Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

ΟΥΡΑΝΟΣ ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ

ΦΕΡΕΫΝΤΟΥΝ ΦΑΡΙΑΝΤ

Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ
Πρόλογος: Γιάννης Ρίτσος
Εκδόσεις «ΓΝΩΣΗ» Άνοιξη 1995, Ξένη Ποίηση 15,
σ. 56, δρχ. 1560
Στην 8η σελίδα σχέδιο του Γιάννη Ρίτσου από το προσωπικό αρχείο του Φερ. Φεριάντ. Τα καλλιγραφικά ποιήματα είναι του Πέρση καλλιγράφου Hamid Esteghamati (Χαμίντ Εστεγάματι).
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΦΑΡΙΑΝΤ
    Πριν από λίγο καιρό, ο Πέρσης ποιητής Φερεϋντούν Φαριάντ, μου έφερε την τελευταία του ποιητική συλλογή (ανέκδοτη ακόμη), με τον τίτλο «Ουρανός χωρίς διαβατήριο», μεταφρασμένη απ’ τον ίδιον στα ελληνικά. Έμεινα έκπληκτος. Κάτω απ’ την αδέξια μετάφραση διέκρινα ένα εξαιρετικό ταλέντο. Μια ποίηση πυκνή, επιγραμματική, που, ασφαλώς, έχει δεχτεί την επίδραση της μεγάλης αρχαίας περσικής ποίησης, αλλά ταυτόχρονα, και την επίδραση των σύγχρονων αισθητικών ρευμάτων.
     Κύριο γνώρισμα αυτών των ποιημάτων είναι η απλότητα, η ακρίβεια, η καθαρότητα, χωρίς περιττά στολίδια, χωρίς διακοσμητικά στοιχεία κι εύκολους λυρισμούς. Ωστόσο, μέσα σ’ αυτή την απλότητα, ξαφνικά παρεμβαίνει ένας στίχος παράδοξος, ένας στίχος εντελώς απροσδόκητος-κι αυτός ακριβώς ο στίχος δίνει μια νέα διάσταση σε όλο το ποίημα, φωτίζει μ’ ένα νέο φωτισμό κάθε λέξη του ποιήματος, μεγεθύνοντας την αισθητική του σημασία και αξία. Μια ποίηση αληθινά αξιοθαύμαστη.
                                     Γιάννης Ρίτσος
Αθήνα, Σεπτέμβρης 1989
1
Φύτεψα λέξεις στο χαρτί.
Φύτρωσε ένα δέντρο με πλατιά φύλλα.
2
Τρία δέντρα, δύο άσπρα κουνέλια,
 μια άδεια καρέκλα.
Εγώ λείπω.
4
Φυλακισμένα ποιήματα χρόνια και χρόνια.
Οι λέξεις αιωρούνται σαν ανεκπλήρωτες επιθυμίες.
Περιμένουν.
5
Καλύπτω τις τρύπες
με φεγγάρι, με ποιήματα
ή με τα φιλιά σου.
6
Περνώντας από μια νύχτα στην άλλη
έχασα τη λάμπα μου.
7
Σκοτωμένοι, σκοτωμένοι, κι άλλοι κι άλλοι.
Ουρανός πώς να βγάλει τα μαύρα του-
8
Η μοναξιά μ’ έφερε κοντά στα πουλιά.
Μ’ έμαθε να πετάω.
10
Πόλεμοι, χρόνια, σκοτωμένοι.
Περισσότερο γερνάνε οι μητέρες.
11
Τα δέντρα στον ουρανό.
Ο ήλιος στη γη.
Ασκούμαι στην ποίηση.
13
Στον μαυροπίνακα της νύχτας
μ’ ένα κομμάτι κιμωλία γράψε:
φως, φως, φως.
Ποιητής είσαι.
15
Ρολόι του ηλιοτρόπιου
στο χέρι του καλοκαιριού.
Δώδεκα η ώρα μεσημέρι
των πουλιών.
16
Μάταιο γαλάζιο,
μάταιη αναμονή,
πολλές πέτρες.
Τα φιλιά μας γεράσανε.
17
Αποταμίευσε το φως,
έχεις μπροστά σου πολλούς δρόμους,
πολλές νύχτες.
18
Κοιτάζομαι στον καθρέφτη.
Εσένα βλέπω.
Εσύ με βλέπεις;
19
Εγώ γράφω.
Η μικρή αδελφή μου
κεντάει πεταλούδες
στα περιθώρια του ποιήματός μου.
22
Ερειπωμένος κόσμος,
καμένη ιστορία,
αρχεία πεταμένα στους δρόμους
χωρίς άλογο, χωρίς τροχό, χωρίς σημαία.
Κι ένα κοτσύφι
μάταια προσπαθεί
να θυμηθεί το τραγούδι του.
23
Επαναστάσεις, πόλεμοι, πραξικοπήματα,
και πάλι, και πάλι, και πάλι.
Κι ένας τυφλός ζητιάνος
μ’ ένα κλουβί πουλιού στο χέρι
περνάει χτυπώντας το ραβδί του
στο σκοτεινό δρόμο.
24
Του φεγγαριού το καναρίνι
στο κλουβί της βροχής.
25
Τα φιλιά που μού ‘δωσες χτές βράδυ
τα φύτεψα στη γη.
Ένα μεγάλο δέντρο φύτρωσε.
Ανεβαίνω στην κορφή του.
Φτάνω κάπου, που δεν ξέρεις
ούτε εσύ ούτε εγώ.
26
Εγώ και το άγαλμα
δανειζόμαστε τα φτερά του σπουργιτιού
και στον ουρανό του ανεξήγητου
πετάμε.
27
Μαραμένα λουλούδια στο βάζο
Αδιάβαστα βιβλία.
Μισοτελειωμένα ποιήματα.
Έριξαν τα κλειδιά στο πηγάδι.
28
Σκοτάδι.
Σηκώνομαι απ’ την πέτρα,
κόβω απ’ τη λεύκα ένα φύλλο
και σκουπίζω τους καθρέπτες μου.
29
Ξέρεις;
Αυτός που δίνει σήμα
στα καράβια
δεν είναι ο φάρος
αλλά ο φαροφύλακας.
30
Ούτε φεγγάρι ούτε άστρο ούτε τριζόνι.
Κλείσιμο δίχως τοίχους.
Με την αιχμή του μολυβιού μου
ανοίγω μια τρύπα στη νύχτα.
Εκτινάζεται φως.
31
Τη γλώσσα της ποίησης την έμαθα
απ’ τ’ άστρα, απ’ τα πουλιά, απ’ τα φύλλα
κι απ’ τους πλανόδιους τροχιστές.
33
Ο ήλιος φεγγοβολάει σαν πάντα
σκληρός κι αδιάφορος.
Σήμερα σκοτώσαν δώδεκα παλικάρια.
Δώδεκα μαυροφορεμένα χελιδόνια
κάθισαν στα όρθια ντουφέκια τους.
34
Μιλάω στο δέντρο.
Το δέντρο δίνει το μήνυμά του στον ουρανό.
Ο ουρανός γίνεται πιο γαλάζιος.
36
Έρημα σπίτια,
έρημοι δρόμοι,
πολλά πηγάδια,
Εγώ
έπεσα στον ουρανό.
38
Όλα τα δέντρα δικά σας.
Δώστε μου μόνο ένα φύλλο
να βάλω στο πέτο μου
ή στο ποίημά μου.
40
Σε κάθε παύση σκοτεινή,
ανάμεσα στις λέξεις σου,
βάζεις ένα άστρο.
41
Παρέα μου και χαρά μου
τα πρόσωπα, τ’ αστέρια
και τ’ ανοιχτά παράθυρα.
43
Τα κλειδιά,
που είχε η μητέρα κρεμασμένα στη ζώνη της,
ήξεραν τα μυστικά των παιδικών μας χρόνων
και τα κρυφά περάσματα της νύχτας.
44
Αυτό το φως το μυστικό,
το κρυμμένο στις λέξεις,
ένα φεγγάρι στο πηγάδι.
47
Η Παλαιστίνη πολεμάει με πέτρες.
Φωνάζει με πέτρες.
Με πέτρες χτίζει τα όνειρά της
και τα τραγούδια της.
48
Ένας κοκκινολαίμης
άφησε στο παράθυρό μου
τη μικρή φλογέρα του
και χωρίς καμίαν εξήγηση
έφυγε.
49
Το τραγούδι των καναρινιών
σπάζει το κλουβί,
ανοίγει ένα παράθυρο μέσα μου.
Από κει κοιτάζω
τον γαλάζιο ουρανό
και τα μάτια σου.
50
Να μην τελειώσεις το ποίημα.
Όχι.
Ν’ αρχίσεις το αστέρι.
51
Ξένος του γαλάζιου.
Ξένος των νερών.
Στη γη πεσμένα
πέντε μήλα.
Πού να πάω;
52
Κυρά πανάρχαιη Ελλάδα,
κρύψε με κάτω
απ’ τη γαλάζια ποδιά σου.
54
Το παρελθόν
πολύ νωρίς το ξεχάσαμε,
για τούτο χάσαμε
και το παρόν.
Τρία λευκά πουλιά
φτερούγισαν αβέβαια
στο μέλλον.
55
Το φεγγάρι
μια παλιά πληγή
στο στήθος
του πατρικού ουρανού.
57
Μόνος μπροστά στη θάλασσα.
Ένα κύμα μού έφερε
ένα μπουκάλι σφραγισμένο.
Το ανοίγω: Τα φιλιά σου.
58
Δυο πορτοκάλια κι ένα σπαθί.
Καταιγίδα στη στέγη.
Στο κρεβάτι
απόν το σώμα σου.
59
Μέσα στη νύχτα
μια άλλη νύχτα
μ’ ένα φεγγάρι σκοτωμένο
στα γόνατά της.
60
Η μητέρα πέθανε.
Ο πατέρας πέθανε.
Οι ποιητές εξορίστηκαν.
Δε βγαίνουν τα φύλλα των δέντρων,
δε βγαίνουν οι σημαίες,
δε βγαίνει ο ήλιος.
Κι ακόμη περιμένουμε.
61
Τα χρόνια περνούν.
Ο ήλιος, με τον ίδιο ρυθμό,
ανοιγοκλείνει τα παράθυρα.
Παιδιά γεννιούνται.
Οι μέρες κυκλοφορούν με τρίκυκλα.
Γερνάμε.
63
Μάταια προσπαθώ να σκεφτώ ένα αστέρι.
Κλειδωμένες πόρτες. Κλειδωμένοι τοίχοι.
Σ’ έναν τοίχο καρφώνω το ποίημα.
Δεν φωτίζει.
65
Σωπαίνω.
Οι λέξεις μέσα μου αναδύονται.
Ένα χάρτινο πουλί στο τραπέζι
τραγουδάει.
69
Τις λέξεις τις κάνω δικές μου-
ένας κόσμος κλεισμένος κι απέραντος,
σύννεφα, δέντρα, περιστέρια
και αβαρή κλειδιά.
73
Πάνω σ’ έναν πανσέ
έγραψα τ’ όνομά σου.
Μια πεταλούδα κάθισε στα χείλη μου.
74
Καθένας με τα όπλα του
πολεμάει το σκοτάδι.
Εσύ με το ντουφέκι σου,
το άστρο με τις αχτίνες του
κι εγώ με το ποίημα.
75
Ο ρήτορας
μιλούσε σε μιαν αίθουσα
γεμάτη καπνούς.
Όλοι άκουγαν.
Ένα παιδί, πλάι στη μητέρα του,
κοιτούσε απ’ το παράθυρο
έναν γαλάζιο χαρταετό.
77
Πικρή ξενιτιά.
Ούτε γράμμα, ούτε χτύπημα της πόρτας.
Τίποτα.
Ένα σπουργίτι
κάθισε στο παράθυρό μου
μ’ έναν στίχο της Σαπφώς
στο ράμφος του.
78
Τις νύχτες με πανσέληνο
τ’ αγάλματα
κατεβαίνουν απ’ τα βάθρα τους
και πίσω απ’ τα κυπαρίσσια
κάνουν έρωτα.
79
Όλα μου τα ταξίδια εσύ.
Όλες μου οι θάλασσες εσύ.
Όλα μου τα ναυάγια εσύ.
Όταν σε συλλογιέμαι
ένας άνεμος με παίρνει
μαζί με το κρεβάτι μου
χωρίς πυξίδα, χωρίς τιμόνι, χωρίς πανί.
80
Εγώ κοιμάμαι.
Οι λέξεις αγρυπνούν.
Σχηματίζουν στον ύπνο μου
πουλιά και δέντρα.
Ξυπνώ.
Ούτε πουλί ούτε δέντρο.
81
Πατρίδα μου είναι
ένας ουρανός χωρίς διαβατήριο,
χωρίς πύλη.
Μπαίνω απ’ τον αέρα.
     Αθήνα 1988-89
     Τα ποιήματα του πέρση ποιητή Φερεϋντούν Φαριάντ-Ραχιμί γεννημένου στο Χοραμσάρ της Περσίας στις 16 Δεκεμβρίου 1949, τα γνώρισε κατά κάποιον τρόπο θα μπορούσαμε να γράφαμε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό της ποίησης, ο δάσκαλος ποιητής της Ρωμιοσύνης Γιάννης Ρίτσος, που προλογίζει και την έκδοση. 
Ο πέρσης ποιητής και συγγραφέας παιδικών βιβλίων Φερεϋντούν Φαριάντ που έχει ταξιδέψει στην χώρα μας και έχει κάνει σπουδές στο πανεπιστήμιο Αθηνών, αγαπώντας την χώρα μας και τον πολιτισμό της, εξέδωσε στην Περσία το 1990 μια πολυσέλιδη ανθολογία της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου με τον τίτλο «Το Ημερολόγιο Εξορίας». Για την μετάφρασή του αυτή που ο ίδιος επιμελήθηκε με μεράκι και αγάπη τιμήθηκε το 1991 με το Βραβείο της Εταιρείας Ελλήνων Μεταφραστών Λογοτεχνίας. Εκτός από το ποιητικό έργο του Γιάννη Ρίτσου, ο Φαριάντ έχει μεταφράσει στα περσικά και ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη, του Νικηφόρου Βρεττάκου, του Τάκη Σινόπουλου, του Τάσου Λειβαδίτη και άλλων ελλήνων δημιουργών.
