Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2020

Λίζυ Τσιριμώκου, Λογοτεχνία της πόλης

 

ΛΙΖΥ  ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ

ΓΡΑΜΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Εκδόσεις ΛΩΤΟΣ, Αθήνα, Απρίλιος 1988, σ. 138 (Κεντρική διάθεση Βιβλιοπωλείον «Κέδρος»), τιμή 700 δραχμές.  Διαστάσεις 12Χ 18,5, Μελετήματα Νούμερο 3.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ  σ. 5-8

     Ο ισχνός αυτός τόμος που απαρτίζεται από ένα δοκίμιο και ένα ανθολόγιο έχει ήδη τη μικρή του ιστορία. Το δοκίμιο, με τίτλο Γραμματολογία της πόλης και υπότιτλο Λογοτεχνία της πόλης/ πόλεις της λογοτεχνίας, πρωτογράφηκε εν θερμώ το καλοκαίρι του 1984 στη Θεσσαλονίκη, κάτω από συνθήκες  εναλλασσόμενης δυσθυμίας  και ευφορίας, όχι άσχετες με το ζήτημα της πόλης’ εκφωνήθηκε εν ψυχρώ στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, στο πλαίσιο του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας που πραγματοποίησε η Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού (Αθήνα: 26-28 και Ερμούπολη: 26-30 Σεπτεμβρίου) με θέμα τη Νεοελληνική πόλη. Το κείμενο της προφορικής ανακοίνωσης, αναλλοίωτη, συνοδευόμενο από εκτενείς σημειώσεις και ορισμένους βοηθητικούς πίνακες, δημοσιεύθηκε προς το τέλος του 1985 στον Α΄ τόμο των Πρακτικών του Συμποσίου.

     Ο χρόνος που χωρίζει την κυοφορία την εκφώνηση και την πρώτη έντυπη εμφάνιση του κειμένου από την τωρινή εκδοτική αυτονόμησή του είναι λοιπόν, με όποια μέτρα και αν τον σταθμίσουμε, πολύ μικρός’ αρκετός ωστόσο για κάποιες προσωπικές επανεκτιμήσεις κατά σημεία, για την επισήμανση κενών, παραδρομών και αμηχανιών. Με δυό λόγια, η μικρή αυτή απόσταση ασφαλείας έχει ήδη δημιουργήσει τους όρους μιάς «αποξένωσης» από το κείμενο. Δεν είμαι βέβαιη ότι σήμερα θα αποτολμούσα να συμπιέσω με τον ίδιο τρόπο μιά Γραμματολογία της πόλης στο δεσμευτικό εικοσάλεπτο της προφορικής εισήγησης. Πολλά θα άλλαζαν λοιπόν στη σημερινή, πλήρη ανάπτυξη του θέματος και μεταξύ των πρώτων το τέλος: για πολλούς λόγους («πολλαπλά τα αίτια», πάντα), η τελική κορόνα π.χ. του κειμένου θα απουσίαζε εντελώς ή θα παρέπεμπε σε άλλα συμφραζόμενα.

    Μένει αλώβητη η εμπάθεια που συνόδευσε το εγχείρημα, η προσωπική ευαισθητοποίηση- ή εμπλοκή- στη διασταύρωση των δύο λόγων: της πόλης και της λογοτεχνίας. Αυτός όμως δεν είναι ο μόνος λόγος που με παρακινεί να εκθέσω και σήμερα τη Γραμματολογία της πόλης υπό την αρχική της σύνταξη. Πιστεύοντας ότι τα κείμενα είναι οχήματα της ιστορικότητάς μας και ότι μεταφέρον στον μέλλοντα χρόνο συγκεκριμένα στιγμιότυπα της πνευματικής ετοιμότητας ή ακαμψίας μας, απορρίπτω την ιδέα κάθε όψιμης και βελτιωμένης επέμβασης στο πόνημα το 1984. Ορισμένες αλλαγές, που επιβάλλονται κυρίως από εκδοτικές πρακτικές (μετάθεση μέρους των σημειώσεων και των πινάκων στον κειμενικό κορμό, αυξημένη προσοχή σε ζητήματα στίξης ή διατύπωσης), δεν διαταράσσουν την αρχική ισορροπία, όση υπήρχε, του κειμένου. Έτσι, στην παρούσα έκδοση δεν «διορθώνω» τίποτε’ όχι για λόγους αυτάρεσκης εμμονής στην πρώτη γραφή, αλλά ακριβώς επειδή αντιμετωπίζω με δέος τη μοιραία διάβρωση των κειμένων από την επικαιρότητα.

     Πρέπει να ομολογήσω επίσης ότι δεν πιστεύω πολύ στο πνεύμα των ανθολογίων’ ο αναπόδραστος διδακτισμός τους, η αποδεικτική τους πρόθεση και η αποδεκατιστική λογική τους συνήθως χειραγωγούν βάναυσα τον αναγνώστη. Βρίσκομαι ωστόσο στην ανάγκη να χρησιμοποιήσω την τακτική του ανθολογίου ως αμεσότερο τρόπο προσωπικής επιστροφής και αναμέτρησης με τα κείμενα που συγκρότησαν τη λογική της Γραμματολογίας της πόλης. Δεν υπέκυψα στον πειρασμό να παραθέσω σημαντικά, και ίσως πιό ενδεδειγμένα, χωρία από άλλα ομόθεμα κείμενα, που εκ των υστέρων ανακάλυψα ότι θα εξυπηρετούσαν τις προτάσεις μου ή που μου υπέδειξαν, φίλιοι και μη, αναγνώστες της μελέτης μου. Πεισματική «καθαρότητα» ή αισιόδοξη πρόβλεψη πώς δεν έκλεισα οριστικά τους λογαριασμούς μου με το θέμα και, άρα, καταγράφω υποδείξεις, ενστάσεις και λογής στοιχεία για μιά μελλοντική, πληρέστερη επεξεργασία; Ελπίζω το δεύτερο, γνωρίζοντας παρά ταύτα ότι ο μικρός φαρισαίος που κρύβεται μέσα μας (ο «καμπούρης νάνος», όπως τον σκιαγράφησε παραστατικά ο Walter Benjamin) σκαρώνει πάντα άσχημα παιχνίδια με το μέλλον μας.

     Ευχαριστώ θερμά τον φιλαναγνώστη Σ. Ν. Μαρωνίτη, που περιέβαλε εξαρχής με την άλω της προσοχής του το κείμενό μου και πρόκρινε την ένταξή του στο εκδοτικό πρόγραμμα του Λωτού.

      Προλογικά σημειώματα, εισαγωγές, τίτλοι και υπότιτλοι, έξεργα, αφιερώσεις, παραπομπές και λοιπά παρακειμενικά ίχνη συγκροτούν ό,τι ο Gerard Genette αποκαλεί κατώφλια στην πρόσφατη ομότιτλη μελέτη του (Seuils). Πρόκειται για κειμενικές παρυφές, αμφισβητούμενα όρια του «εντός» και του «εκτός» κειμένου, στην κυριολεξία γα σημαίνοντα περιθώρια. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτής της λογικής, νομίζω ότι αρκετά καθυστέρησα τον αναγνώστη στα παρακειμενικά προπύλαια: άς μπούμε στο κείμενο-της πόλης.

     Αθήνα, Μάρτιος 1987 

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ- ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, σ. 9-53

Η ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΖΩΗ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ (1870). Χειρόγραφον Έλληνος υπαξιωματικού, σ. 55-63

ΜΙΧΑΗΛ ΜΗΤΣΑΚΗ: ΤΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ, σ. 65-77  (π. «Εστία», 18-6-1889)

ΜΙΧΑΗΛ ΜΙΤΣΑΚΗΣ (1890): ΕΙΣ ΑΘΗΝΑΙΟΣ ΧΡΥΣΟΘΗΡΑΣ, σ. 79-81

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (1895): Φιλόστοργοι, σ. 83-91

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΙΔΗΣ (1895): ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗ, σ. 93-109

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗΣ (1894-1895): ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ, σ. 111-122

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΥ(1911): Η ΚΕΡΕΝΙΑ ΚΟΥΚΛΑ, σ. 123-128

ΠΙΝΑΚΑΣ 3. Χρονολογικός πίνακας σ. 129

ΠΙΝΑΚΑΣ 4. Πίνακας τίτλων σ. 129-130

ΠΙΝΑΚΑΣ 5. ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΤΟΠΩΝΙΜΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΤΩΝ ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ, σ. 130-132

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ- ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Αθήναι 1870-1920

                              Της Αθήνας

     Στην «εποχή της υποψίας» (1), την οποία προ πολλού ήδη διανύουμε, κάθε αναφορά τόσο στην πόλη, όσο και στη λογοτεχνία μοιάζει με πορεία σε ναρκοθετημένη περιοχή: πρόκειται για δύο πόλους έντονα και πολλαπλά φορτισμένους’ τα παιχνίδια λοιπόν μαζί τους δεν μπορεί να είναι ακίνδυνα ή να γίνονται απερίσκεπτα.

     Σπεύδω, ωστόσο, να παρατηρήσω ότι-όχι «χάριν παιδιάς», μολονότι ή παιγνιώδης διατύπωση του τίτλου έχει γίνει τελευταία του συρμού- συνδυάζοντας στοιχειωδώς τους όρους μας (πόλη, λογοτεχνία) περιχαράσσουμε αμέσως δύο διαφορετικές ζώνες έρευνας: λογοτεχνία της πόλης- πόλεις της λογοτεχνίας.

     Με τον όρο λογοτεχνία της πόλης-του άστεως, αστική λογοτεχνία- δεν αναφερόμαστε βέβαια σε κάποιο πάγιο και θεσμοποιημένο στο χώρο της ποιητικής λογοτεχνικό είδος. Πρόκειται περισσότερο για επιλογή μιας οπτικής γωνίας, ενός μεθοδολογικού στόχαστρου: πως η πραγματική- ιστορική και συγκεκριμένη-πόλη αποτυπώνεται και διαθλάται στη λογοτεχνία και ποια είναι η σχέση αυτής της δεύτερης, πλασματικής, πόλης με την πρώτη. Η ιδιομορφία λοιπόν αυτής της τοπογραφικά προσδιορισμένης λογοτεχνίας έγκειται κυρίως στ θεματική της εστίαση:  όχι μόνο το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαδραματίζονται οι περιπέτειες των πλασματικών ηρώων είναι αστικό (του άστεως), αλλά πολύ συχνά τα πρόσωπα υποχωρούν, μετατοπίζονται σε δεύτερο πλάνο ή και εκτοπίζονται εντελώς από την πρωταγωνιστική αδηφαγία της πόλης. Εξαφανίζονται, θα λέγαμε, τα πρόσωπα και αποκτούν ¨προσωπικότητα» οι πλατείες, οι δρόμοι και οι γειτονιές. Με άλλα λόγια, ψάχνουμε για κείμενα, τα οποία στη στερεότυπη ερώτηση: ποιός μιλά; (2),μπορούν ν’ απαντήσουν η πόλη.

     Η κλασική τυπολογική διάκριση πόλης/ υπαίθρου (3) μπορεί να νομιμοποιήσει το αντιθετικό ή και συμπληρωματικό ζεύγος: «αστική»/ «αγροτική» λογοτεχνία. Σχηματικά, θα λέγαμε ότι η πρώτη αποτελεί αντικείμενο έρευνας της ευρύτερης αστικής ιστορίας (ιστορία των πόλεων, histoire urbaine) (4), ενώ η δεύτερη υπάγεται στη δικαιοδοσία της αγροτικής ιστορίας (ιστορία της υπαίθρου, histoire rurale) (5). Η βαθύτερη λογική αυτής της διάκρισης, η οποία θέτει το πρόβλημα της διαπλοκής του χώρου/χρόνου, γεωγραφίας/ιστορίας-ή γεωιστορίας- διέπει το διαλεκτικό παιχνίδι των αντίστοιχων και στην λογοτεχνία αργών ή γοργών ρυθμών. Ο διάλογος, φυσικά, των διαρκειών είναι συνεχής: η πόλη «αστοποιεί» την ύπαιθρο και η ύπαιθρος «αγροτοποιεί» την πόλη’ ωστόσο, η σταθερή επανάληψη, η αέναη επιστροφή του ίδιου, η κυκλική εναλλαγή, η στατικότητα παραμένουν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της φύσης, της ζωής στην ύπαιθρο, σφραγίζοντας και τον πολιτισμό που αναπτύσσεται στους κόλπους της, κατά βάση προφορικό’ η πόλη, αντίθετα, συνιστά τομή στην αδιατάρακτη συνέχεια, καθιερώνει μια βαθμιαία επιτάχυνση του ρυθμού και της έντασης και, κυρίως, μέσω της γραφής, ανοίγει τις πύλες για την είσοδο της ιστορίας. (6).

    Δεν θα προχωρήσω σε διεξοδικότερη ανάπτυξη του δίπτυχου: πόλη/ ύπαιθρος. Η διάκριση έγινε απλώς για να δηλωθεί ότι η λογοτεχνία που μας ενδιαφέρει εδώ στρέφεται γύρω από θεματικές σταθερές της συλλογικής δραστηριότητας στην πόλη-και όχι στην ύπαιθρο-ή, καλύτερα, είναι μια λογοτεχνία που απαντά σε ανάγκες, ερωτήματα και προβληματισμούς μιας αστικής-και όχι αγροτικής-κοινωνίας’ δεν λησμονούμε βέβαια ότι τα όρια ανάμεσά τους είναι εξαιρετικά πορώδη, η διήθηση εντεύθεν και εκείθεν συνεχής, και το κανάλι επικοινωνίας μεταξύ τους πάντα ανοικτό.

     Ιστορικοί, κοινωνιολόγοι, δημογράφοι, πολεοδόμοι, οικονομολόγοι και άλλοι ειδικοί ερευνητές είναι αρμοδιότεροι να περιγράψουν και να ερμηνεύσουν τις ριζικές ανακατατάξεις που αλλάζουν το πρόσωπο της Ελλάδας κατά την διάρκεια της τελευταίας εικοσιπενταετίας του 19ου και της πρώτης του 20ου αιώνα.(7). Η οικονομική ανάπτυξη, ο εκσυγχρονισμός των παντοειδών θεσμών, η αισιόδοξη και ορμητική εκτίναξη της νεαρής αστικής τάξης, ο μετασχηματισμός της κοινωνίας και άλλες συναφείς διαδικασίες που ρυθμίζουν τον εξευρωπαϊσμό της χώρας αυτή την εποχή, μας ενδιαφέρουν στο βαθμό πού, εκτός όλων των άλλων, συμβάλλουν και στη μεταλλαγή της λογοτεχνικής γραφής και έκφρασης. Γιατί, στο χώρο της λογοτεχνίας, αλλαγή σημαίνει αλλαγή «γλώσσας», διαφορετική διευθέτηση και χειραγώγηση συστήματος.

     Τη διαφορετική γλώσσα που μας ενδιαφέρει εδώ, τη γλώσσα δηλαδή της πόλης μέσα στη λογοτεχνία, την εντοπίζουμε-σε ευρωπαϊκό πλαίσιο- στο ρεαλιστικό αστικό μυθιστόρημα (αστικό= του άστεως και της αστικής τάξης εδώ), στο νατουραλιστικό μυθιστόρημα ή, χρονολογικά προσδιορισμένο, στο μυθιστόρημα του 19ου αιώνα. Μετά τον Balzac-τον Hugo, τον  Flaubert και τον Zola-για να αναφέρουμε τα πιό ενδεικτικά ονόματα-οι θεματικές πηγές που θα αρδεύσουν την αφηγηματική πρόζα, τόσο στην παραλογοτεχνική, όσο και στην καθαρά λογοτεχνική εκδοχή της, περνούν αναγκαστικά μέσα από την πόλη-την πόλη-πρωτεύουσα, τη μεγαλούπολη ή την μικρή, επαρχιακή πόλη.

      Στα «καθ’ ημάς» τώρα: η πόλη γίνεται πρώτη ύλη για τη μυθοπλασία στα χρονικά περίπου όρια που τοποθετήσαμε τη γενική ανακαινιστική βούληση και τον πρωτογενή αστικό εκσυγχρονισμό του ελληνικού κράτους. Ειδικότερα, παρακολουθούμε τη μονοπωλιακή σχεδόν εγγραφή της Αθήνας στην αφηγηματική πρόζα κατά την διάρκεια της πεντηκονταετίας 1870-1920. Η επιλογή της συγκεκριμένης πόλης έγινε με βάση τη λογική ότι σ’ αυτή την περίοδο της διαμόρφωσης και ανάπτυξης του ελληνικού λογοτεχνικού ρεαλισμού η Αθήνα αποτελεί το σημείο σύγκλισης και διασταύρωσης των προβλητικών τροχιών της περιφέρειας, τον κύριο κόμβο σχέσεων και διασυνδέσεων όλων των άλλων πόλεων του ελλαδικού χώρου(8). Έχουμε πολλαπλά αντίτυπα ή κακέκτυπα αυτής της πόλης, πολλές μικρές «Αθήνες» ή «αντι-Αθήνες», πράγμα που σημαίνει ότι η πρωτεύουσα αποτελεί το όνειρο, τη φαντασίωση ή και τον εφιάλτη της επαρχίας και της υπαίθρου. Με την έννοια αυτή, η Αθήνα γίνεται το  μυθιστόρημα της Ελλάδας, αποτελεί την κατεξοχήν ελληνική πόλη-κείμενο, το οποίο προ(σ)καλεί τον αναγνώστη. σ. 9-14.

    Και λίγο παρακάτω, στην σελίδα 19 σημειώνει η συγγραφέας, δίνοντας μας την ταυτότητα της μελέτης και μικρού ανθολόγιού της:

Αυτή η «εθνογραφική περιέργεια» με την οποία αντιμετωπίζεται το μπαρόκ της μικρασιατικής καθημερινότητας αποτελεί ακριβώς το νήμα που συρράπτει τα κείμενα του corpus μας. Παραλλαγές πάνω στο ίδιο θέμα, θα ‘λεγε κανείς, ή Leitmotiv της αθηναϊκής λαϊκής γειτονιάς .Οι διαφορετικές τονικότητες προκύπτουν από την αυξομείωση της απόστασης που χωρίζει κάθε φορά τον παρατηρητή από το αντικείμενο της περιγραφής του. Η ιδιαίτερη ιδεολογική απόχρωση μεταποιεί διαφορετικά  την ίδια πρώτη ύλη σε λογοτεχνικό αντικείμενο. Σχηματικά, η βίωση του αστικού, στη σταδιακή της μετατόπιση από το πλαίσιο της αστικής ηθογραφίας προς την προοπτική του αστικού μυθιστορήματος, θα μπορούσε να αποδοθεί με μία τυπολογική κλίμακα οπτικών γωνιών.       

Κριτικές για το βιβλίο

-ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ, εφ. Η Καθημερινή 8/5/1988

     Στο μικρό αυτό ανθολόγιο η Λίζυ Τσιριμώκου συγκεντρώνει κείμενα Ελλήνων πεζογράφων  του τέλους του περασμένου και των αρχών του 20ου αιώνα στα οποία τον πρωταγωνιστικό λόγο κατέχει η αθηναϊκή μεγαλούπολη. Πρόκειται για έργα αφηγηματικής πρόζας που παρήχθησαν στην καθοριστικής σημασίας πεντηκονταετία 1870-1920 κατά την οποία λαμβάνει χώρα ο πρωτογενής αστικός εκσυγχρονισμός της χώρας μας.

     Σε ένα σύντομο αλλά πυκνό εισαγωγικό κείμενο η ανθολόγος χαράσσει τις ορίζουσες του θέματος που είναι η πόλη στην ελληνική λογοτεχνία και το οποίο όπως η ίδια επισημαίνει αναλύεται βάσει δύο διαφορετικών οπτικών γωνιών: Κατ’ αρχάς η συγγραφέας προτείνει ως ενδεδειγμένη μεταξύ των ιστορικών επιστημών τη μέθοδο της ιστορικής ανθρωπολογίας προκειμένου να μελετήσει κανείς πως η πραγματική πόλη αποτυπώνεται στη λογοτεχνία και ποια είναι η σχέση της δεύτερης αυτής πλασματικής πόλης με την πρώτη, την γεωγραφικά και ιστορικά προσδιορισμένη, την πραγματική. Στη συνέχεια η συγγραφέας προτείνει την εξέταση της πόλης ως προϊόντος δημιουργικής φαντασίας βάσει των αρχών που συνθέτουν το έργο της δημιουργικής φαντασίας.

     Το ανθολόγιο του μικρού αυτού τόμου περιλαμβάνει κείμενα ή αποσπάσματα κειμένων του Κ. Μητσάκη, Α. Παπαδιαμάντη, Ιω. Κονδυλάκη, Κ, Χρηστομάνου, Δ. Βουτυρά, Γ. Ξενόπουλου καθώς και απόσπασμα από το έργο του Ανωνύμου «Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι».

-ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, περιοδικό Το Τέταρτο τχ. 38/6, 1988.

ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ.

     Δεν είναι για να τρίβει κανείς τα μάτια του από έκπληξη, διαβάζοντας τέτοιους τίτλους σε δοκίμια της ελληνικής λογοτεχνικής κριτικής. Πάει καιρός, πάνω από μιά δεκαετία που η έρευνα, εσωπανεπιστημιακή, αλλά και, σε ορισμένες περιπτώσεις, εκτός διδακτικών θεσμών, ακολουθεί ανάλογες κατευθύνσεις αναφερόμενη στα μεγάλα επιστημονικά «παραδείγματα» (με την έννοια που αποδίδει ο Κουν στον όρο: του επιστημολογικού καθεστώτος), τα οποία καθιερώθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 στη δυτική Ευρώπη.

      Η σύντομη εργασία της Λ. Τσιριμώκου- «Γραμματολογία της πόλης: λογοτεχνία της πόλης και πόλεις της λογοτεχνίας» (διάλεξη στο πλαίσιο διεθνούς συμποσίου, που πραγματοποίησε το 1984 η Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, με θέμα τη «Νεοελληνική πόλη»)- διασκεδάζει, κατά τον καλύτερο τρόπο, τις ανησυχίες όσων, πολύ πρόσφατα φοβήθηκαν μήπως η προσήλωση στη θεωρία της λογοτεχνίας απομακρύνει εν τέλει τον ερευνητή ή το σχολιαστή από το ίδιο το αντικείμενό του και την υψηλή θερμοκρασία που το τελευταίο εκπέμπει: τη συγκίνηση της γλώσσας.

Με κέντρο αναφοράς την ανερχόμενη αστική (του άστεως, αλλά και της κοινωνικής τάξης) πεζογραφία της ελληνικής πεντηκονταετίας 1870-1920 η λ. Τσιριμώκου επιχειρεί μια «εκδρομή» στα κείμενα της «Στρατιωτικής ζωής εν Ελλάδι», του Μητσάκη, του Βουτυρά, του Κονδυλάκη και του Παπαδιαμάντη. Μιλώντας για τη «λογοτεχνία της πόλης» (όπου πρωταγωνιστούν τα πλήθη, οι δρόμοι και τα δωμάτια των κατοίκων της πρωτεύουσας) και τις «πόλεις της λογοτεχνίας» (όπου η περιγραφόμενη πόλη γίνεται αυτοδύναμος, ξεχωριστός κόσμος), η συγγραφέας μιλάει στην ουσία, για τα συλλογικά πνευματικά πρότυπα του αιώνα μας: την ιστορία, τη γραφή, την αφήγηση. Η Ελλάδα οδεύει από το μετεπαναστατικό ρομαντισμό των πανεπιστημιακών ποιητικών διαγωνισμών στον απομυθοποιητικό (λατρεία της πόλης) ή μυθευτικό (νοσταλγία της υπαίθρου μέσα στην πόλη) ρεαλισμό της πεζογραφίας. Τα κείμενα για τα οποία ο λόγος, βρίσκονται διαρκώς παρόντα σε κάθε παρατήρηση της ερευνήτριας. Η διεπιστημονικότητα των εννοιολογικών εργαλείων (από τη νεώτερη ιστοριογραφία μέχρι την κοινωνιολογία και την αφηγηματολογία) όχι μόνο δεν προδίδει την εν θερμώ λειτουργία τους, αλλά και την υποβάλλει εντελέστερα στη συνείδηση του αναγνώστη: ένα ανθολόγιο που χωρίς να μυρίζει «φιλολογία» ικανοποιεί, πέρα από την απόλαυση, και τις προϋποθέσεις της θεωρίας.

