Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2018

ΟΙ ΡΕΜΠΕΤΕΣ ΤΟΥ ΝΤΟΥΝΙΑ


ΟΙ ΡΕΜΠΕΤΕΣ ΤΟΥ ΝΤΟΥΝΙΑ
ΜΙΚΡΑ ΠΕΖΑ
του Ντίνου Χριστιανόπουλου
Περιοδικό Εκηβόλος τεύχος 15/Αθήνα, Καλοκαίρι 1986, σ. 1521-1541
Α
ΙΠΠΟΚΛΕΙΔΗΣ
Μια φορά κι έναν καιρό, εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια, ήταν ένας άρχοντας, που λεγόταν Κλεισθένης, κι ήθελε να παντρέψει τη μοναχοκόρη του. Στέλνει λοιπόν ανθρώπους του σε όλα τα βασίλεια, να διαλαλήσουν την απόφασή του: εκείνοι που ήθελαν την όμορφη βασιλοπούλα, να μαζευτούνε στο παλάτι του ΄ εκεί θα έκαναν αγώνες και τσιμπούσια, κι ο βασιλιάς θα διάλεγε στο τέλος τον καλύτερο. Σαν τ’ άκουσαν αυτό τα βασιλόπουλα, ξεκίνησαν για το παλάτι του Κλεισθένη. Άλλος ξεχώρισε για ομορφιά, άλλος για την παλικαριά του, άλλος για την καταγωγή του και άλλος για τα πλούτη του. Μα απ’ όλους πιο πολύ ξεχώριζε ο Ιπποκλείδης, το πρώτο της Αθήνας αρχοντόπουλο, πού έσκιζε σε ομορφιά και τσαχπινιά. Αυτόν τον συμπαθούσε ιδιαίτερα ο Κλεισθένης.
     Σαν ήρθε ο καιρός να γίνει η κρίση, κι αφού τελειώσαν οι αγώνες, ο βασιλιάς οργάνωσε συμπόσια και γλέντια. Τρείς μέρες τρώγαν κι έπιναν με μουσικούς και αυλητρίδες ΄ και ξαφνικά την τρίτη μέρα, σηκώνεται ο Ιπποκλείδης μες στη σούρα του κι αρχίζει να χορεύει ένα χορό από αυτούς που ξέραν μόνο οι ηνίοχοι, και δος του να λυγάει παιχνιδιάρικα τη μέση του, και δος του οι άλλοι ένα γύρο παλαμάκια. Ύστερα σάλταρε επάνω στο τραπέζι, στηρίχτηκε με το κεφάλι κάτω κι άρχισε να χορεύει με τα πόδια αψηλά, χωρίς ούτε στιγμή να χάσει την ισορροπία του. Σε λίγο κατεβαίνει απ’ το τραπέζι, το αρπάζει με τα δόντια του και το σηκώνει αψηλά, κι αρχίζει να χορεύει έναν κόρδακα, δίχως ν’ αφήσει να του πέσει ένα κύπελλο. Όλοι κρατούσαν την αναπνοή τους από θαυμασμό-ποιος να φαντάζονταν τόση μαγκιά μες στο παλάτι! Μα ο Κλεισθένης, βλέποντάς τα όλα αυτά, άφριζε απ’ το κακό του. Όσο κι αν συμπαθούσε απ’ την αρχή το αρχοντόπουλο, τον διάδοχο τον ήθελε συμμαζεμένο και κιμπάρη, όχι μαγκάκι των χαμαιτυπείων. Γι’ αυτό και, μόλις τέλειωσε ο χορός, κατέβηκε οργισμένος απ’ το θρόνο του, πλησίασε τον Ιπποκλείδη και του είπε: «Κρίμα, λεβέντη μου ΄ μ’ αυτά σου τα καμώματα έχασες και το θρόνο και τη νύφη». Κι ο Ιπποκλείδης του απάντησε: «Σκασίλα μου!»
     Έτσι έχασε και πλούτη και τιμές για ένα κέφι, μα κέρδισε όλων τις καρδιές ο Ιπποκλείδης. Και έμεινε αθάνατος στην ιστορία, πρώτος ρεμπέτης του ντουνιά. σ. 1525
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ
Αργά το βράδυ φτάσαμε στην Πέλλα. Οι Μακεδόνες μας δεχθήκανε όσο μπορούσαν πιο πολιτισμένα, παρόλο πού ήξεραν ότι πηγαίναμε ως ικέτες. Οι διαπραγματεύσεις μας θα άρχιζαν σε δύο μέρες ΄ ως τότε φρόντισαν να μας ψυχαγωγήσουν. Την πρώτη μέρα οργάνωσαν για χάρη μας θεατρική παράσταση-ένας σπουδαίος θίασος από την Κόρινθο μας έπαιξε Ευριπίδη! Ύστερα ακολούθησε συμπόσιο προς τιμήν μας. Ο Φίλιππος δεν ήταν ΄ όπως πάντα, έλειπε σε κανέναν πόλεμο. Μας υποδέχτηκε ο διάδοχος Αλέξανδρος, ένας ωραίος έφηβος, με χαρακτήρα όμως άγαρμπο, για τον οποίο λέγονταν πολλά. Ο οίνος έρρευσε άφθονος, οι αυλητρίδες έπαιζαν με χάρη, και ξαφνικά, εκεί πού δεν το περιμέναμε, σηκώνεται ο Αλέξανδρος κι αρχίζει να χορεύει αντικριστά με κάποιο φίλο του, και να κουνάει την κοιλιά του, να γονατίζει εμπρός του σα γυναίκα και να του κάνει ένα σωρό τσακίσματα. Και φαίνεται πώς τα καμώματα αυτά-πού ταίριαζαν μονάχα σε ηνίοχους-άρεζαν ιδιαίτερα στη μακεδονική αυλή, γιατί όλοι του χτυπούσαν παλαμάκια. Ομολογώ, τα έχασα μ’ αυτή την απροσδόκητη απρέπεια που γίνονταν μπροστά μου, η αττική μου ηθική δε μπόρεσε να το χωνέψει. Την άλλη μέρα το πρωί, πήρα την αντιπροσωπεία μας και φύγαμε άρον-άρον.
     Μα θα μου πείτε: «Για ένα χορό ματαίωσες τη συμμαχία, και μάλιστα ενώ ήξερες ότι καιγόμασταν;» Και βέβαια, για ένα χορό. Για πείτε μου: πώς να υπέγραφα μ’ ένα αγυιόπαιδο, πού χόρευε με γυναικεία κουνήματα και κορδακίζονταν ασύστολα μπροστά μας; Αμέσως πάγωσα με την ιδέα πώς, εάν τον προσκαλούσα στην Αθήνα, σα φίλο και σα σύμμαχο, δεν αποκλείεται να λέρωνε και την ακρόπολή μας με τους ανατολίτικους χορούς του. Μού φάνηκε αποτρόπαιο να μιανθεί ο Παρθενώνας εξαιτίας μου. Καλύτερα, είπα από μέσα μου, αυτά τα υποκείμενα να μπούνε στο κλεινό μας άστυ σαν εχθροί παρά σα σύμμαχοι.
     Αυτός είναι ο λόγος πού ματαίωσα τη συμμαχία, κι ας ήξερα πώς με περίμενε η οργή σας. σ. 1526
ΑΡΕΘΑΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ
Η ζωή στην Καισάρεια, Άνθιμε, κυλάει μονότονα και πληχτικά, όπως σε κάθε επαρχία. Θυμάμαι την Κωνσταντινούπολη με τα βιβλιοπωλεία της, τις φιλολογικές της συναναστροφές, ακόμη και τις θεολογικές της έριδες, και μού ‘ρχεται να τρελαθώ. Άχ, άχ, γιατί να μη με στέλνανε κι εμένα πιο κοντά, ας πούμε στη Νικομήδεια; Τότε τα πράγματα θα ‘ταν αλλιώς.
