Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

          ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ 1976

     Γράφοντας στο τελευταίο κείμενο για τα τρία μικρά ανθολόγια διηγήματος του παλαιού εκδοτικού οίκου «κάλβος» στο ιστολόγιό μου, μετά από μερικές ώρες είδα να «βλέπουν» το κείμενο πάνω από 30 άτομα; Αυτό μου έκανε εντύπωση (αν το καταλαβαίνω τεχνικά σωστά). Δεν περίμενα να βρίσκονται τόσα άτομα μέσα στην καλοκαιρινή περίοδο, και μέσα σε αυτόν τον εσωτερικό πολιτικό κουρνιαχτό και εξωτερική κοινωνική δίνη από τρομοκρατικές ενέργειες, που η χώρα καίγεται από απάνθρωπες ενέργειες συμπολιτών μας που καταστρέφουν τον Φυσικό της πλούτο, τους πνεύμονες ζωής της τα δάση της, να διαβάζουν λογοτεχνικά κείμενα ή να αναζητούν στοιχεία που αφορούν την ελληνική λογοτεχνία. Κατόπιν σκέφτηκα πιο ρεαλιστικά. Μάλλον θα υπάρχουν αναγνώστες που λόγω ηλικίας δεν γνώριζαν τις παλαιές αυτές διηγηματικές εκδόσεις. Και μια που κάποιος καλοκαιρινός γραφιάς (που έχει ξεχάσει τι σημαίνουν διακοπές) που δεν γνωρίζουν, εκ περάτων του χρόνου αντέγραψε τα στοιχεία αυτά-που μάλλον θα τους είναι χρήσιμα-και ίσως κάπου τους χρειαστούν για δικές τους εργασίες ή αναφορές, αποφάσισα να περάσω «καπάκι» και έναν άλλο τόμο Διηγημάτων που εκδόθηκε το 1976 από τις εκδόσεις «ΕΡΜΕΙΑΣ» και ανέφερα στο τελευταίο κείμενο.
    Ο ογκώδης τόμος στον οποίο αναφέρομαι, είναι η με γενικό τίτλο «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ 1976».
(Άχ! Προσπαθώ να ξεχάσω τους χρόνους εκείνους της εφηβικής νιότης, αλλά μου τους υπενθυμίζουν συνεχώς, οι κυβερνητικές πολιτικές τρακατρούκες για απολωλότα πρώην συνοδοιπόρα πρόβατα να επιστρέψουν στην κόκκινη στρούγκα, και οι επαναστατικές γυμναστικές για τους γοφούς οπαδών του πατερούλη, που τότε, καταδίκαζαν μετά βδελυγμίας, μετά την διάσπαση του 1968, και έβγαζαν πολιτικά σπυράκια δημοκρατικής αντίστασης δίπλα σε εκείνα της ακμής, μόλις άκουγαν να αναφέρεται το όνομά του, ενώ σήμερα, άχ! σήμερα, ομού και συντεταγμένα ακούν τα διαγγέλματα της γηραιάς συνταξιούχου κυρίας με το κιμονό, με φόντο τα βορειοκορεατικά πελάγη ευτυχίας των ανθρώπων, να εξαγγέλλει ως άλλος Πίνδαρος, τα στρατιωτικά κλέη του υιού του υιού του υιού στην κόκκινη αυτήν χώρα, με την στρατιωτική στολή και το μοντέρνο κούρεμα του γόη, μπουλούκου κυβερνήτη). Αλλά ας επανέλθουμε στα λογοτεχνικά καθ’ ημάς, μια και οι αντιπολιτευτικοί πειρασμοί ως κόκκοι άμμου θαλάσσης καιροφυλακτούν να δώσουν λαβή πολεμοχαρούς ιαχής στον κουρασμένο τηλεβιβλιοπώλη, και τα ορφανά της Φώφης. Τα άστεγα και παραμορφωμένα πολιτικά, τα πατροκτόνα και πράσινα ξεβαμμένα στρουφάκια του συστήματος.
     Ο πολυσέλιδος αυτός τόμος,-έχει 272 σελίδες και οι διαστάσεις του είναι 18Χ24 cm- έχει πράσινο ιλουστρασιόν εξώφυλλο και η έκδοση κοσμείται με τα ασπρόμαυρα σχέδια ή τους έγχρωμους πίνακες σημαντικών εικαστικών ελλήνων καλλιτεχνών, που συνοδεύουν τις διηγηματικές καταθέσεις των διηγηματογράφων της εποχής. Στο εξώφυλλο σε διαγώνιο σχεδιασμό αναγράφεται ο τίτλος της έκδοσης με κεφαλαιογράμματα και οι συμμετέχοντες με αλφαβητική σειρά. Δεν υπάρχει ISBN της κυκλοφορίας, που σημαίνει ότι τότε, στον ελλαδικό εκδοτικό χώρο, δεν είχε καθιερωθεί ακόμα η ηλεκτρονική ταυτότητα των βιβλίων. Η τιμή του 200 παλαιές δραχμές. Δυστυχώς δεν θυμάμαι ούτε ακριβώς πότε ούτε από πού το αγόρασα για να προσθέσω άλλα πληροφοριακά στοιχεία. Μόνο ορισμένες αναγνωστικές μου σημειώσεις στις σελίδες του, μου προσδιορίζουν περίπου τα τέλη του 1977. Άς αναπαύεται εν ειρήνη η ψυχούλα του ή των δασκάλων που μας έμαθαν να διαβάζουμε τα βιβλία κρατώντας σημειώσεις και σχόλια πάνω στις σελίδες τους ή στο περιθώριό τους. Η τεχνική αυτή βοηθά την μνήμη εκ των υστέρων.
Στην τρίτη σελίδα με έντονα μαύρα κεφαλαιογράμματα, αναγράφονται οι συμμετέχοντες συγγραφείς και εικαστικοί δημιουργοί ο τίτλος και ο εκδοτικός οίκος:
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ 1976
ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ-ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ-ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ-ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΚΑΒΕΛΑΚΗΣ-ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ-ΝΙΚΟΣ ΚΑΣΔΑΓΛΗΣ-ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΛΟΥΦΑΚΟΣ-ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ-ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΛΥΜΠΕΡΑΚΗ-ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΜΟΥΝΤΕΣ- ΣΠΥΡΟΣ ΠΛΑΣΚΟΒΙΤΗΣ-ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ-ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗΣ-ΚΑΙΗ ΤΣΙΤΣΕΛΗ-ΑΝΤΡΕΑΣ ΦΡΑΓΚΙΑΣ-Θ. Δ. ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ-ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ
ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ:
ΑΛΕΞΗΣ ΑΚΡΙΘΑΚΗΣ-ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΠΕΡΓΗΣ-ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΛΑΜΟΣ-ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ-ΠΕΤΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ-ΝΤΙΝΑ ΚΑΤΣΑΝΟΥ-ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΕΠΕΤΖΗΣ-ΕΜΜΑΝΟΥΕΛ ΚΡΕΤΙΚΟ-ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΗΣ-ΘΕΜΟΣ ΜΑΪΠΑΣ-ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ-ΚΩΣΤΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ-ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΙΓΑΔΗΣ-ΝΙΚΟΛΑΣ ΜΠΑΚΑΛΟΣ-ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ-ΦΑΙΔΩΝ ΠΑΤΡΙΚΑΛΑΚΗΣ-ΕΛΛΗ ΑΡΤΕΜΗ-ΤΑΧΤΣΗ-ΑΛΕΚΟΣ ΦΑΣΙΑΝΟΣ
ΕΡΜΕΙΑΣ
Στην σελίδα 5 αναφέρονται τα εξής των εκδοτών:
Η «ελληνική πεζογραφία» συνάντηση των σημαντικώτερων εκπροσώπων της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, με ταυτόχρονη παρουσίαση των διηγημάτων από εκλεκτούς νεοέλληνες ζωγράφους, θα κυκλοφορεί κάθε χρόνο, φιλοξενώντας τα δικαιωμένα ονόματα και τις νεώτερες τάσεις της πνευματικής μας ζωής.
Στην επομένη σελίδα υπάρχει ο αριθμός 1177(προφανώς ο αριθμός του αντίτυπου) και τα εξής πληροφοριακά στοιχεία:
Η Ελληνική Πεζογραφία 1976, κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1976 για λογαριασμό των εκδόσεων ΕΡΜΕΙΑΣ- Βουκουρεστίου 40, τηλέφωνο 6109…. & 6196…., σε πρώτη έκδοση και σε 4000 αριθμημένα αντίτυπα.
Φωτοστοιχειοθεσία: ΦΩΤΡΟΝ ΑΕ., Συγγρού 194
Εκτύπωση: Α. Ιωαννίδης , Κεραμικού 5
Βιβλιοδεσία: Β. ΠΑΛΟΥΜΠΗΣ, Σουρής 17, Περιστέρι
Η σύνθεση του εξωφύλλου και η καλλιτεχνική επιμέλεια έγιναν απ’ τη Μαρία Μοάτσου.
Ακολουθούν στην έβδομη σελίδα τα περιεχόμενα
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ
Οι σκοτωμένοι
ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ
Ο γραμματέας
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
Συνομιλία σε μια ταβέρνα του Ίνσμπουργκ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Η παραπεταμένη απελευθέρωση
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΚΑΒΕΛΑΚΗΣ
Συν-αισθητική
ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ
Το κάδρο
ΝΙΚΟΣ ΚΑΣΔΑΓΛΗΣ
Μετά το συσσίτιο
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΛΟΥΦΑΚΟΣ
Ιδιότυπος θαλαμίσκος
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ
Μίλλα ούμπρε
ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΛΥΜΠΕΡΑΚΗ
Το γέλιο
ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΜΟΥΝΤΕΣ
Ο έρωτας είναι έργο για τέσσερα χέρια
ΣΠΥΡΟΣ ΠΛΑΣΚΟΒΙΤΗΣ
Η κηλίδα
ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ
Η τελευταία συμμετοχή
ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗΣ
Η γιαγιά μου η Αθήνα
ΚΑΙΗ ΤΣΙΤΣΕΛΗ
Μια φιλία έως θανάτου
ΑΝΤΡΕΑΣ ΦΡΑΓΚΙΑΣ
Επιστροφή
Θ Δ. ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ
Δείπνο της κυρίας Τούλας
ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ
Η ένορκος
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ
Το φονικό της Ιζαμπέλλας Μολνάρ
     Αυτά είναι τα ονόματα των συγγραφέων και των διηγημάτων με τα οποία συμμετέχουν στην έκδοση. Τα έργα των εικαστικών δεν έχουν τίτλο, όμως είναι πολλά από αυτά εξαιρετικά. Πολλοί από τους διηγηματογράφους είναι και ποιητές, όπως ο ακραιφνώς σουρεαλιστής Νάνος Βαλαωρίτης, ένας από τους διαρκέστερους στυλοβάτες του υπερρεαλισμού στην χώρα μας. Ο ποιητής και αρθρογράφος στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία Νικηφόρος Βρεττάκος, (που την χάλκινη προτομή του έκλεψαν από την οδό Καραϊσκου στον Πειραιά). Ο ποιητής Δημήτρης Κακαβελάκης, (νομίζω υπήρξε και παρουσιαστής σε Μεγάλο Κανάλι;). Ο τρυφερός και ευαίσθητος Ματθαίος Μουντές, που η ραδιοφωνική εκπομπή του «Αιγαίο ρίζα και παράδοση» ακούγονταν από όλους μας. Ο ποιητής Νίκος Φωκάς, που αργότερα μας έδωσε την ποιητική συλλογή με τίτλο «Παρτούζα». Ο γνωστός σε όλους μας Κώστας Ταχτσής, που εξέδωσε κατόπιν με αυτόν τον τίτλο τα διηγήματά του από τον εκδοτικό οίκο «ΕΡΜΗΣ», ο πεζογράφος με το σπινθηροβόλο πνεύμα και τις εκατοντάδες κοινωνικές δημόσιες παρεμβάσεις του, και με τις εξαιρετικές μεταφράσεις Αριστοφανικών κωμωδιών του, που ανέβασε το Αμφιθέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου, αλλά και άλλες πετυχημένες θεατρικές του μεταφράσεις. Ο εκ Θεσσαλονίκης φιλόλογος και πεζογράφος σημαντικός Γιώργος Ιωάννου. Αυτό το παιδί θαύμα των ελληνικών γραμμάτων. Ένας από τους σπουδαιότερους έλληνες μυθιστοριογράφους. Με ευρύτατη κλασική και ευρωπαϊκή παιδεία. Ο επαναπατρισθής από το πρώην ανατολικό μπλοκ Μενέλαος Λουντέμης, που δεν υπήρχε παιδί που να μην διαβάσει τα μυθιστορήματά του, «Ένα παιδί μετράει τα άστρα», «Οδός αβύσσου αριθμός μηδέν» και άλλα του έργα. Αλλά και ο άξιος διηγηματογράφος ο Δημήτρης Χατζής, που τα βιβλία του, οφείλει η ελληνική εκπαιδευτική κοινότητα να τα διδάσκει ως έργα ανάπτυξης του ανθρώπινου χαρακτήρα, ως κείμενα βαθειάς ανθρωπιάς και ουμανιστικής συνείδησης. Έργα που προάγουν τις πανάρχαιες ρίζες του ελληνισμού και της παράδοσης. Συγγραφικές καταθέσεις ουσιαστικά ελληνικές αλλά ταυτόχρονα και οικουμενικές. Ένας πολύ σημαντικός συγγραφέας, με καταπληκτική γλώσσα και ύφος. Ο θεατρικός και κινηματογραφικός συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης, ο αντιστασιακός χαρακτήρας, με το χιλιοτραγουδισμένο από όλους μας «Μάουτχαουζεν». Μια Αυλή των Θαυμάτων τα έργα του. Ο Βασίλης Βασιλικός, αυτός ο πολυτάλαντος πεζογράφος με την διεθνή φήμη. Το Ζήτα των ελληνικών γραμμάτων μας από την Θεσσαλονίκη. Ο τόσο παραγωγικός συγγραφικά, Οι κριτικοί Θ. Δ. Φραγκόπουλος και Κώστας Κουλουφάκος. Ποιητής και καταξιωμένος κριτικός ο πρώτος, δοκιμιογράφος και εκδότης ο δεύτερος, με σημαντική παρουσία στα ελληνικά γράμματα από την παλαιά φρουρά των εαμιστών αγωνιστών. Η Μαργαρίτα Λυμπεράκη και η Καίη Τσιτσέλη, δυό σπουδαίες γυναικείες συγγραφικές φωνές των γραμμάτων μας, με κοινωνική παρουσία η πρώτη, σεμνότερη και αθόρυβη η δεύτερη. Αλλά δυνατές φωνές και οι δύο. Ο ιδρυτής της Βουλής των Εφήβων Αντώνης Σαμαράκης, που το μυθιστόρημά του «Ζητείται Ελπίς» ακόμα διαβάζεται. Ο «πράσινος» Σπύρος Πλασκοβίτης με έργα σταθμοί στην ελληνική πεζογραφία, όπως και τα έργα του Αντρέα Φραγκιά.
     Όπως διαπιστώνουμε, το συγγραφικό επιτελείο της έκδοσης αυτής των εκδόσεων «ΕΡΜΕΙΑΣ» του παλαιού αυτού εκδοτικού οίκου, είναι σημαντικό και καταξιωμένο στο ελληνικό μυθιστορηματικό και ποιητικό στερέωμα. Και έχει, θα σημειώναμε προοδευτικό πρόσημο. Μηδενός εξαιρουμένου όλες οι συγγραφικές φωνές που συμμετείχαν σε αυτήν την ανθολογία, έγραψαν και αυτοί, την ιστορία των ελληνικών γραμμάτων τις τελευταίες δεκαετίες στην χώρα μας. Φωνές που αγαπήθηκαν, που λατρεύτηκαν, που «δοξάστηκαν», που βραβεύτηκαν που έτυχαν της ανάλογης δημοσιότητας εντός και εκτός ελλάδος. Συγγραφείς που ακόμα και σήμερα διαβάζονται ευχάριστα και δημιουργικά. Συγγραφείς με ποιότητα, με ήθος γραφής και πολιτικά και κοινωνικά διαρκώς ενεργοί πολίτες. Με έργα πολλών από αυτών αγωγοί των ελληνικών γραμμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο. Μεταφρασμένοι και αναγνωρίσιμοι.
     Πολλοί από τους συμμετέχοντες εικαστικούς, είναι γνωστοί και καταξιωμένοι στον χώρο τους  εικαστικοί καλλιτέχνες, Ο σκιτσογράφος Κώστας Μητρόπουλος, αυτό το παιδί θαύμα της ελληνικής γελοιογραφίας, με το αστείρευτο χιούμορ και τα εύστοχα και δεικτικά σχόλιά του. Μια ολόκληρη σχολή το έργο του ακόμα και σήμερα. Ο πρόωρα χαμένος Αλέξης Ακριθάκης, με τα πολύχρωμα γεωμετρικά πλαιχτά του σχέδια. Σπουδαία δουλειά. Ο Κώστας Γεωργίου, σημαντικός και διακριτικός με τα σπασμένα εικαστικά του μέλη. Ο Φαίδων Πατρικαλάκης, με τις εργασίες του πάνω σε θέματα και προβλήματα της εικαστικής αναγέννησης και των σχολών της. Ο Γιώργος Βαρλάμος και η μικρή Έλλη Άρτεμη-Ταχτσή. Ο Αλέκος Φασιανός, και ο Γιάννης Μιγάδης, και άλλοι.
     Πολλούς από αυτούς τους συγγραφείς, άντρες και γυναίκες, ή εικαστικούς, είχα την τύχη παλαιότερα να τους γνωρίσω από κοντά και να τους συναναστραφώ. Αν θυμάμαι καλά, μετά από τόσα χρόνια εκείνη πάνω κάτω την περίοδο, η ημερήσια εφημερίδα «Τα Νέα» δημοσίευε κάθε Σάββατο και ένα διήγημα νεοέλληνα συγγραφέα. Ίσως ορισμένα από αυτά να είχαν δημοσιευτεί στις σελίδες της εφημερίδας. Ίσως, γιατί η μνήμη δεν βοηθά την εξακρίβωση.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 20 Αυγούστου 2018
Με την τελευταία έξοδο των αδειούχων «βαρβάρων» για κολύμβηση και θαλασσινά.
Προσοχή την χοληστερίνη σας παιδιά.