Σημείωση:

Η κυρία Λίζυ Τσιριμώκου, αν δεν κάνω χρονικό λάθος, ανήκει στην γενιά των μεταπολιτευτικών φιλολόγων, στην νεότερη γενιά των ελληνίδων συγγραφέων και διανοουμένων, που κοσμούν την πανεπιστημιακή τους ιδιότητα-λειτούργημα για πολλούς, και την θέση της ως γυναίκα επιστήμων, ερευνήτρια και δοκιμιογράφο. Η κυρία Τσιριμώκου είναι επίσης και αξιόλογη μεταφράστρια. Οι μεταφραστικές της αποδόσεις δεν υστερούν σε ποιότητα από τις πρωτότυπες εργασίες της. Βλέπε μεταξύ άλλων της εργασιών: Stephane Mallarme. «Λογοτεχνική συμφωνία. Θεόφιλος Γκωτιέ-Κάρολος Μπωντλαίρ- Θεόδωρος ντε Μπανβίλ» μετάφραση, επίμετρο, Λίζυ Τσιριμώκου, περιοδικό Ποίηση τεύχος 13/Άνοιξη-Καλοκαίρι 1999, σ. 54-62. Την μετάφραση της μελέτης του Paul de Man για τον Μωρίς Μπλανσό: «Η κυκλικότητα της ερμηνείας στο κριτικό έργο του Maurice Blanchot.», περιοδικό Ποίηση τχ. 16/ Φθινόπωρο-Άνοιξη 2000, σ. 63-80. Και αρκετές άλλες. Η ποιότητα του λόγου της και η ευθυβολία της σκέψης της μαρτυρεί την αλήθεια των γραφομένων της. Βλέπε το καλογραμμένο Κείμενο-Ομιλία της για τον τελευταίο μεγάλο έλληνα μουσικοσυνθέτη της Ελλάδας, τον Μίκη Θεοδωράκη, περιοδικό Ο Πολίτης τχ. 137/ 10, 2005, σ.44-47. Μια ομιλία που θα έκανε τον ίδιο τον συνθέτη περήφανο, θέλω να πιστεύω. Η συγγραφική της διαδρομή είναι διαρκής. Δημοσιεύματά της βρίσκονται διάσπαρτα σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες. Γνώρισα τις κρίσεις και τις θέσεις της, τις λογοτεχνικές της αξιολογήσεις και σκόπευση των ερμηνευτικών της προσεγγίσεων, διαβάζοντας δύο της μελετήματα. Το ένα είναι η «ΛΟΓΟΤΕΧΝΊΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ» που τον πρόλογο και μέρος της εισαγωγής της μεταφέρω παραπάνω, και, υποστηρικτικό της γνωριμίας μας με την σκέψη και την γραφή της αντιγράφω και δύο βιβλιοκριτικές που είχα διαφυλάξει στις σελίδες του βιβλίου, της κριτικού Ελισάβετ Κοτζιά και του βιβλιοκριτικού Βαγγέλη Χατζηβασιλείου, που δημοσιεύτηκαν την χρονιά που εκδόθηκε το βιβλίο. Που και οι δύο κριτικές φωνές φωτίζουν την μέθοδο της σκέψης της και των θέσεών της, Και δώδεκα χρόνια αργότερα, το 2000 επανήλθα σαν αναγνώστης των δοκιμιακών της ερευνών, όταν διάβασα και εγώ όπως και άλλοι που ασχολούνται με την ελληνική ποίηση και λογοτεχνία, με τον τόμο που εξέδωσαν οι εκδόσεις Άγρα 2000, «Εσωτερική ταχύτητα» Δοκίμια για τη Λογοτεχνία, σελίδες 434, δραχμές 5720. Ένας συγκεντρωτικός τόμος, που μας καταγράφει την μιας εικοσαετούς  πορείας εργασίας και έρευνας πάνω σε ζητήματα και πρόσωπα της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και παράδοσης. Στις οκτώ ενότητες θα σημειώναμε του σπονδυλωτού αυτού βιβλίου, περιλαμβάνεται και ο πρόλογος καθώς και η εισαγωγή της, σελίδες 73-112, που είχε δημοσιευτεί στην έκδοση του «Λωτού». Πλοηγός θα τολμούσαμε να γράφαμε και στα δύο της βιβλία, είναι η σχέση της γραφής με τον Χρόνο και κατ’ επέκταση, με την Ιστορία. Από τους ελληνικούς αιώνες της προφορικότητας (Δημοτικό Τραγούδι, Παραμύθι, Θρύλοι, κλπ.) περνάμε στον αιώνα της λαϊκής και αστικής μυθοπλασίας. Στους έλληνες συγγραφείς και τα έργα τους που, στόχο έχουν να αναδείξουν τις κοινωνικές και πολιτικές παθογένειες της εποχής τους και των ανθρώπων της. Οι έλληνες μυθιστοριογράφοι, αυτοί που συνθέτουν μεγάλης πνοής μυθιστορήματα αλλά και οι διηγηματογράφοι, αυτοί που γράφουν νουβέλες ή αρθρογραφούν στον ελληνικό τύπο και επικοινωνούνε με τους γύρω τους μέσω των χρονογραφημάτων τους, είτε ιστορίζουν λογοτεχνικά είτε λογοτεχνίζουν γράφοντας ιστορικές μονογραφίες ή μας περιγράφουν ιστορικά στιγμιότυπα και γεγονότα. Κλασικό παράδειγμα ο Σπύρος Μελάς. Μα και ο κυρ Αλέξανδρος που μέσα από τον μυθιστορηματικό του λόγο, την εξαιρετική της γραφής του μυθοπλασία μας δίνει το πορτραίτο ενός έλληνα φιλοσόφου της Βυζαντινής περιόδου. Του Γεωργίου Πλήθωνα Γεμιστού.  Τον προηγούμενο αιώνα θα γράφαμε ότι η καθαυτή λογοτεχνία εμπλουτίζεται με θέματα από την καθόλου ιστορία και τα κοινωνικά της παρεπόμενα. Από την άλλη, διακρίνουμε δύο μεγάλους θεματικούς και ειδολογικούς κύκλους. Αυτόν της υπαίθρου και αυτόν της πόλης. Δύο μεγάλοι κύκλοι της ελληνικής ζωής, παράδοσης και κοινωνίας που τροφοδοτούν την ελληνική γραφή, τον λόγο των συγγραφέων με θέματα, ιδέες, καταστάσεις, περιγραφές, εικόνες, γεγονότα, ιδέες, προβληματισμούς. Και αυτό είναι το κέντρο της προβληματικής της μικρής μελέτης και ανθολογίου της Λίζυ Τσιριμώκου. Πώς ο χώρος μεταποιείται μέσα στην γραφή και πως η γραφή  αντικαθρεφτίζει ή μετουσιώνει  προβλήματα και ζητήματα του χώρου. Το μικρό αυτό αλλά κατατοπιστικό μελέτημα της Τσιριμώκου, έρχεται να διαλευκάνει έννοιες και διαχωριστικές γραμμές, που απασχολούν τόσο τους ιστορικούς όσο και τους γραμματολόγους. Να αναφέρουμε ότι, η μεγάλη και συνεχής αστυφιλία στην χώρα μας, η ακόμα και στις μέρες μας εσωτερική μετανάστευση των ελλήνων όχι μόνο για οικονομικούς σκοπούς, τους παρέχει την δυνατότητα να είναι πιο δεκτικοί σε έργα της πεζογραφίας που είτε αυτά προέρχονται από συγγραφείς των μεγάλων αστικών κέντρων, την πρωτεύουσα, είτε προέρχονται, από την επαρχία. Στην ουσία οι της πρωτεύουσας, της Αθήνας, είμαστε όλοι ξενομερίτες. Μια και προερχόμαστε σχεδόν όλοι, από διάφορα μέρη της Ελλάδας και των γεωγραφικών της διαμερισμάτων. Κάτι που προσφέρει στον συγγραφέα να μπλέξει την προσωπική της ζωής του μικροιστορία με την ευρύτερη εκείνη της πόλης της μετοικεσίας του. Θα γράφαμε αστειευόμενοι, ότι ίσως και την εποχή του Καιροφύλλα, γκάγκαροι Αθηναίοι δεν υπήρξαν όπως και γκάγκαροι επαρχιώτες. Οι πολιτικές συνθήκες και οι κοινωνικές αναταραχές έφεραν τόσες ανακατατάξεις στον πληθυσμό αυτής της χώρας που, όλη η ελληνική ιστορία του προηγούμενου αιώνα δεν ήταν παρά μια διαρκής εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση. Οι περισσότεροι έλληνες ζούσαν, δημιουργούσαν και πέθαιναν με το φανερό ή κρυφό όνειρο να επιστρέψουν στα πάτρια χώματά τους, στον τόπο γεννήσεώς τους. Ότι ισχύει για της αλησμόνητες του εξωτερικού πατρίδες ισχύει και για τις εντός ελληνικής επικράτειας. Μόνο μία περίπτωση συγγραφέα γνωρίζω, ο ποίος δεν ήθελε να ξανά επιστρέψει στα χώματα από αυτά που βίαια ξεριζώθηκε. Τον Μικρασιάτη Ηλία Βενέζη. Όμως για τους πολλούς ανώνυμους ή επώνυμους έλληνες, ισχύει ο στίχος του αλεξανδρινού ποιητή, «Η Πόλις θα σε ακολουθεί».

      Το Ανθολόγιο-μελέτημα της Λίζυ Τσιριμώκου που εκδόθηκε το 1988 συστηματοποίησε από την πλευρά της λογοτεχνίας, την Λογοτεχνία της Πόλης, προετοίμασε την έκδοση και την κυκλοφορία μιας σειράς βιβλίων όπως είναι αυτή «Μια Πόλη στην λογοτεχνία», όπου η τοπιογραφία της πόλης δίνεται μέσα από πεζά, ποιητικά κείμενα, ταξιδιωτικές περιγραφές, προσωπικές αναμνήσεις και εξομολογήσεις. Με τον τρόπο αυτόν ο άνθρωπος και το τοπίο συμπορεύονται μέσα στον χρόνο, μέσα από κοινές μεταλλάξεις και εμπειρίες.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2020.            

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2020

Ηλίας Κυζηράκος (1930-2001)

 

                    ΗΛΙΑΣ ΚΥΖΗΡΑΚΟΣ (1930-2001)

      Στις 31 Ιουλίου, συμπληρώθηκαν σχεδόν 20 χρόνια από την εκδημία του πειραιώτη καθηγητή, σχολικού συμβούλου, συγγραφέα, ανθολόγου και μεταφραστή Ηλία Κυζηράκου. Και 90 χρόνια από την γέννησή του.  Έχω αναφερθεί παλαιότερα, και σε αρκετά σημειώματα, στις συναντήσεις μας, και στην εκτίμηση που έτρεφα σε αυτόν τον εξαίρετο οικογενειάρχη, φιλόστοργο τρίτεκνο πατέρα, καλό σύζυγο. Το μεταφραστικό του έργο, υπήρξε και ίσως ακόμα είναι, σηματωρός στα ποιητικά μεταφραστικά δεδομένα της εποχής μας, ιδιαίτερα, το ογκώδες μεταφραστικό έργο του πάνω στον αμερικανό ποιητή Έζρα Πάουντ. Τον θυμάμαι δεκάδες φορές να μου μιλά για αυτήν του την πολύμοχθη εργασία. Το πόσα χρόνια δούλεψε σκληρά και με αμέριστη φροντίδα για αυτό του το έργο. Βλέπω ακόμα τα μάτια του να λάμπουν από χαρά καθώς μου έλεγε ότι αγάπησε τόσο πολύ αυτή του την μεταφραστική δουλειά, που ίσως πλέον, τον δέσμευσε συγγραφικά- μεταφραστικά. Με συγκίνηση να μου αναφέρει ότι μας χάρισε τον Έζρα Πάουντ και την ποίησή του, (εκδόσεις Δωδώνη) με μια ευρετηρίαση που είχε γίνει για πρώτη φορά. Κανείς μέχρι την έκδοση του Κυζηράκου, δεν είχε σκύψει με τέτοια συστηματική επιμέλεια πάνω στο έργο του φημισμένου μοντερνιστή αμερικανού ποιητή. Ένιωθε υπερήφανος για αυτό του τον μόχθο. Ο Ηλίας Κυζηράκος, όπως υπήρξε άψογος λειτουργός της δημόσιας εκπαίδευσης ήταν και της μετάφρασης, της αγγλικής ποίησης. Από τους πρώτους της γενιάς του που έθεσε τις βάσεις για μια σύγχρονη μεταφραστική ματιά πάνω στον αγγλικό ποιητικό λόγο και όχι μόνο. Οι μεταφραστικές του προτάσεις πάνω στην αρχαία λυρική ποίηση, είναι ένα λεπτό κοσκίνισμα της νεοελληνικής γλώσσας της εποχής του. Έφερε τον αρχαίο λυρικό λόγο και πάλι στην επιφάνεια πέρα από πανεπιστημιακούς μεταφραστικούς διαύλους ανάγνωσης. Τον κατέστησε οικείο στο ευρύ κοινό, χωρίς να χρειαστεί να διαβεί τα σκοτεινά τούνελ των ακαδημαϊκών προθέσεων με τα δύσχρηστα σχόλια και σημειώσεις, που αφορά μόνο, ένα πολύ ειδικό κοινό διανοουμένων. Στις μέρες μας, οι μεταφραστικές εργασίες του ποιητή Γιάννη Δάλλα και του κριτικού της λογοτεχνίας Παντελή Μπουκάλα μας προσφέρουν κάτι ανάλογο μεταφραστικά.  Και αντίστοιχα, επί των ημερών μας, μετά την έκδοση του έργου του Έζρα Πάουντ από τον Ηλία Κυζηράκο από τις εκδόσεις Δωδώνη το 1984, σύγχρονοι μεταφραστικοί συνομιλητές είναι η έκδοση του Αντώνη Ζέρβα από τις εκδόσεις Καστανιώτη το 1994, (δέκα χρόνια μετά), και, πολύ πρόσφατη, εκδόσεις Άγρα 2019, η μεταφραστική πρόταση του ποιητή και μεταφραστή Χάρη Βλαβιανού, που μας μεταφέρει τον αμερικανό ποιητή στην γλώσσα της εποχής μας. Ίσως, να είναι υπερβολικό αυτό που θα σημειώσω,  να είναι μια ιδιοσυγκρασιακή μου ερμηνεία εξαιτίας της γνωριμίας μας, αλλά αν δεν είχε προηγηθεί η μεταφραστική εργασία του μανιάτη-πειραιώτη και εκπαιδευτικού Ηλία Κυζηράκου, να ήταν δυσκολότεροι οι δρόμοι ανάγνωσης του Πάουντ στην χώρα μας από  τους νεότερους. Ίσως. Πέρα όμως από τον αμερικανό ποιητή, παράλληλα με το βιβλίο με τις μεταφράσεις του Ηλία Κυζηράκου, «Σημερινή Ποίηση απ’ όλο τον κόσμο», Αθήνα, Οκτώβριος 1971 από το τυπογραφείο Ποταμίτη-Λαμπρινόπουλου,  υπάρχει και μια άλλη του εξαιρετική πρόταση που με έκανε να τον σεβαστό ακόμα περισσότερο. Είναι η μετάφραση της αγγλίδας ποιήτριας Ήντιθ Σίτγουελ, και το βιβλίο «Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ ΚΑΙΝ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ» που ο Κυζηράκος εξέδωσε την ίδια χρονιά από το ίδιο τυπογραφείο με κόσμημα εξωφύλλου του Γιάννη Αντωνιάδη. Μια μετάφραση που ο μεταφραστής αφιερώνει στην μνήμη του πατέρα του. Μια τραγική και σπαραγματική γυναικεία ποιητική φωνή προερχόμενη από τον λειμώνα της αγγλικής σύγχρονης ποίησης, που ο Κυζηράκος, την δίδαξε αναγνωστικά στους πολύ νεότερους πειραιώτες και όχι μόνο λάτρεις της ποίησης. Τον θυμάμαι να μου διαβάζει ποιήματά της πότε στην αγγλική γλώσσα και σιμά στην μετάφρασή του, και υπομονετικά να μου εξηγεί λέξη την λέξη τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας μεταφραστής στην επιθυμία του, να αποδώσει στην μητρική του γλώσσα το έργο μια άλλης. Το καθαρό και ήρεμο ηχόχρωμα της φωνής του, ακούγεται ακόμα ανάμεσα στα βιβλία της βιβλιοθήκης μου.

Το όνομά του και το έργο του ήταν γνωστό, και ο ίδιος σεβαστό πρόσωπο στην μικρή μας κοινωνία, την Πόλη του Πειραιά που είχε εγκατασταθεί η οικογένειά του πολύ πριν την γνωριμία μας. Το Σχολικό Κτήριο του Κυζηράκου στην οδό Λακωνίας στα Μανιάτικα του Πειραιά, διατηρεί ζωντανή ακόμα την μνήμη του ονόματός του, παρά την μετέπειτα δημόσια χρήση του και την αλλαγή ιδιοκτησίας του.  Τους μήνες που μας πέρασαν, αναζητούσα ένα κείμενο που να έχει γραφεί από άλλον για να τιμήσω την μνήμη του, πέρα από την προσωπική μου κατάθεση. Και την έκπληξη αυτή μου την πρόσφερε ένα ξεφύλλισμα 5 τευχών που έχω του περιοδικού «ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ».  Καθώς αναζητούσα πληροφορίες για άλλη εργασία, διάβασα ξανά την Νεκρολογία της σχολικού συμβούλου κυρίας Αγγελικής Διαμαντίδου, στο τεύχος 76/7,8,9, 2001, σ. 30 του περιοδικού. Ένα συγκινητικό και ευαίσθητο κείμενο, το οποίο μεταφέρω στην μνήμη ενός Πειραιώτη, ενός καλλιεργημένου ατόμου που από χθες, όφειλε ο Δήμος και οι αρμόδιοι να επαναλάβω, να τιμήσουν την παρουσία του και να γνωρίσουν στους μαθητές του Πειραιά το έργο και την συγγραφική του διαδρομή.

Νεκρολογία

Ηλίας Κυζηράκος (1930-2001)

     Στις 31 Ιουλίου 2001 έφυγε από κοντά μας μία μεγάλη μορφή των Ελληνικών Γραμμάτων, ο Ηλίας Κυζηράκος. Σχολικός Σύμβουλος.

Ο θάνατός του αφήνει ένα μεγάλο κενό, όχι μόνο στην αγαπημένη σύντροφο της ζωής του, στα τρία θαυμάσια παιδιά του αλλά και σ’ όλο το εκπαιδευτικό και πνευματικό κόσμο.

      Στον επαγγελματικό τομέα ξεκίνησε σαν καθηγητής Αγγλικών για να γίνει Γυμνασιάρχης, Σχολικός Σύμβουλος και Καθηγητής Πανεπιστημίου. Το μεγάλο συγγραφικό του έργο ξεκινάει στις αρχές του 1960, με τις μεταφράσεις και τα σχόλια των ποιημάτων της Παλατίνης Ανθολογίας, και ακολουθεί το 1962 το μοναδικό και ανεπανάληπτο μεταφραστικό έργο των βιβλίων του αμερικανού ποιητή Έζρα Πάουντ-μετά από 20 χρόνια μελέτης και έρευνας-που, όπως αναφέρει, ήταν «το έργο της ζωής μου». Ακολουθούν οι μεταφράσεις του ποιητικού έργου της Σύλβιας Πλαθ: «Άριελ», των θεατρικών έργων του Νόρμα Κράσνα: «Χρυσή μου Ρουθ», του Τένεσι Ουίλιαμ: «Το Γυάλινο Θηριοτροφείο», της Δάφνης Ντι Μοριέ: «Ρεβέκα» και οι μεταφράσεις των Πεζογραφημάτων: «4 αιώνες Αγγλικό Δοκίμιο», τα έργα του Μαρκ Τουέν: «Η ζωή στο Μισσισιπή» και «Ο Άνθρωπος που διέφθειρε τα Χάντλιμπεργκ».

     Στις Ανθολογίες: «Μεγάλη Ελληνική Ποιητική Ανθολογία» από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, στη «Νέα Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία», της Ρίτας Μπούμη και του Νίκου Παπά, στην «Ξένη Ποίηση του 20ου Αιώνα», της Μαρίας Λαϊνά, στα «Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» ανθολογούνται εργασίες του σε ποιητές απ’ όλο τον κόσμο. Επίσης, τα Μελετήματά του για το «Αγγλικό Δοκίμιο», για την «Εποποιία της Καθημερινής Ζωής», για τη «Γνωριμία με τον Κόσμο της Ποίησης», είναι εργασίες που θα διαβάζονται αιώνια και το έχουν κατατάξει στους μεγάλους Μεταφραστές του 20 αιώνα.

     Ως Σχολικός Σύμβουλος, στο πλαίσιο των καθηκόντων του, διοργάνωσε μεγάλο αριθμό σεμιναρίων και βοήθησε με τις πολύτιμες συμβουλές του όλους τους καθηγητές Αγγλικής του Πειραιά, οι οποίοι θα τον θυμούνται πάντοτε με μεγάλη αγάπη.

     Η προσφορά του, επίσης, στην Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση, υπήρξε ανεκτίμητη, με τη συγγραφή των βιβλίων Αγγλικών Ειδικότητας, βιβλία για τα οποία συνεργαστήκαμε μία δεκαετία και τα οποία υπήρξαν η αφορμή να γνωριστούμε και να μας δέσει μια πραγματική φιλία.

      Για όλα αυτά, το δάκρυ μας στο ύστατο Χαίρε δεν είναι μόνο δικό μας δάκρυ, είναι Πανελλήνιο.

     Θεωρώ μεγάλη μου τιμή που τον γνώρισα στη ζωή μου και μας συνέδεσε μια τόσο ανιδιοτελής φιλία.

     «Ούς οι Θεοί φιλούσι αποθνήσκουσι Νέοι». Αντίο, Αγαπητέ μου Φίλε!

Αγγελική Διαμαντίδου

Σχολική Σύμβουλος

Περιοδικό Φιλολογική. Τρίμηνη περιοδική έκδοση ενημέρωσης και προβληματισμού ΠΕΦ. (ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗΦΙΛΟΛΟΓΩΝ). Έτος 19ο, τεύχος Ιούλιος, Αύγουστος, Σεπτέμβριος 2001, σ. 30. (εκδόσεις Μεταίχμιο)

Πειραιάς, Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2020

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020

Εργογραφία και Βιβλιογραφία για την Ανθούλα Δανιήλ

 

 Ενδεικτική Εργογραφία της Ανθούλας Δανιήλ

                    «Κει κατά τα μεσάνυχτα είδα…»

                                                       Οδυσσέας Ελύτης

     Η  Ανθούλα  Δανιήλ είναι διδάκτωρ Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, της Ένωσης Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών, μέλος της επιτροπής Βραβείων Κουν  και της Εταιρείας Συγγραφέων. Έχει γράψει μελέτες για τη Λογοτεχνία, κάνει κριτική βιβλίου, θεάτρου και Μουσικής και πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν το Αφήγημά της Δεκαετίες τερματίζουν όλες μαζί στο νήμα .

ΕΡΓΑ ΤΗΣ

-ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ΜΙΑ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΠΟΡΕΙΑ. Από το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου στους Προσανατολισμούς, Επικαιρότητα, Αθήνα 1986, σ. 176

-ΤΑ ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ, Επικαιρότητα, Αθήνα 1988, σ. 144.

Βλέπε και κριτική του Γιάννη Κουβαρά: «Επί πτερύγων βιβλίων» Κριτικά σχεδιάσματα 1987-1994, τόμος Β΄, εκδ. Σοκόλη 1995, σ.70-71. (πρώτη δημοσίευση περ. «Ομπρέλα» τχ. 23, 1988)

-ΚΕΙΜΕΝΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ. Γ΄ ΕΝΙΑΙΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σ. 392. 

(Ο τόμος περιλαμβάνει 16 διδασκόμενα κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας με βιογραφικά και εργογραφικά σημειώματα. Αναλύσεις του έργου των συγγραφέων και συνοπτικές απαντήσεις στα ερωτήματα του σχολικού βιβλίου).

 Οι ποιητές και πεζογράφοι που εξετάζονται και τα ποιήματα και πεζά τους είναι τα εξής: Ανδρέας Κάλβος, «Τα Ηφαίστεια». Διονύσιος Σολωμός, «Ο Πόρφυρας». Κωστής Παλαμάς, «Πατρίδες! Αέρας, γη…». Κ. Π. Καβάφης, «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον». Άγγελος Σικελιανός, «Άγραφον». Κώστας Βάρναλης, «Πάλι μεθυσμένος είναι». Κ. Γ. Καρυωτάκης, «Είμαστε κάτι…». Γιώργος Σεφέρης, «Τελευταίος Σταθμός». Οδυσσέας Ελύτης, «Η Μαρίνα των βράχων». Τάκης Σινόπουλος, «Φίλιππος». Μίλτος Σαχτούρης, «Ο στρατιώτης ποιητής». Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Η φόνισσα". Κωνσταντίνος Θεοτόκης, «Η τιμή και το χρήμα». Στρατής Τσίρκας, «Αριάγνη». Νίκος Κάσδαγλης, «Σοροκάδα». Μάριος Χάκκας, «Το ψαράκι της γυάλας».

-ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ. ΑΠΟ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΛΥΚΕΙΟΥ ΚΑΙ ΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ, (με νέο τρόπο), εκδ. Εκδοτικές Τομές, Αθήνα, Ιούνιος 1995, σ. 430.

(Εξετάζονται και αναλύονται ποιήματα των εξής ποιητών: Κωστής Παλαμάς, Κ. Π. Καβάφης, Άλφρεντ Τένισον, Άγγελος Σικελιανός, Κ. Γ. Καρυωτάκης, Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης, Γιώργος Σαραντάρης, Γιάννης Ρίτσος, Νίκος Καββαδίας, Ανδρέας Εμπειρίκος, Νίκος Εγγονόπουλος, Μανόλης Αναγνωστάκης. Πρόλογος σ. 9,-Κειμενικές λειτουργίες, σ. 11)

-Δεκαετίες τερματίζουν όλες μαζί στο νήμα. Αφήγημα, εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα 2020, σ. 376

ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΤΗΣ

1)Οδυσσέας Ελύτης, Ο εθνικός ποιητής της Σύγχρονης Ελλάδας, σελ. 9-19. Στον τόμο «σεμινάριο 23» ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, εκδ. Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων», Αθήνα 1997, σ.184. (ο τόμος περιέχει τα πρακτικά του «Συνεδρίου για τον Ο. Ελύτη» Αθήνα 17-19 Οκτωβρίου 1996, που πραγματοποιήθηκε στο Ίδρυμα Γουλανδρή Χορν, στην Πλάκα. Το πρόγραμμα της πρώτης μέρας, Πέμπτη 17 Οκτωβρίου το συνέδριο ανοίγει με την ανακοίνωση της Αν. Δανιήλ). Συμμετείχαν μεταξύ άλλων, η Λίνα Λυχναρά που μας έχει δώσει τα βιβλία «Το Μεσογειακό τοπίο στον Σεφέρη και τον Ελύτη», και «Η μεταλογική των πραγμάτων: Οδυσσέας Ελύτης». Η καθηγήτρια νεοελληνικής φιλολογίας Έρη Σταυροπούλου, η Ηρώ Τσαρνά και αρκετοί άλλοι.

