εκείνη την ημέρα ο Πειραιάς μύριζε θάνατο. Η πόλη μας καταστράφηκε. Το λιμάνι γέμισε πλοία βουλιαγμένα. Όσοι σώσαμε τα καΐκια μας, φύγαμε να φέρουμε τρόφιμα. Όλοι χάσαμε συγγενείς. Είχα φίλους νιόπαντρους μέσα στον πόλεμο που χάθηκαν εκείνη την ημέρα. Θέλανε να αποτελειώσουν τους Γερμανούς και τελικά αποτελειώσανε εμάς» αφηγήθηκε επιζών της καταστροφής. Ο βομβαρδισμός του Πειραιά χαρακτηρίσθηκε ως η πλέον αιματηρή και  αποτυχημένη αποστολή των αγγλοαμερικανικών συμμαχικών δυνάμεων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατά την Κατοχή, ο Πειραιάς έγινε στόχος 239 φορές, όμως κατά τη διάρκεια εκείνης της μοιραίας αποστολής σκοτώθηκαν περίπου τα 2/3 όσων συνολικά έχασαν τη  ζωή από βομβαρδισμούς.

    Οι περισσότεροι νεκροί ανασύρθηκαν από δημόσια κτήρια (Μέγαρο ΙΚΑ, Εισαγγελία), από το εστιατόριο Βίρβου-Τελιώνη στη σημερινή Ηρώων Πολυτεχνείου και Τσαμαδού. Από το καταφύγιο στο κτήριο της  Ηλεκτρικής Εταιρείας ανασύρθηκαν 65 μαθήτριες και δασκάλες της Δημοτικής Οικοκυρικής Σχολής. Πολλοί νεκροί ανασύρθηκαν ακόμη από το εργοστάσιο Παπουτσάνη και από τον σταθμό του Πειραιά που καταστράφηκε ολοσχερώς.

     Βομβαρδίστηκαν επίσης επτά ναοί, τα Μέγαρα Ζερβού και Σπυράκη, το ιδιωτικό σχολείο Κατρανίδου στην Νίκαια, το ξενοδοχείο Continental που είχε επιταχθεί, η Εμπορική Σχολή, η Σχολή Καλογραιών και το Τιτάνιος Κήπος.

     Κανείς δεν διευκρίνισε ποτέ αν επρόκειτο για φοβερό λάθος ή για εσκεμμένη ενέργεια των Άγγλων και των Αμερικανών, πού (RAF και USAAF) επιχειρούσαν μαζί ήδη έναν χρόνο με βάση την «Οδηγία της Καζαμπλάνκα» πλήττοντας στρατηγικούς στόχους, κυρίως λιμάνια, αποθήκες και σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις. Τρείς ημέρες νωρίτερα, το BBC είχε μεταδώσει ότι «επίκειται βομβαρδισμός του Πειραιά», καθώς εκεί υπήρχαν 31 σκάφη υπό τις διαταγές του γερμανικού ναυτικού.

      Στις 11:30 το πρωί της 11ης Ιανουαρίου 1944 στην οροφή του Μεγάρου Βάττη στο λιμάνι υψώθηκε μικρή ασπρόμαυρη  σημαία που προειδοποιούσε τα πλοία. Στις 12:35, την ώρα που ο κόσμος βρισκόταν στους δρόμους, ακούστηκε η πρώτη σειρήνα, η δεύτερη στις 19:22 και η Τρίτη στις 21:57. Οι περισσότερες πάντως απόψεις συγκλίνουν προς το ότι ο Πειραιάς βομβαρδίστηκε σχεδόν στην τύχη. «Καλύτερη κατάρτιση, καλύτερες επικοινωνίες, περισσότερη τύχη ή ίσως μία συνετή στροφή 360 μοιρών μπορούσαν να είχαν αποτρέψει αυτή την τραγωδία», έγγραφο, που υπάρχει στην ιστοσελίδα των βετεράνων της 301ης Ομάδας Βομβαρδιστικών της Βρετανικής Αεροπορίας.

      Ο Στέλιος Μπινιάρης, ο λογοτέχνης αδελφός του ηθοποιού Γκίκα Μπινιάρη και φίλος του πατέρα μας, στο χρονικό «Ο Πειραιάς του Μεσοπολέμου και της Κατοχής» γράφει: «Τα αεροπλάνα, σαν σε ειδοποίηση για τον άμαχο πληθυσμό, διαγράψανε μιά-δυό φορές κύκλους πρίν αρχίσουν να ρίχνουν τις βόμβες τους για να δώσουν χρόνο στον πληθυσμό να πάει στα καταφύγια. Ύστερα από λίγη ώρα οι βόμβες, πού για αλλού πηγαίνανε κι αλλού πέσανε, άρχισαν να πέφτουν σωρό και δημιούργησαν τη συμφορά».

      Και ο αείμνηστος φίλος και συνεργάτης, Πρόεδρος της «Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς» Γιάννης Χατζημανωλάκης, στο περιοδικό «Πειραϊκά»: «Ο βομβαρδισμός’ υπήρξε και άστοχος και άσκοπος, αφού οι βόμβες, ιδιαίτερα των αμερικανικών αεροπλάνων, δεν έπληξαν κανένα συγκεκριμένο στόχο. Βομβάρδισαν την πόλη χωρίς να πλήττουν κανένα πολεμικό στόχο, έτσι στην τύχη, θα έλεγε κανείς».

     Καμμιά φορά, βάζω στο πίκ-άπ το τραγούδι του αξέχαστου Μιχάλη Γεννίτσαρη: «Εμάθατε στον Πειραιά επιδρομή μεγάλη, γκρεμίσανε τα σπίτια μας πω-πω ζημιά μεγάλη/ Μέρα και νύχτα ρίχνανε μπόμπες τα αεροπλάνα και χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα/ Σκορπούσανε το θάνατο και ρίχνανε αράδα και το λιμάνι γκρέμισαν και την Αγιά Τριάδα/ Μπόμπες πολλές ερίξανε μέσα στο τελωνείο και τον Πειραία κάνανε σωστό νεκροταφείο».

     Μαύρη σελίδα, της πιό μαύρης περιόδου της νεώτερης Ελλάδος…

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΠΡΑΝΟΣ: ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ. Εφημερίδα ΕΣΤΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 16/1/2022, σ. 14.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

     Μέσα σε ένα διεθνές πολιτικό περιβάλλον απρόβλεπτων ανακατατάξεων, ραγδαίων διπλωματικών εξελίξεων και συμμαχιών, σε ένα και της πατρίδας μας κοινωνικό «μπάχαλο» εξ αιτίας μιας παρατεταμένης Πανδημίας και άλλων πρόσφατων φυσικών καταστροφικών (διήμερη χιονοθύελλα με το όνομα «Ελπίς»),οικονομικής διπλωματίας και στρατιωτικών επιχειρήσεων, ταραχών και πολέμων κάτω από την υπογάστριο περιφέρεια μεγάλων παραδοσιακών δυνάμεων (Ρωσία) προσπαθεί ο καθημερινός ευρωπαίος πολίτης να εντοπίσει το στίγμα του, να διαμορφώσει την σύγχρονη εικόνα του στον καθρέφτη της Ιστορίας και του Πολιτισμού της τρίτης του ανθρώπου χιλιετίας. Διανύουμε μία ιστορικά ταραγμένη περίοδο της πρώτης εικοσαετίας της τρίτης χιλιετίας, αναζητώντας οι κάτοικοι της γηρεάς ηπείρου ιστορικές σταθερές που ίσως, τους παράσχουν διέξοδο σε ατομικό επίπεδο σαν πολίτες και συλλογικά σαν εθνότητες και λαοί. Γύρω μας επικρατεί μιά φανερή ή κρυφή κοινωνική συλλογική και ατομική βία. Άσκηση σωματικής και ψυχολογικής βίας εναντίον των γυναικών (αλλά και εκδικητικών αντιζηλιών σε βάρος άλλων γυναικών από γυναίκες), πατροκτονίες, μητροκτονίες, υιοκτονίες, ληστείες; Μετά φόνου, καθημερινοί θάνατοι σε τροχαία δυστυχήματα, νεκροί από την πανδημία του κορωνοϊού, θάνατοι στους προθαλάμους μεγάλων νοσοκομείων κλπ. Η ανθρώπινη ζωή δεν φτουράει πλέον στους σύγχρονους καιρούς μας στα μάτια και τις συνειδήσεις των συνανθρώπων μας, στων πολιτικών που δημοκρατικά μας εκπροσωπούν. Πολυπληθείς αντικυβερνητικές διαδηλώσεις ταράσσουν τον δυτικό κόσμο-ιδιαίτερα την ευρωπαϊκή ήπειρο. Πολλαπλή και αντικρουόμενη αντιμετώπιση πολλών ευρωπαϊκών κρατών στο καίριο και φλέγον πρόβλημα του μεταναστευτικού. «Αλλοιώσεις» ή «προσμείξεις» θρησκειών, φυλών, εθνοτήτων, λαών, γλωσσών, οικογενειών με πανάρχαιες εθιμικές διαφορές και κοινωνικές συνήθειες. Διαφορετικών τρόπων ζωής και παράδοσης. Μια παρατεταμένη κρίση του δυτικού πρωτίστως πολιτισμού, που την πληρώνουν οι ποιο ευάλωτες οικονομικά και πολιτισμικά ομάδες και άτομα που κατοικούν ή αισθάνονται ευρωπαίοι πολίτες. Κάτοικοι κρατών της Ευρωπαϊκής ηπείρου και συμπολίτες που μετανάστευσαν από διάφορα μέρη του Κόσμου και εγκαταστάθηκαν αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής και νομικής δικαιοσύνης στα χώματά της. Αναφομοίωτες πληθυσμιακές ομάδες ασκούν βίαιους τρόπους κοινωνικής αντίδρασης ή πρακτικές για να δηλώσουν την διαφορετικότητα της ταυτότητάς τους, τα θέλω τους. Επίκαιροι περιφερειακοί πόλεμοι, διχοτομήσεις και τριχοτομήσεις κρατών, αλλαγές συνόρων, εισπηδήσεις θρησκευτικών ηγετών σε περιφέρειες άλλων ομόδοξων εκκλησιών. Το τραπεζικό και χρηματιστηριακό ιστόγραμμα της διεθνούς οικονομίας, οι οικονομικοί δείκτες ανεβοκατεβαίνουν με ασύλληπτες ταχύτητες μεταφέροντας περιουσίες σε χέρια ολίγων και ισχυρών. Τζογάρισμα μετοχών τζογάρισμα ανθρώπινων ζωών και ελπίδων. Νέες διαδικτυακές μορφές πνευματικής και καλλιτεχνικής αποικιοκρατίας. Και μέσα σ’ αυτόν τον παγκόσμιο κουρνιαχτό της ζώσας πραγματικότητας της Ιστορίας όλων μας, των μεταβατικών περιόδων που διανύουμε, ο άνθρωπος τρομαγμένος, ταραγμένος, φοβισμένος, ανέλπιδος, ανήσυχος, αναστατωμένος, μπερδεμένος, ο σύγχρονος άστεγος πολιτικά, μεταφυσικά και πολιτισμικά άνθρωπος, αναζητά πυξίδες μικρών βεβαιοτήτων, σημαδούρες ανάσας και εμψύχωσης της πλεύσης της ατομικής του ιστορίας και οραμάτων ζωής. Του πολιτισμού και της παράδοσης που τον κυοφόρησε, του πρόσφερε τα πνευματικά και άλλα εφόδια ζωής και βίου ανάπτυξης. Ζητά στα τυφλά πνευματικές και πολιτισμικές σταθερές που ενδεχομένως, θα του δώσουν εξηγήσεις, θα τον εφοδιάσουν με ερμηνείες, θα του προτείνουν λύσεις, για την ατομική και παγκόσμια βία που επικρατεί και βιώνει γύρω του, δίπλα του, μέσα στον περίβολο του σπιτιού του. Σε ένα σύγχρονο περιβάλλον που δεν αναγνωρίζει πλέον ως δικό του. Σε μια φυσική επικράτεια που έχει αρχίσει να τον διώχνει δυναμικά, καθώς την καταστρέφει παντοειδώς. Η Ιστορία του Ανθρώπου ξαναγράφεται δίχως εθνικά, πολιτισμικά ή φυλετικά ή εθνικά σύνορα. Την βιώνεις και την ζεις σε όλο της το σκοτεινό μεγαλείο και αβέβαιο μέλλον. Η σύγχρονη Ιστορία, διαμορφώνεται και ζυμώνεται στο εδώ και ανεξέλεγκτο τώρα, το σκληρό ακατανόητο παρόν, το άμετρο των κρίσιμων αποφάσεων, δίχως να στέκεται σε ένδοξες κληρονομιές του παρελθόντος επιταγές και παλαιά καθήκοντα. Αγνοώντας Ζωές, πανάρχαια Σύμβολα και αρχέγονους Μύθους, πράξεις Ηρώων, παλαιές του ανθρώπου συνομιλίες  μεταξύ τους και επικοινωνίες με άλλες φυλετικές εθνότητες,  αλλόγλωσσους λαούς και παραδόσεις. Ο άνθρωπος των πρωτονεωτερικών ιστορικών χρόνων δόμησε την εξέλιξή του σε πολιτισμικές αξίες επικράτησης που δεν επιδέχονταν αμφισβήτηση. Ήταν αξιώματα ζωής και διαπαιδαγώγησης, κουλτούρας. Ο σημερινός μετανεωτερικός άνθρωπος αποδομεί και αμφισβητεί το ίδιο του το οικοδόμημα δίχως να ενδιαφέρεται για τις συνέπειες των επιλογών του. Απαξιεί την κληρονομιά του παρελθόντος του ως μια άχρηστη δυνάστευση της σύγχρονης ζωής.

     Από αυτή την ατομική, συλλογική και παγκόσμια κρίση δεν ξέφυγαν ούτε οι διάφοροι κλάδοι της Τέχνης και των ατόμων που την υπηρετούν και την καλλιεργούν από διάφορα πόστα, την εκπροσωπούν. Το ίδιο και ο έντυπος τύπος. Οι άνθρωποι στις μέρες μας δεν αγοράζουν με τον ίδιο ζήλο εφημερίδες και περιοδικά.. Από την μία οι δύσκολες οικονομικές συνθήκες, τα μεγάλα ποσοστά ανεργίας, από την άλλη η προτίμησή των νεότερων ηλικιακά γενεών να ενημερώνονται μέσω των ηλεκτρονικών μέσων, τα λεγόμενα σόσιαλ μίντια, οι  νεότερες ηλικίες δεν αγοράζονται πλέον Εφημερίδες. Και το αρνητικό αυτό φαινόμενο ενισχύθηκε με το σταδιακό χάσιμο της αξιοπιστίας των δημοσιογράφων. Ο δημοσιογραφικός λόγος και γνώμη, δεν χαίρει πλέον του ίδιου σεβασμού και εκτίμησης όπως στα παλαιότερα χρόνια. Σε αυτό συνέβαλαν σίγουρα και αρκετές δημοσιογραφικές πένες οι οποίες δεν τίμησαν ούτε σεβάστηκαν το επάγγελμά τους. Καβάλησαν όπως λένε το καλάμι και οδήγησαν σε αδιέξοδο τον έντυπο τύπο. Αυτό είναι το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο κινούνται οι φιλαναγνώστες στην χώρα μας. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες που εξακολουθούν να διαβάζουν ακόμα εφημερίδες. Το ποσοστό όμως των αναγνωστών μειώνεται διαρκώς. Ο ακραίος δημοσιογραφικός λόγος αρκετών κομματικών εντύπων, το χάσιμο της δημοσιογραφικής ποιότητας και αξιοπιστίας, η εξόγκωση των ειδήσεων σε κακόγουστο θέαμα. Το γεγονός ότι κάνουν την τρίχα τριχιά στην ρεπορταριζίστικη περιγραφή ενός αρνητικού συμβάντος. Η κυριαρχία της εικόνας που εκτόπισε τον δημοσιογραφικό λόγο, την γραφή. Τα οικονομικά σκάνδαλα, το ότι πέρασε η ιδιοκτησία των παραδοσιακών εφημερίδων σε χέρια μη φιλαναγνωστών έμπειρων εκδοτών, μα σε κατασκευαστικές εταιρίες και συναλλαγές με το δημόσιο. Αυτά και άλλα πράγματα γνωστά μας, έδιωξαν τους αναγνώστες από τα περίπτερα. Λίγες μάλλον είναι οι εφημερίδες γνώμης και οι αντίστοιχες δημοσιογραφικές πένες σοβαρής δημοσιογραφίας και υπεύθυνης ενημέρωσης, μη ιλουστρασιών ειδήσεων. Και μία από τις παραδοσιακές ελληνικές εφημερίδες, η οποία χαίρει εκτίμησης από το «κλασικό» αναγνωστικό κοινό, πέρα από την πολιτική της τοποθέτηση και οπτική, είναι και η ΕΣΤΙΑ. Διευθυντής της ο δημοσιογράφος κύριος Κοτάκης. Εστία η αιωνόβια εφημερίδα των αδελφών Κύρου που βρίσκεται σήμερα σε νέα ιδιοκτησιακά και έγκυρα δημοσιογραφικά χέρια και επιτελείο. Η εφημερίδα αυτή αποτελεί ένα δημοσιογραφικό φαινόμενο μακρόχρονης αποδοχής του λόγου της στην ιστορία της δημοσιογραφίας. Στο διάβα των διαβασμάτων και λογοτεχνικών ερευνών μου, συνάντησα αρκετούς έλληνες λογοτέχνες και διανοούμενους οι οποίοι διάβαζαν την συντηρητικών αρχών αυτή εφημερίδα. Μιλώντας επαινετικά, χαμογελώντας με τις αυστηρές θέσεις και αρχές της. Θυμάμαι το τυπογραφείο της πίσω από την Παλαιά Βουλή. Το είχα επισκεφθεί αναζητώντας λογοτεχνικές πληροφορίες για παλαιότερα άρθρα της και χάρηκα το ζεστό περιβάλλον της. Ξεφύλλισα φύλλα της και απόλαυσα την καθαρεύουσα γλώσσα της, τα μονόστηλα ανώνυμα άρθρα της, τα παλαιάς ατμόσφαιρας χρονογραφήματά της. Ότι ήταν ανάποδη. Οι αναδρομές της σε ιστορικά γεγονότα και αναλύσεις παλαιότερων εποχών συζητιούνταν. Και αβίαστα θα γράφαμε, ότι αρκετοί από τους παλαιότερους λογοτέχνες και χρονογράφους που διάβαζαν και δημοσίευαν σε δημοκρατικές λεγόμενες ελληνικές εφημερίδες, δεν σνόμπαραν την γηραιά, αριστοκράτισσα, συντηρητική κυρία ΕΣΤΙΑ, με τα δημοσιογραφικά της «κρινολίνα» και τις φουρό γλωσσικές της δαντέλες και χειροποίητα σεμεδάκια αναλύσεις της..Η νέα της εκδοτική μορφή, διαθέτει μια άλλη συν τοις άλλοις αισθητική εικόνα. Μια καλαισθησία των σύγχρονων απαιτήσεων και εκδοτικών εποχών. Δημοσιογραφική ύλη σύγχρονη, επίκαιρες πολιτικές αναλύσεις, μοντέρνα γλώσσα, οικεία ηχητικά λεκτικά ακούσματα, λόγο σημερινό καθόλου προκλητικό, ενδιαφέρουσες κρίσεις από σταθερούς και μη συνεργάτες της. Συνεντεύξεις που προκαλούν το ενδιαφέρον των αναγνωστών. Μια εφημερίδα με ταυτότητα και πρόταση. Τα άρθρα των συνεργατών της είναι επιλεγμένα, σοβαρά, καλογραμμένα. Άρθρα γνώμης, θέσεις πολιτικές, προτάσεις επίκαιρες και συζητήσιμες. Για το μέλλον της χώρας, την ιστορία της Ελλάδας, την Ελληνική γλώσσα, τα γράμματα και τις τέχνες, την ιστορική διαδρομή του δυτικού ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ένα δημοσιογραφικό φύλλο το οποίο αγγίζει τον σύγχρονο αναγνώστη που θέλει να είναι ενήμερος πάνω στα σύγχρονα των ημερών του γεγονότα και προβλήματα. Κοινωνικές και ιστορικές αλλαγές. Μια εφημερίδα ,όχι «γεροντοκορίστικη κουλτουριάρα» (σαν την κυρία με τα μαύρα του ποιητικού έργου του Γιάννη Ρίτσου). Ένα δημοσιογραφικό φύλλο διανοουμενίστικων απόψεων και ιδεολογικών θέσεων που δεν διαβάζεται. Φύλλα εφημερίδων πανεπιστημιακών και ακαδημαϊκών φωνών απευθυνόμενα σε κλειστές λέσχες διανοουμένων. Ή δημοσιογραφικά φύλλα κλειστά, κομματικών ιδεολογικών προσταγμάτων και πολιτικών μόνο απόψεων και ειδήσεων. Δεν υπήρξα αναγνώστης της εφημερίδας ΕΣΤΙΑΣ, όταν όμως σχετικά πρόσφατα έπεσε στα χέρια μου το νέο φύλλο της, η μοντέρνα εκδοτική εκδοχή της, χάρηκα μια των ημερών μας εφημερίδα γνώμης, ανεξάρτητα να το επαναλάβουμε αν συμφωνούμε με την πολιτική της φιλοσοφία και θέση. Απολαμβάνουμε να την κρατάμε στα χέρια μας και να την διαβάζουμε, να στεκόμαστε με προσοχή στα άρθρα και τις αναλύσεις της. Το ίδιο θα υποστηρίζαμε και για άλλες των ημερών μας εφημερίδες γνώμης. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ορισμένους τίτλους: «Η Καθημερινή», «Το Βήμα», «Τα Νέα», «Η Αυγή», «Η Εφημερίδα των Συντακτών», «Το Πρώτο Θέμα», «Τα παραπολιτικά». Εφημερίδες που στελεχώνονται από έγκριτες δημοσιογραφικές φωνές και παλαιά δημοσιογραφικά στελέχη. Παραδοσιακά δημοσιογραφικά φύλλα που άλλαξαν ιδιοκτησία, και τα περισσότερα, αν δεν κάνω λάθος, εκδίδονται και ηλεκτρονικά. Η ιστορία του πολιτισμού και των γραμμάτων του ανθρώπου μας έχει δείξει, ότι Πολιτική στην ευρεία της έννοια δεν ασκείται μόνο από τους εκλεγμένους πολιτικούς και άλλους εκπροσώπους του λαού, αλλά και από τις δημοσιογραφικές σελίδες και στήλες εφημερίδων. Εκατοντάδες συγγραφείς έχουν καταθέσει την γνώμη τους μέσω άρθρων τους, κειμένων τους, αναλύσεών τους, συνεντεύξεών τους, σε φύλλα εφημερίδων ανεξαρτήτου πολιτικής ή ιδεολογικής προτίμησης. Τις προηγούμενες δεκαετίες, μετά την μεταπολίτευση του 1974, οι εφημερίδες και τα περιοδικά αποτελούσαν ένα παράλληλο «κοινοβούλιο» γνώμης και πολιτικών αντιπαραθέσεων δράσης.. Φωνές της δημοσιογραφίας οι οποίες ήσαν και σπουδαίοι λογοτέχνες, ιστορικοί, χρονογράφοι, κριτικοί βιβλίων, μεταφραστές, δοκιμιογράφοι.  Για την ιστορία να θυμίσουμε ότι ο Ονόρε ντε Μπαλζάκ έγραφε σε μια τοπική εφημερίδα των γάλλων αμπελουργών. Την περίοδο της εφτάχρονης στρατιωτικής δικτατορίας στην πατρίδα μας (1967-1974) αρκετοί λογοτέχνες δημοσίευαν σε ένα καθαρά φιλοχουντικό φύλλο, τον «Ελεύθερο Κόσμο» τα φιλολογικά τους άρθρα χωρίς να είναι χουντικοί. Τα τοπικά δημοσιογραφικά φύλλα της πόλης του Πειραιά από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, στελεχώνονταν από γνωστούς και σημαντικούς πειραιώτες δημοσιογράφους και λογοτέχνες, φωνές που ήσαν πειραιώτες αντιπρόσωποι αθηναϊκών εντύπων. Αντίστοιχα, και αρκετοί συγγραφείς μη Πειραιώτες, με κείμενά τους φιλοξενούνταν στις σελίδες των πειραϊκών εφημερίδων. Η δημοσιογραφική ποικιλία και τα κοινά ενδιαφέροντα έκαναν τα φύλλα των τοπικών εφημερίδων να βρίσκονται στα χέρια πολλών γηγενών Πειραιωτών. Ίσως, όπως και για την πορεία της καθόλου Ελληνικής Λογοτεχνίας, θα μπορούσαμε να γράψουμε ότι το ίδιο συνέβει και με τον Τύπο, η διαδρομή και η εξέλιξή του συμβαδίζει με την ιστορική και πολιτική διαδρομή της σύγχρονης, μετά την απελευθέρωση του 1821 Ελλάδας. Κοινό μετερίζι εξελίξεων.

