Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2022

28η Οκτωβρίου 1940

        ΣΤΟΥΣ ΑΝΩΝΥΜΟΥΣ ΠΕΣΟΝΤΕΣ

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΦΑΣΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΝΑΖΙΣΜΟ

 

            Δεν είναι η θύμηση των σκοτωμένων φίλων

                πού μου σκίζει τώρα τα σωθικά.

                Είναι ο θρήνος για τους χιλιάδες άγνωστους

                πού αφήσανε στα ράμφη των πουλιών

                τα σβησμένα μάτια τους

                πού σφίγγουνε στα παγωμένα χέρια τους

                μιά φούχτα κάλυκες κι αγκάθια.

                Τους άγνωστους περαστικούς διαβάτες

                που ποτέ μας δε μιλήσαμε

                πού μόνο κάποτε για λίγο κοιταχτήκαμε

                όταν μας έδωσαν τη φωτιά του τσιγάρου τους

                στο βραδινό δρόμο.

                Τους χιλιάδες άγνωστους φίλους

                που έδωσαν τη ζωή τους

                για μένα.

                         Τίτος Πατρίκιος

     Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940. Μια σκοτεινή φθινοπωρινή μέρα για την Ελλάδα, την Ευρώπη, τον Κόσμο. Όπως έγραφε στο πρωτοσέλιδο άρθρο του ο Άγγελος Βλάχος στην εφημερίδα «Η Καθημερινή», «Οι Έλληνες κοιμήθηκαν παιδιά και ξύπνησαν πολεμιστές». Η μέρα πλησίαζε να ξημερώσει στην Ελλάδα όταν η πατρίδα μας θα δέχονταν την βάρβαρη εισβολή. Το τελεσίγραφο παράδοσης είχε δοθεί στην τότε πολιτική ηγεσία. Οι καμινάδες των ελληνικών σπιτιών ήσαν ακόμα σβηστές, δίχως καπνό ζεστασιάς και λάτρας. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες βρίσκονταν ακόμα στα σπίτια τους, κουκουλωμένοι με τις κουβέρτες τους στα κρεβάτια τους. Οι δρόμοι ήσαν έρημοι, τα φθινοπωρινά φύλλα των δέντρων πλημμύριζαν τα πεζοδρόμια, σκέπαζαν τις πλατείες. Τα νυχτοπούλια κρατούσαν νυσταγμένα ισορροπία πάνω στα φανάρια με τις λάμπες φθορίου. Το πυκνό σκοτάδι απλώνονταν ακόμα στους αθηναϊκούς δρόμους. Ελάχιστα αγουροξυπνημένα άτομα, πρόβαλλαν δειλά-δειλά από τα σκοτεινά σοκάκια. Ήσαν οι εργαζόμενοι της πρωινής βάρδιας, βάδιζαν βιαστικά, κρατώντας στο χέρι τους τις καστανιές με το μεσημεριανό φαγητό τους, την πετσέτα με το δεκατιανό τους. Τραβούσαν για τις έρημες στάσεις να πάρουν το πρώτο λεωφορείο της γραμμής για τη δουλειά τους. Μαζί τους είχαν ξυπνήσει και οι φάμπρικες, τα εργοστάσια, τα σκόρπια εδώ και εκεί μικρά καφενεία, κάτω στο λιμάνι του Πειραιά, στις αποβάθρες, στο καφενείο κάτω από το παλαιό Ρολόι, στο Δημαρχείο που μαζεύονταν οι λιμενεργάτες, οι μεταφορείς. Παραδίπλα οι σούστες με τα άλογα και τα κουρασμένα γαϊδουράκια περίμεναν υπομονετικά. Οι νυχτερινές βάρδιες των εργαζομένων ετοιμάζονταν να χτυπήσουν την πρωινή κάρτα εξόδους τους, να διαβούν την πύλη των εργοστασίων, των υφαντουργείων. Σε λίγο θα σχολούσαν, έπλεναν με πράσινο σαπούνι τα χέρια τους, ξεσκόνιζαν τα ρούχα τους, άνοιγαν τα πρώτα κουτιά τσιγάρα, βιάζονταν να επιστρέψουν με τα πρωινά δρομολόγια των λεωφορείων στα σπίτια τους, να ξεκουραστούν, να κοιμηθούν, να πουν την πρώτη καλημέρα στην οικογένειά τους. Σε λίγο θα ακούγονταν οι πρώτες καλημέρες καθώς θα ανέτειλε η «πασίχαρη» φθινοπωρινή μέρα», όπως μας λέει ο αντιστασιακός συγγραφέας Δημήτρης Φωτιάδης. Οι θέσεις των καστανάδων με την φουφού, την τσιμπίδα και την λάμπα πετρελαίου ήταν ακόμα κενές. Το ίδιο και εκείνη των σαλεπιτζήδων με το σαμοβάρι και το αχνιστό- καυτό σαλέπι που ζέσταινε τα σωθικά των πρωινών βιαστικών. Των κουλουρτζήδων οι τάβλες με τα ζεστά κουλούρια δεν είχαν ακόμα στηθεί, οι φούρνοι όμως ήσαν πυρωμένοι από νωρίς, ξημερώματα. Τα επιλεγμένα στέκια των μικροπωλητών της πόλεως των Αθηνών, του πρώτου λιμανιού της χώρας με τα φώτα των καραβιών και των κάθε είδους καϊκιών να λάμπουν στο βάθος του Σαρωνικού, ήσαν ακόμα άδεια. Κάτι λαθραίοι ξέμπαρκοι παπατζήδες, με τις σημαδεμένες τράπουλες στην τσέπη, τον ντενεκέ και το μικρό σκαμνάκι, σαν σκιές μιάς άλλης κοινωνικής πραγματικότητας της πόλης και του λιμανιού, αχνοφαίνονταν (σαν παρατημένοι μαύροι μπόγοι) κουλουριασμένοι κάτω από ετοιμόρροπα τσίγκινα υπόστεγα της μεγάλης λεωφόρου, έξω από τα ελάχιστα ξενυχτάδικα, τα πατσατζίδικα, που ήσαν διάσπαρτα σαν «μανιτάρια» σε διάφορα σημεία. Η Πόλη λαγοκοιμόταν, η ησυχία της νύχτας μπερδεύονταν με τους σποραδικούς ξαφνικούς θορύβους της μέρας που ξυπνούσε. Οι φουρναρέοι στο πόστο τους, ζύμωναν τα πρώτα καρβέλια, πασπάλιζαν τις μικρές και μεγάλες φραντζόλες με αλεύρι, τις τοποθετούσαν την μία δίπλα στην άλλη στις μαύρες λαμαρίνες και τις έβαζαν με το ξύλινο φτυάρι μέσα στο φούρνο. Νυσταγμένοι μαθητευόμενοι φουρναρέοι, αλευρωμένοι, με τα δάχτυλα να κολλάνε από την ζύμη έβγαζαν από το πύρινο στόμα των φούρνων τα πρώτα ζεστά, τραγανιστά κουλούρια, με τους σπόρους σουσαμιού να τους δίνουν την άλλη γεύση, αυτή, που εξακολουθεί να ξετρελαίνει τα σχολιαρόπαιδα κάθε εποχής και τάξης και όχι μόνο. Οι πόρτες των μικρών μαγαζιών και τα ρολά των μπακάλικων ήσαν ακόμα κατεβασμένες. Από τις χαραμάδες των ξύλινων παραθύρων οι λάμπες με το καπνισμένο γυαλί ετοιμάζονταν να σβήσουν. Μερικοί μπακαλοταβερνιάρηδες, με τις άσπρες ποδιές, το κοντύλι στο αριστερό αυτί τους, (Οι «Μπαρμπαγιώργηδες» του Σπύρου Μελά) είχαν κοιμηθεί στο μαγαζί, βάζοντας δύο ψάθινες καρέκλες την μία αντικριστά στην άλλη, και πάνω τους λαγοκοιμούνταν. Οι τυχερότεροι, μέχρι να ξημερώσει είχαν για συντροφιά την παλιά Λατέρνα. Ο Αρμάος λαγοκοιμόταν σιμά τους, άλλοι περιπλανώμενοι μουσικοί είχαν για προσκέφαλό τους τις ξεχαρβαλωμένες κιθαρίτσες τους, τα μικρά μπαγλαμαδάκια τους. Ο χώρος της μεγάλης σάλας μύριζε μούστο και βαρειά άχνα τηγανισμένου κρέατος, λαδερών. Μικρά ποτηράκια μισογεμάτα με την αθηναϊκή κεχριμπαρένια ρετσίνα βρίσκονταν ακόμα πάνω στα τραπέζια με την λαδόκολλα, τα ψίχουλα και το πιατάκι με τα υπολείμματα από το τελευταίο σαγανάκι. Να μην πιούνε ξεροσφύρι το νέκταρ των Θεών. Τα βαρέλια το ένα δίπλα στο άλλο, το ένα πάνω στο άλλο γεμάτα κρασί σφραγισμένα μας κοιτούσαν με τα θεόρατα μάτια τους. Ενώ από πάνω τους η ξύλινη χρωματιστή επιγραφή μας ενημέρωνε: «Βερεσέδες δεν δίδονται». Αχθοφόροι της αγοράς με τα μπαλωμένα ρούχα ξεφόρτωναν τα πρώτα προϊόντα, τις προμήθειες της αθηναϊκής και πειραϊκής αγοράς, σημείωναν τις ποσότητες με τα σακιά και τα καφάσια, τα στοιβαγμένα κιβώτια με ένα μικρό τεμπεσίρι, τα νουμέριαζαν ανάλογα με τον πελάτη και την περιοχή των μαγαζιών που θα τα μετέφεραν. Τα πιτσιρίκια φουμάριζαν το πρώτο τους πρωινό τσιγάρο καθώς έτρεχαν δώθε κείθε κάνοντας διάφορα χαμαλίκια. Μικρά τεφτέρια με νούμερα, ποσότητες και ποσά, ονόματα, είδη, κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι στο άψε σβήσε. Τα σαλιωμένα μολύβια με την ψηλή μύτη είχαν την τιμητική τους κάθε πρωί στα στέκια των αγορών. Αθηναίοι ξενύχτηδες τρικλίζοντας και παραπατώντας, με το σακάκι τους ριγμένο στον ώμο σιγοτραγουδώντας επέστρεφαν από το Κυριακάτικο τσιμπούσι. Ο Άγιος Δημήτριος δεν είχε επιστρέψει ακόμα πίσω, στο εικονοστάσι του, γλεντούσε με τους συνεορτάζοντες. Αλάνια και μόρτηδες του λιμανιού έβγαιναν από την περιοχή της Τρούμπας, χαρακτηριστικοί τύποι-του μάγκα Σταύρακα, τα πειραιώτικα κουτσαβάκια έβγαιναν από το γιαχνί σοκάκι, φτύνοντας και βλαστημώντας μετρώντας με τα δάχτυλά τους τις εισπράξεις από το νταβατζηλίκι, τραβούσαν για τα καϊκια που ήσαν αραγμένα μπροστά από τον Άγιο Διονύση, τις λαμαρίνες στην περιοχή του Παπαστράτου που ήταν οι άλλες πιάτσες της ζούλας και όρθιας ηδονής. Που και που, έβλεπες καμιά «κοκότα» αλαφιασμένη με το τσιγάρο στο στόμα και την μαύρη τσάντα με τα «κουλικά» να ξεπροβάλει από τα στενά της Τρούμπας, με τα ψηλές κόκκινες γόβες της βραδινής δουλειάς να τρέχει να προλάβει το γκαζοζέ για τις Τζιτζιφιές ή την μεγάλη και αχανή πρωτεύουσα όπου οι αθηναίοι ρεμπέτες δεν έλεγαν να πάνε για ύπνο. Κάλπικη λύρα του έρωτα, κρυφά όνειρα ζωής και στιγμών χαλάρωσης πρίν χτυπήσουν δυνατά οι σειρήνες του Πολέμου. Τα πλήκτρα των τυπογραφείων των εφημερίδων χτυπούσαν ασταμάτητα διακόπτοντας με «έπαρση» την ησυχία και την ερημιά της φθινοπωρινής νύχτας. Οι τυπογράφοι και οι δημοσιογράφοι, οι λινοτύπες, οι βοηθοί, εργάζονταν δίχως ανάσα να περάσουν τα ρολά των μηχανών με τις ανάλογες ποσότητες των μελανιών. Τα χέρια τους ήταν βουτηγμένα στο μελάνι, μύριζαν οι φόρμες τους ειδήσεις επί του πιεστηρίου, άλλοι, παραδίπλα, έστηναν τις τυπογραφικές «κάσες» με την ξύλινη ματσόλα ευθυγράμμιζαν τα λευκά, σαν μικρά σεντόνια φύλλα. Οι ρεπόρτερ βιαστικοί πάντα, ξενύχτηδες και αυτοί αλαφιασμένοι, διόρθωναν για μία ακόμη φορά τα άρθρα τους που έπρεπε να παραδώσουν. Ο αρχισυντάκτης αγωνίζονταν να οργανώσει, να ξεκαθαρίσει το μεγάλο χαρτομάνι που είχε μπροστά του, να φτιάξει τους κεντρικούς τίτλους, την μαρκίζα, το σαλόνι της εφημερίδας. Οι πάντες έτρεχαν να προλάβουν την είδηση της τελευταίας στιγμής, το «λαυράκι» της είδησης της ημέρας ή της νύχτας που πέρασε. Να βγάλουν τα πρωινά φύλλα στην ώρα τους, να τα δώσουν στα πρακτορεία να τα μοιράσουν στα περίπτερα πριν η αυγή η ροδοδάχτυλη απλώσει το υφαντό της πάνω από την πόλη. Οι του δρόμου εφημεριδοπώλες με την ζώνη στην μέση περίμεναν στη σειρά να πιάσουν στα χέρια τους τα πρώτα φύλλα, να τρέξουν να προλάβουν να σταθούν στις γωνιές σε κεντρικά σημεία της πόλης να πωλήσουν την χάρτινη πραμάτεια τους. Τα κέρματα στις τσέπες τους κουδούνιζαν καθώς έτρεχαν και φώναζαν. Τίτλοι πηχυαίοι, πιασάρικοι μέσα σε μαύρο πλαίσιο, με άρωμα πολιτικού ή κοινωνικού σκανδάλου, ατομικού οικογενειακού δράματος. Αυτά τραβούσαν το μάτι και το ενδιαφέρον του καθημερινού αναγνώστη,-οι πιπεράτες ειδήσεις- του λαθραναγνώστη για την ακρίβεια, που διάβαζε πρώτος τους κεντρικούς τίτλους των εξώφυλλων των εφημερίδων που κρέμονταν στα μανταλάκια σαν σφαχτάρια ζωής καθώς πήγαινε στην δουλειά του. Οι φωτορεπόρτερ με αγωνία ανέμεναν να δουν τις φωτογραφίες που τράβηξαν στις πρώτες σελίδες. Να συμπληρώσουν την είδηση της τελευταίας στιγμής, ότι πρόλαβαν να ενημερωθούν από το αστυνομικό δελτίο της νύχτας. Οι πάντα ετοιμόγραφη και επί των καθημερινών συγγραφικών επάλξεων αστείρευτη σε έμπνευση μικρή τάξη των σκιτσογράφων, έδινε τα σκίτσα τους με τις ευφυέστατες λεζάντες τους. Ότι οι παραδοσιακοί γραφιάδες και αρθρογράφοι, δημοσιογράφοι έλεγαν σε μία σελίδα, οι γελοιογράφοι το έδειχναν σε ένα μικρό «παράθυρο» μέσα στην σελίδα, σε δύο μικρές σατιρικές και μπηχτές αράδες λέξεων κάτω από την εικόνα. Η διάσπαση του ατόμου της πρότασης γραφής, η αχρηστία των λέξεων η χρησιμότητα της εικόνας. Οι πανύψηλοι τσολιάδες της φρουράς των ανακτόρων ετοιμάζονταν να αλλάξουν βάρδια. Τα τσαρούχια τους χτυπούσαν με δύναμη τις μεγάλες πλάκες του Μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτου, έτριζε η μνήμη των άγνωστων ελλήνων πεσόντων στις ένδοξες μάχες των Ελλήνων. Η ζωή στην Ελλάδα συνεχίζονταν κανονικά, αν και, όλοι οι Έλληνες, περίμεναν Πόλεμο, προετοιμαζόντουσαν, ανέμεναν την ξαφνική εισβολή του εχθρού. Τις δυνάμεις του άξονα που είχαν βάλει «στο μάτι» την μικρή Ελλάδα και είχαν κατακτήσει τις βόρειες βαλκανικές χώρες των συνόρων της. Τα στρατοκρατικά επιτελεία του Βορρά και της Ιταλικής μπότας δεν φαντάζονταν ότι αυτή η μικρή, με το μεγάλο ένδοξο ιστορικό παρελθόν χώρα θα αντιστέκονταν, όταν άλλες ευρωπαϊκές και βαλκανικές χώρες παραδόθηκαν αμαχητί. Οι των πολεμικών προετοιμασιών «πειρατικές ειδήσεις» έδιναν και έπαιρναν, σύσσωμος ο ελληνικός λαός-ηγεσία και απλός ανώνυμος πολίτης-βρίσκονταν σε αναμονή, με τα όπλα της αντίστασης στο χέρι, προετοιμάζονταν να γράψουν το ένδοξο ηρωικό Έπος του 1940. Της νέας ελληνικής γενιάς που, ωρίμασε εφηβικά μέσα στην λαίλαπα του πολέμου και της κατοχής, των βασανιστηρίων και των δολοφονιών. Των χιλιάδων φανερών και κρυφών τρόπων αντίστασης απέναντι στον κατακτητή, τον εισβολέα. Σε συντομότατο χρονικό διάστημα θα ακούγονταν από τον ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών η φωνή του εκφωνητή Κώστα Σταυρόπουλου να τους διαλαλεί: «Ελληνικέ Λαέ. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους…» Ενώ η «Τυρταιική» εμψυχώτρια φωνή της Σοφίας Βέμπο να τραγουδά το «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά…», να τους συντροφεύει στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου, να εμψυχώνει τον «χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας». Να κρατά μαζί τους, τον κουβά με την μπογιά και το πινέλο, να γράφει στους τοίχους τις χειμωνιάτικες νύχτες μαζί με τους αντιστασιακούς Έλληνες το «θάνατο στον φασισμό». Το Ελληνικό Έθνος σύσσωμο, στάθηκε ακλόνητο και γενναίο απέναντι στον ισχυρότερο στρατιωτικά κατακτητή της εποχής. Πείνασε, βασανίστηκε, δολοφονήθηκαν τα παιδιά του, εξορίστηκαν, φυλακίστηκαν, μουσκεύτηκαν τα ρούχα τους με το χυμένο αγωνιστικό αίμα τους αλλά, δεν λύγισαν, δεν υπέκυψαν στην τυραννία του φασισμού. Κάθε πόρος του ταλαιπωρημένου σώματός τους πλημμύριζε θάνατο, κάθε κλείδωση του κορμιού τους ήταν περιτυλιγμένη με πείνα, φόβο, θάνατο, αλλά δεν υπέκυψαν. Ηττήθηκαν, πρόσκαιρα αλλά αντιστάθηκαν γενναία, άντεξαν τον ήχο των μυδραλίων, τους μαύρους και πυκνούς καπνούς των βομβαρδιστικών, τα βασανιστήρια. Το φρόνημά τους έμεινε ακμαίο, ισχυρό. Σκόρπιζε θάνατο στον εχθρών τα φουσάτα που σκορπούσαν αδιακρίτως την φρίκη της βίας τους. Χιλιάδες οι ανώνυμοι γενναίοι ανώνυμοι έλληνες και ξένοι ήρωες. Το σκηνικό της βίας και του θανάτου που είχαν χτίσει μέσα στην χώρα οι κατακτητές, γκρεμίζονταν από τις αγωνιστικές πράξεις θυσίας και προσφορά χιλιάδων ανωνύμων ελλήνων και ελληνίδων. Οι ακτίνες της Λευτεριάς δεν άρχισαν να φανούν.