     Τα μικρά αυτά ποιήματα της παρούσας συλλογής είναι εμπνευσμένα από την παραμονή του Πέρση ποιητή στην Ελλάδα και τα οποία μετέφρασε ο ίδιος στα ελληνικά με επιτυχία. Μια μετάφραση μπορούμε να σημειώσουμε αρκετά ικανοποιητική και ποιητικά λειτουργική, για έναν νέο πρωτοπόρο ποιητή που ανήκει σε μια διαφορετική πολιτιστική παράδοση από την δική μας και κατ’ επέκταση του δυτικού ευρωπαϊκού πολιτισμού. Και μάλιστα, αν αναλογιστούμε τις μεγάλες και πολυσύνθετες ποιητικές φόρμες του έλληνα μέντορά του κατά κάποιον τρόπο, του δικού μας Γιάννη Ρίτσου.
     Την ποίηση του πέρση ποιητή Φερεϋντούν Φαριάντ την διακρίνει μια καθαρότητα, μια αμεσότητα σαν και αυτήν που έχει συνήθως ο ποιητικός λόγος της άπω ανατολής. Είναι μια ποίηση πυκνή, συγκροτημένη γύρω από έναν πυκνό πυρήνα προσωπικής εξομολόγησης, χωρίς τίποτα το διανοουμενίστικο ή το φιλολογικά περιττό, που στηρίζεται κατά κύριο λόγο σε εικόνες παρμένες από το άμεσο και οικείο φυσικό περιβάλλον. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, στον ουράνιο θόλο και την αστρική μαγεία και συμπαντική μαγγανεία που εκπέμπει στις συνειδήσεις των ανθρώπων των χωρών των περιοχών αυτών από τα πανάρχαια χρόνια, που παρατηρούσαν τον αστρικό κόσμο και ερμήνευαν τις συνθήκες και τα όνειρα της ζωής τους. Οι Πέρσες φημίζονταν ως άριστοι αστρονόμοι και αστρολόγοι.
Το ύφος του ποιητή είναι άμεσο και χωρίς σκιές, όπως μας δείχνουν τα μικρά ολιγόστιχα αυτά ποιήματα, ή θα μπορούσαμε να γράφαμε αυτές οι ποιητικές στιγμές, που εμφορούνται από την προφορική γλώσσα. Ο ποιητής εξομολογείται με πυκνό και συνοπτικό λόγο την αίσθηση που αφήνουν μέσα στην συνείδησή του οι φυσικές εικόνες του νύκτιου τοπίου και οι οποίες τον βοηθούν να σπονδυλώσει μια απλή και ουσιαστική φιλοσοφία ζωής. Ή ορμώμενος από διάφορες εικόνες και ξαφνικές εκπλήξεις της όρασής του, οικοδομεί την φιλοσοφία της ζωής του. Η ποίησή του δεν είναι μια ποίηση αριστοκρατική, της ανώτερης τάξης της εποχής του, ή πάλι μια ποίηση που μας περιγράφει στιγμές καθημερινές απλών ανθρώπων των μεγάλων πόλεων, αλλά είναι μια ποίηση που στηρίζεται στα αισθήματα και τα συναισθήματα που γεννά η ύπαιθρος χώρα στα άτομα της υπαίθρου. Ο Φαριάντ, δεν επεξεργάζεται την ποιητική του γλώσσα, ούτε την μεταλλάσσει ώστε να αποκτήσει μια τεχνητή καλλιέπεια για να μας γίνει αρεστή. Η ομορφιά της ποιητικής γλώσσας του πέρση ποιητή βρίσκεται στην πηγαία δήλωση των αισθημάτων που κουβαλά μέσα της και μας γίνονται φανερά μέσω των ωραίων εικόνων της, των μικρών και ξαφνικών στιγμιότυπών της. Σαν να αστράφτουν μικρά φλας μιας φωτογραφικής μηχανής που μας φωτίζουν τον έξω αλλά και με τον μέσα χώρο του ποιητή. Ο κόσμος των ιδεών δεν συναντάται ούτε καν στο περιθώριο της ποίησης του πέρση δημιουργού, τίποτα το σκοτεινό δεν διακρίνουμε στην ποίηση αυτή, τίποτα το παράτολμο, το ακραίο, το ιδιάζον, το ακαταλαβίστικο, το ιδιότροπο που να μας κάνει λόγο για τον κόσμο της ανατολής. Ο Φαριάντ γράφει μέσα σ' ένα συνεχές παραδείσιο περιβάλλον, που η φύση συστενάζει με μια παθητική ένταση που δημιουργεί στον ποιητή και όχι μόνο μια διαρκή ποιητική ευφορία. Μια πνευματική αγαλλίαση και ανακούφιση ενός εσωτερικού λυρισμού που δεν αφήνει την ποιητική αίσθηση να εξατμιστεί. Τίποτα το θρηνώδες δεν συναντάμε στην ποίηση αυτή παρά την βαθιά και ουσιαστική μελαγχολική διάθεση που αποπνέουν ορισμένες από τις ολιγόστιχες αυτές ποιητικές εκλάμψεις. Τα ποιήματα, ακόμα και αυτά που έχουν σαν θέμα τους την πολιτική, όπως αυτό που αναφέρεται στην Παλαιστίνη και τον διαρκή αγώνα των παλαιστινίων για μόνιμη πατρίδα, κουβαλούν μέσα στον πυρήνα τους μια  ισορροπημένη διαμάχη μεταξύ της κοσμικής και της μυστικής πλευράς της φύσης. Αντανακλούν αυτήν την λεπτή χαρά της ζωής και της εσωτερικής του ανθρώπου μόνωσης. Το ίδιο θα μπορούσαμε να εκφράσουμε και για τα ποιήματα εκείνα που φέρουν το βάρος μιας ερωτικής ατμόσφαιρας. Το γυναικείο πρόσωπο δεν δηλώνεται φανερά, αλλά το ίχνος της επιθυμίας του αφήνει τα σημάδια του μέσα στην συνείδηση του άντρα που ονειρεύεται και ποθεί. Αυτή η παθητική-εσωτερική ένταση που ανέφερα παραπάνω είναι που διακρίνει τα ποιήματα του πέρση δημιουργού. Μικρές φωτεινές πινελιές ποιητικής αίσθησης που συναπαρτίζουν ένα ποιητικό παραδείσιο σύμπαν που μας μαγεύει όχι με τον εξωτισμό των εικόνων του που προέρχεται από μια χώρα που γέννησε και εξακολουθεί να γεννά παραμύθια, αλλά από την σπουδαιότητα της πνευματικής γαλήνης που εμπεριέχει.  Μια ποίηση που η ίδια της η ουσία είναι ευυπόληπτη.
     Με την μικρή αυτή ανθολόγηση των ποιημάτων του πέρση ποιητή Φερεϋντουν Φαριάντ, θέλησα να δείξω τα κοινά σημεία της ποιητικής αίσθησης που συναντάμε στο έργο ενός σύγχρονου πέρση ποιητή με βαθιά και μακραίωνη πολιτιστική παράδοση, και την δική μας παράδοσης μέσω της ελληνικής γλώσσας. Ο κόσμος της ανατολής και τα όνειρα που αυτός γεννά στον δυτικό άνθρωπο, πάντοτε ήταν παρόν στην ελληνική ιστορική πραγματικότητα. Οι μεθυστικές νύχτες που μας αφηγείται η Ελληνίδα ποιήτρια Σαπφώ, έρχονται να συναντήσουν τον κόσμο των περσικών νυχτών μιας παραμυθένιας ατμόσφαιρας. Η Σελάνα φωτίζει εξίσου και μεθά τόσο τους πέρσες μάγους όσο και τους έλληνες μάντεις. Ο ποιητικός λόγος στήνει τα δίχτυα του από όπου ανεβαίνουν όλες οι ευαίσθητες υπάρξεις του κόσμου προς τον ουρανό. Είναι η κλίμακα που ενώνει το σπήλαιο με τον παράδεισο.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 15 Δεκεμβρίου 2017.
Καθώς ο κόσμος μας στροβιλίζεται γύρω από χιλιάδες κοινωνικές και θρησκευτικές παραδοξότητες.
Οι Χαλδαϊκοί Χρησμοί της Φάτνης.               

      
  
        
      
 
        


Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

η ταινία Νίκος Καζαντζάκης

                   Η ταινία Νίκος Καζαντζάκης
                    Μιλώντας για τον Ρώσικο λαό ο εθνογράφος Hanusch, είχε γράψει: «Ο λαός αυτός έχει το μεγάλο προνόμιο πώς δεν ξόδεψε με λόγια την ψυχή του». Η κρίση αυτή για τον Ρώσικο λαό, αναφέρεται από τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό στο άρθρο του «Η ΡΩΣΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ: ΜΙΑ ΑΠΗΧΗΣΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ», βλέπε Άγγελος Σικελιανός, ΠΕΖΟΣ ΛΟΓΟΣ, (1945-1951) τόμος Ε΄, εκδόσεις Ίκαρος 1985, σελίδα 100, σε φιλολογική επιμέλεια Γιώργου Π. Σαββίδη.
     Η ρήση αυτή του παλαιού εθνογράφου, θεωρώ ότι ταιριάζει για κάθε λαό-πέρα από τον Ρώσικο-και ισχύει για κάθε ιστορική του ανθρώπου εποχή. Μια και ο ανθρώπινος πολιτισμός, τουλάχιστον έτσι όπως τον αναγνωρίζουμε και τον σπουδάζουμε κάθε έθνος ή κράτος ξεχωριστά, βασίζεται στην προφορική και κυρίως γραπτή παράδοσή του. Μια γραπτή παράδοση-ο Λόγος Σαρξ Εγένετο-που ενσαρκώνει μέσα στην ιστορία την κοινή των ανθρώπων μνήμη. Ιστορικοποιεί την κοινή μεταφυσική τους συνείδηση, το κοινό της κοινωνίας όραμα, την απόλυτη ευκταία δικαιοσύνη. Η ανθρώπινη γραφή είναι η επαληθευμένη μέσα στην ιστορία προφητεία της φαντασιακής μας κοινής γλώσσας. Ο γραπτός κοινός μας των παθών ή των ονείρων, των αστοχιών ή οραμάτων, των προφητειών ή των πράξεων μας αναγνωρίσιμος λόγος, προέρχεται από την ανάγκη του ανθρώπου να αποτυπώσει την προσωπική του τρέλα ή μελαγχολία. Δηλαδή, την δυσκολία να προσαρμοστεί μέσα στο φυσικό εχθρικό ή μη περιβάλλον, που από καθαρή και συμπτωματική τύχη (ή κατ’ άλλους από θεϊκό σχέδιο) έτυχε να ζήσει και να μεγαλουργήσει, να δραστηριοποιηθεί και να οικοδομήσει έργα επιστημονικών μεγαλείων και πολιτισμικών αναφορών. Δυσκολία να ερμηνεύσει τις αρχές και τους κανόνες ενός σύμπαντος, που δεν προφταίνει στο πολύ μικρό χρονικό όριο της ζωής του να κατανοήσει. Μπορεί ο Μέγας Ωρολογοποιός-αν υπάρχει-να γνωρίζει το πώς λειτουργεί το συμπαντικό αυτό ρολόι του χρόνου, ο άνθρωπος όμως μόνο ερωτήματα μπορεί να θέσει για το πώς και το γιατί, μέσω της κοινής προσωπικής του γλώσσας, και αν σταθεί τυχερός να υποψιαστεί τις ενδεχόμενες πρόσκαιρες απαντήσεις. Αλλά, τα ουσιαστικά και καίρια αυτά διαχρονικά πανανθρώπινα ανοιχτά επαναλαμβανόμενα ερωτήματα μέσα στην ιστορία του πολιτισμού τα έθεσαν ή τα θέτουν είτε οι μεγαλοφυΐες είτε οι σαλοί. Μια και, nullum magnum ingenium fuit sine mixture dementine. Και σίγουρα, με τους δύο αυτούς ίσως ταυτόσημους ορισμένες φορές όρους, εννοούμαι τους ποιητές προφήτες που κατά καιρούς εμφανίστηκαν μέσα στην παγκόσμια ιστορία. Σε αυτούς, μπορούμε να κατατάξουμε τόσο τον ρώσο συγγραφέα Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι όσο και τον έλληνα Νίκο Καζαντζάκη, παρά τις όποιες ενδεχόμενες ενστάσεις μπορούμε να έχουμε για το έργο τους.
«Είσαι κατσίκα, έλεγα συχνά στην ψυχή μου και μάχουμουν να γελάσω, για να μην αρχίσω το θρήνο’ είσαι κατσίκα, κακόμοιρη ψυχή μου’ πεινάς κι αντί να φας κρέας και ψωμί και να πιεις κρασί, παίρνεις μια κόλλα άσπρο χαρτί και γράφεις κρέας, ψωμί, κρασί. Και τρως το χαρτί».
