Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

Θρησκευτικός και πολιτικός φανατισμός


Μερικά ακόμα κείμενα για την περιπέτεια της ταινίας του Μάρτιν Σκορτσέζε

     Συνεχίζοντας την αντιγραφή κειμένων για τον «Τελευταίο Πειρασμό» του Νίκου Καζαντζάκη, την μεταφορά του στον κινηματογράφο από τον Μάρτιν Σκορτσέζε, την  προβολή του στην χώρα μας και τον βίαιο σάλο και αντιδράσεις που προκάλεσε εκείνη την εποχή, (ήμουν αυτόπτης μάρτυρας των θλιβερών αυτών συμβάντων στον κινηματογράφο «ΟΠΕΡΑ» και στους πέριξ δρόμους) παραθέτω τις θέσεις ορισμένων γνωστών ελλήνων συγγραφέων, ποιητών, θεολόγων, στιχουργών, στοχαστών όπως έπραξα και στο προηγούμενο σημείωμα. Τα κείμενα μας μιλούν μεν για το μυθιστόρημα και την μεταφορά του στην μεγάλη οθόνη, αναφέρονται όμως, κυρίως, στο πρόβλημα της προληπτικής ή μη λογοκρισίας στην τέχνη στην χώρα μας, στις εκδηλώσεις ομαδικής και ατομικής βίας, στο πανάρχαιο φαινόμενο του θρησκευτικού φανατισμού, της παραχάραξης των εκκλησιαστικών αρχών της ορθόδοξης παράδοσης από μικρές θρησκευτικές σέχτες, τον ρόλο που διαδραμάτισαν και διαδραματίζουν ακόμα εντός και εκτός εκκλησιαστικού χώρου οι λεγόμενες παραεκκλησιαστικές οργανώσεις, την μετατροπή μερίδα ελλήνων πολιτών σε όχλο. Την υιοθέτηση κατασταλτικών μέτρων στην τέχνη από την κρατική εξουσία, τις βίαιες αντιδράσεις και αντικοινωνικές συμπεριφορές από άτομα που αφιονίζονται εν ονόματι της προσβολής της πίστης τους όπως πιστεύουν. Σχόλια, άρθρα, απόψεις, θέσεις που υπογράφονται από την ελληνική διανόηση της εποχής-άντρες και γυναίκες-που η ιδιότητά τους ως εκφραστές ενός φιλελεύθερου και προοδευτικού πνεύματος της κοινωνίας, δεν ανέχεται την προληπτική λογοκρισία στην τέχνη, τον θρησκευτικό φανατισμό, την κοινωνική μισαλλοδοξία, που δεν συνάδει με τα σύγχρονα ευρωπαϊκά ρεύματα της τέχνης και της κουλτούρας. Κρίσεις προσωπικές, που μας φανερώνουν την εικόνα της ελλάδας όχι μόνο την χρονιά που δημοσιεύτηκαν τα κείμενα αυτά-1988-αλλά και προγενέστερων περιόδων, με τις έντονες πολιτικές και ιδεολογικές ζυμώσεις. Την εικόνα της ελληνικής κοινωνίας ή μία από τις σκοτεινές της πλευρές, τις τότε κυβερνητικές πολιτικές αντιδράσεις επί πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου, (δες Στέλιος Παπαθεμελής) αλλά και την στάση της υπουργού πολιτισμού, της τελευταίας ελληνίδας Θεάς της ηθοποιού Μελίνας Μερκούρη. Μας περιγράφουν ακόμα τις αντίστοιχες εκκλησιαστικές αντιδράσεις και θέσεις της εκκλησίας της ελλάδας και της τότε ηγεσίας της ιεράς συνόδου. Ας θυμίσουμε τις ανάλογες αντιδράσεις που είχαν προκληθεί παλαιότερα, για την προβολή της θαυμάσιας ταινίας “Jesus Christus Super Star” μέχρι να επιτραπεί η προβολή της, ενώ «θάφτηκε» μια άλλη κάπως «περιθωριακής» εμπνεύσεως και φτηνού προϋπολογισμού ταινία, το “Gospels” αν  δεν με απατά ο χρόνος της μνήμης. Η ταινία αυτή που διαπραγματευόταν τον χριστιανικό μύθο από ομάδες αστέγων και ηθοποιών του δρόμου, μέσα στους φυσικούς χώρους των μεγαλουπόλεων, σε ένα νεκροταφείο αυτοκινήτων, με ρούχα καθημερινά που φορούν οι διάφοροι κλοσάρ, μουσική αυτοσχέδια με ήχους που παράγονταν από άχρηστα μεταλλικά αντικείμενα που πετάγονται σε χωματερές, και ηθοποιούς που διαρκώς αυτοσχεδίαζαν και δημιουργούσαν ευχάριστες στιγμές κατά την διάρκεια της αναβίωσης των θείων παθών. Η ταινία είχε προβληθεί δύο φορές στον παλαιό τηλεοπτικό σταθμό 902 Αριστερά στα FM, ένα «είδος λαϊκού μιούζικαλ» με την εικόνα της Σταύρωσης από έργο του ισπανού συγγραφέα Φερνάντο Αρραμπάλ, ή συμμετείχε (;) και ο ισπανός θεατρικός αντιστασιακός συγγραφέας. Οι δημοσιογραφικές αυτές καταθέσεις που ερανίστηκα από διάφορες εφημερίδες που αγόραζα τότε, μας δείχνουν ακόμα την παραπληροφόρηση ή την διόγκωση των γεγονότων από ορισμένες δημοσιογραφικές γραφίδες και ρεπορτάζ που χρησιμοποιούνταν για εμπορικούς σκοπούς, τις αντιδράσεις των ανθρώπων της τέχνης των γραμμάτων και του πολιτισμού,-που δεν σηκώνουν «μύγα στο σπαθί τους» σε τέτοια ζητήματα. Δημοσιεύτηκαν άρθρα έγκριτων δημοσιογράφων που αναφέρονται στην εσκεμμένη πρόκληση αντιδράσεων από μερίδα θρησκευτικών οργανώσεων στις ΗΠΑ,-πριν έρθει ακόμα στην χώρα μας- που τις παρότρυναν κύκλοι της βιομηχανίας του Χόλλυγουντ για εισπρακτικούς και διαφημιστικούς λόγους, την παρότρυνση σε αρνητικές εκδηλώσεις από το αμερικάνικο κινηματογραφικό λόμπι, που ήταν πέρα από τα καλλιτεχνικά κριτήρια αποδοχής της ταινίας με τον συγκεκριμένο προϋπολογισμό. Τα πάντα είναι μπίζνες σε αυτήν την μεγάλη, πλούσια και ελεύθερη ήπειρο της ανοιχτής οικονομίας. Ας μνημονεύσουμε ξανά, τις  αντιδράσεις στα τέλη της δεκαετίας του 1970 για την ταινία «Εμμανουέλλα» και τα λεσβιακά πλάνα της, τις μετέπειτα χρονικά αντιδράσεις κοινού και κριτικών για την σκηνή με το βούτυρο της ταινίας «Τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι» με τον αξέχαστο Μάρλο Μπράντο. Το Χόλλυγουντ, πάντοτε γνώριζε και έβρισκε τρόπους να διαφημίσει τις παραγωγές του και να αυξήσει τα κέρδη του παγκοσμίως. Ανοίγοντας μια μικρή παρένθεση, να θυμηθούμε και πάλι τις αντιδράσεις μερίδας του κοινού και της τότε κυβέρνησης, της μετάφρασης στα ελληνικά των έργων του Μαρκησίου ντε Σαντ, και την στάση του πειραιώτη συγγραφέα Ευάγγελου Παπανούτσου κλπ. Τα επώνυμα αυτά κείμενα που αναδημοσιεύω, φωτογραφίζουν την κατάσταση της χώρας μας τις προηγούμενες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, καθρεφτίζουν ποιες συντηρητικές δυνάμεις και κοινωνικές ή θρησκευτικές επιλογές επικρατούσαν και διαμόρφωναν την κοινή γνώμη, επέβαλαν πολιτικές αποφάσεις, απαγόρευαν πολιτιστικές εκδηλώσεις, απέτρεπαν άλλες, καλλιεργούσαν βίαιες εκδηλώσεις συμπεριφοράς, ομάδων με αντιδημοκρατικό πρόσημο. Νομίζω, αν δεν είναι λανθασμένη η συσχέτιση, παρόμοιες αντιδράσεις-για άλλες αιτίες και αφορμές και σε άλλη κλίμακα- είχαμε και τα τελευταία χρόνια στην χώρα μας, και ας έχουν περάσει τριάντα χρόνια από τότε. Να θυμίσω την θεατρική παράσταση που προβάλλονταν μεταμεσονύχτια και τις θρησκευτικές και πάλι αντιδράσεις που προκάλεσε, να θυμίσω το βάψιμο ή την καταστροφή εικαστικών γυμνών έργων τέχνης που εκτίθενται σε δημόσιους χώρους και πλατείες, να θυμίσω τις βίαιες πολιτικές αντιδράσεις εναντίον του πρώην προέδρου της ελληνικής δημοκρατίας στην Θεσσαλονίκη κυρίου Κάρολου Παπούλια από το ετερόκλητο πολιτικό κίνημα των αγανακτισμένων, την καταστροφή δημόσιας περιουσίας, το κάψιμο μεγάλου βιβλιοπωλείου και του κινηματογράφου Αττικόν και την δολοφονία-νομίζω 3-ατόμων της τράπεζας; Της κοπέλας με το παιδί στα σπλάχνα της, και ένα σωρό άλλα βίαια πολιτικά γεγονότα και αντικοινωνικές συμπεριφορές μερίδας των συμπολιτών μας, που μας δείχνουν τα υπόγεια ρεύματα αντικοινωνικής και αντιθρησκευτικής συμπεριφοράς που εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα και σήμερα. Από στρώματα του πληθυσμού που έχουν γαλουχηθεί υποτίθεται από τα νάματα της ορθόδοξης παράδοσης και πίστης και της αρχαίας κλασικής κληρονομιάς. Όλων εμάς δηλαδή που κάνουμε ένα βήμα μπρός και δύο βήματα πίσω στην χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, του γκρικ λόβερ και καμάκι, του μουζάκα και του θρησκευτικού και αρχαιολογικού τουρισμού που είναι της μόδας.
     Το ερώτημα εκτός από πολιτικό, θρησκευτικό και κοινωνιολογικό είναι και καλλιτεχνικό, πόσο μπορεί να επηρεάσει επί τα βελτίω η Τέχνη την ζωή μας, να μας κάνει καλύτερους, να μας εξανθρωπίσει, να αυξήσει τους βαθμούς εσωτερικής μας ελευθερίας. Ή είναι και αυτή, ένα ακόμα καταναλωτικό πολιτιστικό προϊόν, όπως είναι η πολιτική, η ιδεολογία, η θρησκεία, μέσα σε ένα ειδωλολατρικό κόσμο εκδηλώσεων, συμπεριφορών και απάνθρωπων οικονομικών πρακτικών. Και όταν γράφω ειδωλολατρικό, δεν εννοώ τον θρησκευτικό Εθνικό Κόσμο των Αρχαίων Ελλήνων της παλαιάς θρησκείας, εννοώ, του εμπορικού θεάματος, των προπαγανδιστικών σκοπιμοτήτων, του άκριτου καταναλωτισμού, του μιμητισμού χωρίς όρια και κρίση. Αυτό που οι σύγχρονοι κοινωνιολόγοι ονομάζουν χυδαίο καπιταλισμό. Τα πάντα στο βωμό του Κέρδους φανερά ή κρυφά και με όποιο τίμημα.
Η τέχνη του κινηματογράφου περισσότερο ίσως από τις άλλες ανθρώπινες τέχνες και κοινωνικές δραστηριότητες, εκδηλώσεων συμπεριφοράς και στάσεων ζωής, ως νεότερη και επαναστατικότερη, απελευθέρωσε τις συνειδήσεις των σύγχρονων ανθρώπων της προηγούμενης χιλιετίας από διάφορες προκαταλήψεις, ταμπού, αγκυλώσεις, απαγορεύσεις, συνήθειες κοινωνικών πρακτικών, που προέρχονταν από τα βάθη της ανθρώπινης ιστορίας, της παράδοσης, του εθιμικού δικαίου, την θρησκεία και τα παγιωμένα δόγματά της, τους κανόνες και τις ηθικές της απαγορεύσεις. Τις καταναγκαστικές επιβολές σε ατομικό επίπεδο των διαφόρων Εκκλησιών που στο διάβα της ιστορικής τους διαδρομής, ανέχτηκαν Παγκόσμιους αιματηρούς Πολέμους και καταστροφές, στρατόπεδα συγκεντρώσεως, Νταχάου, Άουσβιτς, Γκούλακ, Μακρονήσου κλπ., ενώ αντιδρούν στο βιολογικά αυτονόητο και συναισθηματικά υγιές πράγμα. Ένα αγόρι να φιλήσει ένα κορίτσι από έρωτα πριν τον γάμο, ένα αγόρι να φιλήσει ένα άλλο αγόρι από αγάπη χωρίς γάμο, ένα κορίτσι να φιλήσει ένα άλλο κορίτσι και για τα δύο. Αστείες δικαιολογίες εκκλησιαστικών ταγών επιβολής κανόνων κοινωνικής συμπεριφοράς μιας παράδοσης, που ο επιθανάτιος ρόγχος της, δίνει ακόμα αναπνοή σε φαινόμενα ακραίων εκδηλώσεων και συμπεριφορών. Χωρίς να κατόρθωσε μέσα στην Ιστορία να σταματήσει το Κακό, να αναχαιτίσει τις διάφορες φυσικές αρρώστιες, να αποτρέψει το γεγονός του θανάτου. Καταστάσεις που είναι σύμφυτες με την ίδια την Ζωή. Και από την άλλη, οι καλών προθέσεων, καλοκάγαθοι χριστιανοί να υπόκεινται σε διπλό «μπούλινγκ», και από τους αρνητές της πίστης τους και από τον ίδιο τον χώρο της πίστης τους και τους ομόθρησκους ανθρώπους της. Κοινωνικός τραγέλαφος, προσωπικότητες με ενοχές που δεν τους αναλογούν και δεν τους ανήκουν.
     Ο Κινηματογράφος που αντικατέστησε την λογοτεχνία και τα λαϊκά αναγνώσματα που ήσαν διαδεδομένα την εποχή που έγραφε ο Ονόρε ντε Μπαλζάκ και ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο Γεώργιος Ονέ και ο Δουμάς, ο Κάρολος Ντίκενς αλλά και στην χώρα μας, η Ιωάννα Μπουκουβά-Αναγνώστου, ή τα ληστρικά μυθιστορήματα στις συνειδήσεις των μεγάλων μαζών αναγνωστών, έφερε μια αλλαγή που ακόμα ίσως δεν έχει αξιολογηθεί και μετρηθεί. Η σταθερή άνοδός του στις προτιμήσεις και επιλογές των ανθρώπων απελευθέρωσε και επιμέρους κοινωνικά ζητήματα διαφόρων μειονοτικών ομάδων, που ήταν κοινωνικά ζητούμενα που η γραφή, χρειάζονταν δεκάδες σελίδες για να αναδείξει και να βοηθήσει στην αλλαγή και αποδοχή του κοινωνικού σώματος. Μία εικόνα ίσον χίλιες λέξεις συνηθίζουμε να λέμε. Ένα κινηματογραφικό πλάνο μπορεί να ξεσηκώσει χιλιάδες ανθρώπινες αντιδράσεις-θετικές ή αρνητικές-παρά μια λογοτεχνική σελίδα. Ασφαλώς ο γραπτός λόγος προετοίμασε τα διάφορα πεδία ατομικής και κοινωνικής απελευθέρωσης των ανθρώπων, όμως το αντιπολεμικό αίσθημα εκδηλώνεται μάλλον περισσότερο με την ταινία η «Λίστα του Σίντλερ» παρά με την αντιπολεμική λογοτεχνία στα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο χρόνια. Μεγάλη χρονική περίοδο μη παγκόσμιων πολεμικών επιχειρήσεων. Ο «Δικτάτωρ» του Τσάρλι Τσάπλιν είχε και ίσως έχει ακόμη μεγαλύτερη επίδραση στις συνειδήσεις του απλού ανθρώπου, του μεροκαματιάρη οικογενειάρχη από ότι τα μυθιστορήματα του αδικοχαμένου Πρίμο Λέβι. Οι ταινίες που μετέφεραν στην μεγάλη οθόνη το «Ουδέν Νεώτερο από το Δυτικό Μέτωπο», προκαλούν αντιδράσεις αγανάκτησης και αντιπολεμικών διαθέσεων πολύ περισσότερο μάλλον από την ανάγνωση του έργου του Ρέμαρκ. Θέλω να πω ότι η κινηματογραφική τέχνη έχει προ πολλού αυτονομηθεί από τις άλλες τέχνες και αποτελεί από μόνη της, ένα ξεχωριστό σύμπαν αναφοράς και εκδηλώσεων, και η συμβολή της στην διάπλαση και διαμόρφωση των συνειδήσεων των ανθρώπων παγκοσμίως είναι συνεχής, ανοδική και ραγδαία.