     Τα τελευταία δύο Σαββατοκύριακα η ΕΣΤΙΑ πρόσφερε στους αναγνώστες της το βιβλίο του δημοσιογράφου Douglas Murray, “The Strange Death of Europe”- «Η Ευρώπη Αυτοκτονεί» ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ-ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑ, εκδόσεις Liberal Books, 2019, μετάφραση Πάνος Τσακαλογιάννης, γλωσσική επιμέλεια: Μαρίνα Σταμέλου. Πρόκειται για ένα «διεθνώς ευπώλητο βιβλίο που περιγράφει τον απολογισμό μιας ηπείρου και ενός πολιτισμού που αυτοκτονούν». Αναγράφεται στο οπισθόφυλλο: «Ο Douglas Murray ταξίδεψε σε ολόκληρη την Ευρώπη για να εξετάσει από πρώτο χέρι πως η μαζική μετανάστευση, η καλλιεργημένη αυτοδυσπιστία και αυταπάτη συνέβαλαν, ώστε να βρεθεί μια ήπειρος στη μέγγενη της καταστροφής της. Από τις ακτές της Λαμπεντούζα, στους καταυλισμούς μεταναστών στην Ελλάδα, από την Κολωνία μέχρι το Λονδίνο, εξετάζει με κριτικό πνεύμα τους παράγοντες που συνέβαλαν για να καταστήσουν τους Ευρωπαίους αδύναμους να διαμαρτυρηθούν για τον εαυτό τους και ανίκανους να αντισταθούν στην αλλοίωση της κοινωνίας τους. Το «τρομερό και συνταρακτικό» βιβλίο του Murray, όπως το χαρακτήρισαν οι“Times” του Λονδίνου, αναφέρεται στις απογοητευτικές αποτυχίες της πολυπολιτισμικότητας, στη στροφή της Άνγκελα Μέρκελ στη μετανάστευση, στη έλλειψη επαναπατρισμού και στη δυτική καθήλωση στην ενοχή, αποκαλύπτοντας τη δυσφορία στην καρδιά του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Το συμπέρασμά του είναι ζοφερό, αλλά οι προβλέψεις του δεν είναι αμετάκλητες. Όπως υποστηρίζει ο Murray, αυτή μπορεί να είναι η τελευταία μας ευκαιρία να αλλάξουμε το αποτέλεσμα, προτού είναι πολύ αργά». Το έργο προσφέρθηκε σε δύο τόμους και Κυριακές. Αγαπώντας το διάβασμα και θεωρώντας ότι με ενδιαφέρει το θέμα αγόρασα τα φύλλα της εφημερίδας και απόλαυσα την ανάγνωσή της.

 Η αιτία όμως αυτού του σημειώματος είναι άλλη. Στις σελίδες της εφημερίδας ΕΣΤΙΑ, συναντάμε την συνεργασία του πειραιώτη έγκριτου και πολύπειρου δημοσιογράφου κυρίου Δημήτρη Καπράνου. Μιάς πειραϊκής δημοσιογραφικής φωνής που οι Πειραιώτες γνωρίζουμε και σεβόμαστε είτε τον διαβάζουμε σε πειραϊκές εφημερίδες είτε σε αθηναϊκά έντυπα, είτε τον ακούμε σε εκπομπές του στο ραδιόφωνο. Η δημοσιογραφική του πορεία είναι μεγάλη και πλούσια. Στα δύο Κυριακάτικα φύλλα της ΕΣΤΙΑΣ διαπιστώσαμε ότι σαν συνεργάτης της, γράφει για Ναυτιλιακά ζητήματα-κάτι που είναι μέσα στα πλαίσια των δημοσιογραφικών του ενασχολήσεων αλλά, και δημοσιεύει ένα προσωπικό συγκινητικό κείμενο για τον Βομβαρδισμό του Πειραιά από τους Συμμάχους. Βασισμένο σε αφηγήσεις προσώπων του οικογενειακού του περιβάλλοντος. Του ιατρού πατέρα του, ο οποίος όπως φαίνεται μάλλον ήταν φειδωλός στις εξομολογήσεις του και της μητέρας του. Και οι δύο αυτήκοοι και αυτόπτες πειραιώτες μάρτυρες των δραματικών αυτών πολεμικών γεγονότων που άλλαξαν την μοίρα της Πόλης. Μια και εκατοντάδες οικογένειες Πειραιωτών και μεμονωμένα άτομα εγκατέλειψαν το πρώτο Λιμάνι, εγκαταστάθηκαν στην πρωτεύουσα και δεν επέστρεψαν έκτοτε πίσω. Ο κύριος Δημήτρης Καπράνος στηριζόμενος σε άμεσες και άλλες γνωστές μας πληροφορίες σχεδιάζει ένα κείμενο επετειακών προδιαγραφών με την ευκαιρία της συμπλήρωσης των 78 χρόνων από τον «παρανοϊκό και φονικό ‘συμμαχικό’ βομβαρδισμό του Πειραιά, στις 11 Ιανουαρίου του 1944» όπως σημειώνει ο ίδιος. Το σύντομο αλλά περιεκτικό κείμενο, συνοδεύεται και από ασπρόμαυρες φωτογραφίες που αποτυπώνουν τις τραγικές στιγμές., τα βομβαρδισμένα ερείπια μιας Πόλης με ένδοξο πολιτιστικό και οικονομικό παρελθόν. Το ποιος ήταν ακριβώς ο αριθμός των νεκρών τα χρόνια εκείνα είναι ακόμα και σήμερα, 78 χρόνια μετά, ένα ερώτημα. Ένα ερώτημα που μάλλον δεν έχει και τόση σημασία, αν αναλογιστούμε τις ταλαιπωρίες τις κακουχίες, τα βάσανα και τις αρρώστιες που υπέστησαν τόσο ο Πειραϊκός λαός της εποχής όσο και της υπόλοιπης Ελλάδας, μέχρι την αποτίναξη και απελευθέρωση της χώρας από τους βάρβαρους Ναζί κατακτητές. Για το θέμα του Βομβαρδισμού του Λιμανιού από τους συμμάχους, έχουν γραφτεί πολλά κείμενα, δεκάδες εξονυχιστικά άρθρα, μελέτες στηριγμένες σε προσωπικές εξομολογήσεις αυτοπτών πειραιωτών, συνταχθεί διδακτορικά, έχουν δοθεί ομιλίες και έχουν κυκλοφορήσει βιβλία με ατομικές αφηγήσεις Πειραιωτών που έζησαν από κοντά τα συνταρακτικά και φονικά αυτά περιστατικά και γεγονότα. Κάτι, που θα έκανε η εκ μέρος μου προσπάθεια αναφοράς για τις σκοτεινές αυτές μέρες, και τις κατοπινές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες στην πόλη μας έναν ακόμη κουραστικό πλεονασμό. Εξάλλου, στο διαδίκτυο, μας παράσχεται ένα επαρκές εύρος πληροφοριών και στοιχείων για τα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής, των ημερών της πείνας, των θανάτων και των βασάνων των Πειραιωτών. Όπως και του συνόλου του Ελληνικού Λαού ο οποίος αντιστάθηκε με νύχια και με δόντια ενάντια στις βαρβαρότητες του Γερμανού κατακτητή και των συμμάχων του. Στον Πειραϊκό χώρο όσοι έγραψαν αμιγώς πειραϊκή ιστορία, χρονογραφία της πόλης, εξέδωσαν βιβλία για τις εκκλησίες, τα κτήρια του Πειραιά, την ναυτιλία του και τα καράβια του, το εμπόριο του, έχουν αναφερθεί στον Βομβαρδισμό της Πόλης. Ο τοπικός τύπος επίσης κατά διαστήματα μας έχει προσφέρει στοιχεία και πληροφορίες, αντίστοιχα και ο αθηναϊκός.

Το παρόν σημείωμα, δεν είχε σκοπό να μιλήσει για μία επέτειο που τιμάται και πρέπει να τιμάται-μέχρι σήμερα από τους αρμοδίους και τους σύγχρονους Πειραιώτες. Πράξεις που κρατούν ζωντανή την ιστορική μνήμη της Πόλης στις νεότερες γενιές. Τώρα που σιγά-σιγά οι ηλικιακά παλαιές γενιές των Πειραιωτών έχουν αρχίσει να φεύγουν και από τις αυτόπτες φωνές, μένουν πλέον οι γραπτές καταθέσεις και αφηγήσεις. Η πονεμένη φωνή γίνεται λυγμικός λόγος της γραφής. Σαν οφειλόμενη σημερινή τιμή στους νεκρούς Πειραιώτες του Βομβαρδισμού, σε αυτούς που επέζησαν και αφηγήθηκαν, στις αιματοβαμμένες μαρτυρίες τους που έγιναν πρώτη ύλη για την συγγραφή της σύγχρονης πειραϊκής ιστορίας, ας μας επιτραπεί να συμπληρώσουμε τα εξής. α) στην αντιγραφή του άρθρου του δημοσιογράφου κυρίου Δημήτρη Καπράνου δεν διόρθωσα τις τυπογραφικές αβλεψίες, βλέπε πχ. Τινάνειος Κήπος. Β) Οι δύο πηγές στις οποίες αναφέρεται ο δημοσιογράφος είναι το γνωστό Χρονικό του Στέλιου Μπινιάρη, «Ο ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ», έκδοση Φιλολογική Στέγη Πειραιώς, Πειραιάς 1988, σελ. 96. Εκδοτικαί και τυπογραφικαί εργασίαι «Μαυρίδης». Η δεύτερη πηγή προέρχεται από το περιοδικό «Πειραϊκά» εξαμηνιαίο περιοδικό για την τοπική ιστορία και την ιστορία των επιχειρήσεων. Τόμος 1ος Ιανουάριος 2003 Ιδιοκτήτης-Εκδότης: Ινστιτούτο Μελέτης της τοπικής ιστορίας και της ιστορίας των επιχειρήσεων. Υπεύθυνος Νίκος Μέλιος. Το πρώτο τεύχος έχει Αφιέρωμα «Οι βομβαρδισμοί του Πειραιά από τους Γερμανούς και από τους Συμμάχους». Βλέπε τα περιεχόμενα: Γιάννη Ε. Χατζημανωλάκη, «Μνήμη βομβαρδισμού της 11ης Ιανουαρίου 1944», σελίδες 5-17.-Ευαγγελία Μπαφούνη-Ελένη Αναγνωστοπούλου, «Ο βομβαρδισμός του Πειραιά της 11ης Ιανουαρίου 1944», σελ. 18-44.-Αντώνης Βιρβίλης, «Το ιστορικό της σειράς γραμματοσήμων με επισήμανση «Βομβαρδισμός Πειραιώς 11.1.1944», σελ. 45-55. Ακολουθούν σελίδες τεκμηρίωσης των ιστορικών γεγονότων «ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΤΕΚΜΗΡΙΑ» , «Το Ναυτικό μας κατά τον Γερμανικόν Πόλεμον», σελ. 56-61. –«Μια επίσημη αναφορά», 62-76, από τον αθηναϊκό και πειραϊκό τύπο. -Από το χρονικό του Στέλιου Μπινιάρη. -Από διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά, «Πέρασμα βαρβάρων». -Από Νίκο Γαριδάκη, «Αλκυονίδα ημέρα» (Μνήμη Βομβαρδισμού της 11.1.1944), σ.76-78. Αναδημοσίευση από αφιέρωμα του περιοδικού της Φ.Σ.Π. στον Βομβαρδισμό τεύχος 29/2,1982. -Ακολουθεί το ποίημα του πειραιώτη ποιητή Στέλιου Γεράνη, «Μνήμη Βομβαρδισμού», σ.79. -Από τα «Πειραιώτικα» του ποιητή Νίκου Ι. Χαντζάρα, «Η καταστροφή», σελ. 80-81. Πρώτη δημοσίευση εφημερίδα Η Φωνή του Πειραιώς 12/1/1946. Ακόμα έχουμε, -Νότης Δρίτσας, «Εκείνο το πρωί… 11/1/1944. Ένας Πειραιώτης θυμάται"’, σελ. 82-84. Πρώτη δημοσίευση εφημερίδα Η Φωνή του Πειραιώς 20/1/ 1944.-Από Γιώργος Θεοτοκάς, «Τετράδια Ημερολογίου" (1939-1953), εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σελ. 454. -Αναμνήσεις από τα Χρόνια Κατοχής 1941-1944". Μαρτυρίες Ημερολογίου του Χρ. Χρηστίδη, σ.86. Στην σελίδα 87 δημοσιεύεται το Ζεϊμπέκικο τραγούδι του Μιχάλη Γενίτσαρη, «Επιδρομή στο Πειραιά», σ.87. Στην σελίδα 88 διαβάζουμε «Τα Εύθυμα των ημερών μας" Οι Πειραιώτες στην Αθήνα (Μετά τον βομβαρδισμό). Στα σχολεία, τα σινεμά και τα θέατρα, του Ασημάκη Γιαλαμά. Από την εφημερίδα Η Βραδυνή Παρασκευή 21/1/1944. -Από την σελ. 90 έως 92 διαβάζουμε το κείμενο του Δημήτρη Φερούση, «Μαρτυρίες και μνήμες από τα ολόγιομα φεγγάρια της Κατοχής». Ενώ ο Αλέξανδρος Καραντζάς, γράφει για τα «Ιπτάμενα μεγαθήρια βομβαρδίζουν τον Πειραιά», σελ. 93. Από τις σελίδες 97 έως 102 έχουμε το δραματικό και πένθιμο «Προσκλητήριο νεκρών θυμάτων του βομβαρδισμού της 11ης Ιανουαρίου 1944». Όπου δημοσιεύονται το Ονοματεπώνυμο, η Ηλικία και η Αιτία θανάτου 492 ατόμων από το Ταφολόγιο του Νεκροταφείου της Ανάστασης 1944. Ενώ μέχρι την σελίδα 111 που ολοκληρώνεται το πλούσιο αυτό αφιέρωμα του περιοδικού συναντάμε διάφορα αποσπάσματα-μαρτυρίες από εφημερίδες, ποίημα του Ιωαννίδη κλπ. Συμπληρωματικά να αναφέρουμε για το ζήτημα ότι ο ποιητής και κριτικός Στέλιος Γεράνης του οποίου ο αδερφός σκοτώθηκε στις 11/1/1944 κατά τον Βομβαρδισμό του Πειραιά από την αγγλοαμερικάνικη αεροπορία, θα κυκλοφορήσει 31 χρόνια μετά, Πειραιάς 1975, το βιβλίο του «Μνήμη βομβαρδισμού» ένα πεζό και ποιητικό χρονικό του πολέμου της κατοχής και της αντίστασης. Για τον Βομβαρδισμό βλέπε επίσης το κείμενο «11 Ιανουαρίου 1944 Μνήμες και μηνύματα» του δικηγόρου και συγγραφέα Μιχάλη Γ. Βλάμου, σελίδες 166-168, του τόμου του «Πειραϊκά Μελετήματα» Αναδιφώντας κείμενα ιστορίας, αρχαιολογίας και δικαίου. Έκδοση Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, Πειραιάς 2003. Ακόμα, στοιχεία αντλούμε και από τα βιβλία του Κώστα Θεοφάνους για την «Η εθνική Αντίσταση στον Πειραιά (1941-1944), Πειραιάς 1985. Του Δημήτρη Σέρβου, «Που λες… στον Πειραιά (ντοκουμέντα και αναμνήσεις) Αθήνα 1996. Από το βιβλίο «Πειραιάς και Συνοικισμοί» των Χάρη Κουτελάκη και Αμάντα Φωσκόλου, εκδ. Εστίας 1991. Στο βιβλίο του Ιωάννη Αλέξανδρου Μελετόπουλου, «Πειραϊκά», Αθήνα 1945, ο ιστορικός Μελετόπουλος στο κεφάλαιό του «Η Κατοχή 1941-1944», σελ. 138 αναφέρει ότι «υπό των κατακτητών εξετελέσθησαν άνευ νομίμου δικαστικής αποφάσεως, δηλαδή εδολοφονήθησαν, 1050 Πειραιείς. Ενώ κατά «στατιστικήν τινά 11041 Πειραιείς απεβίωσαν κατά τα έτη 1941 και 1942 εκ πείνης…». Τέλος, στα μελετήματα του πειραιώτη ποιητή και συγγραφέα της εκκλησιαστικής ιστορίας του Πειραιά, Δημήτρη Σ. Φερούση, «Αναζητώντας το πρόσωπο του Πειραιά», εκδόσεις Σύλλογος Βιβλιοχαρτοπωλών και εκδοτών Πειραιά, Πειραιάς 2002. Και στο  βιβλίο του «Ο Καθεδρικός Ναός της Αγίας Τριάδας στον Πειραιά», Πειραιάς 2007 κ.ά. Ο Βομβαρδισμός του Πειραιά, και συνολικά η περίοδος της γερμανικής κατοχής και του ελληνοιταλικού πολέμου στην χώρα μας και ειδικά στον Πειραιά σποραδικά διαβάζουμε διάφορα αφιερώματα σε περιοδικά και ιστοσελίδες. Και κάτι τελευταίο, η μητέρα μου μας έλεγε ότι τους Ιταλούς δεν τους φοβόντουσαν γιατί έριχναν τις βόμβες συνήθως πάνω από τα δημόσια ουρητήρια της περιοχής της Δραπετσώνας, και ότι ήσαν πιο φιλεύσπλαχνοι σαν στρατιώτες του ιταλικού στρατού. Οι «κοκορόφτεροι» όπως τους αποκαλούσαν έδιναν τροφή στα πεινασμένα πειραιωτόπουλα, Οι γερμανοί στρατιώτες ήσαν σκληροί και άγριοι, χτυπούσαν με το πίσω μέρος του όπλου τους τα παιδιά που πεινούσαν και τους ζητούσαν ένα κομμάτι μπομπότα για να φάνε. Μέχρι τον θάνατό της όταν έβλεπε γερμανική στολή ή στρατιώτη αναστατώνονταν και έβριζε. Είχε ζήσει σαν κοριτσάκι την βία και την αγριάδα τους, όπως και τα άλλα παιδιά της κατοχής και του πολέμου.