Αυτά μεταξύ πολλών άλλων γράφει ο «τραχύς, λιγομίλητος, λαϊκό σκληρό τσόφλι» Νίκος Καζαντζάκης στην Αναφορά του στον Γκρέκο. Και αν ο φιλόσοφος και θεολόγος Χρίστος Γιανναράς σε κείμενό του έχει γράψει, ότι: «είμαστε όλοι εγγονοί του Ντοστογιέφσκι» αν θυμάμαι σωστά, το ίδιο θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ίσως και για τον δικό μας Νίκο Καζαντζάκη. Τον συγγραφέα που του άρεσε να μας θυμίζει τα λόγια ενός αγαπημένου του μυστικού:
«-Εγώ, του αποκρίθηκα(εννοεί τον φίλο του ποιητή Άγγελο Σικελιανό) θυμίζοντάς του ένα λόγο αγαπημένου μυστικού, εγώ ηγούμαι στεφανούσθαι νικώντων άλλων. Το πνεύμα δε λέγεται Εγώ’ λέγεται: Όλοι εμείς».     Διαβάζω τον τελευταίο καιρό το έργο του ρώσου συγγραφέα Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ιδιαίτερα «Το Ημερολόγιό του», παράλληλα με αυτό του έλληνα Νίκου Καζαντζάκη,-ιδιαίτερα την «Αναφορά στον Γκρέκο»-και αναζητώ σημεία σύγκλισης ύφους, προβληματικής και επεξεργασίας της θεματολογικής τους ύλης, περιεχομένων των μυθιστορηματικών τους συνθέσεων, κοινή διαπραγμάτευση των μεγάλων και πανάρχαιων θεολογικών ερωτημάτων, κοινών οντολογικών στοχασμών, συγκλίνουσας ανθρωπολογίας και μυθιστορηματικής χριστολογίας και τυπολογίας εσωτερικής ταυτότητας ως παγκόσμιου συμβόλου αναφοράς. Αντιμετώπισης του ανθρώπου-μέσα στο έργο τους-ως θεοειδή μονάδα, έμψυχη αγωνιστική παρουσία μέσα στην κονίστρα της φύσης και της κοινωνίας. Αντιμετώπιση της ανθρώπινης παρουσίας μέσα στο έργο τους σαν κηρυγματική πρόκληση μιας θείας της ζωής ιερουργίας, που η ανθρωπότητα σαν σύνολο και ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά οφείλει να ενσωματώσει την αμαρτωλή και αδύναμη έλλογο φύση του στην «ξένην ενθέωσιν». Πλατωνικές επιρροές όσον αφορά την ανθρώπινη ψυχή και τον τελεολογικό της στόχο και σκοπό. Χριστοκεντρικές σωτηριολογικές αναφορές, που οικοδομούν τους χαρακτήρες των ηρώων τους. Σύμβολα προερχόμενα από τον κόσμο της παλαιάς διαθήκης ή ρήσεις από την εκκλησιαστική γραμματεία. Παράλληλοι δρόμοι κοινών μεταφυσικών εμπειριών και ίσως, αισθητικών θεωριών. Πολιτικών αναφορών και σχολιασμών, παρόμοιας μυθιστορηματικής τεχνικής και ξεδιπλώματος των μικρών εμβόλιμων αφηγήσεών τους μέσα στο κυρίως θέμα. Με δυό λόγια, το ιδιαίτερο προσωπικό τους βλέμμα, τον καθοριστικό εκείνον τρόπο με τον οποίον παρατηρούν και ερμηνεύουν την εποχή τους και τα ιστορικά γεγονότα της, τους ανθρώπους της, ένας σλάβος παράλληλα και ένας κρητικός, και το κυριότερο ίσως, τι ζητούν ή περιμένουν από τους συγχρόνους τους, τι πρεσβεύουν για αυτούς, τι επιδιώκουν να τους «διδάξουν» με το συγγραφικό τους έργο και που θα ήθελαν να τους οδηγήσουν μεταφυσικά. Καθημερινούς συνανθρώπους τους που πιστεύουν και ελπίζουν σ’ αυτούς σαν ήρωες ή αθάνατες ψυχές ή τους απορρίπτουν ως λιγόψυχους και μικρούς. Η βαθειά πίστη του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι και η εξίσου βαθειά πίστη απιστίας του Νίκου Καζαντζάκη, συναντώνται μέσα στην ευρωπαϊκή ειδωλολατρική σκέψη της εποχής τους. Και οι δύο θεμελιώνουν την σταυρωμένη αγωνία της ανθρώπινης ψυχής. Και οι δύο ο καθένας με τον τρόπο του και τις ελεγχόμενες ή βασανιστικές του αμφιβολίες προσπαθούν να φέρουν την πνευματική αρμονία στην κλονισμένη εποχή που ζουν πριν και μετά τον μεγάλο πόλεμο. Ο Θεός που πιστεύουν και που προσπαθούν να τον ξαναναστήσουν μέσα στις ψυχές και στις συνειδήσεις των απλών ανθρώπων, στηρίζεται είτε στην άκρα ταπείνωση του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι και την πλήρη άφεση στα χέρια του οικουμενικού ιδεότυπου που είναι ο Χριστός, είτε οικοδομείται το πρόσωπό του από τον διαρκή καθημερινό αγώνα του ανθρώπου, και όσο διασώζεται μέσα στην ζωή και την κοινωνία η καθαρότητα του δικού του προσώπου, τόσο φωτίζεται και το πρόσωπο Εκείνου, θα επανέλθει εν δόξης μέσα στις ψυχές και τις κοινωνίες των ανθρώπων όχι όμως στον ίδιο ιστορικό περίγυρο. Η περιπέτεια του Μωυσή μας αποκάλυψε κάποτε την αφετηρία της εξουσίας της Παρουσίας του, στους καιρούς μας, οι ποιητές-προφήτες μας εξιστορούν ή μας εξιστόρησαν την περατότητα της ενσάρκωσής του. Η πίστη ή απιστία της ανθρώπινης ψυχής, που είναι οι δύο όψεις της αυτής αναζήτησης της στήλης φωτός, βιώνει το εδώ και το τώρα της ανθρώπινης ύπαρξης, και όχι το χθες και το αύριο της ανθρώπινης εσχατολογίας.
     Παρακολούθησα σε μεσημεριανή προβολή σε γνωστό πολυκινηματογράφο την κινηματογραφική ταινία «Νίκος Καζαντζάκης» του γνωστού έλληνα σκηνοθέτη κυρίου Γιάννη Σμαραγδή. Δυστυχώς, ήταν ότι χειρότερο είχα δει τα τελευταία χρόνια στις κινηματογραφικές αίθουσες. Κακή ταινία, κακές ερμηνείες, παραποίηση της Καζαντζακικής φιλοσοφίας και κοσμοθεωρίας. Ένας Καζαντζάκης κομπλεξικός, χωρίς ταυτότητα, μια διχασμένη προσωπικότητα, με φοβερά ανοιχτά παιδικά τραύματα. Ένας ανασφαλής χαρακτήρας, φοβισμένος σαν άτομο, άτολμος και δειλός, αφελής και χειραγωγούμενος, που δυναστεύονταν από τα παιδικά του χρόνια από έναν Κρητικό δυνάστη πατέρα- αφέντη, τυραννικό και σκληρό, απάνθρωπο και βίαιο, πολεμιστή χωριάταρο, έναν βάναυσο έλληνα Γιαχβέ της Κρητικής γης. Σίγουρα το άτομο Νίκος Καζαντζάκης είχε και αντιμετώπισε προβλήματα στην ζωή του, που μετέφερε μέσα στα έργα του, όμως δεν νομίζω ότι ήταν τόσο, μα τόσο προβληματικό άτομο. Ένα Ι5 άτομο της ζωής, που η μόνη του σωτηρία ήταν η συγγραφική του περιπέτεια. Ένα πρόσωπο που χρειάζονταν διαρκή ψυχιατρική παρακολούθηση. Εκτός, και αν εμείς όλοι οι αναγνώστες του, δεν τον κατανοήσαμε σωστά, δεν καταλάβαμε τι κρύβονταν πίσω από αυτή την μεγάλη συγγραφική πηγή που πότισε εδώ και αρκετές δεκαετίες την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία. Η μικρή αναγνωστική μου επάρκεια από την ανάγνωση των έργων του, τα μελετήματα που έχω διαβάσει, τις ερωτήσεις που είχα κάνει στον μεταφραστή του Κίμωνα Φράϊερ, τις ελάχιστες ερωτήσεις στην δεύτερη γυναίκα του Ελένη Σαμίου, μου έδωσαν την εντύπωση ότι είχα να κάνω με έναν άτομο ηθικό και ακέραιο, έναν έλληνα που αγαπούσε υπερβολικά την πατρική του γη, που αναζητούσε το άπιαστο και το οραματικό. Έναν δον κιχώτη που δεν έκρυβε μέσα στην ψυχή του ίχνος της ταυτότητας του σάντσο πάντσα.
Ο σκηνοθέτης κύριος Γιάννης Σμαραγδής, που μας έχει δώσει αρκετές ποιοτικές και εμπορικές ταινίες, βιογραφώντας πρόσωπα της τέχνης και της ελληνικής ιστορίας, στάθηκε κατά κύριο λόγο στο άτομο Νίκο Καζαντζάκη. Φώτισε υπερβολικά και μάλλον άκριτα τον βίο του στηριζόμενος στα βάναυσα και καθοριστικά κακοτράχαλα παιδικά του χρόνια, της οικογενειακής του ζωής. Όμως ο συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης δεν ήταν μόνο αυτό. Στο έργο  μας παρουσιάζεται σαν ένας ονειροπαρμένος, άβολος χαρακτήρας που δεν γνώριζε που πατά και που βρίσκεται. Οι σχέσεις του με τις γυναίκες δόθηκαν αψυχολόγητα και μάλλον με λανθασμένο τρόπο. Η δε δεύτερη σύζυγός του Ελένη Σαμίου-Καζαντζάκη, δεν ήταν παρά ένας καρικατουρίστικος ρόλος μιας θεραπένιδας γραμματέως, που έχοντας τελειώσει την Ντιντάκτα γνώριζε καλά και με επιμέλεια δαχτυλογραφούσε τον κύριο συγγραφέα που αγωνίζονταν να ανάψει την πίπα του ως όφειλε η εικόνα του διανοούμενου της εποχής του. Και τι απότομα ξεσπάσματα ήταν αυτά του ψηλόλιγνου νεαρού ανέραστου κατά βάθος ερωτύλου Καζαντζάκη. Τι ψεύτικο αντρικό πάθος, τι ξεγύμνωμα αντρικού χαρακτήρα από την μικρή εβραιοπούλα. Ούτε σαν μελιστάλαχτο ρομάντζο δεν μπορούσε να σταθεί στις μέρες μας. Οι χειρονομίες των ηθοποιών ιδιαίτερα όταν ήταν κοντινά τα πλάνα, έδειχναν την χαλαρότητα της σκηνοθετικής καθοδήγησης. Αψυχολόγητοι χαρακτήρες, δίχως ιστορικού ή μεταφυσικού στίγματος. Ο ρόλος της συζύγου του ήταν τόσο υποτονικός, τόσο σε στιγμές αδιάφορος, που αναρωτιόσουν και τώρα τι θέλει αυτή η γυναίκα σε αυτό το πλάνο. Να πει τι, να μας δείξει τι; Ο δε ποιητής Άγγελος Σικελιανός, μπορεί ο ίδιος ο Καζαντζάκης να τον ψέγει με τον τρόπο του ως θεατρίνο λόγω του στόμφου του, όμως δεν είναι αυτός ο Σικελιανός. Το όλο του παρουσιαστικό θύμιζε ας με συγχωρέσουν οι κινηματογραφόφιλοι και μη, κάτι μεταξύ βαμμένου «τρανς» και «ζόμπι» της ημέρας. Απαράδεκτος ρόλος και παρουσίαση όχι μόνο για τον σημαντικότερο ίσως λυρικό ποιητή του μεσοπολέμου, της Μήτηρ Θεού, και άλλων ποιητικών του συνθέσεων, της αναβίωσης των Δελφικών Εορτών μαζί με την Εύα Πάλμερ Σικελιανού, αλλά και της προφητικής επιστολής το «ανοιχτό υπόμνημα στη μεγαλειότητά του» που έστειλε στο τότε Βασιλέα Κωνσταντίνο, ενστερνιζόμενος τον ρόλο του ποιητή-προφήτη, καθώς και άλλων του πεζών κειμένων. Η δε σκηνή που του κουβαλούν τον νεκρό για να τον αναστήσει, ούτε σκηνή με μανάβη να ήταν. Ο δε Ζορμπάς, ήταν τόσο υπερβολικά πομπώδης που κατά κάποιον τρόπο αυτοκαταργούνταν. Παρότι ο γνωστός και αγαπητός ηθοποιός προσπάθησε να δώσει μια άλλη πιο χαρούμενη και ξένοιαστη νότα μέσα στην άσκοπη περιδιάβαση ενός Καζαντζάκη που δεν ήξερες τι ήθελε να μας δηλώσει κάθε στιγμή. Η παρουσία του Ληναίου στις τελευταίες στιγμές του Καζαντζάκη, ήταν κάπως ξεκάρφωτες μέσα στο χρόνο της εξέλιξης της Καζαντζακικής περιπέτειας. Ορισμένα ωραία πλάνα και εικόνες, δεν αναιρούσαν την σύνολη αρνητική ατμόσφαιρα που άφηνε η ταινία. Δεν γνωρίζω αν ο Καζαντζάκης ήταν «νευροπαθής», όπως έχουν γράψει για τον λόρδο Μπάυρον, τον Βάγκνερ, τον Ουγκώ και άλλους μεγάλους της παγκόσμιας τέχνης, ή ένας κρητικός που δεν κατόρθωσε στην ζωή του να λυτρωθεί από την βαναυσότητα και σκληρή συμπεριφορά του πατέρα του, ενός πατέρα που τον ευνούχισε στην κυριολεξία-αντίθετα από τον ευνουχισμό που συνήθως γνωρίζουμε και προέρχεται από την μητέρα-αλλά η εικόνα που μας δίνει ο σκηνοθέτης είναι τόσο χαλαρή και ασχεδίαστη, που αντί να μας προβληματίσει μας απωθεί. Μια σκηνοθεσία που δεν είχε ούτε αρχή, ούτε μέση, ούτε τέλος στην Καζαντζακική προβληματική του βίου του. Πολύ κακό για το τίποτα.