Κάτω από αυτήν την οπτική αξιολογώντας ξανά την ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε και ενθυμούμενος εκείνα τα γεγονότα που προκάλεσε η προβολή της, θεωρώ ότι ήταν υπερβολικές και άσκοπες οι αντιδράσεις για μια ταινία που δεν είχε και τις αναμενόμενες προδιαγραφές κινηματογραφικής επιτυχίας όπως άλλες παραδείγματος χάριν του σκηνοθέτη, βλέπε: ο «Ταξιτζής» 1976,- εξαιρετικό εφεύρημα η παρακολούθηση των γεγονότων μέσα από τον καθρέφτη του ταξί, «Κακόφημοι δρόμοι» 1973,-που αναδεικνύεται η σύγχρονη βία των μεγαλουπόλεων και τα διάφορα γκέτο, κλπ. Ανεκτή αλλά μέτρια μάλλον ταινία με πολλά κενά και άλματα που δεν στοιχειοθετούσαν την μυθιστορηματική εκδοχή του χριστιανικού μύθου όπως τον διαπραγματεύτηκε ο Νίκος Καζαντζάκης. Οι περισσότερες θεούσες και φωτίσματα που αντέδρασαν εκείνη την χρονιά ούτε είχαν σχέση με τον κινηματογράφο ούτε είχαν δει την ταινία, αντέδρασαν βίαια και ξεσηκώθηκαν παροτρυθέντες μόνο από την διαφημιστική προπαγάνδα της ταινίας. Και μετά βεβαιότητας θα σημειώναμε ότι δεν είχαν καν διαβάσει το βιβλίο του Κρητικού συγγραφέα, για να μην γράψω ότι δεν θα τους το επέτρεπε η θρησκευτική τους συνείδηση να το αγγίξουν σαν βιβλίο. Και γιατί να το κάνουν άλλωστε. Η θύραθεν παιδεία ήταν πάντα κάτι ξένο αν όχι απαγορευμένο για τους απλούς, καλοκάγαθους πιστούς. Ούτε τον ύπνο τους ταράζει ούτε την ψυχική τους ησυχία η μη ανάγνωση λογοτεχνικών αναγνωσμάτων, πέραν από των ελαχίστων καθαρά θρησκευτικών και ορθόδοξου φρονηματισμού αναγνωσμάτων από χριστιανούς ορθόδοξους συγγραφείς. Εξάλλου, για να κάνουμε και τον συνήγορο της πίστης του διαβόλου, η εκκλησιαστική γραμματεία αριθμεί αιώνες τώρα τόσες χιλιάδες γραπτά έργα όσες σχεδόν και η αρχαία, δεν σου αρκούν δύο και τρείς ζωές κλεισμένος σε κελί για να την μελετήσεις και να την βιώσεις όπως συνηθίζεται να υποστηρίζουν οι υπερασπιστές της πίστης. Το θέμα για μένα είναι και εξακολουθεί να παραμένει ανοιχτό, ο διάλογος μεταξύ της θύραθεν και της εκκλησιαστικής γραμματείας. Ο διάλογος και η συνάντηση των ανθρώπων πέρα από επιλογές πίστης ή απιστίας του καθενός και της κάθε μίας. Ακόμα και στις μέρες μας, δεν έχουμε διδαχθεί σχεδόν τίποτα ούτε από την αρχαία ούτε από την εκκλησιαστική παιδεία, ούτε από την θύραθεν ούτε από την ορθόδοξη, δεν συνομιλούμε μεταξύ μας. Δεν διαβάζουμε και προτιμούμε τους μονολόγους της μοναδικότητας της αλήθειας μας. Ταμπουρωνόμαστε ο καθένας και η κάθε μία στην αυθεντία του, και, γαία πυρί μειχθήτω. Αντί να βοηθήσουμε ομού να γίνει καλύτερη η «κόλαση» της ζωής μας από τις αναρίθμητες αντιξοότητες και προβλήματα, συναγωνίζονται οι πιστοί εντεύθεν κακείθεν της πίστης και της ιδεολογίας, πώς θα έχουν καλύτερο στασίδι με θέα στον «παράδεισο» των ονείρων τους. Μωρέ ας σωθώ εγώ, και από εκεί και πέρα στάχτη και μπούλμπερη για τους άλλους. Μια κοινωνική στάση των ανθρώπων των καιρών μας, που, ούτε ο Ραβί που σταυρώθηκε, ούτε ο παππούς Κάρολος, ούτε ο παραμυθάς από την Κρήτη επεδίωκαν και φιλοδοξούσαν με την διδασκαλία και το έργο τους. Το ανθρώπινο είδος κάνει αυτό που τον συμφέρει και δεν θα σκοτισθεί για τα γλυκάδια ή τα φαρμάκια της τέχνης.
      Την ταινία την είδα ξανά σε cd, καθώς κυκλοφόρησε και δόθηκε από μεγάλης κυκλοφορίας ελληνική εφημερίδα. Η Έθνικ μουσική του Γκάμπριελ με συγκίνησε, η ταινία ήταν μάλλον αδιάφορη, στάθηκε όμως αφορμή να διαβάσω για άλλη μία φορά το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη και να προσπαθήσω να κατανοήσω τι ήθελε να πετύχει με την επαναδιαπραγμάτευση των ιερών συμβόλων της ανθρώπινης ιστορίας και παράδοσης μέσα στα μυθιστορήματά του. Τι του προκαλούσε δέος και ταραχή από τα υπεράνθρωπα και ηρωικά αυτά ανθρώπινα μεγέθη του παγκόσμιου πολιτισμού και ιστορίας, όπως είναι ο Χριστός, ο Οδυσσέας, ο Βούδας κλπ. Που αρχίζει η προσωπική του πίστη και αγωνία και που η θεμιτή ανθρώπινη συγγραφική φιλοδοξία και επιθυμία αθανασίας του έργου του. Γιατί αφιέρωσε την ζωή του σε έναν και μόνο σκοπό, σε μια ίσως μονοδιάστατη ερμηνεία της ύπαρξης. Να κάνει την ύλη πνεύμα. Και τι σημαίνει αυτό για τους ανθρώπους διαφορετικών ιστορικών περιόδων, θρησκευτικών παραδόσεων, οικονομικών συνθηκών, πολιτισμών. Που συναντάται και που διαφοροποιείται η ατομική του ερμηνευτική για το πρόσωπο του Χριστού με αυτήν του Νικολάου Καβάσιλα, ή των άλλων συνοπτικών Ευαγγελιστών. Υπάρχει κάτι, που ίσως να μην προσέχουμε όσο θα έπρεπε στις δημόσιες εκδηλώσεις του Νίκου Καζαντζάκη όσο ζούσε. Στα εκατοντάδες γράμματά του συνήθιζε να τελειώνει με το «Ο Θεός μαζί σου» ή κάτι παρόμοιο. Αυτό άραγε είταν μια απλή συνήθεια έκφρασης, προσωπικού χαιρετισμού που δεν σήμαινε τίποτα, ή κάτι ήθελε συνεχώς να μας πει; Είναι ένα ερώτημα που αντιμετωπίζουμε όταν μελετούμε κείμενα της Αρχαίας Τραγωδίας. Συνήθως, σε κάθε δεύτερο στίχο, ή  τουλάχιστον τις περισσότερες φορές από ότι περιμένουμε ή χρειάζεται η διαπραγμάτευση του μύθου και της ιστορίας, γίνεται επίκληση στους Θεούς ή στην Μοίρα. Αυτό είναι τυχαίο, ή κάτι σημαίνει στο πνευματικό κοσμοείδωλο των εθνικών αρχαίων ελλήνων; Και κατ’ επέκταση μέσα στους ρυθμούς της αρχαίας ελληνικής πανσπερμικής κοινωνίας και ψυχές των αρχαίων ανθρώπων. Και αν κάτι θέλει να μας πει αυτή η λαϊκή ή βασιλική ευσέβεια (όπως μας αποκαλύπτει ο τραγικός λόγος των αρχαίων ποιητών) και επίκληση του αρχαίου λόγου, τότε, μήπως είναι μια δισχιλιετής πολιτισμική παράδοση που ακολούθησε και ο Νίκος Καζαντζάκης; Ή είναι μια εθιμική τυπική συνήθεια που προέρχεται από κλειστές κοινωνίες όπως ήσαν μέχρι πρόσφατα οι τοπικές ελληνικές; Όπως και νάχει, το ερώτημα της επαναδιαπραγμάτευσης των αρχαίων Συμβόλων, προερχόμενα από την θρησκεία, την κοινωνία, τον ποιητικό λόγο, την ιστορία κλπ., στην καινούργια μοντέρνα ή μεταμοντέρνα εποχή μας είναι ανοιχτό και προς διερεύνηση τουλάχιστον για μια μερίδα σκεπτόμενων ατόμων τόσο στην χώρα μας όσο και παγκοσμίως, που δεν αντικατέστησαν τις απλές χαρές της ζωής και της ανάγνωσης με την εικονική πραγματικότητα των τάμπλετ, των κινητών τηλεφώνων και των μικρών ηλεκτρονικών συσκευών που έχουν αντικαταστήσει την θερμότητα του ήλιου με αυτή του ηλεκτρισμού στις ζωές των σύγχρονων ανθρώπων. Όπως το απλό χειροποίητο κερί με το ηλεκτρικό φωτάκι που αναβοσβήνει μέσα στις βυζαντινές εκκλησίες, σαν τα φωτορυθμικά των παλαιών ντισκοτέκ.
Παραθέτω τα κείμενα και σε επόμενο σημείωμα θα αντιγράψω και την άλλη πλευρά, αυτήν των πιστών, αλλά και τα καθαρώς κινηματογραφικά σχόλια για την ταινία, όσα κατόρθωσα να διαφυλάξω στο αρχείο μου για το έργο και την ταινία Ο Τελευταίος Πειρασμός. Με την κατάθεση αυτή ο αναγνώστης θα έχει μια ενδεικτική συγκεντρωτική πηγή πληροφοριών για το έργο και τις αντιδράσεις της εποχής εκείνης.
Η παράθεση των κειμένων δεν έχει αξιολογική αναφορά, προσπάθησα όμως όπως και στα προηγούμενα να υπάρχει μια λειτουργική αναγνωστική ενότητα και όχι μια αντιπαραθετική. Τα σχόλια, η αποδοχή ή η άρνηση στους αναγνώστες των κειμένων. Δεν αναφέρω πληροφοριακά στοιχεία για τους υπογράφοντες τα άρθρα γιατί θεωρώ ότι όλοι τους μας είναι γνωστοί ακόμα και σήμερα. Ορισμένα πρόσωπα κατάγονται από τον Πειραιά. Η ταινία θυμάμαι ήταν να προβληθεί και στον κινηματογράφο «ΖΕΑ» αλλά αναβλήθηκε για τον φόβο επεισοδίων.
Διατήρησα την ορθογραφία των δημοσιευμάτων.       

Α) Η βία των ιδεολογιών
Του Χρήστου Γιανναρά, εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 23 Οκτωβρίου 1988, σ.41
     Το φαινόμενο είναι καινούργιο στην Ελλάδα: η θρησκευτική πίστη να μετασκευάζεται σε φανατική ιδεολογία. Να κατεβαίνει μαινόμενη στους δρόμους για να κατατροπώσει αντιπάλους.
Ας ξεχωρίσουμε την ήρα από το στάρι Η πίστη είναι άθλημα, η ιδεολογία είναι μόνο επιλογή.
Επιλέγουμε ιδεολογία, όπως επιλέγουμε κομματική ένταξη ή ποδοσφαιρική προτίμηση. Επενδύουμε σε έτοιμες ιδέες την ψυχολογική ανάγκη ατομικών «πεποιθήσεων». Δηλαδή καλύπτουμε με την ιδεολογία κάποιο εσωτερικό μας κενό-ίσως την απουσία νοήματος της ύπαρξής μας, τη βαθύτερή μας ανασφάλεια. Στομώνουμε τους φόβους μας, αναπληρώνουμε την ατομική μας ανεπάρκεια, με το να γαντζωθούμε σε κάποιες έτοιμες «αρχές», «αλήθειας» ή «αξίες» που μας προσπορίζουν ατομική εγκυρότητα και ψυχολογική σιγουριά.
      Έτσι γεννιέται ο φανατισμός, η βία. Υπερασπιζόμαστε με νύχια και με δόντια όχι την ίδια την ιδεολογία, αλλά το καμουφλάρισμα του κενού μέσα μας, την ψυχολογική μα ανασφάλεια.
     Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ παράδοση στην Ελλάδα αντιστάθηκε αιώνες ολόκληρους στην μεταποίηση της πίστης σε ιδεολογία. Η λαϊκή ευσέβεια είχε την αμεσότητα του βιώματος, όχι την προαποφασισμένη λογική της ατομικής «πεποίθησης». Η πίστη διατηρούσε την πρώτη σημασία της λέξης: ήταν εμπιστοσύνη προσωπικής σχέσης, και κάτι παραπάνω: Έμπρακτος τρόπος και άθλημα να αντλείς την ύπαρξή σου από τη σχέση, να είναι ζωή ο έρωτας κι όχι η βιολογική επιβίωση. Γι’ αυτό και ήταν η πίστη εμπειρία νίκης της ζωής καταπάνω στο θάνατο.
     Δεν έλειψαν οι παρεκτροπές φανατισμού και στην ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση-φαινόμενο αλλοτρίωσης της πίστης σε ιδεολογία. Ήταν όμως πάντα παρεκτροπές. Δεν θεσμοποιήθηκαν ποτέ, δεν περιβλήθηκαν το κύρος κάποιας επίσημης αναγνώρισης.
     Αυτό έγινε μόνο στη δυτική χριστιανοσύνη. Και ήταν η αφορμή του «Σχίσματος» με την ελληνική Ανατολή, γιατί στη Δύση η παρεκτροπή θεσμοποιήθηκε, έγινε η επίσημη στάση. Η πίστη μετασκευάστηκε σε νοησιαρχική «επιστήμη», σε sacta scientia. Ο Θεός έγινε αντικείμενο «νόημα» με αποδεικτική κατοχύρωση. Το λαϊκό βίωμα υποτάχθηκε σε σκοπιμότητες κανονιστικών προδιαγραφών.
     ΣΤΟ ΣΥΜΒΑΤΙΚΟ ελλαδικό κρατίδιο που προέκυψε από την επανάσταση του 1821, κυρίαρχο στοιχείο του κοινωνικού βίου στάθηκε ο πιθηκισμός του ευρωπαϊκού προτύπου. Να μιμηθούμε τα «φώτα» της Δύσης, να γίνουμε «κράτος ευρωπαϊκό». Να κοπιάρουμε πολιτικές ιδεολογίες, διοικητικά σχήματα, εκπαιδευτικά συστήματα. Τελικά, και την εξορθολογισμένη πίστη των Ευρωπαίων.
     Αυτή την εξορθολογισμένη πίστη-την αλλοτρίωση της εμπειρικής ευσέβειας σε θρησκευτική ιδεολογία-την εκπροσώπησαν στην Ελλάδα πολλοί «φωτισμένοι» κληρικοί και θεολόγοι. Αλλά την εμπέδωσαν, στις αστικές κυρίως τάξεις και από τις αρχές ήδη του αιώνα μας, κάποιες «θρησκευτικές οργανώσεις». Ιδεολογικά απομεινάρια του έργου των προτεσταντών μισσιονάριων στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, οργανώθηκαν σε εξωεκκλησιαστικά «σωματεία», προστατευμένα από το συνταγματικό δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι. Κοσμικά σωματεία, αποκομμένα από το ζωντανό κύτταρο του εκκλησιαστικού σώματος, την ενορία και επισκοπή.
     Οι εξωεκκλησιαστικές οργανώσεις ιδεολογικοποίησαν την πίστη, κατά το δυτικό πρότυπο. Διαστρέψανε το λαϊκό βίωμα της πίστης σε ιδεολόγημα ατομικών «πεποιθήσεων». Το ιδεολόγημα κηρύχνεται ιδιωτικά, σε σπίτια και αίθουσες, με απολογητική κατοχύρωση και ηθική ωφελιμιστική «πρακτικότητα».
     ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΕΣ από αυτές τις οργανώσεις («Ζωή», «Σωτήρ») ήταν μάλλον συνεπείς στο πρότυπο της προτεσταντικής κοσμικής «ευπρέπειας». Απέφευγαν να επενδύσουν στην ιδεολογικοποιημένη πίστη τον φανατισμό της ψυχολογικής ανασφάλειας των οπαδών. Γι’ αυτό και διαφωνούσαν πάντοτε με τα κακέκτυπα των δικών τους «κινήσεων», τις οργανώσεις του κληρικού Καντιώτη και του πολιτευτή Ψαρουδάκη, και καλλιεργούσαν ανενδοίαστα τη φανατισμένη εκτόνωση της ιδεολογικής πίστης. Ο Καντιώτης κατέβαζε στους δρόμους μαινόμενους ροπαλοφόρους οπαδούς να σπάσουν τα τζάμια των ξενοδοχείων όπου οργανώνονταν «καλλιστεία», ή να παρεμποδίσουν τη χειροτονία Επισκόπων που στους «φακέλους» της οργάνωσης ήταν καταχωρημένοι ως κίναιδοι.
     Το καντιωτικό αυτό πρότυπο μοιάζει να είναι σήμερα το κυρίαρχο. Η «Ζωή» και ο «Σωτήρ», με τις φιλοδοξίες της «παραδειγματικής» κοινωνικής παρουσίας, είναι σε παρακμή και διάλυση. Έχουν εμφανιστεί καινούργιες μικρο-οργανώσεις, με απροκάλυπτο τον χαρακτήρα της «σέκτας», και τη φανατισμένη πεποίθηση ότι εκπροσωπούν, μόνον αυτές, τη γνήσια «ορθοδοξία».
     Κυρίως όμως έχουν συγκροτηθεί κάποιοι δραστήριοι παράγοντες συντονισμού συσπείρωσης όλων αυτών των σχισματικών ομάδων. Παράγοντες επιμελέστατα καλυμμένοι πίσω από την ανώνυμη διαχείριση μιας εβδομαδιαίας εφημερίδας «Ο ορθόδοξος τύπος». Δεν υπήρξε ποτέ στην Ελλάδα πιο μεθοδευμένη και προγραμματική υπονόμευση του εκκλησιαστικού λαϊκού βιώματος, από τη στρατηγική που εφαρμόζει αυτό το έντυπο. Χτυπάει μεθοδικά και υπολογισμένα για να παραλύσει τα ζωτικά κέντρα του ορθόδοξου βίου και ήθους: Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την εκπληκτική αναγέννηση του αγιορείτικου μοναχισμού, την όποια παρέμβαση ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας στον χώρο της ελληνικής διανόησης.
     Επίσημες οργανώσεις και ανεπίσημες σέκτες, ψάχνουν πάντοτε να βρίσκουν αφορμές για να κρατούν σε εγρήγορση τον φανατισμό των οπαδών, εξασφαλίζοντας έτσι ην αφοσίωσή τους στα ιδεολογικά καταφύγια. Επιστρατεύουν κάθε τόσο κάποια καινούργια απειλή, κάποιον καινούργιο αντίπαλο της «ορθοδοξίας»: Τη μία είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης που «προδίδει» την πίστη του και «υποτάσσεται στους παπικούς». Την άλλη είναι κάποιο νομοσχέδιο της κυβέρνησης που «διαλύει την οικογένεια». Άλλοτε, μια «βέβηλη» ταινία, κι άλλοτε το «σημείον του Αντίχριστου» στις ταυτότητες.
     Το περίεργο είναι πως όλες αυτές οι οργανώσεις και σέκτες, ενώ επενδύουν όλο τον φανατισμό τους στην προάσπιση της «ορθοδοξίας», δεν ενοχλούνται που οι στόχοι της πολεμικής τους είναι τον τελευταίο καιρό αποκλειστικώς εισαγόμενοι: Ο θόρυβος για τον αριθμό 666 πρωτοεμφανίστηκε στην Αμερική, σε κάποιες περιθωριακές προτεσταντικές σέκτες, κι από κει απλώθηκε σε πάμπολλες χώρες για να φτάσει τελικά και στην Ελλάδα και να ξεσηκώσει σε συναγερμό τους οπαδούς των οργανώσεων. Το ίδιο και η φημολογία για την επικείμενη έλευση του Αντίχριστου, το ίδιο η ακατάσχετη δαιμονολογία, το ίδιο και η διαβόητη ταινία του Σκορτσέζε που έδωκε αφορμή για τις αθλιότητες της βίας στους δρόμους της Αθήνας.
      Βέβαια, κάποιοι «φωταδιστές» διανοούμενοι και σκηνοθέτες έσπευσαν με βαρύγδουπες δηλώσεις να ταυτίσουν τις αθλιότητες της βίας με το σύνολο διαχρονικό ήθος της Εκκλησίας. Μίλησαν-«άλλ’ αντ’ άλλα»-για φανατισμούς θρησκευτικών πολέμων και σφαγές Ουγενότων και πυρπολήσεις αρχαιοελληνικών ναών. Δεν υποψιάζονται, ούτε φρόντισαν ποτέ να πληροφορηθούν, πως η ίδια η βιωματική αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας, όπου και όταν υπάρχει, είναι ο πιο ασυμβίβαστος φραγμός στη θρησκευτική ιδεοληψία και στον συνακόλουθο φανατισμό και τη βία. Αντίθετα, οι εκδυτικισμένοι «φωταδιστές» είναι που άνοιξαν τον δρόμο για την ιδεολογική αλλοτρίωση, της πολιτικής, της τέχνης και τελικά της πίστης.