     Το παρόν σημείωμα έχει σκοπό να μιλήσει για την συμμετοχή ενός έγκριτου και καλού πειραιώτη δημοσιογράφου στην αθηναϊκή εφημερίδα ΕΣΤΙΑ, διαπιστώνοντας ταυτόχρονα, ότι Πειραιώτικες δημοσιογραφικές πένες στελέχωσαν και εξακολουθούν να στελεχώνουν εφημερίδες και έντυπα εκτός της πόλης μας. Συμπληρωματικά να γράψουμε ότι, σε ένθετα φύλλα της εφημερίδας ΕΣΤΙΑΣ των δεκαετιών του προηγούμενου αιώνα, διαβάζουμε χρονογραφήματα του φαληριώτη πεζογράφου Παύλου Νιρβάνα, «ΑΦΗΝΙΑΣΕΙΣ» στην στήλη της πρώτης σελίδας «ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗΝ» Εσπέρα Δευτέρας 24 Ιανουαρίου 1922. Διευθυντές τα χρόνια εκείνα ήταν ο Αχιλλέας και Κύρος Κύρου. Ενώ στην στήλη με το γενικό τίτλο «ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ» Ο Αθηναίος χρονογράφος και συγγραφέας Κώστας Καιροφύλας  γράφει για τον μελετητή της Μεσαιωνικής Ιστορίας Ουίλλιαμ Μύλλερ, «ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ». Ενώ στις αγγελίες των «Ενοικιάσεων» διαβάζουμε: «εν Πειραιεί εις κεντρικώτατην θέσιν γραφεία πολυτελώς επιπλωμένα κατάλληλα δι’ Εταιρείας. Αποταθήτε κ.κ. Τσιμάν και Ρωσσόπουλον, Πλούτωνος 19, Πειραιά». Επίσης την σταθερή συνεργασία του πεζογράφου και θεατράνθρωπου Σπύρου Μελά. «ΧΟΡΤΟΦΑΓΟΙ» στην στήλη της πρώτης σελίδας «ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗΝ», Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 1962. Ακόμα, στην στήλη με τις Κινηματογραφικές Αίθουσες και το τι παιζόταν εκείνες τις μέρες συναντάμε και τον Κινηματογράφο Σ. ΝΙΟΥΣ, με το έργο «Τραγωδία του Αιγαίου» ανάμεσα στις άλλες κινηματογραφικές πειραιώτικες αίθουσες (ΑΠΟΛΛΩΝ-ΑΡΜΟΝΙΑ-ΔΕΛΦΟΙ-ΚΑΠΙΤΟΛ-ΟΛΥΜΠΙΟΝ-ΠΑΛΛΑΣ-ΣΠΛΕΝΤΙΤ). Διευθυντής της εφημερίδας Κύρος Α. Κύρου. Στην ΕΣΤΙΑ της Κυριακής 23/1/2022, σελίδα 31 κάτω από τον γενικό τίτλο «Η αρχαία τραγωδία και εμείς» που κρίνει και παρουσιάζει η συγγραφέας και κριτικός Χαρίκλεια Γ. Δημακοπούλου, παρουσιάζονται οι εξής τίτλοι: Simon Critchley, Η τραγωδία, οι αρχαίοι Έλληνες και εμείς (μφ. Γιάννης Δούκας, εκδ. Πατάκης, σελ. 456, ευρώ 22). Γεώργιος Η Κόνδης- Yves Ollivier Το ταξίδι του συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα, Πελοπόννησος 1828-1831 (εκδ. Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» σελ. 136+55 εικόνες, διατίθεται δωρεάν από την Βιβλιοθήκη..).-Παναγιώτης Π. Τζαννετάκης, Αμερικάνικη βοήθεια μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (εκδ. Ελευθερουδάκης, σελ. 222μ ευρώ 12).-Έντεκα κείμενα για το ’21. 200 χρόνια μετά (εκδ. Κασταλία, σελ. 192, ευρώ 14).-Μισέλ Ουελμπέκ, Εκμηδένιση (μτφ. Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σελ. 664, ευρώ 21).  Στην ίδια ημερομηνία και στην σελίδα 29 δημοσιεύεται μια ολοσέλιδη συνέντευξη του συγγραφέα και πολιτικού Μίμη Ανδρουλάκη, στον Μάκη Δεληπέτρο, με την ευκαιρία του νέου του μυθιστορήματος «Μαύρο Φώς» εκδόσεις Πατάκη. Το νέο μυθιστόρημα του πολυπράγμονα και πολυγραφότατου κυρίου Μίμη Ανδρουλάκη αναφέρεται στην ιστορία της πυρπόλησης του πολυκαταστήματος «ΜΙΝΙΟΝ» και του ιδιοκτήτη του Γεωργακά. Ενώ στην επόμενη σελίδα, 30 ο Μυτιληνιός συγγραφέας Γιάννης Γιανέλλης-Θεοδοσιάδης μιλά στην Νικολέττα Παπανικολάου, για το νέο του ιστορικό μυθιστόρημα «Σχολή Νυφών» από τον ίδιο εκδοτικό οίκο. Ενώ στην σελίδα 24 στην σελίδα  «ΙΔΕΕΣ» διαβάζουμε το άρθρο «Υπό παγκόσμιαν απειλήν η δημοκρατία». Στο φύλλο της 16 Ιανουαρίου 2022, στην σελίδα 31 κάτω από το άρθρο «Η γλώσσα ενός λαού είναι Αξία» της φιλολόγου και δημοσιογράφου κυρίας Βίκυς Φλέσσα, στους «Αναστοχασμούς», η μόνιμη συνεργάτιδα και κριτικός της εφημερίδας Χαρίκλεια Γ. Δημητρακοπούλου, στεγάζει κάτω από τον γενικό τίτλο «Ένα μυθιστόρημα στην εποχή των Κομνηνών» κρίνει τους εξής νέους τίτλους: Ακρίτας Καϊδατζής, Ο συνταγματισμός του Εικοσιένα. Η συνταγματική πρακτική της Επανάστασης μέσα από τις πηγές, 1821-1827 (εκδ, Ευρασία, σελ. 568, ευρώ 32).-Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος, Το Συριακόν Ζήτημα, 2011-2020 (εκδ. Λειμών, σελ. 126, ευρώ 14,84).-Ισίδωρος Ζουργός, Περί της εαυτού ψυχής (εκδ. Πατάκη, σελ. 752, ευρώ 22,20).-Φαίδων Ταμβακάκης, Το τελευταίο ποστάλι, (εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σελ. 456, ευρώ 15). Ενώ στην σελίδα 26 με τον γενικό τίτλο «ΑΝΤΙ ΘΕΤΩΣ» δημοσιεύονται δύο ενδιαφέροντα άρθρα για την «Μικρασιατική εκστρατεία: Έπρεπε να γίνει;» Την σελίδα επιμελείται η Μαρία Κορνάρου. Για το ιστορικό αυτό ανοιχτό ακόμα ζήτημα γράφουν ο συγγραφέας Δ. Μιχαλόπουλος «Η Πλοκή της Μεγάλης Σαγήνης», και ο συγγραφέας Διονύσης Τσιριγώτης, «Επέκτασις της Ελλάδος προς Ανατολάς». Δύο εξαιρετικά κείμενα που μας διαφωτίζουν έστω και μέσα από τις σελίδες μιάς εφημερίδας για την τελευταία ελληνική ιστορική τραγωδία του Ελληνισμού, που φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από τα δραματικά αυτά στρατιωτικά συμβάντα, και ακόμα δεν έχουμε «καταλήξει» για τον ρόλο του τότε βασιλιά Κωνσταντίνου, του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη, του εθνάρχη Ελευθερίου Βενιζέλου και του πολιτικού διοικητή της Σμύρνης Στεργιάδη. Πληγές του Ελληνισμού ανοιχτές, όπως και του κατοπινού Κυπριακού Ελληνισμού το 1974.

Ιστορία και Λογοτεχνία συμβαδίζουν μαζί στην ερμηνεία της ζωής των Ελλήνων, των ανθρώπων γενικότερα. Η μυθοπλασία εξεικονίζει την αλήθεια των ιστορικών συμβάντων και η αλήθεια και ο ρεαλισμός των ιστορικών γεγονότων γίνονται πρώτη ύλη της μυθοπλασίας.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς Πέμπτη 27/1/2022.

ΥΓ. ίσως, δεν θα ήταν άστοχο τα Κυριακάτικα φύλλα των εφημερίδων να διαθέτουν ένα μέρος των σελίδων τους, και να καταγράφουν τις κριτικές όλων των εντύπων (ονόματα κριτικών, συγγραφέων, τίτλους βιβλίων, μεταφραστών, εκδοτικών οίκων, χρονιά, κατηγορία)  που δημοσιεύουν για τις νέες κυκλοφορίες. Η καταγραφή αυτή θα αποτελούσε σημαντική προσφορά στα ελληνικά γράμματα και την καθόλου ιστορία της ελληνικής γραμματείας. Παράλληλα με τις διάφορες κριτικές που διαβάζουμε στις ηλεκτρονικές ιστοσελίδες και ηλεκτρονικά περιοδικά για τις καινούργιες παραγωγές.

           

 

 

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2022

Βρασίδας Καραλής, Το μετέωρο σώμα της νεοελληνικής λογοτεχνίας

     ΤΟ ΜΕΤΕΩΡΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Του ΒΡΑΣΙΔΑ ΚΑΡΑΛΗ

Περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ τεύχος 411/10,2000, σ.29-32

 

      Το τέλος του αιώνα και της χιλιετίας έχει οδηγήσει σε ενδιαφέρουσες συζητήσεις σχετικά με τη διεθνή θέση και σπουδαιότητα των νεοελληνικών γραμμάτων. Μια συγκεκριμένη τάση, μιλώντας για τη νεοελληνική κυρίως λογοτεχνία που έγινε γνωστή στον αγγλοσαξονικό κόσμο, πιστεύει ότι ο Κ. Καβάφης, ο Ν. Καζαντζάκης, ο Γ. Σεφέρης, ο Οδ. Ελύτης και ίσως, ο Γ. Ρίτσος δημιούργησαν μια κάποια προσδοκία από τη νεοελληνική λογοτεχνική προσφορά και για τούτο το έργο τους έγινε ευρύτερα γνωστό.

Η αντίληψη αυτή είναι πραγματικά αξιοπρόσεκτη αλλά και καθαρώς αντι-ιστορική. Αν ήταν τόσοι πολλοί οι συγγραφείς που έγιναν γνωστοί, δεν υπάρχει λόγος να παραπονιόμαστε ούτε ίσως και να το συζητάμε. Έξι συγγραφείς μέσα σε έναν αιώνα θα ήταν εξαιρετική επιτυχία για ένα έθνος χωρίς καμιάν ευρύτερη παρουσία στα πολιτικά και πολιτισμικά τεκταινόμενα.

Οι μόνοι συγγραφείς όμως, για τους οποίους καμιά συγκυρία και καμιά ομάδα υποστήριξης, πέραν του αναγνωστικού κοινού, δεν έπαιξε καθοριστικό ρόλο για την υποδοχή και την αποδοχή τους, ήταν ο Καβάφης και ο Καζαντζάκης. Για τον Ρίτσο συνέβαλαν αποφασιστικά η αριστερή διανόηση και η δικτατορία, ενώ για τον Σεφέρη και τον Ελύτη αποκλειστικά και μόνον η ιστορική συγκυρία, το Κυπριακό και η αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974, με την επικείμενη ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ποιος δεν έχει κατανοήσει άλλωστε ότι τα δύο Νόμπελ δόθηκαν εξαιτίας αυτών των πολιτικών περιστάσεων.

Πιστεύουμε λοιπόν ότι δεν δημιουργήθηκε λογοτεχνία στη γλώσσα μας που να έχει ενδιαφέρον πέραν των ελληνικών συνόρων.  Η λογοτεχνία μας μέχρι σήμερα είναι εξόχως και υπερόχως επαρχιακή, εσωστρεφής και αυτοθαυμαζόμενη. Δεν είναι δυνατόν να ενδιαφέρει, και για τούτο δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο πέρα από εμάς, πιθανώς μάλιστα ούτε και εμάς πλέον.

Όσο και να προσπαθούν οι εκδότες, τα βιβλία που θα μεταφραστούν δεν θα έχουν ενδιαφέρον και δεν θα πουληθούν,  εφόσον η καλλιτεχνική τους δύναμη δεν υπερβαίνει τα συστήματα αναφοράς της ελληνικής γλώσσας και δεν μπορεί να μεταφυτευθεί, μεταφραζόμενη, σε ανάλογα σημειωτικά συστήματα μιάς άλλης παράδοσης.

Ο Βασίλης Βασιλικός, η Ζυράννα Ζατέλη, η Ρέα Γαλανάκη και άλλα ονόματα, που έχουν κατά καιρούς αναφερθεί, ακολουθούν τεχνοτροπίες και πειραματισμούς εδραιωμένους στις αρχικές τους κοιτίδες. Δεν προσθέτουν ούτε ένα γιώτα στη σύγχρονη κατανόηση της καλλιτεχνικής πράξης. Πιθανώς να προσδίδουν μιαν απόχρωση αλλά τίποτε παραπάνω.

Οι αναφορές τους άλλωστε, όπου γίνονται, είναι ευκαιριακές, και ειδικά όταν μιλάμε αποκλειστικά και μόνο για το πολιτικό μελόδραμα που έχει εξελιχθεί στη χώρα κατά τα τελευταία 100 χρόνια. Ο Καβάφης και ο Καζαντζάκης αντίθετα, έχουν ενσωματωθεί σε ευρύτερες προβληματικές για το σώμα, την ταυτότητα και τη σεξουαλικότητα ο πρώτος, για την ηθική, την πίστη και την ιστορία ο δεύτερος. Οι προβληματικές αυτές, πολυσυλλεκτικές από τη γένεσή τους, ξεπερνούν κάθε κοινωνικό μόρφωμα και αφορούν την ανθρώπινη κατάσταση για τούτο συζητιούνται και επαναπροσδιορίζονται από πληθώρα άλλων δημιουργών σε ετερόμορφες πολιτισμικές παραδόσεις και μέσα σε διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες.

Λογοτεχνία είναι η διάσταση της επικοινωνίας που ξεπερνάει τον εγκλεισμό της ιδιαίτερης γλώσσας και μεταφέρεται στον ξυνό λόγο, την κοινή προϋπόθεση του υπάρχειν. Η παρωχημένη αντίληψη περί του αμετάφραστου της λογοτεχνίας παραγνωρίζει τη διεθνή φύση των καλλιτεχνικών συμβόλων, την άμεση και έμμεση συνομιλία που έχει αναπτυχθεί μεταξύ των πολιτισμών μέσω των εκάστοτε μεταφράσεων.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι ηγεμονεύουσες χώρες έχουν παράγει κάτι πιο ενδιαφέρον στον αιώνα μας. Οι δυτικές λογοτεχνίες έχουν κυρίως προσφέρει νέους τρόπους διακίνησης και τόπους αξιολόγησης της λογοτεχνίας. Οι λογοτεχνικές καταθέσεις τους είναι μάλλον μέτριες, οι οποίες έχουν διαδοθεί χάρη στην κριτική τους μετάπλαση σε θεωρητικό στοχασμό και, κυρίως, την πολιτική καθηγεμόνευση χωρών δίχως αυτόνομη λογοτεχνική παραγωγή, όπως η Ελλάδα, που καταναλώνουν με βουλιμία οτιδήποτε προωθείται από τους εν λόγω μηχανισμούς, το πανεπιστήμιο και τον εκάστοτε λογοτεχνικό συρμό.

Ο Harold Bloom και ο Δυτικός Κανόνας του είναι μια απλοποιητική επινόηση εστιασμένη γύρω από τον Shakespeare, όπου τόπος αξιολόγησης της λογοτεχνίας θεωρείται, κυρίως, το πανεπιστήμιο. Φυσικά, δεν πρέπει να θεωρούμε ως δεδομένη την αξία του Shakespeare παγκοσμίως. Ο Bloom θεωρεί τον Άγγλο δραματικό ποιητή ως κέντρο του πανεπιστημιακού κανόνα, του κανόνα της υψηλής κουλτούρας των τελευταίων δύο μάλιστα αιώνων.

Δεν μας ενδιαφέρουν όμως οι αυτοθαυμασμοί των χωρών που ηγεμονεύουν τη διακίνηση του βιβλίου και τη διανομή των καλλιτεχνικών ονομάτων και οι οποίες αναφέρονται στις εξουσιαστικές συγκρούσεις που αναπτύσσονται μέσα στην ίδια τους την ιεραρχία. Πρέπει ωστόσο να αναρωτηθούμε ποιο είναι εκείνο το στοιχείο που καθιστά την παραγωγή και την πρόσληψη της δικής μας λογοτεχνίας τόσο αδιάφορη και ατελέσφορη.

Η θέση των ελληνικών γραμμάτων διεθνώς παραμένει ασήμαντη, γιατί δεν συνοδεύτηκε από μια παράλληλη παρουσίαση της ευρύτερης πολιτισμικής δυναμικής του τόπου. Πέρα από εκείνη της πολιτικής ιστορίας, τόσο αξιολύπητης άλλωστε και φτωχής σε γεγονότα, δεν υπάρχει μια συστηματική παρουσίαση των πολιτισμικών στρατηγικών για την εισδοχή στη νεοτερικότητα, ούτε μια ιστοριογραφική σχολή  που να εξηγεί την εισδοχή στην καπιταλιστική τροχιά μιας περιφερειακής βαλκανικής κοινότητας, με βυζαντινο-οθωμανική κληρονομιά και προ-αστικό κοινωνικό σύστημα.

Δεν έχουμε παρουσιάσει ολικά την ελληνική ιστορία ούτε έχουμε ερμηνεύσει την επιτυχημένη μετεξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας, κατά τρόπο δυναμικό και δημιουργικό. Ταυτόχρονα, δεν ερμηνεύσαμε τις εναλλακτικές μορφές ιστορικής συνείδησης, όπως εκείνες των απομνημονευματογράφων του Αγώνα, ως μεικτές μορφές υποκειμένου και δι- υποκειμένου λόγου, που έχουν καθορίσει μέχρι σήμερα την τοπιογραφία του συλλογικού μας φαντασιακού. Δεν έχουμε ερευνήσει τις φωνές των μειονοτήτων και των περιθωριακών της κοινωνίας μας, τις αρνήσεις και τους αντιλόγους, τις αντιρρήσεις και τις αντιπροτάσεις.

Ουσιαστικό αίτημα ως σήμερα παραμένει μια συγκροτημένη αντιπρόταση εστιασμένη σε πρόσωπα και έργα, που θα τα εκλαμβάνει σαν αφετηρίες ευρύτερων πολιτισμικών πλεγμάτων, θα πρέπει να εντάξουμε ειδικά έργα μέσα σε γενικότερα σημασιακά δίκτυα, έργα που ίσως να μην έχουν κερδίσει μια μονιμότερη φήμη εντός των τειχών. Αυτό που είναι κεντρικό για την ελληνική παράδοση, πιθανόν να είναι  αδιάφορο εκτός αυτής. Για τούτο και πρέπει να διαμορφώσουμε εναλλακτικές ιστοριογραφικές πρακτικές, που να διευρύνουν τις αδιόρατες διαστάσεις του ελληνικού κόσμου, τις γλώσσες των μειονοτήτων, των εθνοτήτων, της γυναίκας, της ερωτικής πολυμορφίας, με άλλα λόγια, να ανακαλύψουμε το πολυποίκιλο μωσαϊκό της ίδιας  μας της κοινωνίας.

Αυτό πέτυχαν ο Καβάφης και ο Καζαντζάκης στο έργο τους: εγκλιμάτισαν την πολυσθενή διαλεκτικότητα της ελληνικής σε μια σειρά προβληματικών που θα απασχολούν την ανθρώπινη σκέψη για πολύ καιρό. Η αξία τους με τον καιρό θα πολλαπλασιάζεται, γιατί πολλαπλασιάζεται η αξία της προβληματικής που εγκαινίασαν.

Εν ολίγοις, χρειαζόμαστε μιαν επανατοποθέτηση της ελληνικής λογοτεχνίας. Δεν είναι δυνατόν να συσχετίζουμε την ελληνική λογοτεχνία με τις δυτικές παραδόσεις, που μετά την Αναγέννηση είχαν διαμορφώσει ένα διαφορετικό πολιτισμικό συνεχές, με σκοπό να κερδίσουμε μια θέση μεταξύ τους. Δεν διαθέτουμε ακόμα μια συγκριτική παρουσίαση της ελληνικής και της ρωσικής, ή της ελληνικής με τις άλλες παραδόσεις της Βαλκανικής, αρχίζοντας με εκείνη της Τουρκίας και φτάνοντας στη βουλγαρική, τη σέρβικη και την αλβανική.

Έχουμε προβλήματα γεωγραφίας, έχουμε ξεχάσει το χάρτη και έχουμε παρατοποθετήσει τον εαυτό μας. Δεν έχουμε λόγο, γιατί το τοπίο μας είναι ψεύτικο και αναυθεντικό. Ο Σολωμός συστοιχεί προς τον Πούσκιν γιατί όμως ο τελευταίος έγινε τόσο σημαντικός και γίνεται διαρκώς σημείο αναφοράς, ενώ ο δικός μας παραμένει έρημος και μοναχός;

Δεν καταλαμβάνουμε χώρο στη σύγχρονη λογοτεχνική διακίνηση, γιατί έχουμε χάσει τον δικό μας χώρο, τον έχουμε καταστήσει αναληθή με σχήματα σκέψης και κώδικες αναπαράστασης δάνειους και ετερότυπους. Είμαστε κοινωνικά ετερόφωτοι, οντολογικά άσημοι και υπαρξιακά εκμηδενισμένοι. Για τούτο δεν διαθέτουμε λογοτεχνία που μπορεί να ενδιαφέρει. Καθώς είμαστε διαμορφωμένοι από μια αναυθεντική συνείδηση, δεν έγινε δυνατόν να παραχθεί στη χώρα μας μια μαρτυρία αλήθειας, που να αφορά και κάποιους άλλους.

Επιπλέον, η αποτύπωση της κοινωνικής μας περιπέτειας αγκυλώθηκε σε νομιμόφρονες και συμβατικές μορφές στοχασμού. Δεν είχαμε ποτέ το θάρρος των μεγάλων Εβραίων της Διασποράς που διαμόρφωσαν τον σύγχρονο Ευρωπαϊκό πολιτισμό ούτε το τραγικό μεγαλείο των Ρώσων δημιουργών που δημιούργησαν πολιτική κουλτούρα-διερώτηση για όλο τον κόσμο.