     Και για να δείς το τι τραβώ στη φοβερή αυτή επαρχία, θα σού αναφέρω ένα μόνο απ’ τα συνήθη περιστατικά. Συχνά κανείς βλέπει στο δρόμο Παφλαγόνες ΄ είναι οι γνωστοί αιχμάλωτοι που εξελληνίστηκαν και πού τους τοποθέτησαν σε διάφορες ακριτικές περιοχές. Πολλοί από αυτούς μας έρχονται στην πόλη και περιφέρονται σαν τους ζητιάνους, παίζοντας τα παράξενά τους όργανα και τραγουδώντας διάφορα ακριτικά τραγούδια. Τα άσματά τους αρέσουν στο λαό: τρέχουνε όλοι από πίσω τους, τους δίνουνε λεφτά και τους φιλεύουν, και γενικά τους δείχνουνε συμπάθεια. Ακόμη και ο πρωτοσύγκελός μου τους έδωσε ελεημοσύνη! Ίσως, αν τραγουδούσαν τα τραγούδια της πατρίδας τους, να είχαν πιο πολύ ενδιαφέρον ΄ θα μας τραβούσαν πιο πολύ. Αυτοί αντίθετα επιμένουν να τραγουδάνε ελληνικά, με τις χοντρές ασυνταξίες τους και με τους άθλιους ρυθμούς τους. Τι φοβερό, να ‘σαι θρεμμένος με Όμηρο και Ιωάννη τον Θεολόγο, να εκστασιάζεσαι με Νόννο και Πλωτίνο, και να υφίστασαι πρωί και βράδυ τις μιξοβάρβαρες ωδές των επαράτων Παφλαγόνων. σ. 1527
ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ ΚΟΡΑΗΣ
Γνωρίζετε, παμφίλτατε, ότι διάγω μόνος, με μιαν υπηρέτρια πού με περιποιείται. Κρητικιά, δεν ξέρω πώς ευρέθη στο Παρίσι. Την σήμερον, που τα κορίτσια είναι τόσο ξεβγαλμένα, είναι απίθανη η σεμνότητα κι η αφοσίωση ετούτης της κοπέλας. Παραπάνω απ’ τη Λαμπρινή, δεν έχω-εκτός από ένα: της αρέσει πολύ να τραγουδάει ολημέρα, κι αυτό με εκνευρίζει φοβερά. Όχι διότι δε μ’ αφήνει ν’ αφοσιωθώ στο γράψιμο και στη μελέτη, όσο διότι επιμένει μετά πάθους-τους ξέρετε δα τους Κρητικούς-να τραγουδά μονότονα ένα άσμα, που λέγεται «Ερωτόκριτος». Θα μ’ ερωτήσετε βεβαίως τι εστί το άσμα ετούτο. Είν’ ένα έπος παλαιόν χιλιάδων στίχων, κομμένο και ραμμένο εις τα χνάρια βενετσιάνικων προτύπων, με κονταρομαχίες και με γιόστρες, με έρωτες κρυφούς δυό νέων και με άρνησιν γονέων, κττ. Με δυό λόγια, μνημείο του πόσο γρήγορα ο λαός μας ξεχνάει τις παραδόσεις του, διά να μιμηθεί καμώματα και άσματα των ξένων. Κι ως προς τη γλώσσα, βάρβαρος συμφυρμός ελληνικών και ξένων λέξεων, τόσο πού να μελαγχολεί κανείς για το αν η γλώσσα θα δυνηθεί ποτέ να καθαρθεί. Αντιλαμβάνεσθε, λοιπόν, παμφίλτατε, πόσο άθλια κατάντησε η ζωή μου, έτσι πού είμαι υποχρεωμένος να υφίσταμαι τη Λαμπρινή αδιαλείπτως. Συχνά την ικετεύω: «Κόφ’ το, Λαμπρινή, για να μπορέσω επιτέλους να τελειώσω τον Λουκιανό.» Για μια στιγμή βουβαίνεται, και σε δέκα λεπτά ξανά τα ίδια. Και μια φορά που χαρακτήρισα το άσμα της αηδές, η Λαμπρινή εξανέστη: «Γιατί, καλέ κύριε Αδαμάντιε; Είναι αηδία ο «Ερωτόκριτος»; Εσείς πού είσαστε τόσο σοφός, πού ακούσατε ωραιότερο τραγούδι;» Κι ευθύς τα ίδια, δίχως τελειωμό. Αβάστακτη έχει γίνει η ζωή μου. Πώς να την διώξω; Την σήμερον δεν βρίσκεις δούλες στο Παρίσι. Μα και πώς να της το κόψω; Είναι η μόνη της ψυχαγωγία. Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ. Ξεύρετε τι θα πεί να απεχθάνεσαι τέτοια ψευδο-δημώδη στιχουργήματα, και να τά υφίστασαι απ’ το πρωί ως το βράδυ; σ. 1528
ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ
Όταν αποφασίστηκε να εορτασθεί η φιλολογική εικοσιπενταετηρίδα του Παπαδιαμάντη, ο Παλαμάς μού ζήτησε επίμονα να μπώ κι εγώ στην οργανωτική επιτροπή. Όλοι γνωρίζαν πόσο τζαναμπέτης ήτανε ο κυρ- Άλέξανδρος (δεν ήθελε ούτε ν’ ακούσει κάν για εορτασμό) κι ήμουν ο μόνος πού μπορούσε ίσως να τον καταφέρει. Δέχτηκα, μα με κρύα καρδιά: ο Σκιαθίτης, σκέτο αγριοκάτσικο, δε θα υποχωρούσε ούτε στη φιλία μας. Και πράγματι, σαν το ‘μαθε, πολύ του κακοφάνηκε κι απείλησε πώς θα μου έκοβε την καλημέρα. Δεν απελπίστηκα ΄ σκέφτηκα πώς θα ήτανε καλύτερο να μην τον ερεθίσουμε άλλο, και μοναχά την τελευταία στιγμή να προσπαθήσω να τον απαγάγω και να τον φέρω στην κατάμεστη αίθουσα του «Παρνασσού». Το πράγμα, βέβαια, δεν ήτανε και τόσο απλό, γιατί ο κυρ Αλέξανδρος ήξερε στην εντέλεια να εξαφανίζεται. Όμως κι εγώ γνώριζα τις κρυψώνες του καλά: σίγουρα θα τον έβρισκα στον κάπελα τον κυρ-Ανέστη Ρέντη, ή στου Αντωνάκη (του δεξιού ιεροψάλτη της Δεξαμενής), ή σ’ έναν συμπατριώτη του Αμαραντίδη. Γι’ αυτό και αισιοδοξούσα. Ούτε στιγμή δε μου πέρασε απ’ το νου πώς ο Παπαδιαμάντης, πολύ πιο πονηρός από εμένα, θα φρόντιζε να καταφύγει σ’ έναν τέταρτο (τον άλλο ιεροψάλτη της Δεξαμενής, με τον οποίο δε σχετίζονταν καθόλου!) και μένα θα με άφηνε να ψάχνω. Έτσι και έγινε. Το ότι  βέβαια η τελετή είχε μεγάλη επιτυχία κι ακούστηκαν από πολλούς πολλά εγκώμια, αυτό δεν έχει σημασία. Το θέμα είναι ότι μού την έφερε, και μου ‘κοψε από πάνω και την καλημέρα. Έτσι ο κυρ-Αλέξανδρος, για μια φορά ακόμη, απέδειξε πόσο απεχθανόταν τη δόξα και πόσο ήξερε με πείσμα να την αποφεύγει.  σ. 1529
ΣΤΕΦΑΝ ΤΣΒΑΙΧ
Πήγα στην Πράγα, καλεσμένος απ’ την Ένωση των Τσέχων Συγγραφέων, και μεταξύ των άλλων θέλησα να επισκεφτώ τον Κάφκα, για τον οποίο άκουγα πολλά. Με έτρωγε η περιέργεια γι’ αυτό το νεαρό, που ένας μύθος είχε αρχίσει γύρω απ’ το όνομά του, προτού καλά-καλά να βγει το πρώτο του βιβλίο. Δεν είχε τύχει να διαβάσω τίποτε δικό του, κι αυτό με κέντριζε ακόμη περισσότερο. Έτσι αφέθηκα στον φίλτατο Μαξ Μπρόντ να με οδηγήσει στο στενό του φίλο.
     Πήγαμε στο γερμανικό τομέα της Πράγας (ο Κάφκα είναι Γερμανοεβραίος). Μας δέχτηκε κάπως ουδέτερα, σχεδόν με μια ανεπαίσθητη ειρωνεία στα στρογγυλά ματάκια του. Το μικροσκοπικό δωμάτιό του μύριζε κλεισούρα, ο Κάφκα έδειχνε κι αυτός κλειστός, κλειστοί και απροσπέλαστοι και οι δικοί του-ένιωσα άσκημα. Είπαμε λίγα λόγια, άσχετα και τυπικά (για τον καιρό και για το ιδιαίτερο κλίμα της Πράγας), μα ούτε κουβέντα για λογοτεχνία. Τον ρώτησα τι ετοίμαζε και μου ‘πε αόριστα πώς κάτι είχε στα σκαριά. Φεύγοντας εξομολογήθηκα στον Μπρόντ ότι ο φίλος του με απωθούσε. Εκείνος μου απάντησε ότι, παρ’ όλα αυτά, ο Κάφκα κάποια μέρα θα γινόταν πολύ μεγάλος. Άθελα χαμογέλασα: μεγάλος μεταξύ εκατοντάδων μετριοτήτων; Στα μάτια μου φαινόταν σαν ένα ανθρωπάκι, με κάτι το περίεργο στη φάτσα του και κάτι το κομπλεξικό στο φέρσιμό του. Τίποτε δε μού άφησε η συζήτησή μας, ούτε μια λέξη του δε μου ‘ρχεται τώρα στο νου. Σκέφτομαι μάλιστα πώς, όταν διαλυθεί ο πρώιμος μύθος, ίσως ο Κάφκα καταποντιστεί μαζί με τόσους άλλους κι ίσως οι ερχόμενες γενιές να τον γνωρίσουν μόνο από αυτές τις σημειώσεις. σ. 1530
ΡΟΖΑ ΕΣΚΕΝΑΖΗ
΄Ωχ, πάλι χάθηκε η μισότρελη γριά μέσα στους δρόμους της απέραντης Αθήνας. Και πάλι ο μπασκίνας της θα πάρει σβάρνα, σαν τρελός, όλα τα τμήματα, μέχρι να την ανακαλύψει. Μονάχα τότε η καρδιά του θα ‘ρθει στη θέση της. Θα τηνε φέρει στοργικά στο καλυβάκι της, κι εκεί θα προσπαθήσει να τη συνεφέρει, θα την ταΐσει, θα την ξεσκατώσει και θα τη βάλει σα μικρό να κοιμηθεί.
     Ήταν η φημισμένη τραγουδίστρια του ’30, η ντίβα του παλιού αλάνικου. Σε όλα τα δισκάδικα και τα γραμμοφωνάδικα η μόρτικη φιγούρα της (σαν καλλονή της μπελ-εποκ) ξετρέλαινε τους μάγκες και τους βλάμηδες. Όλα δικά της: ο άντρας της πιασμένος έμπορος στη Σαλονίκη, οι συγγενείς της πολιτεύονται, ο ένας της γιός αξιωματικός. Κι η Ρόζα, από καλοσύνες άλλο τίποτα: άρρωστες τραγουδίστριες να τις συμπαραστέκεται με χρήματα και γιατρικά, νέους εργάτες να τους βρίσκει θέση σε κανένα εργοστάσιο. Κάποτε, λίγο καιρό πριν απ’ τον πόλεμο, βοήθησε και κάποιον χωροφύλακα από την Κορινθία-ή μήπως ήτανε κρυφό ειδύλλιο; Κανείς δεν ξέρει.
     Ύστερα ήρθαν συμφορές απανωτές, ήρθε κι ο πόλεμος. Η Ρόζα πιά δεν ήταν ντίβα, στη θέση της μεσουρανούσαν άλλες, άρχισαν να σαλεύουν και τα μυαλά της. Τότε οι δικοί της την πετάξανε σ’ ένα μικρό καλύβι, στην άκρη της Αθήνας. Κακά γερατειά, το κοτέτσι της γεμάτο ποντίκια και κουράδια, κι αυτή να λερώνεται επάνω της, να ζει με τα συντρίμμια της παλιάς δόξας. Ώσπου την ανακάλυψε επιτέλους ο μπασκίνας της. Τώρα ήτανε φορτηγατζής, μ’ ένα σωρό αυτοκίνητα, μά την παλιά ευεργεσία (ή την παλιά αγάπη) δεν έλεγε να την ξεχάσει. Κίνησε γη και ουρανό για να τη βρει. Ήθελε να την πάρει σπίτι του στην Κορινθία, εκεί να ζει με όλα της τα αγαθά, μά η γριά πού να αφήσει το κοτέτσι της!
      Μόνος του την υπηρετούσε και τη ντάντευε, μόνος του έκανε τη λάτρα στο καλύβι της, την τάιζε, την έλουζε, την χτένιζε, την έβγαζε περίπατο, κι άμα θα έφευγε για μακρινό ταξίδι, την εμπιστεύονταν στις διπλανές γειτόνισσες. Τριάντα χρόνια, λένε, βάσταξε αυτή η ιστορία. Κι όταν η Ρόζα πέθανε, τρελή κι αλλοπαρμένη, την πήρε και την έθαψε στην Κορινθία.
     Κερδίζεις την εμπιστοσύνη σου στον άνθρωπο, όταν μαθαίνεις τέτοιες ιστορίες. σ.1531
Β
Ο ΖΗΤΙΑΝΟΣ ΚΑΙ Η ΩΡΑΙΑ
Στη Διαγώνιο, λίγο πιο πριν απ’ το φωτογραφείο του Μισέλ, πολλές φορές όταν περνούσα έβλεπα ένα γέρο λερό και λιγδιασμένο, πού κάθονταν κατάχαμα στο πεζοδρόμιο και ζήταγε απ’ τους περαστικούς βοήθεια. Οι νεαροί της Τσιμισκή, πού έκαναν τη βόλτα τους ως το σημείο εκείνο, φαίνεται ότι ένιωθαν ενοχλημένοι απ’ την παρουσία του-αν δεν του έριχναν καμιά δεκάρα, βλαστήμαγε μέσ’ απ’ τα δόντια του-κι έτσι τερμάτιζαν τη βόλτα τους στου Γκιγκιλίνη.