     Πίσω από τις σκισμένες οθόνες των κινηματογράφων, όπως και πίσω από τους θρυμματισμένους ζωγραφικούς πίνακες και τα θρυμματισμένα γραφεία του Πολυτεχνείου, υπάρχει η ίδια βία ιδεολογικής «ελευθερίας»-βία ιδεολογικής επιβολής που ενσαρκώνεται απροκάλυπτα και στη μετριότατη ταινία του Σκοτσέζε. Αν το είχαν υποψιαστεί οι «φωταδιστές» θα εκτιμούσαν τουλάχιστον την ορθόδοξη σύνεση του Αρχιεπισκόπου της Αθήνας, που γνωρίζοντας καλά την ψυχοπαθολογία της παρεκτροπής, έκανε έγκαιρα έκκληση στην κυβέρνηση να μη δώσει τροφή στον φανατισμό.
     Και μια τελευταία παρατήρηση: Υπάρχουν οπαδοί, υπάρχουν και θύματα της σύγχυσης που δημιουργεί η ψυχοπαθολογία των οπαδών. Η αγαθή κυρούλα, που μας την έδειξε η τηλεόραση να διαμαρτύρεται γιατί της βρίζουν τον Χριστό, δεν ήξερε με ποιόν άλλο τρόπο να υπερασπιστεί την προσωπική της σχέση και κοινωνία με μια πραγματικότητα που δίνει νόημα και ελπίδα στην καθημερινότητά της. Σίγουρα, κανένας δεν της είπε ποτέ ότι ο τρόπος της ζωής που δεν γνωρίζει θάνατο, είναι να αγαπάς ακόμα και όταν σε μισούν. Μέσα στην διαδρομή των αιώνων το πρόσωπο του Χριστού δέχτηκε αναρίθμητους εμπτυσμούς, κολαφισμούς, ραπίσματα.  Θα ήταν κωμικό να βγούν με ρόπαλα να τον υπερασπιστούν όσοι βρίσκουν σε αυτή την «άκρα ταπείνωση» το μυστικό της ζωής που νικάει τον θάνατο.
Χρήστος Γιανναράς, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 23/10/1988, σ.41
--
Β) Μεσαίωνας….
Από τον Θ. Δ. Φραγκόπουλο, εφημερίδα Έθνος 20/10/1988
     Το έχω ξαναγράψει από τούτη τη στήλη: δίχως να είμαι θρήσκος, έχω μιάν απεριόριστη ευαισθησία απέναντι στην Εκκλησία της Ελλάδας, όχι επειδή είμαι χριστιανός, αλλά επειδή είμαι Έλληνας. Την ίδια μας την υπόσταση είναι που μας έσωσε η Εκκλησία μας στα χρόνια της σκλαβιάς. Αν δεν υπήρχε το Πατριαρχείο, Ελληνισμός δεν θα υπήρχε σήμερα (Γι’ αυτό και είχα δει με δυσαρέσκεια τα όσα, αμετροεπή, ακούστηκαν σε εκφωνηθέντες λόγους κατά τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου φέτος).  Η Εκκλησία μας υπήρξε για το ελληνικό γένος η ηρωική προγιαγιά’ όταν όλοι οι άλλοι προστάτες μας, πατέρας, παππούς, θείος, κείτονταν σφαγμένοι μπροστά μας, αυτή η ηρωική προμάμμη μας περιμάζεψε, σκούπισε τα δάκρυά μας, μας έντυσε και μας έθρεψε. Χάρη σ’ αυτή δεν πεθάναμε. Το χρέος μας σ’ αυτήν είναι, θαρρώ, τόσο μεγάλο, ώστε να μη μας κάνει καρδιά πια, τώρα που εμείς μεγαλώσαμε κι εκείνη παραγέρασε, να την κλείσουμε σ’ ένα γεροκομείο.
      Πρέπει να την έχουμε στο σπίτι μας, ακόμα κι αν μας ενοχλεί. Αυτή η ιδιότυπη σχέση μεταξύ Έθνους και Εκκλησίας είναι που μας οπλίζει με υπομονή-ή τουλάχιστον με οπλίζει με υπομονή εμένα-για να παραβλέπω τα διάφορα γεροντίστικα φερσίματά της, είτε πρόκειται για το «κομπόδεμα» (εκκλησιαστική περιουσία) είτε για τα διάφορα ξεσπάσματά της στο θεολογικό ή εκκλησιαστικό τομέα. Έτσι, νιώθω τον εαυτό μου μπλεγμένο σε μιάν αντίφαση: τιμώ την Εκκλησία κι όταν ακόμα τα φερσίματά της με αγανακτούν. Με τη γριά σου προμάμμη δεν μπορείς μήτε να συζητήσεις με τη λογική, μήτε να προσπαθήσεις να την πείσεις πως έχει άδικο.
     Απλώς και μόνο, με κάποια συστολή προς τρίτους, οφείλεις να εξηγήσεις την κακοτροπιά της πάνω σε ορισμένα ζητήματα. Όπως εδώ, με τα ξεσπάσματά της απέναντι στο φιλμ του Μάρτιν Σκορτσέζε «Ο Τελευταίος Πειρασμός». Τα έκτροπα της προηγούμενης Πέμπτης μας εξέθεσαν βέβαια διεθνώς και μας βύθισαν στο σκοτάδι του Μεσαίωνα. Αλλά μια στιγμή: η Εκκλησία μας, αυτή η προγιαγιά μας που μας έσωσε από τον Τούρκο, από πού κατάγεται, αν όχι ακριβώς από το Μεσαίωνα αυτόν; Πως είναι δυνατόν να περιμένουμε από μιαν παρήλικα γριά να γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη μοντέρνα; Είναι δυνατόν να μην έχει φανατισμούς και συντηρητικές ιδεοληψίες; Είδατε ποτέ μια προγιαγιά να χορεύει σέικ, να της αρέσει η μουσική ρέγγε;
     Η ίδια η δομή της σωτηρίας μας ως Έθνους δια μέσου της Εκκλησίας βασίζεται στη συντήρηση και στην απαρέγκλιτη τήρηση των κανόνων της παράδοσης. Με την πιο ελάχιστη δόση θεολογίας, η Ορθοδοξία είναι υπόθεση εθνική, όχι θρησκευτική, τουλάχιστον για μας τους Έλληνες. Η Εκκλησία δεν διέπρεψε στην παραγωγή φιλοσόφων της θεολογίας. Δεν υπάρχει ανάμεσά μας κανένας χριστιανός διανοούμενος του ύψους ενός Τεγιάρ ντι Σαρντέν, ενός Ζορζ Μπερνανός. Τυπολατρική είναι η θρησκεία μας, όχι φιλοσοφική. Θα έλεγε μάλιστα κανείς πως η Εκκλησία μας με φιλυποψία πάντοτε είδε τους παπάδες της να φιλοσοφούν: ήτανε συνήθως το πρώτο σκαλί μιας ολισθηρής κλίμακας που οδήγησε τους θεολόγους προς την αίρεση και την κακοδοξία.
      Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, και μη προς κακοφανισμόν κανενός, είναι ελάχιστα φιλοσοφική. Έτσι, κάθε νεοτερισμός της’ φανερώνεται σαν μια απαρχή διαχωρισμού και από το δόγμα και από την πίστη… Και το ορατό αποτέλεσμα από αυτή την παρέκκλιση είναι συνήθως ο αφορισμός, πράγμα που έγινε και με τον Καϊρη, και με τον Λασκαράτο, και με τον Ροϊδη, και με τον Καζαντζάκη.
     Διερωτώμαι πάντως, αν είναι προς το συμφέρον της Εκκλησίας το να παρουσιάζει στον κόσμο-και όχι μόνο μέσα στη χώρα μας, γιατί ο αντίκτυπος των επεισοδίων της Πέμπτης ήτανε διεθνής-αυτό το θέαμα μισαλλοδοξίας, πριν καλά καλά  δει την ταινία, πριν να έχει υπόψη της το «αμάρτημα». Αλλά δεν πειράζει. Κάποτε, ο Βιλφρέδο Παρέτο είπε πως η Εκκλησία (αυτός μιλούσε για την Καθολική, αλλά είναι το ίδιο και για τη δική μας) κι όταν ακόμα έχει άδικο, στο τέλος έχει δίκιο. Με αυτό εννοούσε πως μια τόσο μακραίωνη θεσμική οργάνωση όπως η Εκκλησία ξέρει στο τέλος να παρουσιάζει ακόμα και τα λάθη της σαν αναγκαία και σαν… σωστά. Όσοι την αντιστρατεύτηκαν, από τα φιλόσοφο του Δ΄ αιώνα μ. Χ. Πορφύριο μέχρι τον Κάρολο Μαρξ, εδώ είναι για να το μαρτυρήσουν. Γιατί η θρησκεία έχει μέσα της, σαν δυναστικό στοιχείο, την ίδια την μαγεία της επικοινωνίας με μυστικά που δεν τα κατέχουμε αλλιώς.
      Και αυτή η μαγεία είναι δύσκολο να ξεριζωθεί από την ψυχή του ανθρώπου όταν αντιμετωπίζει το θάνατο. Και ποτέ δεν ήταν τόσο δυνατό και τόσο ζωντανό τούτο το συναίσθημα της μαγείας όσο στο Μεσαίωνα, μια που τότε οι κίνδυνοι της ζωής του ανθρώπου ήτανε και μεγαλύτεροι και σκληρότεροι. Είμαι βέβαιος πως, όταν δούμε την Εκκλησία της Ελλάδας με το σεβασμό που αξίζει μια κάπως ξεμωραμένη, αλλά πάντως γενναία προμάμμη θα έχουμε λιγότερη όρεξη να την κατηγορήσουμε για σκοταδισμό.
Θ. Δ. Φραγκόπουλος, εφημερίδα Έθνος 20/10/1988
--
Γ) Ο ΤΡΙΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ με τον Χ. ΑΝΤΑΙΟ
ΛΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
(στιχουργός)
Ο «Τελευταίος πειρασμός» στην χώρα των τραυμάτων
Εφημερίδα Η Αυγή 16/10/1988
     «Δύση όχι σαν γεωγραφικός όρος που δηλώνει την αντίθεσή του με την ανατολή, απλά δύση του ηλίου και ανατολή του γελοίου συγχρόνως. Ημέρα Πέμπτη, παρ’ όλα αυτά αποφράδα. Σήμερον, μετά Χριστόν, εν ονόματί του. Το έργο του Σκορτσέζε, με σενάριο βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, δεν το έχω δει ακόμα. Είδα όμως το άλλο, αυτό που παιζόταν στους δρόμους, έξω από τις κινηματογραφικές αίθουσες, βασισμένο σε κάποιο άλλο σενάριο, άτεχνα διασκευασμένο από την ορθοδοξία ή την ανορθοδοξία αυτού του πνεύματος. Με τους αυτοσχέδιους σταυρούς από σανίδες, με τις γυναίκες της «Ζωής», με τους άντρες του θανάτου αυτής της ζωής και με τους άντρες της Αστυνομίας Πόλεως. Έξω από το «Έμπασσυ», έξω και μακριά που λέει και ο λαός, όταν θέλει να ξορκίσει κάτι κακό. Ποιος λαός όμως; Αυτό που είδα εγώ ήταν η Οπισθοδρομική Κομπανία της πίστης σε παλιές της επιτυχίες.
     Το εν λόγω έργο, λοιπόν, σύμφωνα με τα κριτήρια της δικής μου λογοκρισίας ήταν τελείως ακατάλληλο σαν θέαμα και σαν ακρόαμα, και συνάμα αποπνιχτικό. Όχι μόνο γιατί είχαν πέσει κάποια δακρυγόνα κι έβλεπες τους Χριστιανούς με τις βαζελίνες γύρω από τα μάτια να φωνάζουν εν χορώ «Ο λαός απαιτεί η ταινία να κοπεί» αλλά επειδή σου κοβόταν η ανάσα που έβλεπες όλους αυτούς τους ανθρώπους, που σου θύμιζαν εσένα τον θεατή με τις ασκήμιες τους κάποιες θείες και κάποιους συγγενείς που σου τρώγαν χρόνια τώρα την εφηβεία, των γονιών σου, και κατόπιν την δικιά σου, και τρέχεις τώρα με τα υπόλοιπα να βρεις τον εαυτό σου σαν πολίτης και σαν κράτος. Εν τούτω νίκα, λοιπόν, με τους παπάδες και τους φανατικούς των κυριακάτικων συναυλιών τους, το χειρότερο βίντεο-κλιπ που θα μπορούσα να δω για την σωτηρία της ψυχής που εννοούσα εγώ σε εκείνο το τραγούδι.
-Θα μπορούσε κανείς να πει ότι βρισκόμαστε μπροστά σε κάποιες νέες σταυροφορίες, όπου η ορθοδοξία κατεβαίνει στους δρόμους χρησιμοποιώντας τους σταυρούς σαν αιμοβόρα εργαλεία; Θέλω να πω , εκφράζουν αυτά τα πράγματα κάποια γενικότερη τάση, ή πρόκειται απλώς για μια παλιομοδίτικη, περιθωριακή παράτα;
     «Όχι, πιστεύω ότι οι άνθρωποι που μαζεύτηκαν πέρσι στη Μητρόπολη με την εικόνα του Άξιον Εστί δεν είχαν καμία σχέση με αυτούς εδώ. Η μία κατάσταση ήταν διαφορετική από την άλλη. Πριν αναφέρθηκα στο τραγούδι. «Η σωτηρία της ψυχής». Θυμάστε τα λόγια;
Η σωτηρία της ψυχής
είναι πολύ μεγάλο πράγμα
σαν ταξιδάκι αναψυχής
μ’ ένα κρυμμένο τραύμα».
Εδώ το τραύμα είναι φανερό και, το χειρότερο απ’ όλα, κανείς τους δεν το άφησε να κλείσει. Έτσι, από παράδοση τουριστικής εκμετάλλευσης του λόγου του Θεού και του φόβου του ανθρώπου. Μια κινηματογραφική αφορμή και μια γραφική αιτία σε α΄ προβολή. Και, όσοι πιστοί, προσέχετε!».
Λίνα Νικολακοπούλου, εφημερίδα Η Αυγή 16/10/1988
--
Δ) ΔΙΠΛΑ ΜΑΣ
Από την Κωστούλα Μητροπούλου, εφημερίδα Έθνος 22/10/1988
Ο Πειρασμός!
Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ, για το Θεάνθρωπο που σίγουρα από κάποια γωνιά γελάει πολύ με τα αναχρονιστικά, ηθικοπλαστικά και κακόγουστα των φανατικών «της ηθικής», με πολλά ερωτηματικά. Αφορίσανε τον Καζαντζάκη ζωντανό, τον «εξορίσανε» (και των σώσανε από τη μιζέρια του τόπου τούτου), τον χειροκρότησαν νεκρό στην Ευρώπη, Αμερική, στον κόσμο όλο, και μετά πολύ, κυκλοφόρησαν και εδώ, στον τόπο του, όλα του τα γραφτά «με δόξα και τιμή», που λέει και ο στίχος ο κρητικός για το δικό του συγγραφέα, τον κατατρεγμένο και διάσημο μαζί!
     Αυτά τα δύο φαίνεται πως πάνε μαζί στον τόπο «που ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα» οπότε σπάνε οθόνες οι φανατικοί διώκτες του «Τελευταίου Πειρασμού», γίνονται best sellers τα βιβλία του μοναχικού ερημίτη, που σ’ όλη του τη ζωή λαχταρούσε να γινόταν ο Ζορμπάς, άδικα! Και ξαφνικά έγινε… αναρχικός. Και… άθεος και… εγκληματική φυσιογνωμία (πλην όμως νεκρός, άρα επικίνδυνος μεν, καταργήσιμος σε, κατά το ρηθέν!) Και χούμηξαν οι… πιστοί του παλαιού και του νέου ημερολογίου και τα έκαναν όλα λίμπα! Μπράβο παιδιά, παρντόν «χριστιανοί» ήθελα να πω, κάτι θεούσες με μουστάκια και γένια (λέγονται γυναίκες!).
Και κάτι παπαδαριά με λυσσασμένη από σεξουαλική πείνα φαντασία και να ρημάζουν τους κινηματογράφους που «θα προβάλανε» τον «Τελευταίο Πειρασμό» του Μάρτιν Σκορσέζε, βοήθειά μας, και να ουρλιάζουν υστερικά… εφ όλης της ύλης των… πειρασμών που μας περιβάλλουν! Μεσαίωνας και βάλε, και επί θύρας το 2000 μ.Χ. και ο Χριστός ακόμα δεν έπεισε τον όχλο πως ήταν Θεάνθρωπος, άρα γνήσιος ήρωας ενός Καζαντζάκη, άρα το πρότυπο της επαναστατημένης προσωπικότητας, που λατρεύει την Αλήθεια, την Ελευθερία, την ίδια τη ζωή. Γέλια που θα ‘κανε ο Καζαντζάκης αν ζούσε και τους έβλεπε να παθιάζονται και να ξεσκίζουν τα ρούχα τους, και να γίνονται θηρία λυσσασμένα, επειδή (λέει) το έργο του Σκορσέζε, άρα και ο Καζαντζάκης, είναι… η αισχρή εικόνα που αλλοιώνει τα σύμβολα της Θρησκείας μας! Μα για ποια θρησκεία μιλάνε αυτοί οι μανιακοί Φαρισαίοι; Τη δική τους υποκρισία με κλασικά συμπτώματα υστερίας ή μήπως αυτή που κήρυξε «κατά τας γραφάς» ο Θεάνθρωπος και αυτοί την έκαναν… σίριαλ, που σημαίνει «της άλλαξαν τα φώτα» και την έκαναν «τσόντα» και σταυροκοπιούνται πριν και μετά την… προβολή της, από τους «οίκους ενοχής» που εκπέμπονται τα «πύρινα μηνύματά» τους;
Να μου το θυμηθείτε, θα κοπάσει ο θόρυβος και θα μας μείνει μόνο αυτή η πικρή στιφή γεύση από τη μανία του Εγκέλαδου, που κάθε τόσο μας θυμίζει, ότι το τέλος του κόσμου, αυτό που οι θεολόγοι λένε «συντέλεια», δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να γίνει, 6 Ρίχτερ και βουλιάξαμε όλοι μαζί, «αμαρτωλοί» και «αθώοι», οπαδοί των «πειρασμών» και εχθροί του κακόγουστου αυτού «αστείου» που λέγεται θρησκοληψία. Αρκετά λοιπόν ως εδώ, γιατί μόνο… ο διάκος έμεινε ουδέτερος και μη ενημερωμένος! Αυτός που τον συλλάβανε επ’ αυτοφώρω, να εργάζεται σαν… υπηρέτρια σε οίκο ανοχής, και «δεν εγκρίνει τις βίαιες αντιδράσεις» των ομοίων του! Που δεν συνελήφθησαν βέβαια να δουλεύουν σε οίκο ανοχής στο Μεταξουργείο, αλλά κανιβάλιζαν εκτός και εντός σινεμά κατά τρόπο που θα ζήλευε και η ζούγκλα.
……………………..