ΥΓ. Δεν φτάνει που σου πίνουν το αίμα οι κεφαλαιοκράτες καπιταλιστές-όπως φώναζαν οι παλαιοί μακρυμάλληδες επαναστάτες με την καμπάνα παντελόνι, το ψηλοτάκουνο και το ανοιχτό πουκάμισο με τη κονκάρδα του Τσε, και το ταγάρι με τις πολιτικές προκηρύξεις-που συχνά τους μπέρδευες αν δεν είχαν μούσι με τον Τζων Τραβόλτα στην ταινία «Πυρετός το Σαββατοκύριακο», αλλά, άλλο αγαπητοί μου επανάσταση του δρόμου, και άλλο Αμερικάνικη κουλτούρα των κυβερνητικών θέσεων, και ψου-ψου-ψου και μου-μου-μου με την Άγκελα, τι θα φορούσαμε τότε, σοβιετικό σκουρόχρωμο αμπέχονο; Γκαλμπρέιθ και Γιάνης Βαρουφάκης και μπομπότα ψωμί, Πάκης και ψεκασμένος συγκυβερνήτης φυλάξει, βοήθειά μας. Εδώ κοντεύουν να βγάλουν την φωτογραφία του Μάο από την Κόκκινη Πλατεία και να την φέρουν για προσκύνηση στην Κουμουνδούρου, για διατήρηση της εξουσίας και για συμμετοχή σε συνέδρια της Λετονίας θα μιλάμε τώρα; Η Cosco νάναι καλά, και τα νέα κρατικά ομόλογα. Ά, να μην λησμονήσω, και οι νέες αυξανόμενες προμήθειες των τραπεζών σε κάθε συναλλαγή μας. Άραγε, τι να σκέφτεται αυτό το παχουλούτσικο παιδί των πάμπερς, και της Τράπεζας Κρήτης; Τον έδωσαν ή τους έδωσε. Δεν φτάνει λοιπόν που μας ρουφούν το αίμα οι ως άνω, αλλά έχουμε και το άτιμο και φθονερό γένος των κουνουπιών. Για δοκιμάσετε να σκοτώσετε ένα από αυτά τα μαύρα, και θα δείτε τι αίμα θα αφήσουν πίσω τους. Άντε μετά να κάνει νέα κινηματογραφική καριέρα ο σημερινός Κρίστοφερ Λη. Που να βρει αίμα. Τζάμπα το ξύπνημα και το ταξίδι από τα Καρπάθια του Κόμη.        


Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Νέοι Διηγηματογράφοι

                                                                                                     ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ

     Τρία μικρά βιβλία ανθολόγια διηγηματικής γραφής των παλαιών εκδόσεων «κάλβος»-το ένα δεμένο-βοήθησαν την γενιά μου, γενιά του 1980, μια γενιά μετά την πολιτικοποιημένη και αντιστασιακή γενιά του 1970, την τρίτη μεταπολεμική γενιά ή γενιά του Πολυτεχνείου, που ανδρώθηκε μέσα στα δίσεχτα και δύσκολα χρόνια της επτάχρονης τελευταίας στρατιωτικής δικτατορίας στην χώρα μας (1967-1974), να γνωρίσει σε εμάς τους έφηβους αναγνώστες της λογοτεχνίας και τους επηρμένους νεαρούς ποιητίστρους που πιστεύαμε ότι θα αλλάξουμε τα σύγχρονα ποιητικά πράγματα της χώρας μετά την μεταπολίτευση, το σύγχρονο, και ίσως πειραματικό στην τεχνική του νεοελληνικό διήγημα και τους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς τους. Πρόσωπα νέα, άγνωστα τα περισσότερα ακόμα και στις μέρες μας-άντρες και γυναίκες-με αχαρτογράφητη τότε, την συγγραφική τους εμπειρία, μοντέρνο λόγο, φρέσκια ματιά, καινούργια θεματολογία, τεχνοτροπία πρωτοφανέρωτη μάλλον στα εκδοτικά δεδομένα της εποχής, γλώσσα της εποχής ή της περιοχής της καταγωγής του διηγηματογράφου, ύφος πρωτότυπο, μοντέρνα συγγραφική σπουδή των προβλημάτων της ζωής, διαπραγμάτευση θεμάτων ξέχωρη από αυτή των παλαιότερων διηγηματογράφων που μέχρι τις δεκαετίες εκείνες γνωρίζαμε, μια και είχαμε γαλουχηθεί με τον ηθογραφικό λόγο της αγροτικής επαρχίας, και τα εθνικιστικά νάματα, τα πατριωτικά των τιμημένων προγόνων, που εξέφραζαν αρκετοί γνωστοί μας πεζογράφοι και ποιητές, που απεικόνισαν με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο την εποχή τους και τις αξίες της. Ακόμα και η σημαντική διηγηματική φωνή του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, είχε παγιδευτεί θα μπορούσαμε να γράφαμε, από την προπαγανδιστική «σπέκουλα» των τότε εκπαιδευτικών και πολιτικών υπευθύνων, αλλά και μεγάλου μέρους της διοίκησης της ορθόδοξης εκκλησίας. Είχε μετατραπεί το πολύμορφο έργο του, σε ένα χλιαρό και γλυκερό ανάγνωσμα για παρθένες κορασίδες με μπλε ποδίτσες και άσπρο φιόγκο, χαμηλοβλεπούσες και σκανδαλιάρες στα μουλωχτά, και κουρεμένα γουλί αγοράκια με κοντό παντελονάκι που συναγωνίζονταν πιο θα απαγγείλει το ποίημα: «της πατρίδος μου η σημαία, έχει χρώμα γαλανό…», μέσα στην τάξη του σχολείου για να πάρουν καλό βαθμό. Και όλα μαζί τα τιμημένα αυτά νεροπούλια της ελληνικής γης, όχι όμως αλαμπρατσέτα μια και παραμόνευε ο Θείος οφθαλμός του ηθικοδιδασκάλου προς τιμωρία, πήγαιναν προς εκκλησιασμό και ανάγνωση κατόπιν των ηθικών διδαγμάτων των διηγημάτων του κυρ Αλέξανδρου. Άγνωστη η παιδική σχολική μοίρα του παιδιού που θα ζητούσε να του εξηγήσουν τον ερωτικό Παπαδιαμάντη, ή το μυθιστόρημά του «Οι Έμποροι των Εθνών» και την φυσιογνωμία του Γεώργιου Γεμιστού Πλήθωνα. Ο διηγηματικός λόγος του Εμμανουήλ Ροϊδη, ή ο μυθιστορηματικός του Νίκου Καζαντζάκη ήταν απαγορευμένη περιοχή. Είχε πολλά ναρκοπέδια τιμωρίας. Η τιμημένη Ελλάς, η δοξασμένη ψωροκώσταινα κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου, φρόντιζαν για αυτήν αι αγγελικαί στρατιωτικαί δυνάμεις εσωτερικής κατοχής, και τα εκκλησιαστικά εξαπτέρυγά τους. Όμως η πατρίς επέπρωτο να ζήσει, και έζησε πανάθεμά την. Θέλω να πω, κάνοντας την μικρή αυτή σύντομη χιουμοριστική παρένθεση ότι, την πολιτική εκείνη περίοδο, δεν δεινοπάθησε πολιτικά και κοινωνικά μόνο ολάκερη η χώρα, αλλά και ο κόσμος της λογοτεχνίας στην χώρα μας. Μεγάλου και σημαντικού μεγέθους συγγραφικές φωνές, όπως αυτές του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του Φώτη Κόντογλου, του Γιάννη Βλαχογιάννη, του Γεωργίου Βιζυηνού, του Ανδρέα Καρκαβίτσα, και πολλών άλλων χρησιμοποιήθηκαν και αλλοιώθηκε το νόημα των κειμένων τους για ανόητους προπαγανδιστικούς λόγους. Μια ημιμάθεια που έκανε τις παιδικές ψυχές να αποστρέψουν το πρόσωπό τους από το έργο των σημαντικών αυτών ελλήνων συγγραφέων. Έπρεπε να περάσουν τα χρόνια για να κατανοήσουμε την ουσιαστική αξία και τα συγγραφικά «διδάγματα» των δημιουργών αυτών. Αποπλένοντας από πάνω μας φυσικά και την κρούστα της καθαρευουσιάνικης και αρχαϊζουσας γλώσσας.
      Μέσα στο καινούργιο πολιτικό, κοινωνικό και εκπαιδευτικό περιβάλλον που κυοφορήθηκε στην πατρίδα μας τα μετά της μεταπολίτευσης χρόνια, φανερώθηκε αυτή η νέα, διαφορετική προβληματική, η ρηξικέλευθη συγγραφική ματιά των πρωτοεμφανιζόμενων τότε συγγραφέων, μια γραφή, που σίγουρα πάντως, δεν είχε ξαναδιαβαστεί από τους ηλικιακά νεοσσούς τότε αναγνώστες της ελληνικής πεζογραφίας. Μια διηγηματική γραφή που άφηνε πίσω της την παλαιά ίσως κατεστημένη παράδοση των ελλήνων και ελληνίδων συγγραφέων της διηγηματικής τέχνης και την θεματολογία της. Διηγήματα ορισμένα ίσως άνισα και άλλα ολοκληρωμένα τεχνικά. Διηγήματα πρωτόλεια και  διηγήματα επεξεργασμένα. Φωνές νέων ηλικιακά ατόμων, που δεν είχαν ακουστεί μέχρι τότε, και ορισμένες μάλλον, δεν ξανά παρουσιάστηκαν στα ελληνικά γράμματα. Ή άλλες-γνωστές μας μεταγενέστερα-τις συναντάμε εξακολουθητικά στα κατοπινά της εδραίωσης της πολιτικής δημοκρατίας χρόνια. Συγγραφείς που σταδιοδρόμησαν στον χώρο του διηγήματος, του δοκιμίου, του μυθιστορήματος, της μετάφρασης, της ποίησης, του θεάτρου, σαν καθηγητές πανεπιστημίου, γυναικείες ποιητικές φωνές που στράφηκαν προς τα ξένα ποιητικά ρεύματα-σουρεαλισμός- που με το κατοπινό έργο και την δημιουργική τους παρουσία εδραίωσαν την φήμη τους και καταξιώθηκαν ως οι σύγχρονές μας συγγραφικές φωνές. Διηγηματογράφοι που παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στο προσκήνιο, με πανεπιστημιακά εφόδια, της τέχνης της δικηγορίας πάρα πολλοί, άλλοι ακόμα σπουδαστές όχι απαραίτητα των κλασικών επιστημών, συγγραφείς παιδικών βιβλίων, μαθήτριες γυμνασίου, άτομα από πολλά μέρη της επικράτειας, όχι κατ’ ανάγκην μόνο από την πρωτεύουσα ή την συμπρωτεύουσα. Ακόμα και από τον Αιγυπτιακό ελληνισμό. Ονόματα γνωστά μας μεταγενέστερα, όπως ο ποιητής Θανάσης Κωσταβάρας, ο συγγραφέας Μάνος Κοτολέων, ο διηγηματογράφος Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, η πεζογράφος Λία Μεγάλου Σεφεριάδη, από τον πρώτο τόμο, ο συγγραφέας Διαμαντής Αξιώτης, ο διηγηματογράφος Χριστόφορος Μηλιώνης, ο θεατρικός γραφιάς Μάριος Ποντίκας, ο μυθιστοριογράφος Αντώνης Σιμιτζής, ο ποιητής Δημήτρης Σουλιώτης από τον δεύτερο, ο πανεπιστημιακός και συγγραφέας Γιώργης Γιατρομανωλάκης, ο συγγραφέας και μεταφραστής Αχιλλέας Κυριακίδης, η μοντέρνα ποιήτρια και δημοσιογράφος Νατάσα Χατζιδάκη, που έφυγε πρόσφατα από κοντά μας, από τον τρίτο και άλλοι. Συγγραφικές φωνές, που δεν βγήκαν από το πουθενά, αλλά που τους «έκρυβε» μέσα στα σπλάχνα της η λογοτεχνική γη, και με την ωριμότητα και αλλαγή των ιστορικών συνθηκών άνθισαν και καρποφόρησαν προσφέροντάς μας τα εύοσμα συγγραφικά τους λουλούδια. Φωνές που έφεραν την αλλαγή-η κάθε μία στον χρόνο και στο πεδίο της, στον τρόπο που η λογοτεχνία αντιμετώπιζε τον βίο των νέων ανθρώπων, που καθρέπτισαν τις νέες συνθήκες, και κατέγραψαν τους νέους ιστορικούς καιρούς. Φωνές που ξετύλιξαν το νήμα της Αριάδνης στον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας. Πολλοί από τους τότε πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, εξακολουθούν να παράγουν συγγραφικό έργο ακόμα και σήμερα. Να μας δίνουν εξαιρετικές δοκιμιακές μελέτες, ή μεταφράσεις ξένων δημιουργών.
     Ένα θέμα που επίσης έχει ενδιαφέρον σε αυτές τις τρείς μικρές διηγηματικές ανθολογίες, είναι ο εμπλουτισμός της γραφής των νέων δημιουργών από στοιχεία άλλων τεχνών. Ο πειραματισμός της γραφής τους, η βεβαιότητα της προβληματικής τους, η σπουδή τους να ανοιχτούν σε νέα επίπεδα τεχνικής της γραφής. Ορισμένα διηγήματα είναι μακροσκελή, άλλα πολύ συνοπτικά, ορισμένα έχουν την φόρμα της νουβέλας, και άλλα ακολουθούν αυστηρά την τεχνική του διηγήματος. Η γλώσσα τους είναι καθαρή, κατανοητή χωρίς προσμείξεις, εκτός της περίπτωσης εκείνης που ακολουθεί το διήγημα ειδικό γλωσσάρι κατανόησής του, όπως αυτό του Σταύρου Βακρατσά.
     Δεν θέλησα να δώσω δείγμα γραφής από τους συμμετέχοντες και στους τρείς τόμους,-παρότι έχω κρατήσει τις σημειώσεις μου και έχω ξεχωρίσει διηγήματα που μου άρεσαν πάρα πολύ, και άλλα λιγότερο, γιατί ήθελα να κρατήσω την μεταγενέστερη ιστορικά ισονομία και ισοκυρία των φωνών. Εξάλλου οι περισσότερες από αυτές δημοσιεύουν για πρώτη φορά. Και η χαρά που θα πήραν βλέποντας τυπωμένο το μικρό τους διήγημα εκείνα τα δύσκολα χρόνια, πιστεύω θα ήταν αρκετά μεγάλη. Και μόνο η έκδοσή τους, ήταν και αυτή μια «αντιστασιακή» πράξη. Εξάλλου, ο λογοτεχνικός χρόνος δικαίωσε πολλούς από τους νέους σε ηλικία και παλαιότερους διηγηματογράφους. Οι υπόλοιποι, είτε σταμάτησαν να δημοσιεύουν, είτε στράφηκαν σε άλλα μονοπάτια ζωής. Όπως όμως και να έχει οι συγγραφείς εκείνοι, η επιτροπή που επέλεξε από τα εκατοντάδες αδημοσίευτα χειρόγραφα του εκδοτικού οίκου, αλλά και αυτή καθεαυτή η προσφορά του παλαιού εκδοτικού οίκου, του «κάλβου» του Γ. Α. Χατζόπουλου, ιδρύθηκε το 1968, είναι σημαντική και έχει γράψει ιστορία στην εξέλιξη της ελληνικής γραμματείας. Ανεξάρτητα από τις κατοπινές ανθολογίες διηγήματος που εκδόθηκαν. Υποψιαζόμαστε ακόμα, ότι η Επιτροπή κρίσης και επιλογής των διηγημάτων, μάλλον θα προέρχεται από τον πολιτιστικό χώρο του παλαιού προδικτατορικού περιοδικού «Πανσπουδαστική» που είχε θητεύσει ο εκδότης του «κάλβου». Ένας καθαρά πολιτικός εκδοτικός οίκος, όπως εμείς οι νεότεροι τον γνωρίσαμε.
Και μια προσωπική αναφορά, σε αυτόν τον εκδοτικό οίκο εξέδωσε τα ποιήματά του ένας παλαιός φίλος- ο πρόωρα χαμένος-Σωκράτης Ζερβός.     
     Τα τρία αυτά βιβλία που έχω ακόμα στην βιβλιοθήκη μου είναι των παλαιών εκδόσεων «κάλβος» Αναξαγόρα 1 Αθήνα. Είναι τρείς μικροί τόμοι, «Διηγήματα 1969», «Διηγήματα 1970» και «Διηγήματα 1971». Τόμοι που εκδόθηκαν μέσα στην καρδιά της δικτατορίας. Τα διηγηματικά αυτά ανθολόγια κόστιζαν 60, 20 και 40 δραχμές όταν κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά, και όταν τα αγόρασα από τον εκδοτικό οίκο μεταγενέστερα κόστιζαν 200,120 και 150 παλαιές δραχμές. Δεν γνωρίζω αν εκδόθηκαν χρονολογικά άλλοι μικροί τόμοι με διηγήματα τα κατοπινά χρόνια, και ούτε θυμάμαι πλέον αν συνάντησα άλλους στον χώρο του εκδοτικού οίκου, που είχα επισκεφτεί αρκετές φορές και αγόραζα τις κοινωνιολογικού και πολιτικού περιεχομένου εκδόσεις του και μελέτες συγγραφέων της αναγέννησης. Βιβλία που εκδίδονταν μεταφρασμένα στο μονοτονικό σύστημα, σε απλοποιημένη ορθογραφία, σε μια γλώσσα και ορθογραφία παράξενη για εμάς τους εφήβους, που προερχόμασταν από την εκπαιδευτική λίμνη της αρχαϊζουσας, της καθαρεύουσας και της χτενισμένης παπαδιαμαντικής εκφοράς της. Ευτυχώς ιστορικά, που η σοφία και εκπαιδευτική διορατικότητα ορισμένων πνευματικών δασκάλων της εποχής, έδωσαν την ορθή λύση στο γλωσσικό, και με την πολιτική στήριξη και την πρωτοπόρα εκπαιδευτική αλλαγή και πολιτική βούληση του πρώην πρωθυπουργού κυρού Γεωργίου Ράλλη, καθιερώθηκε συνταγματικά η δημοτική γλώσσα στην ελληνική επικράτεια. Τα βιβλία έχουν και τα τρία τις ίδιες διαστάσεις, 12,5Χ18,5 cm και οι σελίδες τους είναι 160, 180 και 152 αντίστοιχα. Στον πρώτο τόμο του 1969, στο οπισθόφυλλο της σχισμένης κουβερτούρας αναφέρονται ενδεικτικά άλλες εκδόσεις του «κάλβου», όπως: Ανωνύμου «Ελληνική Νομαρχία», το «Συμβόλαιο γάμου» του Ονόρε ντε Μπαλζάκ, ο «Κόσμος της Μουσικής» του Τ. Ζ. Πίλκα, η «Ενετοκρατία στα Εφτάνησα» του Ε. Λούντζη, την «Επιστήμη στην Αρχαία Ελλάδα» του Β. Φάρρινγκτον, την «Γλώσσα του Κινηματογράφου» του Μ. Μαρτέν, την «Φιλοσοφία της Μοντέρνας Τέχνης» του H. Read και άλλα.
Το πρώτο τομίδιο του 1969 περιέχει 10 νέους διηγηματογράφους (9 άντρες και μία γυναίκα), το δεύτερο του 1970, 17 (15 άντρες και δύο γυναίκες), και το τρίτο του 1971 περιλαμβάνει 17 φωνές (10 άντρες και 7 γυναίκες).
     Για την ιστορία να υπενθυμίσουμε κάτι που οι παλαιότεροι και ασχολούμενοι με τα λογοτεχνικά πράγματα εκείνης της περιόδου ήδη γνωρίζουν, ότι το 1970 από τις εκδόσεις «Κέδρος» εκδίδονται τα «ΔΕΚΑΟΧΤΩ ΚΕΙΜΕΝΑ», το 1971 από τον ίδιο εκδοτικό οίκο τα « ΝΕΑ ΚΕΙΜΕΝΑ» 2, Φθινόπωρο 1971 και «Νέα Κείμενα» Χειμώνας 1971. Το 1973 από τον εκδοτικό οίκο «Μπουκουμάνη» εκδίδεται ο συγκεντρωτικός τόμος «Κατάθεση ‘73» και την επόμενη χρονιά ο τόμος «Κατάθεση ‘74». Βιβλία σταθμοί στην αντίσταση των πνευματικών ανθρώπων και των συγγραφέων της περιόδου εκείνης ενάντια στο στρατιωτικό καθεστώς. Με συγγραφικές συμμετοχές από όλο το καλλιτεχνικό φάσμα της χώρας. Συμπληρωματικά να επισημάνουμε ότι μετά το πέρας της δικτατορίας το 1976, εκδίδεται από τις εκδόσεις «ΕΡΜΕΙΑΣ» ο τόμος «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ 1976». Οι τόμοι αυτοί περιέχουν μεταξύ άλλων, και σύγχρονές διηγηματικές φωνές.