2)Οδυσσέας Ελύτης, Ο ποιητής του Νυν και του Αιέν, σ. 23-44. Ακολουθεί κατόπιν Μικρό Ανθολόγιο του Οδυσσέα Ελύτη, που συνέταξε η Α. Δανιήλ, σ. 45-65. (αναδημοσίευση από την «Νέα Εστία» τεύχος 1674-1675/1997, σ.581-596). Στον τόμο Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, Πρακτικά Θ΄ Συμποσίου. ΠΟΙΗΣΗ-ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. ΒΙΟΛΟΓΙΑ-ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΒΙΟΗΘΙΚΗ- ΙΣΤΟΡΙΑ-ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΖΑΜΠΕΛΙΟΙ. Πνευματικό Κέντρο Δήμου Λευκάδας. Γιορτές Λόγου και Τέχνης. Λευκάδα 16-18 Ιουλίου 2004. Αθήνα 2005, σελ. 190. (Η Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών που εδρεύει στην Αθήνα, έχει εκδόσει και τα πρακτικά της –[όπως αναγράφεται στις μέσα σελίδες] μεταξύ άλλων για τον Άγγελο Σικελιανό, για την Κική Δημουλά-Θανάση Βαλτινό, τον Χριστόφορο Μηλιώνη για να περιοριστούμε στα της ποίησης και της λογοτεχνίας)

3)ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΝΟΗΜΑΤΟΣ Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ, σ.81-96. Στον τόμο Ο  ΕΛΥΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ-ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ-ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ. 3Η Επιστημονική Συνάντηση που οργανώθηκε από το Ελληνικό Εκπαιδευτήριο-Σχολή Αποφοίτων του Ελληνικού Εκπαιδευτηρίου στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, στις 14 και 15 Απριλίου 2000. Επιμέλεια-Εισαγωγή Θεοδόσης Πυλαρινός. Εξώφυλλο Αλέξανδρος Ίσαρης, Εκδόσεις της Σχολής Ι Μ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ, Αθήνα 2002, σελ. 334. Βλέπε επίσης και τις σελίδες 101, 283, 284, 303, που δημοσιεύονται οι Συζητήσεις και τα Συμπεράσματα της επιστημονικής συνάντησης. (Η ανακοίνωση της Δανιήλ είναι στο δεύτερο μέρος με θέμα: «Ο Ελύτης στην εκπαίδευση: Θεωρητικές προσεγγίσεις- Α΄ συνεδρία πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης).

4)«ΜΟΝΑΧΑ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΚΟΥΣΑΝΕ» ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ: Το δωμάτιο με τις εικόνες. Κείμενο Ευγένιος Αρανίτσης. Ίκαρος εκδοτική εταιρεία, 1986, σ. 343-348. Στον τόμο ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ. Επιλογή κριτικών κειμένων. Επιμέλεια: Mario Vitti, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Ιδρυτική δωρεά Παγκρητικής Ενώσεως Αμερικής, Ηράκλειο 1999, σελ. 506. (κείμενο που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «γράμματα και τέχνες» τχ. 49/,1,2,1987, σ. 26-28)  Η Εισαγωγή «ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΉ» είναι αφιερωμένη στους «Νάσο Βαγενά και Ξενοφώντα Κοκόλη για τα εικοσιπέντε χρόνια».

Α) ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ

-τεύχος 43-44/11,12,1985, σ. 35-39.  (Το διπλό τεύχος είναι αφιερωμένο στον Οδυσσέα Ελύτη)

Ο κύκλος της ζωής και του θανάτου στο Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου του Οδυσσέα Ελύτη (μελέτη)

-τεύχος 45/5,6,1986, σ. (6-7), (43-45)

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Ο Μικρός Ναυτίλος, Ίκαρος 1985

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΝΙΗΛ, Τα Επίθετα, Πρόσπερος

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΠΡΙΦΤΗ, Νίκος Καζαντζάκη, Περιπατητής του κόσμου, εκ. Νικολαϊδη

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΛΕΒΙΤΣΗΣ, Φιλοσοφία και Θρησκεία, Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν 1985

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Σύρματα και Τροχαλίες, εκδ. Μικρά Όστρακα-Πάτρα 1984

ΑΛΟΗ ΣΙΔΕΡΗ, Όψεις Ονείρων, Άγρα 1985

ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΝΤΑΒΟΣ, Χαμαιλέοντος και Σαλτιμπάγκοι, Αφοί Τολίδη 1985

ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΚΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ, Από φωτογραφία βουνού, εκδ. «Το Δέντρο»- Αθήνα 1985

ΒΥΡΩΝ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ, Ανάλωση, «Νέα Πορεία»-Θεσσαλονίκη 1985

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ, Ο ερωτευμένος Τρίτωνας, Καστανιώτη 1985

ΘΑΝΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Το κυκλικό διήγημα κι άνδρας με το πρόσωπο της μέδουσας, Στοχαστής 1985

ΣΟΝΙΑ ΠΥΛΟΡΩΦ-ΣΩΤΗΡΟΥΔΗ, Ποιήματα του ’84, Θεσσαλονίκη 1985

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΖΩΤΟΣ, Χώματα ποιητών, εκδ. Ελεγεία, Αθήνα 1985

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ, Οι εποχές της Εύας, Ωρίων, Αθήνα 1985

-τεύχος 46/7,8,1986, σ. 46

ΜΑΡΙΑ ΛΑΖΑΡΟΥ, Η Διάρρηξη, Καστανιώτη 1985

Γ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΗΣ, Ο τυφλός ταξιδιώτης, μυθιστόρημα, Καστανιώτη 1985

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΥΡΑΤ, Φονικό στο Ξοχώρι και άλλες ιστορίες, Καστανιώτη 1985

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ, Όσο ακούω σε χρώμα, Πλέθρον 1985

-τεύχος 47/9,10,1986, σ. (24-25), (30-35)

Για τη μεταπολεμική πεζογραφία. 

ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΜΕΡΑΚΛΗΣ, Προσεγγίσεις στην ελληνική πεζογραφία (αστικός χώρος), Καστανιώτη 1986 (δοκίμιο)

Ε. Γ. ΑΣΛΑΝΙΔΗΣ, Αντίδωρον Φόνου, Κέδρος 1985

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΗΣ, Ξερολιθιές. Ποιήματα, εκδ. Τυπογραφείο Κείμενα, 1985

Γ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Ποιήματα- Β΄. Επιμέλεια Λεωνίδα Ρήγα, Πρόσπερος 1985

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΡΩΝΗΣ, μήτρα –S, Πλέθρον 1985

ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ, Ερωδία, εκδ. Ερουρέμ 1986

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ, Ο ελιγμός μιας πέτρας, Ζαχαρόπουλος 1986

ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΕΝΕΤΗΣ, Τα προσωπεία, Ποιήματα, Αθήνα 1985

ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΛΙΩΤΗΣ, Η μαθητεία της Πλοκής, Ποιήματα, Αθήνα 1985

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ, Η Εκλογή, εκδ. Η Άμαξα, Αθήνα 1986

61 ΦΩΝΕΣ. Ποιητική Ανθολογία, Πρόσπερος 1986

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ,  Πού είναι το ξίφος σου Ληδία, Ωκεανίδα 1984

ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΛΛΟΣ, Κάτοπτρα ύψους, εκδ. Συντροφιά 1985

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΑΛΑΝΟΣ, Η Ψυχογραφία της γενιάς της Αντίστασης, Μπαρμπουνάκη-Θεσσαλονίκη 1985

ΣΗΦΗΣ ΜΠΟΥΖΑΚΗΣ, Νεοελληνική Εκπαίδευση (1821-1985). Παιδαγωγική σειρά,  Gutenberg 1986

ΧΡΗΣΤΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ, Επίκαιρα Θέματα Παιδείας, Gutenberg 1986

ΣΙΜΟΝ ΝΤΕ ΜΠΩΒΟΥΑΡ, Για μια ηθική της αμφισβήτησης, Γλάρος 1984

-τεύχος 48/11,12,1986, σ. (18-20), (29-30)

Η ιστορία του εκπαιδευτικού δημοτικισμού.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ, Ο Φώτης Φωτιάδης και το Αδερφάτο της Εθνικής Γλώσσας. (Η Αλληλογραφία), ΕΛΙΑ 1985

Μια συναισθηματική προσέγγιση.

ΤΑΣΟΣ ΚΟΡΦΗΣ, Ναπολέων Λαπαθιώτης  Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του, Πρόσπερος 1985

Δύο πρωτοεμφανιζόμενες ποιήτριες.

ΑΛΕΚΑ ΜΟΥΡΙΚΗ, Χίασμα το Δίκοπο Βλέμμα, Πλέθρον 1986.

ΜΑΡΙΑ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Επίκοινα, Αθήνα 1985

-τεύχος 49/1,2,1987, σ. (11-12),  (25-28)

ΣΤΑΘΗ ΜΑΡΑ, Κώστας Βάρναλης: Ιδεολογία και Ποίηση, Καστανιώτη 1986

Μια ποιητική πορεία

ΜΑΡΙΟΣ ΑΦΕΝΤΟΠΟΥΛΟΣ, Προσήλωση, Αθήνα, 1966. Ενδεχόμενα, Λύσεις 12, 1970. Θάλασσα Σαρωνικού ήρεμος, Λύσεις 14, 1970. Εις ηλικίαν μόλις τριάκοντα πέντε χρόνων, Σημειώσεις 1975. (Ο Μάριος Αφεντόπουλος είναι λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Μάριου Μαρκίδη)

«Μονάχα οι λέξεις δεν μου αρκούσανε»

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Το δωμάτιο με τις εικόνες. Κείμενο Ευγένιος Αρανίτσης, Ίκαρος 1986

-τεύχος 50/3,5, 1987, σ. (47-48)

ΛΟΥΚΑΣ ΑΞΕΛΟΣ, Ταξίδι στη νύχτα, Στοχαστής 1986

ΕΛΕΝΑ ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ, Μυήσεις, Γνώση 1986

ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΕΡΒΑΣ, Ο Μετανάστης, Άγρα 1986

ΕΛΕΝΗ ΛΥΓΙΑΝΗ, Αντίστροφες εικόνες, εκδ. Νικολαϊδη

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ, Γυναίκες, Μπαρμπουνάκης- Θεσσαλονίκη 1987

ΘΑΝΑΣΗΣ ΝΤΟΚΟΣ, Οδοιπορικό της Αναμονής, Πλέθρον 1986

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΚΑΡΟΓΛΟΥ, Σχεδόν γκρο πλαν, Πλέθρον 1986

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ, Χρώματα φωνήεντα, β΄ έκδοση, Επικαιρότητα  1987

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ, Σημειώσεις από μια Άνοιξη, Ιανός, Θεσσαλονίκη

ΕΙΡΗΝΗ ΣΠΑΝΟΥΔΑΚΗ, Ομόκεντροι κύκλοι, Πλέθρον 1986

ΘΕΜΗΣ ΤΑΣΟΥΛΗΣ, Μπάλος για ένα χορευτή και το άσπρο, Πλέθρον, 1986

ΧΑΡΗΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ, Ιστορία της παιδικής λογοτεχνίας, Ελληνική και Παγκόσμια, β΄ έκδοση, Φιλιππότη 1984 (δοκίμιο)

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΟΣΚΟΒΗΣ, Δημήτρης Νικολιτσέας ανανεωμένη λυρική γραφή, Φιλιππότη (δοκίμιο)

ΑΡΤΕΜΗΣ ΜΑΤΣΑΣ, Θεατρικές μνήμες, εκδ. Τάσος Πιτσιλός (δοκίμιο)

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΑΜΕΛΟΣ, Η Δωρίδα στην Τουρκοκρατία. Συμβολή στη μελέτη του Νέου Ελληνισμού, Γλάρος (δοκίμιο)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΖΕΝΟΣ (Αεροπαγίτης), Αναγνώριση του Ανθρώπου. Μέσα από το δίκαιο και τη γλώσσα, Αθήνα 1987

-τεύχος 51/6,8, 1987, σ. (22-24), (29-30), (47-48)

ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ, Ο ομιλών Πίθηκος ή Παραμυθολογία, Αιγόκερως 1986

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ, Αποσβέσεις ποιήματα 1965-1986,  εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη

ΝΙΚΟΥ Β. ΛΑΔΑ, Αστροβατεί. Πρόλογος, επιλογή, επιμέλεια: Γιάννης Πατίλης, Πλέθρον 1986

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ, Σημεία στίξεως, Στοχαστής 1987

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ, Η τελευταία πόρτα της νύχτας, Νεφέλη 1987

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Ο πλοηγός του Απείρου, Θεσσαλονίκη 1986

ΘΩΜΑΣ ΣΚΑΣΣΗΣ, Συλλέκτης αποκομμάτων, Γνώση 1986

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ,  Fragmentum αριθμός 53 (΄Ήτοι λόγος ποιητικός περί Παιδείας), Πλέθρον

ΜΑΡΙΑ ΚΟΚΟΡΗ, ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ Μέσα από τη ζωή και το έργο του, Κέδρος 1985

ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΓΑΡΑΣ, Ύποπτοι δρόμοι,  Σιγαρέτα (Οδός Πανός)

ΕΛΕΝΑ ΠΕΓΚΑ, Αυτή Θερινή, Άγρα 1986

ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ΤΣΟΥΡΕΑΣ, Θέματα Σύγχρονου Προβληματισμού/ Δοκίμια, Δ. Παπαδήμα 1987

-τεύχος 52/9,10, 1987, σ. (36-37), (44-46) και (σ. 24-25)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΙΩΤΗΣ, Ο άγνωστος στρατιώτης. Νουβέλα Μυστηρίου, Ίκαρος 1986

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΑΣ, Το Χρονικό ενός Αγώνα. Ακροναυπλία 1939-1943και Μετά την Ακροναυπλία 1943-1945

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΡΣΗ, Πιστό Αντίγραφο, Με Μαλλιά, Νέα Σύνορα 1987

ΚΩΣΤΑΣ ΡΟΔΑΡΑΚΗΣ, Αποσπάσματα μιας ατέλειωτης γραφής, Αθήνα 1987

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ, Σημειώσεις από μια άνοιξη, Ιανός

ΔΙΟΝΥΣΗ ΣΕΡΡΑ, Έξι γραφές για τον Σεφέρη, Περίπλους 1987

ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΟΥΜΑΝΙΔΗΣ, Η ώρα του λιμανιού, Πλέθρον 1987

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Αναφλέξεις, Ηριδανός 1986

Η ΕΚΘΕΣΗ ΣΙΑΝΤΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ, Γλάρος 1987

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΑΤΟΣ, ΠΛΑΤΩΝΟΣ: Απολογία Σωκράτους. Το σάλπισμα του ηθικού χρέους, Gutenberg 1986

ΚΑΤΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗ-ΠΑΠΑΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Γνώση Σιωπής, Λευκωσία 1987

-ΣΠΥΡΟΣ ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ, Γλυκιές σφαιρούλες απ’ τ’ όμορφό σου όπλο, εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1986

*Στο τεύχος αυτό, η βιβλιοκριτικός Άλκηστις Σουλογιάννη, παρουσιάζει την μελέτη της φιλολόγου και δοκιμιογράφου Ανθούλας Δανιήλ: «Οδυσσέας Ελύτης, μια αντίστροφη πορεία. Από το ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου στους Προσανατολισμούς,», Επικαιρότητα 1986., σ. 24-25

-τεύχος 53/11,12, 1987, σ. 39-40

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Η νυχτωδία των συνόρων, Κέδρος 1986

ΜΠΙΛΗ ΒΕΜΗ, Τοπίο που σε λένε ποίημα, Άγρα 1987

ΑΝΝΑ ΚΑΤΕΒΑΙΝΗ, Ποιήματα, στιγμή 1987

ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Υπόγεια Διαδρομή, Αθήνα 1986

-τεύχος 54/1,3, 1988, σ.(26), (46-47)

ΝΙΚΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ,  Ίσκιοι, Κώδικας 1987

ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ,  Η Προφητεία του φόνου Αξιών, Αθήνα 1985

ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ, 3 Διηγήματα. Ανάτυπο από τα «Τετράμηνα», Άμφισσα 1986

ΝΙΚΟΣ ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ, Στο χωριό και στην πόλη, εκδ. Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1986

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΤΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ, Το νέον της οδού. Ιντερμέδιο, Αθήνα 1987

Π. Α. ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, Κέρογος, Δόμος 1986

ΦΩΤΗΣ ΚΑΓΓΕΛΑΡΗΣ, Το Χαροποιό Πένθος- μια ταινία για το τέλος του καλοκαιριού, Ηριδανός 1987

ΛΑΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΣΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ, Αναβαθμοί και Στάσιμα, Άγρα 1987

ΘΕΩΝΥΜΙΑ, Του Σοφωτάτου Βασιλέως ΚΥΡΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΔΟΥΚΑ ΛΑΣΚΑΡΙ. ΛΟΓΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΠΕΡΙ ΘΕΩΝΥΜΙΑΣ, Άγρα, Μάρτιος 1987

ΟΡΦΕΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ, Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν για την Ελλάδα, εκδ. Ορφέας 1986

Η ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΜΠΡΟΣΟΥΡΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ, Το «κύκνειο άσμα» του ηγέτη του ΚΚΕ από τα βάθη της Σιβηρίας, Γλάρος 1987

ΜΕΣΕΒΡΙΝΟΣ, Πνευματικό Ημερολόγιο ή Το ανατολικό φυλάκιο. Έκδοση: Τα Τετράδια του Ρήγα

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΑΤΟΣ, Πλάτωνος Κρίτων. Ο Διθύραμβος των νόμων και της πατρίδας. Σύντομη εισαγωγή διδακτική αξιοποίηση του μεταφρασμένου κειμένου για την Γ΄ Γυμνασίου,  Gutenberg 1987

-ΙΟΥΛΙΤΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ, Καλούς ενιαυτούς Μάρκο, Ύψιλον 1987

-τεύχος 55/4,6, 1988, σ. (44-46)

ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΝΤΑΙΟΣ, Ποδηλάτης με βατραχοπέδιλα, Οδυσσέας 1987

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΠΡΙΝΙΑ, Εγχειρίδιο Κακής Συμπεριφοράς, Νουβέλα, Γνώση 1987

ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΝΗΣ, Σπουδές για Φωνή και Ποίηση. Προμετωπίδα-Κόσμημα Σορόγκας. Επιμέλεια εκδόσεις Υάκινθος

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΙΕΝΤΖΙΔΗΣ, Ανεμόεσσα, Κώδικας 1986

ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΝΤΟΥΦΕΞΗΣ, Λεκτικά Δίπολα, Πλέθρον 1987

ΣΟΦΙΑ ΦΙΛΝΤΙΣΗ, Η ηλικία της άνοιξης, Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις Α. Ε., Θεσσαλονίκη 1987

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗΣ, Το αντάρτικο αεροδρόμιο Η μοιραία αερογέφυρα της Εθνικής Αντίστασης, Γλάρος 1988

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΛΥΚΟΦΡΥΔΗ, Το επόμενο θέρος, Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Τέχνη και Λόγος, Αθήνα 1988

ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΙΡΟΦΥΛΑ, Δημήτριος Ζ. Φιλιππότης: Ο γλύπτης Φιλόσοφος , Φιλιππότη 1987. Μυθιστορηματικές βιογραφίες 4.

-τεύχος 56/7,10, 1988, σ. (15-17), (44-47)

Θ. Δ. ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ, Το Τρίτο Τέταρτο, Ίκαρος 1988

ΖΗΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Μαύρο χιούμορ γι’ αυτά που μας συμβαίνουν, Αθήνα 1988

Ν. Γ. ΔΑΒΒΕΤΑΣ, Η μυστική ταφή της Ελεονώρας Τίλσεν, Ρόπτρον 1988

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΒΑΡΑΣ, Δωρητής σώματος, Πλέθρον 1988

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Δ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ, Περγαμηνές, εκ Παραδρομής 1988

ΒΑΣΩ ΚΩΣΤΑΡΙΔΗ, Της νύχτας κόρη Αυγή, Δωδώνη 1987

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΕΜΟΥΝΔΟΣ, Ο έρωτας φέρνει γούρι, Οδυσσέας 1988

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ, Το χαμόγελο του μινώταυρου, Οδυσσέας 1988

ΒΑΓΓΕΛΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ, Ηχώ Χρόνων, Ηράκλειτος 1988

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ, Το μοναχικό τραγούδι της Άλμας, Ωκεανίδα 1988

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ, Καινούργια όραση, Ίκαρος 1988

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΑΦΟΥΤΗΣ, Ανατολικά της καρδιάς, Άμφισσα 1983

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΑΦΟΥΤΗΣ, Οι μικροί στρατιώτες, Πλέθρον 1987

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΙΩΤΗΣ, Ο έρωτας τ’ απόβραδο, Περίπλους

ΑΝΝΑ-ΜΑΡΙΑ ΒΑΡΔΗ, Από μητέρα σε μητέρα, Αθήνα 1988

Χ. Δ. ΚΑΛΑΪΤΖΗΣ, Λύθρον, Νέα Πορεία-Θεσσαλονίκη 1988

ΚΩΣΤΑΣ ΙΤΟΥΡΗΣ, Επιστροφή στην Αρκαδία Ποιητική σύνθεση, Gutenberg 1987

ΤΑΚΗΣ ΑΝΘΗΛΗΣ, Ο θάνατος του Μαραθωνοδρόμου, Αθήνα 1988

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΛΗΣΗΣ, Χαράγματα, Οι εκδόσεις των φίλων 1988

ΘΑΝΟΣ ΚΑΝΔΥΛΑΣ, Φέρον κύμα, Περίπλους 1988

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ, Ζεστή Πανσέληνος, Ρόπτρον 1988

Μοναχός ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ, Χρώματα των αιώνων, Επικαιρότητα 1988

-τεύχος 57/1,3, 1989, σ. (16-17), (26-27), (46-47)

ΠΟΛΥ ΜΗΛΙΩΡΗ, Εκ των υστέρων, Οδυσσέας 1988

Μ. Α. ΣΕΦΕΡΙΑΔΗ, Ο Ύλας, Δρώμενα 1988

ΝΙΚΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ, Το αθέατο μέσα μας, Κώδικας 1988

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ, Τα ζώα της Κυριακής Το Δέντρο, Ποίηση 1988

ΚΟΥΛΑ ΞΗΡΑΔΑΚΗ, Το φεμινιστικό κίνημα στην Ελλάδα. Πρωτοπόρες Ελληνίδες 1830-1936, Γλάρος 1988

ΡΑΝΙΑ ΔΩΡΟΥ, γένους θηλυκού, Αθήνα 1988

ΘΑΝΟΣ ΤΣΑΤΣΑΡΩΝΗΣ, Η πρώτη ζαβολιά, Αθήνα 1988

ΑΓΓΕΛΟΣ Σ. ΠΑΡΘΕΝΗΣ, Ο πας χρόνος, Ι. Ζαχαρόπουλος, 1988

ΜΑΝΟΣ ΚΑΛΠΑΔΑΚΗΣ, Δανεικά τοπία, Οδυσσέας 1988

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΤΣΑ, Είδωλα πάλι, Ηριδανός 1988

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΕΝΤΖΟΣ, Ηλιανή εβδομάδα, Αθήνα 1988

ΛΕΛΗ ΜΠΕΗ, Ώρα ζωής, Εγνατία 1988

Β. Η. ΒΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥ, Δεκατρείς εκδοχές για Το Στίγμα και οχτώ παραινέσεις, Αθήνα 1988

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Δημήτρης Δ. Λέος (Ο συγγραφέας της Παγκόσμιας διασποράς), Σμυρνιωτάκης, 1988

-τεύχος 58/4,8,1989, σ. (16-17), (45-48), (61-63)

ΛΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΕΦΕΡΙΑΔΗ, Η Γυναίκα της Άμμου, Κέδρος 1988

ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ, Ποιήματα προτέρου εντίμου βίου, Έρασμος 1989

ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ, σκοτεινός μαγνήτης, άλως 1989

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ, Ανάμεσα νερό και μαύρο αποφασίζω κόκκινο, Διάττων 1989

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΑΒΑΛΑΣ, Απλά τραγούδια για έναν Άγγελο, Αθήνα 1988

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΛΑΤΑΝΙΤΗΣ, Τρία δοκίμια για τον Τάκη Σινόπουλο, Σμίλη 1989

ΘΕΟΔΟΣΗΣ Θ. ΙΣΑΑΚΙΔΗΣ, Μονόλογος για δύο, Παρασκήνιο 1989

ΣΠΥΡΟΣ ΖΑΧΑΡΑΤΟΣ, Σταλαγμίτες, Αίνος, Αθήνα ; 1987

ΣΤΑΘΗΣ ΚΑΒΒΑΔΑΣ, Τα μαλθακά ρομπότ, Διογένης 1989

ΑΝΝΑ ΜΥΚΩΝΙΟΥ-ΔΡΥΜΠΕΤΑ, Ελύτης και σουρρεαλισμός. Η καταγραφή μιας επίδρασης, Παρατηρητής 1988

ΠΟΛΥ ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΡΑΝΑΣΙΟΥ, Τοπία του μύθου, Αθήνα 1989

ΚΩΣΤΑΣ ΡΟΔΑΡΑΚΗΣ, Το τραίνο του μεσονυχτίου, Αθήνα 1988

ΝΤΕΝΙΖ ΡΩΝΤΑ, Η μοναξιά του μπλε, Πλέθρον 1989

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ, Άρση Βαρών, Αθήνα 1988

ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΕΝΕΤΗΣ, Κυρίως με φως, Κάβειρος 1989

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Β. ΝΤΑΟΥΣΑΝΗΣ, Χρώμα μαύρο, Γλάρος 1989

ΛΕΟ ΜΠΟΥΣΚΑΛΙΑ, Ο δρόμος του ταύρου, μτφ. Δημήτρης Κωστελένος, Γλάρος

-τεύχος 59/9,12, 1989, σ. (41), (44-45)

ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Λαβύρινθος, β΄, έκδοση Καστανιώτης 1988

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΑΛΜΑΝ, Βουστροφηδόν Το Σύνταγμα της Ζωής, Κώδικας 1988

ΜΑΡΘΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Ο κροκόδειλος, Πλέθρον 1988

ΑΝΗ ΚΥΠΡΙΑΔΟΥ, Η Βροχάνθρωπος και ο Φοβίας-το παχύ δέρμα του θυμού σου… και άλλες ιστορίες… Αθήνα 1988

ΝΩΝΤΑΣ Σ. ΦΩΚΑΣ, Ισημερία, Πάτρα 1988

-τεύχος 60/1,5, 1990, σ. (25), (37), (46-47)

ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ, Χώροι αναπνοής. Ένα τρίπτυχο, Πρόσπερος 1988

ΦΑΝΗΣ ΜΟΥΛΙΟΣ, Οι κληρονόμοι, μυθιστόρημα, Επικαιρότητα 1988

ΧΑΡΗΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ, Η μοντέρνα ποίηση και τα προβλήματα διδασκαλίας της, Gutenberg 1989

ΧΡΥΣΑ ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΑΝΤΑΖΗ, Δούλοι και Δουλεία στον Όμηρο, Πατάκη 1989

ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΛΙΩΤΗΣ, Το τραγούδι της επιστροφής, Ενδυμίων 1989

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ, Καταφυγή, Αθήνα 1990

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΩΡΙΚΟΣ, Νεάτη, Ηράκλειο 1989

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ, Μοντέλο Σώματος, Σύγχρονη Εποχή, β΄ έκδοση 1989

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΑΒΑΛΑΣ, Το πρόσωπο της ευτυχίας, Αθήνα 1987

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΑΒΑΛΑΣ, Η εσωτερική διαλεκτική στη «Μαρία Νεφέλη» του Οδυσσέα Ελύτη, Κώδικας 1987

ΑΝΤΩΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΛΗΣ, Πορεία, Πλέθρον 1987

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΕΛΗΟΛΑΝΗΣ, Η συμμορία του τυφλοπόντικα, Στοχαστής 1988

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΟΥ, Συμπαντικά, Δωδώνη 1987

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΡΟΥΣΤΑΛΙΑΣ, Κάρτα Απεριορίστων Διαδρομών, Καλέντης 1988

-τεύχος 61/11,1990, Β΄ περίοδος, σ. (28-29), (45-46)

ΜΙΧΑΗΛ ΜΗΤΡΑΣ, Η τελευταία εικόνα του κόσμου, Αιγόκερως 1987

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ ΠΙΤΤΑΣ, Φαντασία, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» 1989

Ε. Τ. ΧΟΦΜΑΝ, Τα ελιξίρια του διαβόλου, μετ. Πωλίνα Λάμψα, Γλάρος 1989

ΗΛΙΑΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, Ο Μεγάλος Σεισμός, Γνώση 1987

ΦΡΙΤΣ ΠΕΡΛΣ, Η Προσέγγιση Γκεστάλτ, μτφ. Γιώργος Δίπλας, Γλάρος 1989

ΔΗΜΗΤΡΑ ΠΑΥΛΑΚΟΥ, Η Κρύπτη με τις Φτέρες, Ηρόδοτος 1989

ΝΙΚΟΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ, Τα Επίτηδες, Γνώση 1989

ΟΛΓΑ ΑΓΟΡΙΑΝΙΤΟΥ, Τα Παιδιά της Χαμένης Ηλικίας, Ωκεανίδα

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΗΤΣΗΣ, Χιονίζει κάπου μεσ’ στα παραμύθια, Γκοβόστη 1990

-ΠΟΛΥ ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΥ-ΚΑΡΑΝΑΣΙΟΥ, Ανοχείρωτες μέρες, Μαυρίδης 1990

-ΝΙΚΟΛΑΪ ΓΚΟΓΚΟΛ, Ο Βίι, μτφ. Κίρα Σίνου, Γλάρος 1988 

-τεύχος 70/1994, Γ΄ περίοδος, σ. (34-35)

ΠΑΝΟΣ ΚΑΠΩΝΗΣ, Αρχιπέλαγος Αϋπνίας, Αίολος 1993. (π)

Β) ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ  Ομπρέλα

-τεύχος 65/6,8,2004, σ. 85-89. Οι ονειροπόλοι του Bertolucci. Μια μικρή αναδρομή στον κόσμο του διάσημου κινηματογραφιστή.