Κωστούλα Μητροπούλου, εφημερίδα Έθνος 22/10/1988
--
Ε) Ο ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ
Της Νινέτας Κοντράρου-Ρασσιά
Εφημερίδα Έθνος 28/8/1988
      Ας δούμε όμως πως είδαν το θέμα οι άνθρωποι των Γραμμάτων και της Τέχνης:
«Αφήστε το λαό να κρίνει μόνος του»
-ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ, συγγραφέας:
«Άναψαν και βρόντηξαν οι σεβασμιότατοι για τον «Τελευταίο πειρασμό» των Καζαντζάκη-Σκορτσέζε. Αλλά, οι δίχως τελειωμό πειρασμοί-βάσανα που κατακαίνε το λαό μας, δεν τους συγκινούν ούτε τόσο  δα: Ανεργία, ακρίβεια, πληθωρισμός, περίθαλψη άθλια, που να βάλει το χέρι του ο Άγιος Παντελεήμονας, μόλυνση του περιβάλλοντος, πολιτιστική αναιμία, τα χάλια της παιδείας, η σήψη της πολιτικής ζωής, το σχίσμα μεταξύ της ηγεσίας της Εκκλησίας και του λαού, με συνέπεια την αποξένωση της, όλα αυτά τα αγκάθια, τα παλούκια, τα αδιέξοδα, σας είναι λοιπόν κύριοι αρχιερείς εντελώς αδιάφορο.
Δεν κατεβαίνετε για λίγο και σε κανένα πεζοδρόμιο να ακούσετε τον κοσμάκη πως βαρυγκομάει και πως εξεγείρετε και πως μουντζώνει και λέει «μα δεν υπάρχει επιτέλους Θεός!».
     Άς έρθω τώρα στο προκείμενο.
Είπαμε να σταματήσει πια κάθε μορφή λογοκρισίας. Αλίμονο αν επιστρέψουμε στο σκοτεινό παρελθόν. Αν η ταινία  αυτή προσβάλει το κοινό αίσθημα, θα την τιμωρήσουν με την αποχή τους οι απλοί άνθρωποι. Το ίδιο θα κάνουν αν είναι σκέτη βλακεία, αμερικάνικη δηλαδή σαπουνοτραγωδία, πράγμα, που δεν μπορεί βέβαια να αποκλειστεί εκ των προτέρων. Ας εκτεθεί λοιπόν η ταινία σε δημόσια κριτική».
-ΣΠΥΡΟΣ ΠΛΑΣΚΟΒΙΤΗΣ, ευρωβουλευτής:
«Ο Τελευταίος πειρασμός» αποτελεί θα έλεγα μια τρομακτική προσπάθεια να εξηγηθεί η θεϊκή φύση μέσα από την ανθρώπινη υπόσταση, η δραματική έλξη του δαίμονα της ζωής μέσα από τον αγώνα για την υπέρβασή της. Χωρίς το Όρος των Ελεών, χωρίς τη Μαγδαληνή, χωρίς τον Ιούδα, δεν θα υπήρχε κατ’ εμέ σταύρωση, δηλαδή ανθρώπινος Χριστός. Θα υπήρχε μονάχα δόγμα, μονάχα ένας φασματικός κόσμος, όπως εξακολουθεί δυστυχώς να τον θέλει πάντα η Εκκλησία.
     Όμως, οι θεοί δικαιούνται να έχουν κι αυτοί την ερμηνεία τους, να έχουν ακόμα και την κριτική τους. Αν δεν υπήρχε ο κριτής άνθρωπος πώς θα υπήρχε και ο κριτής Θεός; Λογαριάζω, γι’ αυτό το μυθιστόρημα «Ο Τελευταίος πειρασμός» σαν βαθύτατα θρησκευτικό κείμενο, γεμάτο πάθος και αγωνία και από την άποψη αυτή δεν θα έπρεπε να ενοχλεί κανένα. Αντίθετα μάλιστα… ποιος δεν έχει σήμερα μέσα του μια σταύρωση;
     Φυσικά δεν είμαι σε θέση να ξέρω πως πραγματώνεται αισθητικά το μυθιστόρημα στο φιλμ του Σκορτσέζε. Αν έχει πετύχει σαν καλλιτεχνική δημιουργία θα είναι μια θετική προσφορά σε μια εποχή που ευτυχώς τα δόγματα και οι παγιωμένες θέσεις διατηρούν απλώς ένα «μουσειακό» κύρος και το Σύνταγμα-ευτυχώς πάλι-δεν επιτρέπει απαγορεύσεις στην αμφισβήτηση των θεμάτων».
-ΜΙΧΑΗΛ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, τέως πρόεδρος Δημοκρατίας:
«Εκτιμώ τις μαρτυρίες σχετικά με το περιεχόμενο του φιλμ, αλλά θα μπορούσα να μιλήσω γι’ αυτό μονάχα αφού το δω. Όσο για το Σύνταγμα προστατεύει τον Τύπο από τα προληπτικά μέτρα, δηλαδή δεν δίνει περιθώρια λογοκρισίας, αλλά εξαιρεί τους κινηματογράφους. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να απαγορευτεί η προβολή μιας ταινίας αν κριθεί ότι μας προσβάλλει καθ’ οιονδήποτε τρόπο».
-ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΜΙΡΗΣ, ακαδημαϊκός:
«Δεν επιτρέπετε κατά την άποψή μου σε μας που ανήκουμε στην ορθόδοξη Εκκλησία και ιδιαίτερα στην Ελλάδα που είναι κοιτίδα της Ορθοδοξίας, να προβάλλονται εικόνες που την προσβάλλουν. Βέβαια, ο Καζαντζάκης υπήρξε μεγάλος συγγραφέας με διεθνή προβολή… Δεν είναι σωστό να θίξουμε το έργο του, αλλά μην ξεχνάτε ότι σήμερα η Ορθοδοξία βάλλεται από παντού. Πρέπει να αντιδράσουμε. Πρέπει να παρακαλέσουμε την κυβέρνηση να δείξει ευαισθησία. Πρέπει να υποστηρίξουμε δημόσια, με άρθρα και τεκμηριωμένες απόψεις, το γιατί δεν πρέπει να προβληθεί η ταινία στην Ελλάδα».
-ΑΛΕΞΗΣ ΜΙΝΩΤΗΣ, ηθοποιός:
«Η δική μας εξουσία πρέπει να επιτρέψει την προβολή της ταινίας μόνο και μόνο για το μεγαλείο του Καζαντζάκη. Ξέρω πολύ καλά το έργο. Δεν υπάρχει σ’ αυτό καμιά ταπεινωτική πράξη του Χριστού. Είμαι υπέρ της προβολής της ταινίας. Άλλωστε η δημοκρατία προϋποθέτει ελευθερία. Χωρίς ελευθερία, δημοκρατία δεν υπάρχει».
-ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΓΚΛΗΣ, συγγραφέας:
«Ο Νίκος Καζαντζάκης είναι μεγάλος γραφιάς. Τη δύναμη της ασκημένης σκέψης του άλλος μου φαίνεται δεν έχει. Υπήρξε και παραμένει ο καλύτερος πνευματικός πρεσβευτής της Ελλάδας στον κόσμο. Επειδή όμως η χώρα τούτη δεν κατοικείται μόνο από Έλληνες αλλά και Γραικύλους, αρκετοί σήκωσαν το μικρό τους ανάστημα και προσπάθησαν να χαμηλώσουν το δικό του. Οι συγγραφείς της γειτονιάς, που κακαρίζοντας περιγράφουν τα γυναικεία κουτσομπολιά, φαντάστηκαν οι άμοιροι ότι είναι μεγαλοφυείς του λόγου σμιλευτές και ότι έχουν το προνόμιο να κρίνουν και μάλιστα να κατηγορούν-ως τη γελοιοποίησή τους.
«Ο τελευταίος πειρασμός» είναι ένα έργο γραμμένο με κέφι και δύναμη.
      Ωστόσο θα έλεγα πως υπάρχουν σελίδες που τραυματίζουν τους πιστούς ή αυτούς που σέβονται την παράδοση.
     Στην πρωτοέκδοση του βιβλίου, είχα γράψει του Καζαντζάκη, ότι μ’ ένα μυστρί καθάρισε την ψυχή μου από πολλούς καλογερίστικες βυζαντινές στενοκεφαλιές και δοξασίες, αλλά ταυτόχρονα την τραυμάτισε και τη μάτωσε. Μου απάντησε ότι ήθελε να παρουσιάσει το Χριστό-Άνθρωπο με τους αγώνες του, τη δύναμή του, τις αδυναμίες του, που τελικά ακόμα και πάνω στο σταυρό πάλεψε και νίκησε.
     Δεν ξέρω πως το έχουν δώσει οι Αμερικανοί στο φιλμ. Αλλά ό,τι και να είναι, με κανένα τρόπο δεν πρέπει να γίνει λογοκρισία.
     Οι εκκλησιαστικοί παράγοντες, συντηρητικοί Χριστιανοί, εάν διαφωνούν-το σέβομαι αυτό-ας διαμαρτυρηθούν από τις εφημερίδες και τα άλλα μέσα επικοινωνίας, ας διαφωτίσουν τους δικούς τους, ας τους συστήσουν να μην πάνε να δουν το έργο, όταν θα προβληθεί στην Ελλάδα. Με τη λογική, τα επιχειρήματα, την πειθώ, ας φροντίσουν να τους πείσουν. Όχι βία, που γεννά αντιβία».
-ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ, σκηνοθέτης:
«Είμαι εναντίον κάθε μορφής λογοκρισίας στην τέχνη. Κάθε πολίτης πρέπει να είναι ελεύθερος να κρίνει καλλιτεχνικά δημιουργήματα. Άλλωστε, δεν πιστεύω ότι υπάρχει τρόπος να σταματήσεις κανείς στις μέρες μας την προβολή μιας ταινίας.
      Το τραγικό είναι ότι ο Καζαντζάκης απειλείται και μετά θάνατο με αφορισμό. Είναι φαίνεται η μοίρα του, κάθε φορά που ζωντανεύουν τα έργα του να καταδιώκεται».
-ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΕΜΟΓΙΑΝΝΗΣ, σκηνογράφος:
«Σταματώ στη δήλωση του Σκορτσέζε ότι «δεν είχα πρόθεση να προσβάλω την πίστη του κόσμου». Και καθώς είναι από τους σημαντικούς σκηνοθέτες του κινηματογράφου της εποχής μας, φαντάζομαι η ταινία του δεν θα πρέπει να ξεφεύγει από τις επιδιώξεις του. Αφού πιστεύει, όπως διαβάζω στη δύναμη του κινήματος του Ιησού, η ταινία του δεν θα πρέπει να αποτελεί πρόκληση.
     Διατυπώνω φυσικά υποθέσεις, αφού δεν έχω δει την ταινία. Σταματώ όμως και σε κάτι άλλο. Οι θρησκευτικές οργανώσεις της Αμερικής άρχισαν πορείες και εκδηλώσεις διαμαρτυρίας πριν από την προβολή της ταινίας, αλλά λίγα χρόνια πριν, κανείς μα κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε όταν έγινε γνωστό ότι, στην Αμερική, πάλι, θα παιζόταν «Ο τελευταίος πειρασμός» σε μορφή όπερας.
     Διασκευασμένο το μυθιστόρημα του Καζαντζάκη από το συνθέτη Ηρακλή Θεοφανίδη και σε δική του μουσική, το 1984 γνώρισε σαν όπερα μεγάλη επιτυχία όταν παίχτηκε στο Μιλγουόκι και μάλιστα μέσα στον καθεδρικό ναό, που ένα τμήμα του είχε μεταβληθεί σε σκηνή θεάτρου.
--
ΣΤ) Οι ρίζες της βίας
Χ., εφημερίδα Η Καθημερινή 16/10/1988
     Τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν σε κεντρικές κινηματογραφικές αίθουσες την περασμένη Πέμπτη, με σημείο τριβής τον «Τελευταίο πειρασμό», δεν εμβάλλουν απλώς σε ανησυχίες, ούτε είναι δυνατόν να εξορκιστούν με εύκολους χαρακτηρισμούς («σκοταδισμός», «μεσαίωνας», «φασιστικές ομάδες»), οι οποίοι πάντοτε επικρατούν-ως οι πλέον εύκαιροι-σε τέτοιες περιπτώσεις. Οι βιαιοπραγίες του υστερικού πλήθους που εισέβαλε στους κινηματογράφους καταστρέφονται οθόνες και καθίσματα με τους σταυρούς ανά χείρας, προδίδουν καταστάσεις οι οποίες δείχνουν αρκετά περίπλοκες για να χωρέσουν κάτω από απλουστευτικές ετικέττες και απορριπτικά σλόγκαν.
     Θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να σημειωθεί ότι τα πρόσφατα συμβάντα έλαβαν χώρα ερήμην τόσο του βιβλίου του Καζαντζάκη όσο και της ταινίας του Σκορτσέζε. Τα δογματικά και φιλοσοφικά θέματα που θίγονται στον «Τελευταίο πειρασμό» δεν απασχόλησαν τους εισβολείς. Η ιερή οργή τους προϋπήρχε. Η ταινία λειτούργησε μόνον ως σύμβολο του κακού εναντίον του οποίου εστράφη όχι η σκανδαλισμένη συνείδηση των «διαδηλωτών», αλλά η προκαθορισμένη βία της μειοψηφίας τους: η οθόνη έμεινε λευκή-άδεια από εικόνες, κατάστικτη από τις τυφλές βολές των «εξεγερμένων».
     Οι άνθρωποι που παραμέρισαν τις αστυνομικές δυνάμεις και χρησιμοποίησαν τις βοηθητικές δυνάμεις και χρησιμοποίησαν τις βοηθητικές εισόδους, προκειμένου να εμποδίσουν την προβολή της ταινίας, δεν προέρχονται από υπερσυντηρητικές πολιτικές ομάδες (αρκεί να υπενθυμίσουμε τα συνθήματα που ακούστηκαν στους αθηναϊκούς δρόμους το βράδυ της Πέμπτης-τη γλώσσα και το ύφος τους) και, φυσικά, δεν ανήκουν σε άλλον αιώνα είναι σημερινοί, ζουν ανάμεσά μας και, ακόμη πιο σημαντικό, δεν εκπροσωπούν μιαν άλλη εποχή (έστω εκείνη των επίσημων αφορισμών του Καζαντζάκη) αλλά, με έμφαση, τη δική μας. Επίσης, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι πρεσβεύουν (κατά ένα μέρος τουλάχιστον, ίσως το σκληροπυρηνικό) τη χριστιανική πίστη. Τέλος, οι έξαλλοι καταστροφείς φαίνεται ότι (τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στο έκθυμο των πραγμάτων), δεν είναι μόνο στην ιδέα που έχουν για τον «Τελευταίο πειρασμό» (κάτι μπορεί να μας πληροφορήσουν σχετική η ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της Ιεράς Συνόδου και οι δηλώσεις γνωστού «νεορθόδοξου» πανεπιστημιακού)
     Ιδού, λοιπόν, που ένα ολόκληρο τμήμα του σύγχρονου ελληνικού χριστιανικού κόσμου επιζητεί-διά των λόγων ή διά των πράξεων-ανοιχτά την απαγόρευση ενός έργου τέχνης, αρνούμενο να συζητήσει ή και διαλεκτικά να απορρίψει το μήνυμα του δημιουργού του. Ωστόσο, τα γεγονότα αυτής της εβδομάδας μας πηγαίνουν ακόμη πιο μακριά: στην ελευθερία της τέχνης και της συνείδησης. Και εδώ το πράγμα είναι βαρύτερο. Διότι η απαγόρευση φέρνει την απαγόρευση και η όλη αντίληψη του τι πρέπει και τι δεν πρέπει να παρακολουθεί το κοινό (στο σύνολο πλέον της έκφρασης) ανοίγει τον δρόμο σε απρόβλεπτες επεμβάσεις και πραγματικούς κινδύνους. Λόγια χιλιοειπωμένα και επισημάνσεις αυτονόητες. Πόσο, όμως, αυτονόητες, μετά τα τελευταία γεγονότα;
Χ. εφημερίδα Η Καθημερινή 16/10/1988
--
Ζ) Ο τελευταίος Πειρασμός της συνείδησής μας
Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, περιοδικό Πολιτική Εποπτεία τχ. 139/Νοέμβριος 1988, σ.85-
     Ο ΜΑΡΤΙΝ ΣΚΟΡΤΣΕΖΕ είναι ένας επιτυχημένος σκηνοθέτης «ελαφρολαϊκών» ταινιών. Τα έργα του έχουν όλα την ίδια συνταγή: δύο άντρες έχουν μια σκοτεινή σχέση μίσους και έρωτος μεταξύ τους (αν και η φιλομοφυλία τους δεν βγαίνει από το ντουλαπάκι του υποσυνείδητου)’ ο ένας προσπαθεί να εξοντώσει τον άλλον (στα πλαίσια πάντοτε μιας «αποστολής») μολονότι διαισθάνεται πως η καταστροφή δεν μπορεί παρά να είναι αμοιβαία.
     Σας φαίνεται αυτό το μοντέλο ικανό να περιγράψει τη σχέση Ιησού-Ιούδα; Αν ναι, κάνατε ένα γερό βήμα κατανόησης του «Τελευταίου Πειρασμού».
     Το επόμενο βήμα, είναι να συμφωνήσετε πως ο Ιησούς Χριστός, ήταν ένας άνθρωπος. Εάν δεν έχετε αντιρρήσεις, τότε οι Καζαντζάκης και Σκορτσέζε μπορούν να προχωρήσουν και από την ψυχανάλυση να περάσουν στην λογική:
Ο Ιησούς Χριστός ήταν άνθρωπος
εγώ είμαι άνθρωπος
εμένα με βασανίζει το θέμα του σεξ
ergo: ο Ιησούς Χριστός βασανιζόταν
          από το θέμα του σεξ.
Με την λογική αυτή δεν θα καταπλήξετε τον Καρτέσιο, τα καταφέρνετε όμως πολύ καλά με κάθε σεξοβασανισμένο-κι επειδή αυτό το είδος ανθοφορεί, έχετε εξασφαλίσει ένα επαρκή αριθμό φανατικών οπαδών. Δεν είναι και λίγο αυτό, έ;
      Βέβαια,  η επιτυχία δεν είναι απολύτως εξασφαλισμένη. Υπάρχουν πάρα πολλοί που δεν θα θεωρούσαν Πειρασμό-και μάλιστα Έσχατο-το νάχουν σεξ με μία μόνο γυναίκα και νάναι και πολύτεκνοι από πάνω. Ένας αμερικανός κριτικός παρετήρησε ότι μόνον ένας παράφρων θα εξελάμβανε αυτόν τον εφιάλτη ως πειρασμό. Μπορείτε να προσθέσετε ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι λόγος να αισθανθήτε Μεσσίας επειδή δεν πήγατε με γυναίκα!
     ΠΟΛΛΟΙ ΚΡΙΤΙΚΟΙ χτύπησαν την ταινία. Την χαρακτήρισαν «σαχλαμάρα», «λάθος», «εκκεντρικά κακόγουστη», «βαρετή» «γκάφα» και πάει λέγοντας. Ο Σκοτσέζε απαντά απολαμβάνοντας την εισπρακτική επιτυχία και τη δημοσιότητα που ξεσήκωσαν οι διαμαρτυρίες των χριστιανών. Ίσως αισθάνεται πως έκανε το καλύτερο δυνατόν: Οι παραγωγοί δεν ήθελαν μιαν επανάληψη του Σεσίλ Ντε Μίλλ, και ο ίδιος δεν έχει τη δυνατότητα να ξεπεράσει τον Πιέρ Πάολο Παζολίνι.   Τι λοιπόν περιμέναμε από την Αυτού Μετριότητά του; Ένα Άρλεκιν, ναι’ τη Θεία Κωμωδία, όχι.