Οι σκέψεις αυτές είναι καθαρά προσωπικές και μπορεί γιαυτό να είναι λανθασμένες καθώς ενέχουν το στοιχείο της αναγνωστικής κριτικής του έργου του Νίκου Καζαντζάκη. Της κριτικής του έργου του κυρίως και περισσότερο παρά της ίδιας του της ζωής. Γνωρίζω πάντως ότι δεν μιλούσε στην σύντροφό του στον ενικό, προσπάθησε μέσω της τέχνης του λόγου να απελευθερωθεί από τα ατομικά του αδιέξοδα, ήταν μεταφυσικά άστεγος με βαθειά όμως πίστη στην ανθρώπινη ψυχή, φιλοδόξησε να «δημιουργήσει» μια νέα θρησκεία, σεβάστηκε τα ιερά σύμβολα της χριστιανικής θρησκείας, ζούσε ασκητικά, κράτησε μέχρι τέλος το ρόλο του αναμορφωτή, είταν μάλλον ανεξίκακος, και άνθρωπος ταγμένος στην υπηρεσία της τέχνης και του πολιτισμού όπως φαίνεται από το πολύπλευρο έργο του. Πρωτότυπα μυθιστορήματα, μεταφράσεις σημαντικών ευρωπαϊκών έργων, ιστορίες ξένης λογοτεχνίας, παιδικά διηγήματα, θεατρικά έργα, ποιητικό έπος, και μια ογκώδη επιστολογραφία προς τους πάντες.
     Ο Νίκος Καζαντζάκης σαν συγγραφέας, έζησε μάλλον μέσα σε μια ατμόσφαιρα υπερβατική, σε μια μεταφυσική σφαίρα συνεχούς αναζήτησης, και πρόβαλε την ανθρώπινη αυτή ανάγκη για μια ελπιδοφόρα ενοποιώ αρχή στην σφαίρα αυτής της προσωπικής του αναζήτησης. Δεν φοβήθηκε την λεκτική και συγγραφική κοινοτυπία και κουραστική επανάληψη που συναντάμε μέσα στο έργο του. Δεν φοβήθηκε ούτε την ηδονή της επανάληψης των ερωτημάτων του που συναντάμε μέσα στο έργο του. Το φορτίο του λόγου με αυτό της σιωπής είναι όχι μόνο δυσανάλογο στο έργο του Καζαντζάκη αλλά και αρνητικά ετεροβαρές. Ο συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης με το έργο του περισσότερο δημιούργησε μια θεολογική πυραμίδα για έναν κόσμο που πιστεύει και πρεσβεύει σε έναν Θεό, πατέρα παντοκράτορα και σε έναν κόσμο πιστών που ο ίδιος ο Θεός του είναι η μεταρσιωμένη μορφή της πίστης του. Ο Καζαντζάκης μάλλον λειτουργεί ως αρχαίος Γνωστικός, με αυτήν την κάθετη διαφοροποίηση μεταξύ σώματος και ψυχής, φέρει σπέρματα δυαρχίας της εθνικής και μεσογειακής θρησκευτικής παράδοσης. Ή μη αποδοχή του σώματος σαν ύλη με την δική της αυτεξουσιότητα και ελευθερία τον οδήγησε σε αυτόν τον βασανιστικό δια βίου ατομικό διχασμό. Αντίθετα ο Ντοστογιέφσκι αφέθηκε στα χέρια του Χριστού και βρήκε τον στόχο της ύπαρξής του. Η Εν Χριστώ Ζωή μου του Νικόλαου Καβάσιλα που μετέφερε μέσα στα μυθιστορήματα του ο Καζαντζάκης για να επαναφέρει στην κοινωνική και πολιτισμική επικαιρότητα το θεολογικό ταξίδι του Χριστού, δεν ευδοκίμησε. Η αγωνία παρέμεινε αγωνία χωρίς λύτρωση. Ο σύγχρονος κόσμος των ιδεών και των ιδεολογιών που έζησε ο Νίκος Καζαντζάκης, είχε ήδη αρχίσει να υπερασπίζεται τον εαυτό του από τις σκοτεινές εκείνες δυνάμεις που τον επιβουλεύονταν με άλλα μέσα. Πέρα από τις αξίες και τους κανόνες της θρησκείας και της μεταφυσικής. Ο Κόσμος δεν ιερουργούσε με τα ίδια σύμβολα πλέον που είχε διδαχθεί ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Ο Λόγος ως πολύμορφη βία μέσα στην σύγχρονη ιστορία είχε εγκαθιδρύσει το δικό του βασίλειο. Φυσικός αυτουργός στην σύγχρονη σκηνή του κόσμου ήταν πλέον ο ίδιος ο παλαιός κριτής με ανανεωμένη χλαμύδα σωτηρίας. Η παλαιά ασυμφιλίωτη διαμάχη μεταξύ του καλού και του κακού, όπως πρωτοειπώθηκε ή πρωτοακούστηκε από τους Χαλδαίους μάγους, είχε επιτευχθεί. Η σύγχρονη ανθρώπινη γλώσσα και ότι μαζί της κουβαλάει, είχε πετύχει το στόχο της. Το καλό και το κακό ήταν πλέον οι δύο όψεις του αυτού νομίσματος στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Κάτω από αυτό το σκεπτικό, η τέχνη και η λογοτεχνία ειδικότερα ήταν πλέον άχρηστη. Δεν μπορούσε να συνεχίζει να εκφράζει την παμπάλαια ασυμφιλίωτη διαμάχη, δεν γίνονταν πιστευτή. Της απόμεινε ο ρόλος της εικονογράφου των καλών παλαιών στιγμών. Η δε θρησκεία είχε εισέλθει πανηγυρικά στον νέο ιστορικό της ειδωλολατρικό κύκλο της στείρας τυπολατρίας και της ακοινώνητης πίστης.
Αυτό δεν ζούμε στους καιρούς μας;
ΥΓ. Μέσα στην αίθουσα με τα ελάχιστα άτομα που παρακολουθούσαμε την ταινία, υπήρχαν και τέσσερα νεαρής ηλικίας άτομα, που σε όλη την διάρκεια της προβολής έπαιζαν με το κινητό τους. Ενώ καθώς περιμέναμε να κόψουμε το εισιτήριο, έβλεπες μανάδες και οικογένειες να έχουν φορτωμένα καροτσάκια με ποπ κορν και πατατάκια, αναψυκτικά και κόκα κόλες, έτοιμες να εισβάλουν στις αίθουσες μετά των παιδιών τους για να παρακολουθήσουν τις ταινίες της αρεσκείας τους.
Ο Κινηματογράφος για τις μάζες;
Καλά ειδωλολατρικά-όχι Εθνικά-Χριστούγεννα συμπατριώτες μου Χριστιανοί Ορθόδοξοι Έλληνες.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, 10 Δεκεμβρίου 2017                          

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Γεώργιος Τερτσέτης

                  Γεώργιος Τερτσέτης
           Ζάκυνθος 4/11/1800-Αθήνα15/4/1874
Η Δικαία Εκδίκησις.  Ένα ποίημα και δύο κριτικές.

Βιογραφικό Σημείωμα
     Ζακύνθιος της οικογενείας Τερσέτ από την Λα Σιοτά της Μασσαλίας, γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1800 και απέθανε στις 15 Απριλίου 1874. Διδάκτωρ νομικής εισήλθε στο δικαστικό σώμα, άσκησε όμως ελάχιστο χρόνο τα καθήκοντά του. Ωστόσο παρέμεινε υπόδειγμα ήθους για τη σθεναρή στάση του κατά την περιβόητη δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στον καιρό της βαυαρικής αντιβασιλείας. Άνθρωπος ευρείας παιδείας, δεν τον παρέσυραν τα Φώτα της Εσπερίας σε ξένους τρόπους αλλά επεδίωξε και με τη συνδρομή τους να αναδείξει στοιχεία του νεοελληνικού πολιτισμού. Συνέβαλε καθοριστικά στη διάσωση των απομνημονευμάτων των αγωνιστών του ’21, με σημαντικότερο έργο τη Διήγηση συμβάντων της Ελληνικής Φυλής από τα 1770 έως τα 1836, καθ’ υπαγόρευσιν του Γέροντα Κολοκοτρώνη αλλά κατά δική του σύνταξη.
     Πατριώτης, έδωσε μάχες μάλλον με τον κάλαμον παρά με το τουφέκι, ιδίως, από τη θέση του αρχειοφύλακα της Βουλής στην οποία εκλέχτηκε στις 6 Μαρτίου 1846, και τη διατήρησε μέχρι τέλους. Οι κατ’ έτος πανηγυρικοί λόγοι του για την 25 Μαρτίου συνιστούν συμβολή στην ιστορία. Και στην πολιτική ζωή αναμίχθηκε ως βουλευτής Ζακύνθου το 1864.
     Στη δεκαετία του 1820 ανήκε στον κύκλο του Σολωμού και οι γραμματολογίες τον εντάσσουν στους ελάσσονες ποιητές της Επτανησιακής Σχολής. Πάντως ως ποιητής παρέμεινε πιστός στη δημώδη γλώσσα και ποίηση. Δημοσίευσε πλείστους όσους λόγους, μελέτες και διηγήσεις άλλων, ελάχιστα όμως ποιήματα:
1.Δοκίμιον Εθνικής Ποιήσεως. Το Φίλημα,
Εκ της τυπογραφίας Εμ. Αντωνιάδου,
Εν Ναυπλία, 1833
2.Η Αρραβώνα,
Εκ της τυπογραφίας Εμ. Αντωνιάδου,
Εν Ναυπλία, 1834
3.Απλή γλώσσα. Συλλογή ποιημάτων και διηγήσεων,
Εκ της τυπογραφίας Χ. Νικολαϊδου Φιλαδελφέως,
Εν Αθήναις, 1847
4.Λόγος της 25ης Μαρτίου 1855. Οι Γάμοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Κορίννα και Πίνδαρος,
Εκ της τυπογραφίας Χ. Νικολαϊδου Φιλαδελφέως,
Εν Αθήναις, 1856
     Βοηθήματα δεν υπάρχουν στην αγορά, παρά μόνο διάσπαρτες τμηματικές αναφορές σε ιστορίες και γραμματολογίες. Εν κατακλείδι, ο Γεώργιος Τερτσέτης υπήρξε το κάλλιστο είδος Νεοέλληνα, προ πολλού εξαφανισθέν, περί του οποίου οι διανοούμενοι του επόμενου αιώνα θα διαβάζουν ότι υπήρξε και πολύ θα απορούν.
     Αυτά αναφέρονται στις σελίδες 6 και 7 του ΑΝΘΟΛΟΓΟΥ ΕΡΜΗ. ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ. Νούμερο 17 εκδόσεις ΕΡΜΗΣ 1999. Στην εκλεκτή αυτή σειρά-πάνω από είκοσι τίτλοι-που διευθύνει ο ποιητής Μίμης Σουλιώτης, εντάσσεται και η ανθολογία ποιημάτων του Γεωργίου Τερτσέτη με το παραπάνω νούμερο. Γεώργιος Τερτσέτης ΜΕΤΑΞΥ ΟΝΕΙΡΩΝ ΚΑΙ ΟΡΑΜΑΤΩΝ. Την επιμέλεια και την ανθολόγηση των ποιημάτων είχε η δοκιμιογράφος και κριτικός της ελληνικής λογοτεχνίας-ιδιαίτερα της πεζογραφίας-στην εβδομαδιαία Κυριακάτικη εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ κυρίως, αλλά και σε άλλα έντυπα, κυρία Μάρη Θεοδοσοπούλου. Οι ασχολούμενοι με τα λογοτεχνικά πράγματα της χώρας, συγγραφείς και μελετητές, γνωρίζουν και διαβάζουν τα κείμενα που δημοσιεύει η Μάρη Θεοδοσοπούλου στην εφημερίδα που συνεργάζεται, θαυμάζουν την ποιότητα των κειμένων της την ευρυμάθειά της και την κριτική της οξύτητα. Ο κριτικός της λόγος είναι σύγχρονος και καίριος, οι δε αναλύσεις της, περιέχουν στοιχεία και πληροφορίες που βοηθούν τον αναγνώστη της σελίδας της να κατανοήσει καλύτερα τον εξεταζόμενο συγγραφέα και το έργο του.