Έχουμε ο ίδιοι ερμηνεύσει τη νεοελληνική ιστορία ως μια τρομακτική υποσημείωση στην εξέλιξη της δυτικής Ευρώπης. Εξ ού οι αντιλήψεις της καθυστέρησης και της υπανάπτυξης, που αφαίρεσαν από την ιστορική εμπειρία μας την ειδική βαρύτητα και την ειδικότητα της υπαρξιακής της μαρτυρίας. Καταδικασμένοι να είμαστε υποσημειώσεις, έχει καταστεί εντελώς αδύνατο να συζητήσουμε επί ίσοις όροις με την ιστορική περιπέτεια άλλων λαών, όπως λόγου χάρη της κεντρικής Ευρώπης και της Βαλκανικής, λαών πολύ σημαντικότερων στη συμβολή τους στον σύγχρονο πολιτισμό.

Χωρίς εντάσεις, ρήξεις και συγκρούσεις, η ελληνική κοινωνία ακολούθησε ένα δρόμο εφησυχασμού, που αποτυπώθηκε στη λογοτεχνία. Στην Ελλάδα δημιουργήθηκε μια κουλτούρα καταφατική, μια κουλτούρα που επιβεβαιώνει κάθε καθεστηκυία τάξη. Κανένα βιβλίο δεν έγινε σημείο κρίσιμης καμπής’ κανένα βιβλίο δεν εισηγήθηκε μια νέα αισθητική, μια νέα οπτική.

Μόνον ο Καβάφης και ο Καζαντζάκης διατύπωσαν εναλλακτικές πραγματικότητες μέσα στο συνεχές του συλλογικού μας φαντασιακού. Αυτοί μόνο ενδιαφέρουν και θα ενδιαφέρουν, γιατί απάντησαν στο ερώτημα του σώματος και των πολιτισμικών αξιών με τρόπο που αφορά την περιπέτεια άλλων υποκειμένων.

Για να αποκτήσουμε μια πιο ισορροπημένη αποτίμηση της λογοτεχνίας μας, θα πρέπει να επιστρέψουμε στα παραδείγματα των μόνων δημιουργών της σύγχρονης λογοτεχνίας, του Καβάφη και του Καζαντζάκη, να μελετήσουμε τις σημασιοδοτικές τους διαδικασίες και τον καλλιτεχνικό τους ιδιόκοσμο για να παραγάγουμε λογοτεχνία που μπορεί και να ενδιαφέρει άτομα από διαφορετικά πολιτισμικά συμφραζόμενα.

Και οι δύο αντιμετώπισαν διλήμματα, βρέθηκαν σε μεταιχμιακές καταστάσεις που έπρεπε να υπερβούν, για να πλάσουν την τοπηγορία τους μέσα στην τέχνη. Η σύγκρουση με τη νομιμότητα, με τη συμβατικότητα, με το αυτονόητο, μετέτρεψε το όνομά τους σε έργο και σε κατάθεση πολιτισμική. Για πόσους άλλους θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο;

Σε μια χώρα που δεν ανέπτυξε το τραγικό αίσθημα, γιατί δεν αντιμετώπισε την τραγωδία άλλων κοινωνιών, πρέπει να αισθανόμαστε τυχεροί που δύο τουλάχιστον δημιουργοί κατόρθωσαν να αντιληφθούν τα διλήμματα των ζωντανών συνειδήσεων.

ΒΡΑΣΙΔΑΣ  ΚΑΡΑΛΗΣ

Σημειώσεις:

Αυτομεμψίας λόγος  ή κριτικός στοχασμός για μια νέα επανεκκίνηση;

          Σε κάποιο σημείο του εμβληματικού δοκιμίου του για τον μαρξιστή Ούγγρο θεωρητικό  Georg Lukacs (1885-1971), ο γεννημένος στο Παρίσι καθηγητής συγκριτικής λογοτεχνίας και κριτικός George Steiner,-δίδαξε σε πανεπιστήμια της Αγγλίας, της Ελβετίας, των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής- και συγγραφέας έργων θεωρίας και κριτικής της λογοτεχνίας, μιλώντας μας για τον Γκέοργκ Λούκατς αναφέρει στην θητεία του στη «μικρή μούσα της κριτικής». (1) Εντάσσει δηλαδή την λειτουργία της Κριτικής, των κανόνων και θεωριών της στην εξέταση του φαινομένου της Λογοτεχνίας, όχι απευθείας μέσα στο κλίμα της εποπτείας της από τις εννέα αρχαίες Μούσες των Τεχνών και των Γραμμάτων αλλά, σίγουρα, η Κριτική, βρίσκεται κάτω από τον αστερισμό της φροντίδας μιας μικρότερης έστω Μούσας. Να υπενθυμίσουμε ότι ο μαρξιστής θεωρητικός Γκέοργκ Λούκατς απετέλεσε και αποτελεί ακόμα και στις μέρες μας έναν θεμέλιο λίθο στην ερμηνεία της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Ένας θεωρητικός  της κριτικής σκέψης και στοχασμού ο οποίος θεμελίωσε με το έργο του τον «Κανόνα» ερμηνείας και αξιολόγησης της μυθιστορηματικής τέχνης. Σημαντικών και σπουδαίων πεζογράφων και έργων της δυτικής και ανατολικής ευρώπης. Ιδιαίτερα στην πατρίδα μας, οι διαθέτοντες το ταλέντο του Κριτικού λόγου, ερμηνεύουν και σχολιάζουν την μυθιστορηματική παραγωγή των εποχών μας μέσα από το πρίσμα της ματιάς και των ερμηνευτικών προταγμάτων, τους κανονιστικούς κώδικες ερμηνείας που θεμελίωσε ο Γκέοργκ Λούκατς στις μελέτες του και τις γνώρισε το ελληνικό κοινό από τις αρχαίες της δεύτερης πεντηκονταετίας του προηγούμενου αιώνα. Όταν μεταφράστηκε βιβλίο του από τον ποιητή Τίτο Πατρίκιο. (2). Δεν αναφέρω εδώ, ως ένδειξη πολυαναγνωσίας τα βιβλία του Γκέοργκ Λούκατς, αλλά για να στηρίξω την θέση μου ότι ο κριτικός λόγος του μαρξιστή θεωρητικού στοχαστή, υπήρξε και εξακολουθεί να υιοθετείται σαν ερμηνευτικό μοντέλο ανάγνωσης και εφαρμοσμένης αξιολόγησης της σύγχρονης κλασικής και μοντέρνας λογοτεχνίας στην χώρα μας από αρκετούς επιφανείς θεωρητικούς και κριτικούς. Ένας από αυτούς αν δεν λαθεύω, είναι και ο πεζογράφος και κριτικός, αρθρογράφος Κώστας Βούλγαρης. Αξίζει να τονίσουμε για μία φορά ακόμη το γεγονός αυτό, την συγγένεια των κριτικών φωνών, για να μπορούμε να οριοθετήσουμε το πλαίσιο ερμηνευτικών αρχών στο οποίο κινήθηκαν και εξακολουθούν να βλέπουν και να κρίνουν τα λογοτεχνικά πράγματα οι ειδικοί. Πανεπιστημιακοί και μη. Όπως και ο ποιητής και μεταφραστής,  κριτικός στοχαστής Βρασίδας Καραλής. Ο Γκέοργκ Λούκατς, όπως και ο νεότερος ηλικιακά μαρξιστής θεωρητικός άγγλος Τέρρυ Ίνγκλετον, είναι οι σύγχρονοι «κανονομέτρες» της Λογοτεχνίας. Ποιος δεν θυμάται (από όσους παρευρίσκονταν) στο πόσο θετικά και επαινετικά υποδέχτηκε τις απόψεις του, το ελληνικό ακροατήριο στην κατάμεστη αίθουσα που ο κριτικός έδωσε την ομιλία του όταν επισκέφτηκε την χώρα μας.  Οι δύο αυτές φωνές της κριτικής σκέψης (ιδιαίτερα η πρώτη) ήσαν και είναι για μεγάλη και σημαντική μερίδα ελλήνων κριτικών και πανεπιστημιακών καθηγητών και όχι μόνο, αναγνωρισμένων θεωρητικών της λογοτεχνίας ο «χρυσός κανόνας» εξέτασης και ερμηνείας, αποδοχής ή απόρριψής της. Κάτι αντίστοιχο-αν δεν ξαστοχώ- με τον «Κανόνα» του Harold Bloom (1930-2019),του οποίου επίσης ορισμένες μελέτες έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά Παρά του ότι απουσιάζει από τον ογκώδη γνωστό τόμο του η ελληνική συγγραφική παρουσία, ακόμα και του Αλεξανδρινού (3). Οι ευρωπαίοι κριτικοί καθώς και οι τίτλοι έργων τους που αναφέρουμε εδώ,  όπως και άλλα μελετήματα τα οποία μεταφράστηκαν και κυκλοφόρησαν στην χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες και είναι προσβάσημα στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό,(4) αποτελούν την θεωρητική δεξαμενή σκέψεων, στοιχείων και πληροφοριών για το σύγχρονο πεδίο ερευνών των πολυπολιτισμικών σπουδών στην Ελλάδα. Ένας τομέας που αναπτύχθηκε στον δυτικό κόσμο στον χώρο του πνεύματος μετά την πολεμική τους εναντίον της «Νέας Κριτικής» και των εκπροσώπων της, που λειτουργεί σαν ένας σύγχρονος δίαυλος επικοινωνίας των ελλήνων μυθιστοριογράφων και ενδεχομένως και αναγνωστών, με το αντίστοιχο δυτικό ευρωπαϊκό κοινό και έργα της παγκόσμιας λογοτεχνικής γραμματείας που εξακολουθούν ακόμα να απασχολούν με την θεματική, τις ιδέες τους, τον στοχασμό τους, την τυπολογία των ηρώων και σύμβολών τους, τις πανεπιστημιακές σχολές και το κοινό που εξακολουθεί πεισματικά να διαβάζει τα έργα της παγκόσμιας (και ελληνικής) λογοτεχνίας παρά την κατακλυσμιαία εισβολή και επικράτηση της  κινηματογραφικής και τηλεοπτικής Εικόνας. Τις τελευταίες δεκαετίες στην ευρωπαϊκή ήπειρο, συνακόλουθα και στην αμερικάνικη-σε πολλά της πανεπιστήμια-(δηλαδή σε όλη την αγγλοσαξονική επικράτεια) εφαρμόζονται νέες αναθεωρητικές θεωρίες, μοντέρνα των σπουδών πεδία, συνηθέστερα θεωρίες απορριπτικές των προηγούμενων ερμηνειών και προσεγγίσεων του λογοτεχνικού φαινομένου. Η λογοτεχνία-το μυθιστόρημα ιδιαίτερα-εξετάζεται κάτω από την οπτική των μαρτυριών κοινωνικής αλήθειας των δεκάδων μειονοτήτων που αποτελούν το καθόλου μωσαϊκό των σύγχρονων κοινωνιών. (εθνικών, φυλετικών, γλωσσικών, εθιμικών, σεξουαλικών, φεμινιστικών, μεταναστευτικών κλπ.) Θραύονται οι παλαιοί φακοί προσεγγίσεως ενός έργου κάτω από τις αξιολογικές μετρήσεις και καθορισμούς των νέων πανεπιστημιακών σπουδών και προτεραιοτήτων. Οι νεότεροι σε ηλικία πάλι, έλληνες και ελληνίδες κριτικοί και πανεπιστημιακοί, ενστερνίστηκαν εδώ και χρόνια, μετά το 1974, τα νέα αυτά ρεύματα και υπορρεύματα κριτικών φωνών με άνεση και ευελπιστούσες προσδοκίες, μόνο και μόνο επειδή αυτές οι θεωρίες προέρχονταν από την πάντα ηγεμονεύουσα καπιταλιστικά και στρατιωτικά Δύση. Την Δύση των δύο παγκοσμίων πολέμων, της αποικιοκρατίας, των στρατοπέδων συγκέντρωσης και της εξόντωσης εκατομμυρίων εβραίων και άλλων μειονοτήτων. Αρκετές φορές, οι νέες αυτές θεωρίες αντικρούονταν η μία την άλλη,  υπέσκαπταν ή αντιμάχονταν η μία την άλλη. Οι έλληνες διανοούμενοι και στοχαστές ακολουθώντας τις θεωρητικές κανονιστικές αρχές των δυτικοευρωπαίων θεωρητικών συγγραφέων ενέταξαν μέσα στην δική τους συγγραφική παραγωγή και προβληματική τα θεωρητικά μοντέλα τους, τις αξιολογικές τους προτιμήσεις, τους κανόνες των δυτικοευρωπαίων συναδέλφων τους. Παραβλέποντας ή και αγνοώντας, φωνές ελληνικές της κριτικής σκέψης, όπως του Κλέωνα Παράσχου, του Γιάννη Χατζίνη, του Ανδρέα Καραντώνη, της Άλκης Θρύλος, του Μήτσου Παπανικολάου, του Πέτρου Σπανδωνίδη, του Άρη Δικταίου, του Πέτρου Χάρη, του Θ. Δ. Φραγκόπουλου και άλλων, θεωρώντας τις ελληνικές αυτές φωνές ως ξεπερασμένες και παλαιομοδίτικες άλλων εποχών. Βλέπε πχ. ερμηνείες και προσεγγίσεις έργων του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κλπ. Καλλιεργήθηκαν νέα ερμηνευτικά μοντέλα κριτικής σκέψης και ανάλυσης, εξέτασης έργων της παράδοσης τα οποία μάλλον υπερβαίνουν ακόμα και τον φιλόδοξο σχεδιασμό των ίδιων των συγγραφέων. Οι νέες-μοντέρνες ιδέες μπήκαν θα σημειώναμε σε «παλαιά ασκιά» προσφέροντας, είναι αλήθεια, πρωτόγνωρες προοπτικές ερμηνείας και προσέγγισης των λογοτεχνικών κειμένων. Κάτι σημαντικό ασφαλώς, (μια και κάθε γενιά και εποχή οικοδομεί τους δικούς της κανόνες ερμηνείας και πρόσληψης προφορικών και γραπτών έργων της παράδοσης) αρκεί φυσικά, η καλπάζουσα αυτή τάση, να μην υποσκελίζει το λογοτεχνικό κείμενο, να μην παραγνωρίζει τις προθέσεις του συγγραφέα, να μην σκεπάζεται η μυθιστορηματική γραφή του από ένα σύννεφο σκοτεινών και δυσκολοχώνευτων σχολιασμών, παρατηρήσεων και κρίσεων από θεωρητικούς στοχαστές και κριτικούς των οποίων συνήθως ο λόγος και η κριτική σκέψη συσκοτίζει το λογοτέχνημα, το καθιστά όχι μόνο αγνώριστο στα μάτια του αναγνώστη  και τελικά αδιάβαστο. Όταν ένα κλασικό έργο ή κείμενο, ενταγμένο μέσα στην συνέχεια της πολιτιστικής παράδοσης ενός τόπου τυλίγεται σε μια θεωρητική αχλύ που αποκλείει κάθε άμεση σχέση του αναγνώστη ευχαρίστηση, και απόλαυση ανάγνωσης, τότε τι απομένει από ένα έργο όσο κλασικό και αν είναι; Διαπιστώνουμε εδώ και δεκαετίες να επικρατεί ένας κριτικός θεωρητικός λόγος περί λογοτεχνίας και λογοτεχνικότητας, περί α-συνομιλίας των πολιτισμών και των γλωσσών, περί επαρχιωτισμού των εθνικών λογοτεχνιών, ασημαντότητας έργων των μικρών περιφερειακών κρατών, ένας λόγος που αφαιρεί από την φαντασία του αναγνώστη κάθε φιλοδοξία προσωπικού του πλησιάσματος και ίσως και αναίρεσης των προθέσεων των ίδιων των δημιουργών. Μια και το  κείμενο, η λογοτεχνία ή το ποιητικό κείμενο μετατρέπεται σε ένα ακόμα καταναλωτικό προϊόν. Και η αξία του «ζυγίζεται» ανάλογα με το τιράζ των πωλήσεων του ή στο κατά πόσο και σε ποιο βαθμό θα γίνει αποδεκτό το πολιτιστικό έργο μιας εθνικής λογοτεχνίας από το πολυπληθές κοινό μιας μεγάλης και ισχυρής χώρας ή ηπείρου και των πανεπιστημιακών σχολών τους.  πχ. το έργο ενός συζυγοκτόνου πεζογράφου όπως ο Ουίλλιαμ Μπάροουζ έχει μεγαλύτερη σημασία για τις πολυπολιτισμικές σπουδές και εργασίες από ότι η τραγική ζωή ενός «επαρχιώτη» βαλκάνιου όπως ο Μιχαήλ Μητσάκης ή ο Γεώργιος Βιζυηνός. Φωνές όπως αυτές του Κωνσταντίνου Θεοτόκη ή του Παντελή Πρεβελάκη θεωρούνται αμελητέες μπροστά στις διαπολιτισμικές γραφές ενός αμερικανού «περιθωριακού» συγγραφέα. Με τις σύγχρονες μοντέρνες θεωρίες αποψιλώνεται μάλλον η ίδια η λογοτεχνική πράξη σαν ένα παιχνίδι της ανθρώπινης φαντασίας  που οικοδομείται με τις λέξεις, της γλώσσας παιχνίδια, ύφος συγγραφέα και η μυθοπλασία μετατρέπεται σε ένα ίσως «γεροντοκορίστικο» σώμα δοκιμαστήριο εγκεφαλικών θεωριών και διανοημάτων. Το μυθιστόρημα και εν γένει ο συγγραφικός λόγος, μετατρέπεται από ένα παιχνίδι χαράς και μαρτυρία ψυχής εξομολόγηση σε ένα πεδίο διαξιφισμών, δαιδαλωδών αναθεωρήσεων και αποκλεισμών. Μια ανάγνωση μόνο για ειδικούς των σπουδαστηρίων. Ανοίγοντας μια μικρή παρένθεση, θυμάμαι μεταξύ άλλων, το τι μου έλεγε σε ερώτησή μου ο ελληνοαμερικανός δάσκαλος Κίμων Φράίερ, όταν τον ρωτούσα για την μεγάλη αποδοχή των έργων του κρητικού Νίκου Καζαντζάκη. Έλεγε λοιπόν ο σοφός δάσκαλος της ποίησης: «Ο Νίκος Καζαντζάκης αγαπήθηκε πολύ από το αμερικάνικο κοινό και την διανόηση γιατί, αντιμετωπίζουν τα μυθιστορήματά του, σαν αστυνομικά μυθιστορήματα». Πέρα ασφαλώς από τις άλλες πτυχές του έργου του. Και παραφράζοντας την ρήση παλαιών αναθεωρητών της μαρξιστικής ιδεολογίας, η εποχή μας, δημιούργησε σπουδές θεωρητικής ερμηνείας και σκέψης όχι για την Λογοτεχνία αλλά επί της Λογοτεχνίας. Ή παρανοώ;  