     ΚΑΙ Ο ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ σάλαγος; Αυτός δεν μετράει; Και δεν μας μετράει;
       Ο Σκορτσέζε επικαλείται εμάς, όλους όσους υποστηρίζουμε την ελευθερία έκφρασης και διακίνησης των ιδεών. Θα επιτρέψουμε, εμείς οι φιλελεύθεροι, σε μια ομάδα φανατικών και δογματικών να επιβάλλει τις απόψεις της; Θα ανεχθούμε λογοκρισία; Θα αφήσουμε να φιμωθεί ένας άνθρωπος που τόλμησε νάχει έστω διαφορετική άποψη από τη δική μας; Δεν έχει λοιπόν αυτός, ο σκηνοθέτης Μάρτιν Σκορτσέζε, το δικαίωμα να έχει όποιαν άποψη θέλει για τον Ιησού;
Πρέπει οπωσδήποτε και διά της βίας να συμφωνεί με όσα λένε οι μητροπολίτες; Δεν είμαστε άραγε εμείς αυτοί που λέμε πως δεν έχει κανείς το δικαίωμα να φιμώνει έναν άνθρωπο; Εμπρός λοιπόν, ας τον υποστηρίξουμε!
      Κι έτσι, ο «Τελευταίος Πειρασμός», πειράζει τη συνείδηση των φιλελευθέρων.
      ΑΣ ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΟΥΜΕ, λοιπόν, τη θέση μας. Πρώτα απ’ όλα, ασφαλώς πρόκειται για κακής ποιότητας ταινία. Δεν χρειάζεται να τη δει κανείς για να μορφώσει έγκυρη γνώμη, όπως αξιώνουν ο Σκορτσέζε και οι παραγωγοί.  Εάν επρόκειτο για ταινία στηριγμένη σ’ ένα οποιοδήποτε μπέστ σέλλερ, θάπρεπε πράγματι να δούμε πριν κρίνουμε. Αλλά πρόκειται για τον «Τελευταίο Πειρασμό» έργο στηριγμένο στη  νουβέλα του Καζαντζάκη και σκηνοθετημένο από τον Σκορτσέζε. Και μας είναι γνωστά, μέχρι πλήξεως, τα επίπεδα και του ενός και του άλλου. Όταν γύριζε ο Παζολίνι το «Κατά Ματθαίον» περιμέναμε να δούμε το αποτέλεσμα. Αλλά ποιος από μας περιμένει, στα σοβαρά, να δει αν στην επόμενη ταινία του ο Θανάσης Βέγγος θα τρέχει ή θα παίξει κάποιον παραλυτικό; Ποιος μπορεί ακόμη να υποθέτει ότι για τον Γιάννη Δαλιανίδη οι «Αδελφοί Καραμαζώφ» είναι κάτι βαθύτερο από μια ιστορία με «περιπέτεια-αγωνία-μίσος-έρωτα-μυστήριο;»
     Είναι σίγουρο λοιπόν ότι η ταινία του Σκορτσέζε είναι κακής ποιότητας. Όμως, η κακή ποιότητα έχει δύο αντιπάλους: την καλή ποιότητα, και μια άλλη κακή. Και όσοι απορρίπτουμε την κακή ταινία, είμαστε υποχρεωμένοι ν’ απορρίψουμε και τις κακές αντιδράσεις. Και υπήρξαν πολλές τέτοιες, ή αναγγέλλονται άλλες, που  βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με την ταινία που καταδικάζουν όλο πάθος…
     ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ είναι αυτός που δεν σέβεται μόνο την καλή, αλλά και την κακή ποιότητα. Από την στιγμή που θεωρούμε τη δεύτερη ποιότητα κάτι άνομο, κάτι άξιο να απαγορευθεί, τότε δεν μπορούμε να ανεχόμαστε τη δημοκρατία. Γιατί, βέβαια, δεν ψηφίζουν μόνον οι έχοντες βαθειά γνώση της πολιτικής, της ιστορίας και των πεπρωμένων’ ψηφίζουν και οι αγράμματοι, κι αυτοί που «πηγαίνουν μ’ όποιον πάει το ρεύμα», και οι ταπεινοί συμφεροντολόγοι, κι άλλοι πολλοί. Η Δημοκρατία είναι η απόλυτος παράνοια, αν δεν πιστεύουμε ότι τελικά, μεσ’ απ’ όλες τις αντιφάσεις, και παρά το γεγονός ότι οι σοβαροί και υπεύθυνοι είναι ελάχιστοι, προκύπτει μια σωστή κρίση-αυτή που λέμε “common sense”. Αν το common sense δεν υπάρχει, ή αν δεν είναι σε γενικές γραμμές εύλογο, τότε η Δημοκρατία είναι πολίτευμα για ψυχοπαθείς, και ο φιλελευθερισμός προϊόν σχιζοφρενείας.
     Θ’ αγωνιστούμε λοιπόν πάντοτε, όσοι πιστεύουμε πως δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει μια «φωτεινή μειοψηφία» υπέρτερη του common sense, για τα δικαιώματα της κακής ποιότητος. Θ’ αγωνιζόμαστε για το δικαίωμα να εκφραστεί ελεύθερα αυτός που είμαστε βέβαιοι ότι σφάλλει, αυτός που δεν έχει ποιότητες και κριτήρια και αρχές.
     ΑΛΛ’ ΑΚΡΙΒΩΣ αυτό το common sense, η ουσία της Δημοκρατίας, έχει θεσπίσει κάποια πλαίσια εντός των οποίων η έκφραση μπορεί να αναπτύσσεται ελεύθερα. Τα πλαίσια αυτά καθορίζονται όχι μόνο και όχι πάντοτε από το δικαιϊκό πλαίσιο της κοινωνίας’ καθορίζονται επίσης και από ορισμένες αξίες, αξίες που βρίσκονται επέκεινα και υπεράνω ρητών κανόνων. Πρόκειται για αξίες που θα μπορούσαμε να τις πούμε αυθαίρετες, αλλά που δεν είναι ως εξ αυτού και μη σεβαστές.
     Ήδη, ο Μητροπολίτης Δημητριάδος Χριστόδουλος, σε πρόσφατο οργίλο άρθρο του-και πρέπει να προσέξουμε την οργή του διότι πρόκειται για Επίσκοπο που σκύβει πάντοτε με προσοχή και λεπτότητα σε αυτόν που (εμείς) θα λέγαμε «αντίπαλό» του- παρατηρεί:
     «Το κράτος, υποκριτικά φερόμενο, επικαλείται την ελευθερία του λόγου και του στοχασμού, ενώ όταν θίγεται ο αρχηγός του ή ο πρωθυπουργός του ή τα εθνικά του συμφέροντα, επιστρατεύει εισαγγελείς και δικαστάς, για να χειριστούν αυστηρά τον πέλεκυ του νόμου».
      Πως μπορεί, λοιπόν μια κοινωνία να προστατεύει όχι μόνο Προέδρους και υπουργούς, αλλά και απλούς πολίτες από εξύβριση ή συκοφαντία κ.τ.ό., και να επιτρέπει τον εξευτελισμό της βαθύτατης πίστης κάποιου ανθρώπου, της πιο μύχιας και συγκροτητικής του, της πιο απόλυτα καθοριστικής του προσώπου του και δεσμευτικής της υπόστασής του;
     ΄Αν και οι φιλελεύθεροι δεν μπορούν να πουν στον Σκορτσέζε «σταμάτα!», τότε δεν θάχουν το δικαίωμα να το πουν σε κανέναν, ούτε σ’ εκείνον που ανατινάζει τη Δημοκρατία. Στην περίπτωση αυτή, ο φιλελευθερισμός βυθίζεται μέσα στον μηδενισμό, εγκαταλείπει τις αρχές του, και βυθίζεται στο «Όλα επιτρέπονται!».
     Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ, σέβεται την επιβολή ελέγχου ή και απαγόρευσης, όταν δεν γίνεται αλλοιώς. Η απαγόρευση είναι φάρμακο επικίνδυνο, γιατί είναι η άλλη όψη της επιβολής, και ξέρουμε πως οι κοινωνίες που απαγορεύουν είναι και κοινωνίες που επιβάλλουν. Και γι’ αυτό ακριβώς, πρέπει να προσέχουμε: δεν πρέπει να καταφεύγουμε στην απαγόρευση αν έχουμε ενδείξεις ή έστω υποψίες ότι αυτή η απαγόρευση θάναι μάταια «αρχή» κάτινος-μιας «εκστρατείας κάθαρσης» ή άλλων τέτοιων εφιαλτικών. Η απαγόρευση πρέπει να γίνεται μόνον εφ’ όσον είναι συμπτωματική, ασυνεχής, και με έκδηλη πρόθεση τον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου’ ποτέ στα πλαίσια «σταυροφόρων» διόρθωσης της κοινωνίας σύμφωνα με τις αρχές μιάς έστω στ’ αλήθεια «φωτισμένης» μειοψηφίας, που ξέρει αυτή πως πρέπει νάμαστε όλοι εμείς…
Δ. Παναγιώτου, περιοδικό Πολιτική Εποπτεία τχ. 139/11,1988, σ.85-
      Αυτά είναι τα κείμενα που εκφράζουν τις απόψεις και τις θέσεις γνωστών μας ανθρώπων του πνεύματος και της τέχνης και εφημερίδων και περιοδικών. Θέσεις που μας δηλώνουν ότι η Τέχνη, δημιουργεί και πολιτικές ζυμώσεις μεταξύ των ανθρώπων. Δεν είναι μια χλιαρή ασχολία για αργόσχολους συνταξιούχους ή μαθητές και φοιτητές που ετοιμάζονται να δώσουν εξετάσεις. Η Τέχνη παράγεται από την Ζωή, είναι μέσα στην Ζωή και μιλά για την Ζωή. Το ότι διίστανται οι απόψεις, διαφοροποιούνται, είναι γόνιμο και χρηστικό για την κοινωνία και τους ανθρώπους. Τίποτα δεν πάει χαμένο σε αυτήν την Ζωή, όλα έχουν την σημασία τους και την αποτελεσματικότητά τους. Εξαρτάται μόνο να μην απαγορεύεις την γνώμη του άλλου αν δεν συμφωνεί με την δική σου. Αυτό είναι η ρίζα του κακού. Η τέχνη έχει αντικαταστήσει ένα μέρος του ρόλου της θρησκείας εδώ και αιώνες μέσα στην Ιστορία, όσες απαγορεύσεις και αν επέβαλλαν οι κρατικοί ή θρησκευτικοί άρχοντες, αυτό θα γινόταν μέσα στην ροή του χρόνου της Ιστορίας και του πολιτισμού. Και αυτό φάνηκε και με το έργο του Νίκου Καζαντζάκη, όσες απαγορεύσεις, αφορισμούς, ξόρκια και λάσπες αν του πρόσαψαν κατά καιρούς διάφοροι εκκλησιαστικοί ή άλλοι φορείς, το έργο του εξακολουθεί να συγκινεί, να διδάσκει, να αγαπιέται και να διαβάζεται παγκοσμίως. Το πρόβλημα της αξίας του έργου του, δεν έγκειται στο βαθμό θρησκευτικότητας ή αντιθρησκευτικότητας που εμπεριέχει αλλά στο κατά πόσο προάγει την τέχνη της πεζογραφίας, της ποίησης, ή και τις λαϊκής φιλοσοφίας που γεννά με τις μικρές και μεγάλες ιστορίες του που μας αφηγείται. Εξάλλου, αρέσει ένα έργο όχι γιατί συμφωνούμε μόνο μαζί του αλλά και γιατί μας ανοίγει νέους δρόμους κατανόησης των προβλημάτων της ζωής και της προσωπικής μας αυτοσυνειδησίας. Αν κάποιος επιθυμεί να διαβάσει τον άγιο Νικόλαο τον Καβάσιλα και το έργο του, ενώ άλλος τον Νίκο Καζαντζάκη και το δικό του είναι μια καθαρά προσωπική επιλογή. Όπως και το να τα διαβάσει και τα δύο. Αρκεί να αποφασίσει να μελετήσει τα κείμενα της θύραθεν και της εκκλησιαστικής γραμματείας που ανήκουν στην ελληνική μας παράδοση και ιστορία. Το να τα προσπεράσεις είναι το πρόβλημα. Να τα αγνοήσεις θεωρώντας ότι δεν σου λένε τίποτα.
Ένα ακόμα ζήτημα που θίγουν τα κείμενα αυτά καθώς και άλλα που έχω υπόψη μου, είναι το ζήτημα της Δημοκρατίας και των πάσης φύσεως λογοκρισιών. Δεν υπάρχει λογοκρισία μόνο στον χώρο της τέχνης αλλά υπάρχει και στην πολιτική, την δικαιοσύνη, την θρησκεία, την κοινωνία, στις διαπροσωπικές μας σχέσεις, στις ερωτικές μας επιλογές. Χωρίς να γίνομαι και πάλι κουραστικός, στα ίδια τα φαινόμενα της προληπτικής λογοκρισίας εμπίπτουν και οι σύγχρονοι των ημερών μας κοινωνικοί χαρακτηρισμοί και πολιτικοί στιγματισμοί εντεύθεν κακείθεν των πολιτικών τειχών. Δεν μπορείς να τσουβαλιάζεις όσους διαφωνούν μαζί σου «για ακροδεξιούς», «φασίστες», «ρατσιστές», «ξενοφοβικούς» και άλλες ορολογίες επειδή δεν συμφωνούν ή δεν έχουν κατανοήσει την υπογραφή με τα Σκόπια της συμφωνίας των Πρεσπών. Όταν μάλιστα η σημερινή κυβέρνηση, δεν έχει αφήσει κανένα μνημονιακό μέτρο που να μην το έχει ψηφίσει και περάσει από την Ελληνική Βουλή. Αποδείχτηκαν οι σε όλα «γιες μεν» που έλεγε ο συγχωρεμένος ο Αντρέας. Και όταν αρνείσαι αυτήν την κυβερνητική ή κοινωνική πολιτική αμέσως σε χαρακτηρίζουν με μεγάλη ευκολία όπως σε χαρακτηρίζουν. Νομίζω ότι είναι πολιτικά επικίνδυνο γιατί έτσι απαξιώνεις όλο το πολιτικό προσωπικό και την πολιτική εν γένει. Δεν είναι σημεία των καιρών ότι οι Έλληνες γυρίζουν την πλάτη στους πολιτικούς και την πολιτική και στρέφονται σε περισσότερο ακραίες και αντιδημοκρατικές λύσεις ενδιαφερόμενοι μόνον για την πάρτη τους; Ποιος εξηγεί με πολιτική φρόνηση και πολιτική σκέψη, γιατί θα οφείλει η χώρα μας να βοηθά και να ελευθερώνει τούρκους πραξικοπηματίες και όχι να τους ανταλλάσσει με τους δύο έλληνες φυλακισμένους στρατιωτικούς; Δεν μπορεί όλοι όσοι ψήφισαν στην Τουρκία για να αναδειχθεί στο ύπατο αξίωμα της Δημοκρατίας τους να είναι αντιδημοκράτες, φασίστες, συντηρητικοί, ακροδεξιοί, ψηφίστηκε ο κύριος Ερντογκάν, δεν αναδείχθηκε στο ύπατο αξίωμα από κομματικές συναλλαγές όπως ο δικός μας που μας κάνει συνεχώς υποδείξεις. Στην Τουρκία έγιναν εκλογές. Έχουν μια Δημοκρατία όπως οι τούρκοι πολίτες την κατανοούν και την πιστεύουν. Το ίδιο και στην Αυστρία, την Ιταλία, την Ουγγαρία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Δεν γίνεται να λες ότι είσαι ο μοναδικός θεματοφύλακας των αξιακών αρχών της Ευρώπης όταν δεν μπορείς να διαφυλάξεις ούτε τα σύνορά σου. Δεν μπορεί να αποκαλείς ακροδεξιούς αυτούς που ακούν στις ειδήσεις ότι οι γυναίκες στην Σαουδική Αραβία, εν έτει 2018 τους επετράπη να οδηγούν; Θα ήθελε κανένας δημοκράτης, η γυναίκα του, η κόρη του η αδερφή του, η φιλενάδα του, η μητέρα του να βρίσκεται στην θέση που έχουν οι γυναίκες σε πλείστες μουσουλμανικές χώρες; Αν ναι, τότε δεν έχουν παρά να πάνε να ζήσουν εκεί. Αν όχι, δεν μπορείς να πετροβολάς συνεχώς το ευρωπαικό οικοδόμημα αξιών. Αυτό που κινείται μεταξύ αποικιοκρατίας και καπιταλισμού. Θρησκευτικής ανοχής και λαϊκού κράτους. Η αριστερά, ή τουλάχιστον ότι έμεινε από αυτήν σαν ανάμνηση παλαιών επαναστατικών εποχών, δεν μπορεί να επιβουλεύεται την όποια αστική δημοκρατία την στιγμή που καρπούται τα πολιτικά και οικονομικά της οφέλη. Ή μένεις απέξω από το παιχνίδι των πολιτικών καιρών ή μετέχεις και λες πολύ μα πολύ λιγότερα από όσα λένε οι σημερινοί συγκυβερνώντες και ο κύριος πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ούτως η άλλως η γενικότερη πολιτική τους είναι συντηρητική και συνέχεια των προηγούμενων πολιτικών των δεξιών κυβερνήσεων, άρα τι μιλάνε;
Μέσα στην Ευρώπη. Οι αγορές, δεν θάρθουν από τις ερήμους, αλλά από τα ισχυρά καπιταλιστικά κέντρα της δύσης σύντροφοι και συντρόφισσες, που θέλατε να κάνατε την χώρα Ολλανδία της Μεσογείου. Τα άκουσες πατέρα!
Η Κύπρος είναι ακόμα σκλαβωμένη και υποδουλωμένη. Και ο φάκελος της Κυπριακής Τραγωδίας κλειστός.
Για τον «Τελευταίο πειρασμό» του Νίκου Καζαντζάκη θα μιλάμε τώρα;
Γιώργος       Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 15 Ιουλίου 2018
Σκόρπιον ή Σταύρος Ξαρχάκος, ιδού το δίλημμα κύριοι και κυρίες.          