-τεύχος 66/9,11,2004, σ. 87-91, 95. ΣΗΜΑΙΝΟΝ ΚΑΙ ΣΗΜΑΙΝΟΜΕΝΟ. Το καπέλο, ο τοίχος, ο χορός (Με αφορμή παράσταση στο Ηρώδειο), σ. 87-91 και

• Βασίλης Λαδάς, «ΡΙΟΝ-ΑΝΤΙΡΡΙΟΝ» (Δόντι, Πάτρα 2004) βιβλιοκριτική, σ. 95

-τεύχος 67/12,2004-2,2005, σ. 10-14. ΟΥΡΜΠΑΝΙΣΜΟΣ- ΑΣΤΥΦΙΛΙΑ- ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ: Η ΛΑΝΘΑΝΟΥΣΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, σ. 10-14.

Γ) ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ  ΚΥΜΟΘΟΗ. Περιοδική Έκδοση Συνδέσμου Φιλολόγων Κεφαλονιάς-Ιθάκης.

-τεύχος 1/ Αργοστόλι, Δεκέμβριος 1991, σ. 106-115. ΕΚΦΡΑΣΗ-ΕΚΘΕΣΗ Α΄ ΛΥΚΕΙΟΥ: (ΔΙΑΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΔΥΟ ΕΝΟΤΗΤΩΝ)

Δ) ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ  Νέα Εστία

-έτος ΟΑ΄, τόμος 141ος, τεύχος 1674-1675/1& 15/4/1997, σ. (486-488). ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ ΕΝ ΛΕΥΚΩ.

(το διπλό τεύχος είναι Αφιερωμένο στον Οδυσσέα Ελύτη. Στην πρώτη επέτειο του θανάτου του). Το τεύχος ανατυπώθηκε και προσφέρθηκε στους αναγνώστες της από την εφημερίδα «Το Βήμα» το 2019. Οι αντίστοιχες σελίδες είναι 58-60.

-έτος 84ο τόμος 167ος τεύχος 1830/2, 2010, σ. (383-385). Βιβλιοκριτική της Α. Δανιήλ με τίτλο «Ζυγισμένη μετάφραση» για το βιβλίο: Σαπφώ, Ποιήματα, επιλογή-μετάφραση Τασούλα Καραγεωργίου, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2009, σ. 94. (στις σελίδες του περιοδικού Μηνολόγιο του Φεβρουαρίου. Το τεύχος εξετάζει «Πρόσωπα και ζητήματα της νεοελληνικής πεζογραφίας»).

- έτος 91ο, τόμος 181ος, τεύχος 1875/12,2017, σ.(978-983). Η Γενιά του ’70 και η κριτική της.

(το πλούσιο σε ύλη  και συνεργάτες αυτό τεύχος είναι Αφιέρωμα στην Ποιητική Γενιά του 1970)

Ε) ΚΕΙΚΕΝΑ ΤΗΣ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ  ΠΟΙΗΣΗ. Εξαμηνιαίο Περιοδικό για την Ποιητική Τέχνη

-τεύχος 14/ Φθινόπωρο-Χειμώνας 1999, σ. (267-271), ΜΕ ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΟ ΣΤΟ ΠΛΗΚΤΡΟ. Τασούλα Καραγεωργίου, Ποιητική Τεχνολογία, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1998 (βιβλιοκριτική)

ΣΤ) ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ  ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ. Εργαστήριο Εξαιρετικών Αισθημάτων

-τεύχος 137/7,9,2007, σ. 54-62, Τα θαύματα της ελυτικής ποίησης σε τόπο ελληνικό και παραδείσιο

(το τεύχος είναι Αφιερωμένο στον Οδυσσέα Ελύτη. (Μεταξύ άλλων, συμμετέχουν η Ζωή Σαμαρά, ο Παναγιώτης Νούτσος, ο Δημήτρης Ι. Καραμβάλης, ο Γιώργος Σούβαλης, η Μαρία Χατζηγιακουμή κ. ά)

Ζ) ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ  ΔΙΑΒΑΖΩ,  Δεκαπενθήμερη Επιθεώρηση του Βιβλίου.

-τεύχος 337/6, 1994, σ. 73-75,  Ο Ηλίας Βενέζης των Σχολικών Βιβλίων (Γυμνασίου-Λυκείου).

(το τεύχος είναι Αφιερωμένο στον Ηλία Βενέζη. Στο τεύχος συμμετέχουν ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος, ο Μιχάλης Γ. Μερακλής, η Αλεξάνδρα Θαλάσση, η Ελένη Χωρεάνθη, και η Νένα Ι. Κοκκινάκη)

Η) ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ  Πόρφυρας, Τριμηνιαίο περιοδικό

-Κέρκυρα, Φυλλάδιο 118/1,3, 2006, σ. 675-679, ΣΤΗΝ ΕΝΕΔΡΑ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ. Συνολική θεώρηση της ποίησης του Στάθη Κουτσούνη.

(Το κείμενο είναι «Ομιλία με τίτλο «Παραλλαγές του μαύρου σε φόντο λευκό», στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Ηρακλείου Αττικής την 11-4-2005»)

-Κέρκυρα, Φυλλάδιο 124/7,9, 2007, σ.207-211. ΔΟΚΙΜΙΝ. (για την ποίηση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη)

(Το τεύχος είναι Αφιερωμένο στον Κύπριο ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη.

(Συνεργάζονται μεταξύ άλλων οι: Σπύρος Ευαγγελάτος,  Γιώργος Κεχαγιόγλου, Μιχάλης Γ.  Μερακλής, Αγαθή Γεωργιάδου, Δώρα Μεντή, Σάββας Παύλου, Δημήτρης Κοσμόπουλος, Κώστας Μπαλάσκας, και άλλοι)

Θ) ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ, τετραμηνιαίο περιοδικό για την τέχνη και τη ζωή

-τεύχος 26/9,12, 2001, σ. 74. Το τεύχος είναι Αφιερωμένο στον ποιητή Ζήση Οικονόμου. Ο ποιητής του άχρονου.

(στις σελίδες ο Ζήσης Οικονόμου και η κριτική…. , αναδημοσιεύεται απόσπασμα της κριτικής της Α. Δανιήλ, που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό «γράμματα και τέχνες» τχ. 56)

Ι) ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΟΙΗΤΙΚΗ, εξαμηνιαίο περιοδικό για την τέχνη της ποίησης

-τεύχος 10/Φθινόπωρο-Χειμώνας 2012, σ. 303-306, Βιβλιοκριτική της Α. Δ. με τίτλο «ΕΔΩ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ». Τασούλα Καραγεωργίου, Η χελώνα του Κεραμεικού, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2011. (στις σελίδες τις Κριτικής)  

Σημειώσεις:

               «…  συχνά  τα βιβλία μιλούν για βιβλία ή μάλλον είναι σαν να μιλούν μεταξύ τους…»

                                                                          Ουμπέρτο Έκο

      Είναι πολύ χρονοβόρο και με αρκετές απρόσμενες δυσκολίες να συντάξει κανείς μια εργογραφία ή την βιβλιογραφία ενός συγγραφέα.. Ενέχει πολλούς κινδύνους, καιροφυλαχτούν άπειρες παγίδες, τα ρίσκα είναι αναπάντεχα, η διολίσθηση σε παραπληροφόρηση επίσης, σε πελαγοδρομήσεις, σε μη ουσιώδεις αναφορές. Ίσως, ενδόμυχα, από υπερβολική αγάπη, και παρά τις ερευνητικές σου προθέσεις, να υπερσιτίζεις τον αναγνώστη την έρευνα με στοιχεία.  Χρειάζεται να διαθέτεις υπομονή μέχρι εξαντλήσεως, επιμονή καμιά δίχως όρια, ίσως και αυτοέλεγχο. Να ξοδέψεις τεράστια αποθέματα του προσωπικού σου χρόνου, να επιθυμείς διάθεση επικοινωνίας με το υλικό που έχεις στα χέρια σου, αυτό που φέρνεις στο φως της επιφάνειας. Να είσαι-γιατί όχι-μανιώδης φιλαναγνώστης. Βιβλιόψειρας. Να σπαταλήσεις προσωπικά σου χρήματα για την αγορά του απαραίτητου υλικού που φιλοδοξείς να συγκεντρώσεις,  να το οργανώσεις, να το ταξινομήσεις, να το κατηγοριοποιήσεις , να το αποδελτιώσεις. Ένα σκόρπιο και άταχτο δημοσιευμένο υλικό, είναι σαν την αγκινάρα, που οφείλει να ξεφλουδιστεί να την αλείψεις με λεμόνι για να μας μείνει η καθαρή και εύγεστη ψίχα που θα ικανοποιήσεις την γεύση μας. Αυτά και άλλα τόσα χρειάζεται να έχουμε υπόψη μας αν αποφασίσουμε να ασχοληθούμε με τέτοιου είδους και μεγέθους ερευνητικές και επιστημονικές εργασίες. Μα ίσως, προπάντων, χρειάζεται να διαθέτεις ερευνητικό ένστικτο. Δυστυχώς δεν αρκεί η επιθυμία, η καλή πρόθεση, η φιλοπραγμοσύνη που διαθέτει ένας ερευνητής μια ερευνήτρια, ένας κριτικός, ένας βιβλιογράφος, ένα άτομο που ασχολείται συστηματικά και εξακολουθητικά με τα κοινά της λογοτεχνίας και της τέχνης, είναι αναγνώστης, θεατής, κοινωνός συμμέτοχος με τον τρόπο του. Να καταγράψει το πολιτιστικό, ιστορικό και διαχρονικό πεδίο της γραμματείας της πατρίδας του, των χρόνων του, της γενιάς του. Να αποφασίσει να συντάξει την Εργογραφία και υποφερτή Βιβλιογραφία ενός συγγραφέα, ενός δημιουργού, ενός καλλιτέχνη. Πάντα κάτι θα σου διαφεύγει, κάτι θα ξετρυπώνεις την τελευταία στιγμή που θα σε κάνει να αναθεωρείς την διάταξη του συγκεντρωμένου σου υλικού. Σίγουρα κάτι θα σου ξεφύγει ή θα σε πληροφορήσουν στο παρά πέντε και θα σου «ανατρέψει» τον αρχικό σχεδιασμό. Θα σου εμπλουτίσει τον σχεδιαστικό σου ιστό. Μια Βιβλιογραφία έχει αρχή,-όσο επιστημονικά άρτια και συγκροτημένη και αν είναι- αλλά δεν έχει τέλος. Μια Βιβλιογραφία είναι ανοιχτή στον χρόνο της μελλοντικής έρευνας, της ανάγνωσης. Φέρνει στο φως διαρκώς στοιχεία και πληροφορίες που ούτε ο ίδιος ο συγγραφέας, ο δημιουργός για τον οποίο γίνεται η έρευνα μπορούσε να υποψιαστεί. Της αποδοχής του έργου του. Στην διαδρομή της σύνταξής της, αναφύονται άλλου είδους ζητήματα, μεθοδολογίας, διαχείρισης του απρόβλεπτου όγκου του συγκεντρωμένου υλικού. Σίγουρα απαιτείται ένα δεύτερο διβόλισμα. Ενδέχεται πρώτες δημοσιεύσεις του συγγραφέα να επαναλαμβάνονται, να μεταφέρονται σε άλλα έντυπα, περιοδικά, βιβλία (όπως στην περίπτωση πχ. του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη κλπ.), σύμμεικτες εργασίες, να διευρυνθούν οι πηγές επαναληπτικής αναφοράς. Τότε τίθεται το ερώτημα, τι κάνεις, πως διαχειρίζεσαι, συμπεριφέρεσαι με το υλικό. Καταγράφεις την πρώτη δημοσίευση και αγνοείς τις επόμενες; Τις συμπεριλαμβάνεις όλες αδιακρίτως κατά χρονολογική σειρά δημοσιεύσεως τους; Και στις περιπτώσεις εκείνες που εξακριβώνουμε αναδημοσιεύσεις-από τρίτους, μόνο αποσπασμάτων, μέρος του πρωτογενούς συγγραφικού υλικού του τι πράττεις; Αν χρησιμοποιούνται αποσπάσματα σαν προεισαγωγικές ρήσεις, αποσπάσματα εν ήδη «προλόγου» που δηλώνουν την συγγένεια των συγγραφικών φωνών, την παράλληλη αναζήτηση, τις εσωτερικές συνομιλίες κειμένων και συγγραφέων, τα προσθέτεις και αυτά στο γενικό σώμα της Βιβλιογραφικής αναφοράς σου; Έχουμε ακόμα, τις σκόρπιες αφιερώσεις από συγγραφέα σε συγγραφέα, την αναφορά σε γνώμες τρίτων, τις προσθέτεις και αυτές; Στο χρονικό και της συγκέντρωσης πεδίο έρευνας, αναφύεται ένα ζήτημα με πολλές ενδεχόμενες εκδοχές και επιτρεπτές ενστάσεις. Αν εξαιρέσουμε την συγκέντρωση του αχαρτογράφητου-ακόμα και στις ημέρες μας- υλικού, μη επισημασμένου από τους πολλούς, που αφορά παλαιότερες γενιές συγγραφέων και δημιουργών, ποιητών, πεζογράφων, θεωρητικών δοκιμιογράφων, του προηγούμενου αιώνα, του πρό προηγούμενου, ιστορικές εποχές που τα πράγματα σε παρόμοιους τομείς της ελληνικής γραμματείας, της έρευνας, των γενικών επίσημων αποδελτιώσεων, δεν ήταν ούτε ξεκάθαρα ούτε είχε φανεί η πρόθεση, η διάθεση για τέτοιου είδους εργασίες, πως συμπεριφέρεσαι. Όταν ακόμα οι δυσκολίες ήσαν ανυπέρβλητες, οι αναφορές απειροελάχιστες, τα στοιχεία διάσπαρτα σε μη όμορους χώρους και περιβάλλοντα, μια και δεν υπήρχε οργανωμένη επίσημη καταγραφή ούτε από τους ιθύνοντες του ελληνικού κράτους αρμόδιους φορείς της παιδείας και της εκπαίδευσης. Ούτε από τους υπάρχοντες Φιλολογικούς συλλόγους εκείνων των εποχών, πως ξεκινάς την έρευνα, το πλησίασμα ενός πεδίου που δεν γνωρίζεις που θα σε οδηγήσει. Διαπιστώνουμε λοιπόν, το εξής, τι κάνεις στις περιπτώσεις εκείνες, που είναι και οι περισσότερες, όπου οι σύγχρονοί μας συγγραφείς, οι κοντινοί μας, της εποχής μας, που ακόμα δημιουργούν, παράγουν, δημοσιεύουν;  Πως οφείλεις να λειτουργήσεις δίχως να δημιουργηθούν κενά στην συγκέντρωση και ταξινόμηση της σε εξέλιξη συγγραφικής τους παραγωγής; Αποδέχεσαι μέρος του υλικού, περιόδους γραφής του συγγραφέα, διαχωρίζεις θεματικές ενότητές του, τι προτιμάς. Για παράδειγμα, πως συντάσσεται μια εργογραφία ή βιβλιογραφία του επαγγελματία συγγραφέα και πολιτικού Βασίλη Βασιλικού, όταν τα ολιγοσέλιδα και πολυσέλιδα διαφόρων θεμάτων και ειδών βιβλία του ξεπερνούν τα 100 (;) σε όλες του τις συγγραφικές περιόδους. Μην προσμετρώντας τα δημοσιεύματά του, την αρθρογραφία του, τις συμμετοχές του σε εκπομπές παρουσίασης βιβλίων και νέων εκδόσεων. Και ακόμα, υπάρχει και η άλλη περίπτωση. Διαβάζουμε δημοσιεύματα και άρθρα λογοτεχνών, ποιητών, κριτικών, δοκιμιογράφων κλπ., που αποστέλλονται προς δημοσίευση σε έντυπα, εφημερίδες και περιοδικά εκτός κέντρου, στην επαρχία, στην περιφέρεια, είτε γιατί ο συγγραφέας κατάγεται από διαφορετική πόλη από αυτήν που διαμένει και εργάζεται, ζει με την οικογένειά του, είτε γιατί διατηρεί συναισθηματικούς ή άλλους δεσμούς με την πόλη ή με ορισμένους από τους συγγραφείς και τους πνευματικούς της ανθρώπους της περιφέρειας, είτε γιατί εκτιμά τους συνεργάτες και τα λογοτεχνικά περιοδικά και έντυπα τα οποία εκδίδονται  και κυκλοφορούν εκτός κέντρου. Περιοδικά  που ο συγγραφέας-του οποίου επεξεργαζόμαστε την εργοβιογραφία του, ήταν μόνιμος ή περιοδικός συνεργάτης των εντύπων αυτών, αναγνώστης τους, που σημαίνει ότι, «τρεχάτε ποδαράκια μου» για ανίχνευση και ανακάλυψη των πηγών. Με σκοπό να συγκεντρωθούν και ενταχθούν στην γενική εργασία.

     Το διάσπαρτο υλικό, τα άπειρα δημοσιεύματα που απλώνονται στον χρόνο και στις λευκές σελίδες των εντύπων ενός συγγραφέα, είναι σε πλείστες ακόμα περιπτώσεις αχαρτογράφητο, και μάλλον ασχολίαστο για μεγάλη μερίδα συγγραφέων και δημιουργών της ελληνικής γραμματείας. Ευτυχέστεροι σε αυτές τις περιπτώσεις, που οι κριτικοί και βιβλιογράφοι άνοιξαν διαρκή συνομιλία με το έργο τους είναι, ο αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, (με τον μεγαλύτερο ίσως όγκο βιβλιογραφικών καταγραφών), ο νομπελίστας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, ο διηγηματογράφος κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο ποιητής της Ρωμιοσύνης Γιάννης Ρίτσος, ο κάτω από την Καζαντζακική ομπρέλα, μυθιστοριογράφος και κριτικός της τέχνης Παντελής Πρεβελάκης, (τρίτομη η συγκέντρωση του προσωπικού του υλικού), ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός (εξαιρετική η εργασία για τις διάφορες παγκοσμίως καταγραφές του Ύμνου, από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο) και έπονται άλλοι έλληνες δημιουργοί. Η πλειοψηφία όμως των ελλήνων συγγραφέων της ελληνικής μας γραμματείας αποτελούν μάλλον ακόμα άγνωστο πεδίο, αν φέρουμε στην σκέψη μας τα πάνω-κάτω 6.500 ονόματα που κινηματογραφεί η δωδεκάτομη εγκυκλοπαίδεια του Χάρη Πάτση.. Αλλά για να λέμε και του «στραβού το δίκιο», πώς να συγκεντρώσεις και να ταξινομήσεις ένα υλικό εργοβιογραφίας, ανά την υφήλιο, του μυθιστοριογράφου-εθνικού παραμυθά Νίκου Καζαντζάκη; Τι να επιλέξεις να πρωτοδιαβάσεις από έναν έλληνα συγγραφέα που το συγγραφικό του υλικό βρίσκεται σε αναγνωστικό οργασμό στις συνειδήσεις των ανθρώπων, τόσες δεκαετίες μετά τον θάνατό του και επανεκδίδεται συνεχώς; Αμέτρητα εξεταστικά προβλήματα συναντάμε και στις περιπτώσεις εκείνες που λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και εφημερίδες, έχουν αναστείλει την λειτουργία τους. Περιοδικά της λογοτεχνίας που κυκλοφόρησαν λαθρόβια, ήσαν βραχύβια, και υπάρχουν δημοσιεύματα που αφορούν τα αποδελτιωτικά δελτάριά σου. Τι πράττεις σε αυτές τις περιπτώσεις, τα αγνοείς και μένεις σε ενδεικτικές σημειώσεις, παραπομπές τρίτων που έτυχε να τα γνωρίζουν, ή τα καταγράφεις έμμεσα εμπιστευόμενος την ξένη ματιά. Και αν η παραπομπή ή η πληροφορία ενδέχεται να έχει λαθάκια ή ανακρίβειες (όχι από υπαιτιότητα του συντάκτη, αλλά από παρανάγνωσή του τυπογράφου, αβλεψία του επιμελητή) τότε χρεώνεσαι την παραπομπή ως έχει ή την αφήνεις απέξω; Ότι και να γράψουμε, όσο και αν «κατηγορούμε» πάντα τους άλλους, με μεγάλη αυστηρότητα, το μάτι που ορά παίζει, χάνει, κάτι θα του ξεφύγει, δεν θα κατορθώσει να αναγνωρίσει σε τελευταία ανάλυση, μια μικρολεπτομέρεια απαραίτητη. Και μάλιστα όταν ο ερευνητής, ο φιλέρευνος διασώστης μελετητής δεν έχει την εξοικείωση της ματιάς ενός ζωγράφου, που το οπτικό πεδίο παρατήρησής του, της διάταξης που οργανώνει του κόσμου γύρω του, των εικόνων, είναι διαφορετική από αυτή των ερευνητών, βιβλιογράφων, ιστορικών της λογοτεχνίας. Και λίγο ακόμα, στις περιπτώσεις εκείνες που συναντάμε μόνο μια ονομαστική αναφορά στον συγγραφέα (το ονοματεπώνυμό του) (βλέπε περιπτώσεις αρκετών Ιστοριών της Ελληνικής Λογοτεχνίας, και μεικτών δοκιμιών) καταγράφεις την πηγή, την παραβλέπεις, την αγνοείς;  Αυτά και άλλα ερωτήματα-διλήμματα αντιμετωπίζει οποιοσδήποτε θελήσει να συντάξει μια υποφερτή εργογραφία, βιβλιογραφία, ενός συγγραφέα που διαβάζει και εκτιμά. Να επαναλάβω, χρειάζεται προσωπικός μόχθος, υπομονή, να διαθέσεις τον προσωπικό σου χρόνο, να ξοδέψεις χρήματα, ή να παρακαλέσεις άτομα, γνωστά και άγνωστά σου. Εν κατακλείδι, ότι οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί στις καταδικαστικές ή αφοριστικές κρίσεις μας, όταν αναφερόμαστε σε πολύχρονους μόχθους τρίτων, που πολλές φορές, αρχινούν από το μηδέν, θέτοντας τις βάσεις για μελλοντικές εργασίες και ερευνητικές επεξεργασίες. Μπορούμε να μεμφθούμε παραδείγματος χάριν, τον συγγραφέα Κυριάκο Ντελόπουλο επειδή δεν βρήκε και δεν κατέγραψε όλα τα ψευδώνυμα των ελλήνων δημιουργών; την ποικιλία των ψευδωνύμων που χρησιμοποίησαν οι συγγραφείς; Αυτά που υιοθέτησαν είτε στην επίσημη είτε την ανεπίσημη δημιουργική τους διαδρομή; Αστεία πράγματα. Καταδικαστικές προφάσεις εν αμαρτίαις ατόμων, που με τους διαβήτες της πανεπιστημιακής τους ή μη καθαρότητα κρίσεων ή τα υποδεκάμετρα της κριτικής τους εγκυρότητας, αποφαίνονται από καθέδρας. Με περισπούδαστες δημόσιες απορρίψεις προσώπων, εργασιών καταθέσεων και προσπαθειών. Απορρίπτουν, εξοβελίζουν στο πυρ της μη αναφοράς και μνημόνευσης τους, (στις δικές τους εργασίες) προσπάθειες και αγωνίες, κόπους προγενέστερων. Οι οποίοι εξαιτίας των ελλείψεων παντοειδών πόρων και διευκολύνσεων που οι ίδιοι απολαμβάνουν, στάθηκαν τυχερότεροι από άλλους να έχουν. Αν δεν υπήρχε όμως ένας Γιώργος Κατσίμπαλης και τα βιβλιογραφικά φυλλάδιά του, πόσα κενά πληροφοριών και στοιχείων θα είχαμε για ξένους και έλληνες ποιητές; Αν δεν είχαμε τις αποδελτιωτικές καταγραφές του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου, πόσα θα είχαμε λησμονήσει από την πολιτιστική ιστορία της συμπρωτεύουσας. Αν δεν γνωρίζαμε την κοπιώδη δουλειά του ποιητή και κριτικού Δημήτρη Δασκαλόπουλου, (βλέπε Βιβλιογραφία Ο. Ε. (1971-1992), Αθήνα 1993) του ιστορικού της ελληνικής λογοτεχνίας Mario Vitti, του συγγραφέα του βιβλίου «Για τον Ο. Ελύτη Ομιλίες και άρθρα» (που πρώτος συνέταξε με την συνεργασία της Αγγελικής Γαβαθά την βιβλιογραφία (1935-1971) του ποιητή, 1977) δεν θα είχαμε την απαραίτητη βάση δεδομένων για να προσεγγίσουμε ευκολότερα τον νομπελίστα ποιητή. Οδυσσέα Ελύτη. Σε ανάλογα απαραίτητα εντάσσονται και οι περιπτώσεις εργοβιογραφίας του ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, του Γιάννη Ρίτσου από την Αγγελική Κώττη και πάει λέγοντας. Χωρίς τα Παπαδιαμαντικά Τετράδια από τον Νίκο Τριανταφυλλόπουλο , θα ήταν ισχνές οι γνώσεις μας για τον κυρ Αλέξανδρο. (Πόσο μπορούσε να αντέξει αναγνωστικά η πρώτη αποδελτιωτική προσπάθεια του Γιώργου Βαλέτα). Δίχως την ογκώδη εργασία του Γιώργου Ανδρειωμένου θα ήταν θολό για μας το σύμπαν του Ανδρέα Κάλβου. Δεν οφείλουμε αναρωτιέμαι, να διατηρήσουμε στην επιφάνεια της μνήμης μας ένα λησμονημένο και ίσως άγνωστό μας πρόσωπο, που με την πρωτόλεια, ναι, εργασία του μας βοήθησε; Αναφέρομαι στον Μιχάλη Βουδούρη και στο ισχνό φυλλάδιό του (32 μόλις σελίδες που βρήκα κάποτε σε παλαιοπωλείο), με τίτλο «Συγγραφικά Ψευδώνυμα Ελληνίδων και Ελλήνων (1800- 1969)- Συμβολή Τρίτη,  Utrecht, Nederland,  Απρίλιος 1976. Μας πρόσφερε μια μικρή βάση δεδομένων. Για να μείνω στην μνημόνευση ενδεικτικών περιπτώσεων. Και να μην επεκταθώ και μακρηγορήσω με τις εργασίες του Φίλιππου Ηλιού και λοιπών στον ιστορικό τομέα.