     Τώρα που παρήλθαν οι χρόνοι εκείνοι, όπως θάγραφε και ο επιθεωρησιογράφος του παλαιού καιρού, αξίζει-αν δεν έχει ήδη γίνει-μια μελέτη για τα βιβλία και τις μεταφράσεις βιβλίων που εκδόθηκαν τα επτά αυτά σκοτεινά χρόνια της στρατιωτικής δικτατορίας. Γνωρίζουμε ασφαλώς πολλά, αλλά μια συστηματική καταγραφή των εκδόσεων, της θεματικής τους, των συγγραφέων τους, και γιατί όχι και της εμπορικής τους κίνησης πιστεύω ότι θα μας ήταν χρήσιμο από ιστορικής άποψης και λογοτεχνικής. Και για την αλήθεια της ατομικής μας ιστορίας, η μικρή χρονικά περίοδος διακυβέρνησης του δοτού πρωθυπουργού και σημαντικού ιστορικού Σπύρου Μαρκεζίνη, που ήθελε να προετοιμάσει την χώρα για εκλογές, ήσαν μια ανοιχτή όσον αφορά τα εκδοτικά πράγματα περίοδος. Άλλο η καταδίκη του στρατιωτικού καθεστώτος, και άλλο η ιστορική αλήθεια που η δική μου γενιά και οι συγγενικές χρονολογικά με εμάς, βίωσαν.
     Με χρονολογική σειρά οι τόμοι αυτοί περιέχουν τους εξής συγγραφείς με τα κείμενά τους:
Α) ΔΙΗΓΗΜΑ 1969, Κάλβος-Αθήνα 1969
ΣΗΜΕΙΩΜΑ
     Ο μικρός τούτος τόμος με αντιπροσωπευτική εργασία δέκα νέων λογοτεχνών αποτελεί μιάν αρχή και δείχνει μια κατεύθυνση: εγκαινιάζουμε την προσπάθεια για μια συστηματική παρουσίαση των νέων δυνάμεων της λογοτεχνίας μας ‘ σκοπεύουμε την σταδιακή διαμόρφωση του «Κάλβου» σε φορέα για την προβολή της εργασίας των σύγχρονων λογοτεχνών και διανοητών, χωρίς το άγχος των υλικών καταναγκασμών ή άλλου είδους «παραχωρήσεων». Η κατεύθυνση αυτή διευρύνει χωρίς να ανατρέψει την μέχρι σήμερα πορεία. Κατά την αντίληψή μας η δικαίωση του «Κάλβου» είναι δυνατή μόνο με την ουσιαστική ανταπόκριση στις μορφωτικές ανάγκες του σύγχρονου αναγνώστη και στο αίτημα για μια μεθοδική παρουσίαση της δημιουργικής εργασίας των νέων Ελλήνων, πού ταυτίζεται με το γενικότερο αίτημα για την ανάπτυξη της πνευματικής ζωής του τόπου. Ο αναγνώστης και ο συγγραφέας για να εκφραστούμε σχηματικά, αποτελούν τις μόνες αξίες σεβασμού ζωντανές αξίες που η εξυπηρέτησή τους αποτρέπει τά αδιέξοδα και τους κινδύνους, από τους μηχανισμούς και τα συμφέροντα της εκδοτικής ζωής.
     Οι συγγραφείς, πού περιέχονται σ’ αυτή την έκδοση, διαλέχτηκαν από εκατόν τρείς νέους διηγηματογράφους, πού έστειλαν την εργασία τους. Τά δημοσιευμένα διηγήματα προσδιορίζουν έμμεσα την ελαστικότητα των κριτηρίων για την επιλογή τους. Φυσικά δεν έλειψαν τα προβλήματα και ίσως έγιναν λάθη υποκειμενισμού από την επιτροπή Επιλογής. Αντικειμενική εγγύηση θεωρήσαμε την ταυτόχρονη δημοσίευση όλου του υλικού έτσι, ώστε να είναι για τον καθένα δυνατός ο έλεγχος της επιλογής. Όμως η αρνητική γνώμη αρκετών νέων διηγηματογράφων δεν επέτρεψε την πραγματοποίηση της ιδέας αυτής.
     Οι δέκα νέοι λογοτέχνες που παρουσιάζουμε δικαιούνται την προσοχή του αναγνωστικού κοινού και χρειάζονται την γνώμη των πνευματικών ανθρώπων. Αν η έκδοση τούτη, που θα επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο, αποτελέσει όχι μόνο ευκαιρία, αλλά και κίνητρα για τους νέους λογοτέχνες, τότε κάτι ουσιαστικό θα έχει γίνει.
• Θανάσης Γιαλκέτσης, Ο Αντίπαλος, σ.9-
• Δημήτρης Διαμαντής, Τσιβίμπελ παππού, σ.23-
• Ιάσων Ιωαννίδης, Ήθελε να γράψει, σ.31-
• Δημήτρης Κολλινιάτης, Το παληόμου…, σ. 37-
• Μάνος Κοντολέων, Τα στερνά, σ.43-
• Θανάσης Κωσταβάρας, Η Επέτειος, σ. 53-
• Λία Μεγάλου, Καρδιογράφημα, σ. 89-
• Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, Το πάρτυ, σ. 119-
• Σάκης Παπαδημητρίου, Το ασανσέρ, σ.125-
• Στέφανος Σταμάτης, Ταγκό Νοττούρνο (Tango Notturno), σ. 137-
     Τά διηγήματα πού συναποτελούν αυτό το τόμο, δημοσιεύονται χωρίς καμιά περικοπή και χωρίς επέμβαση στην ορθογραφία που ακολούθησε ο κάθε συγγραφέας.
     Η έκδοση οφείλεται κι αφιερώνεται σ’ όσους πήραν μέρος στο «Διήγημα ‘69».
Β) ΔΙΗΓΗΜΑ 1970, Κάλβος-Αθήνα 1971
ΣΗΜΕΙΩΜΑ
     Στην έκδοση αυτή περιέχεται αντιπροσωπευτικό δείγμα από την εργασία δεκαεπτά νέων διηγηματογράφων. Οι συγγραφείς που παρουσιάζονται διαλέχτηκαν από πενήντα εννέα λογοτέχνες, πού έστειλαν την εργασία τους για κρίση και δημοσίευση (Δηλαδή φέτος κρίθηκε δημοσιεύσιμο το 30 %, ενώ πέρυσι το 10 % των κειμένων).
     Σημειώνεται η αναλογικά καλύτερη ποιότητα των εφετινών διηγημάτων ως προς τους τρόπους γραφής και τα θέματα πού ανακαλύπτει η ευαισθησία των συγγραφέων. Στο μικρό αυτό τόμο συνυπάρχουν διαφορετικές τεχνοτροπίες διαφορετικός τρόπος προσέγγισης και στάσεις απέναντι στη ζωή και κάποια ανισότητα ως προς την αρτιότητα των δημοσιευμένων κειμένων. Όμως η έκδοση αυτή έχει σκοπό όχι μόνο να παρουσιάσει τά άρτια αλλά και ν’ ανακαλύψει κι ενθαρρύνει τις δυνατότητες.
     Η δημοσίευση εργασίας συγγραφέων πού περιλήφθηκαν στην προηγούμενη έκδοση (μία περίπτωση) έγινε με βάση την κρίση ότι ήταν καλύτερη από την προηγούμενη. Για τον αντίθετο λόγο δεν δημοσιεύτηκε εργασία άλλων.
     Η Επιτροπή Επιλογής του «Κάλβου» ανανέωσε κατά το ήμισυ τα μέλη της, που είναι υπεύθυνα για την κρίση, στην προσπάθειά της για περιστολή τουλάχιστον του αναπόφευκτου υποκειμενισμού.
• Φίλιππος Αναστασίου, Οι διακοπές του κ. Καλούτσικου, σ. 9-
• Διαμαντής Αξιώτης, Θερμές διακοπές-πέντε παρά τέταρτο, στιγμιότυπο, σ. 25-
• Μαρία Γαβαλά, Καλοκαίρι 7, σ. 31-
• Κώστας Γαρμπής, Οι Άγραφοι, σ. 40-
• Χάρης Χαλινός-Ιωαννίδης, Το επεισόδιο που θάπρεπε να τύχει περισσότερου σεβασμού, σ. 48-
• Παύλος Κάγιος, Προσπαθώντας, σ. 53-
• Πάνος Κούτσος, Καράβια, σ. 66-
• Κώστας Κούσουλας, Το λουκούμι, σ. 78-
• Λία Μεγάλου, Ο Wernher von Braun  φερ’ ειπείν θα γέλαγε μαζί μας, σ. 85-
• Χριστόφορος Μηλιώνης, Διαδρομή, σ. 112-
• Νικόλαος Μοσχοβάκος, «Ζητήματα», σ. 117-
• Μάριος Ποντίκας, «Το Αδιέξοδο», σ. 121-
• Φώτης Πρασίνης, Το τρίτο σπίτι, σ. 127-
• Αντώνης Σιμιτζής, Νεκροψία, σ. 140-
• Στέφανος Σολδάτος, Επινόηση, σ. 146-
• Δημήτρης Σουλιώτης, Συννεφώδης Οθόνη, σ. 163-
• Θάνος Χαμπίπης, Ο Μάγος, σ. 165-
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
-Αναστασίου Φίλιππος, γεννήθηκε στη Λάρισα το 1940. Είναι δικηγόρος
-Αξιώτης Διαμαντής, Γεννήθηκε στην Καβάλα το 1942.Ασχολείται με το εμπόριο
-Γαβαλά Μαρία, Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1947. Σπουδάζει στο ιστορικό τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών.
-Γαρμπής Κώστας, Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1930. Σπούδασε νομικά.
-Ιωαννίδης-Χαλινός Χάρης, Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1948. Είναι φοιτητής Ιατρικής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
-Κάγιος Παύλος, Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953. Είναι μαθητής γυμνασίου.
-Κούτσος Πάνος, Γεννήθηκε στο Κυπαρίσσι της Λακωνίας το 1948. Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
-Κούσουλας Κώστας, Γεννήθηκε στο Πολύδροσο Παρνασσίδας. Είναι γεωπόνος κι εργάζεται στην Υπηρεσία Επιθεωρήσεως Γεωργίας του Υπουργείου Γεωργίας. Έχει εκδώσει συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «Ψιλοκαλαμιά».
-Μεγάλου Λία, Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1945. Ιδιωτική υπάλληλος. Έχει δημοσιεύσει τα διηγήματα: «Έντεκα γράμματα κι ένα υστερόγραφο», «Στερεοσκόπιο» (Εποχές) και «Καρδιογράφημα» (Κάλβος)
-Μηλιώνης Χριστόφορος, Γεννήθηκε στην Ήπειρο το 1932. Σπούδασε Φιλολογία. Έχει εκδώσει συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «Παραφωνία»
-Μοσχοβάκος Νικόλαος, Γεννήθηκε στα Τσικαλιά Λακωνίας το 1946. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
-Ποντίκας Μάριος, Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1942. Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες και είναι ιδιωτικός υπάλληλος.
-Πρασίνης Φώτης, Γεννήθηκε στη Μάδυτο Ελλησπόντου το 1916. Είναι υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος. Μεμονωμένα πεζά κείμενά του δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς στα περιοδικά «Νέα Εστία», «Νέα Πορεία» και «ο Κύκλος».
-Σιμιτζής Αντώνης, Γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1936. Είναι ιδιωτικός υπάλληλος. Έχει εκδώσει διηγήματα και άλλα πεζά με τον τίτλο: «Ο γέρος» (1962), «Ανάλυση» (1964), «Τα διηγήματα της παλάμης» (1966) και «Μηδενισμός» (1970).
-Σολδάτος Στέφανος, Γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1949. Φοιτητής Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης.
-Σουλιώτης Δημήτριος, Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949. Είναι φοιτητής Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
-Χαμπίπης Θάνος, Γεννήθηκε το 1936. Σπούδασε Νομικά και Οικονομικές επιστήμες. Διατηρεί δικηγορικό γραφείο στην Αθήνα.
*Στα στοιχεία για τους συγγραφείς που παραθέτει ο εκδοτικός οίκος, εκτός από τους άντρες και γυναίκες συγγραφείς, που αναφέρονται τα βιβλία που έχουν εκδώσει και τα δημοσιεύματα, στους υπόλοιπους αναφέρεται «Δεν έχει εκδώσει άλλη πεζογραφική εργασία». Επίσης, το διήγημα «Ο ΜΑΓΟΣ» του Θάνου Χαμπίπη είναι αφιερωμένο «Στη Ρίτα Πιπινοπούλου». Ο τόμος αφιερώνεται και πάλι σε όσους πήραν μέρος στο «Διήγημα 70».
Γ) ΔΙΗΓΗΜΑ 1971(Δεκαεφτά νέοι συγγραφείς) Κάλβος-Αθήνα 1972
Οι δεκαεφτά νέοι συγγραφείς, πού εργασία τους δημοσιεύεται σε τούτο τον τόμο, διαλέχτηκαν από ενενήντα έξι πού έστειλαν διηγήματά τους για το «Διήγημα 1971» από την Επιτροπή Επιλογής.
Τα διηγήματα δημοσιεύονται χωρίς καμία περικοπή και χωρίς επέμβαση στην ορθογραφία που ακολούθησε ο κάθε συγγραφέας.
Η σειρά των κειμένων καθορίστηκε με βάση την αλφαβητική σειρά των ονομάτων των συγγραφέων.
Η έκδοση αφιερώνεται σ’ όσους πήραν μέρος στο «Διήγημα 1971».
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
-Ανδρίτσος Θανάσης, Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1948. Είναι φοιτητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
-Βακρατσάς Σταύρος, Γεννήθηκε στη Θάσο το 1940. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ασχολείται με την ζωγραφική.
-Βασιλειάδης Χρήστος, Σπουδαστής της Γερμανικής φιλολογίας.
-Γεωργούλας Χαράλαμπος, Γεννήθηκε στη Λάρισα το 1946. Είναι πτυχιούχος του οικονομικού τμήματος της Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών.
-Γιατρομανωλάκης Γιώργος, Γεννήθηκε στην Κρήτη το 1940. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μετεκπαιδεύεται στα κλασικά γράμματα στο Λονδίνο.
-Γκρέτσου Άννα, Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1936. Σπούδασε εμπορικές επιστήμες.
-Δήμου-Βασιλικιώτης Μιχαήλ, Γεννήθηκε στα Βασιλικά Ευβοίας το 1949. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
-Καϊσης Δημήτριος, Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1937. Είναι δημοσιογράφος.
-Καραχάλιος Γεώργιος, Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1944. Διατηρεί δικηγορικό γραφείο στην Αθήνα.
-Κουγιουμτζή Μαρία, Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1945.
-Κυριακίδης Αχιλλέας, Γεννήθηκε στο Κάιρο το 1946, τελειόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
-Μαγγανάρη Ηρώ-Μυρτώ, Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια Αιγύπτου το 1952. Φοιτά στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
-Μόσχος Λαγκουβάρδος, Γεννήθηκε στο Πεντάβρυσο Καστοριάς το 1940. Σπούδασε νομικά και εργάζεται ως γραμματέας του Πταισματοδικείου Βέροιας.
-Μπουλτσή Φωτεινή, Γεννήθηκε στο Βόλο το 1950. Σπούδασε Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης,
-Φιλοκτήτη Αυγή-Ελευθερία, Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1954 και είναι μαθήτρια γυμνασίου.
-Χαλκιαδάκη Αγάπη, Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1955. Είναι μαθήτρια γυμνασίου.
-Χατζηδάκη Νατάσα, Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο Κρήτης το 1946. Σπούδασε δημοσιογραφία κι’ εργάζεται ως συντάκτης.
--
• Θανάσης Ανδρίτσος, Ο Πολτός, σ.9-
• Σταύρος Βακρατσάς, Οι γ’ ναίκες ήρταν οι γ’ ναικες, σ.17-
• Χρήστος Βασιλειάδης, Όνειρο Κρεμασμένο, σ.38-
• Χαράλαμπος Γεωργούλας, Η Ιστορία αρχίζει πριν από χρόνια σε μια χώρα με χορούς, σ. 52-
• Γεώργιος Γιατρομανωλάκης, Ρέκβιεμ για τον ΙΤΥ, σ. 55-
• Άννα Γκέρτσου, Νούμερο 17-Ώρα 8, σ.64-
• Μιχάλης Βασιλικιώτης- Δήμου, Καληνύχτα, τέρας, σ. 70-
• Δημήτριος Καϊσης, Η Ακρόαση, σ. 76-
• Γεώργιος Καραχάλιος, Το απόσπασμα, σ.80-
• Μαρία Κουγιουμτζή, Το ενδιάμεσο, σ.89-
• Αχιλλέας Κυριακίδης, Διαφάνεια, σ.96-
• Μυρτώ-Ηρώ Μαγγανάρη, Το υπαρξιακό μου πρόβλημα, σ. 103-
• Μόσχος Λαγκουβάρδος, Το Μπαούλο, σ. 107-
• Φωτεινή Μπουλτσή, Επίσκεψη, σ. 111-
• Ελευθερία-Αυγή Φιλοκτήτη, Η Μπαλλάντα του Ανατομείου, σ. 116-
• Αγάπη Χαλκιαδάκη, COLLAGE, σ. 138-
• Νατάσα Χατζηδάκη, Το Αστείο, σ. 147-
     Αυτοί είναι οι συμμετέχοντες με την διηγηματική τους παρουσία και τα άλλα πληροφοριακά στοιχεία που μας δίνει η έκδοση των τριών αυτών μικρών εξαιρετικών τόμων. Ένας διηγηματικός λόγος που έχει σίγουρα την αξία και την σημασία του μέσα στο διαρκές βάδισμα και εξέλιξη της ελληνικής γραφής. Η Κιβωτός της ελληνικής γραμματείας, κουβαλά μέσα της κάθε συγγραφική παρουσία, παλαιότερη ή νεότερη.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 17 Αυγούστου 2018
Με το μαύρο και τις στάχτες στον γύρω χώρο και μέσα στις ψυχές μας.