      
    
       

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2018

Κείμενα για τον Τελευταίο Πειρασμό του Νίκου Καζαντζάκη και Μάρτιν Σκορτσέζε


Ανθολόγιο Κειμένων για τον Τελευταίο Πειρασμό

Α) Τελευταίος Πειρασμός: η ανανέωση ενός συμβόλου
Βρασίδας Καραλής, εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ 13/11/1988
      Ο θόρυβος που ξεσήκωσε η ταινία του Σκορτσέζε «Ο Τελευταίος Πειρασμός» έφερε πάλι στην επικαιρότητα το «αφορισμένο» ομώνυμο βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη και άναψε πάλι την οργή των παραχριστιανικών οργανώσεων και της επίσημης εκκλησίας: Το σύμβολο θίγεται, η θρησκεία προσβάλλεται! Μήπως, όμως, συμβαίνει το αντίθετο; Μήπως ο «Πειρασμός» δίνει νέα ζωή στο σύμβολο;
      Το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη ο Τελευταίος Πειρασμός, που τόσους πονοκεφάλους δημιουργεί προς όλες τις κατευθύνσεις τον τελευταίο καιρό με την πολύκροτη ταινία του Σκορτσέζε, πρέπει να αποσυμβολιστεί για να κατανοήσουμε καθαρά τη λειτουργικότητα και την προοπτική του. Ο Καζαντζάκη επέλεξε ένα χριστιανικό σύμβολο-το πιο υποδηλωτικό ίσως της χριστιανικής μυθολογίας-υποτίθεται για να βρει το επαρκέστερο υπόδειγμα και πρότυπο ανθρώπινης διαβίωσης και ενέργειας. Και για να το πετύχει, προσέδωσε στο πρόσωπο του Ιησού την ανθρώπινη ζέστα και δύναμη, την οποία η θεολογία και η δογματική στάθηκαν ανίκανες να δώσουν και να επιβάλλουν. Πράγματι, μέσα από μια θαυμάσια πλοκή και μια εξαιρετική γλώσσα κατάφερε να ανανεώσει το σύμβολο αυτό, να το ενεργοποιήσει και πάλι βγάζοντάς το από τις εικόνες και τα Ευαγγέλια, όπου μαράζωνε, και να το ξαναστήσει στο ανυπέρβλητο βάθρο του ιδανικού προτύπου, στο ανώτατο πρότυπο του καθημερινού ανθρώπου. Όσο, όμως, καλλιτεχνικότερα δούλεψε και πέτυχε, τόσο λιγότερο κατόρθωσε να δώσει στον ήρωα και στον αναγνώστη του μια κριτική θέση και μια μελλοντική προοπτική. Στο βιβλίο του ο Καζαντζάκης δεν δίνει ένα κριτικό περιεχόμενο στο σύμβολό του. Δεν κρίνει τη λειτουργικότητα και τη δράση του. Απλώς, σαν θρησκευόμενος γέρος, αποδυναμώνει την προγενέστερη σκέψη του, νερώνει το κρασί του και ξαναδίνει στη θεολογική σκέψη και τη θρησκευτική φιλολογία την πληρότητα που χρειάζονται για να ανακτήσουν το χαμένο έδαφός τους και να ξαναγίνουν ρυθμιστές της συνείδησης του σύγχρονου ανθρώπου.
       Κάθε βιβλίο γράφεται μέσα σε μια ορισμένη εποχή. Αυτή η κοινοτοπία, όμως, δεν φαίνεται να επηρεάζει όσο θα έπρεπε την εκτίμησή μας για τα λογοτεχνικά έργα. Κάθε σύμβολο που χρησιμοποιείται, ενέχει μιαν αναφορά σε μια υπαρκτή κατάσταση ή, ακόμα, είναι η συμπύκνωση μιας ορισμένης  κατάστασης, μέσα από το καλλιτεχνικό ύφος. Το ότι ο Καζαντζάκης διάλεξε το σύμβολο του Χριστού εκείνη τη στιγμή, μέσα στις συνθήκες της μεταπολεμικής εποχής και ύστερα από έναν Παγκόσμιο Πόλεμο, δείχνει πως, μέσο αυτού, θέλησε να εκφράσει μια πραγματικότητα που έβλεπε γύρω του, μια τάση του συστήματος στο οποίο ζούσε. Και πράγματι, αυτό που είδε ήταν η κυρίαρχη ανάγκη να ορθοποδήσει η οικονομία του καπιταλισμού κάτω από την κατευθυντήρια γραμμή της μεγίστης παραγωγικότητας. Ο Χριστός που σταυρώνεται και υποφέρει, είναι ο ίδιος ο μεταπολεμικός άνθρωπος, που έπρεπε να θυσιάσει τις επιθυμίες του υπακούοντας στις εντολές του Μεγάλου Πατέρα. Η θεϊκή αποστολή που του ανατέθηκε είναι να αρνηθεί την ατομικότητά του, να συντρίψει την αυτονομία του και να αφοσιωθεί στο όραμα της λύτρωσης της ανθρωπότητας από τα δεσμά των προσωπικών αναζητήσεων και επιθυμιών. Έτσι, προβάλλοντας αυτό το σύμβολο, ο Καζαντζάκης παραγνώρισε ή δεν κατανόησε ότι αυτό που ονομάζει λύτρωση της ανθρωπότητας, ήταν η αύξηση του κέρδους των αστών και, ταυτόχρονα, η συντήρηση των προνομίων των εξουσιαστικών ομάδων κάθε συστήματος. Ο Χριστός του, από ένα σκοτεινό και διφορούμενο πρόσωπο, γίνεται ο συγκεντρωτικός καθρέφτης της αγωνίας και του τρόμου που δημιουργεί στον καθημερινό άνθρωπο η νέα θρησκεία της εποχής μας, η οικονομία.
     Ο Καζαντζάκης, με την καλλιτεχνική αρτιότητα του έργου του, συνέβαλε σε μιαν εκ νέου μυθοποίηση του Χριστού, αδιαφορώντας για την πιθανή χρήση του από τους άμεσα ενδιαφερόμενους. Και όλος ο θόρυβος που ξεσηκώθηκε γύρω από το έργο, δυναμώνει απλώς την πίστη στην ιερότητα του προσώπου ενός μυστηριώδους εβραίου, που για δύο χιλιάδες χρόνια βασάνισε την ανθρωπότητα, μαζί με τον πατέρα του και όλο του το σόϊ. Έτσι, οι τάσεις και τα συμφέροντα που έβρισκαν τη βολική τους έκφραση σε αυτές τις αντιλήψεις ανασταίνονται πάλι μέσα από το νέο περιεχόμενο που δίνει στο σύμβολό τους ο Καζαντζάκης. Και, ταυτόχρονα, ξαναπροτείνουν την εικόνα του ως όριο της ανθρώπινης δυνατότητας, ως πρότυπο θέωση- δηλαδή επαναπροτείνουν την απόλυτη εξάλειψη της ανθρώπινης διαφοράς στο ανανεωμένο σύμβολο, που μέσα από την άρτια καλλιτεχνική του έκφραση, χειροκροτείται απ’ όλους. Για το λόγο αυτό, ο Τελευταίος Πειρασμός σημειώνει την πιο επικίνδυνη αναβίωση της θρησκευτικής παραίσθησης στον αιώνα μας και υποδεικνύει το βαθμό κρατικού ολοκληρωτισμού που δρα ως σήμερα, συγκαλύπτοντας τη βαρβαρότητα του προσώπου του.
     Για τους θρησκευόμενους και τους πιστούς των ολοκληρωτικών συστημάτων, ο Χριστός δίνει το παράδειγμα της θυσίας στον καθένα ξεχωριστά. Καθένας πρέπει, λοιπόν, να σταυρωθεί, να πονέσει, να αποδεχθεί τη φυσικότητα της θυσίας του. Μόνο μέσα στο όνειρο, ο πειρασμός, θα του δείξει αυτά που θα μπορούσε να κάνει. Όχι, όμως, το όνειρο που επεκτείνει την ύπαρξη και πολλαπλασιάζει την πραγματικότητα, αλλά το όνειρο των απωθημένων επιθυμιών, το όνειρό του νευρωτικού. Χωρίς να το καταλάβει, ο Καζαντζάκης αποκάλυψε το βασικό μηχανισμό παραγωγής ετερονομούμενων και αλλοτριωμένων ανθρώπων του πολιτισμού μας. Η ταύτιση, με ένα σύμβολο, η βίωση, όπως τη λένε οι νεορθόδοξοι, αυτός είναι ο δρόμος της λύτρωσης. Να, που το όνειρο της οικονομικής και πολιτικής ηγεσίας του αιώνα μας έγινε πραγματικότητα: Η καταστροφή της ατομικότητας, η εξάλειψη του εγώ. Η προσωπική ζωή των ανθρώπων να διοχετεύεται στα προχαραγμένα κανάλια, στις προκατασκευασμένες διεξόδους. Ο Χριστός μας περιμένει πάλι να πανηγυρίσουμε τον ερχομό του. Το Άγιον Όρος ξανανοίγει τις πύλες του για τα απολωλότα πρόβατα. Από τα εργοστάσια στις εκκλησίες και από τις εκκλησίες στα νεκροταφεία. Η καθημερινή ευτυχία είναι ένα επικίνδυνο όνειρο, μια πλάνη του Εωσφόρου, ο ξεπεσμός της ανθρώπινης ψυχής.
     Να γίνουμε Χριστοί, να θεωθούμε, σημαίνει να σβύσουμε ολοκληρωτικά και αναντίρρητα στις επιταγές των αφεντικών μας, να χαθούμε απόλυτα στην ετερονομία του κοινωνικού μας συστήματος. Αυτό είναι το θριαμβευτικό τετέλεσται του Καζαντζάκη. Η πλήρης υποταγή, ακόμα και του υποσυνείδητου, στη θέσμιση του συστήματος μας. Χωρίς την πλήρη υποταγή του ατόμου κανένα σύστημα δεν μπορούσε και δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, δηλαδή να στερεώσει την εξαθλιωτική του παρέμβαση στις ατομικές συνειδήσεις. Και αυτό, ο Καζαντζάκης το γνώριζε από τη νεότητά του, μόνο που στα γεράματα αποφάσισε με ελαφρότητα να συμβάλει στη σοβαρότερη προσβολή εναντίον της μεγαλύτερης ανακάλυψης του πολιτισμού μας: της αυτόνομης ατομικότητας.
Βρασίδας Καραλής, εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ 13/11/1988
--
Β) Με αφορμή τον «Τελευταίο πειρασμό»
Καζαντζάκης-Σκορτσέζε: παραλληλισμοί
Σταυρούλα Παπασπύρου, εφημερίδα Η Αυγή 21/8/1988
     Ο «Τελευταίος πειρασμός» ήταν για τον Καζαντζάκη και είναι για τον Σκορτσέζε δοκιμασία και πρόκληση. Δοκιμασία προσωπική κι επώδυνη, πρόκληση πολυμέτωπη και ριψοκίνδυνη.
Ο Καζαντζάκης μην μπορώντας ν’ ανταποκριθεί στη ζωή του στον μεσσιανισμό του, προσπάθησε να τον υπερασπιστεί τουλάχιστον μέσα από τα βιβλία του. Τις δικές του αδυναμίες και αμφιβολίες ενσάρκωσε στα πρόσωπα του Μανολιού στο «ο Χριστός ξανασταυρώνεται», του Φραγκίσκου στον «Φτωχούλη του Θεού» και του Ιησού στον «Τελευταίο πειρασμό». Το 1955, όταν δημοσιεύτηκε ο «Τελευταίος πειρασμός», η ορθόδοξη εκκλησία ένοιωσε απειλούμενη γι’ άλλη μια φορά. Η ανθρώπινη υπόσταση του Ιησού, που υπερσκίαζε την θεϊκή, ανέτρεπε τα θρησκευτικά καθιερωμένα και έσπειρε την ανησυχία στους ηγέτες του εκκλησιαστικού κατεστημένου. Η αιρετική άποψη του Καζαντζάκη που ήθελε τον Χριστό ευάλωτο, βασανιζόμενο για τη ζωή, τον έρωτα και το θάνατο, μαχόμενο ανάμεσα στη δύναμη του κορμιού και του πνεύματος, ίσως ταρακουνούσε τους καθησυχασμένους θρησκευόμενους. Πόσο όμως οι τελευταίοι αντιδρούν συνειδητά και κατά πόσο ένας αφορισμός είναι λυτρωτικός;
      Το θεμέλιο μιάς θρησκείας σύμφωνα με όσα μας έχουν διδάξει μέχρι σήμερα, είναι η αυθόρμητη αποδοχή μιας σειράς δοξασιών που δεν έχουν αξία αυτές καθαυτές παρά μόνο στο μέτρο που γίνονται αντιληπτές ως απόλυτες αλήθειες. Ο Καζαντζάκης υπήρξε ίσως αιρετικός γιατί αμφισβήτησε μια τέτοια αλήθεια. Τόσο εύθραυστη είναι όμως η πίστη ορισμένων ώστε να κλονίζεται ή να κινδυνεύει από κάποιο λογοτεχνικό ή κινηματογραφικό έργο; Ο πειρασμός του Καζαντζάκη να περάσει την ανθρώπινη αδυναμία σ’ ένα πρόσωπο κατά κύριο λόγο θεϊκό, συνάντησε τον πειρασμό κάποιων άλλων να καταφύγουν σε μια πολεμική δίχως μέτρο.
      Η ιστορία επαναλαμβάνεται και για άλλη μια φορά μας διδάσκει ότι ορισμένοι δύσκολα διδάσκονται. Η τελευταία ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε, βασισμένη στο έργο του Καζαντζάκη, σημειώνει μεγάλη εισπρακτική επιτυχία αντιμετωπίζοντας συγχρόνως ένα κύμα διαμαρτυριών από χριστιανούς πιστούς. Ο ιταλοαμερικανός Σκορτσέζε, που πριν καταλήξει σκηνοθέτης το 1963 λίγο έλειψε να γίνει παπάς, σχεδίαζε την μεταφορά του «Τελευταίου πειρασμού» στην οθόνη εδώ και δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Μέχρι να καταπιαστεί με τον Ιησού του Καζαντζάκη, έσκυψε με συμπάθεια πάνω απ’ τα λούμπεν αντράκια των «Κακόφημων δρόμων», ακολούθησε το μοναχικό δρομολόγιο ενός «Ταξιτζή», αναρωτήθηκε για τις αντιφάσεις του «Οργισμένου ειδώλου» και σάρκασε μ’ όσα παράδοξα συμβαίνουν συνήθως «Μετά τα μεσάνυχτα». Πριν από πέντε χρόνια αναγκάστηκε να εγκαταλείψει προσωρινά την προσπάθεια της κινηματογραφικής έκδοσης του λογοτεχνικού τολμήματος του Καζαντζάκη. Ένα παρόμοιο εγχείρημα όμως αποτελεί πρόκληση και πειρασμό για τον καθένα. «Ο Τελευταίος πειρασμός του Χριστού» προβάλλεται αυτές τις μέρες στην Αμερική, απασχολεί την Εκκλησία, τον τύπο και τους κινηματογραφόφιλους και αναζωπυρώνει μια πολεμική ηλικίας δεκαετιών.
     Πιστός στο πρωτότυπο, ο Σκορτσέζε επιμένει με την σειρά του στην ανθρώπινη υπόσταση του Ιησού. Οι σχέσεις του τελευταίου με την ρωμαϊκή εξουσία, με τους Ιουδαίους, με την γυναίκα-ενσαρκωμένη από την Μαρία Μαγδαληνή, δεν αντιπροσωπεύουν παρά τις διάφορες όψεις της ανθρώπινης αδυναμίας. Ο πειρασμός του Χριστού λίγο πριν χαθεί, δεν είναι η ηδονή που προσφέρει η σάρκα αλλά η απαλλαγή από ένα βαρύ καθήκον, για χάρη της ζεστασιάς που προσφέρει η γυναίκα ως σύντροφος, τα παιδιά ως προσωπική συνέχεια, η οικογένεια ως καταφύγιο. Επάνω στο σταυρό ο Χριστός είναι έτοιμος να παραδοθεί σε αυτές τις ζωτικές απολαύσεις παρά να ολοκληρώσει το σωτήριο έργο για το οποίο ήταν προορισμένος.
     Η ιταλική καθολική εκκλησία, δεν πήρε ακόμη επίσημη θέση απέναντι στο έργο Σκορτσέζε. Ο πειρασμός είναι σίγουρα μεγάλος αλλά πριν την προβολή της ταινίας στο Φεστιβάλ της Βενετίας οποιαδήποτε στάση θάταν παρακινδυνευμένη .
      Αναμένουμε την παρουσίαση του έργου και στη χώρα μας ελπίζοντας το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα να είναι τουλάχιστον στο ύψος των αντιδράσεων που έχει ήδη προκαλέσει.
Σταυρούλα Παπασπύρου, εφημερίδα Η Αυγή 21/8/1988    
--
Γ) Ο ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ
Του Γιάννη Η. Χάρη, περιοδικό Αντί τχ. 385/21-10-1988, σ.34-
     Ως τη στιγμή που θα διαβάζεται το σημείωμα αυτό θα έχουν περάσει αρκετές ημέρες από τα επεισόδια που συνόδευσαν την προβολή της ταινίας του Μάρτιν Σκορσέζε. Ο Τελευταίος πειρασμός. Τα γεγονότα είναι ευρύτατα γνωστά και σχολιασμένα. Τα πρωτοσέλιδα όλων σχεδόν των εφημερίδων και τα πολυσέλιδα ρεπορτάζ έχουν περιγράψει το θέμα εξαντλητικά. Παράλληλα, κύρια άρθρα και πλήθος σχόλια, δηλώσεις επωνύμων, φορέων κτλ, έχουν ασχοληθεί διεξοδικά με το φαινόμενο των φανατικών πιστών που ξεχύθηκαν με  εικονίσματα, σταυρούς, μαχαίρια και σουγιάδες να καταστρέψουν τους κινηματογράφους που προέβαλλαν τη «βλάσφημη» ταινία. Των πιστών που από τη «θρησκεία της αγάπης» απέσταξαν μονάχα μίσος, και από ολόκληρη την πολιτεία του θεμελιωτή της θρησκείας τους συγκράτησαν το φραγγέλιο με το οποίο θέλησε εκείνος να καθαρίσει τον οίκο του’ φραγγέλιο λοιπόν και αυτοί, όχι όμως για να καθαρίσουν τον οίκο τους, παρά για να σώσουν εμάς, όπως δήλωσαν: ύψιστη θυσία, να αμαρτήσουν αυτοί για να γλιτώσουν την ψυχή τη δική μας.
     Δεν μένει όμως τίποτε να προστεθεί σ’ όλα αυτά. Και οι κρίσεις και οι χαρακτηρισμοί περίσσεψαν: «μισαλλοδοξία», «μεσαιωνικός σκοταδισμός», «θρησκευτικός χουλιγκανισμός», «πνευματική τρομοκρατία», «τραμπουκισμοί», «φασιστικές ενέργειες» και άλλα πολλά επιστρατεύτηκαν για να ορίσουν(και ενδεχομένως να περιορίσουν) τα συγκεκριμένο φαινόμενο. Μαζί, οι περιγραφές για κότσους, τσεμπέρια, μαυροφορεμένες γυναικούλες, ανέραστες και ανέραστους καταληπτικούς κτλ και η καταγραφή των χιουμοριστικών συνθημάτων των θεατών («έξι-έξι-έξι, Ιούδα είσαι σέξι;») να συρρικνώνουν και να εξορίζουν στο χώρο του αυτόχρημα γελοίου μια εξέγερση, σε τελική ανάλυση, της χριστιανικής συνείδησης και πίστης.