Για άλλη μία φορά μέσα στο διάβα της ελληνικής ιστορίας ο ελληνικός λαός ύψωσε το ανάστημά του ενάντια στις δυνάμεις των ξένων κατακτητών, εισβολέων. Του απεχθούς φαινομένου του ναζισμού και φασισμού που είχε απλώσει τα μαύρα πλοκάμια του πάνω από τις χώρες της γηρεάς ηπείρου και της βορείου αφρικής. Το κτηνώδες πρόσωπό του θέλησε να προσβάλει και την μικρή δική μας χώρα, την Ελλάδα, μην περιμένοντας ότι θα συναντήσει τείχη αντίστασης απέναντι στην πολεμική παντοδύναμη μηχανή του από τον Ελληνικό Λαό. Αλλά φεύ! Της πολεμοχαρής ανοησίας των ισχυρών. Η μάχη της αντίστασης είχε δοθεί από τους Έλληνες και τις Ελληνίδες, τους μικρούς και τους μεγάλους, τους γέρους και τους νέους, τους άντρες και τις γυναίκες, τα μικρά παιδιά και τους έφηβους στρατιώτες, τους χιλιάδες ανώνυμους μέσα στις συνειδήσεις τους, στις αστείρευτες πηγές αντρείας της ψυχής τους, πριν ακόμα εισβάλουν στην χώρα οι δυνάμεις του άξονα. Το σύνθημα ήταν ένα, Ελευθερία. Το πολυκέφαλο τέρας του Ναζισμού και του Φασισμού εξορμούσε να εισβάλει, να καταπατήσει το Ελληνικό έδαφος, να καθυποτάξει τους Έλληνες, να τους στερήσει το υπέρτατο αγαθό, την Ελευθερία και Ανεξαρτησία τους. Το «μιαιοφόνο» πρόσωπο του πολέμου όπως μας υπενθυμίζει ο παππούς μας ο Όμηρος, ετοιμάζονταν να σκοτεινιάσει τον ήλιο της Ελλάδας. Οι σκοτεινές δυνάμεις του άξονα συνάντησαν όμως ένα ισχυρό μέτωπο αντίστασης και ηρωικής θυσίας. Τα εγγόνια των Κολοκοτρωναίων και του Γεωργίου Καραϊσκάκη, του Μακρυγιάννη και του Νικηταρά συνέχιζαν των Εκείνων Αγώνα προσφοράς.

Τα υπερήφανα και καπουλάτα άτια του άρματος του Φαέθοντα χτυπούσαν τις οπλές τους πάνω στα πυκνά σύννεφα, εκείνη την αποφράδα της εισβολής ημέρα, χλιμίντριζαν νευρικά, ανήσυχα, τα ρουθούνια τους έβγαζαν πύρινες ανάσες, οι πρώτες ξανθόμαλλες και χρυσίζουσες ακτίνες του Ήλιου ανέτειλαν πάνω από τον Τρελό, το βουνό του Υμηττού όπως αποκαλούσαν οι Αθηναίοι το βουνό, όταν δόθηκε στην πολιτική ελληνική ηγεσία η είδηση της εισβολής. Στο λυκαυγές της 28ης μέρας του Οκτωβρίου, καθώς ξημέρωνε  «ο Θεός την μέρα» που μας τραγούδησε ο νομπελίστας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης ακούστηκαν οι ήχοι των πρώτων πολεμικών σειρήνων. Οι σειρήνες του Ελληνικού άρχιζαν να ουρλιάζουν ακατάπαυστα, δυνατά, επίμονα, μηνύοντας στους Αθηναίους και τις Αθηναίες, στους Έλληνες και τις Ελληνίδες όλης της Ελλάδος, του απανταχού Ελληνισμού, τα πολεμικά τύμπανα του εχθρού. Η Ελλάδα εισέρχονταν σε καταστροφικές πολεμικές περιπέτειες για μία τετραετία. Την ώρα που ο ήχος από τις μπότες των Ούνων ακούγονταν στα χιονοσκέπαστα βουνά της Αλβανίας οι Έλληνες ενωμένοι τραγουδούσαν τους ύμνους και τους στίχους ελευθερίας και αγωνιστικότητας του Διονυσίου Σολωμού. Ότι από πάντα κρατούσε ακλόνητο και ακέραιο το εθνικό τους φρόνημα, το Όραμα της παγκόσμιας Ελευθερίας και Δικαιοσύνης, Ειρήνης, Εθνικής Ανεξαρτησίας. Ο απόηχος των λόγων του αρχαίου Περικλή πάνω στην Πνύκα, ηχούσε ακόμα υπερήφανα στα αυτιά τους, τους εμψύχωνε, εκατονταπλασίαζε τις σωματικές τους δυνάμεις, τις καρποφορούσες ψυχικές. Πώς το τραγούδησε ο Κωστής Παλαμάς: «…Η μεγαλοσύνη στα έθνη/δεν μετριέται με το στρέμμα/ με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται/ και με το αίμα.». Πώς το έγραψε ο πεζογράφος Θράσος Καστανάκης: «Είμαστε η πορεία της Λευτεριάς μέσα στους αιώνες. Μαζί μας περπατά η ιστορία. Είμαστε οι απροσδόκητοι που τρώνε τους τυράννους». Ενώ κοντά στον ουρανοβάμονα ορφικό Άγγελικό Σικελιανικό λόγο της «Σίβυλλας» ο Γιώργος Θεοτοκάς μας λέει, εκφράζοντας την κοινή αγωνιστική συνείδηση των αγωνιστών και αγωνιζόμενων Ελλήνων, την κοινή μοίρα σκλαβιάς και λευτεριάς όλων των ανώνυμων απανταχού ανθρώπων: «Σκύβουμε προς τη συνείδησή μας, προς τις ρίζες της φυλής μας. Μέσα μας σηκώνεται μια μακρινή βοή πλήθους, ένα ποδοβολητό, ένα γνώριμο τραγούδι ευγενικό και ένας κόσμος από αισθήματα, αναμνήσεις, πάθη, σπαραγμούς, βαρύς και μεγάλος. Μέσα μας κουνιέται ένας λαός…». Αυτός ο φτωχός φουστανελάς λαός, ο μπαρουτοκαπνισμένος, ο αγράμματος και ευλαβής ελληνικός λαός, ενωμένος σαν άλλος Διγενής Ακρίτας βάδισε ψέλνοντας ύμνους Ελευθερίας, Θούριους του Ρήγα, ενάντια στον βάρβαρο κατακτητή. Και νίκησε τον εχθρό έστω και νικημένος. Η ηρωική του ήττα αντίστασης, μετατράπηκε σε σύμβολο οικουμενικής Ελευθερίας, και Προσφοράς. Αντίστασης και για τους άλλους αγωνιζόμενους λαούς της Ευρώπης παράδειγμα. Όλοι μετείχαν στον γενικό ξεσηκωμό. Τους ένωνε το ίδιο αίμα, τους εμψύχωνε το ίδιο πατριωτικό των αρχαίων Μαραθωνομάχων φρόνημα, το σύγχρονο «Είτε παίδες Ελλήνων..», η κοινή πίστη της γης, τα κλέφτικα τραγούδια των μακρυμάλληδων αγωνιστών του 1821, των τσοπαναραίων με την φλογέρα και το καρυοφύλλι στο γόνατο, το «σχοινί του Πατριάρχη». Αδάμαστη η θέληση των Ελλήνων ζυμώθηκε με αίμα, αγώνες, θυσίες, ηρωικά ανδραγαθήματα, τραγούδια και μοιρολόγια μέσα στην Ιστορία μέχρι να καταλήξει στο ηρωικό και ένδοξο Έπος της Εθνικής Αντίστασης.

Στην μνήμη των χιλιάδων ανώνυμων και επώνυμων Ελλήνων και Ελληνίδων, των ξένων στρατιωτών και αγωνιστών που πολέμησαν ενάντια στον κατακτητή, συντροφιά μας, ύψωσαν το ανάστημά τους στον φασισμό, όρθωσαν την θέλησή της ψυχής τους απέναντι σε βάρβαρες επιλογές των «κοκορόφτερων» και πολεμικές επιχειρήσεις των «ράους», αντιγράφω ορισμένα ποιήματα που γράφτηκαν για να τιμήσουν το ηρωικό έπος της αντίστασης του ελληνικού λαού ενάντια στον φασισμό και τον ναζισμό. Δεν αναφέρω τις πηγές γιατί ήθελα τα λίγα προοιμιακά λόγια που προηγούνται των ποιημάτων, και τα ίδια τα Ποιήματα των αντρών και γυναικών ποιητών, να είναι αφιερωμένα στον Ανώνυμο, τον Άγνωστό μας Ήρωα που πρόσφερε την Ζωή του, τα νιάτα του για να είμαστε εμείς σήμερα ελεύθεροι. Στους ανώνυμους χαμένους στα χιονισμένα βουνά. Σε αυτές τις ανώνυμες ψυχές, σε αυτά τα ανθρώπινα ασθενικά σώματα Ελλήνων και Ξένων που θυσιάστηκαν για την Ελευθερία είναι αφιερωμένο τούτο το σημείωμα και τα ποιήματα, σαν ελάχιστος φόρος τιμής και μνήμης.

                 Ο  ΑΥΣΤΡΑΛΟΣ (1941)

Ήρθες απ’ τον Ειρηνικό παλαίμαχε στρατιώτη

ψηλός καθώς αυστραλός φοίνικας

με παιδικό στερέωμα στα μάτια

με πολλή στάχτη στα μελίγγια

στεγνός απ’ το λιβυκό ήλιο

και ρουφηγμένος απ’ τη θύμηση

των άσπαρτων αγρών σου.

 

Με τη βαρειά εξάρτηση της εκστρατείας

για ένα μεγάλο πόλεμο που δεν εξηγάς

αφού είσαι απλός κι αγράμματος

μ’ ένα μεγάλο καπέλο γυρισμένο κατά τον άνεμο.

Φτεροκοπά ο νους σου στο σιδερένιο κράνος

και σαν παίρνεις θέση με το ντουφέκι στο μάτι

για κείνους που παράτησες στην Αυστραλία

μονάχους στα χωράφια του πατέρα σου

πούξερες να δοξάζεις με ψηλά στάχια.

 

Δεν τους αποχωρίζεσαι στιγμή

κουβαλάς παντού ευτυχισμένος το βάρος τους

σε μιά παγωμένη φωτογραφία

πάνω απ’ την τσέπη της καρδιάς σου

η γυναίκα που στεφάνωσε την άσημη ζωή σου

και τώρα κοιμάται μόνη

και τα παιδιά που με το δάχτυλό τους

σε κυνηγούν στο χάρτη της Ευρώπης.

 

Ήρθες τρεχάτος απ’ τα λιβυκά μέτωπα

δαρμένος απ’ την καφτήν άμμο

αφού είχες πρίν αγνώστους πολεμήσει

στα φιόρδα τα νορβηγικά και τη Γαλλία.

Σώθηκες απ’ την περιπέτεια γιατί είσαι τυχερός

φοράς τη ζώνη του παππού σου πού δάμαζε άγρια πουλάρια

κάθε πρωί γυαλίζεις τ’ άστρα της στον ήλιο

κ’ είσαι έτοιμος να πολεμήσεις

σε κάποιες Θερμοπύλες.

 

Πλανιέσαι στους δρόμους πού δεν ανάβουν τα φώτα

με τα σπίτια της νοσοκομεία όλα

για τα ξεπαγιασμένα αγόρια μας

την πόλη με τ’ άδεια σκολειά

πού οι κάτοικοί της φοράν στη μπουτουνιέρα δάφνη.

 

Δεν ήξερες αν ύπαρχε τούτος ο τόπος

δεν ξέρεις τώρα αν δε μείνεις για πάντα εδώ

τα σκέφτεσαι και τα ζυγίζεις

είναι απλός ο λογαριασμός

κι όμως δε σε βολεί να παραπονεθείς.

 

Απ’ την πολιτεία με τα μάρμαρα πού δεν προσέχεις

γιατί είναι πιό κρύα απ’ τα μνήματα

πρόφτασες να στείλεις μήνυμα στο σπίτι

μιά φωτογραφία πούβγαλες στον κήπο του Μουσείου

γεμάτο πανσέδες πεταλούδες και παιδάκια

κρατώντας έναν κλώνο πασχαλιάς

πού είχες πληρώσει ευτύς όσο σου ζήτησαν

και που είχες πρίν στην φούχτα σου

βαθιά πολύ

σχεδόν τρελά μυρίσει…

ΡΙΤΑ  ΜΠΟΥΜΗ  ΠΑΠΑ

        ΟΤΑΝ  ΕΜΠΗΚΑΝ  ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ

Η μέρα γέρνει θλιβερή σα ματωμένο κρίνο

κ’ έρχεται η Νύχτα η μέδουσα με φοβερή ορυγή.

Κυνηγημένος στα θολά σκοτάδια σας διακρίνω,

          Θεοί, να φεύγετε απ’ τη γη.

Τ’ αρχαία δεσμά συντρίψουν κι από τα βάραθρά της

δαιμονικοί ανεβαίνουνε οι Τιτάνες ζοφεροί.

Με το χρυσό το δίχτυ της λυμένο πιά μπροστά της

          κ’ η Αρμονία θρηνεί.

Τρέμουνε γύρω τα βουνά, τα πέλαα αναταράζουν,

τ’ αστροπελέκια σκίζουνε το χαοτικό ουρανό’

φωτιά αναδεύει η μαύρη γη, φωτιά τ’ αστέρια στάζουν.

          Φωτιά, φωτιά κ’ εγώ

Σε κράζω εσένα, Απόλλωνα, ωραίε θεέ της μέρας:

πρόβαλε πάλι φέρνοντας τη λαμπρομάτα αυγή

και με τα βέλη σκότωσε το φοβερό αυτό τέρας,

          πού εμόλυνε τη γη!

ΛΙΛΗ  ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ- ΙΑΚΩΒΙΔΗ

        Η  ΣΚΛΑΒΙΑ ΤΗΣ ΘΥΜΗΣΗΣ

Πάνω στη γη μας βρίσκονται κάποια σημάδια ακόμα

        απ’ τα εχθρικά ποδάρια.

Φύσα, βοριά, και σάρωσε για πάντα από το χώμα

        τα μισητά τους χνάρια!

 

Η φαρμακεύτρα ανάσα τους, κι αν πιά δεν μας μολεύει

          τα σπίτια και τους δρόμους

κάτι έχει αφήσει απάνω μας που ακόμη μας παιδεύει

         και μας λυγάει τους ώμους.

 

Θα σε χαιρόμαστε σαν πρίν, αγαπημένη Αθήνα;

        Βαρύς ο σηκωμός μας…..

Απ’ τη σκλαβιά της θύμησης μ’ όλα τ’ απαίσια εκείνα

         δε σώζει ο λυτρωμός μας.

 

Δε σώζει, ενόσω κάθε αυγή το ίδιο θ’ ανατείλη

           πάντα το ίδιο αστέρι,

αυτό που μας φανέρωνε νεκρά τα νέα τους χείλη,

          τ’ αχρηστεμένο χέρι…

ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ

      ΤΟ  ΟΡΑΜΑ

Σαν έσκασε στής Τήνος το λιμάνι

απάντεχα η ιταλική τορπίλα,

κατάστηθα την Παναγιά ένα βλήμα

ήρθε και βρήκε, πού κι ως στην καρδιά της

βαθιά σφηνώθη. Αποχλωμιάζουν οι άγιοι’

και στον παράδεισο, όπου ο μέγας Έρως

τ’ ολόλαμπρο θρονί της έχει στήσει,

λαχτάρησε η μακάρια η Βεατρίκη’

γιατί, κατά την Πίνδο εκεί κοιτώντας,

ξάνοιξε κι ως το Τεπελένι πέρα

θείον Όραμα, όπως στους παλιούς τους χρόνους:

Στρατολάτισσα υπέρμαχη η Παρθένα

κι από νίκη σε νίκη να οδηγάει

τους πρόμαχους της αιώνιας Ελλάδας!

ΑΓΓΕΛΟΣ  ΣΗΜΗΡΙΩΤΗΣ

        Η  ΝΙΚΗ

Παιδιά μου, ο πόλεμος για σας περνάει θριαμβευτής’

των άδικων ο πόλεμος δεν είν’ εκδικητής

είναι θυμός της άνοιξης και της δημιουργίας.

Η Ελλάδα είναι αβασίλευτη, με δάφνες και με κρίνα

της νίκης. Παντοδύναμος την έπλασε τεχνίτης.

Η δόξα το καμάρι της’ η αλήθεια είναι δική της.

Κι αν είναι, και στον πόλεμο μέσα, η ζωή θυσία,

ο τάφος είναι πέρασμα προς την Αθανασία!

ΚΩΣΤΗΣ  ΠΑΛΑΜΑΣ

              ΧΑΪΔΑΡΙ, 1944

Στο ξάγναντο να υψώνεσαι ήρεμο, βουβό

σε πρωτοείδαμε ένα βράδι του Αλωνάρη’

στοιχειό από την Ιερή μας ξάφνιασες Οδό

μακάβριο, απόρθητο, αλυσσόδετο Χαϊδάρι!

 

Κι από το βράδι αυτό μας άρπαξες, θεριό,

στη μαύρη σου αγκαλιά τριανταδυό νομάτους’

δάσος του τρόμου μας επλάνεψες σκιερό

σε κόρακες ανάμεσα, κρέας χορτάτους,

 

μέσα σε τίγρηδες σπαραχτικές φωλιές,

σε Λωτοφάγους, Κίκονες και Λαιστριγόνες…

Μαστιγοφόροι Ες-Ες, με νεκροκεφαλές

πα’ στα πηλίκια τους, σε τρίσβαθες κρυψώνες,

 

στα «μπλόκα» εκεί μας μοίρασαν και στα κελλιά,

όπου ποτές ηλιού δεν κατεβαίνει αχτίδα’

το δέος του Δάντη μας φυσούσε τα μαλλιά:

«Αφίστε, εσείς που μπαίνετε εδώ μέσα, κάθε ελπίδα!»

 

Όχεντρα σφύριζε του βούρδουλα η ορμή’

στο λάρυγγα η φωνή του πόνου έχει χωνέψει’

θανάτου ανατριχίλες μόνο στο κορμί’

άβυσσος η καρδιά και πανικός η σκέψη…

 

Ζούγκλα, το πνεύμα σου εδώ μέσα τριγυρνά!

Θανάτου ξόβεργα παντού, χαμού καρτέρι’

από βραχνά σ’ άλλο βραχνά πέφτει, ξυπνά

πιό τραγικό των μελλοθάνατων τ’ ασκέρι…

 

στα χέρια, οι λεύτεροι τόσων καρδιών παλμοί

στ’ αγκαθοσύρματα ματώνουν όλη μέρα,

Τα κοφτερά, βαριά αγκωνάρια- ώ σηκωμοί!-

είτε στο φτυάρι, στον κασμά και στην τζιβιέρα.

 

Κι ως πέφτει η νύχτα από τους βράχους και κυλά,

με τη βουή του αργού που φτάνει αυτοκινήτου,

χιλιάδες μάτια από τα «μπλόκ» κι απ’ τα κελλιά

στον «Κομμαντάντ» καρφώνουνται και στο χαρτί του,

 

χιλιάδες μονομιάς γυρίζουν κεφαλές,

από τα βάθη των γραμμών, στο κάθε θύμα

που φεύγει, στο κλουβί το μαύρο των Ες-Ες,

μ’ ένα στα χείλη «έχετε γειά!» και στέριο βήμα…

 

Μαβύς αντίκρυ ο πράος βάφεται Υμηττός

και πιό μαβιές του Παρθενώνα εκεί οι κολόννες’

απάνω κλάμα στέκει αξέσπαστο ο ουρανός

και γύρω θρήνος αξεθρόϊστος οι πευκώνες.

 

Ακόμα ανίδεη μεσ’ στην πάχνη η Αθήνα, ωχρή

στην αγκαλιά της δέχεται το φώς το νέο,

με βρόντους τουφεκιών απ’ την Καισαριανή

και με ραντίσματα από το αίμα το γενναίο…

 

Χαϊδάρι, απαίσιο μνημείο, τυραννικό,

ενός μεσαίωνα φασίστα πού μας πνίγει,

ανθρωποφάγο κάτεργο, συντροφικό

παλάτι του χαμού, γεμάτο μαύρα ρίγη,

 

κάθε φορά που ο τύραννος αγριεύει οχτρός

και λύτρο το αίμα σου, Λαέ, ζητάει να πάρει,

στα τείχια σου σπά αθρόα η λύσσα του ως αφρός,

μακάβριο, απόρθητο, αλυσσόδετο Χαϊδάρι!

 

Με την πνοή του ανθρωποφάγου φασισμού

κι αν ξαναζήσανε πιό άγριες οι Βαστίλλες,

συντρίμμια τώρα στην ορμή του λυτρωμού,

άδειες σπηλιές από θανάτου ανατριχίλες,

 

κρεμάλες και στρατόπεδα κάθε λογής

οι νεκροθάλαμοι-στοιχειά, θεριά, τρομάρες,

στο φώς λουσμένα της Ελεύθερης Ζωής,

από θυμούς βροντούν κ’ εκδίκησης αντάρες!