     Ένα απομεσήμερο, καθώς περνούσα από κει, είδα μια ωραία κοπέλα, γύρω στα είκοσι πέντε, καλλονή της Τσιμισκή, πού στάθηκε μπροστά στο γέρο, του χαμογέλασε ανοιχτόκαρδα-με κάποια συγκατάβαση, είν’ αλήθεια-κι ύστερα έσκυψε κοντά του, λύγισε τα γόνατα και, προσπαθώντας να μη λερωθεί, του πρότεινε απαλά το μάγουλό της. Ο γέρος, σα να ήξερε κι από άλλοτε, ζωήρεψε απότομα και άρχισε να τη φιλάει με βουλιμία, προσέχοντας κι αυτός μην την λερώσει. Τα μάτια του έλαμπαν από τη σπάνια ευτυχία. Μετά από κάμποσα φιλήματα, η ωραία ανασηκώθηκε παραμερίζοντας το γέρο και, όπως σκούπιζε τα μάγουλά της με το μαντηλάκι της, του είπε με γλυκιά φωνή: «Εντάξει; Φτάνει τώρα. Άλλη φορά». Ο γέρος κάτι της ψιθύριζε σα να παραληρούσε, ενώ τα μάτια του είχαν γουρλώσει και τα σάλια του έτρεχαν. Η ωραία εξαφανίστηκε, και κάποιος είπε στους περίεργους που είχαν μαζευτεί, πώς κι άλλοτε του έτυχε να δεί το ίδιο περιστατικό με την κοπέλα και το γέρο.
     «Αυτό θα πει ζητιάνος της αγάπης», σκέφτηκα μέσα μου και μελαγχόλησα: χρόνια πολλά ζητιάνευα κι εγώ ένα φιλί, κι όμως κανείς δε βρέθηκε να μ’ ελεήσει. σ. 1535 
ΛΑΤΡΕΙΑ
Μεσημέρι με τον φίλο μου Δημήτρη στην Τσιμισκή. Ήταν ο πρώτος ποδοσφαιριστής του «Άρεως», το ίνδαλμα της νεολαίας του ’50. Καλά-καλά ούτε είκοσι χρονώ, έλαμπε από νιάτα κι ομορφιά, και ζεματούσε από ευρωστία. Ένιωθα σα σκυλάκι του κι η χαρά μου ήταν απερίγραπτη όταν δεχόταν να τον συνοδέψω ως το σπίτι.
     Εκεί που περπατούσαμε, μας είδαν από απέναντι δυό πιτσιρίκια. «Ο Δημήτρης!», φώναξε με θαυμασμό το ένα και σκούντησε τον φίλο του, για να τον δει κι εκείνος. Σε λίγο μας πλησίασαν όλο χαρά. Το πιο μεγάλο άρχισε να τον χαϊδεύει με λατρεία στα μάγουλα, ενώ το πιο μικρό τεντώθηκε όσο μπορούσε και τον φιλούσε επίμονα στο στήθος και στα μπράτσα. Ο Δημήτρης στεκόταν και τα κοίταζε με μία τρυφεράδα εφηβική και με μια συγκινημένη συγκατάβαση. Τέλος, του είπαν «γειά σου Δημήτρη» και έφυγαν γεμάτα αγαλλίαση.
     Τέτοια λατρεία δεν την είχα ξαναδεί. Τά δυό πιτσιρίκια είχαν καταφέρει, αβίαστα και φυσικά, αυτό που εγώ δεν αξιώθηκα ποτέ να επιτύχω: να σταθεί ένας άνθρωπος να τον χαϊδέψω. σ. 1536
ΤΟ ΓΛΥΚΟ
Μ’ άρεζε και τον ήθελα. Το ίδιο κι εκείνος. Γι’ αυτό, όταν ο λόχος μας αποφασίστηκε, σαν πιο παλιός, να μένει σε αντίσκηνα, κοιτάξαμε με κάθε τρόπο να βρεθούμε μαζί. Κι έτσι πλαγιάζαμε, βράδυ και μεσημέρι, πλάι-πλάι. Το αίσθημά μας φούντωνε, μά ήμασταν κι οι δυό αναποφάσιστοι και δεν τολμούσαμε να κάνουμε αρχή.
     Μια νύκτα θεοσκότεινη, μετά το σιωπητήριο, καθώς δεν έλεγα να κλείσω μάτι, ακούω τον Τάκη να μου λέει: «Η μάνα μου έστειλε γλυκό απ’ το νησί. Θέλεις λιγάκι;» Μες στο σκοτάδι άπλωσε το χέρι του και από κάπου ξετρύπωσε το βάζο. Ύστερα βρήκε ένα κουταλάκι. Άνοιξε το βαζάκι, πήρε μια κουταλιά γλυκό και ψαχουλεύοντας το έβαλε στο στόμα του. Ήταν τριαντάφυλλο βανίλια. Λιγώθηκα απ’ τη γλύκα. «Αν με φιλήσει τώρα», έλεγα από μέσα μου, «δε θα αντέξω.»
     Ξάφνου, δεν ξέρω πώς, γλιστράει το κουταλάκι απ’ το στόμα μου και πέφτει στο λαιμό μου. Αμέσως ένιωσα να χύνεται ένα ρυάκι πού κολλούσε. Προσπάθησα να το αναχαιτίσω, όμως το μόνο που κατάφερα ήταν να πασαλειφτώ ακόμη πιο πολύ ΄ το μαξιλάρι κι η φανέλα μου έγιναν χάλια. Εκείνος στην αρχή θέλησε να με βοηθήσει, μα μες στην ταραχή του ξέφυγε το βάζο απ’ τα χέρια ΄ το τριαντάφυλλο πασάλειψε το στρώμα και τα όπλα μας, τις φόρμες και τα άρβυλα, ακόμη και το ημερολόγιό μου. Μέχρι και το αντίσκηνο κολλούσε απ’ τα γλυκά. Πρώτος πετάχτηκε έξω φρενών ο Τάκης βλαστημώντας, και ακολούθησα κι εγώ. Μα για κακή μας τύχη το νερό στις βρύσες ήταν λιγοστό. Μες στο πυκνό σκοτάδι αρχίσαμε το πλύσιμο, ενώ ο θαλαμοφύλακας, πού μας μυρίστηκε, κρατούσε την κοιλιά του από τα γέλια. Μια νύχτα ολόκληρη πλέναμε και πλενόμασταν, πηγαίναμε κι ερχόμασταν, μα η μπουγάδα τελειωμό δεν είχε. Ξημέρωνε, κι εμείς ακόμη δύσθυμοι στις βρύσες, και χώρια η πλάκα που θα έσπαγαν οι άλλοι το πρωί, όταν θα έβλεπαν τα χάλια μας.
     Από τότε μου μπήκε η ιδέα πώς κάθε γλύκα και σορόπι, όσο αθώα κι αν αρχίζει, τελειώνει με καταστροφή. σ. 1537
ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Όλη τη μέρα χιόνιζε ΄ το σούρουπο δυνάμωσε η παγωνιά. Γεμάτος λύσσα κίνησα για το Βαρδάρι, παρόλο που ο παλιόκαιρος δεν άφηνε πολλές ελπίδες. Τα ήξερα καλά αυτά τα παγωμένα βράδια: οι αδελφές όλες στο πόστο τους, μα τα τεκνά όλα άφαντα. (Πάντα οι αδελφές αψηφούνε το κρύο και πάντα τα τεκνά στο πρώτο βοριαδάκι εξαφανίζονται.)
     Ξαφνικά με πλησίασε ένα φανταράκι. Μικρό, κοντό, ανοιχτόκαρδο. Ούτε χυδαιότητες ούτε παζάρια. Βρήκαμε ένα μικρό γιαπί, τέρμα Σταυρούπολη. Κουρνιάσαμε σε μια γωνιά που ο αέρας έκοβε. Όμως η παγωνιά δεν αστειεύονταν. Τα χέρια μας είχαν ξυλιάσει, τα πόδια μας δεν τα νιώθαμε. Σταθήκαμε για λίγο σιωπηλοί. Μίλησε πρώτα εκείνος: «Τι λες, τα βγάζουμε όλα;» «Αυτό θα σου ‘λεγα κι εγώ, αλλά φοβόμουν μπάς και κρύωνες.» «Αστειεύεσαι; Άμα τριφτούμε θα ανάψουμε.»
     Στο πι και φι τα βγάλαμε όλα, μείναμε μόνο με τις κάλτσες. Τα στρώσαμε όλα κάτω, στρατιωτικά-πολιτικά, ξαπλώσαμε επάνω τους. Γίναμε ένα κουβάρι. Για πότε λησμονήσαμε το κρύο; Για πότε ζεσταθήκανε τα χέρια μας; Για πότε κορώσαμε ολόκληροι, μές στην καρδιά του χειμώνα; Μόνο τα πόδια μας, πού τα προφύλαγαν οι κάλτσες, τα νιώθαμε ακόμη παγωμένα!
     Δε μου ξανάτυχε ποτέ τέτοια περίπτωση. Σίγουρα όμως θα ‘βγαζα αμέσως και τις κάλτσες. σ.1538
ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ
Τον έβλεπα συχνά στο Βαρδάρι, παρέα με κάτι γέρους κωλομπαράδες. Περίπου τριαντάρης, σιωπηλός, μονίμως άνεργος, όχι πολύ αρρενωπός, πάντα φτωχοντυμένος και αξύριστος. Του πρότεινα παρέα κι ήρθε. Ανηφορίσαμε σιωπηλοί για τα ντενεκεδένια σιδεράδικα. Σταθήκαμε στα σκοτεινά. Διστάζαμε.
     Έσβησε το τσιγάρο του. «Για στάσου», είπε σα να θυμήθηκε κάτι. «Μεγάλη Πέμπτη δε είναι σήμερα;» «Ναι», είπα ΄ «και τι μ’ αυτό;» «Πώς, και τι μ’ αυτό. Η εκκλησία να ψέλνει τα δώδεκα ευαγγέλια, και μείς να γαμιόμαστε;» «Και τι θες να κάνουμε; Να περιμένουμε το Πάσχα;» «Δε ‘ναι σωστό. Θα μας κάψει ο Θεός.» «Έ, τότε τι ήθελες και με κουβάλησες εδώ;» Μαλάκωσε. «Δίκιο έχεις. Αποβραδίς το ‘χα στο νου μου αλλά μετά το ξέχασα. Πάμε τώρα. Άλλη φορά.»
     Έφυγα τσατισμένος. Πιο πολύ με τον εαυτό μου. Ακούς εκεί, ένας αλήτης να μου δώσει τέτοιο μάθημα, εμένα που ‘ξερα τα δώδεκα ευαγγέλια απέξω! σ. 1539
ΜΕΘΥΣΙ
Εκείνο το φθινόπωρο, δεν έλεγα να βγάλω από πάνω μου το νέο μου πουλόβερ, δώρο  μιάς φίλης μου, πού το ‘χε πλέξει ειδικά για μένα. Κακοντυμένος μια ζωή, χαιρόμουν τώρα με τη σκέψη πώς κι εγώ φορούσα επιτέλους κάτι όμορφο και φίνο.