     Σε ποιο συγγραφικό είδος θα ρωτούσε ένας σύγχρονος αναγνώστης της τρίτης χιλιετίας ανήκει η Κριτική; Η καθαρή παραδοσιακή κριτική της ατομικής πρόσληψης και ανάλυσης. Όταν γνωρίζουμε ιστορικά ότι από τον προηγούμενο ήδη αιώνα (ίσως από την περίοδο του φαινομένου του υπερρεαλισμού) στην Ευρωπαϊκή και Αμερικάνικη Ήπειρο έχει αρχίσει η Κριτική ή για να είμαστε ενδεχομένως ακριβέστεροι, η Θεωρία περί του τι είναι Λογοτεχνία να αναθεωρείται, να μπολιάζεται η κριτική προσέγγιση και ανάλυση ενός λογοτεχνήματος από τις άλλες τέχνες και επιστήμες του ανθρώπου. Η μορφή και ο σχεδιασμός του καθαρού κριτικού λόγου όπως τον γνωρίζαμε από την αρχαιότητα και την παράδοση των ρομαντικών, δεν υφίσταται πλέον στους μοντέρνους ή για άλλους, μεταμοντέρνους καιρούς μας, όπου επικρατούν πλέον οι πολυπολιτισμικές σπουδές, οι φεμινιστικές ιδέες και θεωρίες προσέγγισης, καθώς και μια σειρά μαρτυριών ζωής άλλων πληθυσμιακών μειονοτήτων. Είδαμε παραδείγματος χάρη την Φροϋδική ερμηνεία (των κριτικών αρχών που βασίζονται στην θεωρία της ψυχανάλυσης και των επιγόνων του Φρόυντ) να μεταφέρεται μέσα στο κύριο σώμα της λογοτεχνικής κριτικής και να ερμηνεύονται έργα κάτω από αυτό.  Έχουμε την νεότερη σχολή της Αποδόμησης που αρχινά με τους γάλλους φιλοσόφους Ζακ Ντεριντά και Πωλ ντε Μαν. Μεταφράστηκαν στα ελληνικά οι θεωρίες της «Νέας Κριτικής» της Ναταλί  Σαρρώ για «Το νέο Μυθιστόρημα». Ενώ αποδεχτήκαμε άνευ σχολίων (;) την «Νέα Αμερικάνικη Κριτική» που στηρίζεται στις θεωρητικές αρχές του Ι. Α. Ρίτσαρντς και πολλών ακολούθων του σε αμερικάνικα πανεπιστήμια. Δεν σταθήκαμε αδιάφοροι ούτε στην «Ακαδημαική Κριτική» του Χάρολντ Μπλουμ με τον περιβόητο, αμφισβητούμενο από αρκετούς, «Κανόνα» του. Την σχολή της Επίδρασης. Ενώ παράλληλα, έχουμε την εμφάνιση μια σειρά άλλων πρωτοπόρων αμερικανών κριτικών φωνών, μικρών και μεγάλων ρευμάτων της, τα οποία εμπλούτισαν τον θεωρητικό λόγο και τροφοδότησαν την θεωρητική σκέψη με νέες ερμηνευτικές, πλησιάσματα της λογοτεχνίας σε βαθμό που γράφεται ότι «δεν γράφω εγώ, αλλά το χέρι μου από μόνο του». Διαβάζουμε για την ανάγκη διάλυσης των πυρήνων του λογοτεχνικού κειμένου, λες και ένα λογοτεχνικό κείμενο είναι ένα «νταμάρι από πέτρες» και πρέπει ο σύγχρονος κριτικός που ασπάζεται τις πολυπολιτισμικές θεωρίες να ρίξει μέσα στο σώμα της λογοτεχνίας τα «φουρνέλα του» για να μας κάνει κατανοητό, αποδεκτό και προσβάσημο ένα κλασικό έργο λογοτεχνίας ή μια σύγχρονη γραφή ενός λογοτέχνη της εποχής μας. Ρεύματα Θεωριών, από την φιλοσοφία, την κοινωνιολογία, την γλωσσολογία, την εθνολογία προερχόμενα που άλλαξαν την αναγνωστική οπτική μας καθώς πλησιάζουμε και διαβάζουμε ένα λογοτέχνημα, δημιούργησαν ίσως μια παρασημαντική των κειμένων και των στέρεων νοημάτων τους. Προσπάθειες και σπουδές που φιλοδοξούν «με καλές προθέσεις βέβαια» να μας εκμοντερνίσουν καλλιτεχνικά, συγγραφικά, αναγνωστικά. Να αλλάξουν τα κριτήρια ανάγνωσής μας, να τροποποιήσουν τις «παγιωμένες» παλαιές θέσεις και απόψεις μας στοχεύοντας σε μια μονοθεματική λειτουργική (;) ερμηνεία και ανάλυση του λογοτεχνικού κειμένου. Η παλαιότερη λογοτεχνία μοιάζει σαν να «ξεθάφτηκε» από τον ιστορικό της «τύμβο» των προηγούμενων αιώνων και τοποθετήθηκε μέσα στο μοντέρνο εργαστήριο σπουδών «μαυσωλείο;» αλληλογνωριμίας και προσέγγισης των λαών και της αναθεωρήσεως κοινωνικών και πολιτικών και πολιτισμικών αξιών. Σε σημείο να απαγορεύονται παλαιότερα έργα να διδάσκονται σε πανεπιστημιακές σχολές, να μην επανεκδίδονται, ή να λογοκρίνονται στο  όνομα της νέας πολιτικής και ιστορικής ορθότητας των νέο-συντηρητικών κοινωνιών των αρχών της τρίτης χιλιετίας. Η θεματολογία, η ύλη, το ύφος, η τεχνική, το περιεχόμενο, ο σχεδιασμός ακόμα και η γλώσσα, το λεξιλόγιο, άλλαξαν στο σύγχρονο μυθιστόρημα. Επιβάλλεται να ακολουθούν μοντέλα γραφής που προέρχονται όχι από τους κανόνες της συγγραφής και του μυθιστορηματικού πεδίου αναφορών αλλά, από αυτό που προσδιόρισαν οι νεοσυντηρητικές κυβερνήσεις του δυτικού κόσμου ως πολιτικά ορθό, ένα παραγόμενο συγγραφικό προϊόν κατάλληλο προς εύπεπτη και άγευστη βρώση. Ευπώλητα προϊόντα για κολοσσούς εκδοτικούς οίκους παραγωγής και κατανάλωση. Εκείνο που ενδεχόμενα να μην γνωρίζουμε με επάρκεια ακόμα είναι, στο πόσο και σε ποιο βαθμό άλλαξαν και οι προτιμήσεις και τα γούστα του αναγνωστικού κοινού ή μόνο των ακαδημαϊκών ή πανεπιστημιακών κριτικών και θεωρητικών φωνών. Γιατί μάλλον, μια μυθιστοριογραφία και ότι αυτή πρεσβεύει και σημαίνει, για το κοινό των αμφιθεάτρων και των χολιγουντιανών στούντιο δεν είναι Λογοτεχνία, ή κάνω λάθος;

Θα δούμε αν η πολυπολιτισμική αποικιοκρατία της μόνης πλέον καπιταλιστικής υπερδύναμης και της πολιτισμικής και πνευματικής της υπερ-παραγωγής και ηγεμονικών τομέων πανεπιστημιακών σπουδών είναι που θα επικρατήσει ως μόνη εκδοχή στο μέλλον ή θα υπάρξουν χαραμάδες ανάσας, δημιουργίας και πρόσληψης, έστω και αν αυτά τα πνευματικά «προϊόντα» προέρχονται από εθνικές και τοπικές λογοτεχνίες και ντοπιολαλιές οι οποίες δεν συνομιλούν ισότιμα με το τεράστιο πληθυσμιακά αγγλοσαξονικό κοινό και τους κανονισμούς πολιτικής ορθότητας που θέλουν να επιβάλλουν παγκοσμίως ως μόνη λύση ζωής και τέχνης. Μέχρι τότε, διαβάζουμε ξανά, φωνές ελληνικές, φωνές ελλαδικές που διέπρεψαν και αναγνωρίστηκαν εντός και εκτός Ελλάδος. Σε μια εκ νέου συνομιλία μεταξύ μας και με τις λογοτεχνίες και την σκέψη και στοχασμό των υπολοίπων λαών.

(1). Βλέπε Αναστάσης Βιστωνίτης, «Χάρολντ Μπλουμ (1930-2019), Ένας «Γαργαντούας» της κριτικής. «Με τον θάνατο του κορυφαίου κριτικού την περασμένη Δευτέρα εξέλιπε ένας από τους πλέον ενδιαφέροντες, παθιασμένους και αντιφατικούς θεωρητικούς της λογοτεχνίας», εφημερίδα «Το Βήμα» της Κυριακής 20/10/2019, σ.11/3.

(2). Στα ελληνικά κυκλοφορούν από όσο γνωρίζω τα έργα του: Γ. Λ.: «Η θεωρία του μυθιστορήματος» ιστορικοφιλοσοφικό δοκίμιο για τις μορφές της μεγάλης επικής λογοτεχνίας» μτφ. Σεραφείμ Βελέντζας, εκδ. Επιχειρήματα -6, Άκμων, Αθήνα 1978. Γ.Λ.: «Μελέτες για τον Ευρωπαϊκό Ρεαλισμό» Αισθητική και κοινωνιολογική ανάλυση του έργου των: Μπαλζάκ, Σταντάλ, Ζολά, Τολστόι, Ντοστογιέφσκι, Γκόργκι, μτφ. από τα αγγλικά Τίτου Πατρίκιου, εκδ, Ινστιτούτο Αθηνών 1957. Γ.Λ.: «Η ψυχή και οι μορφές», πρόλογος, μτφ., σημειώσεις Αντώνης Οικονόμου, εκδ. Θεμέλιο 1986. Γ. Λ.: «Σε αναζήτηση του αστού» Μια μελέτη για τον Τόμας Μαν, μτφ. Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, εκδ. Έρασμος 1986. Από τον εκδοτικό οίκο Έρασμος κυκλοφορούν ακόμα και Γ. Λ.: «Από τη φαινομενολογία στον Υπαρξισμό» 1982. Lucien Goldmann, Εισαγωγή στον Lukacs και στον Heidegger, 1975 κλπ.

(3).  Βλέπε Χάρολντ Μπλούμ, «Ο δυτικός κανόνας. Τα βιβλία και τα σχολεία των εποχών», μτφ. Κατερίνα Ταβαρτζόγλου, εισαγωγή-επιμέλεια Δημήτρης Αρμάος, εκδ. Gutenberg 2007. Και Harold Bloom, «Πώς και γιατί διαβάζουμε» Εισαγωγή Ουίλλιαμ Σουλτς, μτφ. Κατερίνα Ταβαρτζόγλου, εκδ. Τυπωθήτω/παραφερνάλια, Αθήνα 2004, και Χ. Μ. «Η θραύση των δοχείων» πρόλογος-μτφ. Γιάννης Σκαρπέλος, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα1998, κ.α.

(4).Βλέπε τίτλους όπως: Βησσαρίων Γρηγόριεβιτς Μπελίνσκι, «Θεωρητικά κείμενα λογοτεχνίας», μτφ. Λουκάς Καστανάκης, πρόλογος-επιμέλεια Γιώργος Καραντώνης, εκδ. Gutenberg, 1988.- Μίλαν Κούντερα, «Η τέχνη του μυθιστορήματος», Δοκίμιο, μτφ. από το γαλλικό πρωτότυπο, Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής. Έκτη έκδοση, Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», 2008.-Hilary Putnam, «Τα Πολλά Πρόσωπα του Ρεαλισμού», απόδοση στα Ελληνικά Μαρία Βενιέρη, Κατερίνα Σταυροπούλου. Επιστημονική επιμέλεια, Μαρία Βενιέρη. Εκδ. Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1998.- Alvin Kernan, «Ο Θάνατος της Λογοτεχνίας», μτφ. Αλέξης Εμμανουήλ. Πρόλογος Χάρης Βλαβιανός, εκδ. Νεφέλη 2001.- Martin Travers, «Εισαγωγή στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία» από τον ρομαντισμό ως το μεταμοντέρνο. Μτφ. Ιωάννα Ναούμ-Μαρία Παπαηλιάδη. Επιστημονική επιμέλεια-εισαγωγή Τάκης Καγιαλής, εκδ. Βιβλιόραμα Δεκέμβριος 2005 (στη σειρά συμφραζόμενο θεωρία-ιστορία-κριτική). – Edwin Berry Burgum, «Μυθιστόρημα και Κοινωνία» Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία, μτφ. Νέλλη Όλγα Γκανά, εκδ. Θεωρία 1982.–Maurice Blanchot, «Ο Χώρος της Λογοτεχνίας». Κάφκα-Ρίλκε-Μαλλαρμέ-Χέλντερλιν. Εισαγωγή-μτφ. Δημήτρης Δημητριάδης. Εκδ. Εξάντας 1970.- Edmund Wilson, «Η ιστορική ερμηνεία της λογοτεχνίας», πρόλογος-μτφ. Σπύρος Ηλιόπουλος, εκδ. Πλέθρον 1992.-Lucien goldmann, «για μια κοινωνιολογία του μυθιστορήματος», μτφ. Ελένη Βέλτσου-Πέτρος ρυλμόν, εκδ. Πλέθρον 1979.-Matthew Arnold, «Για το μοντέρνο στοιχείο στη λογοτεχνία», μτφ. Θάνος Χριστακόπουλος- Κατερίνα Γαϊτάνου, επιμέλεια Θάνος Χριστακόπουλος, εκδ. Πολύτροπον 2003 (στην σειρά Θεωρία-Ιδέες).-John Sutherland, «Μικρή Ιστορία της Λογοτεχνίας», μτφ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. Πατάκη 2014. Όσον αφορά μεταφράσεις του Τζώρτζ Στάινερ (George Steiner) στα ελληνικά να υπενθυμίσουμε το κλασικό του έργο «Ο Θάνατος της τραγωδίας», το έργο του «Αξόδευτα πάθη» Δοκίμια 1978-1995, πρόλογος, μτφ. σημειώσεις Κατερίνα Σχινά, εκδ. Νεφέλη 2001, «Η βαρβαρότητα της άγνοιας» μαζί με τον Antoine Spire. Μτφ. Σεραφείμ Βελέντζας, εκδ. Scripta 2000 και από τον ίδιο εκδοτικό οίκο το έργο «Στον πύργο του Κυανοπώγωνα» μτφ.-εισαγωγή Σεραφείμ Βελέντζας 2002. Το «Περί Λόγου, Τέχνης και Ζωής» κείμενα στο New Yorker, μτφ. Γιώργος Λαμπράκος, επιμέλεια-εισαγωγή Robert Boyers, εκδ. Πατάκη β΄ έκδοση, Νοέμβριος 2016. Το μικρό βιβλιαράκι που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Έρασμος, Δοκίμια 12/1997, George Steiner, «Η Σιωπή και ο Ποιητής», εισαγωγή Μάριος Μαρκίδης, μτφ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος. Και άλλα.  Ενδιαφέρον ακόμα και σήμερα παρουσιάζει το αφιέρωμα του λογοτεχνικού περιοδικού «ΔΙΑΒΑΖΩ» τεύχος 338/22-6-1994 το οποίο είναι αφιερωμένο στο «Ελληνικό Αστικό Μυθιστόρημα» . Το θέμα «Όψεις του ελληνικού αστικού μυθιστορήματος» επιμελήθηκε η Τιτίκα Δημητρούλια. Συμμετέχουν με κείμενά τους οι: Γιάννης Ν. Μπασκόζος, «Στις απαρχές του αστικού μυθιστορήματος», 48-53. –Μιχάλης Γ. Μερακλής, «Το νεοελληνικό αστικό μυθιστόρημα», 54-60.-Γεωργία Λαδογιάννη, «Εθνικό ή κοινωνικό μυθιστόρημα; Ζητούμενα της πεζογραφικής ανανέωσης στο Θεοτοκά και τον Τερζάκη»,60-64.- Αλεξάνδρα Θαλάσση, «Η θρησκευτικότητα και το εθνικιστικό καταφύγιο στον μεταπολεμικό Τερζάκη», 65-70.-Λίνα Λυχναρά, «Ο μύθος της μητέρας-πόρνης στον Γιούγκερμαν του Μ. Καραγάτση, 71-78.

     Δεν γνωρίζω αν θα υπάρξει έλληνας κριτικός ώστε όπως ο Ρενέ Ζιράρ να γράψει «Κριτικές από το υπόγειο», βλέπε μτφ. Νίκος Ζαρταμόπουλος, εκδ. Εστία 2003. Ώστε να συνομιλήσει με τα έργα τους και να κάνει στο διεθνές κοινό γνωστούς, ελληνικές μυθιστορηματικές φωνές όπως αυτές του Θεόδωρου Γρηγοριάδη, του Γιάννη Ξανθούλη, του Αύγουστου Κορτώ, του Μάριου Χάκκα, του Γιάννη Σκαρίμπα, του Μιχαήλ Μητσάκη, του Πέτρου Τατσόπουλου, του Σπύρου Καρυδάκη, του Βασίλη Αλεξάκη, της Αθηνάς Κακούρη, του Γιάννη Μακρυδάκη, του Βαγγέλη Ραυτόπουλου, της Μάρως Δούκα, της Διδώς Σωτηρίου, του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, του Αλέξη Πανσέληνου, του Ηλία Βενέζη (τυχαία τα ονόματα) και πολλών άλλων ελλήνων και ελληνίδων σύγχρονων συγγραφέων, σίγουρα πάντως η ελληνική μυθιστορηματική παραγωγή δεν υπολείπεται τις αντίστοιχης διεθνούς. Μπορεί η γλώσσα να είναι ένα κάποιο «εμπόδιο», μπορεί οι «υψηλά ιστάμενοι» των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και σχολών που ορίζουν το διεθνές παιχνίδι της αναγνώρισης και ανάγνωσης, να μην «καταδέχονται» να ασχοληθούν με την ποιητική και  λογοτεχνική παραγωγή μιας μικρής οικονομικά καταχρεωμένης περιφερειακής χώρας, όπως η Ελλάδα, όμως η μικρή αυτή πατρίδα γέννησε σημαντικές συγγραφικές φωνές, που, δεν χρειάζονταν να μπούμε στην ΕΟΚ για να ακουστούν και να διαβαστούν. Ίσως υπερτιμούμε το αγγλοσαξονικό κοινό και τα αναγνωστικά ενδιαφέροντά του. Ίσως και αυτό να είναι αδιάφορο απέναντι σε ξένες συγγραφικές φωνές. Να επαφίεται στα δικά του της παράδοσης κληροδοτήματα, αγνοώντας ή προσπερνώντας άλλα εξίσου σημαντικά όπως αυτά της σύγχρονης ελληνικής ποίησης και λογοτεχνίας. Δεν είμαστε μόνο εμείς επαρχιώτες. Υπάρχουν και άλλοι με τήβεννο.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, Κυριακή 23/1/2022

Με μια παγωνιά, που, μόνο η ανάγνωση ενός καλού ελληνικού μυθιστορήματος μπορεί να απαλύνει.      

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2022

Μιά άποψη περί νεοελληνικής λογοτεχνικής κριτικής και της ιστορίας της.

 Μια άποψη περί νεοελληνικής λογοτεχνικής κριτικής και της ιστορίας της

Του ΒΡΑΣΙΔΑ  ΚΑΡΑΛΗ,

περιοδικό Διαβάζω τεύχος 419/6, 2001, σ. 122-128

     Μια ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνικής κριτικής δεν έχει γραφτεί μέχρι σήμερα και πιθανότατα δεν είναι ανάγκη να γραφτεί ακόμα. Κι αυτό όχι γιατί δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις ή το υλικό ή η θεωρητική προϋπόθεση ή, τέλος, επειδή δεν διαφαίνεται η χρησιμότητα του εγχειρήματος. Οι λόγοι είναι ευρύτεροι και άπτονται της γενικής διανοητικής στάσεως στην οποία βρισκόμαστε σήμερα, όπως επίσης και της ειδικής εξελίξεως που έλαβε η ελληνική γλώσσα μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους.

Ως κοινωνικό μόρφωμα, η ελλαδική επικράτεια χαρακτηρίζεται σε όλα τα επίπεδα από μια ενδιαφέρουσα απροσδιοριστία. Η πολιτισμική της φυσιογνωμία δεν έχει διαμορφώσει ούτε μερικές κεντρικές συνιστώσες ούτε και έχει αποκτήσει μια πολυεπίπεδη ετερογλωσσία που θα δημιουργούσε την ανάγκη για τη θεωρητική εξεύρεση ενός ενοποιητικού υπόβαθρου. Οι υπογλώσσες που αναπτύχθηκαν στα ελληνικά μοιάζουν τόσο απόλυτα η μια με την άλλη ώστε να αποτελούν τελικώς παραλλαγές μιας και της αυτής παράδοσης, ενώ οι μεταξύ τους διαφορές να μην αποτελούν ρήξεις ή αντικρούσεις αλλά αποχρώσεις της ίδιας υπερ-γλώσσας.

Επιπλέον, για να γραφτεί μια ιστορία της νεοελληνικής κριτικής θα πρέπει να ξεκινήσουμε ορίζοντας και προσδιορίζοντας όλους τους όρους αυτής της έκφρασης: τι είναι και πώς γράφεται σήμερα η ιστορία, τι είναι και πώς λειτουργεί η λογοτεχνική κριτική και, τέλος, τι είναι και πότε διαμορφώνεται η μυθική ιδιότητα του «νεοελληνικού». Ταυτόχρονα, κάποιες πρόσθετες διακρίσεις θα πρέπει να χαραχθούν ανάμεσα στην κριτική λογοτεχνίας και το λογοτεχνικό δοκίμιο, όπως επίσης να καθορισθούν διακρίσεις μεταξύ λογοτεχνίας και ιστορίας και, τέλος, να εξετασθούν ερωτήματα για το τι διαχωρίζει το ευρύτερο ελληνικό από το νεοελληνικό σε ζητήματα σημασιολογίας και συμβολικής.

Όλα αυτά φυσικά μπορεί να δίνουν την εντύπωση μιας αριστοτελικής συλλογιστικής παραφροσύνης. Προσπάθησα αλλού να διατυπώσω την άποψή μου γι’ αυτά τα αφετηριακά προβλήματα που θα οδηγούσαν σε μια παρόμοια εξερεύνηση. Εδώ θα πάρουμε ως δεδομένο ένα χρονικό σημείο, όταν διαμορφώνεται δημόσιος χώρος στην ελλαδική κοινωνία, ο οποίος αποκτά κέντρα εξουσίας, διαμορφώνει πολιτισμικές πρακτικές και, τέλος, δημιουργεί τους κανόνες για τη μετεξέλιξη αυτής της πολιτισμικής νοόσφαιρας.

Όταν ο δημόσιος χώρος διαμορφώνει τη δυναμική του, αρχίζουν οι επιμέρους δυνάμεις να συγκρούονται, να επιμαχούν ή να εξουδετερώνονται και επομένως το σύστημα μπορεί να αποκτήσει τη λειτουργική του φορά προς κάποια κίνηση αλλαγής ή συντήρησης ή στασιμότητας. Η φορά αυτή εξαρτάται από τη διαλεκτική των ευρύτερων κοινωνικών λόγων και από τις σχέσεις που αναπτύσσονται με την πολιτειακή συγκρότηση και διάπλαση όρων προσδιορισμού ταυτοτήτων και ατόμων.

Ο ελλαδικός δημόσιος χώρος, λοιπόν, διαμορφώνεται φυσικά με την εδραίωση της Αθήνας ως κέντρου του νεότευκτου κράτους. Η «Αθήνα» παύει τότε να είναι το αρβανιτοχώρι των τριακοσίων ελληνικών οικογενειών και μετατρέπεται σε μυθικό σύμβολο και ουτοπικό πρόταγμα. Αυτό το ουτοπικό πρόταγμα επισφραγίζει η ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών, του κέντρου που διαμόρφωσε τις κεντρικότερες πολιτισμικές προτάσεις του ελλαδικού χώρου μέχρι και το 1974.

Η θέση της Αθήνας ως πολιτικής και πολιτισμικής ουτοπίας και ευτοπίας απέσβεσε από τη νοόσφαιρα των Ελλήνων κέντρα εκ παραδόσεως πολιτισμικά, όπως η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη, η Κέρκυρα ή άλλες παροικίες της διασποράς. Μόνο όμως μετά την ήττα του 1922 το σύστημα συγκρότησε ένα ολοκληρωμένο δημόσιο χώρο που τότε κατέστη δυνατό να αποκτήσει τις σημαντικότερες λειτουργίες του εκ των ένδον πλέον ως μετασχηματισμούς εσωτερικών δομών του.

Μετά το 1922, και ιδιαίτερα την πρωθυπουργία Βενιζέλου (1928-32), όταν διαμορφώνεται το απόθεμα των πολιτισμικών  συμβόλων που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα για να μιλήσουμε για τον εαυτό μας, η πολιτισμική σφαίρα αρχίζει να αναπτύσσει την ετερογλωσσική της δυνατότητα. Παρουσιάζονται, λοιπόν, τάσεις που δεν ανήκουν μόνο στο Πανεπιστήμιο Αθηνών αλλά και σε ένα δεύτερο κέντρο, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο στη Θεσσαλονίκη, ενώ πληθύνονται τα τοπικά κέντρα γύρω από βιβλιοπωλεία ή εκδοτικούς οίκους της επαρχίας.