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ  ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ         

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2022 ’                     


Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2022

Αναμνήσεις και λόγια Πειραιωτών για τον Φώτη Κόντογλου

 

                ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΛΟΓΙΑ ΠΕΙΡΑΙΩΤΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

 

       Διαβάζοντας ή μάλλον ξαναδιαβάζοντας, μετά από χρόνια την πρόζα του Μικρασιάτη κυρ Φώτη Κόντογλου, τα σχετικά μελετήματα και ορισμένα από τα αφιερώματα των περιοδικών, παρατήρησα κάτι που με συγκίνησε και με εξέπληξε σαν πειραιώτη αναγνώστη. Συνειδητοποίησα ότι ανάμεσα στα δεκάδες άλλα πρόσωπα-λογοτέχνες, ποιητές, δοκιμιογράφους, πανεπιστημιακούς, ιερείς, εικαστικούς, αρχιτέκτονες, θεατράνθρωπους, δημοσιογράφους… σημαντικά πρόσωπα του προηγούμενου αιώνα, τα οποία ασχολήθηκαν και έγραψαν για την πεζογραφία, την αγιογραφική τέχνη και την γνωριμία τους με τον Αϊβαλιώτη δημιουργό, ή μαθήτευσαν στο πρωτοξεκίνημά τους κοντά του, συμπεριλαμβάνονταν και ορισμένα τα οποία κατάγονταν από την πόλη μας, τον Πειραιά. Και με τις προσωπικές τους μαρτυρίες και τις εργασίες φώτισαν την πορεία του, ερεύνησαν και ερμήνευσαν το έργο και τον οραματισμό του, όσον αφορά την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση και το τι σήμαινε για τον μικρασιάτη πρόσφυγα Ελληνικότητα και Ρωμιοσύνη. Έλληνας της Ανατολής ο Κόντογλου με βαθιές και ουσιαστικές πνευματικές και πολιτιστικές ρίζες, με τα πεζά, τις μεταφράσεις του, τα σχέδια τις ζωγραφιές και τις αγιογραφίες του, και προπάντων, με τον ατομικό του ειλικρινή και ουσιαστικό ελληνικό οραματισμό, μας μίλησε και προσπάθησε σαν ένας απλός λαϊκός τεχνίτης του λαού, σαν ένας λαϊκός αυθεντικός παραμυθάς της ανατολής, να μας φανερώσει ποιες είναι οι πραγματικές αξίες τα αληθινά βιώματα ενός παλαιότερου πανάρχαιου πολιτισμού ζωής που λέγεται λαϊκή ορθόδοξη ελληνική παράδοση και τρόπος ζωής, κοινωνία σχέσεων. Έστω και σαν νοσταλγική ανάμνηση, έστω και σαν παιδική μνήμη, ο Κόντογλου διαφώτισε με τα λόγια του, τις παράξενες και εξωτικές ιστορίες του, τις αλλόκοτες και πειρατικές, τα νάματα και κληροδοτήματα ενός ελληνικού πολιτισμού που προέρχεται από την αρχαία ελλάδα, την ιστορία και γεωγραφία του αρχαίου εθνικού κόσμου της Μεσογειακής Θάλασσας, τον άγνωστο κόσμο των περιηγητών, ο οποίος ζυμώνεται και ενώνεται με τον βυζαντινό χριστιανικό κόσμο. Παγανισμός και χριστιανισμός αποκτούν μία ενιαία εθνική ελληνική διάσταση και αποστολή, αυτή η πολιτισμική παράδοση διατρέχει τα κατοπινά μεσαιωνικά χρόνια της σκλαβιάς και φτάνει μέχρι τους χρόνους της παλιγγενεσίας και της απελευθέρωσης των Ελλήνων από τους Οθωμανούς δυνάστες. Και την μεγάλη και διαχρονική αυτήν ιστορική και ταξιδιωτική περιπέτεια του Ελληνισμού, ο Κόντογλου, μας την παρουσιάζει «μ’ έναν τρόπο απλόν κι αισθηματικόν" και λίγο πιπεράτα. Γράφει: «Τα όσα λοιπόν γράφω εδώ μέσα τα γράφω για φχαρίστηση δική μου και των αλλουνών, μ’ έναν τρόπο απλόν κι αισθηματικόν. Παίρνω από δω, παίρνω από κει σαν τη μέλισσα. Κι αν τα πιπερώνω και λιγάκι, αυτό να μη σε παραξενέψει, γιατί το σωστό δεν είναι με εκείνον που βάζει στο χαρτί τα περιστατικά απαράλλαχτα όπως γινήκανε, μά με κείνον ίσια ίσια που χαίρεται να τα στολίζει» μας λέει στην αρχή του βιβλίου του «Ο ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ». Ενώ παρακάτω γνωρίζοντας την «συγγραφική έπαρση» των σπουδασμένων, σημειώνει εύστοχα: «Κ’ εγώ σπουδασμένος είμαι, μά κατάλαβα πως δεν είναι σωστό η σπουδή να ξεραίνει την καρδιά μας, παρά εμείς οι άνθρωποι πρέπει να δίνουμε πνοή και γλυκύτητα στη γνώση μας». Μόνο ένας έλληνας της ανατολής, ένας μικρασιάτης πρόσφυγας, ένας αληθινός ταξιδευτής της ανθρώπινης ψυχής θα μπορούσε να εκφράσει τέτοια λόγια καρδιάς και λυρισμού, ευαισθησίας, να έχει συνείδηση της αποστολής για τον ρόλο του συγγραφέα μέσα στην κοινωνία. Ανεξάρτητα αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε με αρκετές απόψεις που εξέφρασε ο Κόντογλου, αν μας παραξενεύουν τα ακανθώδη λόγια του, το ακραίο της σκέψης του και το φανατισμένο των θέσεών του, όσον αφορά τα ζητήματα της ορθόδοξης πίστης και παράδοσης με τα οποία καταπιάνεται, αν διαβάσουμε έστω και άτακτα τα βιβλία του, και πολλά από τα δημοσιεύματά του σε εφημερίδες της εποχής και περιοδικά, θα διαπιστώσουμε ότι ο ζωγράφος συγγραφέας ήταν κάτοχος τόσο της αρχαίας ιστορίας όσο και της σύγχρονης. Είχε διαβάσει τους αρχαίους έλληνες ιστορικούς και χρονογράφους, τους βυζαντινούς χρονογράφους, τους ευρωπαίους εξερευνητές, τα συναξάρια και τα χριστιανικά μαρτυρολόγια της ορθόδοξης εκκλησίας, ορθόδοξους εκκλησιαστικούς συγγραφείς, έλληνες διαφωτιστές (βλέπε Αδαμάντιο Κοραή), τα απομνημονεύματα των αγωνιστών του 1821, ελληνικά και ξένα μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές και δημοτικά άσματα, λαϊκά ελληνικά παραμύθια, βιβλία λαογραφικά και ελλήνων περιηγητών, ταξιδιωτικά, πέρα από τα καθαρά δογματικά βιβλία της εκκλησίας και εκείνα που αναφέρονται στην τέχνη και την τεχνική της αγιογραφίας που διακόνησε με δέος, αγάπη, θαυμασμό, ειλικρίνεια, συνέπεια, πίστη και αφοσίωση. «Φιλειδήμων γάρ ο άνθρωπος». Προοίμιον γάρ τούτου το φιλόμυθον. Εντεύθεν ούν άρχεται τα παιδία ακροάσθαι και κοινωνείν λόγων επί πλείον’ αίτιον δ’ ότι καινολογία τις εστιν ο Μύθος ού τα καθεστώτα φράζων, αλλ’ έτερα παρά ταύτα. Ηδύ δε το καινόν και ό μη πρότερον έγνω τις. Τούτο δ’ αυτό εστι και το ποιούν φιλειδήμονα. Όταν δε προστή και το θαυμαστόν και τερατώδες, επιτείνει την ηδονήν, ήπερ εστί του μανθάνειν το φίλτρον», μεταφέρει τα του αρχαίου Στράβωνος. Αυτό ήταν στην βαθύτερη ουσία του ο Φώτης Κόντογλου, ένας λαϊκός αγιογράφος παραμυθάς, ένας έλληνας της ανατολής φιλόμυθος. Μετέφρασε ξένους συγγραφείς, εκκλησιαστικούς πατέρες. Οι περιγραφές του των ελληνικών τοποθεσιών από τα κατά καιρούς ταξίδια του, βλέπε το βιβλίο του ο  «Καστρολόγος» και άλλα, είναι το κάτι άλλο, το ξεχωριστό, το ιδιαίτερο. Πίνακες λαϊκής εικονογραφίας του γεωγραφικού αρχαιολογικού τοπίου και των οικισμών του. Πολλές από τις ζωγραφιές του που πλουμίζουν τα βιβλία του και τις άλλες εκδόσεις που επιμελήθηκε, έχουν μία ατμόσφαιρα θεατρικού σκηνικού. Λαϊκού σκηνικού σαν και τα θεατρικά σκηνικά του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν. Χαλάσματα και σπαράγματα, αγάλματα και σκόρπια διάσπαρτα σπασμένα μάρμαρα, εικόνες ενός αρχαίου ελληνικού κόσμου που, είναι ακόμα ζωντανός και αναπνέει, δηλώνει με κάθε τρόπο την Ελληνικότητά του. Τον ανεξάντλητο πολιτισμικό πλούτο της Ρωμιοσύνης, που δεν λέει, παρά τις τόσες κακουχίες και βάσανα να σβήσει. Είναι παρόν σαν υπενθύμιση Χρέους. Τα πεζά του Κόντογλου, είναι οπτικές-εικαστικές περιηγήσεις στο παρελθόν της ιστορίας και της παράδοσης. όπως αντίστοιχα οι εικόνες του, είναι η ποίηση των γραμμών και των χρωμάτων. Η προοπτική του χθες σαν υπενθύμιση του αύριο. Ο Κόντογλου, δεν ορθοδοξοποιεί με ότι καταπιάνεται μόνο, ο Κόντογλου ανθρωποποιεί τα υλικό του, συγγραφικό ή ζωγραφικό, του δίνει το μέτρο και το μπόι του απλού καθημερινού έλληνα λαϊκού ανθρώπου. Κατεβάζει τα θαύματα του ουρανού στη γη για να γίνουν κατανοητά από τους απλούς αγράμματους καθημερινούς ανθρώπους. Τους ξωμάχους της πίστης και της ιστορίας, της γεωγραφίας και της λογιοσύνης. Ο άνθρωπος με τα καλά και τα κακά του, με τα προτερήματά του και τις αστοχίες του, την αγαθότητά του και τα λάθη του, την πίστη και την απιστία του είναι το μέτρο της αληθείας της ορθοδοξίας του. Με παραβολές και παραμύθια ζωγραφίζεται ο Κόσμος σαν κόσμημα και σαν τελική θέωση. Δύο αντίθετες αλλά εσωτερικά όμοιες παραδόσεις της ελληνικής γης, αυτή των εθνικών και εκείνη των χριστιανών σμίγουν πάνω στον Καύκασο που είναι ο Γολγοθάς του Υιού του Ανθρώπου. Τα επίπεδα φιλανθρωπίας της τέχνης του Φώτη Κόντογλου ενδέχεται να είναι περισσότερα από εκείνα της ζωής του και των απόψεών του, αλλά αυτό δεν έχει σημασία για τους αναγνώστες του έργου του και τους θαυμαστές της ζωγραφικής και αγιογραφίας του, σημασία έχει αυτό το λαϊκό θαύμα που πηγάζει μέσα από το φρέαρ της έμπνευσής του. Δεν είναι τυχαίο που δύο από τους κύριους εικαστικούς εκπρόσωπους και ποιητές, σκηνογράφους και λόγιους της Γενιάς του 1930 ο πειραιώτης Γιάννης Τσαρούχης και ο Νίκος Εγγονόπουλος υπήρξαν μαθητές του.

         Την διττή στενή σχέση ποίησης και ζωγραφικής (συμπεριλαμβάνω και την πρόζα) θήτευσαν, υπηρέτησαν επίσης εκτός από τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Νίκο Εγγονόπουλο, ο εικαστικός Γιώργος Μαυροειδής, ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, ο Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας, ο Στρατής Δούκας, και ορισμένοι άλλοι έλληνες ποιητές και συγγραφείς.      