     Μέσα σε αυτό το πλαίσιο των εργασιών-ενδιαφερόντων της η συγγραφέας και κριτικός Μάρη Θεοδοσοπούλου, επιμελήθηκε την ανθολόγηση ποιημάτων του Γεωργίου Τερτσέτη. Ενός έλληνα με μεγάλη φιλοπατρία και ήθος πολυμαθέστατου ποιητή, «εκ των εξόχων λογίων της εποχής του», που μας είναι περισσότερο γνωστός σαν ο αδέκαστος δικαστής της δίκης του Γέρου του Μοριά, μαζί με τον Μακεδόνα δικαστή Αναστάσιο Πολυζωϊδη. «Ήτο δ’ αληθώς απορίας άξιον πώς το κατά το φαινόμενον ταπεινόν εκείνο σαρκίον, το εκ της ατημελήτου περιβολής αυτού και του λιτού εν γένει βίου, πάν άλλο ενδεικνύον ή ότι περιέκλειε τόσας ψυχικάς και διανοητικάς αρετάς, είχεν εν εαυτώ τοσούτω σθένος ψυχής, ώστε ν’ αντιμετωπίση εν πονηραίς ημέραις, υψαύχην και υψικάρηνος, την αυθάδη και σκαιάν επιβολήν του γενικού Εισαγγελέως Μάσσωνος, ζητούντος παρ’ αυτού και του αειμνήστου Πολυζωϊδου ν’ αποσπάση καταδικαστικήν ψήφον εν τη γνωστή κατά του Στρατάρχου της Πελοποννήσου δίκη επ’ εσχάτη προδοσία», σημειώνει ο προσωπικός του φίλος Διονύσιος Στεφάνου στο μελέτημά του, παραθέτοντας και την απάντηση του Τερτσέτη, «Και ποιος είσαι σύ, είπεν εις το Μάσσωνα ο  Τερτσέτης, που με το πρόσχημα της παιδείας σου έλαβες από την Βασιλείαν επάγγελμα τόσον επικίνδυνον διά την ζωήν και την τιμήν των υπηκόων της; Θεωρούμεν πολύ υψηλήν την δικαιοσύνην, επί της οποίας στηρίζεται ο Θρόνος, ώστε δεν υπογράφομεν την καταδικαστικήν απόδασιν», σελίδα 10, στον τρίτο τόμο των Απάντων του Τερτσέτη που αναστύλωσε ο Γιώργος Βαλέτας. Και τον επτανήσιο λόγιο, άτομο των γραμμάτων πεπαιδευμένο, που παρότρυνε αγωνιστές της επανάστασης του 1821 να συγγράψουν τα απομνημονεύματά τους, που με αγάπη και φιλότιμο επιμελήθηκε τις ηρωικές αφηγήσεις των επαναστατών του 1821. Διέσωσε «όσα είδε, όσα ήκουσε, όσα ενθυμείται άξια λόγου, όσα έκαμεν» ο Θόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς, ο Δήμος Τσέλιος και άλλοι. Ο Ζακύνθιος λόγιος Γεώργιος Τερτσέτης, ανήκε στον φιλικό κύκλο του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού, στην μικρή φιλική φιλομαθή παρέα του μαζί με τον Αντώνιο Μάτεση και τον Σπυρίδωνα Πήλικα, στους πνευματικούς δημιουργούς που ο Σπυρίδων Τρικούπης ενέπνευσε την ιδέα της χρησιμοποίησης-υιοθέτησης της δημοτικής γλώσσας στα ποιητικά τους έργα και κείμενα. Φίλος και πνευματικός συντράπεζος, θαυμαστής του Διονυσίου Σολωμού, μας διασώθηκαν τρείς επιστολές από την μεταξύ τους αλληλογραφία. Μία του Γεωργίου Τερτσέτη προς τον Σολωμό, Πάτρα, 28 Σεπτεμβρίου 1830, και δύο απαντητικές επιστολές του Σολωμού προς τον Τερτσέτη. Ζάκυνθος 1 Ιουνίου 1833 και Κέρκυρα 25 Μαρτίου 1842. Η πρώτη γραμμένη στα ιταλικά, που με πατρική θα σημειώναμε στοργή ο Σολωμός συμβουλεύει τον νεαρό Ζακύνθιο ποιητή περί ποιήσεως, γλώσσας και μορφής της τέχνης: Γράφει ο Διονύσιος Σολωμός από το Zante, 1 Giugno 1833 «Διάβασα. Αν μου είχες στείλει το ποίημα πρίν το τυπώσεις-καθώς θα κάμεις άλλη φορά-θα ήμαστε τώρα ευχαριστημένοι και οι δυό μας, και για την πρόθεση της τέχνης και για την μορφή μέσα στην οποία την έκλεισες’ και για το σύνολο και για τα μέρη. Όμως κι έτσι καθώς είναι είμαι ευχαριστημένος’ τα ελαττώματα, που δεν είναι λίγα, έρχονται και τα ισοφαρίζουν οι ομορφιές. Όταν για τις στροφές 2,6,7,8,9,10 τέντωσε τ’ αυτί σου, Γιώργη μου, και θ’ ακούσεις από μένα ένα χειροκρότημα που δεν έχει τελειωμό. Οι στροφές αυτές είναι η έκφραση μιας ψυχής γαλήνιας, αθώας και αρμονικής’ κι εγώ καθώς τις διάβαζα, το κατάλαβα πως ήταν δικές σου. Για τις γλώσσες μπορεί να πεί κανείς αυτό που λέει ο Μακιαβέλλης για όλους τους ανθρώπινους θεσμούς, πώς δεν υπάρχει δηλαδή σωτηρία, όταν υπάρχει διαφθορά, παρά μόνο αν ξαναγυρίσουμε στις αρχές. Οι δάσκαλοι της Ελλάδας γυρίζουν πολύ πίσω’ αυτό δεν είναι ξαναγύρισμα στις αρχές. Χαίρομαι να παίρνονται για ξεκίνημα τα δημοτικά τραγούδια, θα ‘θελα όμως, όποιος μεταχειρίζεται την κλέφτικη γλώσσα, να τη μεταχειρίζεται στην ουσία της και όχι στην μορφή της, με νιώθεις; Κι όσο για την ποίηση, πρόσεξε καλά, Γιώργη μου, γιατί βέβαια καλό είναι να ρίχνει κανείς τις ρίζες του πάνω σ’ αυτά τα χνάρια, δεν είναι όμως καλό να σταματά εκεί’ πρέπει να υψώνεται κατακόρυφα. Δεν ξέρω αν φανέρωσα καλά τη σκέψη μου, έτσι βιαστικά που γράφω. Η κλέφτικη ποίηση είναι όμορφη και ενδιαφέρουσα καθώς μ’ αυτήν παράστησαν ανεπιτήδευτα οι Κλέφτες τη ζωή τους, τις ιδέες τους και τα αισθήματά τους. Δεν έχει το ίδιο ενδιαφέρον στο δικό μας στόμα’ το έθνος ζητά από μας το θησαυρό της δικής μας διάνοιας, της ατομικής, ντυμένον εθνικά….». Βλέπε: Διονυσίου Σολωμού ΑΠΑΝΤΑ, τόμος τρίτος ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ, επιμέλεια-μετάφραση-σημειώσεις Λίνου Πολίτη, εκδόσεις Ίκαρος 1991, σ.253- γράμμα αριθμός 75.
Πόσο επίκαιρος ακόμα και σήμερα, που έχουν αλλάξει τόσο οι ιστορικές όσο και οι κοινωνικές συνθήκες της ελλάδας είναι ο παραινετικός και συμβουλευτικός λόγος περί ατομικού του καθενός μας Χρέους του Διονυσίου Σολωμού. Και επίσης, θα άξιζε μια μελέτη για την επίδραση της σκέψης και των λόγων του Νικολό Μακιαβέλι όχι στην ελληνική πολιτική σκέψη, αλλά στους έλληνες λογίους και διανοούμενους. Τώρα που η καταστροφή της χώρας είναι πλήρης, και κανείς δεν πιστεύει κανέναν πια, και δεν υπάρχει δικαιοσύνη. Ή αυτή που εφαρμόζεται, είναι τόσο μεροληπτική που είναι αδιάφορη και άχρηστη για την μεγάλη ανυπεράσπιστη μάζα. Αποτύχαμε ομού.
     Στο μικρό σχετικά διάστημα της συγγραφικής του πορείας, αυτός ο μικρός το δέμας Ζακυνθινός λόγιος, ο ελάσσων ποιητής όπως τον έχουν κατατάξει οι διάφοροι γραμματολόγοι της ελληνικής γραμματείας, ο βιβλιοθηκάριος της Βουλής των Ελλήνων, που δεν διέθετε την στόφα ενός Χόρχε Λουϊς Μπόρχε, αλλά ακέραιος σαν χαρακτήρας, ξενόγλωσσος και πατριώτης, που σπούδασε νομικά στην Γαλλία και την Ιταλία, μονήρης και μοναχικός στον ιδιωτικό του βίο αφοσιωμένος στο καθήκον του και τις αξίες του, παντρεύτηκε στα 67 του το1867, την Αδελαϊδα Ζερμαίν από δική της παρότρυνση, και απέκτησε έναν γιό σε μεγάλη σχετικά ηλικία, υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής γλώσσας, αν και ίχνη και ψήγματα λογιοτατισμού ανιχνεύουμε στα πεζά του. Είναι από τους πρώτους έλληνες λογίους μας που μας διέσωσαν ποιήματα και τραγούδια της δημοτικής μας παράδοσης. Στη συλλογή που εξέδωσε συγκέντρωσε δημοτικά τραγούδια και ποιήματα, στιχουργήματα και μεταφράσματα και τα συμπεριέλαβε μαζί με τις δικές του ποιητικές λυρικές και πατριωτικές ατμόσφαιρας συνθέσεις σε έναν αυτοτελή τόμο. Πολλά από τα δημοσιευμένα ποιήματά του, αυτοί οι προσωπικοί του ποιητικοί πειραματισμοί και κάπως ανώνυμο αυτό ανακάτεμα, φέρουν την ατμόσφαιρα και το ύφος, την θεματολογία της δημοτικής αμιγώς ποίησης. Έχουν χαρακτήρα δημοτικοφανή και αντλούνται από την λαϊκή μας παράδοση, πράγμα που μας δυσκολεύει μάλλον στο να τα εντάξουμε στα  αμιγώς προσωπικά του δημιουργήματα, ή έχουν αντληθεί από βιβλία και έντυπα της εποχής του. Είναι δηλαδή στιχουργήματα και μόνο της δημοτική μας ποίησης. Το ερμηνευτικό αυτό πρόβλημα το αναγνωρίζουμε στην «Απλή γλώσσα. Συγκέντρωση ποιημάτων και διηγήσεων» που εξέδωσε στην Αθήνα το 1847, όπου προέρχεται και το ποίημά του «Η Δικαία Εκδίκησις». Πολλοί ανθολόγοι του πιστώνουν ποιητικές καταθέσεις που δεν του ανήκουν αλλά προέρχονται από την σύναξη στιχουργημάτων της δημοτικής ποίησης. Εκεί που ομογνωμούν οι μελετητές του, είναι οι εξαίρετοι λόγοι που εκφώνησε κατά την επαγγελματική του σταδιοδρομία στην Ελληνική Βουλή ως αρχειοφύλαξ, και φυσικά, στην επιμέλεια των αφηγήσεων των αγωνιστών του 1821 και την υπερασπιστική στάση του στη δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Οι καταπληκτικοί λόγοι του, αυτά τα πεζογραφικά του διαμαντάκια, σε ξεδίπλωμα της σκέψης του, χρήση γλώσσας, ιδεών και θέσεών του, σύνταξης του προφορικού του λόγου για την επίτευξη ενός ορισμένου πατριωτικού και εθνικού σκοπού, κατά την δική μου αναγνωστική επάρκεια, ανακαλεί στην μνήμη τους λόγους ή την ποίηση του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, χωρίς φυσικά ο Τερτσέτης να διαθέτει το  ύψος της δικής του παραγωγής. Οι προθέσεις του όμως και ο σκοπός των ποιητικών και πεζών καταθέσεών του, είναι κάτι παραπάνω από αγνές και τίμιες.
     Γνωρίζω και έχω μελετήσει τις τρείς αυτές εκδόσεις των έργων του. Δεν γνωρίζω την έκδοση του Ντίνου Κονόμου από την Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, που έχει πραγματοποιηθεί σχετικά πρόσφατα. Και, αν η μνήμη δεν με απατά, έχει εκδοθεί και κυκλοφορούσε τα τελευταία χρόνια και μια δίτομη έκδοση σε μικρό σχήμα από γνωστό εκδοτικό οίκο της Αθήνας. Σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά-ιδιαίτερα στην Ελληνική Δημιουργία-υπάρχει σχετική βιβλιογραφία και μελέτες για τον Γεώργιο Τερτσέτη. Η τρίτομη έκδοση των Απάντων του που αναστύλωσε αυτός ο άοκνος εργάτης της ελληνικής γραμματείας ο Γιώργος Βαλέτας, μαζί με τις εκδόσεις του Χρήστου Γιοβάνη (δες έργα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του Παύλου Νιρβάνα, του Γιάννη Βλαχογιάννη κ. ά.) έκδοση Τρίτη συμπληρωμένη εκδόσεις Χρ. Γιοβάνη 1966/1967, περιλαμβάνει τα εξής:
Ο πρώτος τόμος περιέχει μεταξύ άλλων:
Τους Προλόγους των δύο προηγούμενων εκδόσεων.
Την εκτενή Εισαγωγή, Η ζωή και το έργο του Γ. Τερτσέτη, Εργογραφία και Βιβλιογραφία, Σκιαγραφίες και Άρθρα, Πίνακας χρονολογικός, βιογραφικός Γ. Τερτσέτη.
Α. Λογοτεχνικά Έργα: Τα πεζά, Γράμματα, Κριτικά-Διάφορα, Ξενόγλωσσα άρθρα, Ποιητικά έργα ξενόγλωσσα.
Β. Ποιήματα: Τα πρώτα τραγούδια, Μεταγενέστερα τραγούδια, Τα ποιήματα της «Απλής Γλώσσας», Μεγάλα επικολυρικά ποιήματα, Σκόρπια κι ανέκδοτα ποιήματα.
Επίμετρο του Α΄ Τόμου: Ανέκδοτα έργα και γράμματα, Γράμματα, Μελετήματα.
Στα Μελετήματα των τελευταίων σελίδων του πρώτου τόμου δημοσιεύονται κείμενα χρήσιμα και πληροφορικά για τον Γεώργιο Τερτσέτη των: Άγγελου Βλάχου, Νίκου Α. Βέη, Μαρίνου Σιγούρου και Γιώργου Βαλέτα.
Ο δεύτερος τόμος, Αθήνα 1967 περιέχει:
Πρόλογο Γιώργου Βαλέτα
ΙΣΤΟΡΙΚΑ
Απομνημονεύματα Αγωνιστών του 21.
 Απομνημονεύματα Νικηταρά
Αυτόγραφα Απομνημονεύματα του Δήμου Τσέλιου
Τα Απομνημονεύματα Παναγή Σκουζέ. Χρονικό της σκλαβωμένης Αθήνας
Διήγηση του θαλασσοδαρμένου καραβοκύρη
ΛΟΓΙΟΙ ΚΑΙ ΔΟΚΙΜΙΑ
Ο τρίτος τόμος, Αθήνα 1967 περιλαμβάνει:
Τα ηρωικά κείμενα
Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα
Και την ενδιαφέρουσα μελέτη του Διονυσίου Στεφάνου για τη ζωή και το έργο του Τερτσέτη
Καθώς και άλλα σκόρπια κείμενα.
     Από την Εισαγωγή του Γιώργου Βαλέτα αντιγράφω τα εξής:
«Η ζωή του Τερτσέτη χωρίζεται σε δύο μεγάλες περιόδους. Η πρώτη φτάνει ως το 1846, όταν ύστερ’ από αμέτρητες περιπέτειες, δοκιμασίες, στερήσεις, αγώνες και ηρωϊκά έργα γυρίζει στην Ελλάδα, σταματά την ανταρσία του, τη φυγή του, την αυτοεξορία του, και διορίζεται υπάλληλος κρατικός, δένεται, στομώνεται, σκλαβώνεται, βρίσκει λιμάνι. Η πρώτη περίοδος της ζωής και του έργου του είναι επαναστατική, αγωνιστική, η δεύτερη είναι διαφωτιστική, αποβλέπει στην αναμόρφωση της πνευματικής ζωής, στο άνοιγμα δρόμων για την εθνική γλώσσα και λογοτεχνία, για την απολύτρωση του σκλαβωμένου ελληνισμού, για την Ένωση των Εφτά Νησιών με τη μητέρα Ελλάδα, που στάθηκε από το λίκνο του, το ιδανικό κι ο καημός της ζωής του.