     Εδώ υπόκεινται ένα σωρό αυτονόητα’ και αντιστοίχως, λησμονούνται άλλα τόσα:
      Ειπώθηκε ότι τα επεισόδια τα προκάλεσαν κατά κύριο λόγο «μέλη παραεκκλησιαστικών οργανώσεων»-και σ’ αυτό το έρμο «παρά» χωρούν όλοι οι κακοί, και μόνον αυτοί. Αγνοούμε άραγε ή παραβλέπουμε το ρόλο και το έργο των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων, και προπαντός της «Ζωής» και του «Σωτήρα», την ισχύ και την αποτελεσματικότητά τους στην προσέλκυση του κόσμου στην Εκκλησία, ότι αυτές εντέλει είναι η Εκκλησία, σίγουρα ο κύριος κορμός της-και όχι μόνο αυτές, αλλά ακόμη και εκβλαστήσεις του τύπου «Αγία Αθανασία». Με ποιες αφαιρέσεις λοιπόν μιλούμε για Εκκλησία, ποια Εκκλησία, αν όχι τον κόσμο της Εκκλησίας. Πώς διαχωρίζουμε τις παραεκκλησιαστικές οργανώσεις από την Εκκλησία (ή έστω τις «καλές» από «τις «κακές» οργανώσεις, δηλαδή το «καλό» από το «κακό» ποίμνιο!), θαρρείς και πρόκειται για χώρους στεγανούς, σαφώς διακριτούς, που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους ενώ απ’ την άλλη γνωρίζουμε πολύ καλά τη βαθιά, οργανική σχέση ανάμεσα λ.χ. στο κράτος και το παρακράτος, την οικονομία και την παραοικονομία, ή τη δεξιά και την ακροδεξιά, την αριστερά και την άκρα αριστερά κτλ.
     Αξεδιάλυτο το κουβάρι, και ό,τι βγάζουμε από το παράθυρο το μπάζουμε από την πόρτα: να και η Ιερά Σύνοδος, που ενθάρρυνε με τη στάση της τα έκτροπα, να και κάποιοι μητροπολίτες’ αφαιρούμε όμως κι απ’ αυτούς, και μένουμε στον Καντιώτη, τον κακό λοιπόν, που «διορίστηκε επί Χούντας» κτλ., αγνοώντας και πάλι τι εστί Καντιώτης για την Εκκλησία. Οπότε, αφού Καντιώτης απ’ τη μια, διάφοροι άγιοι Πρεβέζης απ’ την άλλη, τραβούμε αποφασιστικά τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην «επίσημη Εκκλησία» (αυτή που το ’21 με τους κοτσαμπάσηδες, το ’67 με τον Παπαδόπουλο και τα λοιπά και τα λοιπά) και στην «Εκκλησία του Χριστού», την «αληθινή διδασκαλία», το «αληθινό νόημα» και άλλα συναφή.
     Άλλωστε, εμείς, αριστεροί είμαστε, και τι μας νοιάζει. Η θρησκεία, το όποιο του λαού. Κι εμείς, από θρησκείες και τέτοια μπερδεμένα δεν ξέρουμε. Βέβαια, αριστεροί είμαστε, δογματικοί δεν είμαστε. Και συνέδρια για τις σχέσεις χριστιανισμού- μαρξισμού οργανώνουμε, και οι φίλοι μας, που τους είπαμε νεορθόδοξους, στην πλαϊνή καρέκλα του Dolce κάθονται, οι- πώς να το κάνουμε-δικοί μας. Πως θα καταδικάζουν οπωσδήποτε τα επεισόδια, εναντίον όλων των φανατισμών (και) αυτοί. Ίσως όχι όλοι-υπήρξαν λ.χ. «οι δηλώσεις γνωστού «νεορθόδοξου» πανεπιστημιακού», όπως διάβασα στην Καθημερινή της 16ης του μηνός. Και του Ψαρουδάκη-μ’ αυτόν πάλι είχαμε μοιραστεί το ίδιο προεκλογικό μπαλκόνι, τα χέρια ενωμένα, ψηλά. Στους «κακούς» τώρα αυτοί. Μαζί με τη δεξιά. Που ίσαμε ερώτηση κατέθεσε στη Βουλή για την πρόκληση του θρησκευτικού συναισθήματος.
     Δυσκόλεψαν ωστόσο τα πράγματα, και πώς να παρακολουθήσουμε τον κυκεώνα αυτόν. Εξού τα άλματα, οι αφαιρέσεις και τα αυτονόητα’ ιδού λοιπόν οι παραεκκλησιαστικές οργανώσεις και τα τσεμπέρια.
Ο Μεσαίωνας.
      Αφού λησμονούμε όλα τα παραπάνω, και ακόμη: το σοσιαλιστή πρωθυπουργό γονατιστό στην Παναγία του Σουμελά, τους υψηλόφρονες λόγους περί ορθοδοξίας του χτεσινού υπουργού Παιδείας Αντώνη Τρίτση και του έως την 31 Μαρτίου 1990 προέδρου της Δημοκρατίας Χρίστου Σαρτζετάκη, ή την απόδοση τιμών αρχηγού κράτους σε μια εικόνα («Άξιον Εστί»). Ακόμη, λεπτομέρεια θεωρούμε τη μετάδοση λ.χ. από το δελτίο ειδήσεων του καταλόγου των υπουργών που «θα μεταβούν κατά το Δεκαπενταύγουστο να προσκυνήσουν» ο κ. τάδε στην άλφα εκκλησιά και ο κ. δείνα στη βήτα’ και μας φαίνεται πια αυτονόητο ότι διδάσκεται υποχρεωτικά το μάθημα των θρησκευτικών στο σχολείο, ότι κάθε Κυριακή μεταδίδεται από δύο κρατικούς ραδιοσταθμούς η λειτουργία’ και αγνοούμε ίσως ότι επί ΠΑΣΟΚ διπλασιάστηκαν οι εκπομπές θρησκευτικού περιεχομένου στο ραδιόφωνο (εντελώς πρόσφατα καταργήθηκαν μερικές, στην προσπάθεια να προσαρμοστεί το κρατικό ραδιόφωνο στον άλλου τύπου κορσέ της «ελεύθερης» ραδιοφωνίας), ότι επί «σοσιαλισμού» στάλθηκε στα σχολεία εγκύκλιος για εκκλησιασμό’ και μετρούμε πόσα χτήματα θα πάρουμε από τους καλογέρους και πόσους δικούς μας θα χώσουμε στα εκκλησιαστικά συμβούλια (εισοδισμός;), λησμονώντας τα περί χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους’ αυτονόητο είναι τέλος ότι στο Σύνταγμα κατοχυρώνεται μεν η ανεξιθρησκία, προστατεύεται δε η «εν Ελλάδι κρατούσα θρησκεία», και συνακόλουθα (;) ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει φυλάκιση για τον «δημόσια και καθ’ οιονδήποτε τρόπον καθυβρίζοντα τον Θεόν».
     Μεσαίωνας λοιπόν προχτές, μόλις, εν αιθρία;
      Ενώ τον προηγούμενο μήνα στη Ρόδο οι αδερφοί Κατσιμίχα οδηγήθηκαν στο αστυνομικό τμήμα και τους υποβλήθηκε μήνυση, έπειτα από αυτεπάγγελτη δίωξη, για εξύβριση των θείων, επειδή κατά τη διάρκεια συναυλίας τους κάποιοι τους πετούσαν πέτρες και διάφορα αντικείμενα, κι εκείνοι διέκοψαν τη συναυλία, προφανώς με κάποιες χριστοπαναγίες.
      Αυτονόητα όλα. Όσο ν’ ανοίξουμε τα μάτια μας μες στο βαθύ σκοτάδι, μόλις μας χτυπήσει στη ράχη η μαγκούρα των πιστών, μόλις η βία γίνει δηλαδή σωματική. Όπως άλλωστε και οι εν λόγω πιστοί, που παίρνουν την μαγκούρα μόλις κινδυνέψει η τσέπη τους (εκκλησιαστική περιουσία) και θίγει η σωματική σχέση τους με το Χριστό τους, όπως αυτοί τον αντιλαμβάνονται. Και βαρούν τότε στα τυφλά, αόμματοι αυτοί, πιστοί πρώτα απ’ όλα στη θρησκεία τους, που παροτρύνει να βγάλουν το μάτι τους αν τυχόν τους σκανδαλίσει. Και, αδελφικά αλληλέγγυοι, ζητούν να βγάλουν και το δικό μας.
Γιάννης Η. Χάρης, περιοδικό Αντί τχ. 385/21-10-1988, σ.34-
--
Δ) Χριστιανικός χομεϊνισμός
Από τον Βασίλη Ραφαηλίδη, εφημερίδα Έθνος 15/10/1988
      Μήπως μερικοί χριστιανοί είναι μουσουλμάνοι και δεν το ξέρουν; Μήπως κάποιοι απ’ τους οπαδούς της θρησκείας της αγάπης έχουν μπερδέψει την αγάπη με το μίσος; Μήπως το «αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν» το εννοούν σαν «αγάπα τον ομόφρονά σου και κάψε στην πυρά όλους τους αντιφρονούντες»; Μήπως ο πιστός που υπερασπίζεται την πίστη του με γροθιές, με κλωτσιές, με ρόπαλα και κάπου κάπου με τα όπλα, δεν έχει άλλους πνευματικότερους τρόπους να την υπερασπιστεί; Μήπως οι λιγότερο πνευματικοί άνθρωποι είναι οι θρησκομανείς και θρησκόληπτοι; Μήπως η κατεξοχήν πνευματική θρησκεία, ο χριστιανισμός, έχει εκπέσει σε μια πρωτόγονη ειδωλολατρία; Μήπως ο καλύτερος τρόπος για να παραμείνει κανείς καλός χριστιανός είναι να ξεκόψεις οριστικά απ’ το μαινόμενο πλήθος των χριστιανών βανδάλων που δέρνουν, που καταστρέφουν, που αφαιρούν με τη βία απ’ τον άλλο το δικαίωμα να έχει προσωπική άποψη και για τούτον και για τον άλλον κόσμο;
Μήπως κάποιες θρησκευτικές αιρέσεις είναι μια μορφή διαρκούς δικτατορίας; Μήπως όλα αυτά τα οικτρά ανθρωπάκια, που σείοντας σταυρούς και λάβαρα επιτίθενται κατά των «αντίχριστων», δεν είναι παρά ολικά αποκτηνωμένοι βάρβαροι, ολικά άσχετοι προς την ίδια τους την θρησκεία; Μήπως η πίστη τους δεν είναι παρά μια αυταπάτη, που έχει ανάγκη από περιφρούρηση για να λειτουργήσει ως ψευδής συνείδηση;
Μήπως η πίστη τους δεν είναι παρά ένας φόβος, ένας βαθύς και καταστροφικός φόβος θανάτου;
Μήπως ο Χριστός έκανε λάθος που θυσιάστηκε γι’ αυτά τα ολικά ανίκανα για κάθε μορφή θυσίας κτήνη;
Μήπως θα πρέπει να οργανώσουμε την άμυνά μας, για να προφυλαχτούμε απ’ το μένος αυτών των βανδάλων που παριστάνουν τους χριστιανούς;
Μήπως θα πρέπει να διδάξουμε το χριστιανισμό εμείς οι λιγότερο καλοί χριστιανοί, που ωστόσο τον γνωρίζουμε και τον σεβόμαστε, ακριβώς γιατί τον γνωρίζουμε;
Μήπως πρέπει να δημιουργούμε συνεχώς πειρασμούς για τους χριστιανούς, για να δούμε ποιοι απ’ αυτούς θα τους νικήσουν τελικά και θα παραμείνουν χριστιανοί;
Μήπως ο βαθύτατα θρησκευόμενος Μάρτιν Σκορσέζε, που κάποτε πήγαινε για παππάς και που γνωρίζει το χριστιανισμό όσο λίγοι, γύρισε τον «Τελευταίο πειρασμό» ίσα ίσα για να βάλει σε πειρασμό τους ομόφρονές του, κάνοντας ένα είδος τέστ;
Μήπως λοιπόν έχουμε τώρα την σπάνια ευκαιρία να δούμε ποιοι είναι χριστιανοί και ποιοι νομίζουν πως είναι χριστιανοί, ενώ δεν είναι παρά μουσουλμάνοι μεταμφιεσμένοι σε χριστιανούς, έτοιμοι να κηρύξουν τον ιερό πόλεμο, σαν γνήσιοι οπαδοί του Χομεϊνί; Ο χομεϊνισμός δεν αφορά μόνο τους μουσουλμάνους. Αφορά όλους τους θρησκομανείς όλων των θρησκειών.
Βασίλης Ραφαηλίδης, εφημερίδα Έθνος 15/10/1988
--
Ε) Και μη εισενέγκης ημάς εις-τελευταίον-πειρασμόν…
Από την ΕΛΕΝΑ ΑΚΡΙΤΑ, εφημερίδα Έθνος 15/10/1988
Προσωπικά ο Μάρτιν Σκορσέζε μου αρέσει. Ο Νίκος Καζαντζάκης δεν μου αρέσει….
(ας μου συγχωρήσουν οι κριτικοί κινηματογράφου και βιβλίου τον αφοριστικό τόνο) αλλά, σαν θεατής και σαν αναγνώστης, δικαιούμαι να εκφράσω άποψη).
     Έχω διαβάσει τα περισσότερα κείμενα του Καζαντζάκη. Προσπάθησα, φιλότιμα, να ανακαλύψω τις λογοτεχνικές αρετές που τον κατατάσσουν στους μεγάλους Έλληνες συγγραφείς αλλά, ομολογώ, δήλωσα αδυναμία.
     Δική μου η αδυναμία, όχι του Καζαντζάκη. Το πιθανότερο είναι ότι εγώ δεν διαθέτω την ικανότητα και την ευαισθησία που πρϋποθέτει η αναγνώριση ενός σπουδαίου έργου.
     Αυτά σαν πρόλογος-πριν τοποθετηθούμε σχετικά με τον «Τελευταίο πειρασμό». Έναν πειρασμό που τροφοδότησε τα πάθη στους δρόμους της Αθήνας κι έγινε αφορμή φανατικών επεισοδίων από εξαγριωμένους παραεκκλησιαστικές οργανώσεις.
     Έχω νιώσει στο πετσί μου τις οργανώσεις αυτές. Πριν δύο χρόνια μία κυρία-μέλος τους μ’ έστειλε στα δικαστήρια γιατί θεώρησε «βλάσφημη» μια σειρά κειμένων  μου βασισμένων στην Παλαιά Διαθήκη.
      Βρέθηκα κατηγορουμένη, σε μια αίθουσα δικαστηρίου, περιστοιχισμένη από μαυροντυμένες Ερινύες που όχι αγάπη και γλυκύτητα δεν ελόχευε στο βλέμμα τους αλλά γυμνό, καθαρό μίσος και μόνον. Διέκοπταν την διαδικασία με φρικτές κατάρες, έβριζαν τους δικαστές και, τελικά, ο ανείπωτος εφιάλτης έφτασε στο αμόκ του όταν το Τριμελές, παμψηφεί, με αθώωσε.
     Αυτές οι κυρίες, προχτές βράδυ, κατέκλυσαν οδούς και λεωφόρους απειλώντας με πύρινες ρομφαίες πιθανούς θεατές και ανύποπτους περαστικούς. Οι αυτόκλητοι «θεοί» ανέλαβαν να προστατέψουν την πόλη από τους «δαίμονες», μέχρι που, «θεοί και δαίμονες» έγιναν ένα, ακολούθησαν επεισόδια, συμπλοκές-ήρθαν ύστερα τα δακρυγόνα να ολοκληρώσουν το ντεκόρ του παραληρήματος και του έξαλλου μαιναδισμού.
     Γιατί, για μαιναδισμό πρόκειται. Για παρεκκλησιαστικό χουλιγκανισμό. Γυναίκες με κουμπωμένους γιακάδες, κότσους και στιφά χείλη-αυτές οι γυναίκες, οι «αδελφές του ελέους», οι «πρέσβειρες της αγάπης» πήραν υπό μάλης κάποιους κυρίους ασορτί και  ξεχύθηκαν πανέτοιμες και πολεμοχαρείς για πάσης φύσεως βιαιότητα.
     Δε ξέρω που είναι και που ζούν τα άτομα αυτά τα τελευταία χρόνια. Πού είναι και που ζουν οι αυτόκλητοι κλειδοκράτορες των χρηστών μας ηθών. Γιατί ποτέ δεν αντιδρούν στους πολέμους, στην αγριότητα; Στα πτώματα που κείτονται, κάθε βράδυ, στις Ειδήσεις των Δελτίων; Στα παιδιά που πεθαίνουν από ασιτία; Στον πολιτικό κυνισμό που-σαν βαμπίρ-τρέφεται από το αίμα αθώων; Στους εμπόρους του λευκού θανάτου, αυτούς τους στυγνότερους μισθοφόρους του εικοστού αιώνα; Που είναι; Γιατί, μέσα σε έναν κόσμο παράνοιας κι οδύνης, παραμένουν σιωπηλοί, αδιάφοροι και απαθείς;
     Όμως όχι! Στον «Τελευταίο Πειρασμό» πυροδοτήθηκαν. Αυτός τους την έδωσε, αυτός τους οδήγησε σε θρησκευτική φρενίτιδα.
     Δεν συμφωνώ, πάντα, σαν πολίτης, με τις δηλώσεις των εκάστοτε κυβερνητικών εκπροσώπων. Αυτή τη φορά όμως, ο Σωτήρης Κωστόπουλος, τοποθετήθηκε ορθά-κοφτά προς πάντα ενδιαφερόμενο: Όχι, δεν θα επιστρέψουμε στα χρόνια του σκοταδιού και στα ψαλίδια της λογοκρισίας. Η ταινία θα παιχτεί. Και σ’ όποιον αρέσει.
     Σε τελευταία ανάλυση, όποιος δεν θέλει να τη δει ας μείνει σπίτι του. Δεν ξέρω αν το προσέξατε αλλά, η Κυβέρνηση, δεν μας υποχρεώνει διά ροπάλου να τη δούμε. Ελεύθερη επιλογή είναι εδώ, όχι η αναγκαστική φορολογική μας δήλωση.
ΥΓ. Πάντως, αν κάποιος μάνατζερ του Χόλιγουντ έχει επινοήσει όλη αυτή την ιστορία,  μπράβο! Εγώ του βγάζω το καπέλο. Καλύτερη promotion ταινίας απ’ αυτή την παγκόσμια «κατακραυγή» δεν θυμάμαι να έχει υπάρξει!
Έλενα Ακρίτα, εφημερίδα Έθνος 15/10/1988  
--

ΣΤ) Η βία του «Πειρασμού»-Φως από το σκοτάδι…
Μιχάλης Γ. Μερακλής, εφημερίδα Έθνος 19/10/1988
     Την περασμένη εβδομάδα βρέθηκα για λίγες μέρες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Περπατώντας σ’ ένα δρόμο του Μονάχου, παρατήρησα στο απέναντι πεζοδρόμιο μια μακριά ουρά. Μακριά ουρά στη Γερμανία; Παραξενεύτηκα. Κοίταξα καλύτερα. Ήταν μπροστά από έναν κινηματογράφο, όπου προβαλλόταν η θρυλική ταινία, ο «Τελευταίος πειρασμός».
     Καρτερικά, δίχως φόβο, περίμεναν οι άνθρωποι στη σειρά, να πλησιάσουν στο ταμείο. Γύρω έβραζε η ζωή στο κεντρικό δρόμο. Ένας άλλος κινηματογράφος, λίγο πιο πέρα, προέβαλε ένα πορνό. Στο ταμείο κανείς. Αυθόρμητα τα δύο ταμεία έγιναν δύο σύμβολα, μου παρασταίνανε μια σύγκρουση, μιάν αντιπαράθεση.