Μετά το θλιβερό διάλειμμα του εμφυλίου και την αιμορραγία της μετανάστευσης κατά τις δεκαετίας του ’50 και του ’60, που είδε τις καλύτερες διάνοιες να εγκαταλείπουν τη χώρα, η ελλαδική κοινωνία αποκτά συγκεκριμένες τάσεις και εντάσεις, που οδήγησαν σε περιστασιακές τριβές και  διαλόγους. Τελικώς όμως μόνο μετά το 1974 ο δημόσιος χώρος κερδίζει ευστάθεια και ισορροπία, με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζονται οι τάσεις και οι φωνές, να διαμορφώνονται κέντρα εξωαστικά και ενίοτε δυνάμεις εξωελλαδικές. Οι δύο τελευταίες δεκαετίες μαρτυρούν τη σημαντικότατη άνοδο τάσεων που παρέμεναν για καιρό υπό σκιάν τάσεις όπως εκείνες των εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων, των γυναικών, των πολιτικώς αποσυνάγωγων, των ερωτικώς καταπιεσμένων που τώρα παρουσιάζονται και γράφουν με τη βεβαιότητα και τη διεκδικητικότητα ενσυνείδητων υποκειμένων. Σήμερα μπορούμε επιτέλους να διαβάσουμε τη λογοτεχνία που γράφτηκε από γυναίκες το 19ο αιώνα, τους χασικλήδες και τους αυτοτιμωρούμενους ομοφυλόφιλους του Μεσοπολέμου, τους τρελούς και τους μετανάστες και να αποτιμήσουμε τη βαθιά τομή πού αποτόλμησαν, μετά το σταδιακό μαρασμό των παραδόσεων που ηγεμόνευαν τα λογοτεχνικά τεκταινόμενα, επί της νεοελληνικής συνείδησης.

Όλες αυτές οι εξελίξεις σχετίζονται με αντίστοιχα και ανάλογα κινήματα στην κριτική  σκέψη. Πότε αρχίζει η νεοελληνική κριτική θα πρέπει να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ιστοριοδιφικά ερωτήματα του μέλλοντος. Πότε, δηλαδή, αποκόπτεται από τις συμβάσεις των σχολών που υπήρχαν ως μια ορισμένη εποχή. Μεθοδολογικά αυτό γίνεται με τον Αδαμάντιο Κοραή αυτός αρχίζει από το εξωτερικό μια συζήτηση περί γλώσσας, που ουσιαστικά εγκαινιάζει μια συζήτηση περί παραδόσεως και των παρεμβάσεων που πρέπει κάποιος να πράξει για να ανασυγκροτήσει φαντασιακά και λεκτικά το παρελθόν. Προτυπώσεις των απόψεών του ωστόσο μπορεί να βρεθούν σε δοκίμια του Ευγένιου Βούλγαρη ή ακόμα νωρίτερα του Παναγιώτη Δοξαρά. Στο Λόγιο Ερμή επίσης μπορούμε να διαβάσουμε μερικά εξαιρετικά μελετήματα για την αρχαία λογοτεχνία ή τη σύγχρονη ευρωπαϊκή και να τα συσχετίσουμε με αντίστοιχες συζητήσεις που αναφέρονται στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνικά πράξη.

Υπάρχει διαδεδομένη η αντίληψη ότι λογοτεχνική κριτική δε δημιουργήθηκε στην Αθήνα κατά το 19ο αιώνα, πίστη φυσικά λανθασμένη. Οι Φαναριώτες είχαν προετοιμάσει μια μοναδική διανοητική σύνθεση, ούτως ειπείν, ανατολισμού και ευρωπαϊσμού, η οποία προσέδιδε ένα σημαίνον ενοποιητικό υπόβαθρο, πάνω στο οποίο στηρίχθηκε τελικώς το γεννώμενο νοητικό σχήμα του ελλαδικού κράτους. Οι Σούτσοι στα ποιήματά τους, οι λογοτεχνικοί διαγωνισμοί, ο Κων. Ασώπιος, ο Βερναρδάκης, ακόμα και ο Μιστριώτης, οδηγούν στην πρώτη νεοελληνική σύνθεση που κορυφώνεται με τα Πρώτα Κριτικά του Κ. Παλαμά (1913), το τελευταίο βιβλίο του 19ου αιώνα. Αυτοί είναι οι πρωτοπόροι που μιλούν μέσα από το χώρο της πολιτισμικής και πολιτικής κουλτούρας του ελλαδικού κράτους.

Η επτανησιακή σχολή με τον Σολωμό, τον Πολυλά και τον Καλοσγούρο ανήκει ουσιαστικά στην προγενέστερη αριστοκρατική κουλτούρα των ανώτατων τάξεων, με κέντρο της το φιλολογικό σαλόνι και μέλη της πλούσιους γαιοκτήμονες που παραμένουν εκτός κοινωνικών συγκρούσεων μέχρι και την Ένωση με το κράτος (1864). Το γεγονός μάλιστα ότι οι κυριότεροι εκπρόσωποί της ασπάστηκαν τη χεγκελιανή αισθητική δημιούργησε ένα πρόσθετο κενό κατανοήσεως των προθέσεών της, εφόσον έλειπε από τα ελληνικά η προϋπόθεση του Χέγκελ, η φιλοσοφία του ενοποιημένου υποκειμένου του Ιμμ. Καντ.

Οι κριτικοί των Αθηνών είναι, αντίθετα, μισθοσυντήρητοι υπάλληλοι ή καθηγητές στο εκπαιδευτικό σύστημα. Οι περισσότεροι προέρχονται από Φαναριώτικες οικογένειες που, ενώ έχουν σπουδάσει στη Δύση, η ψυχολογική τους διαμόρφωση έχει λάβει χώρα στην ανοικτή και πολυεθνική ατμόσφαιρα της οθωμανικής κοινωνίας. Μια ανάλυση της εσωτερικής σύγκρουσης μεταξύ αυτών των στοιχείων στην εαυτότητα των πρώτων ελλαδιτών κριτικών θα ήταν πολύ χρήσιμη για την κατανόηση των εκφραστικών τους επιλογών (επειδή όλοι σχεδόν γράφουν ποίηση), όπως άλλωστε και των κριτικών τους θέσεων.

Με τον Ροϊδη, η μεσοαστική τάξη των εμπόρων και των μεταπρατών κάνει έντονη την εμφάνισή της χωρίς ωστόσο να μπορεί να επιβάλει τον προσανατολισμό της. Ο Ροϊδης απέρριπτε συλλήβδην μια παράδοση την οποία δε γνώριζε, ή ερμήνευε μέσα από το πρίσμα μιας φιλοδυτικής κατεύθυνσης’ η απόρριψή του δημιουργούσε ένα τεράστιο κενό, το οποίο ο ίδιος ερμήνευσε ως κενό καταθέσεων. Το γεγονός ότι δεν υπήρχε στα ελληνικά λογοτεχνία όπως εκείνη της δυτικής Ευρώπης σήμαινε γι’ αυτόν ότι δεν υπήρχε λογοτεχνία καθόλου. Με τον Ροϊδη αρχίζει ο πολιτιστικός εποικισμός της ελλαδικής συνείδησης από κριτήρια αξιολόγησης που δεν απέρρεαν από την εμπειρία της γραφόμενης λογοτεχνίας στην ελληνική γλώσσα.

Η γενιά του 1880 παράλληλα οδηγεί την πορεία προς την ολοκλήρωση αυτής της τάσης που έρχεται μέσα από τη δημοσιογραφοποίηση της κριτικής, μιας και τώρα η κριτική πράξη γίνεται μέσω των εφημερίδων, όπου εργάζονται οι περισσότεροι κριτικοί. Πράγματι, με την εξαίρεση των πλούσιων δημοτικιστών του εξωτερικού, Ψυχάρη, Πάλλη, Εφταλιώτη, Βλαστού, που εισάγουν στα ελληνικά μια γλώσσα ετερονομίας, στο εσωτερικό διαμορφώνεται η πραγματικότητα του κριτικού που πληρώνεται για να γράφει όχι πλέον από κρατικούς φορείς αλλά από φιλότεχνους ή αφιλότεχνους εκδότες.

Η γενιά του 1880 είναι αποτέλεσμα μιας καπιταλιστικής μετεξέλιξης στον τρόπο παραγωγής της λογοτεχνίας και της αξιολόγησής της, ενώ ταυτόχρονα σηματοδοτεί μια τάση αποκλεισμού όσων κειμένων δεν έχουν γραφτεί σε συγκεκριμένο ιδίωμα. Μοναδική εξαίρεση αυτής της τάσης ο πιο σημαντικός νεοέλληνας λογοτεχνικός κριτικός, ο Κωστής Παλαμάς, η πράξη του οποίου συνεχίζει τη φαναριώτικη σύνθεση, διευρύνοντας, εμπλουτίζοντας και μεταποιώντας τη διανοητική της παρακαταθήκη κατά τρόπο συστηματικό και ολοποιητικό. Αν σήμερα έχουμε κάποιες αντιρρήσεις για τον ολοποιητικό χαρακτήρα του λογοτεχνικού του συστήματος, η συνθετική φύση του η οποία ερμήνευσε το εκάστοτε έργο ως «τόπου λύσεως συγκρούσεων», όπως το διατύπωσε ο ίδιος, αποτελεί τη σημαντικότερη κατάθεση της κριτικής ερμηνευτικής μέχρι σήμερα.

Γιατί, αν το κείμενο είναι ένας τόπος λύσεως των συγκρούσεων που εγγράφονται από τη γλώσσα, τότε καθήκον της κριτικής είναι να εντοπίσει τα συγκρουόμενα, να αναλύσει τη δυναμική της, την εγγραφή τους από τη γλώσσα, την ειδική τους αναφορά, τη θεμελιακή τους συγκρότηση και, τέλος, να διατυπώσει αντιλήψεις για το πώς λύνονται αυτές οι συγκρούσεις και πως διαμορφώνεται το κείμενο ως τόπος για να τις διατυπώσει. Το μεγαλείο του Παλαμά έγκειται στο ότι έδωσε απαντήσεις σε όλα αυτά τα ερωτήματα που, δυστυχώς, πέρασαν όλες απαρατήρητες.

Από το 1910 και εντεύθεν μπορούμε να δούμε μια σειρά κριτικών ποικιλιών να αναπτύσσεται κατά τρόπο αντιθετικό. Τότε άρχισαν να εκδίδονται βραχύβια περιοδικά με συγκεκριμένη κατεύθυνση, ενώ αναπτύσσεται μια αγωνιστική αντίκρουση απόψεων των κυρίαρχων φωνών που οδηγεί με τη σειρά της σε μια εξαιρετική σημαίνουσα πολυδιαλεκτική κουλτούρα. (Το Μανιφέστο του Ν. Λαπαθιώτη , λόγου χάρη, θα έπρεπε να έχει αξιοποιηθεί από την κριτική των ιδεών περισσότερο απ’ όσο έχει γίνει μέχρι σήμερα).

Η δεκαετία του ’20 παράλληλα υποδεικνύει τις πολλαπλές και ετερότροπες κατευθύνσεις που έπαιρνε η νεοελληνική κουλτούρα πριν από την ομογενοποίηση που υπέστη κατά την επόμενη δεκαετία. (Η κριτική του Τέλλου Άγρα είναι το δεύτερο σημαντικό έργο που δημιουργήθηκε στα ελληνικά, παρά τους συμβιβασμούς και τις παραχωρήσεις του κριτικού στους συρμούς της εποχής του).

Η δεκαετία του ’30 αποτελεί κατά παράδοξο τρόπο μια συντηρητική στροφή στη νεοελληνική κριτική σκέψη. Ενώ αναγνωρίζουμε μέσα της σημαντικούς, ίσως μάλιστα και μεγάλους, κριτικούς, μπορούμε πλέον να δούμε τη λειτουργία αυτής της γενιάς σαν ένα φίλτρο αποκλεισμού το οποίο κλασματοποίησε τη μεγάλη σύνθεση που υπήρξε το επίτευγμα του Παλαμά. Παρά το γεγονός μάλιστα της παρουσίας μιας πρωτογενούς αριστερής κριτικής, σε όλη την εποχή δε μπορούμε να διακρίνουμε μια ρήξη και μια σύγκρουση κριτικών παραδειγμάτων. Η αριστερή κριτική αποδέχεται τη γλώσσα της συντηρητικής διανόησης συζητώντας μόνο επιμέρους επιλογές και επεξηγώντας από την προοπτική της κάποια δευτερογενή ζητήματα.

Ενώ μάλιστα υπήρξαν δημιουργοί αυτού του κινήματος που έκαναν το τολμηρό βήμα να εισάγουν στο λογοτεχνικό κανόνα έργο που δεν έχουν γραφτεί με λογοτεχνική πρόθεση, όπως τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, δε στοχάστηκαν επαρκώς πάνω στη γλώσσα του λογοτεχνικού φαινομένου και της λογοτεχνικότητας. Αντίθετα κατέφυγαν σε αφελείς διακρίσεις μεταξύ καλής και κακής ποιήσεως βασιζόμενοι στην άποψη περί συντονισμού ρήματος και θέματος ως εάν αυτά να υπήρχαν ανεξάρτητα.

Καμιά κριτική πρόταση των δεκαετιών που ακολούθησαν, δυστυχώς μέχρι τις μέρες μας, δεν έχει αρνηθεί την κριτική γλώσσα που εισηγήθηκε η γενιά του ’30, όλοι οι κριτικοί συνεχίζουν να χρησιμοποιούν τα αξιολογικά της συστήματα και να αναφέρονται αξιωματικά στον κανόνα περί παραδόσεως που συνέστησε. Μετά το 1930 διακρίνεται μια αποθαρρυντική και σχεδόν ευνουχιστική μονοφωνία στη  νεοελληνική κριτική, η οποία δεν παρακολουθεί τις εξελίξεις που γενικότερα συμβαίνουν στη διεθνή σκηνή παρά μόνο ως καταναλωτής ιδεολογημάτων που εισάγονται κατά παραγγελία ή ακόμα συχνότερα κατά τύχη.

Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν αντιπροτάσεις στον κανόνα και στην αξιολογική προσέγγιση που επέβαλε η γενιά του ’30, ούτε ακόμα και εναλλακτικές απόψεις που να υποδεικνύουν μια εσωτερική κίνηση ιδεών η οποία να επιχειρεί την αναδόμηση ή, τέλος πάντων, την ανανέωση του συστήματος. Η Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (1948) του Κ. Θ. Δημαρά, μέσα από το κομψό της ύφος, την οικονομία του λόγου της και την προσιτότητα της έκδοσής της, έχει καταστεί ο υπέρτατος κώδικας ιστοριογνωσίας περί λογοτεχνίας στα ελληνικά, παρά το γεγονός ότι από  μέσα του  έχουν αποκλειστεί, ή εξουδετερωθεί λογοτεχνικά, μερικές από τις σημαντικότερες φωνές των τελευταίων αιώνων που έχουν επιλεχθεί πρόσωπα και έργα που απλώς επιβεβαιώνουν μια τάση ελλαδοκεντρισμού, γαλλικής εμπνεύσεως.

Μετά το 1950, η κριτική, που  δεν έχει πλέον αλλά ούτε επιχειρεί να καταθέσει συνθετικά έργα, αιωρείται μεταξύ επιφυλλιδογραφίας, βιβλιογραφίας και μιας μορφής εξασθενημένου δοκιμίου. Το γεγονός ότι τώρα η εφημερίδα ή το περιοδικό κυριαρχούν κατά τρόπο απόλυτο υποδεικνύει ένα άλλο χαρακτηριστικό της μεταπολεμικής κριτικής παραγωγής τόσο απόλυτα κυριαρχικό στις μέρες μας. Οι περισσότερες κριτικές είναι επιφυλλίδες που συγκεντρώνονται και εκδίδονται σε μορφή βιβλίου. Αυτό στερεί το κείμενο από μια αίσθηση χρονικής άνεσης που θα του επέτρεπε να αναπτύξει ένα επιχείρημα ενώ ταυτόχρονα απλοποιεί τη γλώσσα του σε σημείο ασημασίας.

Οι περισσότερες επιφυλλίδες άλλωστε είναι χαριεντισμοί και φιλοφρονήσεις προς φίλους, και κυρίως εκδότες, ενώ ένας μικρότερος αριθμός από αυτές ενίοτε αίρεται σε ύψος κριτικού λόγου, εμπειρικού και κυρίως περιστασιακού και συμπτωματικού. Ένας μικρότερος αριθμός εξ αυτών που είναι αρνητικός είτε επιδίδεται σε προσωπική πολεμική είτε αποσκοπεί σε έμμεσες συμμαχίες για πιθανά οφέλη. Από τη σύγχρονη παραγωγή ελλείπουν οι ολοκληρωμένες συνθετικές φωνές, με συγκροτημένη κριτική μέθοδο και πάνω απ’ όλα με αντίληψη για τη λειτουργία της τέχνης. Μόνο σποραδικά κάποιες από αυτές διατυπώνουν με τρόπο αποσπασματικό κάποια θέση για τη λειτουργία του λογοτεχνικού κειμένου και ερμηνεύουν μερικώς τον οικείο χώρο του.

Ένα πρόσθετο μειονέκτημα της επιφυλλιδογραφίας υπήρξε το γεγονός ότι  ουσιαστικά απαγόρευσε στον κριτικό να αναμετρηθεί με τα μεγάλα κείμενα του παρελθόντος. Οι συγκυριακές επιλογές μετέτρεψαν τον επιφυλλιδογράφο και το κοινό του σε αναγνώστες χωρίς παρελθόν, χωρίς γνώση των έργων που διαμόρφωσαν την ιστορία της λογοτεχνίας, δημιουργώντας έτσι μια ψεύτικη συνείδηση για το παρελθόν και εστιάζοντας τη γνώση της λογοτεχνίας στο άμεσο παρόν. Τα κείμενα του παρελθόντος μεταμορφώθηκαν σε ονόματα εξουσιαστικά, χωρίς αναφορά στα προβλήματα και τα διλήμματα που τα προσδιόρισαν. Σε γενικές γραμμές, η κριτική πράξη κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια έχει παραδοθεί στη λατρεία του συμπτωματικού, σε μια προ-κριτική περιπτωσιολογία, η οποία, δια των δημοσιογράφων, έχει ανακηρυχθεί σε απόλυτο αξιολογικό κώδικα. Μόνιμη θεματική της είναι η βεβαιότητα περί μιας αξιολογούσας ελληνικότητας, περί καλής και κακής ποίησης, πρόσφατα μάλιστα και περί κάποιας παραδόσεως και ορθοδοξίας που τείνουν να γίνουν οι τελευταίες καραμέλες ευρείας καταναλώσεως-ή μάλλον έχουν ήδη γίνει.

Παρόμοια βέβαια ιδεολογήματα αποσκοπούν να καλύψουν τα κενά μιας ασύναπτης και κερματισμένης προσέγγισης του λογοτεχνικού φαινομένου. Έτσι, μέσα από αυτή τη σπασμωδικότητα, ιδέες και θεωρίες από ευρύτερα κινήματα εκτός Ελλάδας αποσπώνται από τη διαλεκτική της παράδοσής τους, απομονώνονται και αποσυγκειμενοποιούνται, μεταφερόμενα σε ένα γλωσσικό περιβάλλον, όπως το ελληνικό, που δεν έχει δοκιμαστεί πάνω σε ευρύτερες προβληματικές.

Μια τέτοια αποσυγκειμένωση διαλύει την ολοποιητική λογική των προβληματικών και μετατρέπει μια στιγμή της συζήτησης σε εύχρηστο ιδεολόγημα, χωρίς να συνάπτει σχέσεις με την υπάρχουσα συνέχεια προβληματισμών, ενώ ο κριτικός που τη χρησιμοποιεί σαν μαθητευόμενος μάγος υιοθετεί μια συμπτωματική εμπειρία σαν πανάκεια όλων των προβλημάτων της έκφρασης.

Η σύγχρονη νεοελληνική κριτική μαστίζεται από ένα μελαγχολικό εμπειρισμό που αδυνατεί να διαβάσει το εκάστοτε κείμενο σαν επιτομή κειμένων και να το διασυνδέσει όχι με την πολιτική συγκυρία, όπως συνήθως γίνεται, αλλά με την ιστορία των λόγων στους οποίους απαντάει και οι οποίοι το συναποτελούν. Ο εμπειρισμός αυτός δεν αντιτίθεται στη λεγόμενη θεωρητική κριτική, η οποία στις περιπτώσεις που τη γνωρίσαμε στα ελληνικά είναι εξίσου εμπειρική, εφόσον δεν έχει θεσπίσει μια επιστημολογική γλώσσα ικανή να μιλήσει για τις ιδέες της τις αρχές’ αντίθετα, η εμπειρική κριτική και των δύο τύπων αδυνατεί να εντοπίσει την πολυσημία και την πολυσημειακή κατάσταση του συγγραφικού υποκειμένου, όπως δηλώνεται μέσα από το συγκεκριμένο κείμενο. Συνήθως απομονώνει και, κατά συνέπεια, απολυτοποιεί μια φωνή του, δηλαδή μια ερμηνευτική του δυνατότητα, και την καθιστά όριο και όριο αξιολόγησης και ερμηνείας του συνόλου.

Αυτή είναι η κατεξοχήν κριτική πρακτική που εισηγήθηκε η γενιά του ’30 με τον Καραντώνη, τον Σεφέρη και τον Ελύτη. Είναι μια κριτική  στάση που διαλύει την πολυεκδοχικότητα ως επικίνδυνη και αρνείται να προχωρήσει στην ανάλυση της υπαρξιακής αμφιθυμίας θεωρώντας τη μη λογοτεχνική διάσταση. Χωρίς αναφορά όμως στο ουσιώδες ερώτημα του ποιος μιλάει μέσα από το συγκεκριμένο κείμενο, η κριτική σκέψη της γενιάς του ’30 και η μετεξέλιξή της έχει αφαιρέσει από την καλλιτεχνική ερμηνευτική το δυναμικό στοιχείο της υπαρξιακής της ετεροφωνίας και ταυτόχρονα της γλωσσικής ειδικότητας κάθε κειμένου.