      Ανάλογα ορίζεται και ο χαρακτήρας του έργου του. Ως τά 1846 το έργο του έχει αγωνιστικό παλμό, είναι δεμένο με το Σολωμό, με τους Αγωνιστές, με τη φωνή και την ψυχή και με τη γλώσσα τους, με προοδευτική δημοκρατική βάση έντονα προβλημένη, ενώ το έργο της δεύτερης περιόδου του είναι διδαχτικό, ποιητικό, γαλήνιο και συμβιβαστικό. Ακόμα και το μοναρχισμό και το λογιωτατισμό, τα δυό μεγάλα κακά πού είδε για το Έθνος, μαζί με το Σολωμό, και τα πολέμησε απ’ τα πρώτα του χρόνια, κι αυτά ήρθαν στιγμές που, ζώντας μέσα στη Βουλή και κοντά στο παλάτι, τα βλέπει με συγκατάβαση, συνδιαλλαχτικά, χάνοντας πολλές φορές τον εαυτό του στη θάλασσα του μεγαλοϊδεατισμού και δείχνοντας μιάν αποξένωση απ’ την εθνική πραγματικότητα με παραφαντασίες-εμφανίσεις, μεταμορφώσεις, θρησκοληψίες, κατεβάσματα στον Άδη, θαύματα, ακαδημαϊσμούς κλπ. Κι ήρθαν οι στιγμές που χάλασε τη γλώσσα του, την έκαμε άχρωμη κι άτονη, λογία, θέλοντας να αρέσει στους συγκαιρινούς του, κι όσο τον έπαιρναν τα γηρατειά, τόσο έχανε το πρώτο σφρίγος του, το λαϊκισμό του και την αγωνιστική του ορμή. Η εποχή του άφησε σημάδια πάνω στο έργο του, θόλωσε το καθάριο κρύσταλλο της ψυχής του. Κι όμως, η πορεία του στην άνυδρη σαχάρα του λογιωτατισμού, είναι ηρωική, μαρτυρική….», σ.17-18.
     Πως θα μπορούσε όμως και ο Γεώργιος Τερτσέτης να πράξει αλλιώς. «Θεόστραβη εποχή του» μας λέει ο Γιώργος Βαλέτας για την εποχή του Γεωργίου Τερτσέτη. Μήπως το ίδιο δεν ζούμε και στις μέρες μας; «Τώρα που είναι ο κόσμος σάπιος…» δεν γράφει σε στίχο του ο ποιητής Νίκος Γκάτσος; Πως μπορεί κανείς να ξεφύγει από τις δαγκάνες της εποχής του και τους ανθρώπους της. Το πολιτικά και εθνεγερτήρια κείμενα του Τερτσέτη, εκφράζουν την εσωτερική του σπίθα ελευθερίας και ανεξαρτησίας που είχε μείνει ακόμα μέσα του. Δεν μήδισε αυτός, η εποχή του και οι άνθρωποί της μήδισαν. Σαν να ζητάμε από έναν σύγχρονό μας λόγιο, να πιστέψει στις μέρες μας, σε δικαιοσύνη, πολιτική, αριστερά, ισότητα, μεγάλες πατριωτικές κορώνες περί εθνικού μεγαλείου. Κούφια λόγια πολιτών και πολιτικών.
     Το ανθολόγιο του Ερμή που επιμελήθηκε και ανθολόγησε η Μάρη Θεοδοσοπούλου, περιέχει τα εξής:
Εισαγωγή
Ποιήματα.
ΣΚΟΡΠΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ.
«ΑΠΛΗ ΓΛΩΣΣΑ»(1847).
ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ     
     Η Μάρη Θεοδοσοπούλου, στην εισαγωγή της αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής:
Ποιός ο λόγος να μας απασχολεί ένας θεωρούμενος ως ελάσσων ποιητής της παρέας του Σολωμού. Κατ’ αρχήν, γιατί όχι και λόγοι επετειακοί. Το 2000 συμπληρώνονται 200 χρόνια από τη γέννηση του Γεωργίου Τερτσέτη. Ενώ, δεν φαίνεται να έχει μειωθεί η ορμή που έδωσε στις σολωμικές σπουδές, το 1998, η επέτειος των 200 χρόνων από τη γέννηση του Σολωμού. Οι Σολωμιστές για τα πάντα ενδιαφέρονται, και για «τον ευκολοκοινώνητο και ανοιχτόκαρδο» Σολωμό των αρχών της δεκαετίας του 1820, «η ψυχή της συντροφιάς από νέους που αν ορέγονται τη μάθηση και τους στίχους, πιο πολύ ορέγονται να διασκεδάζουν με τους μωρόσοφους και ν’ αποτρελλαίνουν τους ελαφρόμυαλους», σύμφωνα με τα γραφόμενα, το 1921, από τον Κωστή Παλαμά. Τα ποιητικά γυμνάσματα εκείνης της ζακυνθινής παρέας προσφέρονται για παράλληλη ανάγνωση με τα αντίστοιχα σολωμικά. Ιδίως, του Τερτσέτη που έμεινε πιστός δια βίου και εις πείσμα των καιρών στη δημοτική γλώσσα. Όμως η παρουσία του Τερτσέτη είναι πολύ σημαντικότερη από τα διασωθέντα ίχνη του εντός του σολωμικού σώματος. Ήτοι, την αναφορά στον Τερτσέτη ως μέλος της συντροφιάς σε εκείνη την πρωτοχρονιάτικη σολωμική σάτιρα του 1824 και τον Τερτσέτη αποστολέα μιας επιστολής στον Σολωμό, το 1830, και παραλήπτη μιας άλλης, το 1833.
     Οπότε συντρέχουν και λόγοι φιλολογικής τάξης, όταν ολόκληρο το έργο του Τερτσέτη, ομού μετά του ποιητικού, βρίσκεται εκτός εμπορίου…..
                        «Απλή γλώσσα»
Ο Τερτσέτης θα αργήσει να ξανατυπώσει έργο του. Η επόμενη έκδοση είναι το 1847, μετά τα χρόνια της περιπλάνησης και την παλιννόστησή του, αυτή τη φορά, στην Αθήνα. Μια συλλογή ποιημάτων και διηγήσεων, η Απλή γλώσσα, που θα είναι και η μοναδική συλλογή που ο Τερτσέτης ευτύχησε να εκδώσει. Ένα βιβλίο μικρού σχήματος και μόλις 109 σελίδων, από το τυπογραφείο του Χρίστου Νικολαϊδη Φιλαδελφέως.
     Ο Άγγελος Βλάχος βρίσκει τη σκέψη που ώθησε τον Τερτσέτη στην έκδοση, παράδοξον και ανεξήγητον. Από μία άποψη, δικαιολογημένα, αφού δεν πρόκειται ακριβώς για συλλογή, αλλά περισσότερο μοιάζει με συναγωγή κειμένων. Κυρίως δικά του, ποιήματα και πεζά, γραμμένα σκόρπια μέσα στην προηγούμενη δεκαπενταετία, αλλά και δημοτικά τραγούδια και φαναριώτικα και μεταφράσματα του Σπυρίδωνα Τρικούπη, ακόμη και Σολωμός.
     Όπως φαίνεται ο Τερτσέτης μάλλον στοχεύει σε μια έκδοση που να προβάλλει τη δημοτική γλώσσα. Αντί περιοδικού, μια και ο «Ρήγας», το μαχητικό  περιοδικό που εξέδιδε την περίοδο 1843-1845, είχε ναυαγήσει μετά το τέταρτο τεύχος. Άλλωστε αυτό δηλώνει και ο τίτλος που επιλέγει για τη συλλογή του. Μάλιστα, τον υποστηρίζει με ένα στίχο του Σίλλερ, «Είμαι συμπολίτισσα των μεταγενεστέρων» τον οποίον και παραθέτει ως μότο, στη γερμανική και την ελληνική. Γιατί να μην πρόκειται για μια παραλλαγή της Ρομέηκης γλώσσας, εις μνήμη Ιωάννη Βηλαρά, στα εικοσιπέντε χρόνια από το θάνατό του; Πάντως ο Τερτσέτης δεν αναγράφει στο εξώφυλλο το όνομά του, μόνο στο τέλος του βιβλίου κρύβει τα αρχικά του.
     Στη συλλογή περιλαμβάνονται συνολικά είκοσι ποιήματα, σύντομα σε σύγκριση με τις μετέπειτα ποιητικές συνθέσεις του. Τα περισσότερα αντλούν και πάλι έμπνευση από τα δημοτικά άσματα, ενώ μόνο ένα έχει ιστορικό θέμα. Αυστηρός ο Άγγ. Βλάχος, τα θεωρεί από  τα ασθενέστερα μελωδήματα της λύρας του ποιητή. Πλήν κάποιων εξαιρέσεων, τα υπόλοιπα κρίνονται ωχρά στιχουργήματα που γεννήθηκαν από κάποια συγκεκριμένη αφορμή. Όσο για το ενδέκατο ποίημα της συλλογής, τη «Δίκαια εκδίκηση», το χαρακτηρίζει ένα ευκαιριακό άσμα. Ωστόσο προκαλεί ευχάριστη έκπληξη ο τρόπος που ο Τερτσέτης συνδυάζει διαφορετικά θέματα και μοτίβα, ανασυνθέτοντάς τα σε καινούργιους μύθους. Για παράδειγμα, στο συγκεκριμένο ποίημα ο μύθος φαίνεται πρωτότυπος, παρόλο που στα δημώδη άσματα βρίσκουμε ιστορίες όπου άνδρας τον άνδρα αγαπά, γιατί ακριβώς ο Τερτσέτης δένει τον ειδυλλιακό έρωτα με τον σκληρό βακχικό μύθο.
     Ο τραγουδιστής που λαλάει με το λαγούτο τον έρωτά του για τον εύμορφο νέο, εξαγριώνει τις γυναίκες, νιές και παντρεμένες. Σαν ύβρις προς τον Διόνυσο φαίνεται η περιφρόνηση προς τον έρωτά τους, οπότε, όμοιες μαινάδες, τον λιθοβολούν και του κόβουν το κεφάλι. Μόνο που όλα αυτά δεν συμβαίνουν στον Κιθαιρώνα, αλλά σε πανήγυρη, δίπλα σε ποτάμι. Παρασυρμένα στο ρεύμα, κεφάλι και λαγούτο, στοιχειώνουνε τη φύση και διαλαλούνε το κακό που έγινε. Κι έρχεται το κλείσιμο του ποιήματος, με την τιμωρία των γυναικών από τους άνδρες, καθώς αυτοί τάσσονται με τον λαουτιέρη και τιμούν τον έρωτά του. Να σημειώσουμε ότι οι εκάστοτε ανθολόγοι έδειξαν ιδιαίτερη προτίμηση για το συγκεκριμένο ποίημα. Από την πλευρά μας θεωρούμε ότι είναι αντιπροσωπευτικό της συλλογής’ ο στίχος ρέει σε απλή γλώσσα, ούτε υψώνεται ούτε δραματοποιεί., σ.19-21.             
                  Η Δικαία Εκδίκησις
Τραγουδιστής πολλά εύμορφος νέον εύμορφο ερωτεύθη,
περίσσιο πάθος έβαλε στα μαραμένα στήθη,
και με τα χείλη τα χλωμά τραγούδαε τον καημόν του.
«Αγνάντια του να κάθομαι, να κρένει και ν’ ακούω,
να βλέπω τα ξανθά μαλλιά και τα δροσάτα χείλη,
πόχουν του ρόιδου τη βαφή, του μήλου τη γλυκάδα».
Και το τραγούδι του ήκουσαν οι νιές και οι πανδρευμένες’
φωνάξανε τα εύμορφα κοράσια κι οι νυφάδες:
άνδρας τον άνδρα αγαπά, σέρνει με το τραγούδι,
και γάμος κι αρραβώνιασμα θα παν λησμονημένα
και θα διαβαίνει η νύκτα μας δίχως ανδρός το πλάγι,
και τα βυζιά του κόρφου μας παιδί δεν θ’ αναστήσουν.
Πανήγυρι ξημέρωνε πέρα στα βιλαέτια
και τα χωριά μαζώχθηκαν, άνδρες, γυναίκες πάνε,
πήγε και ο τραγουδιστής κι εκράταε το λαγούτο,
κι αρχίνησε το έρημο τραγούδι να λαλάει’
και του λαγούτου η μελωδιά γλυκιά του απηλογότουν.
Οι εύμορφες κιτρίνισαν σαν τα χλωμά λουλούδια,
τόσο στα φυλλοκάρδια τους πολύς θυμός εμβήκε.
Πέτρες λιθάρια επήρανε οι νιές κι οι πανδρευμένες,
κτυπήσαν τον τραγουδιστήν εκεί οπού τραγουδούσε.
Σίγησε το παιχνίδι του τ’ ολόχρυσο λαγούτο,
κείτεται κι ο τραγουδιστής άγνωστος μες στο αίμα,
και μοιρολόι δεν του λαλεί καμμιά μοιρολογίστρα’
του κόψαν το κεφάλι του τα ξώφρενα κοράσια,
και σε ποτάμι τόρριξαν μαζί και το λαγούτο,
και το ποτάμι τόβγαλε εις το γιαλό, στο κύμα’
συντροφιαστά πηγαίνανε κεφάλι και λαγούτο’
το κύμα οπού διαβαίνανε γλυκά ηχολογούσε’
και μέσα σε νησιά πολλά το πέλαγο τα πάγει’
ακούαν τριγύρω τα νησιά στο δειλινό, στο βράδι,
ακούανε την μελωδιά, δεν ένοιωθαν πού βγαίνει.
Φωνάξαν τα μικρά παιδιά: «το πέλαγο την βγάζει».