     Θέτοντας αυτά τα ερωτήματα, και όσα άλλα χρήσιμα ασφαλώς μπορεί να προσθέσει κάποιος, που μας δηλώνουν με σιγουριά ότι είναι πάντα ανοιχτό το πρόβλημα στο πότε ολοκληρώνεται, μπορεί να αποκτήσει μια ολοκληρωμένη αποδεκτή μορφή μια εργογραφία ή βιβλιογραφία, (ζητήματα αδιάφορα και ανιαρά για το πλήθος των αναγνωστών των ίδιων των έργων που τα απολαμβάνουν χωρίς διαμεσολαβητές) αποπειράθηκα να οργανώσω μια ενδεικτική κειμενογραφία και κριτικογραφία της φιλολόγου και δοκιμιογράφου Ανθούλας Δανιήλ. Σαν Αντί Χάρη που σε παλαιότερα χρόνια, είχε την καλοσύνη να μου δωρίσει μια ανθολογία Ταξιδιωτικής λογοτεχνίας που δεν ήταν έργο της. Ναι, οφείλουν αυτοί που γράφουν και δημοσιεύουν, να μιλούν για τέτοιες ενέργειες, πρακτικές, και μάλιστα, από ένα πρόσωπο, που δεν το έχεις συναντήσει ποτέ σου. Ποιητική λειτουργία, δεν είναι μόνο το να συνθέτεις ποιήματα ή να γράφεις κείμενα. Ποιητική πράξη και αίσθηση είναι κάθε κοινωνική ενέργεια ή θετική εκδήλωση, συμπεριφορά, που σε φέρνει κοντύτερα στους άλλους, έστω και για  λίγο. Πολιτισμός είναι να αναγνωρίζεις ότι κάποιοι έχουν προηγηθεί πριν από εσένα και να τους αναφέρεις, να μνημονεύεις τα ονόματά τους, να μην συνειδητά και σκόπιμα, αγνοείς ακόμα και αυτούς που ξόδεψαν από το υστέρημά τους και αγόρασαν τα δεκάδες τεύχη του περιοδικού σου που εξέδωσες, των βιβλίων σου που κυκλοφόρησαν και αγόρασαν. Πολιτισμός είναι όταν ο εργοδότης σου, σου δίνει τις απολαβές που σου αναλογούν, σε ασφαλίζει. Πολιτισμός είναι η διατήρηση της καθαρότητας του δημόσιου περιβάλλοντος, η αγάπη προς τη φύση, την φιλοζωία. Ποίηση, δεν είναι μόνο να απολαμβάνεις τον εαυτό σου να κάθεται αναπαυτικά στο γραφείο του και να γράφεις με φάμπερ μολυβάκι ή στο πληκτρολόγιο του ηλεκτρονικού σου υπολογιστή, δροσιζόμενος από το πνεύμα των μεγάλων ποιητών που βγαίνει από τον ανεμιστήρα της λογοτεχνίας που έχεις στα ράφια της βιβλιοθήκης σου. Το επιβραβευτικό γουργούρισμα των συναδέλφων σου ποιητών και άλλων συναφών κύκλων.

      Μέσα σε αυτό το πλέγμα των ατομικών μου σχεδιαστικών πλάνων και ερωτήσεων, θέλησα να καταγράψω ότι κατόρθωσα να βρω, από τα σκόρπια δημοσιεύματα, το μη συγκεντρωμένο υλικό, για τους πολλούς, της Ανθούλας Δανιήλ, γιατί με την Ανθούλα Δανιήλ, με συνδέει και κάτι άλλο πιο ουσιαστικό μάλλον, από τις ανθρώπινες έστω και εξ τηλεφωνικής αποστάσεως επαφές, μας συνδέει η κοινή μας αγάπη για το έργο του Οδυσσέα Ελύτη. Του ποιητή που φώτισε και εμπλούτισε τις αισθήσεις μας. Τον ασκητή του χρόνου που αισθανόμαστε την ποιητική λειτουργία . Το ναυτάκι της αθωότητας του έρωτα των γαλάζιων ονείρων και της θαλασσινής νηνεμίας. Του ποιητή που από κάπου ψηλά μας θωρεί επαναπαυόμενος σε φτερούγες αγγέλων. Ο Οδυσσέας Ελύτης, όπως και άλλοι ποιητές, στήνουν γέφυρες επικοινωνίας  μεταξύ μας. Μας σκέπουν καθοδηγώντας μας με λυρισμό και ποίηση.

     Για να καταγράψω το υλικό αυτό, κατέφυγα στην πεπατημένη όλων μας. Ανέτρεξα σε τεύχη περιοδικών που είχα στην βιβλιοθήκη μου και σε βιβλία. Από συμπληρωματικές της έρευνας πληροφορίες, αποδεχόμαστε, ότι υπάρχουν και άλλες σκόρπιες δημοσιεύσεις της, που περιμένουν τον μελλοντικό μελετητή της συγγραφικής της περιπέτειας. Αν και ακόμα, μια συγκεντρωτική κατάθεση του συγγραφικού υλικού της δεν είναι εφικτή,  εξαιτίας του ότι βρίσκεται εν εξελίξει το συγγραφικό της ταξίδι. Η δοκιμιογράφος και αρθρογράφος Ανθούλα Δανιήλ εξακολουθεί να παράγει έργο, σε πολλαπλά της τέχνης επίπεδα. Τα τελευταία χρόνια δημοσιεύοντας εργασίες της σε ηλεκτρονικά έντυπα. Τα στοιχεία για το έργο της που παραθέτω τα έχω ελέγξει προσεκτικά, μη συμπεριλαμβάνοντας άλλα που δεν μπόρεσα να διασταυρώσω. Εξάλλου, εστίασα το ενδιαφέρον μου, κυρίως, στην κριτική της παρουσία και τα δοκιμιακό της λόγο. Μην συμπεριλαμβάνοντας τις πολύ νεότερες των ημερών μας κριτικές της σε σύγχρονες ιστοσελίδες στο διαδίκτυο που δεν είναι και λίγες ούτε και αμελητέες, αλλά θα χρειαζόντουσαν άλλου είδους οργάνωση. Να δηλώσω και πάλι, ότι όπως είναι αναμενόμενο, δεν διαθέτω-δεν είχα την δυνατότητα να αγοράσω το σύνολο αριθμό των τευχών των περιοδικών που κυκλοφόρησαν. Παραδείγματος χάριν, από το λογοτεχνικό περιοδικό «Γράμματα και Τέχνες» του ποιητή, εκδότη και κριτικού κυρίου Κώστα Παπαγεωργίου, μου λείπουν τέσσερα τελευταία τεύχη του, (στο σύνολο 85 τευχών που κυκλοφόρησαν) πριν κλείσει το περιοδικό αυτό τον κύκλο του. Στο διαδίκτυο είναι αναρτημένη η ψηφιοποίηση και των 85 τευχών, μόνο που όπως παρατηρούμε, είναι αποδελτιωμένα-ψηφιοποιημένα μόνο τα κείμενα αλλά δεν είναι οι κριτικές παρουσιάσεις τόσο των αντρών όσο και των γυναικείων ελλήνων βιβλιοκριτικών. Ίσως αυτό οφείλεται στο ότι ο Σπύρος Τσακνιάς, ο Τάκης Καρβέλης, ο Τάκης Μενδράκος, συγκέντρωσαν και εξέδωσαν το υλικό της βιβλιοκριτικής τους σε ξεχωριστούς τόμους. Ενώ αντίθετα, δεν είναι συγκεντρωμένο το υλικό και δεν έχουν εκδοθεί αυτοτελώς σε τόμο οι κριτικές του ποιητή Γιώργου Βέη, του κριτικού Αλέξη Ζήρα, της κριτικού Άλκηστης Σουλογιάννη, της Κατερίνας Πλασσαρά, της Έλενας Χουζούρη, της Ελισάβετ Κοτζιά και άλλων συνεργατών του περιοδικού.  Από το περιοδικό «Νέα Εστία» επί διευθύνσεως του ακαταπόνητου συγγραφέα Πέτρου Χάρη, μου λείπουν τεύχη, αν και, οι συμμετοχές της Ανθούλας Δανιήλ στο περιοδικό είναι περιορισμένες. Από την «Ποιητική» που διευθύνει ο ποιητής και καθηγητής Χάρης Βλαβιανός επίσης, συναντάμε μία ή δύο συνεργασίες της. Το ίδιο και στο περιοδικό Μανδραγόρας. Στην Κυμοθόη μία δημοσίευσή της. Στο περιοδικό Ομπρέλα του Μάκη Αποστολάτου όσα καταγράφω. Στο περιοδικό Πόρφυρας είναι συγκεκριμένες οι συμμετοχές της, που αντιγράφω. Το μόνο που έπραξα, ήταν να στηριχτώ στις υπάρχουσες πλησιέστερες πηγές που είχα στην βιβλιοθήκη μου και είχα προμηθευτεί από παλιά, και έτσι βάδισα. Δεν χρειάζεται να σημειώσω ότι στην καταγραφή αυτή, οι όποιες μάλλον ελάχιστες ελλείψεις χρεώνονται στον γράφοντα. Υπήρχαν δυσκολίες, μια και η Δανιήλ, δεν ήταν σταθερός συνεργάτης σε πολλά από αυτά τα περιοδικά που δημοσίευε, ούτε είχε φροντίσει να έχει δικό της αρχείο, όπως συνήθως κάνουν πολλοί συγγραφείς που, εξακολουθούν να δημοσιεύουν ακόμα. (Μια επαινετή προσπάθεια πραγματοποιείται τα τελευταία χρόνια με την συγκέντρωση του συγγραφικού και δημοσιευμένου υλικού των δημιουργών της Γενιάς του 1970 από τον καθηγητή και κριτικό Θεοδόση Πυλαρινό, τους διάφορους συμμετέχοντες ανθολόγους και επιμελητές και τις εκδόσεις «Αιγαίον» από την Λευκωσία της Κύπρου. Μόνο που, χαριτολογώντας, αν προσθέσουμε και τις αντίστοιχες-άλλης μορφής- εκδόσεις των εκδόσεων Γκοβόστη για την ίδια Γενιά, θα έχουμε ένα Ποιητικό Ηρώων κάτι ανάλογο που έχουμε με τις προτομές στο Πεδίον του Άρεως στην Αθήνα. Να δούμε πόσες συγγραφικές προτομές αυτής της Γενιάς θα χωρέσουν τελικά, αν δεχθούμε τα 92 περίπου ονόματα, που συμπεριλαμβάνονται στην ομάδα αυτή από τους ειδικούς). Με εξαίρεση το περιοδικό του Κώστα Παπαγεωργίου, στις δύο από τις τρείς περιόδους του, συνήθως η παρουσία της Δανιήλ, εντοπίζεται σε αφιερωματικά τεύχη, και αυτό όχι πάντοτε. Αν παραβλέψουμε το πλήθος των βιβλιοκριτικών της, το κύριο ενδιαφέρον της και η αγάπης της καταλαμβάνει το έργο και η παρουσία του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη. Αν και είχε προηγηθεί η μελέτη της για τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη. Ακόμα και οι συμμετοχές της σε συνέδρια ή ημερίδες, έχουν άμεση σχέση με τον νομπελίστα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, κυρίως. Ένας άλλος εξίσου ενδιαφέρον τομέας της συγγραφικής της παραγωγής και ενασχόλησης, είναι οι εργασίες της που έχουν να κάνουν με την διδασκαλία της νεοελληνικής λογοτεχνίας στην δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Με ποιητές και ποιήματα που οι μαθητές διδάσκονται στα σχολεία. Βιβλία και εργασίες χρήσιμα σε εκπαιδευτές και εκπαιδευόμενους, καθηγητές και μαθητές.

       Κατά την αποδελτίωση των περιοδικών διαπίστωσα, ότι οι ασχολούμενοι με την κριτική βιβλίου, άντρες και γυναίκες δεν είναι λίγοι. Καθένας και κάθε μία από τις κριτικές αυτές φωνές έχει την δική του ξεχωριστή ταυτότητα, το δικό του στιλ, χρησιμοποιεί το προσωπικό του λεξιλόγιο, υιοθετεί τα δικά του κλειδιά ερμηνευτικής αναγνώρισης. Ίσως και επιλέγει, τους συγγραφείς και τα βιβλία που θα παρουσιάσει, θα μας προτείνει, θα ανοίξει διάλογο μαζί τους. Από την άλλη, κάθε κριτικός έχει την δική του μέθοδο παρουσίασης των πληροφοριακών δεδομένων μιας έκδοσης. Παραδείγματος χάριν, δεν αναγράφονται όλα τα στοιχεία και οι πληροφορίες της έκδοσης ενός βιβλίου από τους και τις κριτικούς. Διαπιστώνουμε σε άλλα βιβλία να παραλείπεται ο εκδοτικός οίκος, σε άλλα να μην υπάρχει η χρονιά κυκλοφορίας του, σε άλλα να μην αναφέρεται ο τόπος που εκδόθηκε. Ορισμένοι κριτικοί προσθέτουν τις σελίδες του βιβλίου άλλοι δεν το κάνουν. Ελάχιστοι γράφουν την τιμή του ή τις διαστάσεις του. Άλλοι αναφέρουν και την δεύτερη έκδοση που γνωρίζουν. Υπάρχει θα γράφαμε, μια ποικιλία στοιχείων που μας προσφέρουν οι βιβλιοκριτικοί όταν γράφουν για μια νέα έκδοση, για ένα καινούργιο ή και λίγο χρονικά, παλαιότερο βιβλίο. Το γεγονός αυτό, σε εκείνους που θα θελήσουν να τις αποδελτιώσουν εγκυμονεί κινδύνους και ζητήματα αποδελτίωσης. Στα σχεδόν πρόσφατα χρόνια, πριν την δεκαετή κρίση, και φέτος της πανδημίας, υπήρχαν περιοδικά όπως ο παλαιός Ιχνευτής του Βουκελάτου, το γνωστό μας Διαβάζω και η ομάδα του, η παραδοσιακή δεκαπενθήμερη Νέα Εστία, που κατέγραφαν τις νέες εκδόσεις με τα απαραίτητα της έκδοσης στοιχεία τους. Ιδιαίτερα τα «Δελτάρια» του περιοδικού Διαβάζω, συμπεριελάμβαναν και ονόματα άλλων βιβλιοκριτικών καθώς αποδελτίωναν τον ημερήσιο τύπο και σελίδες με βιβλιοκριτική ύλη λογοτεχνικών περιοδικών. Οι εργασίες αυτές, που οφείλουμε να μνημονεύουμε, αποτύπωναν την βιβλιοπαρουσίαση και την παραγωγή της εποχής, των κρινόμενων βιβλίων και των συγγραφέων τους, των εκδοτικών οίκων και τον χρόνο και τόπο έκδοσης, ήταν μεγάλη ευκολία για τους ερευνητές και βιβλιογράφους. Τερματίζοντας τον κύκλο τους τα περιοδικά αυτά (έμεινε μόνο η Νέα Εστία που κυκλοφορεί 4 φορές τον χρόνο),-οφείλουμε εδώ να προσθέσουμε και το περιοδικό «Βιβλιοθήκη» της πολιτικής ημερήσιας εφημερίδας «Ελευθεροτυπία», αλλά και του κριτικού της εφημερίδας Ευγένιου Αρανίτση- δυσκόλεψαν τα πράγματα στα της αποδελτίωσης και καταγραφής. Ασφαλώς υπάρχουν τις τελευταίες δεκαετίες οι αποδελτιώσεις των Πανεπιστημιακών Σχολών και Σπουδαστηρίων, όμως δεν είναι ακόμα αποδελτιωμένο όλο το συγγραφικό και περιοδικό υλικό της παλαιότερης και σύγχρονης κυρίως ελληνικής γραμματείας. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες και το ενδιαφέρον αρκετών ειδημόνων του είδους. Δεν έχουν αποδελτιωθεί οι βιβλιοκριτικές, των κριτικών τόσο της πρωτεύουσας όσο και της επαρχίας, Δεν υπάρχουν όλοι οι τίτλοι των εντύπων και των περιοδικών, των εφημερίδων. Και να προσθέσουμε, ότι πολλές από τις ιστοσελίδες του διαδικτύου είναι συνδρομητικές, ή δεν είναι ελεύθερα προσβάσημες στους απλούς καθημερινούς αναγνώστες και ερευνητές όπως εμείς. Τούτου δοθέντος, δουλεύεις με το υπάρχον όχι πάντα άρτιο και συνήθως μη ολοκληρωμένο πληροφοριακό υλικό σου. Και αυτό έπραξα. Θέλησα να δώσω μια πρώτη εικόνα των εργασιών της φιλολόγου και κριτικού Ανθούλας Δανιήλ αντί να το αφήσω να αιωρείται σκόρπιο και αχαρτογράφητο συγκεντρώνοντάς το. Καλύτερα να υπάρχει μια δημοσιευμένη μαγιά παρά να ψάχνουμε στα τυφλά.

Και μια πρόταση, μήπως θα όφειλαν οι ειδικοί και οι ποιητές και ποιήτριες που εορτάζουν την Ημέρα της Ποίησης, να προτείνουν στο υπουργείο πολιτισμού, να δημιουργηθεί όχι ένα σπίτι της Ποίησης αλλά, να υπάρχει ένας δημόσιος ανοιχτός και εύκολα προσβάσημος χώρος,, ένα οίκημα, και να συγκεντρωθεί όλο το συγγραφικό υλικό των ελλήνων και ελληνίδων Ποιητών και Ποιητριών; Έστω και σε φωτοτυπική μορφής διάθεση. Ένα Οίκημα μόνο με τα έργα των Ποιητών και Ποιητριών;

       Όι περισσότερες βιβλιοκριτικές της Δανιήλ, είναι δημοσιευμένες στο περιοδικό «γράμματα και τέχνες», και ακολουθούν οι υπόλοιποι τίτλοι περιοδικών. Αν αντιμετωπίσουμε συνολικά τις εργασίες της, θα αναγνωρίσουμε ότι οι περισσότερες αφορούν δουλειές της πάνω στο ποιητικό σύμπαν του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη να το επαναλάβουμε, ακολουθούν οι γενικές βιβλιοκριτικές της και έπονται τα ζητήματα και τα θεάματα που αφορούν τα της Δημόσιας Εκπαίδευσης που η Δανιήλ υπήρξε λειτουργός της. Προσθέτω επίσης δημοσιεύματά της σε Σύμμεικτες εκδόσεις που τυγχάνει να γνωρίζω. Αν παραβλέψουμε τις μικροελλείψεις των πληροφοριών των κρινόμενων βιβλίων, αναγνωρίζουμε ότι η κριτική ματιά της Ανθούλας Δανιήλ αγγίζει διάφορους τομείς της λογοτεχνίας και της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας. Η βεντάλια των κριτικών της παρουσιάσεων είναι ευρεία και με αρκετή ποικιλία. Ποίηση, διήγημα, νουβέλα, δοκίμιο, μελέτη, ιστορία, πολιτική, τοπική ιστορία. Και αυτό, δεν είναι κάτι το σύνηθες για γυναίκα κριτικό που ασχολείται αμιγώς με την ποίηση. Στο οσάνω περιοδικό  δεν δημοσιεύει κριτικές της μόνο η Δανιήλ, σταθεροί συνεργάτες του είναι η ποιήτρια και δοκιμιογράφος Έλενα Χουζούρη, η κριτικός Άλκηστης Σουλογιάννη, η κριτικός και συνεργάτης της εφημερίδας «Η Καθημερινή» Ελισάβετ Κοτζιά, περιστασιακά η Αργυρώ Μαντόγλου  και άλλες γυναικείες της κριτικής φωνές που δημοσιεύουν παράλληλα με αυτές των αντρών κριτικών, όπως είναι ο κριτικός Αλέξης Ζήρας, ο ποιητής Γιώργος Βέης, ο ποιητής Σπύρος Τσακνιάς, ο πειραιώτης Τάκης Μενδράκος, (και οι δύο έχουν συγκεντρώσει και εκδόσει τις κριτικές τους αυτόνομες σε βιβλίο) ο επίσης πειραιώτης, καθηγητής πανεπιστημίου και κριτικός Βαγγέλης Αθανασόπουλος, ο κριτικός Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ο θεσσαλονικιός πεζογράφος Περικλής Σφυρίδης, που αποτελούν τους σταθερούς συνεργάτες του περιοδικού. Περιστασιακά και με διαφορετική συχνότητα, γράφουν ο Νικαιώτης ποιητής Νίκος Λάζαρης, ο  Δημήτρης Φιλιππίδης, ο ποιητής Στέφανος Μπεκατώρος, ο Σάββας Πατσαλίδης, κ. ά. Στους σταθερούς συνεργάτες του περιοδικού, ιδιαίτερα της πρώτης του περιόδου (όταν το περιοδικό εκδίδονταν σε μεγάλο σχήμα, 12 τεύχη του) διαβάζουμε την διηγηματογράφο Κατερίνα Πλασσαρά να ενδιαφέρεται και να γράφει για ζητήματα και βιβλία που έχουν να κάνουν με θέματα της Οικολογίας. Ενώ, σποραδικά, διαβάζουμε και κρίσεις του Βασίλη Ραφαηλίδη. Τα παραπάνω ονόματα, μας δηλώνουν με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι ο ελληνικός γυναικείος κριτικός λόγος, παράλληλα με την δοκιμιακή γυναικεία παρουσία, αποτελεί ένα σημαντικό κεφάλαιο της ελληνικής λογοτεχνικής  γραμματείας μας. Στα χρόνια μετά την μεταπολίτευση στην χώρα μας βρήκε πρόσφορο έδαφος, καλλιεργήθηκε και αναπτύχθηκε. Έχουν κυκλοφορήσεις και γραφεί σημαντικές εργασίες να θυμίσουμε την Νόρα Αναγνωστάκη, παράλληλα από καθηγήτριες της δημόσιας εκπαίδευσης γυναικείες γραφίδες όπως είναι η Αλεξάνδρα Μπουφέα, η Αιμιλία Καραλή, η Μορφία Μάλη, η Αγαθή Γεωργιάδου, η Νένα Κοκκινάκη, η Λίζυ Τσιριμώκου, η Αγορή Γκρέκου, η Τζίνα Πολίτη, η Ελένη Ντουνιά, η Γεωργία Λαδογιάννη, η Νατάσα Κεσμέτη (στην βιβλιοκριτική) και μια σειρά άλλων εξαιρετικών κριτικών και δοκιμιακών γυναικείων φωνών, συγγραφέων που προέρχονται από τον πανεπιστημιακό χώρο, την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ελληνίδες δοκιμιογράφοι και κριτικοβιβλιογράφοι, που αβίαστα θα σημειώναμε ότι άνοιξαν δρόμους στην χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες, ώστε αβίαστα να υποστηρίξουμε ότι μπορούμε να μιλήσουμε για μια νέα γενιά ελληνίδων δημιουργών που ακολουθούν μια ανεξάρτητη πορεία από αυτήν τον αντρών συγγραφέων, ένα πεδίο έρευνας και γυναικείας δοκιμιακής ταυτότητας, που δεν έχει ακόμα ερευνηθεί από τους ειδικούς. Στο αν μπορούμε να μιλάμε δηλαδή για αυτόνομη και ανεξάρτητη γυναικεία δοκιμιακή σχολή και κριτική σκέψη στην χώρα μας. Παράλληλα με την γυναικεία ποίηση. Από τις παλαιότερες γενιές του ελληνικού μεσοπολέμου και εντεύθεν, τουλάχιστον ο γράφων συνάντησε αρκετές φορές μόνο (;) το όνομα της Ελένης Νεγρεπόντη (Αλκης Θρύλος) και της Γαλάτειας Καζαντζάκη αν θυμάμαι σωστά σε περιοδικά του μεσοπολέμου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναφορών και αναγνώσεων οφείλουμε να εξετάσουμε και τις γυναικείες σύγχρονες κριτικές γραφίδες όπως είναι και αυτή της Ανθούλας Δανιήλ.. Και αυτό έπραξα, παραγνωρίζοντας τις μικρές ελλείψεις στις πληροφορίες και το κυριότερο, τις κοίταξα αυτόνομα, και όχι σε αντιδιαστολή με τις αντίστοιχες αντρικές παρουσίες ή σε παραβολή με τις δημοσιεύσεις άλλων γυναικείων φωνών. Δεν ήθελα να φέρω σε αντιδιαστολή κρίσεων τις φωνές. Ήθελα να τις αναδείξω. Εστίασα το ενδιαφέρον μου καθαρά στην κριτική παρουσίαση και την δοκιμιακή εμφάνιση των δημοσιευμάτων της Ανθούλας Δανιήλ. Δεν ξέρω τι πέτυχα, ευελπιστώ όμως να έρθουν άλλοι, ειδικότεροι και αρμοδιότεροι και να καλύψουν τα κενά. Και να οργανωθεί μια βάση δεδομένων για την γυναικεία κριτικογραφία  και παρουσία στην ελλάδα. Καταθέτω επίσης, ένα μικρό Ανθολόγιο των κριτικών αυτών, ώστε να έχουμε μια εικόνα του βλέμματός της και των ενδιαφερόντων της.