     Τις προηγούμενες δεκαετίες, όταν η δική μου γενιά (γενιά του 1980) άρχισε δειλά-δειλά να κάνει τα πρώτα πνευματικά και καλλιτεχνικά της βήματα μέσα στην Πόλη, να γνωρίζει και να έρχεται σε επαφή με λογοτέχνες, ποιητές, εικαστικούς, λογίους, με τα καλλιτεχνικά συμβάντα του πρώτου λιμανιού, να παρακολουθεί διαλέξεις, εκθέσεις ζωγραφικής, να μετέχει στα πνευματικά δρώμενα και γεγονότα της Πόλης, να διαβάζει περιοδικά και βιβλία και να γράφει για Πειραιώτες δημιουργούς, επικεντρώνονταν το ενδιαφέρον της στα εντός της πόλεως όρια. Γνωρίζαμε τον χώρο που θεωρούσαμε ότι ανήκουμε, την παράδοση από την οποία προερχόμασταν. Ασχολιόμασταν μετά της Πόλης και των δημιουργών της ή με αυτά που συνέβαιναν και εξελίσσονταν στην πρωτεύουσα, την Αθήνα κυρίως, και ακροθιγώς ελάχιστοι για τα συμβαίνοντα στις άλλες γεωγραφικές περιοχές της Ελλάδας. Πληροφορούμασταν ότι παλαιότεροι και σύγχρονοι Πειραιώτες δημιουργοί συμμετείχαν σε εκδηλώσεις εκτός Πειραιά ή το συνηθέστερο, έγραφαν και δημοσίευσαν σε έντυπα και περιοδικά εκτός των πνευματικών συνόρων του Πόρτο Λεόνε. Το πρωτόγνωρο έδαφος, το νεαρό της ηλικίας, η απειρία και η μη κατοχή-τότε-των αναγκαίων γνώσεων, δεν μας πρόσφεραν την δυνατότητα να διευρύνουμε συνδυαστικά τους ορίζοντες των ερευνών μας. Υπήρχαν από την μία Εμείς οι Πειραιώτες και από την άλλη οι Άλλοι. Για να είμαστε όμως δίκαιοι, και οι παλαιότερες γενιές των Πειραιωτών συγγραφέων και πνευματικών ανθρώπων δεν ασχολούνταν με τέτοιας φύσεως ζητήματα. Όσοι βρίσκονταν ακόμα στη ζωή και δημιουργούσαν εντός της Πόλης, δημοσίευαν στα έντυπά της, συμμετείχαν σε εκδηλώσεις και δήλωναν την παρουσία τους συγγραφικά, έμεναν στα του οίκου τους, και δεν μιλούσαν σχεδόν καθόλου για το τι συνέβαινε καλλιτεχνικά και πνευματικά πέρα από τα γεωγραφικά σύνορα των πέντε διαμερισμάτων του Πειραιά. Μάλλον, για να είμαστε περισσότερο ακριβοδίκαιοι, ασχολούνταν με τα συμβαίνοντα στους όμορους Δήμους και τους λογοτέχνες τους, όπως η Νίκαια, το Πέραμα, η Δραπετσώνα, και η κάπως «μακρινότερη» περιοχή του Νέου και του Παλαιού Φαλήρου. Οι παλαιοί γνωστοί και βραβευμένοι Πειραιώτες που διέθεταν τις ανάλογες γνωριμίες και επαφές με λογοτέχνες και δημιουργούς από άλλα μέρη, ή ήσαν μέλη της ΕΕΛ και άλλων Λογοτεχνικών Σωματείων, αναφέρονταν για τους άλλους συναδέλφους τους, έδιναν ομιλίες στους χώρους αυτούς, προσκαλούσαν κατά καιρούς μέλη σε εκδηλώσεις της Πόλης να μιλήσουν, να δώσουν μία διάλεξη, να τους παρουσιάσουν. Γίνονταν κατά διαστήματα επαφές και εκδηλώσεις ασφαλώς, όχι όμως θα σημειώναμε, «οργανωμένης» και στενότερης επικοινωνίας μεταξύ των Πειραιωτών και των «άλλων» ομότεχνων. Συνηθέστερα οι επαφές και οι γνωριμίες αυτές στηρίζονταν στις διαπροσωπικές και φιλικές σχέσεις, σε καθαρά προσωπικό επίπεδο μεταξύ Πειραιωτών και μη. Αυτό, δεν ήταν κάτι αρνητικό ούτε αδιάφορο, έστω και έτσι, οι εβδομαδιαίες ή σε άλλα χρονικά διαστήματα εκδηλώσεις που πραγματοποιούνταν είτε στην Αίθουσα του Γαλλικού Ινστιτούτου, είτε στις Αίθουσες του Πειραϊκού Συνδέσμου, είτε στο Φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου, είτε σε αίθουσες του «Κέντρου Κωσταράκου» του «Ιστορικού Αρχείου της Πόλης», της «Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πειραιά»προκαλούσαν το ενδιαφέρον μίας μερίδας του πειραϊκού κοινού. Ακόμα, διαλέξεις δίδονταν σε στεγαστικούς χώρους διαφόρων Φυσιολατρικών Σωματείων, όπως ο «Ζήνωνας» ο «Φοίβος», σε αίθουσες κεντρικού ξενοδοχείου ή σε παλαιότερα Πολιτιστικά Κέντρα του Πειραιά που ακόμα λειτουργούσαν, βλέπε «Νώε». Οι αίθουσες των κινηματογράφων «Αττικόν» και «Σινεάκ» προσφέρονταν κατά καιρούς για εκδηλώσεις και μουσικές και κινηματογραφικές προβολές και ομιλίες. Οι εκδηλώσεις αυτές πνευματικές και άλλες συγκεντρώσεις, πραγματοποιούνταν όπως προαναφέραμε αμέσως μετά το τέλος της επτάχρονης δικτατορίας και κάλυπταν τις ανάγκες των ανθρώπων των γραμμάτων και της τέχνης της Πόλης μας. Το κοινό ήσαν συγκεκριμένο πάνω κάτω της ίδιας περίπου ηλικίας με συγκεκριμένα ενδιαφέροντα και αναγνωστικές προτιμήσεις. Σε αυτές τις συνεστιάσεις οι Πειραιώτες και οι Πειραιώτισσες είχαν την ευκαιρία να ακούσουν, να πληροφορηθούν, να μάθουν, να γνωρίσουν πράγματα, κυρίως, που αφορούσαν την ιστορία και την αρχαιολογία της πόλης, να ακούσουν ομιλίες για το έργο πειραιωτών συγγραφέων ή να παρακολουθήσουν την παρουσίασης των νέων βιβλίων που εξέδιδαν οι νεότερες γενιές πειραιωτών εντός της πόλεως μας και ήσαν ενεργά μέλη στα διάφορα σωματεία. Ιδιαίτερη ήταν η συμβολή της «Φιλολογικής Στέγης», της «Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών», του πολιτιστικού τμήματος του «Πειραϊκού Συνδέσμου», των πολιτιστικών εκπροσώπων της Δημαρχίας, της « Δημοτικής Βιβλιοθήκης», του «Ιστορικού Αρχείου», του «Αρχαιολογικού Μουσείου».  Της «Αίθουσας Τέχνης» του Παυλόπουλου και άλλων εκθεσιακών χώρων ζωγραφικής, ή υπαίθριων, όπως στο κάτω μέρος του Κήπου της πλατείας Τερψιθέας, πριν την σημερινή διαμόρφωση του χώρου της. Αυτό εκ πρώτης όψεως φάνταζε και ήταν εξαίρετο. Αυτή η πληθώρα όμως (ορισμένες φορές επαναλαμβανόμενων) εκδηλώσεων (που συνηθίζονταν να τελειώνει με ένα ομαδικό φιλικό τσιμπούσι σε πειραϊκή ταβέρνα, βλέπε «Βασίλενα») σε μία μέρα-απόγευμα- πολλές φορές από διάφορα Σωματεία και Φορείς, μεμονωμένους Πειραιώτες,- την ίδια ημέρα και ώρα, δημιουργούσε προβλήματα τόσο χρόνου όσο και ουσιαστικής επικοινωνίας και κατανόησης των παρουσιάσεων από τους συμμετέχοντες ακροατές. Τα ίδια άτομα περιφέρονταν με την πρόσκληση στο χέρι το ίδιο απόγευμα, από αίθουσα σε αίθουσα-τρέχοντας να προλάβουν-μόνο και μόνο για να δηλώσουν την παρουσία τους. Να τα δουν οι συμμετέχοντες και διοργανωτές είτε της μίας είτε της άλλης είτε της παρά άλλης εκδήλωσης και ομιλίας, δίχως όμως να αποκομίζουν κάτι ουσιαστικό και επωφελές, πέρα από την φωτογραφική εμφάνισή τους. Να προλάβουν να ακούσουν κάτι εποικοδομητικό από την παρουσία τους στις τρέχοντες πνευματικές εκδηλώσεις και γεγονότα που διοργανώνονταν την ίδια χρονική στιγμή. Αυτήν την κατάσταση την είχα επισημάνει έγκαιρα και από πολύ νωρίς, όταν άρχισα και εγώ σαν νέος να παρακολουθώ τις διάφορες εκδηλώσεις και ομιλίες. Όντας έξω από Πνευματικά Σωματεία και άλλες φιλικές συντροφιές, θεωρούσα και πίστευα ότι έπρεπε να υπάρχει ένας γενικός καθολικός συντονισμός των εκδηλώσεων αυτών. Ένα χρονικό πλάνο αποδεκτό από τους αρμοδίους των διαφόρων εκδηλώσεων του κάθε φορέα, ώστε να μην συμπίπτουν όλες οι εκδηλώσεις και ομιλίες μαζί. Το προχωρούσα ακόμα περισσότερο-ασφαλώς μην έχοντας τις αναγκαίες νομικές γνώσεις των καταστατικών των σωματείων και των σκοπών λειτουργίας τους. Πίστευα ότι όφειλαν τα ελάχιστα πνευματικά σωματεία της Πόλης και οι εκλεγμένοι εκπρόσωποί τους να «ενωθούν» και ο ή η πρόεδρος εκάστου, να είναι εκ περιτροπής για την ορισμένη θητεία που θα εκλέγονταν. Να υπάρχει δηλαδή μία κοινή συνεργασία και συμπόρευση χωρίς κανένας φορέας να χάνει την πνευματική του αυτονομία και διοικητική αυτοτέλεια. Στο κάτω-κάτω, είμασταν το πρώτο λιμάνι της χώρας, μία μικρή πληθυσμιακά εργατούπολη, μία προσφυγομάνα και όχι το Παρίσι, η πόλη του Φωτός και των Τεχνών. Τα έγραψα εκατοντάδες φορές, έγινα κακός, με απομόνωσαν, με απέρριψαν και όλα μέλι γάλα. Το ίδιο βιολί της τοπικής αρχομανίας και πνευματικής και διοικητικής «φιλαρχίας» επεκράτησε, το αλληλολιβάνισμα μεταξύ ημών και υμών των συγγραφέων και η κατάσταση συνεχίστηκε με τα γνωστά σκαμπανεβάσματα και τα επακόλουθα αποτελέσματα που, όλοι αναγνώριζαν, αλλά δεν ήθελαν να αλλάξουν. Κατά το κοινώς λεγόμενο, να ξεβολευτούν. Έστω όμως και με αυτήν την χρονίζουσα κατάσταση και τις εντεύθεν κακείθεν νοοτροπίες, υπήρχε μία έντονη κίνηση και μία όχι και τόσο αμελητέα συμμετοχή κοινού. Άλλες εποχές. Πέρα όμως από τα διάφορα καλλιτεχνικά και ατομικά ευτράπελα και νοοτροπίες της «Μικρής μας Πόλης», η πολιτιστική άμμος του Πρώτου Λιμανιού ανακατεύονταν και αρκετές φορές ανανεώνονταν. Το θέμα όμως εστιάζονταν κατά την γνώμη μου πάντα αλλού, κατά πόσο δίνονταν η δυνατότητα στις νεότερες γενιές των Πειραιωτών, οι οποίες άρχιζαν να ανθίζουν μετά το 1974, να ανοίξουν τα φτερά των ενδιαφερόντων τους, να μπορέσουν να έρθουν σε επικοινωνία με τα πνευματικά και καλλιτεχνικά τεκταινόμενα και των άλλων περιοχών της Ελλάδος και του εξωτερικού. Να μάθουν για τους νέους ποιητές και πεζογράφους, τους νέους στοχαστές και δοκιμιογράφους, τους νέους μεταφραστές, τους εικαστικούς καλλιτέχνες, τις θεατρικές προτάσεις των νέων σκηνοθετών, τα νέα ρεύματα του κινηματογράφου κλπ. Ο ορίζοντας των παλαιότερων γενεών των Πειραιωτών-τουλάχιστον στους περισσότερους ήταν περιορισμένος, έλλειψη τεχνικών μέσων επικοινωνίας με το εξωτερικό, πόλεμοι, κατοχή, φτώχεια, ανέχεια, βιοπορισμός, η πόλη δεν είχε σταθεροποιήσεις ακόμα την εικόνα και ταυτότητά της. Οι περισσότεροι συγγραφείς ήσαν επαγγελματίες δημοσιογράφοι των διαφόρων εφημερίδων της πόλης. Η πνευματική αυτή στενότητα των πνευματικών πειραιωτών, ήταν αναμενόμενη, αν ιστορικά και κοινωνιολογικά εξετάσουμε από πού ήρθε κάθε πληθυσμιακή ομάδα δημοτών και εγκαταστάθηκε στον παλαιό αδιαμόρφωτο Πειραιά αλλά με μεγάλο ιστορικό παρελθόν, ποια ήταν η οικονομική κατάσταση των ερχομένων νέων δημοτών, τι τράβηξαν και τι υπέφεραν για να οικοδομήσουν σιγά-σιγά τα γεωγραφικά και πνευματικά όρια της πόλης, να σχηματίσουν τους πρώτους κοινωνικούς, αστικούς και άλλους ιστούς της, την Πειραϊκή Συνείδηση και Όραμα, αν φέρουμε στην σκέψη μας τις δυσκολίες αυτές θα κατανοήσουμε τις όποιες παθογένειες. Αν δε, προσθέσουμε και τα πολεμικά γεγονότα, την μικρασιατική καταστροφή, τις μικρές περιόδους ειρήνης, τις δικτατορικές περιόδους και τα πέτρινα μετακατοχικά και μετεμφυλιακά χρόνια, και το σχετικά πρόσφατο άγος της επταετίας, τότε θα πρέπει να πούμε και πάλι καλά, που επιτεύχθηκαν αυτά που επιτεύχθηκαν. Πώς κατόρθωσε αυτή η εργατούπολη να βγάλει τόσες φυσιογνωμίες από τις φτωχογειτονιές της και τα λασπωμένα σοκάκια της. Όλες αυτές οι πληθυσμιακές ομάδες, Κρήτες, Χιώτες, Σπετσιώτες, Υδραίοι, Επτανήσιοι, Κυκλαδίτες, Μικρασιάτες, Στερεοελλαδίτες, Μοραΐτες, Ηπειρώτες, Πελοποννήσιοι, Καρπάθιοι, Μανιάτες, και από άλλα μέρη, που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν πάμφτωχοι, εξόριστοι, κυνηγημένοι, ανέστιοι, δίχως δουλειά και δεύτερη φορεσιά, ένα κεραμίδι να βάλουν πάνω από το κεφάλι τους, μία κάμαρη να στεγάσουν την οικογένειά τους, τα παιδιά τους, πάλι καλά που κατόρθωσαν όχι δίχως δυσκολίες και άλλες αντιξοότητες να σταδιοδρομήσουν, να προκόψουν, να σπουδάσουν τα παιδιά τους, να τα κάνουν να ενδιαφερθούν για την τέχνη να αποκτήσουν καλλιτεχνικά και πνευματικά ενδιαφέροντα. Οι πρώτοι οικιστές, να δώσουν ανάσα πνοής και σχήμα στο πρόσωπο μίας Πόλης που δεν είναι παρά μικροί λοφίσκοι, βράχια, δίχως πράσινο και περικλείεται από θάλασσα. Αν δεν ήταν αυτές οι παλαιές γενιές των Πειραιωτών που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν και όργωσαν, σβάρνισαν στην κυριολεξία τα κακοτράχαλα χώματα αυτού του Λιμανιού, ο Πειραιάς, δεν θα ήταν ίσως γνωστός παρά μόνο για τα πανάρχαια Μακρά του Τείχη, τον αρχαίο Θεμιστοκλή και ορισμένα αγάλματα θαμμένα στα χώματά του. Όμως το θαύμα έγινε. Συντελέστηκε μάλιστα μέσα σε έναν αιώνα. Μέσα στο δικό του περιβάλλον και ατμόσφαιρα γεννήθηκαν και έζησαν, πρόκοψαν και δημιούργησαν οι παλαιότερες γενιές, μέσα σε αυτό το ύστερο κλίμα κληρονομιάς γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε, σπουδάσαμε, εργαστήκαμε, καλλιεργήσαμε τα όποια ενδιαφέροντά μας εμείς οι νεότερες μετά το 1974 γενιές των Πειραιωτών. Πάνω στα πολύχρωμα ίχνη της εργατικής και αστικής τάξης του Πειραιά βαδίσαμε, γνωρίσαμε τις ομορφιές του, απολαύσαμε τα ηλιοβασιλέματά του, κολυμπήσαμε στις παραλίες του, ακούσαμε τα ποικίλα είδη της μουσικής του. (Γιατί η μουσική του Πειραιά δεν είναι μόνο το Ρεμπέτικο). Απλοί ανώνυμοι εργάτες του λιμανιού και καραβοκυραίοι, εφοπλιστικά νησιώτικα τζάκια, εργάτες των εργοστασίων και των βιομηχανικών μονάδων που ανήκαν σε πειραϊκές εύπορες οικογένειες, αλιείς και άνθρωποι του μόχθου και της βιοπάλης, έμποροι και μικρό μαγαζάτορες, ένωσαν τα χέρια τους, τα σώματά τους, τα όνειρά τους, τις φιλοδοξίες τους σε μία αλυσίδα «ασπίδας» για την ανάπτυξη της πόλης, την σύνολη προκοπή της. Την στήριξαν στο βάδισμά της. Ο Πειραιάς, αναπτύχθηκε αλλά και βάλτωσε για μεγάλη περίοδο στην ιστορική του εξέλιξή. Προλάβαμε στα χρόνια της μεταπολίτευσης και τις καλές και τις κακές ημέρες και στιγμές του. Όπως κάθε ζωντανός οργανισμός έτσι και ο Πειραιάς είχε την άνοδο και την πτώση του. Πολλοί δέχονται ότι αυτό οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι γεωγραφικά τον πνίγει, «καπελώνεται» από την Αθήνα. Ότι ο Πειραιάς είναι ένα πέρασμα των ελλήνων προς τα νησιά του Αιγαίου πελάγους, την Κρήτη, το εξωτερικό. Ένα αναγκαίο μονοπάτι για να οδηγηθούν οι τουρίστες στο θαύμα της Ακροπόλεως. Αυτή όμως είναι η μία πλευρά του προβλήματος. Η άλλη, είναι ότι έστω και σε αυτές τις αντίξοες οικονομικά και κοινωνικά και πολιτικά συνθήκες η Πόλη αναπτύχθηκε, οι κάτοικοί της δημιούργησαν ένα υποφερτό για αυτούς περιβάλλον, άφησαν πίσω τους ένα όνομα, ένα πνευματικό και καλλιτεχνικό έργο, ένα χνάρι προερχόμενο από τους ανθρώπους των γραμμάτων της, τους καλλιτέχνες της. Δεν κατορθώθηκε δυστυχώς, παρ' όλα αυτά, να εμπεδωθεί στην συνείδηση των Πειραιωτών η έννοια της Πειραϊκής Σχολής (παρά μόνο Παρέες-Συντροφιές όπως γράφουν αρκετοί) ώστε να σταθεί ισάξια και να συνομιλήσει ισότιμα με τους άλλους πνευματικούς και φιλότεχνους της Ελλάδας. Τα παιδιά της εγκατέλειψαν την Πόλη, διασκορπίστηκαν. (ιδιαίτερα μετά τον βομβαρδισμό της από τα συμμαχικά στρατεύματα). Έμειναν μικρής εμβέλειας πνευματικές νησίδες, πεζογράφοι και ποιητές, μουσικοί και εικαστικοί, αρχιτέκτονες και επιστήμονες, πειραιώτες της θεατρικής τέχνης και του κινηματογράφου, εντός των σπλάχνων του, οι οποίοι μας μίλησαν με ευαισθησία και νοσταλγία για τις πειραϊκές τους παιδικές και εφηβικές αναμνήσεις. Τις βεγγέρες στις φιδίσιες ακτές του, στα μικρά ταβερνάκια του που σύχναζαν μετά τον κάματο της ημέρας οι ποιητές του, οι γραφιάδες του. Αυτή ήταν η κατάσταση που ζήσαμε μετά το 1974.

 Όμως, αν δεν ερμηνεύω τα γεγονότα λανθασμένα, δεν αρχίνησε μάλλον ποτέ μία μεγάλη και ουσιαστική, σταθερή συζήτηση γνωριμίας των Πειραιωτών δημιουργών με τους εκτός του Πειραιά. Πάρα πολλοί Πειραιώτες από την άλλη, μετακόμισαν εκτός της Πόλης, εγκαταστάθηκαν σε άλλες περιοχές της χώρας, την πρωτεύουσα και όχι μόνο, έφυγαν στο εξωτερικό. Την ευρώπη, την αμερική, την ασία, την αυστραλία, εγκαταστάθηκαν μαζί με τις οικογένειές τους, σταδιοδρόμησαν, διέπρεψαν, δημιούργησαν και καλλιέργησαν τα ελληνικά γράμματα, τις επιστήμες τις τέχνες. Είναι οι Έλληνες της διασποράς που φύτρωσαν σε ξένα χώματα έβγαλαν καινούργιες ρίζες κάρπισαν σε αλλόγλωσσα μέρη. Οι υπόλοιποι Πειραιώτες, όλοι εμείς που παραμείναμε στα «πάτρια» χώματα, ίσως αποκτήσαμε μία «επαρχιώτικη» μικροελλαδήτικη νοοτροπία και συμπεριφορά που μας εμπόδισε να έρθουμε σε συνομιλία και κοινωνία γνωριμίας με τους Άλλους. Αυτό το στενάχωρο κλίμα έζησε η γενιά μου, και προσπάθησε να το αλλάξει όσο και με όποιον τρόπο μπορούσε. Οι νέοι και οι νέες της Μεταπολίτευσης στον Πειραιά, είχαν την δυνατότητα να διαβάσουν και να ενημερωθούν για πρόσωπα και έργα της παγκόσμιας λογοτεχνικής παράδοσης από μόνοι τους. Η τηλεόραση και ο κινηματογράφος μας είχαν ανοίξει ένα παράθυρο πληροφοριών και νέων γνωριμιών στον Κόσμο. Η Ελλάδα αργά και σταθερά άλλαζε, το ίδιο και οι νεότεροι δημότες της Πόλης μας. Οι νέες φιλοδοξίες και τα οράματα ορμούσαν δυναμικά και αναζητούσαν πνοές ανάσας και αποδέσμευσης από το παλαιό κατεστημένο, που δέσμευε και εμπόδιζε κάθε νέα φωνή και δημιουργία. Όσοι από την νέα γενιά άρχισαν να δραστηριοποιούνται εκτός των πνευματικών ορίων της Πόλης κατόρθωσαν να εμπλουτίσουν τα εφόδιά τους, να ανοίξουν τους πνευματικούς τους ορίζοντες, να πετάξουν σε ξένα καλλιτεχνικά λιμάνια, οι άλλοι, οι κάπως παλαιότεροι ηλικιακά, έμεινα μέσα στα όρια των τετραγώνων ορισμένες φορές και ενός μόνο πειραϊκού διαμερίσματος. Όμως η ζωή με τα πλην και τα συν της συνεχίστηκε με ή χωρίς Εμάς. Τους διαρκώς ανήσυχους πνευματικά Πειραιώτες, την τελευταία ίσως γενιά που θα κλείσει τον κύκλο μιάς ιστορικής και πνευματικής εποχής.

      Μέσα σε αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο, στο βαθμό, και αν ευσταθεί ερμηνευτικά ο λόγος μου, σχετικά με τα πνευματικά και καλλιτεχνικά πράγματα της Πόλης, άρχισα να εντρυφώ και να ενδιαφέρομαι για τους Πειραιώτες δημιουργούς εκείνους που είχαν αρχίσει μία ουσιαστική κουβέντα με πνευματικούς δημιουργούς, συγγραφείς μη Πειραιώτες. Δεν θα αναφερθώ στους πρώτους, τους προερχόμενους από τον προ- προηγούμενο αιώνα όπως ο Γεώργιος Στρατήγης που μετέφρασε ευρωπαίους ποιητές, ούτε στον ιατρό και διηγηματογράφο Παύλο Νιρβάνα και την αγάπη του για τους Νορβηγούς δραματουργούς, και ορισμένους άλλους επιφανείς Πειραιώτες οι οποίοι μετέφρασαν έργα ευρωπαίων μυθιστοριογράφων και ποιητών. Ο μακρινός του παρελθόντος χρόνος είναι ίσως κάπως ακόμα αχαρτογράφητος σε αυτόν τον τομέα. Αν σταθούμε όμως στην αμέσως προηγούμενη από εμάς γενιά, και την γενιά της κατοχής, θα διαπιστώσουμε ότι υπήρξαν σημαντικοί Πειραιώτες οι οποίοι άνοιξαν διάλογο, μεταφράζοντας έργα ή γράφοντας δοκίμια για έλληνες και ξένους, ευρωπαίους, αμερικανούς συγγραφείς και των άλλων χωρών, ή εξέδωσαν πειραιώτικα περιοδικά στις σελίδες των οποίων δημοσίευσαν τις μελέτες και τις μεταφράσεις τους. Πειραιώτες δημιουργοί οι οποίοι έπαυσαν κατά κάποιον τρόπο να είναι «Πειραιοκεντρικοί», να εστιάζουν το ενδιαφέρον τους σε δημιουργούς μόνο Πειραιώτες και θέματα που απασχολούν την Πόλη. Σε αυτήν την εξωστρεφή ομάδα να αναφέρουμε ενδεικτικά ονόματα που γνώρισε και συναναστράφηκε η δική μου γενιά. Να μνημονεύσουμε τον ποιητή και μεταφραστή Ανδρέα Αγγελάκη ο οποίος μετέφρασε ευρωπαίους και αμερικανούς ποιητές και έγραψε ποιητικές συνθέσεις για τον Κωνσταντίνο Π. Καβάφη, την Καλαματιανή ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, τον Λόρδο Βύρωνα (έργο). Τον καθηγητή Ηλία Κυζηράκο ο οποίος μετέφρασε ποιήματα από την Παλατινή Ανθολογία, ποιήματα της αγγλίδας ποιήτριας Ήντιθ Σίντγουελ, αμερικανούς και ευρωπαίους ποιητές, τον μεγάλο «αιρετικό» Έζρα Πάουντ. Την ποιήτρια Όλγα Βότση η οποία μετέφρασε τον γερμανόφωνο ποιητή Γκέοργκ Τρακλ, τον Τσέχο Φράνς Κάφκα και άλλους. Τον καθηγητή Άγγελο Βογάσαρη που έγραψε ποιητική σύνθεση για τον ισπανό ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, τον ιρλανδό επαναστάτη Μπόμπυ Σαντ. Τον πανεπιστημιακό Βρασίδα Καραλή που πέρα από την μετάφραση βυζαντινών συγγραφέων μετέφρασε τον αυστραλό Πάτρικ Γουάιτ. Τον επίσης πανεπιστημιακό Βαγγέλη Αθανασόπουλο, ο οποίος μεταξύ άλλων του δραστηριοτήτων μετέφρασε τον μυστικό ποιητή και ζωγράφο Ουίλιαμ Μπλέικ. Τον Γεώργιο Δρόσο που έγραψε μελέτη για τον γερμανό ποιητή Ράινερ Μαρία Ρίλκε. Τον ποιητή Άγγελο Παρθένη που μετέφρασε γερμανούς συγγραφείς. Τον φιλόλογο Γιάννη Παυλάκη ο οποίος μετέφρασε ολόκληρο τον Φάουστ του Γκαίτε. Τον ποιητή Κώστα Θεοφάνους με τις γαλλικές μεταφράσεις και μελέτες του, την ποιήτρια Μαντώ Κατσουλού και τις αγγλικές μεταφράσεις της, τον πολυτάλαντο θεατράνθρωπο και δημοσιογράφο Μάριο Πλωρίτη με την τεράστια συνεισφορά του στην μεταφορά στα ελληνικά ξένου θεατρικού ρεπερτορίου. Πειραιώτες και Πειραιώτισσες άτομα τα οποία δεν δέθηκαν ασφυκτικά στο πνεύμα και το κλίμα των σωματείων, επεδίωξαν την αυτονομία τους καλλιεργώντας έναν άλλον αυτόνομο συνήθως δρόμο. Αν ανατρέξουμε σε σελίδες λογοτεχνικών περιοδικών του Πειραιά, ακόμα και σε φύλλα τοπικών εφημερίδων, θα διαβάσουμε μεταφράσεις ξένων ποιητών από Πειραιώτες. Υπάρχουν και οι περιπτώσεις όπου πειραιώτες ποιητές ή πεζογράφοι εγκαταστάθηκαν εκτός των πειραϊκών συνόρων, βλέπε Κώστας Μουρσελάς, Ελευθέριος Μάινας, Κώστα Λουκάκης, Γιάννης Κακουλίδης, Γιάννης Τσαρούχης και άλλοι, οι οποίοι ενδέχεται να έχουν ασχοληθεί με την μετάφραση ποιημάτων ή βιβλίων, κάτι που χρειάζεται ειδική έρευνα. Όπως έχουμε και τις περιπτώσεις πανεπιστημιακών και τεχνοκριτικών από την πόλη μας, όπως ο Μανώλης Βλάχος, ο Μάνος Στεφανίδης, οι οποίοι μετέφρασαν κείμενα ή βιβλία που αφορούν την τέχνη τους. Αυτό μας κάνει να είμαστε σήμερα περισσότερο αισιόδοξοι, δηλαδή στο γεγονός ότι υπήρξε έστω μία μικρή ομάδα πειραιωτών η οποίοι άνοιξαν στην εποχή τους γόνιμη συζήτηση με ομοτέχνους τους εκτός Ελλάδος.

     Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το διάστημα αυτό που έστεψα το αναγνωστικό μου ενδιαφέρον στο έργο και την παρουσία του Φώτη Κόντογλου, βρήκα ότι υπάρχουν τουλάχιστον πέντε Πειραιώτες οι οποίοι ασχολήθηκαν, έγραψαν ποιήματα, μελέτες, συνεργάστηκαν ή μας αφηγήθηκαν τις προσωπικές τους αναμνήσεις, υπήρξαν μαθητές του Φώτη Κόντογλου. Είναι ο εικαστικός και δάσκαλος Γιάννης Τσαρούχης, συμμετέχει σε αρκετά αφιερώματα για τον Φ. Κ. Βλέπε και βιβλία του. Ο πρώην διοικητής του Αγίου Όρους και συγγραφέας Μανώλης Ρούνης,.Ο θεατράνθρωπος και αρθρογράφος ολκής Μάριος Πλωρίτης. Ο διηγηματογράφος και δημοσιογράφος Χρήστος Λεβάντας, ο συνεργάτης του περιοδικού του Φ.Κ., αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης, (συνοραματιστής με τον Φ.Κ. στο ερώτημα και τι είναι Ελληνικότητα), ο θρησκευτικός ποιητής Δημήτρης Φερούσης, ο δοκιμιογράφος και διευθυντής της «Νέας Εστίας» Ευάγγελος Ν. Μόσχος. Ο πανεπιστημιακός και κριτικός λογοτεχνίας Βαγγέλης Αθανασόπουλος ο οποίος μας έχει δώσει μία σειρά κειμένων του για τον Φ. Κ. (βλέπε αφιερώματα περιοδικών) και μία ολοκληρωμένη μελέτη του, που εξέδωσε από τις εκδόσεις Καρδαμίτσα. «Η θεωρία και η πράξη της αφηγηματικής τέχνης του Φώτη Κόντογλου», Αθήνα 1985. Ακόμη, ο τεχνοκριτικός και πανεπιστημιακός Μάνος Στεφανίδης αναφέρεται στην εικαστική του παρουσία σε ανάλογης θεματικής βιβλία του. Βλέπε "Μικρή Πινακοθήκη", Πρόσωπα, κρίσεις και αξίες της νεοελληνικής τέχνης, εκδ. Καστανιώτης 2002 , και το κεφάλαιο "Φώτης Κόντογλου-Ένας μη δυτικός μοντερνισμός", σελ. 46-51. Αναμνήσεις από τον Κόντογλου έχουμε και από μερικούς πειραιώτες αγιογράφους επιγόνους του, όπως ο πατήρ Σταμάτης ο Σκλήρης και άλλοι. Αν τους συναριθμήσουμε, δεν είναι και λίγοι. Το γεγονός αυτό με έκανε να συγκεντρώσω τα ονόματα σε ένα τρίτο σημείωμά μου για τον Φώτη Κόντογλου και να αντιγράψω ορισμένες από τις μελέτες τους. Ενδέχεται να έχουν δημοσιευθεί και άλλα κείμενα ή να υπάρχουν και άλλοι Πειραιώτες οι οποίοι ασχολήθηκαν και έγραψαν για τον Μικρασιάτη πεζογράφο και αγιογράφο και να μην το γνωρίζω. Νομίζω ότι η γενική Βιβλιογραφία για τον Φώτη Κόντογλου, έχει σταματήσει εκεί που μας την έδωσε ο Ιωάννης Μ. Χατζηφώτης στην γνωστή μελέτη του. 

Και στα τρία αυτά σημειώματα, προσπάθησα να προσθέσω ορισμένα καινούργια στοιχεία και πληροφορίες για κάθε ενδιαφερόμενο ή ενδιαφερόμενη χωρίς να πιστεύω ότι εξαντλώ το θέμα. Εξάλλου, ο Κόντογλου, μνημονεύεται και από πνευματικούς ανθρώπους και λογίους εντός και εκτός των εκκλησιαστικών χώρων. Τόσο για την πρόζα του, όσο και για τις μεταφράσεις του. Για τις εικαστικές του δημιουργίες και για τις αγιογραφίες του. Είναι μία πληθωρική παρουσία μέσα στα ελληνικά γράμματα. Την αρθρογραφία του μόνο στα διάφορα περιοδικά και τις εφημερίδες της εποχής του, βλέπε «Ελευθερία» να διαβάσουμε, να μετρήσει τις εκκλησίες που αγιογράφησε για βιοποριστικούς λόγους, τις εικόνες που έφτιαξε, τα σχέδια και τις διακοσμήσεις βιβλίων και περιοδικών που φιλοτέχνησε, θα θαυμάσει την ακαταμάχητη εργατικότητά του και την ακλόνητη συνέπεια των προσωπικών του πιστεύω και θέσεων. Στο τι θεωρούσε αυτός ο κοσμοπολίτης ασκητής και εξωτικών περιβάλλοντων συγγραφέας Ορθόδοξη παράδοση και Ελληνικότητα, Ρωμιοσύνη.

      Καιρός να τον επαναγνωρίσουμε, όπως και τους άλλους Μικρασιάτες πνευματικούς δημιουργούς, μια και εορτάζουμε τα 100 χρόνια από την Μικρασιατική Καταστροφή και τον ξεριζωμό των Ελλήνων από τις εστίες των προγόνων τους, από δική μας, των ελλήνων πολιτικών υπαιτιότητα. Δυστυχώς, οι πολιτικοί εκπρόσωποι ανά την υφήλιο, ελάχιστες φορές έχουν λογοδοτήσει για τις άφρονες πράξεις τους που στοίχησαν στον ίδιο το λαό που τους εξέλεξε. Η Δίκη των Έξι ήταν μία εξαίρεση και αυτή έγινε επειδή δεν πρόλαβαν να ειδοποιηθούν οι έλληνες πολιτικοί στις εντολές που τους τηλεγραφούσαν οι ξένες αποικιοκρατικές δυνάμεις με τις οποίες συνταχθήκαμε στις πολεμικές επιχειρήσεις και εκστρατείες. Πληρώσαμε τα τραγικά μας λάθη όπως και το 1974  με το Κυπριακό. Η Γεωγραφία πλήρωσε τα λάθη της Ιστορίας.                   

 

                             Ο ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

     Είμαι ευτυχής και περήφανος που υπήρξα μαθητής του Κόντογλου. Όχι μόνο μαθητής αλλά και συνεργάτης.

     Ούτε η φιλία ούτε η συνεργασία δεν έμεινε παντοτινή’ μετά τέσσερα χρόνια πήραμε διαφορετικό δρόμο, μα αυτό είναι μιά συμβατική φράση που δεν μπορεί να εκφράσει την πλούσια πραγματικότητα. Διαμάχη για ιδέες και για την πίστη χωρίς ίχνος συμφερόντων υλικών δείχνει απλούστατα πώς η επιστροφή στην ευλογημένη αλήθεια της πίστης είχε πετύχει χάρις στον Κόντογλου. Ποιος ήταν αιρετικός και ποιος ορθόδοξος ας το κρίνει ο Χριστός ο ίδιος. Δεν έπαψα ποτέ να το θεωρώ μεγάλο και σπουδαίο και ο Κόντογλου έλεγε για μένα «παρ’ όλα ταύτα ήταν ο καλύτερος βοηθός μου».

     Δεν είναι παράξενο όταν κάνεις να φυτρώσουν φτερά στους ανθρώπους να τους δεις μιά μέρα να πετάξουν και να φύγουν μακριά από σένα. Αν επίκρανα το δάσκαλό μου, και ασφαλώς θα τον επίκρανα γιατί άνθρωπος, το έκανα για τον ίδιο λόγο που εστέρησα τον εαυτό μου από τόσες χαρές για την μεγάλη χαρά που δίνει ο Χριστός και η πίστη στο Άγιο Πνεύμα. Έτσι είναι. Είσαι ή δεν είσαι χριστιανός.

     Η προσφορά του Κόντογλου είναι μεγάλη και σε πολλές περιοχές. Βίαιος και υπερβολικός, θέλησε να βάλει στη θέση τους ένα σωρό πράγματα που η αμάθεια, η νωχέλεια και η βλακεία ήθελε να τ’ αφήσει σε μιά καλλιτεχνική ακαταστασία.

     Με αδικίες θέλησε να φτάσει σε μιά ανώτερη δικαιοσύνη. Τον γνώρισα όταν ήμουν 16 ετών’ τον επισκέφτηκα για πρώτη φορά στα Πατήσια. Ήταν μαζί μου μιά κοπέλα, ένας δικηγόρος, ένας φοιτητής της Νομικής και ένας μέλλων ποιητής που έγινε υποβολεύς. Θέλω να δω από κοντά τον άνθρωπο που έχει εικονογραφήσει τα παραμύθια του Μέγα και που έγραψε αυτά τα συνταρακτικά ταξίδια στην Ελλάδα.

      Η γλώσσα του, που πήρε πολλούς στο λαιμό της, για μένα ήταν ένα μεγάλο μάθημα αλήθειας και όχι ύφους. Το συντακτικό είναι η γλώσσα, όχι οι λέξεις μόνο. Το βαθύ νόημα της ζωής μας και όχι ο φανατισμός των ομάδων. Έβλεπα πέρα από τα ελαττώματά του και τη διαφορά του τίκ. Ένα δέντρο που οι ρίζες του συγκοινωνούσαν με τη μητέρα γη.

      Ύστερα όλη αυτή η μαγεία του περίφημου βυζαντινού ακαδημαϊσμού, όλος αυτός ο κόσμος της εκκλησίας, όλα αυτά τα αχειροποίητα έργα. Περίμενε να δει ένα «λαϊκό» παιδί απ’ τον Πειραιά με την αγνότητα της ηλικίας του και της τάξεώς του και βρέθηκε μπροστά σ’ ένα βασανισμένο αστικό παιδί που είχε ξεφυλλίσει τα ξένα περιοδικά και ακολουθούσε τα ιδανικά όλων αυτών των Ελλήνων που ήθελαν «λίγο πολιτισμό», λίγο ξεκούραση απ’ τη σκληρή φτωχή ελληνική ζωή, λίγο φυγή απ’ τη ρωμέικη αθλιότητα προς την τέλεια Ευρώπη, μισή «νοητή», μισή αληθινή.

     Μου μίλησε σαν ένας αυστηρός ασκητής και σε μισή ώρα είχε γκρεμίσει, ή τουλάχιστον υποσκάψει, ό,τι φαινότανε στερεότατο. Ό,τι μου είπε με συνεκλόνισε, η ταραχή μου βάσταξε μέρες και μήνες και εξακολουθεί ακόμα. Μ’ έφερε στο σημείο να πω τη φράση του Ευαγγελίου «τις δύναται σωθήναι», άγγιξε προβλήματα που η ανατροφή μου με κανένα τρόπο δεν με βοηθούσε να τα αντιμετωπίσω. Μου ‘δωσε στα χέρια ένα κόμπο πού ακόμα προσπαθώ να λύσω.

     Όταν οι άλλοι με είδαν σκεπτικό και ανήσυχο και έμαθαν πόσο με είχαν επηρεάσει τα λόγια του, μου ‘παν «άς τον να κουρεύεται, τι ανάγκη τον έχεις; Εσύ είσαι καλύτερος απ’ αυτόν».

      Ούτ’ εκείνος, ούτε εγώ είχαμε καταλάβει πως ό,τι με τάραξε δεν ήταν μιά ξένη διαταγή, μα ένα ξύπνημα δικών μου αληθινών πόθων, που τα περιστατικά είχαν θάψει.

     Δύο χρόνια μετά είδε τα έργα μου στο «Άσυλο Τέχνης» του Βέλμου, με ρώτησε από πού τα είχα αντιγράψει. Του είπα πώς ήταν δικά μου. Σιγά- σιγά άρχισα να επισκέπτομαι το σπίτι του και γρήγορα έγινα βοηθός του. Μαστορόπουλο, όπως έλεγαν όσοι αγαπούσαν τις παλιές λέξεις.

     Δεν έπαψα ποτέ να κρίνω τη ζωγραφική του, ακόμα και τις ιδέες του, μα δεν θα πάψω ποτέ να λέω πώς ένα είδος «εις άτοπον απαγωγής» στο οποίο οδηγούσε ο φανατισμός του μ’ έκανε να καταλάβω πολλά πράγματα.

     Η ποιητική του ψυχή έχει κάθε δικαίωμα να βρίσκεται σε τόπο αναψύξεως, ένθα απέδρα πάσα θλίψη και στεναγμός. Πέρα από το παράδειγμα του έργου του και τις τεχνικές γνώσεις, μερικές φράσεις του μου άνοιξαν τεράστιες προοπτικές και δυνατότητες. Αυτές οι φράσεις που λέμε σαν Σίβυλλες χωρίς κάν να τις σκεπτόμαστε και που κλείνουν μέσα τους, ό,τι καλύτερο έχουμε να προσφέρουμε στον άνθρωπο.

                         ΓΙΑΝΝΗΣ  ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ, σ.532,534.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ  ΦΩΤΗ  ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ Περιοδικό «Η ΛΕΞΗ», τεύχος 198/10,11,12, 2008, σ. 465-608, τιμή 10 ευρώ.

---

               για  τον  Φώτη  Κόντογλου

       Τον Κόντογλου τον ήξερα από τα Παραμύθια του Μέγα και από τα Ταξίδια που δημοσιεύει σ’ επιφυλλίδες κι ύστερα τα έκανε βιβλία. Τον γνώρισα προσωπικά το 1927, μέσω της Κατίνας Λάσκαρη, αργότερα συζύγου του Δημήτρη Φωτιάδη. Κεραυνοβολούσε όλο τον κόσμο σ’ ένα έντονο ύφος «μετανοείτε». Δεν εδίσταζε να επιτεθή σε κανέναν, είτε ιερεύς ήταν αυτός είτε πλούσιος φιλότεχνος. Με πολλή δειλία του έδειξα τα έργα μου-μικρές ακουαρέλλες από τοπία και προσχέδια σκηνογραφιών. Φυσικά δεν του άρεσαν. Τα εύρισκε ψεύτικα, φράγκικα, αδύνατα. Μαζί μου, πλήν της Κατίνας Λάσκαρη, ήταν ένας φοιτητής της νομικής κι ένας φίλος του, συμμαθητής μου από τη Σχολή Καλών Τεχνών, που έγραφε και ποιήματα κι αργότερα έγινε υποβολέας. Βλέποντας την οφθαλμοφανή ταραχή μου εξεπλάγησαν και άρχισαν να με παρηγορούν και να με ενισχύουν: Αλλοίμονο να δίνουμε σημασία στον καθένα. Έτσι μούπαν. Οι επιπλήξεις και η δυσαρέσκεια του μου έκαναν βαθειά εντύπωση. Μήνες ολόκληρους συλλογιζόμουνα τα λόγια του. Στο μεταξύ σχετίστηκα με τον Βέλμο κι εξέθεσα δυό φορές στην αίθουσά του, πού λεγόταν «Άσυλο Τέχνης". Φωτογραφίες απ’ αυτά τα έργα είδε ο Κόντογλου και θέλησε να με ξαναδή. Ένα χρόνο αργότερα με πήρε μαθητή του και μαστορόπουλο.

     Ο Κόντογλου της εποχής εκείνης δεν ήταν ο Κόντογλου που γνωρίζει ο κόσμος σήμερα. Ήταν ένας εστέτ, πολύ αιχμηρός, αμετάπτωτος. Μιλούσε για τις εικόνες μ’ ένα τέτοιο τραχύ ρεαλισμό που συχνά σοκάριζε το θρησκευτικό μου αίσθημα. Μπορώ να πώ ότι είδα μουσαμά άσπρο το έργο του που λέγεται «Αίας και Οδυσσέας», τους «Αιχμαλώτους»- εμπνευσμένο από τους Σαράντα Μάρτυρες-και πολλά άλλα. Μούδινε πολλή πρωτοβουλία όταν συνεργαζόμουνα για τις παραγγελίες πού έπαιρνε. Και με τρόμαζε ο τρόπος με τον οποίο μιλούσε σε παπάδες ή επιιτρόπους, όταν κριτικάριζαν ή απέρριπταν τα έργα του επειδή δεν ήταν «φυσικά».

     Η ιδέα να εικονογραφήση το καινούργιο σπίτι του, στου Κυπριάδη, σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Κίμωνα Λάσκαρι, τον απασχολούσε απ’ την πρώτη μέρα πού το κατοίκησε. Έκανε πολλά προσχέδια με μολύβι και μικρές δοκιμές σε φορητό φρέσκο. Συχνά  μούλεγε να κάνω κι εγώ σχέδια ό,τι μου κατέβει, δήθεν για να εμπνευσθή, αλλά μάλλον για να με κολακεύση και να μου δώση κουράγιο. Το όνομα του Σεζάν ήταν απαγορευμένο σ’ αυτό το μοναστήρι. Όμως ο Γκρέκο και ο Μιχαήλ Άγγελος ήταν σε τιμή. Για να γίνουν τα προσχέδια πηγαίναμε στις βιβλιοθήκες και αντιγράφαμε λιθογραφικές εικόνες περιηγητών του 1800 και συχνά τις φωτογράφιζα με μιά «Φόϊντ Κλέντερ» με φυσαρμόνικα. Ήταν μιά απόλαυση να τον ακούς ν’ αναλύη τον Χριστό της Ομορφοκκλησιάς ή καμμιά εικόνα της προτιμήσεώς του με τον Πρόδρομο. Πολλές φορές όμως άλλαζε κι έλεγε πράγματα που με ξάφνιαζαν. Ένα βράδυ, στη Χαλκίδα, μούπε: Μ’ αρέσει τόσο πολύ η θάλασσα, που ένα έργο με φουρτουνιασμένο πέλαγος, καμωμένο από έναν οποιοδήποτε ακαδημαϊκό ζωγράφο, με συγκινεί βαθύτατα. Εκείνη την εποχή συχνά έλεγε: Δεν πρέπει να αποξενώνεται κανένας από τη ζωή. Θα πάω με τη γυναίκα μου στην καπελλού να διαλέξη ένα καπέλλο. –Σιχαίνομαι τους γιατρούς και την επιστήμη, αλλ’ αν το παιδί μου είναι άρρωστο και κινδυνεύη δεν θα λογαριάσω τις αντιπάθειές μου και τις απόψεις μου. Θα πάω στον καλλίτερο γιατρό να το γιατρέψη.

     Διαφωνούσε σε πολλά με τον Πικιώνη, τον Παπαλουκά και ιδίως τον Παρθένη. Οι διαφωνίες του ήταν και έμειναν ακατανόητες. Όχι γιατί δεν είχαν νόημα, αλλά, αντίθετα, γιατί είχαν ένα νόημα πολύ προσωπικό και μη προβλεπόμενο από το κατεστημένο, τόσο το συντηρητικό όσο και το επαναστατικό. Πολλά ειπώθηκαν για την αποχώρησή μου από εργαστήριό του. Άλλοι με είπαν Ιούδα-ίσως και ο ίδιος ο Κόντογλου-και άλλοι έξυπνο που γλύτωσα από τη μεσαιωνική ανοησία. Η αλήθεια ήταν αλλού. Είχα μιά βαθύτατη εκτίμηση στην προσωπικότητά του, αλλά τούτο δεν με εμπόδιζε να διαφωνώ  μαζί του και να καταδικάζω ωρισμένες του ενέργειες. Με είχε καταστήσει αληθινό του μαθητή. Μούχε μεταδώσει ό,τι καλλίτερο είχε: το θάρρος και την αγάπη της ελευθερίας. Την εποχή εκείνη χρειαζότανε φοβερό κουράγιο για να κάνης και να γράφης αυτά που έκανε και έγραφε ο Κόντογλου. Η επιστροφή στην παράδοση ήταν-και είναι ακόμη- κάτι το παρακινδυνευμένο. Χρειαζόταν η απελπισία του πρόσφυγα και η δύναμη που δίνει η απελπισία, για να πάς αντίθετα στην αττική ωραιοπάθεια.

      Αργότερα ο Κόντογλου έγινε τέκνον της Εκκλησίας. Έπαψε να κεραυνοβολή δεσποτάδες και επιτρόπους. Και έκανε μερικά έργα που καλλίτερα να μη τα είχε κάνει. Δεν είναι ο μόνος. Αλλά κατήργησε, όπως και να το πάρης, τη βαλκανική μιζέρια και δουλοπρέπεια. Στον επαρχιώτικο αισθητισμό αντέταξε ένα αισθητισμό γηγενή. Η στάση του σε όλα υπήρξε τόσο βίαιη, τόσο επαναστατική, που μπορούμε να πούμε πώς αυτός ο ειρηνοποιός ζωγράφος που ξανάμαθε τους Έλληνες να κάνουν ήμερα εργόχειρα, συχνά κατακριτέα, είναι ο ίδιος αυτός που ύψωσε στη θέση που τους αρμόζει το πάθος και τον θείο έρωτα, πράγματα πού τόσο έλειπαν στην καχεκτική ελληνική τέχνη.