Η μελωδιά σταμάτησε εις το βαθύ λιμάνι,
σαν άστρο στα μεσάνυχτα, που σ’ έναν τόπο φέγγει.
Και χίλια αηδόνια να λαλούν-εφαίνετο πως νάναι.
Πήγαν με τα μονόξυλα οι ναύτες οι πιδέξιοι
και το κεφάλι πήρανε, πήραν και το λαγούτο,
σε μνήμα τα ενταφιάσανε κεφάλι και λαγούτο.
Από τ’ εκείνον τον καιρό μες στων νησιών τες χώρες
πανώρια βαρούν όργανα οι νιές, τα παλληκάρια,
και μες στ’ ασημοχρύσαφα στολίζουν τα λαγούτα,
γεννά τες θυγατέρες της γλυκόφωνες η μάννα
αγγέλοι  πόχουν πρόσωπο κι αγγέλοι στο τραγούδι.
Πλην μέσα στη βαθειά στεριά, στες φόνισσες γυναίκες
οι άνδρες πήραν σίδερο και στην εστιά το κάψαν,
τες κορασιές εσφράγισαν στο μέτωπο, στην πλάτη
στο φονικό που κάμανε να μην πολυχαρούνε.
Στο ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ΑΠΑΝΤΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΕΡΤΣΕΤΗ ΄Εκδοση τρίτη συμπληρωμένη. Αναστύλωσε ο Γιώργος Βαλέτας, εκδόσεις Χρήστου Γιοβάνη-Αθήνα 1966, τόμος Α΄, σελίδα 169-170.
Διατήρησα την ορθογραφία της έκδοσης του Βαλέτα, καθώς συναντάμε ελάχιστες μεν διαφοροποιήσεις στην σύνταξη και την ορθογραφία στην κατοπινή μεταφορά του.
     Τρία χρόνια πριν την έκδοση της Ανθολόγησης των ποιημάτων του Γεωργίου Τερτσέτη από την Μάρη Θεοδοσοπούλου, το 1996, ο διευθυντής και εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού Περίπλους Διονύσης Βίτσος, εκδίδει στην σειρά που διευθύνει και επιμελείται Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ-έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα πέντε διαφορετικοί και ανόμοιοι τίτλοι-το ποίημα του αδέκαστου και ασυμβίβαστου δικαστή Γεωργίου Τερτσέτη Η Δικαία Εκδίκησις. Στο μικρού σχήματος 32σελίδων κομψό βιβλιαράκι δραχμές 1040, ο εκδότης παραθέτει το γνωστό ποίημα χωρίς τον αρχικό του τίτλο. Αντί του αρχικού του τίτλου, δανείζεται την αρχή του 9ου στίχου του ποιήματος «Άνδρας τον άνδρα ν’ αγαπά», σέρνει με το τραγούδι» Χρησιμοποιώντας τον «πιασάρικο» εκδοτικά αυτόν τίτλο, το ποίημα αυτό της κεντρικής συλλογής «ΑΠΛΗ ΓΛΩΣΣΑ» 1847, γίνεται γνωστότερο στο ευρύ αναγνωστικό κοινό,-εξαιτίας της διαπραγμάτευσης του περιεχομένου του και της πρωτότυπης και τολμηρής για την εποχή του θεματολογίας, (περιέχει στοιχεία γότθικ κλπ.)-αν και, πολλοί ανθολόγοι που ανθολογούν ποιήματα του Γεωργίου Τερτσέτη το προτιμούν, το επιλέγουν και το συμπεριλαμβάνουν στις σελίδες των ανθολογιών τους, σε σχέση με άλλα του ποιήματα, (που αναφέρονται σε πρόσωπα ιστορικά, οπλαρχηγών, του πρώτου βασιλέα Όθωνα, αρχαιόθεμα, Μέγας Αλέξανδρος, ερωτικού ενδιαφέροντος κλπ.). Χωρίς όμως να αναφέρουν ότι πρέπει το ποίημα αυτό-επαναλαμβάνω-όπως και άλλα, να ανήκει στην δημοτική μας παράδοση, ή έστω, να χρησιμοποιήθηκε ο αρχικός του πυρήνας από τον Τερτσέτη για να σχεδιάσει μιας άλλης φιλοσοφίας ποίημα, που θα εξέφραζε καλύτερα την πίστη και τον οραματισμό του, τον πατριωτισμό του και την αγάπη του για την λαϊκή παράδοση του καιρού του και την σχέση της με την αρχαία. Όλοι, αν δεν κάνω λάθος οι μέχρι σήμερα ανθολόγοι του παραπάνω ποιήματος, το πιστώνουν στον Ζακυνθινό λόγιο. Δεν εξετάζουν ότι η συλλογή από όπου προέρχεται το ποίημα με τίτλο Η Δικαία Εκδίκησις, και όχι Άνδρας τον άνδρα ν’ αγαπά, περιέχει ένα συγκεντρωτικό ανθολόγιο ποιητικών καταθέσεων της δημοτικής μας παράδοσης όπως και ποιήματα του Γεωργίου Τερτσέτη.
     Την αυτοτελή έκδοση του ποιήματος από τις εκδόσεις Περίπλους, συνοδεύει φωτογραφία του Ζακυνθινού ποιητή και μικρή εισαγωγή, σ.9-13.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΕΡΤΣΕΤΗΣ
     Σύμβολο του αδέκαστου του λειτουργήματος της απονομής δικαιοσύνης, ο δικαστής Γεώργιος Τερτσέτης γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1800 και πέθανε στην Αθήνα το 1874.
     Στην σκηνοθετημένη από τους Βαυαρούς του Όθωνα δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη το 1834, που σκόπευε στην εξόντωσή του, όχι μόνο ψήφισε κατά της καταδίκης του Στρατηγού του Αγώνα σε θάνατο, αλλά και αρνήθηκε ν’ ανεβεί στη δικαστική έδρα κατά την εκφώνηση της απόφασης.
     Κι όταν χωροφύλακες τον έσυραν βίαια προς την έδρα, ο Τερτσέτης τους είπε ότι «το μεν σώμα δύνανται να κάμουν οπώς θέλουν, αλλά τον στοχασμόν, την συνείδησιν να παραβιάσουν δεν εμπορούν».
     Για εκδίκηση παύθηκε από τη θέση του δικαστή και οδηγήθηκε σε δίκη με την κατηγορία «της αρνήσεως υπηρεσίας και της με σκοπόν ιδιοτελή και βλάβην του Κράτους παραβιάσεως της εχεμυθείας περί την ψηφοφορίαν του δικαστηρίου». Στον Επίτροπο της Επικράτειας E. Masson, που ενσάρκωνε τη βία της εξουσίας, φώναξε: «Δε σε φοβούμαι! Η ηθική μου δύναμις είναι υψηλοτέρα της ευτελείας σου».
     Γι’ αυτή την αξιοθαύμαστη στάση του έγινε έκτοτε αντικείμενο εκδηλώσεων λατρείας και πρότυπο αδέκαστου δικαστή.
     Στενός φίλος του Διονυσίου Σολωμού και οπαδός των γλωσσικών του ιδεών περί Δημοτικής, διετέλεσε δάσκαλος των παιδιών του Μάρκου Μπότσαρη στη Σχολή Ευελπίδων στο Ναύπλιο, εκλεγμένος Αρχειοφύλακας της Βουλής των Ελλήνων και Διπλωμάτης.
     Μέλος της Φιλικής Εταιρείας από τους πρώτους της Επανάστασης, έλαβε μέρος επί διετία στον Αγώνα, αλλά, λόγω της  ασθενικής του κράσης, αναγκάστηκε ν’ αποχωρήσει και να επιστρέψει στη Ζάκυνθο.
     Καταπιάστηκε με την καταγραφή των αναμνήσεων των ηρώων της Εθνεγερσίας όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς, ο Δημήτριος Πλαπούτας.
     Με σπουδές νομικών στην Πάδοβα και την Μπολώνια και διδακτορικό Αστικού Δικαίου του Πανεπιστημίου της δεύτερης, συμμετέχει στο φιλολογικό κύκλο του Σολωμού.
     Έγραψε πλήθος κειμένων, τα περισσότερα με τη μορφή της ομιλίας, αλλά και ποιήματα στο ύφος του Δημοτικού Τραγουδιού. Έχει καταγράψει πάρα πολλά δημοτικά τραγούδια, αρκετά από τα οποία δημοσίευσε στο περιοδικό «Πανδώρα», ενώ άλλες καταγραφές του παραμένουν ανέκδοτες, γι’ αυτό και θεωρείται ως ο πρόδρομος της Ελληνικής Λαογραφίας.
     Το ποίημα που δημοσιεύουμε εδώ και το οποίο γράφτηκε γύρω στο 1830 προέρχεται από τον τόμο «Ντίνος Κονόμος ¨Γεώργιος Τερτσέτης και τα ευρισκόμενα έργα του΄». έκδοση της Βουλής των Ελλήνων του 1984., σ.9-13.
      Την έκδοση υποδέχτηκαν δύο γυναικείες φωνές των γραμμάτων από όσο μπορώ να γνωρίζω. Η Έφη Φαλίδα που στην μονόστηλη ΒΙΒΛΙΟ παρουσίαση της εφημερίδας τα ΝΕΑ, Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 1996, σ.26 υπογράφει το κείμενο Το πνευματικό έργο του Τερτσέτη, και η Μάρη Θεοδοσοπούλου που τρία χρόνια αργότερα, 1999, θα μας δώσει το ΜΕΤΑΞΥ ΟΝΕΙΡΩΝ ΚΑΙ ΟΡΑΜΑΤΩΝ, στην σελίδα Πολιτισμού που διατηρεί στην εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ Κυριακή 6 Οκτωβρίου 1996 σ. 19, θα παρουσιάσει την έκδοση με τον ομώνυμο τίτλο, Άνδρας τον άνδρα ν’ αγαπά σε ένα μακροσκελές και κατατοπιστικό κείμενο.
Ας τα απολαύσουμε και τα δύο:

Το πνευματικό έργο του Τερτσέτη
Το όνομα του Γεωργίου Τερτσέτη (1800-1876) έχει ταυτιστεί με μια μεγάλη πράξη ελευθερίας: όταν το 1834 το βαυαρικής επιρροής δικαστήριο αποφάσισε την καταδίκη του Κολοκοτρώνη σε θάνατο, εκείνος όχι μόνο διαχώρισε τη θέση του, αλλά και αρνήθηκε να καθήσει στη δικαστική του έδρα κατά την εκφώνηση της απόφασης. Ο Τερτσέτης ωστόσο, δεν διακρίθηκε μόνο για την πολιτική και ηθική του ακεραιότητα. Δημιούργησε κι ένα πλούσιο πνευματικό έργο: με πολλά κοινωνιολογικά, νομικά ή ιστοριογραφικά έργα, όπως τα ποιήματα σε ύφος δημοτικού τραγουδιού. Ένα από αυτά δημοσιεύεται στο παρόν τομίδιο, με τίτλο «Άνδρας τον άνδρα ν’ αγαπά». Το ποίημα γράφτηκε γύρω στα 1830 και εντυπωσιάζει με την απίστευτα τολμηρή για την εποχή θεματολογία του. Ο Τερτσέτης «τραγουδάει» τον έρωτα ενός βοσκού κι ενός οργανοπαίκτη και περιγράφει με έντονα χρώματα την αντίδραση της μικρής κοινωνίας τους. Ο οργανοπαίκτης λιθοβολείται στο τέλος από τις γυναίκες του χωριού, ο ποιητής, όμως φροντίζει να κλείσει την ιστορία του με μια καθαρά ανδρική εκδίκηση: «Οι άνδρες πήραν σίδερο/ και στην εστιά το κάψαν/τες κορασιές εσφράγισαν στο μέτωπο/στην πλάτη/στο φονικό που κάμανε/να μην πολυχαρούνε».
Έφη Φαλίδα, εφημερίδα Τα Νέα Τετάρτη 2/10/1996, σ. 26.
--
Άνδρας το άνδρα ν’ αγαπά
     Ο λόγος για ένα τομίδιο όπου το κείμενο, αν γραφόταν στοιχηδόν, θα καταλάμβανε το πολύ δύο σελίδες. Το έκτο βιβλιάριο σε μια σειρά που φέρει τον επιβλητικό τίτλο, «Η πορεία της σκέψης». Και αυτή η σειρά της ίδιας εμπνεύσεως, μια και η εμφάνισή της συμπίπτει χρονικά, με τις σειρές των μικρών κλασικών που μας κατέκλυσαν προσφάτως. Γι’ αυτήν την νεοεισαχθείσα μόδα, στο Ex Libris δεν κάναμε λόγο. Απλώς γιατί δέν πιστεύουμε στην ευτελή πώληση των Κασικών. Όπως κι αν το κάνουμε, οι Κλασικοί δεν γίνονται κοινοί, θα παραμείνουν πολυτελείας. Ας το πάρουμε απόφαση, αν και αναμφισβήτητα κάθε μειονεξία ενοχλεί. Η ευδαιμονία εντός αιθούσης συμφωνικής μουσικής, η ευφροσύνη στους διαδρόμους πινακοθήκης, καθώς και η μαγεία των κλασικών, δεν είναι αγαθά προμηθεύσιμα έναντι χρηματικής δαπάνης. Μπορεί να ηχεί αριστοκρατική η άποψη, ωστόσο ενδομύχως θα συμφωνήσουν μαζί μας οι περισσότεροι από τους Αθηναίους που ταλαιπωρούνται με τις ώρες στο Μέγαρο Μουσικής.
     Σε κάθε περίπτωση, βρίσκουμε πως λειτουργεί σε βάρος των Κλασικών να προσφέρονται στο περίπτερο και δη, στην τιμή πακέτου σιγαρέτων. Το πιθανότερο είναι να φυλλομετρηθούν ταυτοχρόνως με τις απείρως ελκυστικότερες αθλητικές σελίδες και εν παραλλήλω με τη θέαση βίαιας τηλεταινίας. Κι όλα αυτά, στην ευαίσθητη ώρα της χώνευσης. Δόλιοι αντιπερισπασμοί που, το δίχως άλλο, θα τονίσουν τις παιδιόθεν εντυπώσεις πολλών περί του βαρετού ή και ακατάληπτου χαρακτήρα των κλασικών.