Χρήσιμες πληροφορίες

-Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της όταν η δημοκρατία δοκιμάζεται, υπονομεύεται και καταλύεται (1964-1974 και μέχρι τις ημέρες μας), τόμος Ζ΄, εκδ. Καστανιώτη, 2007, σ. 124, 150, 169, 181, 280, 310, 323, 335, 336, 369, 395. (Στις σελίδες 336-338, ο Αργυρίου, αναδημοσιεύει από το κείμενο της Δανιήλ για τον ποιητή Νίκο Γρηγοριάδη, που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό «γράμματα και τέχνες» τχ. 57/1989, σ. 26-27)

-Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνική λογοτεχνίας και η πρόσληψή της όταν η δημοκρατία δοκιμάζεται, υπονομεύεται και καταλύεται (1964-1974 και μέχρι τις ημέρες μας), τόμος Η΄, εκδ. Καστανιώτη 2007, σ. 12, 57-59 (μεταφέρεται εκτενές απόσπασμα από την κριτική της Δανιήλ για το έργο του Νάνου Βαλαωρίτη, στο περιοδικό «γράμματα και τέχνες» τχ. 51/1987., σ.22-23).

-Γιάννης Κουβαράς, ΕΠΙ ΠΤΕΡΥΓΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ. Κριτικά σχεδιάσματα 1987-1994, Τόμος Β΄, εκδ. Σοκόλη 1995, σ. 70-71. βιβλιοκριτική για Ανθούλα. Δανιήλ: Τα τρία κρυφά ποιήματα του Σεφέρη,

«Σκοπός της ποίησης, γράφει ο Σέλλευ, είναι να ανασηκώσει την καλύπτρα των πραγμάτων να λάμψει η ομορφιά τους, άποψη που έχει ενστερνιστεί με επιτυχία θα ‘λεγα η Α. Δ., καθώς πράγματι αυτή της η μελέτη αποκρυπτογραφεί τα ως άνω ποιήματα, έστι ώστε ρίχνοντας φως στις σκιερές πτυχές τους, γίνονται τρία φανερά και φωτεινά ποιήματα. Μάλλον θα ‘λεγα τα πολλαπλασιάζει, όπως συμβαίνει με τους πέντε βιβλικούς άρτους για να χορτάσουν όλοι οι αναγνώστες, μυημένοι και μη, στο Σεφερικό σύμπαν. Θέλω να πω, υπάρχουν χωρία που ο λόγος της αίρεται και ισοζυγιάζεται στο ποιητικό ύψος των τριών ποιημάτων και ας μη θεωρηθεί υπερβολή τούτο προτού διαβαστεί ολόκληρο το βιβλίο. Η Α. Δ. βρίσκεται πιο κοντά στην ποιητική ηθική, παρά στην κριτική δεοντολογία, ή μάλλον ενδιάμεσα.

     Ήδη το εξώφυλλο (Γ. Λεκκού) του βιβλίου, κοσμείται με ένα θαυμάσιο γαλάζιο κοχύλι σε λευκό φόντο, σε σχήμα αυτιού, σου υποβάλει την αίσθηση και την πρόσκληση ν’ αφουγκραστείς  «Τα τρία κρυφά ποιήματα» και να καταδυθείς στα μυστικά τους. Η επιλογή δεν είναι θαρρώ τυχαία, καθόσον το κοχύλι στη χαμηλόφωνη σεφερική ποίηση, κατέχει ξεχωριστή θέση και χρησιμοποιείται συχνά εύστοχα ως μήτρα παρομοιώσεων. (Τα άδεια κοχύλια των θεάτρων. Τα μάτια τους δυο τραγικά κοχύλια κ. ά.)

     Βέβαια υπάρχουν και σημεία που δίστασε να προχωρήσει ο κριτικός και συγκριτικός λόγος της Α. Δ. όπως λ.χ. στη σ. 59 σχολιάζοντας το ΔΟΚΙΜΕΣ 121, παραπέμπει αντίστοιχα στο σεφερικό ποίημα Μνήμη Β, ενώ περιμέναμε ακριβώς μια παραπομπή στον Όμηρο, σίγουρα αμεσότερη και πειστικότερη (δεν έχω πρόχειρους τους αντίστοιχους ομηρικούς στίχους), όπως και στη σελίδα 78, στο ποίημα του Σεφέρη «Θερινό ηλιοστάσι Γ,» βρίσκω απηχήσεις από το μύθο της Πασιφάης καθώς τον εξηγεί αλληγορικά ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς. Ο Σεφέρης είναι γνώστης και της γραμματείας των ελληνιστικών χρόνων και της Β΄ Σοφιστικής, έχει ως γνωστόν μεταφράσει και Αρτεμίδωρο και Δαρδαλιανό.

      Οι παρατηρήσεις αυτές δεν έχουν πρόθεση να μειώσουν το μόχθο της Α. Δ., αλλά να υπενθυμίσουν ότι οι μεγάλοι ποιητές είναι ούτως ή άλλως ανεξάντλητοι και πολύσημοι. Ας εκληφθούν λοιπόν προσθετικές στην χωρίς τέλος αλυσίδα της ερμηνείας των κειμένων.

     Επιλογικά, κατά τη γνώμη μας, απολαμβάνεις το βιβλίο και κλείνοντάς το, σου μένει η αίσθηση της πληρότητας του μυημένου σε μυστήρια.».

-εφημερίδα Το Βήμα 25/2/1996. «Από τη μακρόχρονη διαδικασία επεξεργασίας των λογοτεχνικών κειμένων μέσα στη σχολική τάξη και από τη βαθύτερη ανάγκη της συγγραφέως να εκφραστούν σκέψεις και απόψεις πάνω στο έργο των λογοτεχνών με τους οποίους ασχολήθηκε προέκυψε το βιβλίο της φιλολόγου Ανθούλας Δανιήλ «Προσεγγίσεις ποιημάτων από τα κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας Λυκείου και κειμενικές  λειτουργίες» (εκδόσεις Εκδοτικές Τομές) Ερμηνεύονται ποιήματα των Κωστή Παλαμά, Καβάφη, Άλφρεντ Τένισον, Σικελιανού, Καρυωτάκη, Σεφέρη, Ελύτη, Σαραντάρη, Ρίτσου, Καββαδία, Εμπειρίκου, Αναγνωστάκη.».

-ΆΛΚΗΣΤΙΣ ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗ,  Ανθούλα Δανιήλ, Οδυσσέας Ελύτης, μια αντίστροφη πορεία. Από το ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου στους Προσανατολισμούς, (βιβλιοκριτική), περίοδος Β΄, τχ. 52/9,10,1987, σ. 24-25.

Το βιβλίο αποτελείται από εισαγωγικό κείμενο, πενήντα μία αναλύσεις και επίλογο. Συμπληρώνεται από την εργογραφία του Οδυσσέα Ελύτη (σταματά ως ευνόητο στις εκδόσεις του 1985) και βιβλιογραφία. Σε έγχρωμο ένθετο, στην αρχή του βιβλίου, απόσπασμα από πομπηιανή τοιχογραφία (Εθνικό Μουσείο Νεαπόλεως) που απεικονίζει τη Χλωρίδα. Ενώ η θέση, motto στο βιβλίο επέχουν οι τραχείς και σχεδόν βίαιοι στίχοι από το Requiem του Mozart (Confutatis maledictis…), που παραπέμπουν στη μετά θάνατο κρίση.

     Στο εισαγωγικό κείμενο ανιχνεύεται το στίγμα του βιβλίου του Οδυσσέα Ελύτη, «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου» (Ύψιλον 1984). Οι πενήντα μία αναλύσεις (προηγούνται τα αντίστοιχα κείμενα του Ελύτη) συμπορεύονται  με την εισαγωγική επίκληση, τα 49 ημερολογιακά σχόλια και το επιμύθιο του βιβλίου του Ελύτη. Και στον επίλογο ανακεφαλαιώνονται-ταξινομούνται οι θέσεις της Α. Δ. σχετικά  με την κριτική αντιμετώπιση του εν λόγω ελυτικού έργου. Ιδιαίτερες παραπεμπτικές σημειώσεις ακολουθούν τόσο το εισαγωγικό κείμενο, όσο και τις πενήντα μία αναλύσεις……….

-ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ, εφημερίδα Η Αυγή της Κυριακής- στην σελίδα 2 «ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ»,  5/7/2020, (σ. 42 της εφημερίδας) (βιβλιοκριτική), Ανθούλα Δανιήλ, Αφήγημα, εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα 2020, σ. 376

      Ας μη θεωρηθεί πως ο τίτλος αυτού του σημειώματος παραπέμπει σε εντυπωσιολογικές αναμνήσεις. Εσώτερες τυπώσεις θέλει να πει. Στιγμές μιας πνευματικής διαδρομής, προσωπικά αποδελτιωμένης και αφηγημένης. Και έξω τυπώσεις, δηλαδή σημεία αναφοράς, που είναι τα καλλιτεχνικά έργα, λογοτεχνικά, μουσικά, θεατρικά, εικαστικά, κινηματογραφικά, αλλά και η προσωπική ματιά της συγγραφέως, όπως αποτυπώνεται πάνω τους, όπως αποτυπώνεται και στο βιβλίο, το οποίο για αυτόν ακριβώς τον λόγο υποτιτλίζεται ως αφήγημα.

Με την γνώση όμως της συγγραφέως ότι η αφηγηματική συνθήκη απαιτεί πολύ περισσότερα από αυτά που δύναται να μας δώσει η ματιά ενός απλού περιηγητή, ή και ενός κριτικού αποτιμητή. Για παράδειγμα, λέει σε ένα σημείο για τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα:

«Οι μελετητές ψάχνουν να βρουν τι κρύβεται πίσω από τον μύθο. Μια αληθινή ιστορία, ένα ποίημα, ή μια γυναίκα αμφιβόλου ηθικής, η dark lady, για την οποία ο Σαίξπηρ έγραψε ερωτικά σονέτα (αν και κάποιοι λένε πως ήταν άντρας). Ό,τι και να ’ναι, η ιστορία συγκινεί πάντα και οι τουρίστες που πάνε στη Βερόνα θέλουν να δουν το μπαλκόνι της Ιουλιέτας... και το βλέπουν, όπως βλέπουν και το άλλο, το λουλουδιασμένο, της Κάρμεν... στην Ισπανία. Εμ, αν ήταν αληθινά αυτά τα μπαλκόνια καμιά αξία δεν θα είχαν. Τα μπαλκόνια της φαντασίας είναι τα καλύτερα και ο μύθος πολύ ωραιότερος από την πραγματικότητα».

 

Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με μια προσωπική μυθολογία της Ανθούλας Δανιήλ, που τη γειώνει στη φόρμα του χρονικού μιας ζωής πνευματικής και ταυτόχρονα βιοτικής, χωρίς και πάλι να ακολουθεί το βασικό χαρακτηριστικό του χρονικού, δηλαδή την εύτακτη χρονική ακολουθία της αφήγησης, όπως άλλωστε μας ειδοποιεί και ο τίτλος του βιβλίου, Δεκαετίες τερματίζουν όλες μαζί στο νήμα. Με αυτή την κίνηση, που αντιστοιχεί στη δομή του βιβλίου, αποφεύγει και τον σκόπελο της περιαυτολογίας, φέρνοντας όλα τα έργα, όλες τις ιδέες, όλα τα είδη σε πρώτο πλάνο, να συλλειτουργούν και να διαμορφώνουν το πρόσωπο όχι της συγγραφέως αλλά του βιβλίου και κυρίως του πεδίου της τέχνης.

Δεν πρόκειται λοιπόν ούτε για περιήγηση, σε τόπους και έργα, ούτε και για περιήγηση εις εαυτόν, αλλά για περιπλάνηση, στα όρια της αφήγησης και της πραγματικότητας. Έτσι, μιλά απελευθερωμένη και από τις φιλολογικές δεσμεύσεις της για τα έργα και τους καλλιτέχνες που την συναρπάζουν, και πρώτα απ’ όλα για τον Ελύτη, στο έργο του οποίου έχει διατρίψει ευδοκίμως και επί μακρόν. Όπως εκείνος είχε δηλώσει ότι ο υπερρεαλισμός τον απελευθέρωσε από την εκφραστική του συστολή, έτσι κι ο Ελύτης απελευθερώνει την Δανιήλ και της επιτρέπει να αφεθεί στο γοητεία του λυρικού στοιχείου, ακόμα και αν κάποτε φθάνει σε φιλολογικώς λανθασμένες θέσεις. Για παράδειγμα, υπο-αξιολογεί το εμβληματικό ποίημα του Καρυωτάκη «Δελφική εορτή», το οποίο διαλύει το ισχυρότατο μεσοπολεμικό και σικελιανικόεθνοφυλετικό νεφέλωμα, με επιχείρημα ένα μεταγενέστερο σημείωμα του ποιητή, το οποίο όμως προσπαθεί να απορροφήσει τους κραδασμούς που δημιούργησε το ποίημά του. Παρ’ όλα αυτά, και πάλι ο λόγος της Δανιήλ νομιμοποιείται από τον χαρακτηρισμό του Σικελιανού ως «ουρανοδίαιτου»: αυτή τη λυρική γοητεία αποτυπώνει εδώ, αποενοχοποιημένα. Αποδεσμεύοντας έτσι τη ματιά της και από τη διαδρομή της στην εκπαίδευση, όπου μάλιστα η Δανιήλ υπηρέτησε με συνέπεια μια σειρά από κρίσιμους θεσμικούς ρόλους, που την υποχρέωναν σε γραφειοκρατική πειθαρχία στο εκάστοτε φιλολογικώς ορθόν.

Τέλος, τα εξαντλητικά ποικίλα πεδία της τέχνης από τα οποία διέρχεται το βιβλίο, καθώς και οι επίσης εξαντλητικές συνάψεις που με απόλυτη φυσικότητα κάνει η συγγραφέας, δίνοντάς μας μια πυκνή αφήγηση κι ένα οργιώδες στις εναλλαγές του τοπίο τέχνης, δικαιώνουν τον πρόλογο στο βιβλίο, του ποιητή Γιώργου Βέη, που δίνει επιτυχημένα το στίγμα του εγχειρήματος της Ανθούλας Δανιήλ: «Η αλληλουχία των κεκτημένων της ισχυρότατης μνήμης της τροφοδοτεί τις άρτια δομημένες εκφάνσεις της με ένα συναρπαστικό υλικό: το πλουσιότατο Αρχείο της παράγει ανανεωτικούς, ζείδωρους συλλογισμούς ... οδηγεί επαγωγικά στο συμπέρασμα ότι υφίσταται μια πολιτική σύγκλησης των τεχνών σε μια τακτική αφανών ή επιφανών συστοιχιών και ομοιοτήτων».

                    ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΚΡΙΤΙΚΩΝ ΤΗΣ

ΤΑΚΗΣ ΑΝΘΗΛΗΣ, Ο θάνατος του Μαραθωνοδρόμου, Αθήνα 1988

     Η έκδοση, 40 σελίδες, περιλαμβάνει το ποίημα «ο θάνατος του Μαραθωνοδρόμου» σε διπλή εγγραφή, ελληνική και γαλλική. Το ποίημα γράφτηκε το 1952 με την ευκαιρία των Ολυμπιακών αγώνων στο Ελσίνκι. Όπως γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας, το βιβλίο αφιερώνεται «στην Ολυμπιακή ιδέα και σ’ όλους τους ολυμπιονίκες του κόσμου». Ο Τάκης Ανθήλης είναι παλιός πρωταθλητής’ δε διεκδικεί δάφνες για το ποίημά του, εκφράζει όμως τη μεγάλη αγάπη του στον αθλητισμό., σ. 47

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Σύρματα και Τροχαλίες, εκδ. Μικρά Όστρακα, Πάτρα 1984

Μέσα από ολιγόστιχους ποιητικούς αφορισμούς τις περισσότερες φορές κάνει την εμφάνισή της η διάσταση του ανθρώπου με τον πολύ κόσμο, η προσπάθεια για επικοινωνία, η απελπισία και η ελπίδα μέσα από την ποιητική άσκηση., σ. 43

ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΕΝΕΤΗΣ, Τα προσωπεία, Ποιήματα, Αθήνα 1985

     Τα προσωπεία, λέξη και τίτλος της συλλογής, που πολύ συχνά επανέρχεται για να σύρει πίσω της το ποίημα απότοκο των ψυχικών διεργασιών, δολιχοδρομώντας στα ψυχικά αδιέξοδα, στις ταπεινώσεις του παρελθόντος, στις μνήμες που πονάνε και που όσο κι αν απωθούνται ξεπροβάλλουν στην επιφάνεια με τη μορφή διαφόρων φορέων της «εξουσίας», του Διευθυντή,  του Λοχία και όλων όσων συνέβαλαν, προσπάθησαν, στη διάστασή του με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Στίχοι περιγραφικοί, άλλοι αυτοβιογραφικοί και άλλοι ψυχολογικά ενδοσκοπικοί. Μια ποιητική που αποσκοπεί στην ανατομία της ψυχής, που προβάλλει τη συνείδηση, που αμφισβητεί τη ζωή σε όλα τα επίπεδά της για να αποδείξει τον άνθρωπο-ποιητή δραπέτη της πραγματικότητας και υπήκοο του ονείρου., σ.33

ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΛΛΟΣ, Κάτοπτρα ύψους, εκδ. Συντροφιά, Αθήνα 1985

Το βιβλίο του Κ. Γάλλου, θησαύρισμα θα λέγαμε σκέψεων και απόψεων εκπροσώπων της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας, φιλοδοξεί να δείξει την εκλεκτική σχέση χριστιανικής σκέψης και λογοτεχνίας. Κάνει εκτενή αναφορά στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Άγγελο Τερζάκη, παραθέτει «σπαράγματα» του έργου των Αρβανίτη, Καμβύση, Τυπάλδου, επικαλείται συχνά τους Tomas Stern Eliot, Rainer Maria Rilke, Nikolai Berdiaev, Fiontor Dostoyevsky, ακόμα και Albert Camus,  Jean Poll Sartre,  Frint. Nietzsche,  και επίσης εκτενώς αναφέρεται στους T. T. de Shardin και R. M. Rilke,  για να αναφέρω μόνο μερικά από τα ηχηρά ονόματα του ευρωπαϊκού λογοτεχνικού πανθέου. Είναι ένα βιβλίο όπου ο συγγραφέας με πάθος και φλόγα επιχειρεί τον επιδιωκόμενο σκοπό του προσφέροντας την ελπίδα του χριστιανικού λόγου σαν αντίδοτο στην τραγική ηθική στέγνια του καιρού μας, καταφεύγοντας στους πνευματικούς ανθρώπους που τους αντιπαρατάσσει ενάντια στους «λογοκράτες με την Ορθογώνια Ορθολογιστική σκέψη». Συναποτιμώντας το αποτέλεσμα έχουμε ένα πολύτιμο δείκτη της ανταπόκρισης του χριστιανισμού και της λογοτεχνίας., σ. 34  

ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΚΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ, Από φωτογραφία βουνού, εκδ. «Το Δέντρο», Αθήνα 1985

      Ο αέρας του δημοτικού τραγουδιού, η νοσταλγία του βουνού, ο καημός για λίγη θάλασσα στα ηπειρωτικά βουνά και η ελληνική φύση συνεχώς παρούσα σε μια αναμέτρηση με τα βιώματα του ποιητή.  Όλ’ αυτά συνθέτουν τη μικρή περιγραφή των ορεινών κυρίως τοπίων κι ένα θάνατο κοιταγμένο χωρίς προκατάληψη. Θεματική αντλημένη από την ψυχική καταβύθιση χωρίς να δημιουργεί τον κίνδυνο να γκρεμίσει την ποίηση στον υποκειμενικό βυθό,, σ.44

ΙΟΥΛΙΤΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ, Καλούς ενιαυτούς Μάρκο, Ύψιλον, Αθήνα 1987

     Με έντονη την ελυτική επίδραση στην ποίησή της η Ι. Η. επιχειρεί μια πρώτη εμφάνιση στα ποιητικά δρώμενα του καιρού μας. Η ποιητική της εικόνα και η έντονη λυρική της διάθεση συμπλέκονται σ’ ένα χωρίς στίξη λόγο με πολλή φροντίδα στη λέξη και στα 23 πεζόμορφα ποιήματα της συλλογής της. Η στήλη της εύχεται καλή τύχη στις ποιητικές της προσπάθειες., σ.47

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ, Γυναίκες, Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 1987

Εφτά γυναίκες, διαφόρων επαγγελμάτων, ιδεολογιών και ηλικιών από 22 έως 41 ετών, ανταλλάσσουν απόψεις πάνω σε θέματα ανθρώπινα, όπως είναι οι σχέσεις με άνδρες, συζύγους, προϊσταμένους, σχέσεις μεταξύ τους, προβληματισμούς και στάσεις «προοδευτικές» για την εποχή πάνω στον έρωτα, τη συναλλαγή, την αξιοπρέπεια, τη σύμβαση. Όλα δοσμένα φυσικά, φωτογραφικά, βιαστικά αλλά και αποκαλυπτικά., σ. 47

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ, Χρώματα φωνήεντα, Επικαιρότητα, Αθήνα 1987, Β΄ έκδοση.

Ο Διονύσης Καρατζάς έχει το χάρισμα να χρωματίζει τα φωνήεντα και να δίνει υπόσταση στα ανυπόστατα, να δείχνει μέσα από τις λέξεις του το χρώμα της Ελλάδας και να κάνει στίχο την ομορφιά της ελληνικής γης, τα βουνά και τις θάλασσες, τα μισοφέγγαρα και τα νερά, να κρεμάει τα όνειρα στα κλαδιά των δέντρων. Τα Χρώματα φωνήεντα όμως έχουν κι ένα άλλο προσόν’ δεν προσφέρουν μόνο εικόνες αλλά διοχετεύουν μουσική, οι λέξεις του είναι τριμμένες στο νερό, είναι κλαριά γυμνασμένα στον άνεμο, είναι τραγούδι., σ.47-48

ΑΝΝΑ ΚΑΤΕΒΑΙΝΗ, Ποιήματα, στιγμή 1987

     Ο Ε. Χ. Γονατάς παραθέτει ένα βιογραφικό σημείωμα στην ποιητική συλλογή της Άννας Κατεβαίνη με πρόθεση μάλλον να δώσει κάποιο στίγμα συναισθηματικού χαρακτήρα της ποιήτριας και όχι γραμματολογικού. Η Άννα Κατεβαίνη σημαδεμένη από πολλούς θανάτους βρίσκεται από πολύ νωρίς στην άλλη όχθη της απόλαυσης της ζωής, όπου η περισυλλογή και η αγωνία για την ανθρώπινη μοίρα τακτοποιούνται και εκφράζονται με ποιητικό σχήμα. Η ποιήτρια νιώθει μέσα της την αλλαγή της ύλης της. Γίνεται πέτρα και σίδερο αλλά και πουλί και προβατίνα και χρώμα. Μ’ αυτά τα υλικά και άυλα συστατικά της ετοιμάζεται να ενταχθεί στο σύμπαν και παρακολουθεί το γήινο προορισμό της., σ.40.

     Η πορεία από τη ζωή στο θάνατο είναι γεμάτη από αναπάντητα ερωτηματικά είναι μια προετοιμασία για το μέλλον, την οποία όμως συνοδεύει η θλίψη του αποπροσανατολισμού μαζί με τα μυστικά νυχτερινά ακούσματα, ενώ παράλληλα συνειδητοποιεί ότι οδεύει προς τα κάτω και δέχεται το σκόρπισμά της στο σύμπαν.

     Τα ποιήματα της Άννας Κατεβαίνη είναι μικρά συναισθηματικά αποσπάσματα μιας ανολοκλήρωτης εξομολόγησης που λένε λίγα και αφήνουν να εννοηθούν περισσότερα.

 ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ, 3 Διηγήματα. Ανάτυπο από τα «Τετράμηνα», Άμφισσα 1986

     Τα 3 διηγήματα της Νατάσας Κεσμέτη έχουν κεντρικό θέμα τη Ζωή. Προβληματισμοί και υπαρξιακής φύσεως ερωτήματα πάνω στο θέμα του ανθρώπινου προορισμού και της ανθρώπινης μοίρας. Ποιος είμαι, τι είμαι, από πού ήρθα, που πάω, τι υπάρχει πέρα από μένα, είναι τα θέματα που θίγονται στα διηγήματα. Η μαύρη οπή στο πρώτο. Το κάδρο στον τοίχο ή το γειτονικό οικόπεδο στο δεύτερο και το Κενό στο τρίτο διήγημα δίνουν τις προσβάσεις  στη συγγραφέα για να ξεγλιστρήσει  από την παρατήρηση του καθημερινού στη φιλοσοφική συλλογή. Ο λόγος της πολύ ρευστός, άλλοτε κουβέντα καθημερινή, στην ουσία μονόλογος, και άλλοτε διάλογος πολύ ζωντανός μ’ ένα ρευστό και χειμαρρώδες στυλ αφήνει να βγουν στην επιφάνεια τα αιώνια ερωτηματικά που απασχόλησαν και απασχολούν τον άνθρωπο., σ. 46.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΒΑΡΑΣ, Δωρητής σώματος, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα 1988

     Ο Γιάννης Κουβαράς είναι ποιητής’ επίσημη πρώτη ποιητική του πράξη η Οδός Ανθρώπου (1983) την οποία διέτρεξε, για να είναι σήμερα Δωρητής Σώματος (ποιητικού σώματος).