      Είπα μέσα μου συγκινημένος: τίποτα δεν έχει ακόμα χαθεί σ’ αυτό το αδυσώπητο πόλεμο του καιρού μας ανάμεσα στο πάνω και στο κάτω, ανάμεσα στην εξαχρειωμένη και την εξευγενισμένη ζωή. Κι ένιωσα ένα τρυφερό σκίρτημα μέσα μου για τον τόπο μου, για την Ελλάδα, που δεν έπαψε να βγάζει αγωνιστές του ιδανικού-ένας τέτοιος είναι και ο Καζαντζάκης-, στο πείσμα τόσων ιστορικών αντιξοοτήτων.
      Επιστρέφοντας στην Ελλάδα έμαθα για τα γεγονότα της Πέμπτης, της 13ης Οκτωβρίου. Για οργανωμένες ομάδες φανατικών θρησκόληπτων, που έτρεχαν αγελαίοι στους κινηματογράφους για να τους κάψουν και να τους καταστρέψουν-και τους έκαιγαν και τους κατέστρεψαν-επειδή προβαλλόταν εκεί η ταινία του Σκορτσέζε και του Καζαντζάκη.
      Πόσοι ήταν αυτοί οι φανατικοί; Περίπου, δύο χιλιάδες. Και βέβαια δύο χιλιάδες δεν είναι τίποτα, δεν είναι παρά μια δυσδιάκριτη κουκίδα στην απεραντοσύνη των εκατομμυρίων της Αθήνας. Μπορεί λοιπόν το πράγμα, πέρα από τις υλικές φθορές και τις ζημιές που προκάλεσε, να μην έχει καμιάν άλλη σημασία. Δεν πρέπει να γίνεται λάθος-που ωστόσο γίνεται συχνά-, μια μειοψηφία να εκλαμβάνεται σαν μια πλειοψηφία.
Ευλογία…
Αν το θέμα αποκτά, ενδεχομένως, ιδιαίτερη σημασία, αυτή θα οφείλεται στο γεγονός, ότι οι τρομοκρατικές, σκοταδιστικές αυτές ομάδες είχαν την ευλογία της Συνόδου, του ανωτάτου οργάνου που διέπει και κατευθύνει την εκκλησία, το χριστιανικό πλήρωμά της. Όμως και εδώ τίθεται ένα ερώτημα, από το οποίο μπορεί και να εκπηγάζει μια αισιοδοξία:
     Πόσο ελέγχει και κατευθύνει η Σύνοδος το εκκλησιαστικό πλήρωμα στο σύνολό του, ή, έστω, στο μεγαλύτερο μέρος του, στην πλειονότητά του, σε ορισμένα θέματα, όπως αυτό της επίμαχης ταινίας;
      Μετά τις πρώτες βαναυσότητες και μεσαιωνικές χυδαιότητες οι άνθρωποι ξεθαρρεύτηκαν, τρέχουν να δουν την ταινία κατά χιλιάδες. Την Πέμπτη οι τρομοκράτες σταυροφόροι έσπαζαν και έκλαιγαν, τη Δευτέρα διαβάζαμε ήδη στις εφημερίδες, ότι τεράστιες ουρές περίμεναν για καθεμιά προβολή στους πέντε κινηματογράφους που παρουσίαζαν τον «Τελευταίο πειρασμό». Στους πιο απομακρυσμένους τα εισιτήρια έφταναν τουλάχιστον τα 1.200 καθημερινά, στους κεντρικούς υπερέβαιναν τα 1.500.
     Μου είναι λοιπόν αδύνατο να διανοηθώ, ότι όλες αυτές οι χιλιάδες των επισκεπτών του «Τελευταίου πειρασμού» είναι αποκλειστικά άθρησκοι, βρίσκονται έξω από την εκκλησία. Απεναντίας θεωρώ πολύ λογικό να δεχτώ, ότι ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς είναι κανονικοί χριστιανοί, οι οποίοι, απλώς, δεν συμμερίζονται τις σκοταδιστικές εξαλλότητες ευάριθμων ιδεοληπτικών ή αμόρφωτων ατόμων και-το πολύ σπουδαιότερο και σημαντικότερο-δεν συμμερίζονται την ενθάρρυνσή τους και την ευλόγησή τους από τη Σύνοδο. Κα είναι αυτό ακριβώς το σημείο που θέλω να τονίσω, ως ένα παρήγορο σημάδι των καιρών, ως ένα βέβαιο τεκμήριο προόδου και ανάπτυξης του λαού μας: η βάση, όπως λέμε, αρνείται να υποταχθεί τυφλά στην ηγεσία της, μολονότι δεν παύει να την αναγνωρίζει. Η βάση έχει ξεπεράσει την ηγεσία της!
Το… θέαμα
     Σ’ αυτή, λοιπόν, την πτυχή του αλλόκοτου σπονδυλωτού-όπως απλώνεται ή πρόκειται να απλωθεί και σε άλλες πόλεις-δρωμένου και θεάματος, που παίζεται στους δρόμους, τις εκκλησιαστικές οργανώσεις και τους ναούς, πρέπει να πέσει άπλετο-και ελπιδοφόρο-φως. Οι μητροπολίτες και οι άλλοι εκκλησιαστικοί ταγοί, από τη  μια μεριά, εκδίδουν εγκυκλίους, βγάζουν κηρύγματα πύρινα στους άμβωνες, απειλούν, προτρέπουν σε βιαιοπραγίες, άβουλα όργανα που εκστασιάζονται γύρω τους. Και, από την άλλη μεριά, το μεγάλο πλήθος των πιστών, που αρνείται να συρθεί ξανά στο Μεσαίωνα, χωρίς να αρνείται τη χριστιανική πίστη του.
     Η εκκλησιαστική ηγεσία κανονικά θα έπρεπε να κάνει ό,τι όφειλε να κάνει και κάθε άλλη ηγεσία, που ενδιαφέρεται να μη βρίσκεται σε διάσταση με τη βάση της. Η εκκλησιαστική ηγεσία θα έπρεπε να συλλάβει το μήνυμα, το οποίο είναι σαφές: ο «ευσεβής λαός» δεν είναι διόλου διατεθειμένος να μεταβληθεί σε μεσαιωνικό όχλο και συρφετό’ η σύγχρονη χριστιανική αντίληψη δεν μπορεί να ταυτίζεται με τη μεσαιωνική χριστιανική αντίληψη.
     Σ’ αυτούς τους σύγχρονους πιστούς θέλω ν’ αφιερώσω δύο παραθέματα από επιστολές του Καζαντζάκη, να τους τονώσω, αν μπορώ να το πω έτσι, το ηθικό, να τους ενθαρρύνω στην ανυπακοή και την ανταρσία τους στις βουλές μιάς ηγεσίας, που σε πολλά δεν θέλει να συντονίσει το βηματισμό  της με την ιστορία.
     Το Μάϊο του 1954 ο Καζαντζάκης έλαβε από τον εκδότη του στη Γερμανία ένα τηλεγράφημα, που του έλεγε πως ο «Τελευταίος πειρασμός» έχει μπει στο παπικό Index. Έγραψε τότε σ’ έναν ξένο φίλο του νεοελληνιστή: «Κατάπληξη μου κάνει πάντα η στενοκεφαλιά κι η στενοκαρδιά των ανθρώπων’ να ένα βιβλίο, που το έγραψα με βαθιά θρησκευτική έξαρση, με φλογερή αγάπη για το Χριστό, κι ο αντιπρόσωπος του Χριστού, ο Πάπας, δεν καταλαβαίνει τίποτα, δεν νιώθει τον χριστιανικόν έρωτα που γράφηκε και το καταδικάζει!
Αδιάβαστοι
Κι όμως είναι σύμφωνο με την αθλιότητα και τη σκλαβιά του σημερινού κόσμου να καταδικάζουμαι…»
     Στον ίδιο φίλο του έγραφε λίγες μέρες αργότερα: «Ο Καπετάν Μιχάλης» τρικυμίζει ακόμα τα αίματα των Ελλήνων’ ο μητροπολίτης Χίου το κατάγγειλε ως αισχρό, προδοτικό κι αντιθρησκευτικό και πως βρίζει την… Κρήτη! Φαντάζεστε λοιπόν σε τι βαρβαρότητα κυλιέται η πατρίδα μου, δηλαδή οι επίσημοι Έλληνες, θρησκευτικοί και πολιτικοί!
     Κι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αμερικής συνήλθε και κατεδίκασε ως «αισχρότατο, ως άθεο και προδοτικό τον «Τελευταίο πειρασμό» κι ομολογεί πως δεν το διάβασε παρά στηρίχτηκε σε άρθρα της «Εστίας»! Κι εγώ κάθομαι εδώ στη μοναξιά, ήσυχος, αφοσιωμένος στο χρέος μου και δουλεύω όσο μπορώ την ελληνική γλώσσα και το αιώνιο ελληνικό πνεύμα….»
Μιχάλης Γ. Μερακλής, εφημερίδα Έθνος 19/10/1988
--
Σημείωση:
     Μεταφέρω στο ιστολόγιο έξι κείμενα της εποχής που προβλήθηκε η ταινία «Ο Τελευταίος Πειρασμός», υπογεγραμμένα από άντρες και γυναίκες συγγραφείς προβεβλημένους και καταξιωμένους. Κείμενα που φωτίζουν το κλίμα, την ατμόσφαιρα και τις συνθήκες που επεκράτησαν το 1988 όταν ορισμένοι κινηματογράφοι πρόβαλαν την ταινία, «Τελευταίος Πειρασμός». Τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν από τον εκκλησιαστικό και παραεκκλησιαστικό χώρο, αλλά, και τις αναμενόμενες από την άλλη πλευρά αντιδράσεις, ανθρώπων του πνεύματος και της τέχνης, καλλιτεχνών, δημοσιογράφων, διανοούμενων από όλο το πολιτικό φάσμα της περιόδου εκείνης. Συγγραφείς, που δεν ασπάσθηκαν τις θέσεις της επίσημης εκκλησίας, καυτηρίασαν τα αντιδημοκρατικά και βίαια γεγονότα, τις πράξεις βίας και καταστροφής, άτομα της τέχνης που δεν δέχτηκαν την προληπτική λογοκρισία που ζητούσε η επίσημη διοίκηση της εκκλησίας και οι φορείς της. Δεν αυτολογοκρίθηκαν και παρακολούθησαν την προβολή της ταινίας, όταν ηρέμισαν κάπως τα πράγματα. Οι περισσότεροι, όπως και εγώ, την είδα κανονικά στον κινηματογράφο Έμπασσυ στο Κολωνάκι, μετά την ηρωική μας έξοδο από την Όπερα.
 Αν εξαιρέσουμε το πρώτο κείμενο, αυτό του καθηγητή κύριου Βρασίδα Καραλή που αφορά το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη και όχι την προβολή της ταινίας και την μεταφορά της στην μεγάλη οθόνη από τον αμερικανό εμπορικό σκηνοθέτη Μάρτιν Σκορτσέζε, τα άλλα κείμενα αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα στα επεισόδια και στην στάση των εκκλησιαστικών παραγόντων. Ο Πειραιώτης καθηγητής Πανεπιστημίου Βρασίδας Καραλής, επαναπροσανατολίζει τις ερμηνευτικές μας σταθερές για το μυθιστόρημα αυτό του Κρητικού συγγραφέα. Οι απόψεις του είναι αρκετά προωθημένες για το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξετάζεται το έργο από τους κατά καιρούς κριτικούς και λάτρεις της Καζαντζακικής τέχνης. Οι ιδέες που εκφράζει για το μυθιστόρημα, ξεφεύγουν από τα γνωστά ερμηνευτικά μανιχαϊκά κλισέ για τον Καζαντζάκη που υιοθετούνται ακόμα και από πρόσκαιρους αναγνώστες του και προχειρολόγους πιστούς που εκ των προτέρων έχουν αρνητική στάση για τον ίδιο και την δημιουργία του. Πιστός-Άπιστος, Χριστιανός-Άθεος, Ορθόδοξος-Οικουμενιστής κλπ. Σχηματικοί γενικόλογοι αφορισμοί για να μην επικεντρωθούμε στην ουσία και την αλήθεια του έργου και του δημιουργού. Οι θέσεις του Καραλή, δεν αφορούν μόνο την τεχνική της μυθιστορηματικής τέχνης του Καζαντζάκη, την φιλοσοφία της ζωής του, και την στάση που κράτησε απέναντι στα ιερά Σύμβολα της εκκλησίας, της παράδοσης και του δυτικού πολιτισμού. Και πως αυτή η προσωπική του καθαρά θέαση του κόσμου της θρησκείας και των συμβόλων της απεικονίζεται μέσα στο δαιδαλώδες κάπως έργο του. Τον θρησκευτικό σχεδιασμό πολλών μυθιστορημάτων του, τον θεολογικό οραματισμό του ίδιου του Καζαντζάκη. Ο Καραλής εισάγοντας έναν όρο που δεν προέρχεται από τον κόσμο της πεζογραφίας ή της ποίησης, την «αυτόνομη ατομικότητα» του ανθρώπου,  εντοπίζει το πρόβλημα στην ανακολουθία των πιστεύων του Κρητικού συγγραφέα καθώς αυτά αλλάζουν, μεγαλώνοντας ηλικιακά ο Καζαντζάκης. Αν κατανοώ σωστά «αυτόνομη ατομικότητα» είναι η νέα ταυτότητα του ευρωπαίου ατόμου των μοντέρνων και μεταμοντέρνων καιρών της ευρωπαϊκής ηπείρου. Μια ταυτότητα που καλλιεργήθηκε από στοχαστές, φιλοσόφους, διανοούμενους, πολιτικές φυσιογνωμίες,  αλλάζοντας ριζικά την ιδιοπροσωπεία του δυτικού ανθρώπου μέσα στην καινούργια περιπέτεια της Ιστορίας. Απελευθερώνοντας το άτομο σαν μονάδα από τα δεσμά της θρησκευτικής παράδοσης, των μεταφυσικών δοξασιών, των κανόνων δικαίου που πήγαζαν από μια ανωτάτη θρησκευτική αρχή που κατοικοεδρεύει κάπου στο σύμπαν με συγκριμένο και αυστηρά περιορισμένο πρόσημο προσανατολισμού αναφορών και λειτουργίας των δομών της κοινωνίας. Με προκαθορισμένη σκοποθεσία του κόσμου και των ανθρώπων. Το άτομο στον 20ο αιώνα κατόρθωσε να κερδίσει την εαυτότητά του, την κοινωνική του αυτοδιάθεσή, την προσωπική του χειραφέτηση, την διαχείριση του σώματός του. Αυτό ήταν ένα κατόρθωμα που δεν είχε ίσως βιώσει-σε τόση εύρος-σε προγενέστερες χρονικές περιόδους της πολιτισμικής του εξέλιξης. Μια αυτονομία που είχε και το τίμημά της. Ο άνθρωπος και το σώμα του εργαλιοποιήθηκαν από τα διάφορα πολιτικά και κοινωνικά συστήματα. Αντάλλαξε δηλαδή την κυριαρχία του Πάπα πάνω στην ζωή του με την κυριαρχία του Αυτοκράτορα ή Βασιλέα, και αυτήν με του αφέντη Εργοδότη. Τα ιερά Σύμβολα που προέρχονταν από τις θρησκευτικές παραδόσεις και ποδηγετούσαν την ζωή του χωρίς να απεμπολήσουν την ιερότητά τους μετετράπησαν σε κοινωνικά ή πολιτικά, χωρίς να χάσουν την ισχύ τους στις συνειδήσεις και τις ψυχές των ανθρώπων. Θεωρώ, πέρα από τις ερμηνείες που ο καθένας και η κάθε μία κριτικός ή αναγνώστης δίνει στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη, δεν μπορούμε εκ των υστέρων να τον μεμφθούμε για ιδεολογική ανακολουθία, Το άτομο Καζαντζάκης υπήρξε ένας συνεπής αγωνιστής, που μάτωσε για τις ιδέες του. Στον ιδιωτικό του βίο, δεν ήταν μια περιφερόμενη ανεμοδούρα που πήγαινε όπου το συμφέρον του τον προσκαλούσε. Το τι κατά βάθος πίστευε μέσα του, μόνον εκείνος και ο προσωπικός του χρόνος το γνωρίζουν.
Το κείμενο της κυρίας Σταυρούλας Παπασπύρου, έχει διπλή ματιά. Λαμβάνει υπόψη της τόσο την συγγραφική πορεία του συγγραφέα όσο και εκείνη του σκηνοθέτη. Το κείμενο της αναφέρεται στις κοινές οπτικές τους πριν ακόμα προβληθεί η ταινία στην Ελλάδα με τις γνωστές αντιδράσεις. Το βάρος πέφτει στην ανθρώπινη φύση του Χριστού με ότι αυτό συνεπάγεται στην άλλη του συμβολιστική και μεταφυσική χαρακτηρολογία στην πορεία της μέσα στον ιστορικό χρόνο.
Το κείμενο του κυρίου Γιάννη Η. Χάρη χωρίς να αγνοεί το θέμα, οι ερμηνευτικές του προεκτάσεις, υπερβαίνουν τα πλαίσια της θρησκευτικής ή εκκλησιαστικής προσέγγισης. Μας μιλά για τα πολλαπλά και υπόγεια ρεύματα του φανατισμού που διαρρέουν ολόκληρη τη ελληνική κοινωνία, συμπεριλαμβανομένων και των κρατικών δομών και πολιτικής εξουσίας, αλλά και ημών των κατοίκων.
Το μονόστηλο του Βασίλη Ραφαηλίδη κινείται μέσα στις γνωστές και αποδεκτές θέσεις και ιδέες που εξέφραζε όσο ζούσε ο σπουδαίος αυτός κριτικός κινηματογράφου και κοινωνικός αναλυτής. Ένας αυθεντικός μαρξιστής διανοούμενος, που πίστευε ότι μόνο με την παιδεία και την μόρφωση μπορεί να βελτιωθούν οι συνθήκες ζωής των ανθρώπων. Τα κείμενα του Βασίλη Ραφαηλίδη είναι μια σκληρή και συνεχής κριτική απέναντι στην αστική τάξη και των εκπροσώπους της.
Το κείμενο της συγγραφέας Έλενας Ακρίτας, εστιάζεται πέρα από την συμπεριφορά των φανατισμένων γυναικών και των συμπεριφορών τους, και στις προσωπικές της δικαστικές περιπέτειες  από τις φανατισμένες αυτές υπάρξεις. Τα βιβλία που αναφέρεται κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κάκτος.
Το κείμενο του κυρίου Μιχάλη Γ. Μερακλή που γράφτηκε με αφορμή ενός ταξιδιού του στο εξωτερικό, είναι ένα προτρεπτικό καλών προθέσεων κείμενο προς την ηγεσία της εκκλησίας. Μας μιλά για την διάσταση απόψεων του απλού πιστού και της διοίκησης της εκκλησίας του. Του αγνού φρονήματος πίστης του λαού και των σκοπιμοτήτων των εκκλησιαστικών ηγετών. Διακριτικό και προσεχτικά διατυπωμένο, στηλιτεύει με ευγένεια τις παθογένειες της διοικούσης εκκλησίας.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
11 Ιουλίου 2018