Μετά το 1960 ένα πρόσθετο φαινόμενο έχει διαλύσει τη δυνατότητα συστάσεως κριτικού λόγου στα ελληνικά. Η σταδιακή κυριαρχία της ακαδημαϊκής κριτικής, με κέντρα τα πανεπιστήμια, έχει οδηγήσει σε μια φιλολογιστική προσέγγιση στα κείμενα με πρόθεση να δικαιολογηθεί και να νομιμοποιηθεί ο κανόνας των κειμένων που έχει επιβληθεί στις διάφορες βαθμίδες της εκπαίδευσης, ή πιο απλά η σημασία του έργου, ή των έργων, για τα οποία εκπόνησε ο ακαδημαϊκός τη διδακτορική του διατριβή. Ελάχιστες εξαιρέσεις από την πανεπιστημιακή κριτική συνδυάζουν το σκίρτημα μιας ζωντανής γλώσσας με την προκλητικότητα μιας νέας ιδέας. Ξεχωρίζει αναμφίβολα η γραφή του Νάσου Βαγενά, ιδιαίτερα μάλιστα όταν υπερβαίνει τις σεφερικές της καταβολές.

Μετά το 1974, η νεοελληνική κοινωνική ζωή έχει εισέλθει σε περίοδο σταθερότητας και ευστάθειας. Η καλλιτεχνική πράξη έχει αναπτύξει πολλαπλές διαστάσεις λόγου, που εκφράζουν μια πλατιά αίσθηση του υπάρχειν, από την πλήξη της μικροαστικής τάξης που κυβερνά τη χώρα σήμερα και διαμορφώνει τον πνευματικό της προσανατολισμό μέχρι την αγωνία και την ιστορική μνήμη των μειονοτήτων που παρέμειναν αδιόρατες, όπως των Εβραίων, των περιθωριακών και εσχάτως των μεταναστών.

Η κριτική δεν έχει κατορθώσει να προκαλέσει και να αμφισβητήσει την κυριαρχία των μονοφωνικών πρακτικών που τη χειραγωγούν-υποσυνείδητα ή ενίοτε συνειδητά. «Κολλημένη» μέχρι σήμερα σε μια σεφερογενή αισθητιστική κριτική που δίνει προνόμια μεγαλείου και γραφικής καθαρότητας στην ελληνική γλώσσα ως τον υπέρτατο μονόμυθο κάθε «λαού», η μονοφωνική κριτική παραγνωρίζει την υποστασιακή πολυμορφία που αναπτύσσεται μπροστά στα μάτια όλων απονέμοντας περγαμηνές μεγαλοσύνης σε έργα ασήμαντα και ανθρώπους αδιάφορους, αρκεί να μην προκαλούν και να συναινούν στη συνέχιση αυτού του κριτικού μουδιάσματος επ’ άπειρον.

Σε ελάχιστες περιπτώσεις διαβάζουμε δημιουργικές αναπλάσεις μιας προσωπικής ανάγνωσης των κειμένων, πράγμα που τελικώς είναι η κριτική. Κατά τη δεκαετία του ’80, η γραφή του Δημοσθένη Κούρτοβικ έδωσε σελίδες υψηλόφρονης άρνησης που διαμόρφωσαν ευαισθησίες και συνειδήσεις, ενώ ο Ευγένιος Αρανίτσης στοχάστηκε πάνω στον τρόπο παραγωγής του καλλιτεχνικού δοκιμίου κατά τρόπο αποκαλυπτικό. Υπάρχουν επίσης φωνές που ξεχωρίζουν χάρη ακριβώς στην ειδική τους θέση ως εκπροσώπων  μειονοτήτων, αλλά σε γενικές γραμμές η ξύλινη και αυτοαναφερόμενη γλώσσα των ακαδημαϊκών διατριβών έχει αποσυναρμολογήσει την εκφραστική δυνατότητα και δύναμη της κριτικής σκέψης σήμερα.

Δεν υπάρχει κριτική σκέψη χωρίς προβληματικές-και δυστυχώς στα ελληνικά δεν έχει ακόμα εισέλθει η σημασία μιας τόσο ελληνικής λέξης. Η κριτική πράξη μοιάζει να αιωρείται μεταξύ συναισθηματικού ιμπρεσιονισμού και απόλυτων διατυπώσεων, προσπαθώντας συστηματικά να διατυπώσει γενικεύσεις για την αξία ενός έργου χωρίς να καταδύεται μέσα στον ειδικό τύπο των σημειολογικών του σωματώσεων. Αυτό άλλωστε φαίνεται και από την έλλειψη σοβαρών κριτικών αναθεωρήσεων του παρελθόντος και τον εντοπισμό αποκλινουσών παραδόσεων τις οποίες θα αποκαλούσαμε εναλλακτικές ιστορίες της κριτικής σκέψης. Κανείς, λόγου χάρη, δε μελετά την κριτική σκέψη των καθαρευουσιάνων ή του Δ. Βερναρδάκη, ή ονομάτων όπως του Κ. Στρατούλη, του Γ, Βιζυηνού, του Κ. Γεωργούλη, που δε φαίνεται να έχουν άμεση σχέση με την κριτική λειτουργία ως επαγγελματική κατηγορία.

Μια σειρά νεότερων κριτικών φωνών, όπως του Κώστα Ουράνη, του Άλκη Θρύλου, του Κλέωνα Παράσχου, του Γιάννη Χατζίνη, του Δημ. Νικολαιρέζη, του Νικ. Κάλας ή του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, έχουν ριχτεί στη λήθη ενώ ταυτόχρονα φαίνεται να κυριαρχούν ως σήμερα παραμαρξιστικοί κριτικοί χωρίς μαρξισμό, που αντιμετωπίζουν κάθε κείμενο σα πολιτικό φυλλάδιο, όταν βέβαια δεν επιστρέφουν αμετανόητοι στη συνταύτιση δημοτικισμού και προοδευτισμού. Η κριτική σκέψη του Νίκου Καζαντζάκη παραμένει άγνωστη, πέρα από μερικά άσκοπα μελετήματα που μόνο ακροθιγώς μιλούν για τη θεματική της. Παράλληλα, η ανατρεπτική κριτική βραχύβιων περιοδικών όπως το Σήμα ή το Αμφί, δε μελετάται καθόλου ενώ βλέπουμε σωρεία διατριβών επί περιοδικών αποδεκτών ιδεολογικών κατευθύνσεων, διατριβών που αποδεικνύουν το αυτονόητο: ότι τελικώς αυτά τα περιοδικά δεν ανέπτυξαν καμία ξεχωριστή μορφή κριτικής σκέψης.

Θα γυρίσουμε εδώ σε έναν όρο του Παλαμά, του σημαντικότερου νεοέλληνα κριτικού για την ακρίβεια της γλώσσας του και τη συλλογιστική των επιχειρημάτων του. Τα ελληνικά χρειάζονται προσωπικότητες σύνθεσης, προσωπικότητες δηλαδή που θα συλλέξουν τις επιμέρους παρατηρήσεις σε μία προβληματική που να αποτελεί την ενοποιητική βάση των επιμέρους διαφοροποιήσεων. Από την ενοποιημένη προβληματική δεν μπορεί παρά ελάχιστα να απέχουν οι συγκρουόμενες διερωτήσεις που υποδεικνύουν την πορεία από τη μονότητα στην πολλαπλότητα, στην υπαρξιακή πολυεκδοχικότητα, που διανοίγει τη γλώσσα στην ετερορρυθμία και πολυδιαλεκτικότητα.

Η σύνθεση οδηγεί στην ανάλυση, με άλλα λόγια οδηγεί στη σταδιακή εξερεύνηση των διαφορετικών τονικοτήτων στην έκφραση και των μορφών λόγου που λάνθαναν μεταμφιεσμένοι κάτω από την κυριαρχία μιας ηγεμονεύουσας μονοφωνίας. Δυστυχώς, η κυριαρχία των επιφυλλίδων, χωρίς μάλιστα τη γοητεία εκείνων του Παύλου Νιρβάνα, αλλά με τη φλύαρη μονοτονία των επιγόνων του, έχει υπονομεύσει την ικανότητα της ελληνικής γλώσσας να κρίνει και να ανασυγκροτεί το συζητούμενο κείμενο σε ένα επίπεδο ερμηνευτικής των όρων δημιουργίας και πρόσληψής του. Η κριτική πράξη αποτελεί, από ψυχαναλυτική άποψη, επεξεργασία δεύτερου βαθμού, δηλαδή μετατοπίζει τη γραφή σε διάσταση στοχασμού επί των ίδιων της των διαδικασιών.

Η κριτική, επιπλέον, συνιστά επιστημολογική αυτοθεώρηση διατυπώνει προτάσεις που επιχειρούν να διαυγάσουν μια ατομική διάθλαση των προγενέστερων χρήσεών τους και ταυτόχρονα να προβάλουν όσα νοήματα αναδύονται εξαίφνης από την αναγνωστική διαδικασία. Επιμένουμε ότι η κριτική μελετά την ατομική διαφοροποίηση μέσα από την ειδικότητα της γλώσσας κάθε κειμένου. Η θέση αυτή συναιρεί τη δομολογική και την αποδομολογική προσέγγιση, εφόσον προϋποθέτει ένα συλλογικό συνεχές, ενώ προτείνει ως κύριο χώρο νοηματογενέσεως την απροσδόκητη ώσμωση λόγων και αντιλόγων που προκύπτει από την ανάγνωση και η οποία δεν προβλεπόταν από τις προγενέστερες χρήσεις μιας γλώσσας.

Η κριτική πράξη αναγνωρίζει το νέο νόημα, δε χάνεται σε δηλώσεις περί αμφισημίας, εφόσον και η αμφισημία είναι καθαυτή δήλωση νοήματος, αλλά αποβλέπει να αρθρώσει τη νεοφάνεια κάθε εγκείμενου λόγου και σε κάποιες στιγμές να παρακολουθήσει την προϊστορία του. Μέσα από την εξέλιξη του ελληνικού λόγου μόνο ο Κωστής Παλαμάς μπόρεσε να αναπτύξει ένα ευδιάκριτο κριτικό ιδίωμα, ίσως επειδή ο ίδιος βασανιζόταν από τα προβλήματα της έκφρασης. Στις μέρες μας, όπου κυριαρχεί η λατρεία του αυτονόητου και η αποθέωση του άσημου, η κριτική σκέψη δεν μπορεί να διαρθρώσει προβληματικές και ιδιώματα ικανά να διαφωτίσουν και να οργανώσουν τις επιμέρους διαφοροποιήσεις σε ένα σύνολο ερμηνευτικών προτάσεων με προϋποθέσεις.

Ίσως κάπου στο περιθώριο της μικροαστικής νοοτροπίας να διαμορφώνεται αυτή τη στιγμή, ανάμεσα στους μετανάστες, τους παράνομους εργάτες ή τους εξαγριωμένους πρόσφυγες, η προϋπόθεση της άρνησης και της θετικής αλλοίωσης που προϋποτίθεται ως βασικό υπόβαθρο κάθε κριτικής. Η ελλαδική κοινωνία δεν παρέχει προϋποθέσεις αυτοκριτικής επειδή δημιουργεί αποσπασματικές κοσμοεικόνες χωρίς καθαρή γνώση του περιβάλλοντος και κυρίως χωρίς ένα μελλοντικό πρόταγμα. Ιστορία της κριτικής σκέψης στα ελληνικά σημαίνει μελέτη της αυτογνωσίας και της αυτοστοχαστικότητας του κοινωνικού μορφώματος που αποκαλείται Ελλάδα και των σκεπτόμενων υποκειμένων που αυτοχαρακτηρίζονται Έλληνες-πράγμα που δεν είναι δυνατόν να γίνει, εκτός αν σε μια ριζική στροφή μετάνοιας και αυθυπερβάσεως το έθνος δεχθεί ως εθνικό ό,τι δε συνάδει προς το κρατικό συμφέρον.

Μια γραμματολογική αναγραφή ονομάτων και θεωριών θα ενίσχυε απλώς την πορεία του μαινόμενου εμπειρισμού και της αδιέξοδης συλλογής γεγονότων, χωρίς μια ειδική αντίληψη για τη φύση και τη λειτουργία ενός κειμένου, όπως επίσης και για τη συγκυρία γύρω από αυτό. Μέχρι σήμερα, η ιστορία της λογοτεχνίας του Άριστου Καμπάνη αποτελεί την τελευταία λέξη της ιστοριογραφίας στα ελληνικά’ είναι εκείνη στην οποία ο κ. Καμπάνης συμπεριέλαβε ως σημαντικό συγγραφέα και κριτικό τον προϊστάμενό του, επειδή ζητούσε προαγωγή.

Αν κατορθώσουμε να περάσουμε από το επίπεδο της μεγιστοποίησης των προσωπικών σχέσεων στο επίπεδο της ανάλυσης της προβληματικής των κειμένων, ίσως τότε, όταν έπειτα από αρκετή κριτική ανασκευή ανακαλυφθούν παραγνωρισμένα κείμενα και μελετηθούν παραγκωνισμένες προσωπικότητες, τότε λοιπόν ίσως καταστεί δυνατό να συγγραφεί μια ιστορία της νεοελληνικής κριτικής. Ορισμένα λογοτεχνικά έργα που έχουν μελετηθεί μέχρι εξαντλήσεως πρέπει να διαβαστούν μέσα από άλλα κείμενα που αρνούνται τις θέσεις τους, για να μπορέσουν να μιλήσουν και πάλι. Παραδόξως πώς τα κριτικά κείμενα τα ίδια δεν έχουν μελετηθεί καθόλου ως προς τις προϋποθέσεις συγγραφής τους, τις λογικές κατηγορίες που χρησιμοποιούν, την υπαρξιακή τους στάση, τη νοηματική τους σκευή ή, τέλος, την οντολογική τους κατάθεση.

Η ελληνική κριτική δεν έχει σχεδόν ποτέ μιλήσει για τον εαυτό της όχι μόνο στο επίπεδο της αυτοκριτικής αλλά στο επιστημολογικό επίπεδο συντάξεως των προτάσεών της. Δεν υπάρχουν συζητήσεις για το πώς συν-τίθεται ένα κριτικό κείμενο, τους όρους που χρησιμοποιούνται, τα όρια της ερμηνευτικής προσέγγισης, τη σχέση του με το αναλυόμενο λογοτέχνημα, τη σχέση του με το δοκίμιο, την αναφορά του στη φιλοσοφία ή την ανθρωπολογία. Επιπλέον, δεν υπάρχουν συζητήσεις για το πώς διαβάζεται ένα κριτικό κείμενο σε αναφορά προς τον ίδιο τον κριτικό και για το πόσο σοβαρά μπορούμε να παίρνουμε έναν κριτικό όταν δε γνωρίζουμε την πνευματική του προπαρασκευή και την προθετικότητά του-γεγονός που επιδεινούται από την έλλειψη κριτικών βιογραφιών στη γλώσσα μας. Τέλος, επιστρέφοντας στο θέμα της ιστορίας της νεοελληνικής κριτικής, θα πρέπει να συζητήσουμε για το ποια τονικότητα λόγου θα διαλέξουμε για να τη γράψουμε εκείνη της κοινωνιολογικής διατριβής, της φιλοσοφικής πραγματείας, της ιστορικής ανασύνθεσης, της αισθητικής μελέτης ή της ψυχογραφικής ανασυγκρότησης. Καθεμιά από αυτές έχει τη δική της λογική και συλλογιστική και μπορεί να μας οδηγήσει σε εντελώς διαφορετικά μονοπάτια και συμπεράσματα. Ωστόσο, κάποιες προσπάθειες πρέπει να γίνουν ούτως ώστε να διαγραφεί στον ορίζοντα η δυνατότητα πραγματοποίησης του εγχειρήματος’ μέχρι τότε καλό είναι να συζητάμε και ίσως μέσα από το διάλογο να συνειδητοποιήσουμε πως τελικά κριτική είναι να ακούμε προσεκτικά τι λέει ο άλλος και ο τρόπος που τα λόγια του επηρεάζουν αυτά που θα του απαντούσαμε εμείς.

     ΒΡΑΣΙΔΑΣ  ΚΑΡΑΛΗΣ

Σημειώσεις

«Έτερος εξ ετέρου σοφός το τε πάλαι το τε νυν»

     Η φράση αυτή του αρχαίου λυρικού ποιητή Βακχυλίδη, στριφογύριζε στο μυαλό μου από την στιγμή που σκέφτηκα να αντιγράψω ορισμένα παλαιότερα κείμενα, άρθρα, δοκίμια, βιβλιοκριτικές, παρουσιάσεις λογοτεχνών και έργων ελλήνων και ξένων συγγραφέων, κριτικών, δοκιμιογράφων, ποιητών, πεζογράφων. Να δημιουργήσω δηλαδή μια ελεύθερη ιστοσελίδα, ένα ανοικτό πεδίο πληροφοριών για την ελληνική και ξένη λογοτεχνία, μια δεξαμενή πολιτισμού για πρόσωπα, έργα, βιβλία, στιγμές και εποχές, μνήμες και αναμνήσεις, ημερολογιακές καταγραφές ανθρώπων οι οποίοι ασχολήθηκαν και εξακολουθούν να διακονούν την τέχνη και τον πολιτισμό. Δίχως να αποκλείονται και άλλες πλευρές της ζωής και πτυχές επικοινωνίας, συνύπαρξης των ανθρώπων. Λαογραφία, θέατρο, θρησκεία, κινηματογράφος, ιστορία, πολιτική. Γιατί η Ποίηση και η Πεζογραφία, το Δοκίμιο και η Βιβλιοκρισία, δεν είναι ανεξάρτητες από την Ιστορία και την καθόλου Πολιτική και Κοινωνία. Δεν ήθελα να δημιουργήσω μια ιστοσελίδα «που στον χρόνο της σκόλης μου» θα γράφω, θα εκθέτω μόνο την άποψή μου και την γνώμη μου για βιβλία που διάβασα για κείμενα που δημοσίευσα.  Κάτω από αυτό το σκεπτικό αντιγράφω (και όχι σκανάρω) από διάφορα έντυπα κείμενα, μεταφέρω γνώμες και κρίσεις ελλήνων και ξένων συγγραφέων και γνωστών μας καλλιτεχνών και πνευματικών δημιουργών ακόμα και αν δεν συμφωνώ με τις απόψεις τους. Δεν βρίσκεται εκεί το θέμα. Το θέμα είναι μια νέα δική μου συζήτηση με τα κείμενα που ξανά-διαβάζω, τις ιδέες και τις σκέψεις του συντάκτη τους, και αν έχω την δυνατότητα, να συμπληρώσω ή να θέσω καινούργια ερωτήματα σαν σημερινός της τρίτης χιλιετίας αναγνώστης του ποιητικού λόγου, της πεζογραφίας της κριτικής γραφής. Ο χρόνος κυλάει με υπερβολικά μεγάλες ταχύτητες παρασέρνοντας πρόσωπα και έργα, καλλιτέχνες και δημιουργούς, αξίες και κανόνες στο πέρασμά του. Αναθεωρούνται τα πάντα, το πνεύμα και τα λεχθέντα των πάντων. Αμφισβητούνται, απορρίπτονται, πετιούνται στο καλάθι των αχρήστων από τις νεότερες ηλικίες που, όπως φαίνεται, δεν «χρειάζονται» έργα και σταθερές, καλλιτεχνήματα και κανονιστικές φωνές της ποίησης και της λογοτεχνίας οι οποίες δομούσαν την δική μας ζωή, αυτή των γενεών μετά το 1974. Φιλοδόξησα να διασώσω ότι μπορώ και αντέχω με τις ισχνές μου τεχνικές (του ηλεκτρονικού υπολογιστή) δυνάμεις επαναφέροντας στην επιφάνεια του σημερινού χρόνου ότι με και ίσως μας, συγκίνησε τις προηγούμενες δεκαετίες, μας επηρέασε και ενδεχομένως να λησμονήθηκε από τις νεότερες γενιές. Όχι σαν ένας επικήδειος της αντιγραφής λόγος αλλά σαν ένας τρόπος ζωής και ανάγνωσης.  Έργα και Πρόσωπα τα οποία δόμησαν τις ζωές μας και τις σχέσεις μας. Αφιλοκερδώς και ελεύθερα για τον καθένα και κάθε μία σε πρόσβαση και αντιγραφή. Να μεταφέρω συγκινήσεις και αισθήσεων στιγμές, ποιητικής ανάγνωσης ευφορία, που μπορεί και να μην νιώσαμε σε ένα πανεπιστημιακό αμφιθέατρο, σε μια αίθουσα διδασκαλίας, στις σελίδες ενός περιοδικού που κυκλοφόρησε με χορηγία ενός εκδοτικού οίκου, σε μία παλαιότερη παρακολούθηση μιας ομιλίας. Αυτή την εκ νέου απόλαυση συνεχίζω δίχως να γνωρίζω τι πετυχαίνω, σε ποιους απευθύνομαι, και για πόσο. Τι αναζητούν και τι ξεχωρίζουν, τι δανείζονται και τι απορρίπτουν οι αναγνώστες της ιστοσελίδας από τις πέντε ηπείρους. Τροφοδοτώ με πληροφορίες και στοιχεία και όποιος αθλητής της φιλαναγνωσίας αντέξει.