Εξώφυλλο του βιβλίου: μια παιδίσκη που κάνει έρωτα/ πάνω στη σέλα του ποδηλάτου/…./ παραδομένη/ στα φιλιά του ανέμου.

      Οπισθόφυλλο με βιογραφικό σημείωμα που σπάει το φράγμα της σοβαρότητας και προκλητικό για τους σοβαροφανείς. Από παντού δηλαδή αναβλύζει η λαχτάρα των λέξεων να βγουν στην επιφάνεια και να γίνουν ποίημα Και σ’ αυτές τις λέξεις είναι που πρέπει να σταθεί κανείς και ιδιαίτερα στις σύνθετες, όπως: ψυχοφθορώ, ερωτοπλέω, γυναίκες ποθοπλάνταχτες, ζωή λαγνοβοούσα, μούτρα των γραβατοκρεμασμένων. Κι ακόμα μια σειρά από μετοχές όπως: κυματοβατώντας, νυχτοκλώθοντας, ριζοτομώντας, μαιανδρομώντας, ονειροσκοπώντας,… Κι αυτά δείγμα μόνο για το πώς διαλέγει τις λέξεις του και πως πλέκει τον ιστό που πάνω του ζωγραφίζει την ποιητική του ζωγραφική, γιατί για ζωγραφική πρόκειται. Οι  παρακάτω στίχοι επιβεβαιώνουν την άποψη: Τα αποσιωπητικά των άστρων που αυτοκτονούν.

Πέφτουν καρατομημένα τα όνειρα στο καλάθι της αυγής… κοκκινίζει. Μεταλαμβάνουν απειράκις των αχράντων.

Η εικόνα μιας γυναίκας στο παράθυρο μας σταματά:

   τα ερωτηματικά των φρυδιών σου θλιμμένα μισοφέγγαρα’ αλλά και όλη η εικόνα της είναι μια μουσική και χρωματική σύνθεση, μια ορχήστρα που εκπέμπει ήχους, γεύσεις, αρώματα, αισθήματα.

     Όλα τα ποιήματα του Γιάννη Κουβαρά προκαλούν’ προκαλούν το μειδίαμα στα χείλη, την αστραπή στο μυαλό, τη μελωδία στην καρδιά, τον έρωτα στην ψυχή, αλλά και πολλές φορές την πίκρα, όπως η Νέα Οικολογία: Θυμάται κι εκείνο το σκυλί που τρελάθηκε/ βλέποντας νεκρό στην άσφαλτο/ το ρακοσυλλέκτη που το φροντίζει…/ και τ’ άλλο  σκυλί/ που πήρε στο στόμα/ το κομμένο του πόδι/…/ το πήγε στη φωλιά του και το ‘κλαιγε.

     Κι όπως το Ρέκβιεμ Ι που ο ποιητής αφιερώνει στους σύγχρονους ταχυδρόμους: Σίσυφοι που κουβαλάνε μονάχα/ κλήσεις λογαριασμούς χρεώγραφα/ και γράμματα μόνο με το μαύρο πλαίσιο του πένθους. Και τέλος όπως η Διατριβή: Εξοικονομώ τα του βίου μου/ ετοιμάζω μια έκδοση/ «Γράμματα/ εκτελεσμένων…»/ ….συμπληρώνω τα αποσιωπητικά/ που έβαλαν στη ζωή τους/ οι σφαίρες. Τα μονοπάτια της ποίησης είναι πολλά και ποικίλα, όπως και της ζωής. Ο Γιάννης Κουβαράς περνάει μέσα από όλα και ανιχνεύει την ουσία και της μιας και της άλλης. Η ποίησή του γράφεται από το περίσσευμα της καρδιάς (του) και απευθύνεται στην καρδιά (μας), έστω κι αν δεν έχει απήχηση στην εποχή μας που πάσχει από την αμαρτία της ιδιωτείας. Σ. 44-45

ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΔΑΣ, «ΡΙΟΝ-ΑΝΤΙΡΡΙΟΝ», (Δόντι, Πάτρα 2004)

     Ένα βιβλίο που, εν πρώτοις, φαίνεται ότι προσφέρει γεωγραφικές κυρίως πληροφορίες, είναι το Ρίον-Αντίρριον του Βασίλη Λαδά. Συγκεκριμένα πού και πώς θα λειτουργήσει η γέφυρα, ποια είναι η σημασία της, πώς ακούγεται το όνομά της, ποιοι πέρασαν από εκεί, συμφέρει ή όχι οικονομικά η χρήση της. Κι έτσι ανάμεσα στο τι προσφέρει η γέφυρα και τι το φέρυ-μποτ ανοίγει μέγας διάλογος, όπως άλλωστε δηλώνει και το όνομα της τοποθεσίας και της γέφυρας και όπως αναλυτικά σχολιάζει το Ριον-Αντίρριον «που ακούγεται σαν μουσική, σαν κελάηδισμα πουλιού, σαν συμβολισμός της θέσης και αντίθεσης, της φωνής και του αντιφώνου, του σώματος και του ειδώλου, του δώρου και του αντιδώρου, του Είναι και του μη Είναι»

     Ο συγγραφέας βλέποντας και από, και προς, τις δύο κατευθύνσεις αναπτύσσει επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα. Βλέπει τα πάντα, και τη γέφυρα σαν «από μηχανής θεό», που θα λύνει προβλήματα της σύγχρονης επικοινωνίας, αλλά θα στερεί τον διερχόμενο με αυτοκίνητο από τις αισθήσεις της απόλαυσης, να βλέπει τα βουνά και τους γλάρους, να μυρίζει την θάλασσα και ν’ ακούει τους μετανάστες πλανόδιους μουσικούς. Σαν «ανεστραμμένη χελώνα» βλέπει το αργόσυρτο παλιό φέρυ-μποτ και από αυτή την παρατήρηση παίρνει αφορμή για να φιλοσοφήσει πάνω στην έννοια του χρόνου, τη συντομία και την ταχύτητα, αλλά και ανάμεσα στην αίσθηση της γης και τη γνώση που προσφέρει το Πανεπιστήμιο που την κατέφαγε-μαζί με το νεκροταφείο-για να απλώσει τις εγκαταστάσεις του.

     Εκείνο που προκύπτει είναι ότι αυτό το πέρασμα δεν είναι απλώς μια θαλάσσια διαδρομή που ενώνει την Πελοπόννησο με την υπόλοιπη Ελλάδα, μια διαδρομή που ενώνει την Ελλάδα με την Ευρώπη, αλλά και μια ψυχική και πνευματική διαδρομή. Μια «διαδρομή» που ενώνει αυτόν με τους παλιούς και νέους φίλους, την ιστορία και τη λογοτεχνία, την πολιτική και τόσα άλλα που με ενδιαφέρον τον βοηθάει η γέφυρα «Ρίου-Αντίρριον» να επεξεργαστεί.

     Η αντίστιξη παίζει ανάμεσα στα αρχικά των ονομάτων των φίλων Π. Π. και Τ. Τ. καθώς οι απόψεις που εκφράζονται για την ιδεολογία τους, ενώ πιο κάτω άλλα αρχικά Α. Δ. και Θ. Β. ανταλλάσσουν απόψεις εν είδει «πλατωνικών διαλόγων". Η αντιπαράθεση αφορά τη μνήμη και πώς συντηρείται, με αφορμή το νεκροταφείο στην αυλή του Πανεπιστημίου.

     Ο τρόπος που επανέρχονται θέσεις και απόψεις που αφορούν το κάθε άτομο είναι ένα ενδιαφέρον υφαντό διανθισμένο με πολιτικά, κοινωνικά και φιλοσοφικά σχόλια που υποκρύπτουν πολλές συνυποδηλώσεις. Και ο λόγος πάει κι έρχεται σαν το μπαλάκι του πιγκ-πογκ-και ο συγγραφέας ξέρει να το κατευθύνει σωστά-για να καταλήξει σ’ έναν επίλογο στοχαστικό πάνω στη ζωή και κυρίως στην επικοινωνία των ζωντανών με τους νεκρούς.

     Το Ρίον Αντίρριον, όπως είναι φανερό δεν αφορά τη ζεύξη των αντικριστών ακτών, της Αχαίας με την απέναντι Ναυπακτία, αλλά δίνει αφορμή στο συγγραφέα για ένα στοχαστικό δοκίμιο με πολλές διακειμενικές αναφορές, πλήθος πληροφοριών και σχολίων που, ο αναγνώστης εισπράττει, όχι μόνο για την πόλη και την ευρύτερη περιοχή του, αλλά την ίδια τη γραφή, για την «απόλαυση του κειμένου»., σ.95.

ΣΠΥΡΟΣ ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ, Γλυκιές σφαιρούλες  απ’ τ’ όμορφο σου όπλο, εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1986

     Με κόντρες και με σφήνες αλλά και με το θόρυβο της μηχανής του, ο Σπύρος Λαζαρίδης ορμά ακάθεκτος στον ποιητικό χώρο και εκθέτει την επεισοδιακή σχέση της μηχανής του, αποδεικνύεται εκ των ων ουκ άνευ, με τη σχέση του μ’ εκείνην. Λόγος αστραφτερός και ζωντανός, στίχος καλοδουλεμένος με χειροπιαστές ερωτικές εικόνες., σ.46

ΜΑΡΙΑ ΛΑΖΟΥ, Η Διάρρηξη, Καστανιώτης, Αθήνα 1985

Πρόκειται για ένα σπονδυλωτό εσωτερικό μονόλογο που αρθρώνεται στα πέντε διηγήματα και στη μία ερωτική επιστολή όπου η συγγραφέας επιχειρεί μια καταβύθιση στον εσωτερικό κόσμο της ψυχής για να αλιεύσει διαδοχικά το κενό των ανθρώπινων σχέσεων, τα συμπλέγματα-τραύματα της καταπιεζόμενης κόρης από την αυταρχική μητέρα, τη μοναξιά που αποδεικνύεται ισχυρότερη και άτρωτη μπροστά σε οποιαδήποτε ερωτική σχέση, την κακολογία του κόσμου που θέλγεται να υποθέτει τα πιο ανομολόγητα πάθη, τη σκανδαλοθηρική ενημέρωση, την αχαριστία, την αυτοδιάψευση, την συγκατάβαση, την παντός είδους έλλειψη.

     Ήρωες όμως μάλλον επίπεδοι που κλονίζονται σε μια εντονότερη ματιά, που μόλις στέκονται στα πόδια τους, μικροί, μικροαστοί, χωρίς πνευματικό επίπεδο, εσωτερικότητα ή δύναμη να αντισταθούν στις όποιες δυσκολίες της ζωής, που λυγίζουν εύκολα, που για όλα φταίνε οι άλλοι, που αυτοκτονούν. Κλίμα επίπλαστο που δεν πείθει, επιχειρήματα φτωχής ψυχαναλυτικής απόπειρας, και τέλος λόγος επίσης επίπεδος, διακεκομμένος με συνεχή αποσιωπητικά που προσπαθούν εναγωνίως να δημιουργήσουν κάτι πέρα από τις λέξεις και να αφήσουν την αίσθηση του κάτι πέρα από τα λεγόμενα ή του λυγμού που δεν ξεσπάει τελικά. Τελικό συμπέρασμα’ άτεχνα κρυμμένος μελοδραματισμός, αδικαιολόγητος ρεαλισμός., σ.46

ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΛΙΩΤΗΣ, Η μαθητεία της Πλοκής, Ποιήματα, Αθήνα 1985

     Ο νεαρός ποιητής με την πρώτη δημοσίευσή του μας δίνει ένα δείγμα της ποιητικής του ευαισθησίας και των προβληματισμών που βρίσκουν πάντοτε διέξοδο στην ποιητική φόρμα. Ο στίχος του αφήνει να διαφανεί η διάστασή του με την τρέχουσα πραγματικότητα και η αυτοαπομόνωσή του. Ο «Αντίνοος» γίνεται ίσως φορέας του μυστικού του εγώ, ενώ οι «Έλληνες» στέκουν απογοητευτικοί, φθαρμένοι και αλλοτριωμένοι μέσα στη δίνη της ρουτίνας που ισοπεδώνει τα πάντα και αποτελεί το χωνευτήρι κάθε αντίστασης. Στην «Παλιδωνία» αναγνωρίζουμε κάποια διάθεση αντίδρασης και απώθησης του εμφανούς Καρυωτακισμού. Γενικά ο στίχος είναι ομαλός, λιτά εξομολογητικός και έκδηλα επαναστατικός, μοντέρνος, υπακούει σε κάποιο εσωτερικό ειρμό και ειρμό και κρυμμένη μουσικότητα., σ. 33

ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΝΤΑΒΟΣ, Χαμαιλέοντες και Σαλτιμπάγκοι, Αφοί Τολίδη, Αθήνα 1985

      Η διάρθρωση των ποιημάτων δίνει την εικόνα του τρίπτυχου. Στο πρώτο μέρος ο ποιητής παρατηρεί τον κόσμο σε μια προσπάθεια να σκιαγραφήσει με αδρές γραμμές το πορτρέτο του σύγχρονου ανθρώπου, ενώ διατηρεί τη δική του απόσταση ασφαλείας. Στο δεύτερο και τρίτο μέρος γίνεται περισσότερο προσωπικός και εξομολογητικός μ’ ένα ποιητικό πυθμένα που βαθαίνει περισσότερο, σε σχέση με το πρώτο μέρος, που κυριαρχεί η επιφάνεια, ενώ το ύφος ρέον παρακολουθεί ένα λόγο ελλειπτικό και γρήγορο., σ. 44.

ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΓΑΡΑΣ, Ύποπτοι δρόμοι, Σιγαρέτα (Οδός Πανός), Αθήνα

     Ο συγγραφέας επιχειρεί μια περιδιάβαση στους ύποπτους δρόμους της Πάτρας, εκεί όπου συνωστίζονται όλες οι κατηγορίες των ανθρώπων, «αυτοί» και οι «άλλοι», οι πρωταγωνιστές και κομπάρσοι στη φρίκη, στο φτηνό έρωτα, στην υπόγεια διαδρομή της ζωής. Διηγήματα με ζωηρές και τολμηρές περιγραφές, με ρεαλιστική αλλά και συναισθηματική προσέγγιση στο θέμα τους., σ.48

ΕΛΕΝΗ ΛΥΓΙΑΝΗ, Αντίστροφες εικόνες, Νικολαϊδη, Αθήνα

Το μυθιστόρημα της Ελένης Λυγιανή επιδιώκει μια κοινωνική κριτική, θα λέγαμε, μέσα από την προσωπικότητα της ηρωίδας της, πλούσιας και πλήττουσας κυρίας, που εναλλάσσει τους εραστές χωρίς να δικαιώνονται παρά μόνο εποχιακά οι αναζητήσεις της. Μυθιστόρημα εύκολο στο διάβασμά του και ρηχό στο περιεχόμενό του, παρά τη διαφοροποίηση των δύο κόσμων που επιχειρεί με την αντιπαράθεση των παράλληλων πλάνων, των πλουσίων και των φτωχών., σ.47

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΑΤΟΣ, ΠΛΑΤΩΝΟΣ Απολογία Σωκράτους. Το σάλπισμα του ηθικού χρέους, Gutenberg, Αθήνα 1986

Ο Γεράσιμος Μαρκαντωνάτος είναι γνωστός στο χώρο των φιλολόγων ιδιαίτερα με παρόμοιες εργασίες πάνω σε αρχαία κείμενα. Σ’ αυτή του τη μελέτη φιλοδοξεί να προσφέρει υλικό στους μαθητές και καθηγητές για την ερμηνεία του πλατωνικού έργου στο σχολείο, για να δοθεί ολοκληρωμένη η εικόνα της προσωπικότητας και του ήθους του Σωκράτη. Επιπλέον παρατίθεται και περιεκτικό σωκρατικό ανθολόγιο, καθώς και πλούσια βιβλιογραφία, πέρα από την παράθεση του κειμένου, την απόδοση του περιεχομένου, τα σχόλια, ερμηνευτικές επισημάνσεις και εμβαθύνσεις, διάρθρωση, ρητορική τεχνική, ιδέες, σχολιασμός παρατηρήσεων του διδακτικού βιβλίου, ακόμα και ερωτήσεις και εργασίες στην τάξη και στο σπίτι., σ.46

ΑΡΤΕΜΗΣ ΜΑΤΣΑΣ, Θεατρικές μνήμες, εκδ. Τάσος Πιτσιλός, Αθήνα

     Ο Αρτέμης Μάτσας επιχειρεί μ’ αυτό το βιβλίο μια αναδρομή-προσφορά αγάπης-σ’ όλους εκείνους τους ηρωικούς μάρτυρες του θεάτρου που το θεμελίωσαν: ανωνύμους θεατρίνους αλλά και επώνυμους που τόλμησαν σε δύσκολα για το θέατρο χρόνια να του αφιερώσουν την αγάπη τους. Το βιβλίο, 332 σελίδες με πολλές φωτογραφίες, θεάτρων και ηθοποιών, με συνέπεια και ευθύνη απέναντι σ’ αυτούς που μόχθησαν, διαβάζεται με ενδιαφέρον και απόλαυση., σ.48

ΜΙΧΑΗΛ ΜΗΤΡΑΣ, Η τελευταία εικόνα του κόσμου, Αιγόκερως, 1987

                Ο Μιχαήλ Μήτρας δοκίμασε όλα τα είδη γραφής και κάθε βιβλίο του είναι και ένα δείγμα της, μια έκπληξη. Άλλοτε ο λόγος περιποιημένος και με ελκυστικό τρόπο περιγράφει ανούσια πράγματα, οπότε εισβάλλει ο από μηχανής Θεός και ανακατεύει βίαια προτάσεις (Φανταστική Νουβέλα), άλλοτε ένας λεκτικός χείμαρρος αποχρωματισμένος παρασύρει όλες τις καθημερινές σκέψεις και πράξεις χωρίς αξιολογική βαρύτητα ή προτεραιότητα, ισοπεδώνοντας ισότιμα τα πάντα (Αστική Τοπιογραφία) και άλλοτε εκπέμπει τις ίδιες λέξεις  και προτάσεις σε διαφορετική θέση και σειρά (Ασταθές πεδίο).

     Ο πομπός του Μ. Μ. στέλνει ελλιπή μηνύματα, απελπισμένα, βραχυκυκλωμένα, πρωτόγονα ή τέλεια δείγματα υψίστης τεχνολογίας.

     Τώρα Η Τελευταία Εικόνα του Κόσμου μας δίνεται σε 27 εκδοχές. Ο αριθμός 27 κρατάει το μυστικό του. Το κείμενο έχει ως εξής:

Άρχισε ν’ ανηφορίζει στον λόφο κι ακολουθώντας το μονοπάτι ανάμεσα στα πεύκα δεν άργησε να φτάσει στην κορφή του. Εκεί τον περίμενε μια εντυπωσιακή θέα. Στους πρόποδες του λόφου απλωνόταν μια εκτεταμένη αμμουδιά με χαμηλούς θάμνους σε αραιά διαστήματα. Και μετά ανοιγόταν απέραντη η θάλασσα.

     Αυτό λοιπόν το κείμενο επαναλαμβάνεται 27 φορές. Οι 27 εκδοχές δεν είναι άλλο από 27 πανομοιότυπες πιστές επαναλήψεις, στο ίδιο πάντα μέρος της σελίδας και με τον ίδιο τύπο γραμμάτων. Όπως γίνεται φανερό το μυστικό δεν βρίσκεται μέσα στο κείμενο αλλά έξω από αυτό. Το μυστικό βρίσκεται στην απαράλλακτη επανάληψη που θυμίζει βελόνα γραμμοφώνου, που κόλλησε αφού έφτασε στο τέλος του δίσκου και γυρίζει αδιάκοπα πάνω στην ίδια φράση, ή αυτόματο τηλεφωνητή που με την ψυχρή φωνή του εκπέμπει το ίδιο  πάντα μήνυμα.

     Η τελευταία εικόνα του κόσμου είναι η θάλασσα με όλα τα σημαινόμενά της, τα μυστικά της, ακόμα τα μυστικά της λευκής σελίδας που αφήνει το μήνυμα, η σιωπή που παίρνει τη θέση του ανέκφραστου λόγου, η έλλειψη σημείων στίξης που θα μας έδειχναν ή θα υπέβαλαν κάποια αισθήματα. Επιμονή λοιπόν, βραχυκύκλωμα, ελπίδα, ανία θάνατος. Και ο λόγος αυτός είναι λόγος ανθρώπου ή λόγος ρομπότ χωρίς ρυθμιστή για συναισθηματικές διακυμάνσεις, λόγος ηλεκτρονικού υπολογιστή που ρυθμίστηκε σωστά και σωστά εκτελεί το πρόγραμμα κρατώντας τις χρονικές αποστάσεις από σελίδα σε σελίδα και από εκπομπή σε εκπομπή; σ. 28.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΟΣΚΟΒΗΣ, Δημήτρης Νικολιτσέας, ανανεωμένη λυρική γραφή, Φιλιππότης, Αθήνα

Ο συγγραφέας του βιβλίου, φιλόλογος και λογοτέχνης, επιχειρεί μια κριτική και ερμηνευτική προσέγγιση στο έργο του ποιητή Δ. Νικολιτσέα, αποφεύγοντας τη σκοτεινότητα άλλων κριτικών και φωτίζοντας το έργο του ποιητή, με ρωμαλέα, δωρική, ουσιαστική και προπαντός γνήσια ελληνική φωνή. Ο συγγραφέας του βιβλίου δεν παραλείπει να συσχετίσει με τους μεγάλους Έλληνες ποιητές και τις αναφορές στους κορυφαίους του ευρωπαϊκού πνεύματος., σ.48.

ΛΕΛΗ ΜΠΕΗ, Ώρα ζωής, εκδ. Εγνατία-Θεσσαλονίκη 1988.

     Ποιητική συλλογή με 31 ποιητικά αποσπάσματα με ολοφάνερη τη στοχαστική διάθεση και την υπαρξιακή αγωνία γραμμένα σε απλό, ήρεμο τόνο, σαν μικρές αναπνοές, αδιάφορες η μια για την άλλη:

Η έννομη έρημος

η ανθρώπινη υπόθεση

Παράφρονες ουρανοί

στα μάτια της ποίησης

συλληφθέντες αιφνίδια

Συνετέθην τυχαία με

μια μυθική διάρκεια.

     Το συχνό κατονομαζόμενο «κακό» είναι η νύχτα με όλο το μεταφυσικό της φορτίο:

Ίσως η τελευταία απειλή/

 η νύχτα ζυγώνει…/  

Μπήκε η νύχτα μες στο φεγγάρι/ σαν χορτασμένη παλλακίδα να κρυφτεί.

Και ακόμα: Βγήκα από τη νύχτα/

γιατί έτσι έπρεπε….

     Ποίηση απλή και ήρεμη με εμφανή την αγωνία που προβάλλει από κάθε άκρη του στίχου σαν απαραίτητο μέρος του παιχνιδιού., σ. 47

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Αναφλέξεις, Ηριδανός, Αθήνα 1986

    Η Καλλιόπη Οικονόμου πυρπολείται μέσα στη φωτιά του προσωπικού της πάθους. Κέντρο των παθημάτων της το σώμα της και ιδιαίτερα το σεξουαλικό της κέντρο. Η τόση περιγραφή και καταγραφή των στιγμών, ημερομηνιών κ.λ.π. δεν ωφελεί την ποίηση. Η Γραμματική και το Συντακτικό συχνά υποφέρουν’ ένα παράδειγμα: Μόνη επιζούσα μία πεταλούδα

εξήλθεν εξ αυτής της κόλασης

με χρώματα ξεβαμμένα.

Πολλοί στίχοι τελειώνουν με ερωτηματικό: είναι ποίηση: Όσο για το τελευταίο ποίημα. Άρνηση καλύτερα να μην είχε γραφτεί.

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ, Η τελευταία πόρτα της νύχτας, Νεφέλη, Αθήνα 1987

      Στα πεζογραφήματα αυτά η Βικτώρια Παπαδάτου ανιχνεύει και πάλι τον εσωτερικό της κόσμο, διανύει τα ενδότερα της ψυχής και ψηλαφεί ακόμα και το θάνατο. Μια μητέρα αυταρχική και κυριαρχική, εχθρική και απρόσιτη, στέκεται ακλόνητη και άτρωτη μακριά από την κόρη που συνεχώς επιζητεί γέφυρα και συνεχώς απωθείται, ενώ η φιγούρα του πατέρα πλανάται ασαφώς, προβάλλει σαν ο άλλος πόλος έλξης της κόρης αλλά και πεδίο αντιπαράθεσης της μητέρας. Η γραφή σε α΄ ή γ΄ πρόσωπο αφήνει να διαφαίνεται πάντοτε η συγγραφέας σε αγχώδεις, εφιαλτικές αλλά και λυτρωτικές κάποτε διαδρομές., σ. 47

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ, Καινούργια όραση, Ίκαρος 1988

     Η Βικτώρια Παπαδάτου μπαίνει θαρραλέα σε όλους τους χώρους του πνεύματος και επιχειρεί να δαμάσει κάτω από τις διάφορες φόρμες και μορφές του την ανησυχία και τον προβληματισμό της. Η παρουσία της είναι έκδηλη στο μυθιστόρημα, στη νουβέλλα, στο διήγημα, στο ιστόρημα, στο πεζό και τώρα στο ποίημα για Πέμπτη φορά. Η Καινούργια όραση είναι η ποιητική της μαρτυρία με έντονους λυρικούς και συναισθηματικούς τόνους, κατάθεση αγωνίας και προβληματισμού, ορόσημο, σταγόνα ελάχιστη/ πλημμύρα βροχής/ (…) πριν όλα σιωπήσουν., σ.46

ΚΑΤΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗ-ΠΑΠΑΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Γνώση Σιωπής, Λευκωσία, 1987

     Τα ποιήματα της Κ. Γ. Π. αφορμώνται από την καθημερινή ζωή και την ανισορροπία των κοινωνικών δεδομένων. Έντονη η θρησκευτική επίδραση και εξίσου εμφανής η καταφυγή στο Θεό. Θέματα όπως τα παιδιά της Αιθιοπίας, η Ειρήνη, οι τυφλοί Ινδοί από τη διαρροή στο εργοστάσιο των χημικών από τη μια μεριά καθώς και η παιδεία που έχει λάβει από την άλλη μας δίνουν πρόσβαση στον ποιητικό χώρο., σ.46

ΑΓΓΕΛΟΣ Σ. ΠΑΡΘΕΝΗΣ, Ο πας  χρόνος, Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1988

 Ποιητική συλλογή χωρισμένη σε δύο μέρη, με μικρά ολιγόστιχα ποιήματα σαν μυστικά ψιθυρίσματα στο αυτί του αναγνώστη. Αποσπασματικές οι φράσεις όπως και οι σκέψεις. Επανερχόμενο μοτίβο η φθορά και η πτώση:

Σ’ αυτούς τους δρόμους

Τηλέφωνα και ασανσέρ

Βουλιάζοντας στη σιωπή

τηλεοράσεις και καζανάκια

Στον τοίχο έγραφε

PROVINCIA DESERTA.