     Μια νύχτα στην Πολυτεχνείου, συνάντησα τυχαία το Νησιώτη. Σπάνιος άνθρωπος, καρδιά αχάλαστη, είχε κι αυτός ανάγκη από συντροφιά, γιατί η γυναίκα του είχε πάθει. Δεν ήταν με το τρικυκλάκι του αλλά με την «κουρσάρα» του αδελφού του απ’ την Αυστραλία. «Μπές μέσα», μου είπε ανοιχτόκαρδα. Στο κασετόφωνο, κλασική μουσική ΄ του γύρεψα ρεμπέτικα-«βρε, άσε να γενούμε άνθρωποι κι εμείς», μου είπε και μου έκλεισε το μάτι.
     Πήγαμε προς τα δυτικά, εκεί πού τα χωράφια, πριν τα καταπιεί η πόλη, τα νέμονται ακόμη εργοστάσια και Γύφτοι. Στο τσάκα- τσάκα ξεντυθήκαμε (όσο κι αν είναι δύσκολο μες στο κλειστό αμάξι), πλαγιάσαμε και τα καθίσματα, σβήσαμε και τη μουσική, και άρχισε το ένστικτο να γίνεται μουσκίδι μες στην τρυφεράδα. Όμως, απόψε ήταν κάτι αλλιώτικο: θες απ’ τον ενθουσιασμό του πού οδηγούσε την «κουρσάρα», θες απ’ την αγαλλίασή μου πού τον είχα ξαναβρεί, ήμασταν και οι δύο σα μεθυσμένοι. Ποτέ δεν είχα σχέσεις με πιοτά κι ούτε ήξερα τι κάνει τους ανθρώπους να μεθούνε ΄ μα απόψε το κατάλαβα καλά: είναι η έκσταση πού νιώθεις όταν χάνεις το νου και τη συνείδηση.
     Όταν τελειώσαμε, νιώθαμε ακόμα σαν υπνωτισμένοι. Ανοίξαμε τις πόρτες και ντυθήκαμε έξω βιαστικά, γιατί είχαμε αργήσει. Γεμάτος έξαψη και νευρικότητα, ούτε κατάλαβα πώς ντύθηκα. Μες στο λεωφορείο, αισθάνθηκα πιο δυνατή την ψύχρα. Και μόνο όταν έφτασα στο σπίτι, είδα πώς δε φορούσα το πουλόβερ. Σίγουρα μου ‘χε πέσει στο χωράφι, δίπλα στην ανοιγμένη πόρτα του αμαξιού- κι άντε να βρεις.
     Δεν τόλμησα να πω στη φίλη μου γιατί δεν ξαναφόρεσα το υπέροχο πουλόβερ. Μα αν τύχει και διαβάσει ετούτες τις γραμμές, άς δείξει κατανόηση κι ας συγχωρήσει.  σ. 1540
ΣΤΗ ΣΚΥΡΟ
Το μικρό αυτοκινητάκι του φίλου μου αγκομαχούσε στον κακοτράχαλο δρόμο. Πηγαίναμε στο μνήμα του Άγγλου ποιητή, μα η ώρα περνούσε, η αναφορά δε βοηθούσε, ο ήλιος κόντευε να δύσει, κι ακόμη να φανεί ο μικρός ελαιώνας. Γεμάτοι θλίψη αποφασίσαμε να επιστρέψουμε στη Σκύρο και να το αφήσουμε γι’ άλλη φορά.
     Είχε πιά σκοτεινιάσει για καλά, όταν στο δρόμο συναντήσαμε ένα ζευγαράκι, που γύριζε με μια μοτοσικλέτα. Εκείνος γύρω στα είκοσι πέντε, μελαχρινός, λαϊκό καμάκι, κι εκείνη γύρω στα είκοσι, ξανθιά, προφανώς ξένη. Είχανε πάει, φαίνεται, για τσαϊράδα, μα στην επιστροφή τους χάλασε το μηχανάκι, και τώρα ήτανε αναγκασμένοι να το σπρώχνουνε σιγά-σιγά-ξινά τους είχαν βγει τα ζαχαρώματα. Γεμάτος αγωνία μας σταμάτησε ο νεαρός και ρώτησε ευγενικά αν είχαμε κάποιο εργαλείο που του χρειάζονταν. Μα για κακή του τύχη δεν υπήρχε, ο νεαρός μαράθηκε, μας κακοφάνηκε και μας πού δε μπορούσαμε να βοηθήσουμε σε τίποτε. Η ξένη κάθονταν παράμερα και παρακολουθούσε, χωρίς να δείχνει πώς καταλαβαίνει. Μές στην αμηχανία μας ο νεαρός μας παρακάλεσε να πάρουμε μαζί μας την κοπέλα. Δεχτήκαμε μετά χαράς. Μά όταν πήγε και της το ‘πε, εκείνη άρχισε να ουρλιάζει «νό,νό,νό», και κόλλησε επάνω του σα στρείδι, και τον τραβούσε μακριά μας με μανία. Ήταν ολοφάνερο πώς προτιμούσε την ταλαιπωρία μαζί του παρά να χωριστεί από τον φίλο  της. Είδε κι απόειδε τότε εκείνος, κι έκανε νόημα να φύγουμε. Βάλαμε μπρός περίλυποι, αφήνοντάς τους μες στην ερημιά να σπρώχνουνε το χαλασμένο μηχανάκι.
     «Πόση ώρα θέλουν ως τη Σκύρο;», ρώτησα μια στιγμή το φίλο μου. «Θα περπατάνε όλη τη νύχτα», μου απάντησε. Και ξαφνικά, χωρίς καλά να το καταλάβουμε, μας τύλιξε ο θαυμασμός για την κοπέλα.
Είχαμε χάσει το προσκύνημα της ποίησης, μά προσκυνήσαμε την ίδια την αγάπη.  σ.1541
(1982-1985)
ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (1931)
ΟΙ ΡΕΜΠΕΤΕΣ ΤΟΥ ΝΤΟΥΝΙΑ
ΜΙΚΡΑ ΠΕΖΑ
Περιοδικό Εκηβόλος τεύχος 15/Αθήνα, Καλοκαίρι 1986
--
Σημειώσεις:
Τα παλαιότερα χρόνια, τουλάχιστον στην ελληνική επαρχία, τα μικρά παιδιά καθόντουσαν στο παραγώνι κοντά στο τζάκι και πυρώνονταν τις ανεμοδαρμένες και παγωμένες νύχτες ακούγοντας τις μαυρομαντιλούσες γιαγιάδες να τους εξιστορούν παλαιές ιστορίες, να τους λένε παραμύθια, περιπέτειες που έζησαν και χάνονται στην αχλή του μύθου. Και αυτά, γούρλωναν τα μικρά τους μάτια με έκπληξη,  σκουντιόντουσαν μεταξύ τους με απορία, κοιτούσαν με θαυμασμό τα χείλη που αφηγούνταν και τέντωναν τ’ αυτιά τους με προσοχή. Άλλες φορές ανατρίχιαζαν από αγωνία και φόβο από τις εξιστορήσεις που άκουγαν, όμως έμεναν εκεί, να τελειώσει η αφήγηση να ολοκληρωθεί η ιστορία. Αγκάλιαζαν το ένα το άλλο και ονειρευόντουσαν, άκουγαν για καημούς και βάσανα ανθρώπων πρωτόγνωρα. Χάνονταν μέσα στις λέξεις, τις εικόνες, το όνειρο. Πετάριζε η φαντασία και η ψυχούλα τους μαζί με τις απλές, αφτιασίδωτες μικρές ιστορίες που η «κλώσα» γιαγιά αφηγούνταν. Οι μανάδες νανούριζαν τα παιδιά τους με κατορθώματα ηρώων, με ευχές για το μέλλον τους, με παραμύθια και μύθους των παλαιότερων ανθρώπων. Γεγονότα και βάσανα, πίκρες και καημούς, αμέτρητους πόνους που είχαν ζήσει και κρατούσαν επτασφράγιστο πολύτιμο μυστικό μέσα στην καρδιά τους. Εμπειρίες ζωής και βιώματα βίου που συνέχιζαν την ροή της μικρής τους πονεμένης ιστορίας. Μια σχεδόν καθημερινή ιεροτελεστία της μνήμης, για διδαχή και παράδειγμα, τέρψη και αγαλλίαση. Έτσι συνεχίζονται οι ιστορίες των ανθρώπων, από στόμα σε στόμα, από χείλη σε χείλη, από αυτί σε αυτί. Όταν ο προφορικός λόγος γίνεται το άρμα των παθών και των βασάνων της ζωής, των καημών και των ονείρων, των αμέτρητων βιωμάτων και ονειροφαντασιών, των ηρωικών ανδραγαθημάτων και των άσχημων στιγμών. Με ρεμπέτικα τραγούδια και ευαγγελικές παραβολές. Μικρές ανθρώπινες ιστορίες σχέσεων, που όλοι μας βιώνουμε και μας αφορούν.