                                    ΓΙΑΝΝΗΣ  ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ, σ.14-16.          

ΦΩΤΗΣ  ΚΟΝΤΟΓΛΟΥΣ Ο ΑΪΒΑΛΙΩΤΗΣ, περιοδικό «ΖΥΓΟΣ», Διμηνιαίο περιοδικό, τεύχος 31/9,10,1978, δρχ.120

                    ΤΑ  ΝΗΣΙΑ

Τέσσερα «νησιά»-όπως θα ‘λεγε ο ίδιος-σημαδεύουν την «κοινωνία» μουμε τον Φώτη Κόντογλου

     Το πρώτο, όταν, έφηβος, πρωτοδιάβασα τον Πέδρο Καζάς. Θαλασσολάτρης κι εγώ απ’ το αίμα μου, μαγεύτηκα με τις «απίστευτες» περιπέτειες του σπανιόλου κουρσάρου σε μακρινούς ωκεανούς και χώρες μυθικές. Και μπορώ να πω ότι, στα νεανικά σκαλαθύρματα που άρχιζα ν’ αποτολμώ, αντιλαλούσαν τα γραφτά δύο τόσο ανόμοιων πεζογράφων: του Κόντογλου και του Καζαντζάκη, του ανεπιτήδευτου Κόντογλου και του επιτηδευμένου Καζαντζάκη, του πιστού και του «άπιστου», πού κι οι δύο ωστόσο έπλαθαν ανθρώπους «πλατύτερους απ’ τη ζωή», και πάσχιζαν, ο καθένας με τον δικό του «θρησκευτικό» τρόπο, να βρουν το ανεύρετο κλειδί της.

     Τότε, δεν απορούσα ακόμα που ο Κόντογλου αποκαλούσε θεόστραβη την πίστη του στον Θεό, ούτε που αυτός ο τόσο «ελληνοκεντρικός» ιστορούσε περιπέτειες ξένων στα ξένα. Δεν καταλάβαινα ούτε τον λόγο που τιτλοφορούσε τον πρόλογό του ‘Desinit in piscem”- ο ίδιος περιορίζεται να πει πώς είναι στίχος του Οράτιου για τα χειροτεχνήματα πού παρασταίνουν γυναίκες με ουρά ψαριού. Καιρούς μετά, κατάλαβα πώς ο στίχος από την Ποιητική του ρωμαίου ποιητή σημαίνει έργο χωρίς ενότητα, φύρδην μίγδην, με όμορφη αρχή και άχαρο τέλος. Ταπεινόφρονη αυτοκριτική ενός συγγραφέα, που ζει το θάμπος για τη Φύση και την ένωση μαζί της, την ανορθολογική πίστη και την εμμανή αφοσίωση στα μεγάλα διδάγματα, αμετακίνητα παραδοσιακός και, μαζί επαναστάτης κατά των εισβολέων απ’ την Εσπερία.

      Δεύτερο «νησί», η ανακάλυψη της ζωγραφικής του. Αυτή δεν με μάγεψε, όχι-με μαγνήτιζε πολύ περισσότερο η αρχαιοελληνική και δυτική τέχνη. Μ’ εντυπωσίασε όμως, και κατάλαβα πόσο ήταν αλληλένδετη με την πεζογραφία του-καταπώς έλεγε ο ίδιος, ο ποιητής έχει ανάγκη να’ χει χαρίσματα ζωγράφου. Κι εκείνος είχε όσο λίγοι-και μ’ αυτά τα χαρίσματα πάσχιζε ν’ αναστήσει τη βυζαντινή παράδοση, όχι μιά παράδοση- μούμια, αλλά παράδοση ζωντανή, που επιζεί στο ελληνικό κύτταρο.

     Τρίτο «νησί», η γνωριμία μου με τον Κάρολο Κουν, στην κατοχική προετοιμασία και το ξεκίνημα του Θεάτρου Τέχνης. Εκεί, στο μικρό πυρήνα των «μυστών», ο Κουν μιλούσε κάθε τόσο για το «χρέος» του στον Κόντογλου-τον είχε γνωρίσει όσο δίδασκαν κι οι δύο στο Αμερικάνικο Κολλέγιο του Ψυχικού. Το κήρυγμα του Κόντογλου για επιστροφή στο ρωμέικο είχε οδηγήσει τον ξενόφερτο και ξενόθρεφτο Κουν στην ανακάλυψη των γνήσιων χυμών και μορφών της ελληνικής ψυχής. Και πάνω σ’ αυτό διαμορφώθηκε ο «λαϊκός εξπρεσιονισμός» της «Λαϊκής Σκηνής», που έστησε ο Κουν με τον μαθητή του Κόντογλου, τον Γιάννη Τσαρούχη, και τον Διονύση Δεβάρη. Όσες αλλότροπες στροφές κι αν πήρε αργότερα το σκηνικό ύφος του Θεάτρου Τέχνης, ο Κουν δεν έπαυε ν’ αναθυμάται τη δική του μαθητεία κοντά στον αιβαλιώτη «προφήτη».

      Τελευταίο «νησί», η συνεργασία του Κόντογλου στην Ελευθερία, όπου έγραφα κι εγώ θεατρική κριτική. Ο Κόντογλου περνούσε αραιά και πού απ’ τα γραφεία της εφημερίδας, στην πλατεία Συντάγματος, και σίγουρα έκανε κάποια στάση στο εργαστήρι του Τσαρούχη, μιά σοφίτα κάτω απ’ την Ελευθερία. Νομίζω, ωστόσο, πώς δεν ένιωθε πολύ άνετα στο πολύβουο δημοσιογραφικό περιβάλλον, κι έφευγε γρήγορα. Έτσι, δεν είχα παρά λιγοστές ευκαιρίες να μιλήσω μαζί του και να γνωρίσω από κοντά τον «παραμυθά» των νεανικών μου χρόνων. Αλλά και το λίγο εκείνο, μου άφηνε το άρωμα (όχι του λιβανιού, όπως γινόταν με τα γραφτά του Παπαδιαμάντη), αλλά της αρμύρας των μακρινών οριζόντων και της ανταύγειας του «ένδοξού μας Βυζαντινισμού»…

      Δεν ξέρω αν και πόσο οι νεότεροι και νεότατοι «εντρυφούν» στον Κόντογλου. Για μέναν, αληθεύει αυτό που λέει ο Πέδρο Καζάς: «Είναι βιβλία πού κάνουν να χορεύει ο κόσμος μπροστά μου μιάν ολάκερη εβδομάδα μ’ έναν ζωηρό ρυθμό».

      Κι όχι μόνο για μιά εβδομάδα…..

                                  ΜΑΡΙΟΣ  ΠΛΩΡΙΤΗΣ

ΦΩΤΗΣ  ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ περιοδικό «Η ΛΕΞΗ» ελληνική και ξένη λογοτεχνία, τεύχος 198/10,11,12, 2008, σ.554-555.

              ΜΝΗΜΕΣ  ΤΟΥ  ΦΩΤΗ  ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

           «Στο χέρι μου στέκει να σε κάνω να χάσεις το μπούσουλα και πάλι στο χέρι μου στέκει να σε κάνω να πιστέψεις πώς έπιασες μες στη χούφτα σου το Θεό».

     Αυτή η περικοπή από ένα κείμενό του, που έχει χρονολογία Ιούνιος 1923, κι είναι καταχωρημένη στο πρώτο φύλλο του περιοδικού «Φιλική Εταιρία" είναι χαρακτηριστική της πνευματικής ιδιοσυγκρασίας και της πλούσιας φαντασίας του Φώτη Κόντογλου. Των στοιχείων που μας δόθηκαν με το κυριώτερο αφηγηματικό του έργο, τον «Πέτρο Καζάς», που ξάφνιασε όταν κυκλοφόρησε το 1920, και θεωρήθηκε σα γεγονός στην τότε πνευματική ζωή του τόπου.

     Το πριμιβιστικό, το ιδιότυπο ύφος, η λαϊκιστική του γλώσσα και το εξωφυσικό, ο παράδοξος μύθος του, ήταν χωρίς άλλο τα στοιχεία, που εντυπωσίασαν και που και τώρα ίσως εντυπωσιάζουν τον αναγνώστη των κειμένων του, του μετέπειτα έργου του «Βασάντα» και των λοιπών σελίδων του. Όμως όλα αυτά δεν είχαν και πιό αξιοσημείωτες επιδράσεις στη γενιά του. Δε δημιούργησαν σχολή. Μπορεί να φανερώνει συγγενικά στοιχεία στο λαϊκιστικό ύφος, ο συντοπίτης του Στρατής Δούκας, στην «Ιστορία ενός Αιχμαλώτου» και τις μετέπειτα οδοιπορικές του σελίδες, όμως δεν μπορούμε να πούμε, ότι επιμαρτυρούν και μια αμεσώτερη επίδραση από τον Φώτη Κόντογλου, με τον οποίο καθώς είναι γνωστό, ο Δούκας συνδέονταν και συνεργάζονταν στενά. Ούτε επίσης μπορούμε να αποδεχτούμε ανεπιφύλαχτα, ότι το ύφος του Φώτη Κόντογλου, χρωστιέται στην επίδραση του Κνούτ Χάμσουν και των άλλων Σκανδιναυών συγγραφέων, που είχαν πολλή πέραση τότε στον κόσμο των γραμμάτων μας, με τις έξοχες μεταφράσεις του Βασίλη Δασκαλάκη. Δεν υπάρχουν καθώς νομίζουμε, έκδηλα συγγενικά στοιχεία στα κείμενά του, διάφορος είναι ο αέρας του και μάλιστα αυτός που διέπνεε και όλη του την προσωπικότητα και ζωή του: Έναν κυριαρχούντα ατομικισμό, πού τον κρατούσε μακρυά από την κοινωνικότητα. Θα μπορούσε κανείς να πει, ότι ο Φώτης Κόντογλου γνήσιος καλλιτέχνης ζούσε περισσότερο με το παρελθόν και τις επιβιώσεις του στον ψυχικό του κόσμο, παρά με το παρόν, αναζητώντας και  αρκούμενος στις ακριβές χαρές, που του προσεπόριζε η δικαίωση του καλλιτεχνικού πάθους. Έτσι ποτέ, δεν τον είδαμε να μετέχει στα αγωνιστικά στάδια, που έζησε η Ελλάδα, από την αυγή του μεσοπολέμου μέχρι και των σύγχρονων καιρών και μάλιστα σ’ αυτά, πού συνδέονταν με τις κοινωνικές μεταλλαγές και διαφοροποιήσεις. Την λυτρωτική πορεία και πολιτιστικήν άνοδο του λαού μας, που πέρασε από ποικίλες φάσεις συγκρούσεων, σκληρών δοκιμασιών και καταδιωγμών.

      Και ακόμα κι όταν βγήκε το αριστούργημά του «Πέτρο Καζάς», το πνευματικό κλίμα του τόπου μας, ήταν ολότελα διάφορο  των στοιχείων πού προσκόμιζε και πού- εξωφυσικά, φανταστικά, αναχρονιστικά- δε συνιστούσαν κανένα μήνυμα.

      Ήταν η εποχή, που στην πνευματική ζωή μας, ολοένα και πιό έκδηλα διαγράφονταν οι επιδράσεις από την Οχτωβριανή Ρωσική Επανάσταση και τον πόλεμο, πού συνεχίζονταν ατέλειωτα στη Μ. Ασία, για ν’ αποκορυφωθή στη βαριά συφορά του Αυγούστου του 22. Φορέας αυτών των επιδράσεων, στα γράμματά μας ήτανε ο «Νουμάς», το αγωνιστικό και πρωτοποριακό περιοδικό του Δημήτρη Ταγκόπουλου.

     Καί στην πεζογραφία μας προβάλλονταν σαν πιό αυθεντικοί εκφραστές τους- εκτός από τον Κ. Θεοτόκη, τον Γρ. Ξενόπουλο με τις κοινωνικές του τριλογίες κ.ά.-ο «προδρομικός» Δημοσθένης Βουτυράς και ο Κώστας Παρορίτης και λίγο αργότερα, ο Πέτρος Πικρός, πού πρωτοφάνηκε με τα «Χαμένα κορμιά», τα νατουραλιστικά του διηγήματα, και ο Νίκος Κατηφόρης με τα διηγήματά του επίσης. «Όσο κρατάει το σκοτάδι», ο Πέτρος Χάρης και άλλοι νέοι.

      Κανένα σημάδι λοιπόν από τις μεγάλες αυτές ώρες, που ζούσε τότε η Ελλάδα-που μπορεί να θεωρηθούν, πώς προμηνούσαν και την πλούσια μετέπειτα άνθηση των γραμμάτων μας- δεν υπάρχει στα κείμενα του Φώτη Κόντογλου. Κι έμειναν ορφανά, μοναχικά, όπως και εκείνος, έζησε το περισσότερο σα μοναχικό άτομο, στις εξελίξεις της νεοελληνικής πεζογραφίας. Ιδιότυπα κι αυτόνομα αποδίδοντα το περισσότερο: Τη χρωματική του ευαισθησία.

              ΧΡΗΣΤΟΣ  ΛΕΒΑΝΤΑΣ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ. Δίμηνη Επιθεώρηση της Λεσβιακής Τέχνης. Χρόνος Α΄, τεύχος 6/ Νοέμβριος Δεκέμβριος 1971, σ.510.

                         Ο  ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ  ΤΗΣ  ΑΘΗΝΑΣ

     Αυτή την ώρα, που νιώθουμε να μας πλημμυρίζουν ολόγυρα και μέσα μας ο δονούμενος λόγος και η εξαρτική τέχνη του Φώτη Κόντογλου, ταιριάζει να θυμηθούμε εκείνους τους εξαίσιους στίχους, που έχει καταθέσει- τα Χριστούγεννα 1941 στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας- ο κορυφαίος ποιητής της Νέας Ελλάδος ο Άγγελος Σικελιανός χαιρετίζοντας τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη- ομογάλακτο και ομοούσιο πνευματικό πρόγονο του Φώτη Κόντογλου:

                «…Και να που, σήμερα μ’ εκείνα τα γραφτά του

                αγάλλεται η Σιών

                και στο πλευρό της,

                παλιά και νέα, σκιρτά κρυφά η Ελλάδα,

                κάποιοι από μας, όπου ‘μαστε ενωμένοι

                απ’ τη βαθιά τη λάτρα της αμπέλου

                της ζωντανής, όπου πλατιά ‘ναι και μεγάλη,

                μα λιγοστά τ’ αληθινά τα κλήματά της

                σ’ ευλαβικό Μνημόσυνο κινούμε…»

Ο Φώτης Κόντογλου βαθύτατα Ορθόδοξος- «Ριζορθόδοξος» κατά τον επιτυχή χαρακτηρισμό του ποιητή Νίκου Καρούζου-ερχόταν κατ’ ευθείαν από τις αρχικές ρίζες, από το ιερό κέντρο της βυζαντινής μας παράδοσης.

     Γεννήθηκε στο Αϊβαλί της Μικρασίας στα 1897 και με το ζωγραφικό και με το πεζογραφικό έργο του έγινε ο αυθεντικός εκφραστής του Νέου Ελληνισμού, που βγαίνει από τη δόξα και τη λάμψη του Βυζαντίου-κι ανυψώνεται ο Κόντογλου λειτουργός και  ποιητής της Ρωμιοσύνης και της καινούργιας Ελλάδας.

     Πίστευε ο Κόντογλου και το έχει γράψει, με πειστική διατύπωση και με παραστατικό λόγο ότι «στα χρόνια των Παλαιολόγων», που ψυχομαχά το Βυζάντιο, αντρειώνεται η Ρωμιοσύνη». Μέσα στην αγωνία και τη δοκιμασία της άλωσης, ανασταίνεται η πονεμένη Ρωμιοσύνη, που τη σφραγίζουν ο βαθύς πόνος και οι αβάσταχτες καταδρομές.

     Στον ηθικό στοχασμό και στην πνευματική μέριμνα του Φώτη Κόντογλου το Βυζάντιο και η Ρωμιοσύνη συνθέτουν την ιστορική διάρκεια και την ηθική δικαίωση του Γένους των Ελλήνων.

     Στην «Πονεμένη Ρωμιοσύνη»- τον 3ο τόμο των έργων του-ο Φώτης Κόντογλου επισημαίνει με οριστικήν έκφραση την αταλάντευτη πίστη του στην υπεροχή των μορφών και των κατορθωμάτων της Βυζαντινής παράδοσης: «… Οι άνθρωποι που ζούσανε στο Βυζάντιο, μ’ όλο που πολλοί απ’ αυτούς βαστούσανε από το ίδιο αρχαίο Ελληνικό αίμα κι’ είχανε την Ελληνική παιδεία, ήτανε όμως ολότελα άλλοι, άνθρωποι καινοί. Δεν έμοιαζαν καθόλου ο Συμεών, ο δια Χριστόν σαλός με τον Διογένη τον Κυνικό, ούτε ο Άγιος Δημήτριος με τον Πελοπίδα. Η ανθρώπινη ζωή θεμελιώθηκε απάνω σε άλλη βάση. Κι η τέχνη του Βυζαντίου, με όλα τα εξωτερικά που δανείστηκε από την αρχαία είναι ολότελα διαφορετική στην ουσία της. Έφτασε σε κάποια πνευματικότητα, που δεν γνώρισε άλλη φορά ο κόσμος…».

     Στην ίδια ανάπτυξη συγκριτικών απόψεων και συλλογισμών ο Φώτης Κόντογλου, και με τον συναισθηματικό κραδασμό της πίστης, τόνιζε: «Και οι λέξεις της ελληνικής γλώσσας καθαγιαστήκανε κι αυτές από τ’ άγια νοήματα και πήρανε κάποια σημασία, που δεν είχαν-σημασία μυστική, βαθειά, πνευματική…».

     Τα πάντα στον χώρο και στην πνευματική λειτουργία της Βυζαντινής Ελλάδος προσλαμβάνουν από το περίσσευμα της πίστης νέα λάμψη- «ανακαινίζονται εν πνεύματι και προσεγγίζουν την αιωνιότητα στα όρια της αθανασίας».

     Στην «Πονεμένη Ρωμιοσύνη» που είναι κείμενο βαθύτατα εξομολογητικό και στο ειδικό κεφάλαιο «Μυστική Σιών» ο Φώτης Κόντογλου γράφει: «… η Βυζαντινή Τέχνη είναι τέχνη, είναι για μένα η τέχνη των τεχνών…» Κι επεκτείνοντας πέρα από τη Βυζαντινή Ζωγραφική τις κρίσεις του κι επισημαίνοντας μερικά λαμπρά ποιήματα της ορθόδοξης υμνογραφίας, ο δονούμενος λόγος του καθίσταται ανεπιφύλακτος στην ολοκληρωτική του κατάφαση: «… Μπροστά στη Βυζαντινή Τέχνη, οι άλλες μου φαίνονται αλαφρές, «τυρβάζουσαι περί πολλά», ενώ «ενός εστι χρεία»… Τα έργα της Βυζαντινής τέχνης είναι τα πιο αποκαλυπτικά που έκανε ο άνθρωπος στην αρχιτεκτονική, στην ποίηση, στην μουσική, στην ζωγραφική: το «φως ιλαρόν», ποίημα του Αθηνογένους του μάρτυρος, η ρεμβώδης μελωδία του Χερουβικού ή του Κοινωνικού, βυθίζουν την ψυχή στο μυστηριώδες ημίφως της Ανατολής. Αυτός ο μυστικισμός δε έχει καμιά σχέση με τον αρρωστιάρικο μυστικισμό του Βορρά, αλλά είναι γεμάτος υγεία, ευτυχία και πλούτο, κι ας είναι ασκητικός και αυστηρός».

      Δια χειρός Φωτίου Κόντογλου Κυδωνιέως- υπέγραφε με βαθειά ταπείνωση τις κατανυκτικές αγιογραφίες του, που κατέχουν χώρο αληθινά πρωτοφανή σε έκταση και σε ποιότητα.

      Για τη Νέαν Ελλάδα η αγιογραφική εργασία του Κόντογλου πέρα από την καταπληκτική έκταση της δημιουργίας της και τη θαυμαστή ποιότητά της, υπήρξε κίνημα και πρωτοβουλία ιστορικής σημασίας.

     Με το συνολικό έργο του και προπάντων με τις έξοχες αγιογραφίες του, ο Φώτης Κόντογλου ανασυνέδεσε την Ελλάδα του 1930 με τις πνευματικές ρίζες της. Η Ελλάδα του 1930 με την πνευματική οδηγία του Κόντογλου ξανάφερνε στη ζωή και επικοινωνούσε άμεσα με τις μορφές του Βυζαντινού Ελληνισμού και κατακτούσε την πνευματική ουσία της παράδοσής της.