Η ζωή και ο θάνατος ένας κύκλος όπου όλα γίνονται όπως πάντα κι ο χρόνος ρέει:

Σταγόνα τη σταγόνα

στάζει

ο χρόνος

Το ποτάμι

ρέει

ο χρόνος.

Τέλος όλα χάνονται οριστικά:

Το κύμα σβήνει τα σημάδια

Έπειτα τίποτα.

Απροσδόκητος ο στίχος μερικές φορές:

η καμπύλη του ώμου του λαιμού η Μία κίνηση.

Κύμα.

Κυλήσαμε.

Χάθηκα καθώς., σ.47 

ΕΛΕΝΗ ΠΕΓΚΑ, Αυτή Θερινή, Άγρα, Αθήνα 1986

Γυναίκα και τοπίο σε άμεση σχέση όπου η πρώτη δέχεται τη μεταμορφωτική και αφομοιωτική δύναμη του δεύτερου., σ. 48  

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΛΗΣΗΣ, Χαράγματα, Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1988

     Το βιβλίο περιλαμβάνει δύο ενότητες. Στην πρώτη ο ποιητής ζει εγκλωβισμένος στα πλοκάμια της ιστορικής μνήμης που σημάδεψε τον τόπο του και νιώθει έντονη την απουσία του δίκιου, τη ματαίωση του ονείρου και το ψέμα του παιδικού παραμυθιού:

Ναι γιαγιά μα η θάλασσα ήταν

δική μας

κι ο ουρανός ήταν δικός μας.

Δε μας είπες την αλήθεια γιαγιά,

πως υπάρχει τρόπος

να σου κλέψουν και τον ουρανό

και τη θάλασσα.

      Στη δεύτερη ενότητα επικρατεί ο έφηβος έρωτας και σε κάθε ποίημα κατασταλάζει η μυστική ουσία της ζωής και της αιωνιότητας που διαχέεται στον αέρα και στο νερό με την ομορφιά, τη ροή, την τρικυμία, τη γαλήνη, διατηρώντας τη ζωογόνο υγρασία: η στιγμή μεταλαμβάνει αθανασία. Κι ο ποιητής ξέρει πια πως στεγνώνει η καρδιά που στέκεται στα εφήμερα και ξεχνά τα αιώνια κι ο πόνος είναι κι αυτός τροφοδότης της ζωής τελικά.  

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΠΡΙΝΙΑ, Εγχειρίδιο Κακής Συμπεριφοράς. Νουβέλλα, εκδ. Γνώση, Αθήνα 1987

     Το βιβλίο αποτελείται από 76 σελίδες και το εξώφυλλο κοσμείται από το εικαστικό της Κατερίνας Μαρούλη.

     Η νουβέλλα αρχίζει με την απόπειρα συγγραφής  βιβλίου και εγγραφής του στο μαγνητόφωνο. Στην συνέχεια κάποιο κοριτσάκι ή ώριμη γυναίκα αφηγείται παραληρηματικά, μ’ ένα μονοδιάστατο παρατακτικό λόγο, ιστορίες του παρελθόντος και κάποιου απροσδιόριστου παρόντος. Πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις απρόσμενα αναδύονται και το ίδιο απρόσμενα εξαφανίζονται από το προσκήνιο. Χώρος και χρόνος παραμένουν απροσδιόριστα ενώ τα δρώμενα φαίνεται να είναι συνειρμικές φαντασιώσεις ενός έγκλειστου «εγώ» που ηδονίζεται με το λεκτικό παιχνίδι. Η λογοτεχνία γίνεται πρόφαση για ψυχολογική και γλωσσολογικής απόχρωσης διερεύνηση του περιγραφόμενου και αφηγούμενου χαρακτήρα, μέσα από μια εξεζητημένη και άκρως επιτηδευμένη χρήση του γλωσσικού οργάνου που εξαντλεί τον αναγνώστη μέσα στο λαβύρινθο των μακρόσυρτων προτάσεων., σ. 44

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΠΡΙΦΤΗ, Νίκος Καζαντζάκης, Περιπατητής του κόσμου, εκδ. ΝικολαΪδη, Αθήνα

Το μικρό βιβλίο της Κ. Π. είναι μια μικρή λυρική μελέτη (όπως λέει η ίδια η συγγραφέας) για το σημαντικό δημιουργό αλλά και για τον άνθρωπο Νίκο Καζαντζάκη. Με έντονο πάθος του αφιερώνει το λόγο της, μιλά για το Σικελιανό και το Νόμπελ’ κυρίως όμως στέκεται στην πορεία του Καζαντζάκη στο χώρο και στο χρόνο και στα μεγάλα προβλήματα που τον απασχόλησαν δείχνοντας τη σημαντική του προσφορά στα ελληνικά Γράμματα. Η μελέτη συμπληρώνεται από επιστολές και στίχους ολοκληρώνοντας το πορτρέτο του μεγάλου Κρητικού που η συγγραφέας κατατάσσει μαζί με το Βενιζέλο στους σπουδαιότερους ανθρώπους του 20ου αιώνα που έδωσε η Κρήτη., σ. 43

ΧΑΡΗΣ ΣΑΚΕΛΑΡΙΟΥ, Η μοντέρνα ποίηση και τα προβλήματα διδασκαλία της, εκδ. Gutenberg 1989

     Ο Χάρης Σακελλαρίου είναι γνωστός για το έργο του, ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, μελέτες και δοκίμια. Αυτή τη φορά έρχεται στο προσκήνιο μ’ ένα μικρό αλλά πολύ ενδιαφέροντα τόμο-βοήθημα για τη διδασκαλία της ποίησης. Το βιβλίο του περιλαμβάνει τα μέρη (πρόλογος, ο χώρος της ποίησης, η μοντέρνα ποίηση, προβλήματα διδασκαλίας της μοντέρνας ποίησης., δυσκολίες και κάποια προβλήματα μεθοδολογικά, βασική βιβλιογραφία, ευρετήριο ονομάτων).

     Αντιγράφω από τον πρόλογο «Το ενδιαφέρον που προκάλεσαν δύο ομιλίες μου, το 1985, στο ΚΜΕ, με παρακίνησε να τις παρουσιάσω, πιο ολοκληρωμένες και τεκμηριωμένες… Αποσαφηνίζοντας ορισμένες έννοιες κι εμβαθύνοντας σε κάποιες άλλες ή παραπέμποντας σε άλλες σχετικές εργασίες, όταν η διαπραγμάτευση απαιτεί κάποια ευρύτερη διερεύνηση, στάθηκα  περισσότερο στο καθαρό πρακτικό μέρος της όλης προσπάθειας κι απέφυγα την άσκοπη θεωρητικολογία…»

     Το βιβλίο δεν είναι μόνο βοήθημα για όσους διδάσκουν ποίηση αλλά για τον καθένα που ενδιαφέρεται για την ποίηση., σ.46.

ΔΙΟΝΥΣΗ ΣΕΡΡΑ,  Έξι γραφές για τον Σεφέρη, εκδ. Περίπλους, 1987

     Με αφορμή τα δεκαπεντάχρονα από το θάνατο του Σεφέρη ο Διονύσης Σέρρας αφιερώνει τις έξι γραφές του στο μεγάλο μας ποιητή. Κι όχι μόνο αφιερώνει αλλά του αποκαλύπτεται τόσο που ο κάθε σεφερικός στίχος ανοίγει την ποιητική φλέβα του έστω να δώσει το δικό του ποιητικό στίγμα, γεμάτο από λεπτή ευγένεια, τιμή και σεβασμό, συγκρατημένη μελαγχολία, διάχυτη όμως, καθώς αφήνει τους σεφερικούς στίχους να βουλιάξουν στη δική του ποιητική σύνθεση. Κάθε ενότητα έχει το σεφερικό της μότο, σημαδεύεται από το σεφερικό κλίμα και ανοίγει το νοερό της διάλογο μαζί του. Μια απάντηση και μια προέκταση της οδύνης εκείνου για το κενό, τη Δικαιοσύνη, το φαρμάκι, την αγωνία είναι η ποίηση του Διονύση Σέρρα που έρχεται από τη φιλτάτη πατρίδα τη Ζάκυνθο., σ. 45

ΑΛΟΗ ΣΙΔΕΡΗ, Όψεις Ονείρων, Άγρα, Αθήνα 1985

    Οι στίχοι της Αλόης Σιδέρη υποβάλλουν από την αρχή στον αναγνώστη το μυστηριακό κλίμα της ποίησης, με λόγο λιτό αλλά υπαινικτικό, με ήρεμη αφήγηση και περιγραφή του τοπίου που αναδίνει την αθέατη παρουσία του θαλάσσιου στοιχείου σε μια αδηφάγο σχεδόν δραστηριότητα. Αυτοπαρατήρηση του εγώ και των πράξεών του μέσα από τη μνήμη που ορθώνεται απειλητική και αόρατη έστω στον αέρα για να προκαλέσει την ψυχή σε μια διαίσθηση εξερεύνηση που κάνει την ποιήτρια να βηματίζει «και πέρα από το στηθαίο στον αέρα… στο κενό» και να νιώθει «το κάλεσμα της αβύσσου». Καθαρός, καλοδουλεμένος και ισορροπημένος στίχος που υπακούει σε μια ταξινομημένη σκέψη και εσωτερικό ρυθμό, χωρίς εξάρσεις και κραυγαλέες καταγγελίες σ’ ένα ποιητικό οικοδόμημα αρχιτεκτονικό σωστά., σ. 44

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΑΜΕΛΟΣ, Η Δωρίδα στην Τουρκοκρατία. Συμβολή στη μελέτη του Νέου Ελληνισμού, Γλάρος, Αθήνα

     Στο βιβλίο αυτό ο συγγραφέας επιχειρεί μια έρευνα του νέου ελληνισμού, όπως γράφει, στηριγμένος σε ελληνικές και ξένες ιστορικές πηγές, και μας παρουσιάζει την κοινωνική ζωή, θεσμούς οργάνωση, επαναστατική δραστηριότητα, πνευματική και πολιτιστική προσφορά της Δωρίδας, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. 181 σελίδες,  βιβλιογραφία και ευρετήριο., σ. 48

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Δημήτρης Δ. Λέος (Ο συγγραφέας της Παγκόσμιας διασποράς), Σμηρνιωτάκης, Αθήνα 1988

Το βιβλίο είναι μια τιμητική προσφορά και αναφορά στο έργο του Δημ. Λέου του συγγραφέα που ζει μόνιμα εκτός Ελλάδος «Κάτω από τον αστερισμό του Νότου»

     Ο συγγραφέας, Κ. Σ. παραθέτει το έργο του Δ. Λέου και κάνει κριτική παρουσίασή του, αναφέρεται στους ήρωες, κυρίως βασανισμένους από την κοινωνική αδικία, τις αρρώστιες, τη φτώχεια. Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου καλύπτουν οι απόψεις των διαφόρων εκδοτών και άλλων για το έργο του Λέου., σ. 47

ΣΟΝΙΑ ΠΥΛΟΡΩΦ-ΣΩΤΗΡΟΥΔΗ, Ποιήματα του ’87, Θεσσαλονίκη 1988

Η κ. Σόνια Πυλόρωφ-Σωτηρούδη μοιάζει, με τα ποιήματά της, να σχοινοβατεί ανάμεσα στο άχαρο παρόν, με όλα όσα αυτό συνεπάγεται, και στο μακρινό και άγνωστο, ωραιοποιημένα ωστόσο στη φαντασία της εκεί. Και, σχοινοβατώντας, επιχειρεί συχνές υπερβάσεις, έστω και αν γνωρίζει εκ των προτέρων ότι η επιστροφή της στο εδώ θα είναι αναπόφευκτη και οδυνηρή. Ό,τι κυριαρχεί στα περισσότερα ποιήματά της είναι ο ακόρεστος πόθος για το μακρινό άγνωστο και η πικρία ότι με το πέρασμα του χρόνου οι ελπίδες να το γνωρίσει λιγοστεύουν. Οι στίχοι της είναι απέριττοι, λιτοί κι ευαίσθητοι. Οι τόνοι της χαμηλοί, νηφάλιοι και προσεγμένοι. Και κάτω από την επιφάνεια, λίγο πιο βαθιά, ο καημός της γυναίκας που καταποντίζεται μέσα στον ωκεανό της καθημερινότητας, σιωπηλά και καρτερικά, φυλάγοντας μέσα της σαν κόρη οφθαλμού μιαν ακατασίγαστη πίστη για το ανέφικτο. Δείγμα γραφής: Διαβάζω ονόματα μηνύματα/ σε τοίχους ξεφτισμένους/ σε κορμούς δέντρων/ αρχικά χαραγμένα/ σημειώσεις, λογαριασμούς/ σε πακέτο από τσιγάρο/ χυδαιότητες σε τηλεφωνικούς/ θαλάμους/ έτσι λοιπόν εκφράζεται ο κόσμος/ σήμερα; («Έτσι σήμερα;»).σ. 45.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΟΥΜΑΝΙΔΗΣ, Η ώρα του λιμανιού, Πλέθρον, Αθήνα 1987

     Ποιήματα μοιρασμένα σε τρείς ενότητες Α΄ Παλιά Νερά, Β΄ Πρόσωπα και Τοπία, Γ΄. Από το βάθος της Αιτίας. Και στις τρείς ενότητες το συναισθηματικό κλίμα προβάλλει το ίδιο’ μελαγχολικό, θλιμμένο, παραπονεμένο:

Μια αποθήκη ετοιμόρροπη- είμαι

ξεχασμένη σχεδόν στον πρόστυχο

θόρυβο των συναλλαγών.

Στίχοι αβίαστοι, ρευστοί, με αναπάντητα ερωτηματικά:

Τι έφταιξε λοιπόν και σου γράφω

απ’ την άλλη πλευρά της ημέρας;

Πως γίνεται το ρολόι να δείχνει

πάντοτε

την ίδια αμβλεία πραγματικότητα!

Εικόνες λαγαρές αλλά και απρόσμενες:

Είναι κάτι απογεύματα, κρεμα-

σμένα ανάποδα στον πευκώνα.

Τέλος ο οραματισμός της λύτρωσης:

        Οραματίζομαι Γαλαξίες

Τις μέρες που θα ‘ρθουν

Τις βροχές τις γεμάτες ποιήματα.

Τις επουλωμένες πληγές των

ανθρώπων.

Καληνύχτα λοιπόν περασμένες σιωπές.   

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ, Όσο ακούω σε χρώμα, Πλέθρον, Αθήνα 1985

     Μια σύγχρονη ποιητική φωνή εσωτερικού χώρου, αφηρημένη και αναρχική, αποσπασματική και σπασμωδική σε μια απόπειρα απόδοσης των ψυχικών αδιεξόδων. Η οπτικοακουστική δανείζει τον τίτλο στο ποιητικό ρευστό κι αυτό με τη σειρά του άπιαστο και χειμαρρώδες αρνείται να καταδεχτεί τον αμύητο αναγνώστη. Ποίηση προσωπική με έκδηλο το ψυχικό κενό. Λόγος δυναμικός, δυσφορία διάχυτη, απαισιοδοξία συγκρατημένη, διάψευση., σ. 46

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΑΦΟΥΤΗΣ, Ανατολικά της καρδιάς, Άμφισσα 1983

     Το βιβλίο αποτελείται από 62 σελίδες και περιλαμβάνει ποιήματα που γράφτηκαν ανάμεσα στο 1965 με 1975. Η παρούσα είναι η τρίτη έκδοση. Τα σχέδια που το κοσμούν είναι της Μαγδαληνής Δημοπούλου.

Τα ποιήματα προδίδουν έντονο συναισθηματισμό και προβληματισμό πάνω στην ανθρώπινη μοίρα.

 Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για μας/

απ’ αυτόν που περπατάμε/

απ’ αυτόν που θελήσαμε να βαδίσουμε./

Δεν υπάρχει άλλη έννοια ακατανόητη./

Ερμηνεύοντας την αγάπη

 γνωρίζεις τον κόσμο όλο., σ.46

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ, Οι εποχές της Εύας, εκδ. Ωρίων, Αθήνα 1985

   Ήρεμος και συμπαθητικός ο μονόλογος με απαλούς τόνους και αιωρούμενη θλίψη που ανασύρουν στην επιφάνεια κρυμμένες ψυχικές πληγές. Μια ποίηση προσωπική με το εγώ μακριά από το εσύ, τους ανεκπλήρωτους πόθους και την αιώνια μοίρα της Εύας που δεν είναι παρά η ίδια μέσα από τη μορφή της Ελένης, της Κασσάνδρας, της Ναυσικάς, της Υακίνθης., σ.45

ΛΕΟ ΜΠΟΥΣΚΑΛΙΑ, Ο δρόμος του ταύρου, μετάφραση Δημήτρης Κωστελένος, εκδ. Γλάρος

     Το θέμα του βιβλίου εκτείνεται σε δώδεκα κεφάλαια. Κάθε κεφάλαιο κι ένας τόπος, κι όλοι οι τόποι της Άπω Ανατολής.

     Στην Εισαγωγή διαβάζουμε: «Τον τίτλο Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΤΑΥΡΟΥ τον εμπνεύστηκα από ένα βιβλίο του Ζεν. Οι Ταύροι, γραμμένο το 12ο αιώνα από τον κινέζο δάσκαλο του Ζεν, Κακουάν. Στην ιστορία αυτή ο Ταύρος αντιπροσώπευε τη ζωική ενέργεια, την αλήθεια και τη δράση. Ο δρόμος αφορούσε τα βήματα που ο άνθρωπος πρέπει να κάνει μέσα στη διαδικασία της αναζήτησης της ενόρασης, για ν’ ανακαλύψει τον εαυτό του, για να αποκαλύψει την αληθινή του φύση» Το βιβλίο ανήκει στο χώρο της φιλοσοφίας, και καθώς είναι γραμμένο με τη μορφή των ταξιδιωτικών εντυπώσεων γίνεται ενδιαφέρον και προσιτό στον μέσο αναγνώστη. σ. 63

       Στο μικρό αυτό ανθολόγιο που συνέταξα της Ανθούλας Δανιήλ, μετέφερα κριτικές της από συγγραφείς και τίτλους βιβλίων σε μια ποικιλία ειδών της γραφής και των εκδόσεων τα παλαιότερα χρόνια. Προτίμησα να αντιγράψω-και να δώσω-μια μεγαλύτερη ποικιλία έργων, συγγραφέων βιβλίων, εκδοτικών οίκων, παρά να εστιασθώ σε ορισμένες άλλες μεγαλύτερης έκτασης κριτικές της, όπως παραδείγματος είναι αυτές για τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Δημήτρη Ραυτόπουλο, τον πειραιώτη ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη, τον πεζογράφο επίσης πειραιώτη Φάνη Μούλιο,, τον κριτικό και ποιητή Θ. Δ. Φραγκόπουλο, τον ποιητή Νίκο Γ. Δαββέτα, και άλλους, όχι για κανέναν άλλον λόγο, αλλά γιατί θα καταλάμβαναν μεγάλο χώρο στη ιστοσελίδα σε αυτήν την πρώτη παρουσίαση της Ανθούλας Δανιήλ, και θα μας στερούσε την ποικιλία των επιλογών της, την σχολιαστική της ματιά, το λακωνικό της ύφος, το ελλειπτικό στιλ της γραφής της, ουσιαστικό όμως και καίριο, την γκάμα των συγγραφέων, των τίτλων των βιβλίων, των περιοχών εκτός κέντρου. Επέλεξα να μεταφέρω ένα μικρό κουτί με μικρά κριτικά κουφετάκια παρά ένα μεγαλύτερο με τρία ή τέσσερα ή και πέντε εύγεστα κριτικά κομμάτια. Να διαβάσουμε όλοι μας, ή να ξαναδιαβάσουμε αυτά το μικρά της κριτικά δελτάρια αναφοράς σε ποιητές, διηγηματογράφους, ιστοριοδίφες. Το βάρος έπεσε στην ποίηση, σε ορισμένα ονόματα περισσότερο γνωστά-χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και τα υπόλοιπα δεν είναι αναγνωρίσιμα από το μικρό κοινό της ποίησης, και να συμπεριλάβω όσο μου επέτρεπε το κριτικό υλικό, και ονόματα που εμφανίσθηκαν εκδοτικά για πρώτη φορά. Ο αναγνώστης ή η αναγνώστρια του πρώτου αυτού ανθολογίου της Ανθούλας Δανιήλ, θα διαπιστώσει ο ίδιος, τα ενδιαφέροντα της κριτικού, τον χειρισμό της γλώσσας της, το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί, το προσωπικό της ύφος, με δυό λόγια, την δική της συνομιλία με τα βιβλία που έχει μπροστά της. Όπως αυτή πραγματοποιήθηκε πριν μερικές δεκαετίες. Οι χρονικές των εκδόσεων επισημάνσεις της μας δηλώνουν και την περίοδο που η Δανιήλ εμφανίστηκε στο περιοδικό στερέωμα και την συμμετοχή της. Δυστυχώς δεν έχω τους τίτλους των κρινόμενων βιβλίων, πράγμα που σημαίνει, ότι δεν είναι εύκολο να διασταυρώσω ορισμένες εκδοτικές πληροφορίες που αναγράφονται στα έντυπα. Φυσικά οι ελλείψεις αυτών των «τεχνικών» λεπτομερειών δεν μειώνει ούτε το στίγμα της έκδοσης, του συγγραφέα, της πόλης εκτός πρωτευούσης που κυκλοφόρησε η συλλογή ή το βιβλίο ή την ποιότητα της κριτικής γραφής. Όπου κατόρθωσα να βρω στοιχεία από δικές μου πηγές συμπλήρωσα τα κενά. Το έπραξα αυτό όχι για κανέναν άλλον λόγο αλλά για να διευκολύνω τον αναγνώστη να ταξιδέψει ανετότερα στο ταξίδι αυτό των βιβλιοκριτικών εμπειριών και βιβλιοπαρουσιάσεων που μας προσφέρει η Ανθούλα Δανιήλ στον δικό της ατομικό αναγνωστικό χρόνο. Ίσως σήμερα που έχει παρέλθει από την επιφάνεια του κριτικού χρόνου, η φωνή της Δανιήλ και τα βιβλία και οι συγγραφείς τους έχουν κατακάτσει στις συνειδήσεις των ειδικών, γραμματολόγων, των ιστορικών της λογοτεχνίας αλλά και ημών των αναγνωστών, θα άξιζε μια εργασία, μια συμπαράθεση ίσως στην αρχή ανά περιοδικό και έντυπο μεταξύ των ελληνικών γυναικείων φωνών της κριτικής σκέψης. Ένας κοινός τόπος εξέτασης, πρόσληψης, ανάλυσης, κοινού πλησιάσματος, συμπαράθεσης των διαφορετικών γυναικείων φωνών που εμφανίζονται τις τελευταίες δεκαετίες στην χώρα μας. Γυναικείες Φωνές όπως οι παραπάνω που ανέφερα, να προσθέσουμε και την ειδική φωνή της πρόωρα χαμένης Μάρης Θεοδοσοπούλου, μα και της  Άντειας Φραντζή, κλπ. που στέκονται ισάξιες και επάξια δίπλα στις αντρικές κριτικές φωνές της χώρας μας. Φωνές όπως, μαζί με των παραπάνω, του Αλέξανδρου Αργυρίου, του Δημοσθένη Κούρτοβικ, του Κωστή Παπαγιώργη, του Κώστα Βούλγαρη, του Διονύση Καψάλη, του Γιώργου Αριστηνού, του Γιώργου Παγανού, του Στέφανου Ροζάνη, του Γιάννη Παπακώστα, του Αλέξανδρου Κοτζιά , και άλλων, που σε κάνει να αναρωτηθείς έκπληκτος, σε ποιο βαθμό και σε τι ποσοστό συνέβαλαν οι κριτικές αυτές φωνές, αντρικές και γυναικείες μέσα στο λογοτεχνικό χρόνο, στην συγγραφή της καθόλου ελληνικής λογοτεχνικής ιστορίας και γραμματείας. Αν οι κριτικές αυτές φωνές συνεισέφεραν και πόσο στην ανάδειξη του καλού γούστου στην ποίηση, τον πεζό λόγο, το δοκίμιο. Εισακούστηκαν και από ποιούς; Μόνο από τους ειδικούς ή και από το κοινό; Μπορούμε να κάνουμε λόγο για κοινή πορεία ιστορικών της λογοτεχνίας και κριτικών, για σύμπλευση, ή είναι παράλληλες πορείες που τέμνονται ή όχι. Είναι κοινά τα κριτήρια. Αναγνωρίζουμε έναν κοινό οραματισμό στην εξέλιξη και την διαδρομή της ελληνικής λογοτεχνίας και από τις δύο πλευρές; Και στο γυναικείο μερίδιο τι αναλογεί; Παραγκωνίστηκε η προσφορά τους από ένα αντρικό κριτικό «κατεστημένο» ή όχι, συμβάδισαν χωρίς εσωτερικές αψιμαχίες και προβολές παρουσίας ή όχι;

     Αυτά τα ερωτήματα έρχονται στην νου καθώς διαβάζω ξανά μετά από τόσα χρόνια και χαίρομαι με νοσταλγία τις κριτικές της Ανθούλας Δανιήλ. Και ξανά διαβάζοντας τις δικές της προτάσεις, πέφτει η ματιά μας και στις άλλες φωνές ενθυμούμενοι δικά μας διαβάσματα και τον χρόνο που ενώ γερνά το γράφων υποκείμενο, δεν γερνά τον συγγραφικό του λόγο.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πρώτη καταγραφή

Πειραιάς, 16-22 Σεπτεμβρίου 2020