ΥΓ. Τι να πει κανείς για τις φωτιές, είτε από ξένους τρομοκράτες εναντίον της χώρας, είτε από έλληνες οικοπεδοφάγους, είτε εσκεμμένα, είτε από ασυνείδητους, είτε από την αδιαφορία μας, είτε από τον ωχαδερφισμό μας, είτε από την δημόσια τσαπατσουλιά μας, είτε από τον συμφεροντολογησμό μας, είτε από την παντελή έλλειψη περιβαλλοντολογικής συνείδησης και οικολογικής παιδείας που διακατέχει εμάς τους ατομιστές νεοέλληνες. Αν δεν καταλάβουμε ότι το δάσος, η πανίδα και η χλωρίδα του είναι η ίδια η Ζωή, και ότι η φωτιά είναι καταστροφή της παρούσης και της μελλοντικής Ζωής, δεν γίνεται τίποτα.  Η ελληνική εγκληματική ανευθυνότητα σε όλο της το μεγαλείο. Θα πρέπει κάποτε οι καταστροφείς του φυσικού περιβάλλοντος, με τέτοια μέσα, να αντιμετωπίζονται ως εγκληματίες εναντίον της ανθρωπότητας. Ούτε οι άνθρωποι ούτε ο Θεός που πιστεύουν να τους δίνουν συγχώρεση. Ένα σπίτι οικοδομείται σε δύο χρόνια, ένα δάσος χρειάζεται τουλάχιστον τριάντα όπως λένε οι ειδικοί. Δεν μπορεί ο άλλος να βάζει 26 φωτιές και να μην γεμίζουν οι δρόμοι της πρωτεύουσας από διαδηλωτές και διαμαρτυρόμενους.   
Αυτή είναι η ουσιαστική πτώχευσή μας. Η αλήθεια του σκοτεινού εαυτού μας.
ΥΓ-2. αντί να επιβραβεύουν πολιτικούς, και να τους γεμίζουν παράσημα, καιρός να βραβεύσουν αυτόν που έσωσε την χελώνα, τον πυροσβέστη που κρατούσε μέσα στην χούφτα του το μικρό κοτσύφι. 
Και αν θέλουν να βοηθήσουν όλες οι πολιτικές δυνάμεις της βουλής, και να μην χύνουν κροκοδείλια δάκρυα που κανείς δεν τους πιστεύει, να προσφέρουν την κρατική τους επιχορήγηση που λαμβάνουν τα κόμματά τους, στους πυρόπληκτους, τους πυροσβέστες, και την αναδάσωση των πληγέντων περιοχών και νησιών, ως ελάχιστη ευγνωμοσύνη και υποχρέωση του ανάλγητου και εχθρικού μας κράτους, προς τους συνειδητούς φορολογούμενους πολίτες του.