     Ο αλησμόνητος Ιωάννης Μ. Θεοδωρακόπουλος έχει καταθέσει τη στοχαστική του παρατήρηση: «Όπως ως αγιογράφος έτσι και ως συγγραφέας ο Κόντογλου ενώνει μέσα τη βυζαντινή με τη λαϊκή παράδοση. Γι’ αυτό η γλώσσα του είναι μοναδική σε χρώματα και πλούτο. Όταν διαβάζει κανείς τα κείμενα του Κόντογλου νομίζει ότι είναι το ίδιο το πνεύμα της παραδόσεως που γράφει και όχι ένας άνθρωπος. Το πνεύμα της παραδόσεως μέσα στον Κόντογλου έγινε πρόσωπο…»

      Για την πνευματική πεποίθηση και για το ποιητικό αίσθημα του Φώτη Κόντογλου, η Βυζαντινή Ελλάδα αναγνωρίζεται ως η σεπτή πηγή του Νέου Ελληνισμού. Και ο εν πνεύματι πλούτος της ορθοδοξίας είναι πολυσήμαντη προίκα κλήρος και στολισμός για το Γένος των Ελλήνων.

      Χωρίς τον Κόντογλου και χωρίς τους έντονους, τους ασυμβίβαστους αγώνες του, οι ελλαδικές εκκλησίες θα είχαν πλημμυρίσει από τις ιταλικές χαλκομανίες. Για την επίδραση του Φώτη Κόντογλου στον πνευματικό προσανατολισμό των Νέων Ελλήνων, ο καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης εδώ στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Άγγελος Προκοπίου έγραψε:

      «… Ο Κόντογλου είχε φέρει στη γενιά μου, την γενιά του 1930 το μήνυμα της επιστροφής στις πηγές του Νέου Ελληνισμού: Στην παράδοση της ζωγραφικής μετά την άλωση. Ήταν ένα μήνυμα ζεστό, που έμοιαζε, με αυτοσυνειδησία εθνικής καταγωγής, βγαλμένο μέσα από την πληγωμένη καρδιά ενός Μικρασιάτη, που έχασε την ομηρική και βυζαντινή του πατρίδα, που ερχόταν να μας γυρίσει τα βλέμματα προς την ανατολική ακτή του Αιγαίου, την Αιολία και την Ιωνία, την ακτή που είχε μείνει ανέπαφη από το βαυαρικό νεοκλασσικισμό και τον ψευδαττικισμό, πιστή και αφοσιωμένη στις δημοτικές παραδόσεις των Ευαγγελίων και των θρύλων του αλύτρωτου χριστιανικού πληθυσμού της ανατολής…».

      Στα 1939 στο Δημαρχείο της Αθήνας (σε τρείς μεγάλες αίθουσες, που είναι στολισμένες με τοιχογραφίες του) ο Φώτης Κόντογλου ζωγραφίζει με γραμμές ιστορικής μορφολογίας και ιστορεί με ένταση μυστηριακής αναδίπλωσης τους μύθους, τους άνδρες και τα κατορθώματα, που εκφράζουν το γένος των Ελλήνων στην αιώνια πορεία του. Ο Θησέας, οι πρώτοι Βασιλείς της Αττικής, οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες, οι Κλέφτες και οι Αρματωλοί του Μοριά, οι Πολέμαρχοι και τα Παλικάρια του 1821.

     Η επικοινωνία του Φώτη Κόντογλου με τους αγωνιστές και με τους αγώνες της ελληνικής ελευθερίας, είχε ηθική διάρκεια και πολυδόνητη συνομιλία. Ας θυμηθούμε ένα χαρακτηριστικό κείμενό του:

     «Από τον καιρό που πάρθηκε η Πόλη, το έθνος μας είτανε πικραμένο, κι αυτή η πίκρα έκανε την καρδιά μας να πάγει πιο βαθειά. Γιατί η θλίψη φέρνει την υπομονή κι η υπομονή την ταπείνωση. Για τούτο, αν διαβάσεις τα λόγια που είπε ο Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος στους στρατιώτες μια μέρα πριν σκοτωθεί, θα κλάψεις, θαρρείς ώ, πώς είναι τροπάρι της Μεγάλης βδομάδας. Να, αυτό θέλω να πω, πως είχανε οι Έλληνες σε κείνα τα χρόνια, τα χρόνια της σκλαβιάς, και πως η ταπείνωση δεν μπόδιζε την παλληκαριά, ίσα-ίσα την έκανε πιο τιμημένη και πιο αληθινή. Για τούτο κοίταξε τι σεμνότητα είχε ο Μπότσαρης, ο Διάκος, ο Κατσαντώνης, ο Ανδρούτσος, ο Βλαχάβας, ο Κανάρης, ο Τομπάζης, ο Κουντουριώτης, ο Τσαμαδός, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Ρογών Ιωσήφ, ο Ησαϊας, Σαλώνων, κι οι άλλοι καπεταναίοι, κοσμικοί και κληρικοί. Κοίταξε και θα βρεις αυτό που λέγω, στα γραψίματα του Μακρυγιάννη, του Κασομούλη, του Φωτάκου, του Σκουζέ, στα τραγούδια των τσομπαναρέων. Τυρρανισμένος κόσμος, υπομονετικός, Χριστιανός».

     Για τον Φώτη Κόντογλου ο Ελληνισμός στην αδιάσπαστη ενότητα των αιώνων και των αγώνων του, είναι ιερός χώρος οικείος και άμεσος. Αυτός ο Αϊβαλιώτης, αυτός ο Μικρασιάτης, περπατούσε στα βουνά του Μοριά με άνεση γηγενούς παλικαριού. Κι έγραψε ο Κόντογλου για την Αρκαδία, για την Λακωνία, για την Ρούμελη, για την Κύπρο, σελίδες λυρικής έξαρσης και κατανυκτικού ύμνου.

     Ο Κόντογλου ανύψωσε τη Ρωμιοσύνη στην καρδιά και στο μέτωπο του  λόγου του ως βίωμα πόνου κι ελευθερίας. Στη διάρκεια των αγώνων και των θυσιών του Ελληνικού Γένους τραγουδούσε «αγαλλομένω ποδί» τη δόξα της Ορθοδοξίας.

       «… Η ελληνική Επανάσταση είναι η πιο πνευματική επανάσταση που έγινε στον κόσμο. Είναι αγιασμένη…

      …..Η μάνα μας η πευματική είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία μας που ποτίστηκε με πολύ κι αγιασμένο αίμα…»

     Από την πρώτη έκδοση του «Πέτρο Καζάς» (1923) και της «Βασάντας» (1923) στις εκδόσεις Χρ. Γανιάρη- μέχρι τους δύο μεγάλους τόμους με την μνημειώδη «Έκφραση»-ήγουν ιστορήση της παντίμου Ορθοδόξου Αγιογραφίας της και λειτουργικής καλουμένης (1960)- κι ακόμη μέχρι τον 4ο και 5ο τόμο των έργων του στις εκδόσεις των Αλεξάνδρου και Ευαγγέλου Παπαδημητρίου (1965), ο Φώτης Κόντογλου ολοκλήρωσε σε φροντισμένες (από τον ίδιο με επιμέλεια) εκδόσεις σαράντα περίπου βιβλίων του, όπως τα έχει καταγράψει με πληρότητα και ακρίβεια ο Γιάννης Χατζηφώτης στην υποδειγματική βιβλιογραφία του-σαράντα βιβλία, που αποτελούν λαμπρά κατορθώματα έμπνευσης και δημιουργίας και που θα συγκινούν τα πνεύματα των ανθρώπων στο πέρασμα των καιρών.

      Στο χώρο της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ο Φώτης Κόντογλου εισέβαλε ως κουρσάρος μυθικών διαστάσεων και κατέληξε «μετανοιωμένος ασκητής» ή «καλόγερος χωρίς ράσο»- μεταρσιωτικός, μελωδός στο μυστικό κήπο της Ορθοδοξίας.

     Ο Αϊβαλιώτης Κόντογλου, που είχε ξεκινήσει από το πατρογονικό μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής με ηγούμενο το θείο του Στέφανο Κόντογλου- αδελφό της μητέρας του- συνδέθηκε στενά με το Άγιον Όρος. Ο Κωστής Μπαστιάς δίκαια είχε χαρακτηρίσει τον Κόντογλου: «Ο Αγιορείτης της Αθήνας».

     Σ’ ένα εξομολογητικό του κείμενο γράφει: «Στ’ Άγιον Όρος πήγα πολλές φορές. Την πρώτη φορά κάθισα παραπάνω από δύο μήνες… Από τη Δάφνη πήγα στις Καρυές, μα δεν κάθισα πολύ, γιατί γύρευα θάλασσα». –Πήγε στο μοναστήρι των Ιβήρων. Έμεινε στον αρσανά. Έτρωγε, έπινε, δούλευε, κοιμόταν μαζί με τους ψαράδες που ήταν όλοι καλόγεροι, οι πιο πολλοί μπουγαζανοί από τα μπουγάζια της πόλης. Ανέβηκε στου Καρακάλου, έγραψε δω δυο κεφάλαια της «Βασάντας», πέρασε από το Μοναστήρι της Μεγίστης Λαύρας «που βρίσκονται, καθώς γράφει «πολλά κειμήλια κι οι θαυμαστές αγιογραφίες του Θεοφάνη του Κρητός».

     Ακολουθεί η Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, όπου έμεινε πολλές μέρες. «… Τόσο δικό τους με είχανε οι πατέρες, που όποτε κάνανε σύναξη έπρεπε να καθήσω κι εγώ στο συμβούλιο που συζητούσανε «τα της σκήτεως». Μ’ έχουνε γράψει στους ιδρυτάς και με μνημονεύουνε».

      Θα μου επιτρέψετε την παρέκβαση μιας προσωπικής ανάμνησης: Το καλοκαίρι 1965, όταν εκοιμήθη ο Φώτης Κόντογλου, Διοικητής τότε στο Άγιον Όρος, ζήτησα από την Ιερά Κοινότητα να τελέσουμε στο Πρωτάτο το τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνό του. Συγκινητική ήταν η προσέλευση των Αγιορειτών από τα Μοναστήρια, από τις Σκήτες, -οι χοροί των ψαλτών από τους Αγιογραφικούς Οίκους-από τα αγαπημένα του Καυσοκαλύβια, από την έρημο των Καρουλίων, από την Αγία Άννα, ο μέγας υμνογράφος Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης με τη συνοδεία του. Και βέβαια πάνω μας κι ολόγυρά μας ο κυρ Εμμανουήλ ο εκ Θεσσαλονίκης, που από τις αρχές του 14ου αιώνα έχει σκεπάσει τους τοίχους του Πρωτάτου με τα εξαίσια έργα της ζωγραφικής του, που καθώς έγραφε ο Κόντογλου είναι γεμάτα πνευματική δύναμη και απλότητα,- έργα που λάμπουν από αρχαιοπρέπεια και ταπείνωση.

     Θα θυμηθώ κάποιες γραμμές από τον επιμνημόσυνο λόγο με το οποίο ο Διοικητής του Αγίου Όρους που ήταν μαθητής και ανάστημα από τον πνευματικό κύκλο του, χαιρέτιζε τον διδάσκαλο-μελωδό του Άθω:

      «Ο Φώτης Κόντογλου ο Κυδωνιεύς υπήρξεν Αγιορείτης. Και εις όλας τας στιγμάς του βίου του ανεφέρετο μετά σεβασμού και ευλαβείας προς το Ιερόν Σώμα της αγιορείτικης παραδόσεως. Εδώ και υπό την πνευματικήν σκιάν του Άθω, ο Φώτης Κόντογλου ανεπαύετο και εδοκίμαζεν ιεράν έξαρσιν και χαράν πολυσόνητον: «Εδώ στ’ Άγιον Όρος ειρηνεύω…. Είμαι στην ησυχία μου. Δόξα σοι ο Θεός.».

     Η μαρτυρία είναι άμεσος και υπεύθυνος. Ο Φώτης Κόντογλου δεν ήτο απλώς φίλος ή θαυμαστής του Αγίου Όρους, αλλ’ ησθάνετο και εκινείτο ως Αγιορείτης.

     Εις την Σκήτην των Καυσοκαλυβίων ο πατήρ Ισίδωρος ομιλεί μετά πολλής συγκινήσεως δια την μακράν διαμονήν του Φώτη Κόντογλου εις την ταπεινήν καλύβην του, δια τας ώρας της προσευχής και τας στιγμάς της πνευματικής περισυλλογής των. Ώραι ευλογημέναι και στιγμαί Θείας κλήσεως.

     Δεν έμεινεν ο Φώτης Κόντογλου εις το Άγιον Όρος, αλλά και εις την δίνην και εις τον αγώνα του κόσμου έζησε με συνέπειαν και με πίστιν και υπηρέτησε με ανυποχώρητον αφοσίωσιν τα ιδεώδη και τας αξίας της Αγιορείτικης πνευματικότητος. Πάντοτε πιστός. Και αναφερόμενος εις τας εν Αγίω Όρει στιγμάς του, ο Φώτης Κόντογλου θα γράψει: «Εδώ μέσα ειρηνεύω. Πότε ζωγραφίζω, πότε γράφω, πότε συλλογιέμαι. Είμαι στην ησυχία μου. Δόξα σοι ο Θεός…».

     Ο Φώτης Κόντογλου επίστευε με ιεράν δόνησιν εις την αποστολήν και εις το χρέος του Αγίου Όρους, ως υψηλής επάλξεως της Ορθοδοξίας και της Ελλάδος. Δια τον Φώτην Κόντογλου-δια το πνεύμα και την καρδίαν του ο Άθως μας, το τραγουδισμένο περιβόλι της Παναγίας, ηψούτο ως το σεπτόν κέντρον της πνευματικής νοσταλγίας του…»

      Ο Φώτης Κόντογλου ζει πέρα από το πικρό ορόσημο του Θανάτου. Γιατί όπως έγραψε ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Φώτης Κόντογλου δεν ανήκει στους θνητούς, είναι αθάνατος «θα πετιέται πάντοτε μπροστά σου μια ψυχή που έφτασε στην κορυφή της ελληνικής αποστολής»- να σμίξει την παλικαριά με τη γνώση, το πάθος με το παιχνίδι.

      Η συνάντηση Κόντογλου- Καζαντζάκη ‘εγινε το 1935 στην Περίβλεπτο του Μυστρά, όταν ο Φώτης Κόντογλου (που τον συνόδευαν η ωραία Ανατολίτισσα γυναίκα του κι η χαριτωμένη πρασινομάτα κόρη του-οι χαρακτηρισμοί ανήκουν στον Καζαντζάκη) εργαζόταν για την αποκατάσταση των βυζαντινών τοιχογραφιών, που είχαν υποστεί βαρύτατες ζημιές κι όμως ο Κόντογλου με την τέχνη του και με την πίστη του τους ξανάδινε τη χρωματική λάμψη τους.

     Σε κάποιες σελίδες ταξιδιωτικών εντυπώσεών του, ο Καζαντζάκης προσεγγίζει την αθανασία του Κόντογλου-αφού κι ο τίτλος των εντυπώσεων είναι »Θνητοί και Αθάνατοι»:

       «Ψηλά στον τρισχαριτωμένο ναό της Περίβλεπτος, ανάμεσα από περίπλοκες σκαλωσιές, ανάερα κρεμασμένος σαν πολυέλαιος της εκκλησίας, με την άσπρη εργατικιά μπλούζα του, με την παλέτα και το πινέλο στα χέρια, στρογγυλοπρόσωπος κι εκστατικός, όμοιος με τα λιοντάρια που σε κοιτάζουν σαν άνθρωποι μέσα από τα παλιά περσιάνικα χαλιά, πρόβαλε καλοσορίζοντάς με ο Κόντογλου.

      Τα μάτια του λάμπουν ευχαριστημένα, γιατί ξέρει πως εχτελεί το χρέος του και τα χέρια του είναι γεμάτα ανυπομονησία και δύναμη. Πάλεψε πολύ στη ζωή του, πόνεσε, μα τα εφήμερα δεν μπόρεσαν να τον λυγίσουν, πώς να λυγίσουν έναν άνθρωπο που πιστεύει στο Θεό; Κι όταν τον παρασφίξει η πίκρα, αρχινάει να ψέλνει θριαμβευτικά ένα τροπάρι: Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια…. Ή: Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία…. Κι η πίκρα ξορκίζεται, κι η γης μετατοπίζεται, κι ο Κόντογλου με τα δαχτυλίδια του, με το καρέ παλτό του, με τα σγουρά μαλλιά του, με τα μεγάλα του μάτια, μπαίνει ολάκερος στην Παράδεισο.

      Μου φάνηκε σήμερα που μπήκα, ύστερα από το βαρύν ήλιο, στο δροσερό εκκλησάκι της Περίβλεπτος, πώς ο Κόντογλου ήταν κιόλας στη μέση της Παράδεισος. Γύρα του ήταν όλοι οι άγγελοι κι οι αρχάγγελοι, από τις ρίζες ως την κορφή οι τοίχοι ήταν πολύχρωμα, πολύτιμα ζωγραφισμένοι σαν παλιά κουρελιασμένα γεμάτα κεντίδια μεταξωτά.

     Από σκαλωσιά σε σκαλωσιά, ο Κόντογλου με παίρνει από το χέρι και με οδηγάει στην Παράδεισό του: -Κοίταξέ, μου λέει, κοίταξε…»

     Η πνευματική προσφορά του Κόντογλου δόθηκε επίσης με την έκδοση δυο λαμπρών περιοδικών, που σφράγισαν το καθολικό σώμα της νεοελληνικής ζωής: Στα 1925 «η Φιλική Εταιρεία»- μηνιαίο περιοδικό τέχνης και ελέγχου, επιμελητής Φ. Κόντογλου και στα 1952-1954 «η Κιβωτός", που σαλπίζει συναγερμό ψυχών για ένα φωτισμένο και ουσιαστικό γυρισμό στην ορθόδοξη παράδοση.

     Κι αξίζει να σημειωθεί ότι στις σελίδες της «Φιλικής Εταιρείας» ο Κόντογλου πρόσφερε τη θερμή συμπαράστασή του σο διωκόμενο τότε κομμουνιστή ποιητή Κώστα Βάρναλη, γιατί καθώς έγραφε: «ο Βάρναλης είναι και σκεπτόμενος άνθρωπος, που συγκινήθηκε από τα μεγάλα προβλήματα που κρατούν σε αγωνία την παγκόσμια διανόηση…»

     Καταθέτοντας τη συμβολή μου στο Συμπόσιο Μνήμης, θέλω να ανακαλέσω κάποιες στιγμές των νεανικών χρόνων μου, που έζησα κοντά στο Φώτη Κόντογλου. Το σπίτι του, στη συνοικία Κυπριάδου ήταν, όπως το έχει περιγράψει «χρυσοπλοκώτατος πύργος και ηλιοστάλαχτος θρόνος γιατί μέσα του σκήνωσε η πίστη και η ευλάβεια». Ο Κόντογλου δούλευε την αγιασμένη τέχνη του και φιλοτεχνούσε εικονίσματα, που τα προσκυνούσε ο κόσμος. Θα γράψει: «Όποτε δουλεύω, βρίσκουμαι σε μεγάλη κατάνυξη και ψέλνω διάφορα τροπάρια. Σιγόψελνα λοιπόν εκεί που ζωγράφιζα την Παναγία, κ’ η Μαρία έψελνε και κείνη μαζί μου με τη γλυκειά φωνή της. Βλογημένη γυναίκα μου έδωσε ο Θεός…»

       Θα κλείσω τις αναμνήσεις από την πνευματική επικοινωνία μου με το Φώτη Κόντογλου, με μια σύντομη αναφορά στις κυριακάτικες λειτουργίες όταν μας οδηγούσε στο μοναστηράκι, που το είχε ο Λαυριώτης μοναχός πατήρ Γρηγόριος σ’ ένα ύψωμα λίγο πριν από το μοναστήρι της Καισαριανής. Έφηβοι τότε, ο ποιητής Νίκος Καρούζος, ο Κύπριος φιλόλογος Θοδόσης Νικολάου κι εγώ, τον περιμέναμε στην αφετηρία των λεωφορείων της Καισαριανής. Ο Κόντογλου έφτανε με την οικογένειά του. Από το τέρμα των αυτοκινήτων περπατούσαμε μισή ώρα για να φτάσουμε στο μονύδριο του πατρός Γρηγορίου. Μπαίναμε με τον Όρθο κι ο Κόντογλου έπαιρνε τη θέση του στο αριστερό ψαλτήρι.

      Τώρα ο Κόντογλου ταξιδεύει στην αγκαλιά της δικαιοσύνης του Θεού-εκεί όπου των ευφραινομένων η κατοικία. Αλλά το έργο του θα μένει για πάντα εγρήγορση πνεύματος, διδαχή ορθοδοξίας και υψηλό πρότυπο ασυμβίβαστης ελληνικής αρετής. Στο έργο του-στο λόγο του και στις εικόνες του λάμπουν ο πόνος, οι αγώνες και το κάλλος της Ρωμιοσύνης.