Γιατί κάνω αυτήν την μικρή μνημόνευση; Γιατί μοιάζουν με παραμύθια τα μικρά πεζά του ποιητή της Θεσσαλονίκης Ντίνου Χριστιανόπουλου. Παραμυθίες βίου αληθινού και γνήσιου. Ενός ποιητή που σε καθηλώνει από την πρώτη στιγμή που θα τον διαβάσεις, ενός ανθρώπου ντόμπρου που δεν φοβήθηκε να αναμετρηθεί με τις ερωτικές εμπειρίες του άλλου, αυθεντικού χαρακτήρα που κοίταξε πρόσωπο προς πρόσωπο την ζωή μέσω των ερωτικών του περιπλανήσεων. Γνήσια λαϊκή στόφα ερωτικού άνδρα, γιαυτό και μπορεί και μας μιλά ξεκάθαρα για τα βάσανα της αγάπης. Απροσποίητου στις συμπεριφορές του και τα λόγια του, ανόθευτου από κουλτουριάρικες του συρμού αναφορές αναγνώρισης. Ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος, δεν διακύβευσε ποτέ την ακεραιότητα του χαρακτήρα του για να γίνει αρεστός από το σινάφι των διανοούμενων, ιδιαίτερα της πρωτεύουσας, που αρκετές φορές πικρόχολα καυτηρίασε. Δεν χαράμισε τις αρετές της προσωπικότητάς του για να γίνει αποδεκτός από τους ανθρώπους της τέχνης. Δεν αλλοίωσε την ερωτική του ποιητική φωνή για να φορέσει ένα κοινωνικό προσωπείο που δεν του ταίριαζε, από ιδιοσυγκρασία. Η προσωπικότητα του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου ήταν μία και η αυτή μέσα στο πέρασμα της δικής του ατομικής ιστορίας και πορείας. Ο ποιητής αυτός, που ανήκει στην μεγάλης Σχολή της Θεσσαλονίκης, που έχει εμπλουτίσει εποικοδομητικά και σταθερά την ελληνική λογοτεχνική γραμματεία-βλέπε περίπτωση του ποιητή Γιώργου Βαφόπουλου, της ποιήτριας Ζωής Καρέλλη, της ποιήτριας Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου, του ποιητή και εκδότη Τηλέμαχου Αλαβέρα, της ποιήτριας Ρούλας Αλαβέρα, του δοκιμιογράφου Πέτρου Σπανδωνίδη, του πεζογράφου Γιώργου Ιωάννου, του μυθιστοριογράφου Νίκου Μπακόλα, του συγγραφέα Κώστα Ταχτσή, του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, του Σάκη Σερέφα, του τραγουδοποιού Διονύση Σαββόπουλου και εκατοντάδων άλλων αντρών και γυναικών θεσσαλονικέων δημιουργών-είναι ίσως η πλέον αυθεντική της φωνή, ή τουλάχιστον ένα από τα πιο εύοσμα άνθη του λογοτεχνικού της «μπαξέ». Ο πολύπειρος Ντίνος Χριστιανόπουλος, παρά τις σπουδές του,-σπούδασε ελληνική φιλολογία-, παρά την εργασία του για ένα διάστημα στην Βιβλιοθήκη της Θεσσαλονίκης, παρά την επαγγελματική του διαδρομή και την ενασχόλησή του για αρκετές δεκαετίες με την έκδοση του γνωστού λογοτεχνικού περιοδικού «Διαγώνιος» και τις εκδόσεις του οίκου που υπήρξε εμπνευστής και εμψυχωτής του, δεν απεμπόλησε την αυθεντικότητά του σαν άτομο. Την ερωτική στόφα του έλληνα άντρα, την λαϊκότητα της έκφρασής του και των προσωπικών του περιπετειών. Εργάστηκε με την αυτοσυνειδησία και το καθήκον αυταπάρνησης που βλέπουμε στον κόσμο των μυρμηγκιών, ή καλύτερα, των μελισσών. Όλοι για την κυψέλη. Και στην δική του περίπτωση, κυψέλη είναι η προσφυγομάνα Θεσσαλονίκη. Ερεύνησε αρχεία, επισκέφτηκε βιβλιοθήκες, κατέγραψε περιστατικά, ξεφύλλισε ημερολόγια και εφημερίδες, ανάδειξε δημιουργούς μέσα από το περιοδικό που εξέδιδε και τον εκδοτικό του οίκο. Με δυό λόγια, σύνθεσε το μωσαϊκό του προσώπου της γενέθλιας πόλης του όπως μας δείχνουν τα εκατοντάδες δημοσιεύματά του και τα δεκάδες βιβλία που εξέδωσε. Έπλεξε το υφαντό της με μεράκι, πόνο, καημούς και τραγούδια, στίχους και λόγια λαϊκά, με λέξεις της πιάτσας και της απροσποίητης ζωής των συμπατριωτών του. Έγραψε βιβλία και μικρά μελετήματα που αφορούν λογοτεχνικά πρόσωπα, ιστορικά γεγονότα και καλλιτέχνες της συμπρωτεύουσας και όχι μόνο. Πρωτίστως όμως, μας αφηγήθηκε τους καημούς και τα βάσανα των απλών ανθρώπων, τις συμπεριφορές τους, τους χαρακτήρες τους σε δεδομένες ιδιωτικές τους στιγμές. Χαρτογράφησε έναν ελληνικό κόσμο της συμπρωτεύουσας που ζει, εργάζεται, αναπνέει, δραστηριοποιείται ποικιλοτρόπως δίνοντας το άρωμα και το πρόσωπο της πόλης. Αυτής της πόλης της Μακεδονίας που, βρίσκεται κάτω από την ιερή σκιά του Άθω, της πάλαι ποτέ ένδοξης βυζαντινής αυτοκρατορίας.
     Με τίμησε και τον ευχαριστώ για αυτό-παρότι δεν έτυχε να συναντηθούμε από κοντά-με δύο του γράμματα, (μια αρνητική κριτική για ποιητική μου συλλογή) μία κασέτα με τραγούδια του που τραγουδά ο ίδιος, και δικά του βιβλία με αφιέρωση. Είναι τιμή για μένα. Όπως και τα γράμματα της ποιήτριας Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου. Τα ελάχιστα σποραδικά μας τηλεφωνήματα, με τον Χριστιανόπουλο, μου φανέρωσαν ένα άτομο γνήσιων προθέσεων και ξεκάθαρων στάσεων απέναντι στην ζωή, τον έρωτα, την τέχνη. Η αλληλογραφία του που πριν μερικά χρόνια διάβασα που είχε στείλει την δεκαετία του 1950 στον φιλόλογο και ποιητή Σταύρο Βαβούρη, μου φανέρωσε ένα άτομο με στέρεα παιδεία, ένα πρόσωπο ειλικρινές, αψεγάδιαστο και επαναλαμβάνω, με αυθεντικό λαϊκό χαρακτήρα. Έναν χαρακτήρα ας μου επιτραπεί, σαν παλαιό πειραιώτη ρεμπέτη, που πρόλαβα έστω και ελάχιστα να γνωρίσω στην γενέθλια πόλη μου. Εμείς οι πολλοί νεότεροί του που μουτζουρώνουμε τα χαρτιά όπως έλεγε ο αγωνιστής ποιητής της Ρωμιοσύνης, ίσως και όχι άδικα, είχαμε σχηματίσει μια εικόνα του ποιητή από τις διάφορες κατά καιρούς δηλώσεις του εναντίον λογοτεχνών της πρωτεύουσας, ποιητών βραβευμένων με νόμπελ και άλλων. Δεν του πήγαινε ούτε η πρωτεύουσα ούτε οι ποιητές της. Είχε εκφράσει λόγια και κρίσεις δημοσίως, λογοτεχνικούς χαρακτηρισμούς που μείωναν άλλους λογοτέχνες της πρωτεύουσας αδίκως. Αυτά όμως, τα «ναζιάρικα» ενός Θεσσαλονικέως είναι τα ελάχιστα επαναλαμβανόμενα παρεπόμενα που συναντάμε στους λεγόμενους λογοτεχνικούς και πνευματικούς κύκλους. (θα άξιζε κάποτε να γραφεί μια ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας με τις αρνητικές κρίσεις λογοτεχνών για λογοτέχνες). Ο Χριστιανόπουλος, κράτησε μια στάση κάπως «αφ’ υψηλού» για ορισμένους γνωστούς μας δημιουργούς και το έργο τους, όμως ο ποιητής και πολύπλευρα δημιουργικός Ντίνος Χριστιανόπουλος δεν ήταν μόνο αυτό ή δεν είναι μόνο αυτό. Η προσωπικότητά του και η πνευματική του διαδρομή είναι και πολυσχιδής και σίγουρα ενδιαφέρουσα. Οι τομείς που ασχολήθηκε στην διάρκεια του βίου του (να ζήσει ακόμα αρκετά χρόνια και να συνεχίσει να παράγει ακμαίος και κοτσονάτος) είναι πρωτίστως φυσικά η ποίηση, ο πεζός και ο δοκιμιακός λόγος, η έρευνα για την ιστορία της πόλης του, το ρεμπέτικο τραγούδι και ο Βασίλης Τσιτσάνης, η έκδοση λογοτεχνικού περιοδικού, οι εκδόσεις βιβλίων, η διοργάνωση εικαστικών εκθέσεων, η επιμέλεια και οι διορθώσεις βιβλίων, οι μεταφράσεις, οι διαλέξεις του, οι εκπομπές στο ραδιόφωνο, οι συνεντεύξεις του, η αρθογραφία του κτλ. Οι παρεμβάσεις του στα κοινά της πόλης του είναι διαρκείς και προκαλούν τις συζητήσεις των Θεσσαλονικέων. Ίσως αν δεν λαθεύω, είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις δημιουργού που είναι τόσο ασφυκτικά δεμένος ο ίδιος και το έργο του με την πόλη του. Κάτι που μας κάνει όταν αναφερόμαστε στην Θεσσαλονίκη-για τα λογοτεχνικά πράγματα μιλώντας-το πρώτο όνομα που μας έρχεται στο νου, εμάς που δεν καταγόμαστε από εκεί, είναι ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος. Ο ποιητής που το έργο του και τα γραπτά του είναι ίσως, η ερωτική και κοινωνική λαϊκή αυτογνωσία της συμπρωτεύουσας. Είναι η ταυτότητά της. Όπως κατ’ ποιητική αναλογία, η Αλεξάνδρεια είναι η πόλη του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, η Αθήνα του ποιητή Γεωργίου Δροσίνη, ο Πειραιάς του ποιητή Βασίλη Λαμπρολέσβιου και του Ανδρέα Αγγελάκη.