     Η γραφή, ο γραπτός λόγος, (η αποτύπωση της προφορικότητας της ανθρώπινης επαφής και επικοινωνίας) είναι μια βιωμένη αλήθεια της ύπαρξης, μια τυπωμένη μαρτυρία των πολλαπλών τραυμάτων του βίου των ανθρώπων με τα σύνεργα του τυπογραφείου. Η λύση ίσως του αινίγματος της ύπαρξης μέσα στις λευκές σελίδες των βιβλίων και όχι ένα ακόμη παιχνίδι της γλώσσας που ανάλογα με τα εκφραστικά και άλλα εφόδια του καθενός και κάθε μίας αποτυπώνονται, με τα αντίστοιχα συμφραζόμενα της σκέψης. Χαράσσονται πάνω στην πέτρα, σμιλεύονται στο μάρμαρο,  αφήνουν τα ίχνη τους στον πάπυρο, το κομμάτι φλούδας δέντρου που μεταποιείται σε χαρτί προς βρώση, όπως θάλεγε και ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Η ζωή σε ζωή χαράσσεται και ζει εκ νέου. Ο ξινός λόγος είναι κατάκτηση ελευθερίας του ανθρώπινου ζώου και όχι δέσμευση του. Η γλωσσική περίσσια του ανθρώπου, όσο χαρισματικός και αν είναι, δεν δύναται να αντικαταστήσει το ίδιο το φαινόμενο που μας αποκαλύπτεται ως Ζωή. Ως θαύμα, ως ανάσα, ως περιπέτεια, ως αποτυχία ή επιτυχία, ως επικοινωνία, ή ερημία, ως λυγμός, ως ανοικτό τραύμα. Η γλώσσα της γραφής και μάλιστα της κριτικής, έχει την δική της κάθε φορά αυτοαναφορικότητα, αποτελεί ένα από τα λήμματα της ακοινωνησίας μας ή των συλλογικοτήτων μας. Είναι μια άλλη λειτουργία της σκέψης καθώς αντιμάχεται τα ένστικτα. Οι πρόγονοί μας, τα ζώα, με την οσμή, την όραση, τις άλλες τους αισθήσεις έρχονται σε επικοινωνία μαζί μας, νιώθουν τον κίνδυνο ή την σιγουριά, την ασφάλεια, την φροντίδα τους από εμάς. Το δίποδο ζώο ο άνθρωπος, είτε είναι θεούμενο είτε γραμματιζούμενο, είτε ά-γραμματιζούμενο, χρειάζεται ή καθοδηγείται από την κοινωνία και τους θεσμούς της, να ζητήσει τις λύσεις των αδιεξόδων επικοινωνίας του μέσω της γραφής, της γλώσσας που μετατρεπόμενη σε Μύθο δηλαδή Σύμβολο, γίνεται Λόγος. Δηλαδή, Διάλογος. Αυτό είναι η Τέχνη. Ένας διάλογος που δεν γνωρίζεις αν ακούγεται, μεταφέρεται, ενστερνίζεται, απορρίπτεται, ψιθυρίζεται, συνεχίζεται. Αυθόρμητα ή κάτω από τον κοινό εκπαιδευτικό μανδύα πολιτισμού, προβαίνοντας σε μυριάδες αλληλοπεριχωρήσεις μέσα στους αιώνες του χρόνου και της ιστορίας. Θέλω να πω, μήπως και η τέχνη και  σε αντιστοιχία και η κριτική της, δεν είναι παρά ένας ακόμα τρόπος προσαρμογής του άλογου όντος σε ένα σύστημα κοινωνικών πολιτισμικών αναφορών και προθέσεων που μας δίδαξαν να αποδεχόμαστε ως έλλογο παρόν πολιτισμικής συμβίωσης και πολυφωνικής ετεροφωνίας για να γίνουμε αποδεκτοί, αρεστοί; Καθώς ο Κερδώος πάντα Ερμής στέκει από ψηλά χαμογελώντας σε όσους κρατούν το λυχναράκι τους αναμμένο μέσα στο σπήλαιο και σκαλίζουν τα γράμματα της αλφαβήτου πάνω στον πάπυρο της μνήμης, ενώ οι Θεοί διασκεδάζουν με νέκταρ και αμβροσία κοιτώντας μας σιωπηλοί και ανέκφραστοι, άλαλοι, αινιγματικοί. Ακούγοντας τους θορύβους των Βαβελικών γλωσσών μας να πλημμυρίζουν την φύση και να γεννούν νέες σιωπές που ο άνθρωπος προσπαθεί να τις κατανοήσει , ερμηνεύσει και πάλι με την γραφή. Λες και ο Θάνατος αν περιγραφεί παύει να είναι Θάνατος. Γραφή, μία ακόμη περιπέτεια Θανάτου. Μία ακόμη αγλωσσία της γλώσσας.

    Δεν θα μπορούσαμε εμείς οι αναγνώστες του πρώτου σημειώματος για τον Πειραιώτη πανεπιστημιακό δάσκαλο κύριο Βρασίδα Καραλή, να κατανοήσουμε τον τρόπο της σκέψης του, τον δαίδαλο των ιδεών του, την συλλογιστική του, αν δεν διαβάζαμε παράλληλα με την αποδελτίωσή του στο περιοδικό «Διαβάζω» και δικά του κείμενα. Κείμενα και βιβλιοκριτικές οι οποίες μας φανερώνουν την προσωπική του ωρίμανση μέσα στον ατομικό του χρόνο. Στην πρώτη γνωριμία μας κατά’ εξαίρεση, αποφάσισα να δημοσιεύσω μία κριτική που είχε γράψει ο κύριος Καραλής για μελέτημά μου πριν χρόνια και είχε δημοσιευθεί στο ως άνω περιοδικό. Έκανα μια «κατάχρηση» σε ένα σημείωμα από τα τόσα που έχω δημοσιεύσει, για δική μου εκδοτική εργασία. Όμως η σκέψη και το αξιακό αναγνωστικό σύστημα του πειραιώτη κριτικού φαίνεται στην κριτικογραφία του, την αρθρογραφία του και τα κείμενα εκείνα δημοσίευσε τα οποία μας μιλούν για τους γενικούς κανονισμούς και το πλαίσιο που οφείλει να έχει (να κινείται ή περιστρέφεται) η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία ή κριτικογραφία στην προσπάθειά της να έρθει σε επικοινωνία με τις άλλες πολιτισμικές παραδόσεις λαών και να ανοίξει έναν ουσιαστικό διάλογο με αυτές. Η ελληνική γλώσσα να συνομιλήσει με τις άλλες γλώσσες όπως δεν κάνει το ελληνικό κράτος και η πολιτεία εδώ και δεκαετίες, στο διπλωματικό πεδίο. 

Δύο κείμενα που δεν έχουν μάλλον «άμεση» σχέση με την κρίση ενός βιβλίου, είναι εκείνο στο τεύχος 411/10, 2000, σ.29-32, «Το μετέωρο σώμα της νεοελληνικής λογοτεχνίας» ένα άρθρο τολμηρό και οξύ στην συμπερασματική του διαπίστωση, που μάλλον, και έπειτα από 22 χρόνια (από τη δημοσίευσή του) γίνεται αποδεκτό σε επιμέρους του σημεία όχι όμως ίσως, στον γενικό του ερμηνευτικό σχεδιασμό, επίκαιρο. Αν δεχτούμε αξιωματικά ότι αν μια ποίηση ή πεζογραφία κατορθώνει να κοινωνήσει εντός της επικράτειας του έθνους που την γέννησε, αν γίνεται αποδεκτή από την μεγάλη μερίδα των ελλήνων αναγνωστών, (στην δεδομένη περίπτωση) τότε έχει πετύχει τον στόχο της και ας μην άνοιξε διαύλους επικοινωνίας με τις άλλες λογοτεχνίες της Δύσης. Δεν κατανοώ δηλαδή γιατί ο Στρατής Δούκας, ο Ηλίας Βενέζης, ο Στράτης Μυριβήλης συγγραφείς οι οποίοι καταγράφουν τις περιπέτειες της Μικρασιατικής Καταστροφής, απεικονίζουν το δράμα των ελλήνων προσφύγων από τα εδάφη της Ιωνίας υπολείπονται ή είναι επαρχιώτες σε σχέση με έναν σύγχρονο μετανάστη πεζογράφο ο οποίος θα κρατήσει ημερολόγιο και θα καταγράψει το δράμα της δικής του προσφυγιάς; Το δράμα και η δραματικότητα των σκηνών είναι το ίδιο και τότε και σήμερα. Γιατί είναι αποδεκτότερη η συγγραφική φωνή του Τσαρλς Ντίκενς σχετικά με την παιδική εργασία και εξαθλίωση και όχι αυτή της καταγραφής από τον Δημοσθένη Βουτυρά ή τον Πέτρο Πικρό και άλλους έλληνες συγγραφείς; Επειδή δεν ενδιαφέρθηκε κανένας ξένος σκηνοθέτης του Χόλιγουντ να γυρίσει ταινία τα έργα τους; Και γιατί θα προκαλέσει περισσότερο ενδιαφέρον η κινηματογραφική αναπαράσταση της ζωής μιάς συμμορίας της Νέας Υόρκης, ενός γκάνγκστερ, και όχι η κινηματογραφική απόδοση ενός έργου του Φώτη Κόντογλου, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του Εμμανουήλ Ροϊδη, του Γεωργίου Βιζυηνού στο διεθνές κοινό. Γιατί τέλος θα πρέπει-εξαιτίας της γλώσσας-το ελληνικό κοινό να ζητήσει να έρθει σε επικοινωνία με τα ξένα δημιουργήματα και όχι και το αντίθετο. Ο άγγλος ή ο αμερικανός μέσος αναγνώστης έχει διαβάσει, γνωρίζει, περισσότερα για την δική του λογοτεχνική παράδοση από ότι ο μέσος έλληνας για την δική του; Ζήτησε ποτέ ο Ευρωπαίος δημιουργός να κοινωνήσει με τα έργα σύγχρονων ελλήνων μυθιστοριογράφων; όχι με τον λόγο των αρχαίων ελλήνων αλλά με έλληνες δημιουργούς της εποχής μας. Θεωρούν τον εαυτό τους επαρχιώτες,  (οι Ευρωπαίοι αυτοί,) δεν νομίζω; Λόγια ενός έλληνα μη ειδικού, φιλαναγνώστη σίγουρα, ο οποίος αισθάνεται την ίδια χαρά όταν διαβάζει Πιέρ Ζαν Ζουβ και Οδυσσέα Ελύτη. Κωστή Παλαμά και Κόμη Λοτρεαμόν. Κωνσταντίνο Π. Καβάφη και Πωλ Βερλαίν. Όμηρο και Βιργίλιο. Ιάκωβο Καμπανέλλη και Μπέρτολτ Μπρεχτ. Ανδρέα Εμπειρίκο και όχι Τσαρλ Μπουκόφσκι. (Τον ποιητικό του λόγο ευχάριστα, τον πεζό του όχι).  Του αρέσουν τα αστυνομικά μυθιστορήματα του Γιάννη Μαρή ή του Πέτρου Μάρκαρη όπως και της Άγκαθα Κρίστι.Παρακολουθώ εξίσου ευχάριστα παλαιό ελληνικό κινηματογράφο και παλαιές ταινίες του ευρωπαϊκού νεορεαλισμού. Το πεδίο συγκίνησης είναι κοινό. Η ανθρώπινη μαρτυρία επίσης.  Δεν είναι η Χολιγουντιανή εκδοχή της ζωής και επικοινωνίας των καιρών μας και των καθημερινών συνήθειών μας. Η εικονική πραγματικότητα της ζωής, η τσοντοειδή ροή των ειδήσεων ως τρόπος ζωής. Μύθος η Μέριλιν Μονρόε, Μύθος και η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Μύθος η Λίζα Μινέλι, Μύθος και η Ρένα Βλαχοπούλου. Μια «προπαγάνδα» τρόπου ζωής ενός υλιστικού συστήματος, που, μάλλον, θέλει να μας κάνει να νιώσουμε μειονεκτικά αν δεν μπορούμε να αποκωδικοποιήσουμε τα μυστικά των βαθυστόχαστων ποιητικών και πεζογραφικών φωνών του δυτικού ή ανατολικού ημισφαιρίου, (συγγραφέων βουτηγμένους στα βαρβιτουρικά) ενώ απολαμβάνουμε την τρυφερή φωνή του Κώστα Κρυστάλλη, του Γιώργου Κοτζιούλα, του Τάσου Λειβαδίτη, του Νίκου Εγγονόπουλου, περισσότερο από έναν πίνακα του Γουόρχολ, με τα δεκάδες κουτάκια. Γελάμε με τους στίχους του Γεωργίου Σουρή όπως και με τις ατάκες της Γεωργίας Βασιλειάδου, ενώ παράλληλα χαιρόμαστε τις ταινίες του Σαρλώ. Χαιρόμαστε με τα χρονογραφήματα του Φορτούνιου (Σπύρου Μελά) και διαβάζουμε τα αμερικάνικα δοκίμια του Έμερσον. Και ευχόμαστε να τα χιλιάσουν οι σκιτσογραφικές φωνές του Αρκά και του Κυρ, ενώ δεν παρακολουθούμε τα συντηρητικών εκδοχών σήριαλ «φιλαράκια».

     Το δεύτερο αξιοσημείωτο μελέτημα που δημοσίευσε ο κύριος Καραλής πριν 21 χρόνια, είναι αυτό που αντιγράφω στο παρόν. Ένα κείμενο μοντέλο κριτικής που αν δεν κάνω λάθος, δεν έχει εξετασθεί έκτοτε, στην διάσταση και το εύρος που ο κύριος Καραλής θέτει το ζήτημα. Για την προϊστορία του ζητήματος, «για την νεοελληνική λογοτεχνική κριτική και την ιστορίας της» να θυμίσουμε δύο ενδεικτικούς τίτλους έργων. Την τρίτομη έκδοση «Ανθολογία Νεοελληνικής Κριτικής» του συγγραφέα και εκδότη Γιάννη Γουδέλη των εκδόσεων Δίφρος, Αθήνα 1991, ένα έργο υποδομής ακόμα και σήμερα αξεπέραστο, και τον τόμο «Τα Δοκίμια των Ελλήνων» του ποιητή και εκδότη Κώστα Ε. Τσιρόπουλου, εκδόσεις Αστρολάβος Ευθύνη 2002. Τα δύο αυτά έργα,στην εποχή τους, αλλά ακόμα και σήμερα, αποτελούν μια πλούσια και επαρκή γνωριμία μας με έλληνες και ελληνίδες που ασχολήθηκαν με την λογοτεχνική κριτική και τον δοκιμιακό λόγο. Από τον νεοελληνικό διαφωτισμό μέχρι των ημερών μας. Η πραγματεία του κυρίου Καραλή για την συγγραφή μιας «νεοελληνικής λογοτεχνικής κριτικής και της ιστορίας της» είναι ενδιαφέρουσα σαν μια εκ νέου μαρτυρία- εποπτεία του προβλήματος που τίθεται από έναν νεότερο σε ηλικία έλληνα κριτικό πολυφωνικών και πολυπολιτισμικών προθέσεων και προδιαγραφών γραφής και εκπαιδευτικών προτεραιοτήτων. Είναι εύστοχα και εύλογα τα ερωτήματα που θέτει και οι επισημάνσεις του. Το κείμενο αποτελεί ένα ανοικτό πεδίο έρευνας και διεργασιών για κάθε ενδιαφερόμενο. Να θυμίσουμε μόνο την περίπτωση του έλληνα λαογράφου Ηλία Πετρόπουλου και τα βιβλία που εξέδωσε, τα κείμενα που δημοσίευσε όχι μόνο για τα Ρεμπέτικα τραγούδια αλλά και την ζωή και τις ατομικές συνήθειες και πρακτικές των λεγόμενων «περιθωριακών» ομάδων. Ομάδων και φωνών που μας διασώζει στην Αυτοβιογραφία του ο Μάρκος Βαμβακάρης, στο μυθιστόρημά του «Το τάμα της Ανθούλας» ο ποιητής του μεσοπολέμου Ναπολέων Λαπαθιώτης και άλλες του μεσοπολέμου συγγραφικές και στιχουργικές φωνές. Όμως, ο Μήτσος Παπανικολάου θα μείνει στην ιστορία των ελληνικών γραμμάτων σαν ένας ποιητής και καλός κριτικός και όχι επειδή κάπνιζε διάφορα και έφυγε από αυτά. Όπως και ο Βασίλης Τσιτσάνης για την «Συννεφιασμένη Κυριακή» του. Όσον αφορά τους μετανάστες, διαβάζουμε σκόρπια αρκετά ποιήματα ελλήνων ποιητών για το μεταναστευτικό πρόβλημα, κυκλοφορούν επίσης πεζογραφήματα Αλβανών μεταναστών που έζησαν ή ζουν στην Ελλάδα και κατέγραψαν τις προσωπικές τους ιστορίες. Εκείνο ίσως που λείπει, είναι ένας συγγραφικός λόγος για τους Τούρκους που έζησαν και μετά το 1821 στην Ελλάδα. Όπως πάλι και η περίπτωση των Αρμενίων (πέρα από τις εργασίες του Κούλη Αλέπη για την Αρμενική ποίηση) των Καθολικών Ελλήνων και τι προβλήματα αντιμετώπισαν σε ένα Ορθόδοξο καθαρό και συμπαγές περιβάλλον, (αν αντιμετώπισαν και πως αφομοιώθηκαν) των Παλαιοημερολογιτών, των Μαρτύρων του Ιεχωβά, των Ευαγγελιστών κλπ. Στον Πειραιά υπάρχει κτήριο-εκκλησία του Ευαγγελικού δόγματος, και όλοι μας γνωρίσαμε αγαπημένη εκδότρια και ποιήτρια η οποία σπάζονταν η ίδια και η οικογένειά της την ευαγγελική εκκλησία, ή τις δύο σημαντικές σε προσφορά εκπαιδευτική και κοινωνική των Καθολικών Σχολίων της πόλης. Όσο για τα δύο περιοδικά τα οποία μνημονεύει, το «Σήμα» (αυτό το ολιγοσέλιδο μεγάλου σχήματος περιοδικό) και το «Αμφί», θα προσθέταμε και το «Ιδεοδρόμιο» και τις εκδόσεις «Κούρος» του Λεωνίδα Χρηστάκη, περιοδικά τα οποία αποτελούν ένα ξεχωριστό πεδίο έρευνας ανοιχτό ακόμα και σήμερα και προς συζήτηση. Η περίπτωση του «Αμφί» όπως και του περιοδικού «Λαβρύς» αποτελούν μια ξεχωριστή και ιδιαίτερη περίπτωση. Δεν υπάγονται στα καθαρώς λογοτεχνικά περιοδικά Ο αριστερός και ακτιβιστής ποιητής και μεταφραστής, συγγραφέας Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, μαζί με την πρώτη μικρή ομάδα που ίδρυσαν το ΑΚΟΕ κοίταξαν πρωτίστως να αγωνιστούν και να παλέψουν, να ακουστεί η φωνή των ομοφυλόφιλων και πέρα από τα στενά όρια του τότε κατεστημένου ελληνικού περιβάλλοντος της ελληνικής κοινωνίας και πολιτείας. Το βιβλίο που κυκλοφόρησε κατόπιν για την ιστορία του "Αμφί", δεν είχε τις προδιαγραφές μιας σφαιρικής εξέτασης, ανάλυσης και ευρετηρίασης της ύλης και θεματικής του. Των ιδεών που διακινήθηκαν στις σελίδες του και τις θέσεις των τότε διανοουμένων μα και, απλών ελλήνων. Είναι τόσο πολύμορφο και πολυδιάστατο το υλικό του σε ελληνικά και ξένα δημοσιεύματα και συμμετοχές, που χρειάζεται ειδική κοινωνιολογική και ιστορική έρευνα και ματιά ώστε να φωτιστούν όχι περιπτώσεις ατόμων όσο καταστάσεις, συνήθειες, πρακτικές συνόλων και εκδηλώσεις ομάδων εκείνων των δεκαετιών και των κοινωνιών σε ελληνικό και διεθνές επίπεδο. Η κίνηση των ελλήνων αυτών και η έκδοση του περιοδικού σε συνάρτηση με τα διεθνή κινήματα και αγώνες. Πολιτικούς και κοινωνικούς. Δυστυχώς το πείραμα της έκδοσης δεν επιχειρήθηκε ξανά., παρά τα πολλά τεύχη που κυκλοφόρησαν και τις απαγορεύσεις που υπέστη το περιοδικό. Από έλλειψη ενδιαφέροντος-σταμάτησε η έκδοση-από τις ίδιες μειονοτικές ομάδες που και τότε, το ακολούθησαν και το αγόραζαν ή υποστήριξαν ελάχιστοι. Για να μην ξεχνιόμαστε και το "παίζουμε" επαναστάτες εκ των υστέρων και ακτιβιστές των τηλεοπτικών καναλιών. Όπως και οι υπόλοιποι έλληνες και ελληνίδες ετεροφυλόφιλοι, έχοντας τα δικά τους προβλήματα και ανησυχίες, κουβαλώντας τα δικά τους ατομικά αδιέξοδα, οι έλληνες ομοφυλόφιλοι ενσωματώθηκαν στο «σύστημα» ή έγιναν «τηλεπερσόνες» στα διάφορα τηλεοπτικά πάνελ των μεταγενέστερων δημοσιογραφικών καιρών. Από την άλλη, ο μέχρι πρόσφατα δημοσιογραφικός λόγος του ποιητή και κοινωνιολόγου αγαπητού μας κύριου Γιώργου Βέλτσου, οι Σαιξπηρικές και όχι μόνο σύγχρονες νεοελληνικές μεταφράσεις αρχαίου λόγου του συγγραφέα Γιώργου Χειμωνά μας δίνουν οσμές και ωσμώσεις φωνών ατόμων που «ανήκουν» σε αυτό που ο αμερικανός αντιψυχίατρος Τόμας Τζαζ ονομάζει «οριακή προσωπικότητα». Σίγουρα, ο Κλεάνθης Γρίβας, δεν μπορεί μάλλον να «παίξει» τον ελληνικό ρόλο του Μισέλ Φουκό. Ο ποιητικός λόγος όμως του Ρώμου Φιλύρα είναι ακόμα παρόν.

Ας διαβάσουμε ξανά το μελέτημα του κυρίου Βρασίδα Καραλή και ας αναστοχαστούμε πάνω στα ερωτήματα που μας θέτει. Ούτως ή άλλως, όπως ο ίδιος σημειώνει, τα πάντα είναι θέμα μιας ανοιχτής συνομιλίας μεταξύ μας. Εκ νέου.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς,

Πέμπτη 20/1/2022