     

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ

         ΠΡΕΣΒΕΙΕΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΡΙΩΝ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ

          «Φυλάξατε τους ύμνους
          διά τους δικαίους ‘ μόνον
          είς αυτούς την ειρήνην,
          και τους χρυσούς στεφάνους
               είς αυτούς δότε».
                                         Ανδρέας Κάλβος

ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ
Άνεμος, άνεμος χαράς με ζώνει, με κυκλώνει,
άνεμος σεί τα σπλάχνα μου, στα στήθη μου σκιρτά,
κι όπως νερώνε βροντισμός, κι ως του πλατάνου οι κλώνοι
αχολογάνε γύρα μου, κι ως πέλαο τά σπαρτά
--
τά κυματίζει μια πνοή κι ακρούρανα τα σμίγει
ανεβοκατεβαίνοντας χωρίς αναπαμό,
μια πνοή, η πνοή Της, με φωτάει, με ζώνει, με τυλίγει
τον άμετρο της γνώρας σου, ώ Αγάπη, λυτρωμό!
--
Τι, καθώς σέρνει ο ποταμός των ανέμων, τα χνούδια
του σπόρου πού φορτώσανε τά δέντρα-θεία πνοή-,
αγάλλομαι όλος, τ’ άγια Σου ξεχύνοντας τραγούδια,
να νιώθω πώς ακέριο μου το πνέμα ανθορροεί.
--
Μιάν ώρα, κι όλα γύρα μου θα ρέψουνε τα φύλλα,
το ξέρω, στον αθάνατο πού μου φυσάει σκοπό.
Μά, στη λαμπρή, τα μάτια μου που κλείνει, ανατριχίλα,
μές, στην πηγή του δάκρυου μου, χωρίζω ένα καρπό.
--
Κ’ εκεί πού κάθομαι ψηλά, γαλήνιος, κι ωριμάζω
το νόημα, φέρνει ο άνεμος θαμπούς κυματισμούς
καμπάνας μεσ’ απ’ τα χωριά: λογιάζω κι απεικάζω
πού κράζει για της Χάρης Της τους θείους Χαιρετισμούς.
--
Όλα ως ν’ ανοίγοντ’ άξαφνα με τ’ άκουσμα τα φρένα,
πηγή ο αχός στη μέση τους κι αδιάκοπα σκιρτά,
σήμαντρα, πλάτανοι, νερά, όλα μιλούν σαν ένα:
η Ελλάδα πού, τη Χάρη Της, ξυπνάει, και χαιρετά.
--
Στεριές, νησιά και πέλαγα, μια Κόρη και μια Μάνα,
η Ελλάδα, στην αθάνατη, γονατιστή, πλαγιά
πού τρέμει μπρός της η άβυσσο, ακούοντας την καμπάνα,
τα θαύματα τα μάτια Σου στυλώνει, Παναγιά!
--
Μικρή παιδούλα, Σε κοιτά και Σε κοιτάζει, κόρη ‘
Και Σε κοιτάζει, ολόμεστη γυναίκα φωτεινή ‘
και Σε κοιτάζει, άμα κρατείς στο χέρι Σου το δόρυ,
κ’ είναι πολέμου, σάλπιγγα στα χείλη Σου η φωνή!
--
Και σε κοιτάει στο μέτωπο, και Σε κοιτάει στα χέρια:
το μέτωπό Σου, σκέπει το του μαντηλιού η σκέπη ‘
κ’ είναι τα χέρια Σου γυμνά σαν τα μεγάλα αστέρια,
στα χέρια Σου είν’ η δύναμη, η αγρύπνια, η προκοπή!
--
Και Σε κοιτάει στα γόνατα, και Σε κοιτάει στα στήθια:
τα γόνατά Σου είναι σμιχτά, της αρετής θρονί ‘
κι από τά στήθια Σου άσωτος τρέχει κρουνός η αλήθεια,
η αγάπη τρέχει αστέρευτη με την υπομονή!-
--
Και Σε κοιτάει στα κράσπεδα, και Σε κοιτάει στα πόδια:
Σαν τά δικά της πέλαγα, τά κράσπεδά Σου ανθούν ‘
κ’ είναι βουνό, στα πόδια Σου, τά μήλα και τα ρόδα,
άλ’ οι καρποί στα πόδια Σου, για να φανερωθούν!
--
Όλ’ οι καρποί στα πόδια Σου ‘ κι αυτή μαζί τους είναι,
καθώς Εσύ σαν έστεκες μπροστά στην Κιβωτό…
Μάνα ‘ λογάριασε καλά, και ζύγιασε, και κρίνε,
καί γράψ’ Εσύ, της μοίρας της, το νέο κατεβατό!
     Άγγελος Σικελιανός, «ΛΥΡΙΚΟΣ ΒΙΟΣ», τόμος Δ΄, εκδόσεις Ίκαρος 1975, σ.139-141

ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
                      Στη μνήμη Εκείνου πού τον ρέμβασε
Άλαλα τά χείλη των όσων δεν κοπιάσαν
για ν’ ακουμπήσουν τά ξαναμμένα κεφάλια τους
στα γόνατά σου τα μητρικά, πού καταλύουν το μαύρο πάθος.
Άλαλα τα χείλη των όσων δεν διέκριναν, πώς
συντρίβεις με το πόδι σου και συνθλάς την κεφαλή
του πανάρχαιου δράκοντα, πού κέρδισε παίζοντας
κι’ ύστερα τόχασε το μήλο. Άλαλα τά χείλη
των όσων δεν πόθησαν το ξαπόσταμα της αρμογής
και την ασφάλεια, το απάγγειασμα της νηνεμίας.
--
Είσαι  ένα λιμανάκι ελληνικού νησιού όλο κατάρτια
περήφανα υψωμένα ‘ φτωχά καϊκια αραγμένα,
φτωχά, αλλά που γνωρίσαν την αντάρα και την τρομάρα,
πού φορτώθηκαν μόχθο και μεταφέραν πλούτος.
--
Είσαι άσπρο ελληνικό ερημοκκλήσι δαρμένο
από την αντηλιά. Γύρω-γύρω σου αμπέλια, μποστάνια,
καρποφόρες συκιές και κάπου κάπου μοναχική
και κάποια ελιά. Χρυσοφρυγανισμένα τα χορτάρια
αχνίζουνε, άχυρο πιά ‘ κι αντίς γι ‘ αγγέλους, τα τζιτζίκια,
σού κανοναρχούνε το κάθε απομεσήμερο έως αργά
με το δικό τους τρόπο τον Παρακλητικό Κανόνα.
--
Αναστραμμένο σου θρονί, όλο αυτό το γαλάζιο
ενού απλού ουρανού, πού πάλαι γίνηκε το Μέτρο των Δωριέων
και πού αναπαύεται στεριωμένος στα χρυσάφια
του ευλογημένου μας πελάγους.
--
Άλαλα τά χείλη τους-και τι μπορούν ν’ αρθρώσουν,
πού τη φωνή τους κουκουλώνει η τύρβη μερονυχτίς,
ενώ σειέται απ’ τις βουές ο Μέγιστος Ιππόδρομος
και πλημμυράει απ’ τά αίματα των Μαρτύρων
κι’ απ’ τη μανία των Μονομάχων.
--
Αυτό το αίμα είναι που βοά, αυτό είναι που ρυπαίνει.
--
Εδώ χρειάζεται η βακτηρία του γίγαντα Ασκητή
του λευκοπώγωνα να επιβληθεί να τους σκορπίσει,
όλους τους ίππους και τους αναβάτες τους.
--
Εδώ χρειάζεται κοντύλι του Ζωγράφου, στη μοναξιά,
στην προσευχή και στην προσήλωση, με τά ζωγόνα
τά χρώματα τα πρώτα να ξαναγαλουχήσει
το βρέφος-Θεό, να ξαναγράψει τις πληγές της Αγάπης,
να ξαναδροσίσει τη ρίζα τη συμπονετική,
ν’ αποδείξει τι απέραντη είναι η αγκαλιά της μητέρας,
να συναθροίσει πάλι έκ περάτων όλους εκείνους,
πού με σέβας πολύ θα σταυρώσουν τά χέρια της Κόρης
με συνοδεία των αγγέλων, με ηχητικές αρμονίες
και θα ενεργήσουν όπως αξίζει την ταφή της,
ανοίγοντας το δρόμο για την καθέδρα τ’ ουρανού,
όπου η αδιάκοπη Παράκληση. Εδώ τά δέντρα
τά ευσκιόφυλλα στη λιτάνευση, καθώς το Σώμα
περνάει της Βασίλισσας, ριγούνται και φρίττοντα,
θα συγκλίνουν για προσκύνηση σκορπώντας
τη δροσιά τους με το ανέμισμα, ριπίδια της λατρείας,
αναστυλώνοντας όσους μαραίνονται κι’ ασθμαίνουν
στις τροπικές τις λαύρες του καλοκαιριού μας,
μισοκαμένες  θημωνιές κοντά στο αλώνι,
--
Καπνοί, πού διαλύουν
τις αυγουστιάτικες τις αμαρτίες μας.
--
Τότε μονάχα τ’ άλαλα τά χείλη,
ίσως έρθει η στιγμή
και λαλήσουν.
     Τάκης Κ. Παπατσώνης, ΕΚΛΟΓΗ Α΄ URSA MINOR ΕΚΛΟΓΗ Β΄, εκδόσεις Ίκαρος 1988, σ.300-301

ΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
Χαίρε, Μαρία δεδοξασμένη,
Φώς ζωηφόρον και φαεινόν.
Τη χάριτί σου, ευλογημένη,
Έκθαμβος είδεν η οικουμένη
Τον βασιλέα των ουρανών.
--
Σε αναμέλπει πάσα η κτίσις
Ότι Σωτήρα έσχες υιόν ‘
Έν ευφροσύνη σκιρτά η φύσις.
Ότι παρήχθη έκ σού η λύσις
Των του ανθρώπου αμαρτιών.
--
Χαίρε, η πύλη της σωτηρίας,
Ύδατος ζώντος χαίρε πηγή.
Χαίρε, το στέφος της εγκρατείας.
--
Χαίρε, δοχείον Θεού σοφίας.
Λαμπράς ημέρας χαίρε αυγή.
--
Σύ εί το μάννα των πενομένων,
Σκέπη και μήτηρ των ορφανών ‘
Παρηγορία των θλιβομένων.
Σύ εί προστάτις αδικουμένων,
Και βακτηρία των ασθενών.
--
Χαίρε, ο πύργος της εκκλησίας,
Ακτίς ηλίου του νοητού ‘
Χαίρε, το τείχος της βασιλείας
Χαίρε, το άνθος της ευωδίας
Του Πλαστουργού μου Ποιητού.
--
Δέσποινα, δέξαι τάς παρακλήσεις
Και ικεσίας πάντων ημών,
Και δεομένους, ώ, μη θελήσης
Απροστατεύτους ημάς ν’ αφήσης
Έν ώρα πένθους και στεναγμών.
          Αλέξανδρος Κατακουζηνός, Σήφη Γ. Κόλλια, ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΠΟΙΗΣΕΩΣ 1453-1972, Αθήνα- Νέα Υόρκη 1973, σ.1126

ΤΟ ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
Γείρε απαλά στη φάτνη σου, μικρό μου, και κοιμήσου
και το μικρότερο τ’ αρνί θα κοιμηθή μαζί σου.
--
Κλείσε γλυκά τά μάτια σου και γείρε το κεφάλι
στο αχυρένιο πούφτασα για σένα προσκεφάλι.
Κοιμήσου και κοιμήθηκε ο κάμπος πέρα ως πέρα
και σώπασε του μακρινού βοσκόπουλου η φλογέρα.
--
Κοιμήσου και δε θάρθη αχός γλυκός να σε ξυπνήση
μηδέ τ’ αρνάκια σά θα πάν να ποτιστούν στη βρύση.
--
Είδες, όλα τριγύρω σου πώς έχουν ησυχάσει
για ν’ απλωθή το μάγεμα του ονείρου σου στην πλάση.
--
Κι ως θα σε φέρνη τ’ όνειρο, βαρκούλα φεγγαρίσια
στο περιβόλι της χαράς πού αγάπη ανθεί περίσσια
--
του Ηρώδη η έχτρα άς μη γενή σκιά στο μέτωπό σου
κι άς κρύψουν νυχτολούλουδα τ’ αγκάθια, το Σταυρό σου.
--
Κοιμήσου εσύ μονάκριβο μικρό μου, μη σε μέλη
στον ύπνο σου θα στέκουνε αγγέλοι κι αρχαγγέλοι.
--
Γείρε απαλά παιδάκι μου στη φάτνη και κοιμήσου
και των ανθρώπων οι καημοί άς κοιμηθούν μαζί σου.
     Καίτη Χιωτέλλη, ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΙ ΔΡΟΜΟΙ, εκδόσεις Δίφρος 1961, σ. 77

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΡΕΜΑΤΙΑΣ
Ο παλιός ζωγράφος νήστεψε πολύ,
έκανε την προσευχή του κατά την Ανατολή,
έπιασε με κατάνυξη το πινέλο και χάραξε
τά κερένια χέρια και τα χαμηλωμένα μάτια της
και το στρογγυλό μάγουλο του Βρέφους.
--
Είχε εκεί στα πόδια του ένα σκύλο μ’ αγαθή ματιά,
ο κότσυφας σφύριζε τον όρθρο στην ιτιά
κι η καλόγρια έβγαζε νερό από το πηγάδι
κι έψελνε ένα τροπάριο στη Χαριτωμένη.
--
Ο ζωγράφος έκανε το σταυρό του κι έγραψε
«Μήτηρ Θεού»
Και δεν ήξερε πως είχε ζωγραφίσει μια μητερούλα ταπεινή,
πού σκυμμένη νανουρίζει το μωρό της με ψιλή
παιδιάτικη φωνή.
--
Χωρίς άλλο η Παναγιά σηκώνεται πρωί πρωί
και γυρνάει τη ρόκα της ως τήν ώρα που σημαίνει εσπερινός
(η μια μέρα πλάι στην άλλη πάει στρωτά σαν τα γράμματα
του Οκτώηχου
κι η βδομάδα αρχίζει μ’ ένα κόκκινο μεγάλο κεφαλαίο,
την Κυριακή.)
--
Χωρίς άλλο το μωρό της παίζει με μια γίδα κανελιά,
κι εκείνη το κοιτάζει με πελώρια μάτια εκστατικά,
πού δεν πίστεψαν ακόμα ολότελα το μήνυμα
του Αγγέλου.
--
Κι όπως είναι απλή κι ανήξερη και δε φοβάται το κακό,
λέει στην προσευχή της νά γεμίσουνε καρπό οι δαμασκηνιές,
να γιάνουν τά μικρά πού τα πείραξε της καρυδιάς το αγερικό.
--
Μοναχά την ώρα πού μακραίνουν οι ίσκιοι στις γωνιές
απλώνεται και στην άσπρη ψυχή της ο άγνωστος ίσκιος
του Σταυρού,
και τότε μπορείς ν’ ακουμπήσεις στήν ποδιά της και να
φωνάξεις σιωπηλά
τον πλούσιο πόνο, τον ατέλειωτο καημό του κόσμου,
το μεγάλο σου φόβο, το μεγάλο φόβο της αγάπης-
--
Κι η Παναγιά θα σε νανουρίζει μαζί με το μωρό της
χωρίς να μιλά.
     Λίνα Κάσδαγλη, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδόσεις Άγρα 2002, σ. 34

Η ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΤΩΝ ΑΔΥΝΑΤΩΝ
Χαίρε Μαρία,
Μητέρα των χριστιανών καλή,
βοήθησέ μας να ζήσουμε,
είναι γλυκειά η δύσκολη ζωή
και φοβούμαστε να πεθάνουμε.
Σταμάτησε τη δύναμη των εχθρών,
κατάστρεψε την ορμή τους.
Συγχώρησε τις αμαρτίες μας,
τις κακιές μας σκέψεις,
βοήθησε την αδυναμία μας.
Δε θέλουμε να πεθάνουμε,
δε δυνάμεθα, μας λείπει υποταγή,
το θάνατο ν’ αντικρύσουμε.
--
Χαίρε Μαρία.
Βοήθησε τις δυνάμεις μας,
να νικήσουμε το θάνατο,
να ζήσουμε, για να νικήσουμε,
Η χάρη σου είναι μεγάλη,
τόσο μεγάλη η δύναμή σου,
σταματά και χτυπά καίρια
των εχθρών την επιβουλή.
Δώσε μας αντοχή να σταθούμε,
θα ψάλλουμε τη δόξα σου,
εσένα νικήτρια θ’ ανακράξουμε,
πού θα μας χαρίσεις τη ζωή.
--
Χαίρε Μαρία,
μας παιδεύει άγριος φόβος,
πού θα βρούμε την υπομονή;
Μητέρα των χριστιανών καλή,
πώς να γνωρίσουμε την υπομονή σου;
Λιγόστεψε η ψυχή μέσα μας.
Φώτισέ μας να δούμε το πρόσωπό σου,
θέλουμε να ζήσουμε και κυνηγούν
τη ζωή μας με σκληρότητα εχθρική.
Γιατί τόσο παιδεύεται η ζωή μας,
γιατί πάντα μας κυνηγούν οι εχθροί;
--
Χαίρε Μαρία,
βοήθησέ μας να πεθάνουμε.
Γλύτωσέ μας απ’ του θανάτου το φόβο.
Δυνάμωσε τη ζωή μας,
να δυνηθούμε το θάνατο.
Μην αποστρέψεις το βλέμμα σου
απ’ τ’ αδύνατο σώμα μας,
δοκιμάζεται σκληρά,
πρίν απ’ το θάνατο φόβος
μας θανατώνει σκληρά.
Δώσε μας δύναμη να υπομένουμε,
τη θέλησή σου να περιμένουμε.
Να ψάλλουμε το Χαίρε Μαρία.
     Ζωή Καρέλλη, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, (1940-1955) τόμος Α΄, εκδόσεις Οι Εκδόσεις των Φίλων 1973, σ.95

(ΔΙΑΔΟΘΗΚΕ ΠΩΣ ΕΙΔΑΝ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΝΑ ΥΦΑΙΝΕΙ)
Διαδόθηκε πώς είδαν την Παναγιά να υφαίνει
μικρά ράσα για τα παιδιά των σκλάβων.
Κάθεται λένε παράμερα, κάτω από ένα σκίνο,
υφαίνει και κλαίει. Ποιος ξέρει, ίσως ν’ άκουσε
για την προδοσία, ίσως να λυπάται ακόμα για
τις μικροσκοπικές δεσποινίδες πού τις έδιωξαν
από τον Πύργο και κατεβαίνουν τρεκλίζοντας προς τα βράχια.
Η Παναγιά δεν είναι μια ξένη σε τούτο τον τόπο.
Βέβαια, δεν έχει καμιά σχέση με τα φιλόπτωχα ταμεία
ούτε με τά κλουβιά, ούτε με τα πυροτεχνήματα.
Όμως κάτι παιδιά είπαν πώς την είδαν να κοιμάται
πολλές βραδιές σε κείνα τα χαλάσματα στο ρέμα.
     Ματθαίος Μουντές, Η αντοχή των υλικών, β΄ έκδοση, εκδόσεις Καστανιώτη 1983, σ.106

ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΑ
………………………………..
Παντάνασσα, που η δόξα σου δε σβήνει,
μα όλο πλουταίνει η δόξα σου, άς μας δίνει
δύναμη, θαύμα τ’ όνειρο να γίνει
που μάς φλογίζει.
--
Παντάνασσα, ως εκείνου που σκαλίζει
βαθύ καράβι, ως γέρνει κι’ ατενίζει
το κύμα-όμοια χαρά μας πλημμυρίζει
καρδιές και φρένα!
--
Παντάνασσα, να η πρύμνα, να η αντένα!
Τά ξάρτια, τά κατάρτια, σε παρθένα
βουνοκορφή απ’ τά χέρια μας κομμένα
το δρύ κι’ ελάτη.
--
Παντάνασσα, σά θάλασσα δροσάτη
η αύρα, και να! χρυσόνειρα γιομάτη
μια ροδαυγή μαντεύεται φλογάτη
στο πέλαος πέρα ‘
--
Παντάνασσα, δός τούτη την ημέρα
να λάμψει, ήλιος παρθένος στον αιθέρα,
το «Έν τούτω νίκα», ως νάστραφτε του αγέρα
η άβυσσος όλη ‘
--
Παντάνασσα, οι χρυσοί άς ανοίξουν θόλοι,
να βγούνε απ’ το ηλύσιο περιβόλι,
στρατιές αγγελικές, κι’ αστραποβόλοι
στρατοί Ασωμάτων.
--
Παντάνασσα, σαν τά ροδόκρινά των
ν’ ανοίξουν οι ουρανοί των οραμάτων,
να κατεβούν καβάλα στ’ άλογα των
οι Τροπαιοφόροι!
--
Παντάνασσα, σά θύρσο κι’ ωσά δόρυ,
σείσ’ τη ρομφαία, ν’ αστράφτει σου το θώρι
μπροστά από ‘μας, καθώς μπροστά σε πλώρη
λαμπρή γοργόνα.
--
Παντάνασσα, με την ηλιοκορώνα
της παντοδυναμίας σου, στον αγώνα
μπροστά, ντυμένη τον αστροχιτώνα
της δόξας, δράμε!
--
Και την Ελλάδα, από τη στάχτη ετούτη, κάμε!
     Τάκης Μπαρλάς, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδόσεις Αθήνα 1967, σ.67
ΜΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑ
Μια Παναγιά
μιάν αγάπη μου έχω κλείσει
σ’ ερημοκλήσι
αλαργινό.
Κάθε βραδιά
της καρδιάς την πόρτα ανοίγω
κοιτάζω λίγο
και προσκυνώ.
--
Πότε θα ΄ρθει πότε θα ρθεί
το καλοκαίρι
πότε τ’ αστέρι
θ’ αναστηθεί
να σου φορέσω στα μαλλιά
χρυσό στεφάνι
σαν πυροφάνι
σ’ ακρογιαλιά.
--
Μια παναγιά
μιάν αγάπη μου έχω κλείσει
σ’ ερημοκλήσι
αλαργινό.
Κάθε βραδιά
της καρδιάς την πόρτα ανοίγω
δακρύζω λίγο
και προσκυνώ.
     Νίκος Γκάτσος, ΟΛΑ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, εκδόσεις Πατάκη 1999, σ.38
(Η ΠΑΝΑΓΙΑ, η «Κυρία των Αγγέλων»)
Η ΠΑΝΑΓΙΑ, η «Κυρία των Αγγέλων»,
θα δεχόταν σήμερα το λαό της…
Κατέβηκε από το χρυσό εικονοστάσι,
έπλυνε τά κλαμένα της μάτια
στη δρόσο από τά κρίνα του Ευαγγελισμού
κ’ έσυρε στ’ αγλύκαντα χείλη της
το αίμα απ’ τη λόγχη και τ’ αγκάθια.
Κι ανέβηκε πάλι στο θρόνο της,
λάμποντας σαν κερήθρα ατρύγητη,
σά φέγγος πού πέφτει από τ’ άστρα
πάνω στα έρημα χιόνια.
     Πήρανε να συνάζουνται οι πιστοί της.
Προσκυνούσαν ένας-ένας, δε βλέπαν
το ανάκουστο θέμα του όρθρου.
Μά όταν ζύγωσε ο ελάχιστος
ο δούλος πού την είχε ζωγραφίσει,
τά μάτια του ξεχείλισαν θάμα:
είδε την κερήθρα την ατρύγητη,
την αστροφεγγιά στα έρημα χρόνια
κι άκουσε το τραγούδι του αηδονιού
πού κυλούσε από τη μέση του θόλου.
     Παντελής Πρεβελάκης, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1933-1945), εκδόσεις Οι Εκδόσεις των Φίλων 1969, σ.111  
                                          

ΤΑΠΕΙΝΗ ΩΡΑ
Η Παναγιά της ώχρας αμυγδαλωτή στην ασημένια
θάλασσαν αντίκρυ-εκκλησάκι-
μεσ’ απ’ το θαμπό εικονοστάσι βλέπει τα νερά.

ΤΩΝ ΣΠΑΡΑΓΜΕΝΩΝ ΧΑΡΑΥΓΗ
Κοιτάζαμε τον ήλιο γαλανή Μαρία στις κορφές
η αύρα του καλοκαιριού κυμάτιζε το πουκάμισό μου στα στήθη.
Εγώ είπα Κύριε
τούτο το κυμάτισμα είναι η ποίηση.
     Νίκος Καρούζος, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1961-1978) τ. Α΄, εκδόσεις Ίκαρος 1993, σ.48-49

      Το πρόσωπο της Παναγίας ίσως περισσότερο και από εκείνο του Χριστού, ή τουλάχιστον παράλληλα με εκείνου, έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό-σε υπερθετικό βαθμό θα σημειώναμε-τους έλληνες ποιητές και ποιήτριες. Η λατρεία της Θεοτόκου, είναι πανάρχαια, ισχυρή και διαδεδομένη σε όλο τον ελλαδικό χώρο. Σε κάθε χωριό ή χωριουδάκι, σε κάθε πόλη ή κωμόπολη, σε κάθε απομακρυσμένη περιοχή ή λαγκαδιά, μικρό ερημονήσι ή βουνοπλαγιά, υπάρχει και κάποια εκκλησία ή μικρό εκκλησάκι, μοναστήρι ή περιοχή που φέρει το όνομά της, που είναι αφιερωμένο στην ζώσα μέσα στις συνειδήσεις των ανθρώπων παρουσία της, στην Αγία Σκέπη. Από το περιβόλι της Παναγίας και το Άξιον Εστί, ως τις κάθε είδους μικρές ψαρόβαρκες, καΐκια, τρεχαντήρια, βαρκούλες, φέρουν το όνομά της Ευαγγελίστριας. Από την Παναγία της Τήνου ως τα πολεμικά καράβια των ελλήνων φέρουν το όνομά της Παντάνασσας. Και από την Εκατονταπυλιανή ως την Πορταϊτισσα, κοινή η πορεία ζωής της παράδοσης των ελλήνων  Οι ρίζες της λατρείας της Φοβεράς Προστασίας είναι βαθιές και ανάγονται στα αρχαία χρόνια. Ρίζες που αρδεύουν με χυμούς ελπίδας και παρηγοριάς κάθε πτυχή του ανθρώπινου βίου. Το όνομά της έχει δοθεί στις περισσότερες ελληνίδες, και τα προσωνύμιά της είναι πάμπολλα και σε μεγάλη ποικιλία. Από το δημοτικό τραγούδι ως τα παραμύθια, τους λαϊκούς θρύλους και τις παραδόσεις, τα ανώνυμα στιχουργήματα και τον έντεχνο λόγο των ποιητών, συναντάμε την παρουσία της, αναπέμποντας ύμνους, κοντάκια, ψαλμούς, τροπάρια, ποιήματα, σονέτα, τετράστιχα, τραγούδια, στιχάκια,-ακόμα και ρεμπέτικα-ζητώντας τις πρεσβείες της για την σωτηρία του κόσμου και των ψυχών των ανθρώπων. Η Παναγιά η γοργόνα είναι διαρκώς παρούσα. Τα θαύματά της πάμπολλα μέσα στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Τα πανηγύρια στην Χάρη της στην ελληνική ύπαιθρο, είναι στιγμές ανάτασης, λαϊκού γλεντιού και ευκαιρία συνάντησης οικογενειών και ανθρώπων που συνάζονται επί τω αυτώ. Από τον λαϊκό θεολόγο Νικόλαο Καβάσιλα και την μελέτη του ως τον κομμουνιστή ποιητή Κώστα Βάρναλη και την Μάνα του Χριστού, από το Μαριολογικό πρόβλημα μέσα στην εκκλησιαστική ιστορία ως την Κυρά των Αμπελιών του Γιάννη Ρίτσου, από τον Ρωμανό τον Μελωδό και τους Ύμνους του ως την Ακριβοσπάθιστη του Οδυσσέα Ελύτη, από την Παναγιά την παξιμαδοκλέφτρα ως την σατιρική σκοπιά της Παναγιάς της Τηνιακής του Ανδρέα Λασκαράτου και την περιπαικτική Μαρία Τριχερούσα του Νικόλαου Κάλας, από τα ποιήματα του Τάκη Βαρβιτσιώτη αφιερωμένα σε Εκείνη ως τον στίχο Παναγιά μου Παναγιά μου παρηγόρα την καρδιά μου που τραγουδά η Μαρίζα Κωχ, και από την λαϊκή τραγουδίστρια Δούκισσα που τραγουδά το λαϊκό άσμα Παναγιά μου ένα Παιδί ως το Μια Παναγιά του Νίκου Γκάτσου, οι ύμνοι και οι προσευχές στο Ρόδο το Αμάραντο, τα τραγούδια και τα ποιήματα για την Πλατυτέρα των Ουρανών, τα φιδάκια της Παναγιάς ως την Κεχαριτωμένη Μαρία, ο δρόμος της πίστης και της ελπίδας των ελλήνων είναι κοινός, Βόηθα Παναγιά μου, Μακρινή Μητέρα βόηθα. Η Παναγιά να βάλει το χέρι της. Με το η Παναγιά μαζί σου, σταυρώνει η μάνα τα παιδιά της. Ακόμα και οι βρισιές των ελλήνων, περιλαμβάνουν επικαλούνται με έναν άλλον τρόπο το όνομά της, μια αρνητική επίκληση των θείων ενεργειών της, γιατί τους λησμόνησε. Mater Dolorosa
     Κάθε θρησκευτική ανθολογία, κάθε ανθολογία δημοτικής ποίησης, κάθε μεγάλη ελληνική ανθολογία ποιημάτων περιλαμβάνει ποιήματα για την Παναγία, ελλήνων και ελληνίδων ποιητριών. Το φάσμα των ποιημάτων είναι μεγάλο, σταθερό και διαρκές. Όπως και οι εικαστικές της απεικονίσεις και οι ναοί και τα παρεκκλήσια στο όνομά της.
Οι Χαιρετισμοί του ελληνικού ποιητικού λόγου στο Όνομά της, οι προσωπικές εξομολογήσεις των ανωνύμων και επωνύμων ψυχών, είναι που φωνάζουν σε κάθε ευκαιρία, Όρτσα Παναγιά Κανάλα να ξεπεράσουμε το κακό.
Εδώ, μετέφερα ένα μικρό δείγμα από τον λόγο των ελλήνων ποιητών και ποιητριών που πρεσβεύουν με την τέχνη τους στην μεγάλη Μεσίτρα.

Σε αυτό το όνομα του ουράνιου τόξου της ζωής
πρεσβεύω
το πρόσωπο το φεγγαρίσιο του δειλινού,
πρεσβεύω
την καρποφόρο άμπελο του βίου
πρεσβεύω
αναπαύεται η ανθισμένη γαρδένια του καλοκαιριού.
Η μετέωρη σταγόνα δροσιάς
μελίζει
η αστροφεγγιά της συντριμμένης ισημερίας της πίστης
μελίζει
η υγρασία της πληγής
μελίζει
το αναρωτήριο της εωθινής σκιάς της ποίησης.
Το θυμάρι του πάθους
και η γλυκάδα του σύκου
Παναγιά του θέρους και του θάρρους   

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 14 Αυγούστου 2017
Η Ελλάδα καίγεται, Παναγιά συντρέχα.
Οι έλληνες βρίσκονται εν πλω για την Μύκονο. Ούτε καν για την Δήλο.