      Τα λόγια του είναι κοφτά και σταράτα, η γραφή του προσομοιάζει με προφορικό παραμυθιακό λόγο. Το ύφος του δεν κάνει τσαλιμάκια, δεν σπουδαιολογεί, είναι ατόφιο λαϊκό. Η γραφή του διαθέτει στοιχεία που παραπέμπουν στον παροιμιακό λόγο της γραφής των Ιερών Γραφών. Δεν είναι μια γραφή που σχεδιάστηκε μέσα στο μονήρες γραφείο ενός ποιητή, είναι οι φωνές των εμπειριών και των γεγονότων της πόλης του. Όπως το ιερό Ευαγγέλιο είναι μικρές αυτοβιογραφικές ιστορίες και παραβολές, βάσανα και ανεκπλήρωτοι καημοί ανθρώπων επί τω αυτώ της κοινής τους πίστης. Όχι στο επέκεινα μιας νεφελώδους ελπιδοφορίας, αλλά, στο ενθάδε του γήινου εκκλησιαστικού βιώματος και ανθρώπινης παραμυθίας.  Στον ποιητικό και πεζό του λόγο ο Χριστιανόπουλος, δεν χρησιμοποιεί συνήθως επίθετα, δεν κοσμεί τα πρόσωπα που εικονογραφεί σχεδόν καθόλου με επίθετα, (δεν έχει θα λέγαμε το ηρωικό μεγαλείο ενός Άγγελου Σικελιανού ή ενός Κωστή Παλαμά) το βάρος του νοήματος το σηκώνει στους ώμους του το ουσιαστικό, και μάλιστα, όχι ένα ουσιαστικό κατασκευασμένο από λογοτεχνική πένα αλλά όπως οι απλοί καθημερινοί βιοπαλαιστές άνθρωποι το χρησιμοποιούν στις καθημερινές τους συναλλαγές και άλλες συναναστροφές. Εμπορικές, εργασιακές, ερωτικές, φιλικές, συναδελφικές κτλ. Είναι μια ποιητική γλώσσα βιωματικής μνήμης των ανθρώπων της εποχής του και του ιδίου σαν άτομο, όπως την άκουσε και την χρησιμοποιούν οι άνθρωποι του καιρού του. Με ιδιωματισμούς κοινούς και απροσποίητους που δηλώνουν το ποιόν των ανθρώπων που συναναστρέφεται, μπαίνει σε κάθε λογής περιπέτειες και κάνει συντροφιά. Μια γλώσσα που ούτε υπερτονίζει τα συμβάντα για να ακουστεί ευχάριστα στα αυτιά των αναγνωστών του ούτε υποτιμά το πρόσωπο στο οποίο παραπέμπει και τις ενέργειές του. Είναι μια γλώσσα δεητική του ερωτικού καημού της πιάτσας. Δεν είναι μια αργκό των ομοφυλόφιλων εμπειριών και προσωπικών του συμβάντων όπως πχ. είναι η γλώσσα που κατέγραψε ο άλλος συγγραφέας της Θεσσαλονίκης ο Ηλίας Πετρόπουλος, τα περιβόητα «καλιαρντά». Ο πόνος, ο καημός, τα ντέρτια, η μοναξιά, η ερήμωση, η αποτυχία, η ακοινωνησία των κοινωνικών και ερωτικών σχέσεων δεν αφορά μόνο τους έχοντας την κλήση την ιδιαίτερη αυτή, αφορά κάθε ευαίσθητο και τολμηρό άνθρωπο. Τα πάθη και οι καημοί των ανθρώπων, ο πόνος και οι αστοχίες δεν διαμερισματοποιούνται στους μεν και στους δε, σε αυτήν την μειοψηφική ομάδα και την άλλη της πλειοψηφίας, είναι κοινά. Μας αφορούν όλους μας γιατί η ζωή, δεν κάνει εξαιρέσεις στις χαρούμενες ή στις λυπημένες στιγμές της. Γιαυτό αναφέρθηκα προηγουμένως στην περίπτωση των Ευαγγελικών παραβολών, οι μικρές ιστορίες δεν αφορούν μόνο τους πιστούς αλλά το πλήρωμα των ανθρώπων της ίδιας της ζωής. Το ίδιο θα υποστηρίζαμε και για την ποίηση του Χριστιανόπουλου, μπορεί «τεχνικά» να την εξετάζουμε όπου το απαιτεί με γνώμονα τον ερωτικό ομοφυλόφιλο λόγο αλλά στον πυρήνα της είναι παραμυθιακός λόγος περί αγάπης των ανθρώπων. Περί κατανόησης και φιλανθρωπίας. Και σε αυτό συνηγορούν θρησκευτικές του μεταφράσεις, «η επί του όρους ομιλία», το «κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» κλπ. Ο ποιητής δεν στηλιτεύει συμπεριφορές των εφήμερων συντρόφων του, δεν καταδικάζει ερωτικές τους πρακτικές, τις αφηγείται εκ των υστέρων με παράπονο φυσικά και πικραμένη διάθεση, χωρίς να λησμονεί τα γλυκάδια έστω και πικρά των συναντήσεών του σε μέρη που μόνο οι ανδρείοι της ζωής και της ηδονής μπορούν και συχνάζουν. Δίχως να ψευδίζει τις εμπειρίες, δίχως να προβάλλει εκ των υστέρων πάνω τους τύψεις μεταμέλειας,  ορισμένες φορές ίσως βλέπουμε ένα ερωτικό υποκείμενο «αυτοτιμωρούμενο» όχι με την θεολογική έννοια του όρου της συνείδησης όπως συναντάμε στο έργο του πεζογράφου Γιώργου Ιωάννου, ούτε πάλι με την «υπεροψία» της ματιάς προσωπικότητας ενός Κώστα Ταχτσή, αλλά με μια ελεήμονα Παπαδιαμαντική κοινωνική ματιά, ένα σαράκι ενός απλού καθημερινού ατόμου που πονά και θλίβεται. Μας μεταφέρει την κοινή μας πίκρα. Το υποκειμενικό παράπονο γίνεται συλλογικό μέσα στην ποίηση του. μας ζητά την κατανόηση και φιλάνθρωπη «ανοχή» μας των όσων του συμβαίνουν. Η γραφή του είναι τόσο ευανάγνωστη, έχει κάτι από την Αυγουστίνια ατμόσφαιρα της εξομολογητικής αναφοράς, στέκεται απόμακρη από την κρυφή ή με μισόλογα εξομολογητική γραφή του αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη. Ο Αλεξανδρινός κρύβεται-τουλάχιστον στην πρώτη του ποιητική περίοδο- πίσω από τα καφασωτά του έρωτα, πίσω από ιστορικά προσωπεία, μέσα από τις ιστορικές χαραμάδες. Αντίθετα ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, θραύει τα κοινωνικά προσωπεία, αγνοεί την τρέχουσα ηθική της κοινωνίας και μας παρουσιάζεται αυθεντικός και γνήσιος χωρίς ψιμύθια, δίχως αναστολές, δίχως λεκτικές φιοριτούρες, λέει όπως θα έλεγε σε άλλη περίπτωση ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος,  «τα σύκα-σύκα και την σκάφη-σκάφη» των ατομικών του εμπειριών. Γιατί αυτή είναι η αλήθεια της Ζωής των ανθρώπων. Οι αμαγάριστες περιπέτειες του βίου και του έρωτα, των παθών της αγάπης που δεν μπορούν να κρυφτούν μέσα σε Προυστιανά λογοτεχνικά πολύτομα έπη και προσωπεία, («Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο») δεν περιορίζονται πίσω από ροζ κουρτίνες σεμνότυφων ηθικών υποδείξεων (βλέπε «Μωρίς» του Φόρστερ), σε «Πηδαλιούχες» αρές εκκλησιαστικών απαγορεύσεων. Ο τολμηρός λόγος του καταγράφει γεγονότα ανθρώπων, περιγράφει την ίδια την ζωή όχι όπως θα την φαντάζονταν ένας ρομαντικός ποιητής αλλά όπως η ίδια η ζωή του υποδεικνύει. Πέρα από ειδύλλια και τριαντάφυλλα, πέρα από επιστολές αιώνιας πίστης και έρωτος. Ο δουλεμένος μέχρι αφυδάτωσης ποιητικός του λόγος, εικονογραφεί πάθη και καημούς ανθρώπων όπως κάνουν οι αρχαίοι τραγικοί ποιητές. Η συνήθως επιγραμματικότητα και λυρική οικονομία της γραφής του, η μικρής φόρμας συνθέσεις του, ποιητικές και πεζές ανακαλούν στην μνήμη τους αρχαίους έλληνες επιγραμματοποιούς και ότι μας έχει διασωθεί από το έργο τους. Το λίγο του έρωτα γίνεται και λίγο της γραφής.
Η ευθαρσή του εξομολόγηση, ο τόνος που δίνει στα γεγονότα, οι λεπτομέρειες στις οποίες σταματά, η πίκρα που κατασταλάζει από το τελικό επιμύθιο της ερωτικής σύνθεσης, δεν μνημονεύουν καταστάσεις και περιπέτειες ιδιαίτερες μιας ερωτικής κατηγορίας ανθρώπων, της πολύ προσωπικές του, αλλά αφορούν κάθε ερωτικό πλάσμα, άντρα ή γυναίκα, ετεροφυλόφιλο ή ομοφυλόφιλο που βιώνει ατομικά και μοναδικά την μοναξιά και την ερημιά του έρωτα και τα γλυκάδια της αγάπης. Την πανδαισία των ερωτικών στιγμών και την κατακραυγή από τους γύρω. Όταν επιστρέφει στο σπίτι του, στο συγγραφικό του κελί, τότε ξεδιπλώνεται το υφαντό της μνήμης και υφαίνει την ποίησή του. Πατά το πετάλι στον αργαλειό των εμπειριών του και φτιάχνει το χαλί της κοινής μας ζωής. Ο σαρκασμός του είναι διάχυτος μέσα στα έργα του. Είναι ο δικός μας σαρκασμός στις δικές μας ανάλογες εξομολογήσεις των δικών μας περιπτώσεων. Οι ρίζες και τα κλαδιά του έρωτα και των αδιεξόδων του είναι κοινές σε όλους μας. Οι σεξουαλικές του προσωπικές περιπτύξεις συνήθως με «φανταράκια» ή λαϊκά «χαμίνια», δεν ζωγραφίζουν την δική του μόνο ζωή, αλλά ο αφηγηματικός του ρεαλισμός αφορά την σεξουαλική και ερωτική διαστρωμάτωση της γενέθλιας πόλης του. Αυτή η πόλης που τον συντρέχει περισσότερο και από τους ανθρώπους. Τα δικά του μυστικά  είναι και μυστικά των σκοτεινών κρυψώνων της πόλης και των διάφορων περιοχών της. Δεν υπάρχει καθόλου το συμβολικό στοιχείο στις περιγραφές αυτές όπως υπάρχει στο ποιητικό έργο του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Εδώ, κυριαρχεί το δραματικό σκηνικό του ρεαλιστικού συμβάντος που είτε γεμίζει χαρά τον ποιητή είτε του προκαλεί θλίψη. Η μνήμη όμως, δεν χαριεντίζεται πίσω από τις λέξεις, τις συλλαβές, τις εικόνες, τις προτάσεις που ενδεχομένως θα ήθελαν να συσκοτίσουν ότι απλά ο ποιητής και ο άνθρωπος πρωτίστως Ντίνος Χριστιανόπουλος θέλει να μας αποκαλύψει σκέτα και απλά. Φειδωλός στέκεται ακόμα στις ανέξοδες τσιριμόνιες της κομψευόμενης μνήμης πολλών άλλων ποιητών της γενιάς του που, η αλήθεια της ζωής τους, δεν συμπορεύεται με την αλήθεια της τέχνης τους. Ο αυτοβιογραφικός τόνος της γραφής του δεν έχει την σκληρότητα και την αγριάδα ενός Ζαν Ζενέ, αλλά ούτε και την ωραιοπάθεια ενός Όσκαρ Ουάιλντ. Δεν υπάρχει αντιπαράθεση μεταξύ των προσωπικών του ερωτικών βιωμάτων με την αλήθεια της μετέπειτα αφηγηματικής του γραφής. Το ακέραιο του εξομολογητικού χαρακτήρα του διοχετεύεται μέσα στην ίδια του την ποιητική ή πεζογραφική διαδρομή. Τα βιωματικά στοιχεία των ερωτικών του περιπτύξεων γίνονται ο ερωτικός του λόγος, ο λόγος περί αγάπης. Όπως η προσωπική του ιστορία γίνεται και μέρος της ιστορίας της πόλης. Κάτι παρόμοιο κάτω από άλλες προσωπικές και συγγραφικές προσλαμβάνουσες συναντάμε και στο έργο του Νίκου Γαβριήλ-Πεντζίκη. Το ταλέντο και η ευσυνειδησία του είναι τέτοια, ώστε να μην καταδέχεται να ψευτίσει ούτε την αλήθεια των εμπειριών του αλλά ούτε και τον συγγραφικό του λόγο.