     Ο Φώτης Κόντογλου σύμφωνα και με το δικό του μέτρο στάθηκε «κλαδί αμάραντο από το πολύκλαδο δέντρο της Ορθοδοξίας». Και το βαθύ πνεύμα του αναθάλλει ως έαρ με άνθη και μελωδίες λαμπριάτικου όρθρου.

                                              ΜΑΝΩΛΗΣ  ΡΟΥΝΗΣ

(Από εκδήλωση στο Πολυτεχνείο για τα 30 χρόνια από το θάνατο του Κόντογλου 1965-1995)

Περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, χρόνος 25ος, τεύχος 15-16 (149-150)/ 11,12, 1995, σ.381-387.

                 ΣΤΟΝ  ΚΥΡ  ΦΩΤΗ  ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Όσο διαβάζω δάσκαλε

τ’ Αλφάβητο του Πόντου

τόσο σε βλέπω έπαλξη

δοξάρι και ψυχή.

Η αρματωσιά της θάλασσας

σε κάνει καπετάνιο

κι οι δακρυσμένες σου πληγές

ρίζα

χαρά

γιορτή.

 

Όσο μετράω τους καιρούς

με τους λευκούς σου γλάρους

τόσο σε νιώθω στεναγμό

πλώρη

κι υπομονή

Ακροστιχίδα τα ταξίδια σου

δόξα σου το Αιγαίο

ψαλτήρι η πατρίδα σου

ήχος

και σκοπός.

 

Με δάκρυα οι πέρδικες

Ξωκλήσια με κοχύλια

Κάστρα γεμάτα λάβαρα

Ορθοδοξία

Φώς.

 

Σαν θυμιατήρι

και σταυρός

κληρονομιά ο στεναγμός σου

Στα σφαλιστά στασίδια μας

δίνεις  χαιρετισμούς.

 

Μακαριστέ ταξιδευτή

άσβηστη θύελλα κι ελπίδα

Με το Βοριά

και το Νοτιά

τη δίψα μας μετράς

Μας οδηγείς στους πύργους σου

και στις στροφές του κόσμου

Ανοίγεις τους βηματισμούς

για ήλιους

και θωριές.

         ΔΗΜΗΤΡΗΣ  ΦΕΡΟΥΣΗΣ

 ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ, περιοδικό «ΠΑΡΑΔΟΣΗ», τεύχος 21-22/5,6,7,8, 1980, σ. 6

                    ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΕΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ

          «Η ζωγραφική και η συγγραφική έχουν πολλά να πούν η μιά στην άλλη. Έχουν πολλά κοινά. Ο μυθιστοριογράφος σε τελική ανάλυση, θέλει να μας κάνει να δούμε» (1). Πολλά έχουν να πουν μεταξύ τους ο ζωγράφος Κόντογλου και ο πεζογράφος Κόντογλου. Αν μπορέσουμε να ακούσουμε τον διάλογό τους, θα καταλάβουμε πληρέστερα και θα εκτιμήσουμε σωστότερα το πεζογραφικό και το ζωγραφικό έργο του ενιαίου λειτουργού της αναπαράστασης: Θα μπορέσουμε να δούμε καθαρότερα εκείνο που θέλει να δούμε-δηλαδή θα μπορέσουμε να γίνουμε κοινωνοί της διττής αναπαραστασιακής τέχνης του. Θα διακρίνουμε την προοπτική της αφήγησής του, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και διαμορφώνει το όραμά του γι’ αυτήν, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο προτείνει αυτή την αντίληψη-όραμα στον αναγνώστη. Θα εκτιμήσουμε τους σκοπούς που υπηρετεί η πεζογραφική τέχνη του, τους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες, τη δομή, το σκηνικό και τα θέματα.

      Ο αισθησιασμός και η ασκητική της αναπαράστασης

       Βασικό χαρακτηριστικό της αφήγησης του Κόντογλου είναι η σχηματοποίηση. Είναι μιά αντιρεαλιστική σχηματοποιημένη αφήγηση που τείνει προς μιά αναπαράσταση πού δεν καθορίζεται από την αρχή της ομοιότητας αλλά από εκείνη της υποβολής. Υπερβαίνει τα όρια του μιμητικού τύπου, αποβλέποντας στον συμβολικό τύπο του αναπαραστασιακού τρόπου, χωρίς ωστόσο να αφήνεται σε έναν μπαρόκ αισθησιασμό του υποβαλλόμενου νοήματος. Η λιτότητα του συμβολικού τύπου του καταλήγει σε μιά αφήγηση που δίνει την εντύπωση πώς είναι καρπός μιάς ασκητικής της αναπαράστασης. Ως ασκητική της αναπαράστασης αντιλαμβανόμαστε μιά διαδικασία συγκινησιακής και εκφρασιακής αφαίρεσης πού αποδεικνύει πώς η λεπτομέρεια στην αναπαράσταση δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με την ευαισθησία της έκφρασης, αλλά, αντιθέτως, είναι πιθανό να αποτελεί ένδειξη ή και τεκμήριο έλλειψης ευαισθησίας.

     Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα είδος μεταφυσικού ρεαλισμού που στηρίζεται σε μιά λειτουργία της αναπαράστασης, σύμφωνα με την οποία οι φυσιογνωμίες και οι εικόνες γίνονται πειστικές χωρίς να είναι αντικειμενικά ρεαλιστικές. Η ομοιότητα δεν αποτελεί τον σκοπό της αναπαράστασης και είναι φανερό πως η αρχή της ομοιότητας αντιμετωπίζεται από τον Κόντογλου με μεγάλη επιφύλαξη, ως αφηγηματικός ή, γενικότερα, ως αισθητικός φαρισαϊσμός. Θέλει μέν ο συγγραφέας να είναι η αφήγησή του πειστική (γιατί οι σκοποί της τέχνης του δεν υπηρετούνται από την υπονόμευση της πειστικότητας), αλλά αυτό δεν το επιδιώκει με την αρχή της ομοιότητας. Το επιδιώκει με την αναφορά της αφήγησής του σε μιάν άλλη προγενέστερη. Αυτή η μορφή αναφορικότητας αντιστοιχεί σε εκείνη την αρχή της αγιογραφικής τέχνης, σύμφωνα με την οποία οι νέες εικόνες μορφώνονται από τις παλαιότερες, ακολουθώντας ένα αρχέτυπο που διαμορφώθηκε σταδιακά, επιτυγχάνοντας έτσι τον συνδυασμό της διατήρησης της παράδοσης με την ανανέωσή της.

      Άλλο ένα μέσο για την εξασφάλιση της πειστικότητας της αφήγησης αποτελεί η εικονογράφηση των βιβλίων του από τον ίδιο. Με όσα αναφέρει στο εξώφυλλο των βιβλίων του («πλουμισμένα με ζωγραφιές από το χέρι του» ή «στολισμένο με ζουγραφιές»), ο συγγραφέας να θεωρεί τις εικονογραφήσεις στοιχείο διακοσμητικό. Στην πραγματικότητα όμως η εικονογράφηση κατορθώνει να ενισχύσει την αυθεντικότητα της αφήγησης, και η αυθεντικότητα είναι η θεμελιώδης συνθήκη της πειστικότητας, επειδή το αυθεντικό για τον Κόντογλου έχει την αξία του αληθούς. Αυτή, άλλωστε, η πίστη στην αξία της αυθεντικότητας οδήγησε τους «αθώους φονιάδες» του ανάμεσα στα άγια πρόσωπα της εικονογραφίας του.

     Αυτό που σύμφωνα με την αίσθηση του συγγραφέα λειτουργεί ως αυθεντικό διοχετεύεται σε κάποια αφηγηματικά μέσα που αποβλέπουν στη δημιουργία της ανάλογης εντύπωσης και στον αναγνώστη. Το μέσο που κυριαρχεί είναι η απλότητα: η απλότητα της αφήγησης και η απλότητα του υποκειμένου της αφήγησης. Η αφηγηματική απλότητα αντιστοιχεί και αντανακλά την ειλικρίνεια του αφηγητή, και με τον τρόπο αυτόν αντιστοιχεί στην αυθεντικότητα του αφηγήματος.

     Στην υπηρεσία αυτής της προγραμματικής απλότητας επιστρατεύονται:

1), Η χρήση μιάς γλώσσας απλής, άμεσης, λαϊκής, ενός λόγου ανεπιτήδευτου και ταπεινού.

2), Η επιλογή μιάς αφηγηματικής τεχνικής ανάλογης με τη γλώσσα.

3), Η επιλογή θεμάτων-καθώς και του τόνου των θεμάτων-ανάλογων με τη γλώσσα και την αφηγηματική τεχνική.

4),  Η επιλογή μυθιστορηματικών χαρακτήρων των οποίων κοινό χαρακτηριστικό αποτελεί η απουσία μόρφωσης, ο φυσικός τρόπος ζωής και σκέψης και η αθωότητα ή, αλλιώς, η νηπιότητα.

5), Η λεπτομερειακή περιγραφή, καθώς και η ανάμειξη του καθημερινού και συνηθισμένου με το ασυνήθιστο και εξαιρετικό.

     Τα παραπάνω μέσα δεν είναι γι’ αυτόν απλώς στοιχεία της προσωπικής αφηγηματικής τεχνικής του, αλλά αποτελούν γενικές αισθητικές αρχές που πρέπει να ακολουθούνται από όλους τους λογοτέχνες. Αυτές τις αρχές ανάγει και σε κριτήρια αξιολογικά, συγκροτώντας έτσι μιά ιδιότυπη ποιητική-μιά ποιητική που καθορίζει εξίσου το πεζογραφικό και το ζωγραφικό έργο του, και εκδηλώνεται στα θέματα και στην τεχνική της πεζογραφικής και εικαστικής αφήγησής του.

     Η λειτουργική τέχνη

     Η σχέση της τέχνης με την πραγματικότητα για τον Κόντογλου δεν ανάγεται στην προσπάθεια της αντιγραφής ή όχι της δεύτερης από την πρώτη, αλλά στη σύμπνοιά τους, στη συνεύρεσή τους μέσα στο λογοτεχνικό έργο. Στα έργα του επιτυγχάνεται ο παραπάνω στόχος διακρίνουμε «κάποιαν αλήθεια και μιά εντέλεια». Πρόκειται για «φυσικά» έργα τέχνης που δεν δημιουργούνται από «σπουδασμένους ποιητάδες», αλλά από ανθρώπους απλούς, γιατί αυτοί είναι «τα’ αληθινά παιδιά της φύσης, κι έχουνε ανταπόκριση μαζί της, ενώ οι άλλοι είναι τα προγόνια της». Τα έργα αυτών των ανθρώπων είναι φυσικά, «αληθινά» και «καθαρά», όπως είναι τα στοιχεία της φύσης. Αποτελούν εκδηλώσεις ενός μεταφυσικού ή υπερβατικού ρεαλισμού που εκτός από τη φυσικότητα χαρακτηρίζεται από τη «θετικότητα» και τη «νηφαλιότητά» του.

     Έναν τέτοιο ρεαλισμό θέλει ο Κόντογλου από τα έργα του. Ο αναπαραστατικός χαρακτήρας αυτού του ρεαλισμού στηρίζεται στην αναφορά του, όχι στην αισθητή αλλά σε μιά αρχετυπική πραγματικότητα και αυτό κάνει φανερό πώς το αντικείμενο της μίμησης είναι αντίστοιχο με εκείνο της αγιογραφικής τέχνης. Ένα πάθος της αναπαράστασης προσώπων και τύπων χαρακτηρίζει την αφήγησή του, και είναι τόσο δυνατό ώστε να εμφανίζει την αφήγησή του αποσπασματική και κατακερματισμένη. Οι έντονα εκφραστικές εικόνες αποκτούν μιά τέτοια αλήθεια και αυτοτέλεια, που είναι δύσκολο γι’ αυτές να παίξουν λειτουργικό αφηγηματικό ρόλο. Σε κανένα έργο του δεν υπάρχει ένα αφηγηματικό πλαίσιο ικανό να αφομοιώσει πολλές-και διαδοχικές- τέτοιες εικόνες. Αυτό το χαρακτηριστικό ανταποκρίνεται στη συνειδητή απόρριψη οποιασδήποτε περίτεχνης αφηγηματικής τεχνικής, η οποία απόρριψη μαρτυρείται και από την απουσία διαλόγων μέσα στο έργο του. Το αφηγηματικό αφήνεται καθαρό από το δραματικό στοιχείο, ενώ η αφηγηματική ζωντάνια και η ολοκληρωμένη χαρακτηρολογία που πλήττονται από την περιστολή του δραματικού, συμπληρώνουν τα σχετικά κενά τους μέσω της εικαστικής πληρότητας της αφήγησης, και με τον τρόπο αυτόν η περιγραφή γίνεται το κυρίαρχο αφηγηματικό στοιχείο.

     Συνέπεια αυτού του εικαστικού χαρακτήρα  της αφηγηματικής πεζογραφίας του Κόντογλου, είναι η εντύπωση πώς τα περισσότερα από τα έργα του δεν αναπτύσσονται πλήρως, ότι σταματούν κάπου χωρίς να ολοκληρώνονται φαντασιακά. Αυτός συμβαίνει επειδή με την εικαστική της οργάνωση η αφήγηση δεν κατορθώνει να συγκροτήσει τον αυτόνομο μυθιστορηματικό κόσμο του κάθε έργου. Αυτό, ωστόσο, που σύμφωνα με τα γενικώς ισχύοντα κριτήρια εκτιμάται ως ατέλεια, αποκαλύπτει το ιδεολογικό και αισθητικό πρόγραμμα του Κόντογλου: η λογοτεχνία δεν πρέπει να είναι μιά τέχνη «σαρκική, υλιστική και αναπαραστασιακή», αλλά «πνευματική και λειτουργική».

     Ποιά είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της «λειτουργικής τέχνης»; Η απάντηση δίνεται στο έργο του Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας. Η «λειτουργική τέχνη δεν αλλάζει κάθε τόσον μαζί με τα άλλα ανθρώπινα πράγματα», διυλίζει «τα εισερχόμενα διά των πυλών των αισθήσεων», φαιδρύνει την ψυχή, χαρίζει «την ειρήνην της διανοίας». Ένα τέτοιο πρόγραμμα είναι ιδανικό αλλά και πολύ γενικό: μιά τέχνη υφίσταται όχι τόσο ως πρόγραμμα γενικό όσο ως σύνολο των συγκεκριμένων τρόπων με τους οποίους αυτό υλοποιείται-και οι τρόποι που επέλεξε ο Κόντογλου για την υλοποίηση του προγράμματος της «λειτουργικής» τέχνης του κάνουν φανερό πώς αναγνωρίζει μιά τέχνη ως λειτουργική στον βαθμό που αυτή λειτουργεί ως μιά ασκητική της αναπαράστασης.

            ΒΑΓΓΕΛΗΣ  ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

(1)., Virginia Woolf, Walter Sickert: A Conversation, Λονδίνο 1934, σ.22

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ, περιοδικό «Η ΛΕΞΗ» ελληνική και ξένη λογοτεχνία, τεύχος 198/10,11,12, 2008, σ.494-497.

                       ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ-   ΦΩΤΗΣ  ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

     Το φετινό τεύχος της «Νέας Εστίας» του Δεκαπενταύγουστου, εκτός από τη συνηθισμένη εορταστική ύλη, είναι αφιερωμένο στο Φώτη Κόντογλου. Τί ωραίος, αλήθεια, συνδυασμός! Το «Πάσχα του Καλοκαιριού» αδελφωμένο με έναν πιστό της Ορθοδοξίας, πού τόσο το ύμνησε σε μερικές σελίδες του.

     Η προσφορά του Φώτη Κόντογλου (πού φέτος συμπληρώθηκαν είκοσι πέντε χρόνια από την έξοδό του) είναι μεγάλη, τόσο στα νεοελληνικά γράμματα (με το πρώτο κιόλας βιβλίο του, τον «Πέντρο Κάζας», κέρδισε μιά σημαντική νίκη κι επιβλήθηκε αμέσως στη λογοτεχνία μας) όσο και στη ζωγραφική, την κοσμική ζωγραφική και την αγιογραφία.

      Ο Κόντογλου και με τις δύο αυτές ιδιότητές του, του λογοτέχνη και του καλλιτέχνη, πρόσφερε ανυπολόγιστες υπηρεσίες στον πνευματικό πολιτισμό του τόπου μας. Υπήρξε ένας ιδιόρρυθμος άνθρωπος και άλλο τόσο ιδιότυπος καλλιτέχνης, πάντα όμως συνεπής με την πίστη του και τις πεποιθήσεις του, πού με το έργο του και με το κήρυγμά του, ακόμα και με την αδιαλλαξία του, μας ξανασυνέδεσε με τις φυλετικές μας ρίζες και μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε τη βυζαντινή καταγωγή μας.

     Στη λογοτεχνία ο Φ. Κόντογλου διαμόρφωσε ένα προσωπικό ύφος και κινήθηκε ανάμεσα στον κόσμο των λαϊκών μας παραδόσεων και θρύλων, συνταιριάζοντας έτσι σύγχρονη Ελλάδα και Βυζάντιο, μυθικούς ήρωες και βυζαντινές μορφές, κουρσάρους και αγίους ή αναχωρητές, μάρτυρες της εθνικής μας ελευθερίας και μάρτυρες της χριστιανικής πίστης.

     Για τον Κόντογλου η διαφύλαξη της παράδοσης της Ορθοδοξίας σε όλες τις εκδηλώσεις της (αγιογραφία, βυζαντινή μουσική, μορφή και έκφραση της λατρείας, αρχιτεκτονική των ναών κλπ.) δεν αποτελεί προσκόλληση σε κάτι το εξωτερικό, πού διαμορφώνεται ανάλογα με την εποχή στην οποία ζει κανείς, όπως συμβαίνει με την κοσμική τέχνη, αλλά συγκροτεί και διαιωνίζει, με το λειτουργικό και κατανυχτικό χαρακτήρα της, την ουσία της χριστιανικής πίστης και τη μεταρσιωτική ανάταση της ψυχής. Και η βυζαντινή ζωγραφική και η βυζαντινή μουσική και αρχιτεκτονική, είναι σφιχτά δεμένες με την ορθόδοξη λατρεία, γιατί αποτελούν το μοναδικό τρόπο μιάς μυστικής προσέγγισης και λειτουργικής ανάτασης, μπροστά στην αληθινή και ανόθευτη ουσία της Ορθοδοξίας. Το έργο του Κόντογλου, σε τούτον τον τομέα, είναι τεράστιο και άσκησε μιά βαθιά και αληθινά ευεργετική επίδραση, τόσο στον τόπο μας όσο και στο εξωτερικό. Με αυτόν και ύστερα από αυτόν, βλέπουμε τη βυζαντινή τέχνη σε όλες τις εκδηλώσεις της, με εντελώς διαφορετικό μάτι.

     Η «Νέα Εστία» και στο θάνατο του Κόντογλου του είχε αφιερώσει πολλές σελίδες της (τεύχος 1/8/1965). Αφιερώνει σήμερα και το τεύχος τούτο υπενθυμίζοντας ακόμα ότι ο Φώτης Κόντογλου υπήρξε για πολλά χρόνια συνεργάτης της, με αφηγηματικά και τεχνοκριτικά κείμενα, αλλά και ο καλλιτέχνης πού από τα χέρια του έχουν βγει ο τίτλος της, η νταντέλα του, τα κοσμήματα των σελίδων της και η σφραγίδα της, πού μένουν ίδια από το πρώτο τεύχος της ίσαμε σήμερα.

                 Ε(υάγγελος) Ν. ΜΟΣΧΟΣ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ. 25 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ, περιοδικό «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ» έτος ΞΔ΄-τόμος 128ος.. Τεύχος 1515/ 15-8-1990, σ.1060.

Μάνα γη της Ιωνίας

Εσύ που έθρεψες τα παιδιά σου

με ψωμί και αλάτι

λάδι και αρχαία φιλοσοφία

σούλαχε να τα ξεπροβοδίσεις

σαν την αρχαία Μάνα Εκάβη

στην εξορία τους

στον χαμό τους

δίχως ένα λόγο παρηγοριάς

ένα νανούρισμα παραμύθι

ένα μικρό κύριε ελέησον.

Το αίμα των παιδιών σου κοκκίνισε το Αιγαίο

τα πληγωμένα κορμιά τους

έγιναν άγκυρες μνήμης

φάρος φωτεινός η θυσία του Χρυσόστομου Σμύρνης

και από δίπλα οι αναμμένες λαμπάδες

των κεκοιμημένων της Μικρασιατικής γης

φωταγωγούν τον μελλοντικό χρόνο

Η φωτιά του ολέθρου

Ο Δούρειος ίππος κάλπασε για τον σκοτεινό ουρανό

Η Αγία Σοφία έμεινε αλειτούργητη

Η Ρωμανία πάρθηκε

Τα παιδιά της σκορπίστηκαν

Το πένθος της μνήμης απλώθηκε

πάνω από τις προσφυγικές συνοικίες

Φρέαρ ελπίδος

Πόσοι οι ευλογημένοι Μικρασιάτες που θα ξεδιψάσουν ξανά.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς,

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2022