     Παρεμπιπτόντως, οι συλλογισμοί μας είναι γενικής φύσεως και καθόλου δεν ορμώνται από την ποιότητα αυτών των σειρών. Αντίθετα, μάλιστα, με την ευκαιρία θα πρέπει να υπογραμμισθούν τα λαμπρά αποτελέσματα της άμιλλας. Οι προαγωγοί των κλασικών, ήτοι οι διαγκωνιζόμενοι εκδότες μας, στην κυριολεξία, υπερέβαλλον εαυτούς. Δεν τσιγκουνεύτηκαν ούτε στην επιλογή του επιμελητή ούτε και του μακετίστα. Κάποια οικονομία προσπάθησαν να κάνουν οι άνθρωποι, όπως πάντα άλλωστε, στη μετάφραση, φορτώνοντας κομμάτι της δουλειάς στον ακριβοπληρωμένο επιμελητή ή ανασύροντας παλιές αποδόσεις. Και ασφαλώς, το μεγαλύτερο κέρδος αυτού του συναγωνισμού φάνηκε στην τιμή πώλησης, όπου και ακυρώθηκε η συνήθως λογική που επικρατεί στην τιμολόγηση των καταναλωτικών αγαθών. Ενώ περιμένεις με 250 δραχμές να πάρεις Ξάνθης, σου δίνουν κι αυτοί Μάρλμπορο.
     Τελικά, αυτά τα μικρά κλασικά, ιδιαίτερα όταν προσφέρονται πολλά μαζί σε πακετάκια, μας φέρνουν στο νου τα φιαλίδια οινοπνευματωδών που μοιράζονται, δείγματα σε τριάδες, και όπου μπορείς να πετύχεις το λικεράκι μαζί με ένα θαυμάσιο καλβαντός. Σαν να λέμε, Κρισναμούρτι και «Ξεπεσμένο δερβίση». Όμως, για να τελειώνει κάπου αυτή η μακριά παρακαμπτήριος, στο φιαλίδιο, η μικρή ποσότης, κατά κανόνα στερεί την απόλαυση. Μόνο κατ’ εξαίρεσιν το ελάχιστο του δείγματος αναδεικνύει μια γεύση, γαργαλώντας τον ουρανίσκο. Αυτό, ακριβώς, νομίζουμε πως κατορθώνει το συγκεκριμένο τομίδιο που ξεκινήσαμε να παρουσιάσουμε.
     Πρόκειται για ένα και μοναδικό ποίημα του Γεωργίου Τερτσέτη. Τον τίτλο καλό είναι να μην τον εμπιστευτούμε, μάλλον συνιστά το άλας που πρόσθεσε στο βιβλιάριο ο εκδότης που τυχαίνει και συντοπίτης του ποιητή. Αντί του γνωστού και ελάχιστα σημαίνοντος τίτλου, «Η δικαία εκδίκησις», προτίμησε να προβάλλει ως τίτλο, τον ερεθιστικό, έννατο στίχο, «Άνδρας τον άνδρα ν’ αγαπά». Πάντως, το συγκεκριμένο ποίημα του Τερτσέτη δεν είναι καθόλου άγνωστο. Το αντίθετο, είναι μια από τις συνθέσεις που προτιμούν οι ανθολόγοι’ το βρίσκουμε στην «Ανθολογία» του Η. Ν. Αποστολίδη αλλά και στην «Ελληνική ποίηση» του Μ. Μ. Παπαϊωάννου.
     Κατά τα άλλα, ανήκει σε μια συλλογή, μικρού σχήματος, μόλις 103 σελίδων που ο Τερτσέτης εκδίδει όταν η ζωή αρχίζει να του χαμογελά. (Πάντως, στάθηκε η μοναδική του συλλογή, οι άλλες ποιητικές εκδόσεις του αφορούν μεμονωμένα ποιήματα). Το 1847, στην Αθήνα. Μόλις πριν λίγους μήνες, το Μάρτιο του 1846, για πρώτη φορά, αυτός ο πλάνης αποκτά μια μόνιμη θέση. (Επέπρωτο μέχρις εσχάτων). Με τη στήριξη του γιου του Κολοκοτρώνη, τότε έφορου της Βουλής, αναλαμβάνει την άρτι συσταθείσα θέση του αρχειοφύλακα και βιβλιοφύλακα της Βουλής.
     Ωστόσο δεν πρόκειται ακριβώς για συλλογή, περισσότερο μοιάζει με συναγωγή κειμένων. Κυρίως δικά του, ποιήματα και πεζά, γραμμένα σκόρπια μέσα στη δεκαπενταετία της περιπλάνησης, αλλά και δημοτικά τραγούδια και φαναριώτικα μεταφράσματα του Σπ. Τρικούπη, ακόμη και Σολωμός. Ο Άγγελος Βλάχος βρίσκει τη σκέψη που ώθησε τον Τερτσέτη στην έκδοση, παράδοξον και ανεξήγητον. Κι όμως, μπορεί να στοχεύει σε μια έκδοση που να προβάλλει τη δημοτική γλώσσα. Αντί περιοδικού, μια και «Ο Ρήγας», το μαχητικό περιοδικό του, έχει ήδη ναυαγήσει. Άλλωστε κάτι τέτοιο δηλώνει και ο τίτλος που διαλέγει «Απλή γλώσσα». Μάλιστα, τον υποστηρίζει με ένα στίχο του Σίλλερ. «Είμαι συμπολίτισσα των μεταγενεστέρων», που παραθέτει ως μότο στη γερμανική και την ελληνική. Ούτε καν το όνομά του δεν αναγράφει στο εξώφυλλο, μόνο μέσα στο βιβλίο κρύβει τα αρχικά του. Γιατί να μην πρόκειται για μια ακόμη εφαρμογή της «Ρομέηκης γλώσσας», εις μνήμην Ιωάννη Βηλαρά, στα 25 χρόνια του θανάτου του.
     Πάντως, ούτε το ποίημα ούτε η συλλογή θεωρούνται από τις ευτυχέστερες προσπάθειες του ποιητή. Άλλωστε, έτσι κι αλλιώς, ο Τερτσέτης καταχωρείται στους ελάσσονες επτανήσιους ποιητές, αυτούς που «δορυφόρησαν» γύρω από τον Σολωμό. Στην περίπτωσή του, οι ιστορικοί ομοφωνούν. Η προσωπικότητά του είναι εξαιρετική, πολύ ανώτερη από το έργο του. Είναι βέβαια και ποιητής αλλά κυρίως μια ηθική παρουσία υποδειγματικής εντιμότητας, Uomo di virtu, με την αναγεννησιακή βαρύτητα του χαρακτηρισμού.
     Όπως και να το κάνουμε, ο Τερτσέτης παραμένει ο αδιάφθορος δικαστής της δίκης Κολοκοτρώνη-Πλαπούτα.
     Και ως συγγραφέα όλοι τον θεωρούν πεζογράφο «Μπροστάρης στον καλό δημοτικό αγώνα», γράφει μια πρόζα με το ύφος του προφορικού λόγου και περίσσια χάρη. Δίνει τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη και των άλλων αγωνιστών, όσους προλαμβάνει. Επίσης, τις παραινετικές επιστολές του και προ πάντων τους πανηγυρικούς του λόγους. Οχληρά σύμπτωση, η εγκεφαλική αποπληξία των βρίσκει να προπαρασκευάζει τον ετήσιο λόγο του για την 25η Μαρτίου το πρωί της 15ης Απριλίου του 1874, στα 73 του χρόνια.
     Το λυρικό ποιητή, ουσιαστικά τον απορρίπτουν. Και όταν παίρνει μέρος στους ποιητικούς διαγωνισμούς, μόνο έναν έπαινο του δίνουν. Φταίει και η γλώσσα του με το «ολίγον ιταλικόν» ύφος και ο στίχος του χαρακτηρίζεται δύσκαμπτος και χωρίς ροή. Τελικά, το μόνο που του αναγνωρίζουν είναι το θερμό και αθόρυβο πατριωτισμό του. Όσο για τα συγκεκριμένα ποιήματα της «Απλής γλώσσας», αυστηρός και πάλι ο Άγγελος Βλάχος, τα θεωρεί από τα ασθενέστερα μελωδήματα της λύρας του ποιητή. Πλην κάποιων εξαιρέσεων, στις οποίες δεν αναφέρεται το ποίημα που μας ενδιαφέρει, τα υπόλοιπα κρίνονται ωχρά στιχουργήματα που γεννήθηκαν με κάποια συγκεκριμένη αφορμή. Άρα, «Η δικαία εκδίκησις», τουλάχιστον σύμφωνα με τον Άγγελ. Βλάχο, δεν είναι παρά ένα ευκαιριακό άσμα.
     Ας αφήσουμε όμως τους δασκάλους κι ας διαβάσουμε το ποίημα ως παιδιά μιας εποχής που αρέσκεται να κρημνίζει τους κορυφαίους ενώ γοητεύεται από τους χαμηλόφωνους. Καθώς οι δεκαπεντασύλλαβοι απλώνονται στις λιλιπούτειες σελίδες, ξεδιπλώνοντας τις εικόνες τους, νομίζουμε πως ερεθίζουν ευχάριστα. Ο μύθος φαίνεται πρωτότυπος, παρόλο που βρίσκουμε ενίοτε στα δημώδη άσματα ιστορίες όπου άνδρας τον άνδρα αγαπά. Αλλά ο Τερτσέτης, αυτόν τον ειδυλλιακό έρωτα, στη συνέχεια, τον δένει με το σκληρό βακχικό μύθο.
     Ο τραγουδιστής που λαλάει με το λαγούτο τον έρωτά του για τον εύμορφο νέο, εξαγριώνει τις γυναίκες, νιές και πανδρευμένες. Σαν να αρνείται τον Διόνυσο, αφού περιφρονεί τον έρωτά τους, όμοιες μαινάδες τον λιθοβολούν και του κόβουν το κεφάλι. Μόνο που όλα αυτά δεν συμβαίνουν στον Κιθαιρώνα, αλλά σε πανήγυρη, δίπλα σε ποτάμι. Παρασυρμένα στη ροή, κεφάλι και λαγούτο, στοιχειώνουνε τη φύση και διαλαλούνε το κακό που έγινε. Κι έρχεται το κλείσιμο με την τιμωρία των γυναικών από τους άνδρες. Καθώς αυτοί τάσσονται με τον λαουτιέρη και τιμούν τον έρωτά του.
     Χρόνια πριν, ο φίλος του ο Σολωμός, όταν διαβάζει το πρώτο «ποιηματάκι» που τυπώνει ο Τερτσέτης, του γράφει νουθεσίες»… Και όσο για την ποίηση, πρόσεχε καλά Τζώρτζη μου, καλό είναι βέβαια να θεμελιώνεις στα Δημοτικά Τραγούδια, αλλά δεν είναι καλό να σταματάς εκεί. Πρέπει να υψώνεται ο στίχος κατακόρυφα…». Ούτε υψώνεται ούτε δραματοποιεί «Η δικαία εκδίκησις», παρόλο που ο μύθος δίνει την ευκαιρία. Ωστόσο ο στίχος ρέει, σε γλώσσα απλή, και ολοκληρώνει ένα δικό του πέταγμα που αρκείται στους χαμηλούς ορίζοντες.
     Και επειδή το βιβλιάριον θα το διαβάσει ο σκανδαλοθήρας σημερινός αναγνώστης, ας μην βιαστεί. Ο Ζακ Μπουσάρ, που στη διατριβή του λεπτολογεί τον βίο του Τερτσέτη, ιδιαίτερα την πρώτη και περιθωριακή περίοδο, μας πληροφορεί, πως στο Μιλάνο, γύρω στα 1817-18, ο ποιητής ερωτεύεται μια νέα και το πιθανότερο, σε αυτήν αφιερώνει, μια εικοσαετία αργότερα, τη συλλογή του «Απλή γλώσσα». Και ο Μπουσάρ, ως καλός και περίεργος φιλόλογος, συνεχίζει «Το γεγονός αξίζει να σημειωθεί γιατί, παρ’ όλο που δείχνει πάντα συμπάθεια για τις γυναίκες, δεν του ξέρουμε κανένα άλλο ειδύλλιο πριν από εκείνο με την Αδελαϊδα Ζερμαίν, την οποία και θα παντρευτεί στα 1867…». Καθώς φαίνεται, αυτή η λογία Γαλλίδα θαυμάζει την πολυμάθεια του Τερτσέτη και «τον ζητά εις γάμον». Εκείνος αντιπροτείνει την υιοθεσία, αλλά η κυρία επιμένει. Σε αντίστοιχη περίπτωση, ο Σαρτρ στέκεται ανένδοτος και προχωρεί στην υιοθεσία, ενώ ο Τερτσέτης ενδίδει. Μάλιστα, στο Πρώτο Νεκροταφείο, στο μαρμάρινο τάφο εικονίζεται οι μορφές τους με την επιγραφή «Συμπλεγμένοι». (Έτσι ρομαντικά, τα διηγείται ο Ν. Βέης).
     Αυτά τα πολλά για ένα βιβλιάριο που ούτε στους κλασικούς εντάσσεται ούτε ασφαλώς στην πορεία καμίας σκέψης. Ποιήμα τερπόν και γιατί όχι, προφητικόν. Στην εποχή μας, που οι ευμορφότεροι τον άνδραν προτιμούν, έφτασε ο καιρός, από το κακό τους, οι εύμορφες να κιτρινίσουν.
Μάρη Θεοδοσοπούλου, εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ Κυριακή 6 Οκτωβρίου 1996, σ.19-20.

Σημείωση: στην ίδια σελίδα στις ΣΤΑΣΕΙΣ. Και στα Περίπτερα, κρίνεται το γαλλικό λογοτεχνικό περιοδικό, το αφιερωμένο εξ ολοκλήρου στην τέχνη του μυθιστορήματος «Το εργαστήριο του μυθιστορήματος» τεύχος 8/Φθινόπωρο 1996 Παρίσι.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 18 Νοεμβρίου 2017