Ο Χριστιανόπουλος επεξεργάζεται εξαντλητικά την γραφή του, δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Οι εικόνες του έχουν την δυναμική που έχουν οι εικόνες ενός ζωγράφου σαν τον Καραβάτζο. Όπου η ηδυπάθεια των νέων που ζωγραφίζει ενώνεται με την αδιόρατη πίκρα που αναγνωρίζουμε πίσω από το πρόσωπο. Η προσωπική αλήθεια ξεφεύγει από το μάτι που ζητά το σκάνδαλο και την χυδαιότητα, που ζητά να ανιχνεύσει αυτό που κρύβει ο ταρτούφος άνθρωπος μέσα του. Οι εξομολογήσεις του ζωγράφου αλλά κυρίως του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου, είναι τα προσωπικά τους σχόλια στην τέχνη τους. Ο ένας σε αυτούς τους θεσπέσιους πίνακές του ο άλλος σε αυτά τα αριστουργηματικά ποιητικά και πεζογραφικά του διαμαντάκια. Μπορεί τα πρόσωπα να διαφέρουν σε χαρακτήρα και ιδιοσυστασία όμως η αισθητική τους απάντηση σε εμάς είναι κοινή μέσα στα έργα τους.
 Η ποιητική και πεζογραφική προβληματική του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου θα μπορούσαμε να σημειώσουμε ότι μέσα από τους ερωτικούς εξομολογητικούς διαύλους επικοινωνίας μαζί μας, έχει να κάνει με την προβληματική της ίδιας της κοινωνίας της εποχής  του, όπως αντίστοιχα και του ζωγράφου, ξεφεύγει από την ατομική περιπτωσιολογία και γίνεται κοινωνικός σχολιασμός, γίνεται σατιρική κριτική, γουστόζικη ματιά του περιβάλλοντος, γίνεται συμπερασματικό επιμύθιο της ζωής όπως στα μικρά του αφηγήματα «Οι Ρεμπέτες του ντουνιά». Γιατί και ο Καραβάτζο, τους δικούς του της εποχής ρεμπέτες και «απόκληρους» της κοινωνίας συναναστρέφονταν και ζωγράφιζε. Πότες, χαρτοκλέφτες, μαχαιροβγάλτες, παραχαράκτες. Είναι τα Παζολινικά «Παιδιά της ζωής» που δεν γνωρίζουν από καλλιτεχνικά μετέπειτα μνημονικά χτενίσματα και καδραρίσματα της τέχνης της ποιήσεως. Η κοινωνική τους συμπεριφορά τους είναι αυτή όπως την μαθαίνουν από τις παρέες τους και τις συντροφιές τους, στις πιάτσες που γυρίζουν, στα σκοτεινά σοκάκια που συχνάζουν αναζητώντας συντροφιά. Είναι ο δικός τους απροσποίητος βίος, όπως τους τον καθοδηγεί το ένστικτό τους. Είναι το ερωτικά παράδοξο ή «ανορθόδοξο» που αναζητά λύση, πέρα και πάνω από ηθικές απαγορεύσεις και κρατικές καταστολές. Η τέχνη δεν μπορεί να υπερβεί την ζωή και τα πάθη της και αυτό το έχει βιώσει ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος ξεκάθαρα, το γνωρίζει από πρώτο χέρι, και αυτό καθρεπτίζει με εξαιρετική μαγεία στο έργο του. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί είναι οι κοινόχρηστες της ζωής όλων μας, δεν φοβάται να τις υιοθετήσει, ακόμα και αν αφορούν τα δικά του «κουσούρια», τις χρησιμοποιεί ζυμώνοντάς της με τα προσωπικά του βιώματα, αυτές με τον τρόπο αυτό αποκτούν μια πρωτογένεια εκπληκτική και θέρμη. Γίνονται το μεράκι μας, η τρυφεράδα της ζωής μας, το φαρμάκι και ο νταλγκάς μας. Η περιβολή των δικών μας εμπειριών. Ο εξιλασμός της ερωτικής μας απελπισίας. Η προδοσία και η καταφυγή. Τα αμοιβαία εξιστορούμενα της ζωής που μεταλαμπαδεύονται σε κοινή γραφή, σε ποιητικό λόγο, σε πεζό σχολιασμό. Σε κοινή αναπνοή της ζωής με την τέχνη. Του έρωτα με το σαράκι του.
      Η πέμπτη έκδοση που γνωρίζω, ΟΙ ΡΕΜΠΕΤΕΣ ΤΟΥ ΝΤΟΥΝΙΑ-μικρά πεζά, εκδόσεις Ιανός Θεσσαλονίκη 2016,  (πρώτη έκδοση 1986, δεύτερη έκδοση 1991 μαζί με την «Κάτω βόλτα») είναι εμπλουτισμένη με νέα πεζά, και οι τίτλοι συμπληρώνονται σε σχέση με αυτούς που υπάρχουν στο περιοδικό ΕΚΗΒΟΛΟΣ. Το βιβλίο αρχινά με το παραμύθι Ιπποκλείδης, ακολουθεί ο Δημοσθένης και Αλέξανδρος, προστίθεται το πεζό Κλείτος, ακολουθεί ο Αρέθας επίσκοπος Καισαρείας και οι επάρατοι Παφλαγόνες, ακολουθεί Η Λαμπρινή του Κοραή, Ο Βλαχογιάννης για τον Παπαδιαμάντη, Ο Στέφαν Τσβάιχ για τον Κάφκα, Η Ρόζα Εσκενάζη κι ο μπασκίνας της. Κλείνει το πρώτο μέρος. Έπονται οι ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Ο ζητιάνος και η ωραία, ακολουθεί Το γλυκό, προστίθεται το πεζό Οινοχόη, ακολουθεί η Παραμονή Χριστουγέννων, η Μεγάλη Πέμπτη, το Μεθύσι και το πεζό Στη Σκύρο. Συμπληρώνεται η έκδοση με τα μικρά πεζά: Το γιαούρτι, Ο υπολοχαγός, Η Μαρία και η Πόπη, Ο συμμαθητής και τέλος η Ανταπόκριση. Τα καινούργια πεζά που εμπλουτίζουν την Πέμπτη έκδοση έχουν παρεμφερή θεματολογία με αυτά της πρώτης. Είναι μικρά αυτοβιογραφικά εξομολογητικά κείμενα, στιγμιότυπα του προσωπικού του βίου, συναντήσεις με παλαιούς συμμαθητές του ή αξιωματικούς του στρατού, δύο από αυτά έχουν σαν θέμα τους την πιάτσα και το πεζοδρόμιο γυναικών και ένα είναι αρχαιόθεμο και αναφέρεται και πάλι σε φίλο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και την βάναυση συμπεριφορά του μεγάλου στρατηλάτη. Ο αναγνώστης με ευκολία θα παρατηρήσει ότι ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος που συνθέτει τις μικρές αυτές ιστορίες του αλλάζει τόσο το ύφος όσο και το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί. Βλέπουμε ενώ χρησιμοποιεί λέξεις καθημερινές και τις ερωτικής «αργκό» θα σημειώναμε, όταν διαπραγματεύεται την περίπτωση του δασκάλου του γένους Αδαμάντιου Κοραή το λεξιλόγιό του εμπλουτίζεται με λέξεις που συναντάμε στα γραπτά του Αδαμάντιου Κοραή, παράλληλα με το δικό του γλωσσικό λαϊκό ιδίωμα. Ένα λεκτικό ιδίωμα τόσο χαρακτηριστικό και θελκτικό.
Μέσα από τα μικρά αυτά πεζά, ο Χριστιανόπουλος μας εκθέτει  και τις κρίσεις του για έργα και για πρόσωπα. Βλέπε πχ. για το Έπος του Ερωτόκριτου, για τον συγγραφέα Φράνς Κάφκα κλπ. Απόψεις και κρίσεις που εντάσσονται κατά κάποιον τρόπο στον αμιγώς δοκιμιακό του λόγο και τα μικρά του μελετήματα για δημιουργούς. Έρχονται δηλαδή και αυτά να κουμπώσουν με το βιβλίο του «ΜΕ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΜΕ ΠΑΘΟΣ» δοκίμια, εκδόσεις Διαγωνίου 1988 που μας μιλά για τον ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, τον Μάριο Βαϊάνο, τον Γιώργο Αναστασιάδη, τον Καβάφη, τον Kimon Friar, το Ρεμπέτικο Τραγούδι κλπ. όπως και το βιβλίο του για τον εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό «ΟΙ ΩΡΑΙΟΤΕΡΟΙ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΙ» εκδόσεις Μπιλιέτο-Παιανία 1998 και «ΤΟ ΕΠ’ ΕΜΟΙ» δοκίμια, εκδόσεις Μπιλιέτο-Αθήνα 1993. Βλέπουμε τον ποιητή να απλώνει το εύρος των προσωπικών του ενδιαφερόντων και να ανοίγει την βεντάλια του από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Μια άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή που έχει άμεση σχέση με την μουσική, είναι και οι μικρές του μελέτες και η αγάπη του για τον Βασίλη Τσιτσάνη, βλέπε το βιβλίο του «ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΙΤΣΑΝΗ ΠΟΥ ΓΡΑΦΤΗΚΑΝ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΕΠΙ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ», εκδόσεις Μπιλιέτο-Παιανία 2001. Το ανήσυχο πάντα πνεύμα του, δεν στάθηκε μόνο στη συγγραφή πεζών, μικρών δοκιμίων και ποίησης, αλλά απλώθηκε και στο χώρο της τέχνης της φωτογραφίας, δες το βιβλίο «Η ΣΥΛΛΟΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ του ΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ. ΜΙΑ ΕΠΙΛΟΓΗ, εκδόσεις Καναβός-Θεσσαλονίκη 1998. Όπου η φωτογραφική του ματιά εστιάζεται σε εκκλησίες, μικρές φτωχές οικογένειες, αντρικά πρόσωπα, γυναικεία γυμνά σώματα, εργασιακούς χώρους, λαϊκούς τύπους της πλατείας Ομονοίας, (εδώ ορισμένα στιγμιότυπα θυμίζουν φωτογραφικά στιγμιότυπα που βλέπουμε σε βιβλία του πειραιώτη ποιητή Γιώργου Χρονά, αλλά και το βιβλίο Ομόνοια του Γιώργου Ιωάννου) αλλά και καλλιτεχνικά όπως της Nellys και άλλα. Ο Χριστιανόπουλος επιλέγει φωτογραφικές ματιές άλλων που τον συγκίνησαν και μας τις παρουσιάζει. Έχουμε μια φωτογραφική εκ νέου ματιά μέσα από την φωτογραφική ματιά άλλων φωτογράφων. Όπως στην ζωγραφική έχουμε περιπτώσεις όπου μέσα στον πίνακα ενός ζωγράφου, να μας παρουσιάζεται ένας άλλος ζωγράφος να ζωγραφίζει.
      Ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος, δεν έπαψε μέχρι σήμερα να μας εκπλήσσει με τα γραπτά του, τις συνεντεύξεις του, τα δημόσια λόγια του, τις κρίσεις του, τα ποιήματά του, την ενασχόλησή του με την ρεμπέτικη μουσική και την ιστορία της πόλης του της Θεσσαλονίκης. Οι τομείς των ενδιαφερόντων του υπερβαίνουν αυτόν της ποίησης και πάντοτε το κατορθώνει αυτό με επιτυχία.   
    
Βιβλία του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου
-Αποθήκη Α΄ 1978,  Βιβλιοκρισίες, Θεσσαλονίκη-Διαγώνιος 1978
-Μικρά ποιήματα 1960-1978, Διαγώνιος-Θεσσαλονίκη 1979
-Η κάτω βόλτα, (1955-1971) διηγήματα, δ΄ έκδοση, Διαγώνιος-Θεσσαλονίκη 1980
-ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΕΠΙ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ (1850-1912), πρώτη καταγραφή, Ανάτυπο από το περιοδικό «Διαγώνιος» αρ. 6, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1980, Θεσσαλονίκη 1980
-Το αιώνιο παράπονο, ποιήματα και τραγούδια, Διαγώνιος-Θεσσαλονίκη 1981
-Ποιήματα, 1949-1970, γ΄ έκδοση Διαγώνιος 1981
-Μικρά ποιήματα, (1960-1981) δ΄ έκδοση, Διαγώνιος-Θεσσαλονίκη 1982
-Νεκρή Πιάτσα, πεζά ποιήματα, β΄ έκδοση, Διαγώνιος-Θεσσαλονίκη 1983/1984
(μέσα αναφέρεται 1983 ενώ στο εξώφυλλο 1984)
-Δώδεκα Τραγούδια του Ντίνου Χριστιανόπουλου, εικονογραφημένα με ξυλογραφίες του Νίκου Νικολαϊδη, Θεσσαλονίκη- Διαγώνιος 1984
-Εναντίον. Τρία κείμενα του Γιάννη Σκαρίμπα και του Ντίνου Χριστιανόπουλου, Άγρα 1986
-Με τέχνη και με πάθος, (1951-1987) δοκίμια, Διαγώνιος-Θεσσαλονίκη 1988
(το βιβλίο συνοδεύεται από ένα μικρό ένθετο που καταγράφονται τα «ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ 1950-1980, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΑΓΩΝΙΟΥ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ)
-Ανυπεράσπιστοι και Υπερασπισμένοι Καημοί. Επιλογή ποιημάτων από τον Παναγιώτη Σ. Πίστα, Παρατηρητής-Θεσσαλονίκη 1988
-Συμπληρώνοντας κενά, ΣΟΛΩΜΟΣ-ΚΑΒΑΦΗΣ-ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ-ΔΟΥΚΑΣ-ΛΑΟΥΡΔΑΣ, Ρόπτρον 1988
-Εντευκτήριο, μεταφράσεις, δ΄ έκδοση, Διαγώνιος-Θεσσαλονίκη 1989
-Οι προγραμματισμένοι στο χαμό, ποιήματα Θεσσαλονικέων ποιητών για την καταστροφή των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Επιλογή,  Θεσσαλονίκη-Διαγώνιος 1990
-Τα αλαμπουρνέζικα ή η γλώσσα των σημερινών κουλτουριάρηδων. Μια συζήτηση με τον Περικλή Σφυρίδη, Τα Τραμάκια-Θεσσαλονίκη 1990
-Ποιήματα, β΄ έκδοση, Διαγώνιος-Θεσσαλονίκη 1992
-Το Επ’ Εμοί, δοκίμια, Μπιλιέτο-Αθήνα 1993
-Εναντίον, Διαγώνιος 1993
-Ο Βασίλης Τσιτσάνης και τα πρώτα τραγούδια του (1932-1946). Πρώτη Καταγραφή, Διαγώνιος-Θεσσαλονίκη 1994
-ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΕΠΙ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ 1869-1912. Μελέτες και έρευνες για την πνευματική ζωή στη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία, Διαγώνιος-Θεσσαλονίκη 1992
-Η Επί του Όρους Ομιλία του Κυρίου, (Ματθαίου Ε΄-Ζ΄) μετάφραση Ντ. Χρ., Το Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου 6-7/Παιανία Ιούλιος-Δεκέμβριος 1995
-Το άγιο και ιερό Ευαγγέλιο κατά τον Ματθαίο, μετάφραση Ντίνος Χριστιανόπουλος, ξυλογραφία Νίκος Νικολαϊδης, Το Ροδακιό 1996
-Το κορμί και το σαράκι. Νεώτερα ποιήματα. Παιανία, 1997
-Οι ωραιότεροι Δεκαπεντασύλλαβοι του Διονυσίου Σολωμού, Επιλογή Ντ. Χριστιανόπουλος, Μπιλιέτο-Παιανία 1998
-Η πιο βαθιά πληγή, ποιήματα, Διαγώνιος-Θεσσαλονίκη 1998
-Ποιήματα γ΄ έκδοση, Διαγώνιος-Θεσσαλονίκη 1998
(Η έκδοση αυτή συνοψίζει τα εξής βιβλία:
-Ποιήματα. Δεύτερη έκδοση, Θεσσαλονίκη 1992
-Νεκρή πιάτσα. Τρίτη έκδοση. Θεσσαλονίκη 1990
-Νεκρή πιάτσα. Νεώτερα ποιήματα. Παιανία 1997
-Το αιώνιο παράπονο. Τρίτη έκδοση. Θεσσαλονίκη 1993)
Η Τρίτη αυτή έκδοση των ποιημάτων του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου, εκδόσεις Διαγωνίου 1998, από τις σελίδες 411 έως 422 αναφέρει τις Εκδόσεις ΔΙΑΓΩΝΙΟΥ 1957-1998. Υπεύθυνος: Ντίνος Χριστιανόπουλος, Καλλιτεχνικός επιμελητής: Κάρολος Τσίζεκ, Τυπογραφείο: Νίκου Νικολαϊδη, Θεσσαλονίκη.)
-Πίσω απ’ την Αγία Σοφία, πρόλογος Βάνα Χαραλαμπίδου, Θεσσαλονίκη-Ιανός 1997
-Δοκίμια, Μπιλιέτο-Παιανία 1999
(περιλαμβάνει τα ΕΝΤΕΚΑ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (1931-1954)/ ΤΟ ΕΠ’ ΕΜΟΙ/ ΕΝΑΝΤΙΟΝ/ΜΕ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΜΕ ΠΑΘΟΣ)
-Η λογοτεχνία στη Θεσσαλονίκη (1850-1950), σύντομο διάγραμμα, Θεσσαλονίκη-Βιβλιοπωλείο Ραγιά 1999
-Θεσσαλονίκην, ού μ’ εθέσπισεν… Αυτοβιογραφικά κείμενα. Ξυλογραφίες Νίκου Β. Νικολαϊδη, Θεσσαλονίκη-Ιανός 1999
-Η συλλογή φωτογραφίας του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Μια επιλογή, Καναβός-Θεσσαλονίκη 1998
-Το Ρεμπέτικο και η Θεσσαλονίκη, μελέτη, εκδόσεις Εντευκτηρίου-Θεσσαλονίκη 1999
-Τα Τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη που γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη επί Γερμανικής Κατοχής. Μελέτη, Μπιλιέτο-Παιανία 2001
-Μελέτες για τον Σολωμό, Θεσσαλονίκη, Βιβλιοπωλείο Ραγιά 2001.
(το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον Κύπριο Σολωμό Σολωμού)
-Η πιο βαθιά πληγή, ποιήματα, β΄ έκδοση, το Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου-Παιανία, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2001
-Ανθολογία Μακεδόνων ποιητών, Εντευκτήριο 2001
-Τεφτεράκι-Μικρά Δοκίμια 1985-1997, Οκτασέλιδο+ του Μπιλιέτου 2001
-ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, μελέτες και σημειώματα, Θεσσαλονίκη-Ιανός 2002
-ΕΓΩ, ΦΑΝΤΑΡΟΣ ΣΤΟ ΧΑΚΙ… Αναμνήσεις από τη στρατιωτική μου θητεία, 9.58 FM, πρόλογος Βάνα Χαραλαμπίδου διευθύντρια προγράμματος 9.58, εκδόσεις Μπιλιέτο-Παιανία 2003
-Ο Παύλος Μελάς σε ποιήματα Μακεδόνων ποιητών, Εκατό χρόνια από τον θάνατό του. Η άγνωστη ποιητική συλλογή του Κωστή Σταματοπούλου. Ποιήματα Μακεδόνων ποιητών για τον Παύλο Μελά. Δημοτικά τραγούδια από τη Μακεδονία για το θάνατο του Παύλου Μελά. Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα & Εκδοτικός οίκος Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2004
-Βολέματα Καταστροφής 90 Ποιήματα-1949-1999. Κείμενο-ανθολογία-σημειώσεις Βασίλης Δημητράκος, Μπιλιέτο, Παιανία 2007
-Τα Τραγούδια του Ντίνου Χριστιανόπουλο. Το αιώνιο παράπονο & Με τέχνη και με πάθος. Ερμηνεύουν: Δημήτρης Νικολούδης/ Παναγιώτης Καραδημήτρης. Φιλική Συμμετοχή: Μανώλης Μητσιάς. Ξυλογραφίες: Νίκος Νικολαϊδης, Ιανός 2012
-Οι ρεμπέτες του Ντουνιά, μικρά πεζά, Ιανός-Θεσσαλονίκη 2016
--
-Εργογραφία-Βιβλιογραφία Ντίνου Χριστιανόπουλου (1950-1990), ΕΠΙΛΟΓΗ, Infoprint- Θεσσαλονίκη 1993
-Η Κριτική για τα πεζογραφήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου 1964-2005. Επιλογή, INFOPRINT-Θεσσαλονίκη 2005
--
-Ελένη  Μ. Λαζαρίδου: έρευνα και έκδοση, Ντίνος Χριστιανόπουλος-μικρό πορτραίτο, Θεσσαλονίκη 1987
-Βασίλης Δημητράκος, Ανοιχτή πληγή ο «ανυπεράσπιστος καημός» του Ντίνου Χριστιανόπουλου, δοκίμιο, Θεσσαλονίκη-Μπιλιέτο 1988. Και δεύτερη έκδοση 2004
-Περικλής Σφυρίδης, Χριστιανόπουλος-Καβάφης, Αποκλίσεις σε βίους παράλληλους. Μελέτη, Τα Τραμάκια-Θεσσαλονίκη 1993
-Τάσος Καλούτσας, Αλήθεια και βίωμα στα διηγήματα της «Κάτω βόλτας» του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Μελέτη, Τα Τραμάκια-Θεσσαλονίκη 1994
-Γιώργος Χρονάς, Μια συνομιλία με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, Οδός Πανός 2003
-Δημήτρης Κόκορης: Εισαγωγή, επιλογή κειμένων, Για τον Χριστιανόπουλο Κριτικά κείμενα για την ποίησή του, ΑΙΓΑΙΟΝ-Λευκωσία-Κύπρος 2003
-Διονύσης Στεργιούλας, Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος για τον Διονύσιο Σολωμό. Δύο συνεντεύξεις, Οδός Πανός 2004
-Ηλίας Γκρής, Η αποκάλυψη του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Συνομιλία, ο μικρός Ιανός 2004
-Αφιέρωμα στον Ντίνο Χριστιανόπουλο, επιμέλεια: Περικλής Σφυρίδης,  Μπιλιέτο τχ.11/7,12,2007
-Αφιέρωμα στον Ντίνο Χριστιανόπουλο, Φιλόλογος τχ. 133/7,8,9, 2008

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 31 Οκτωβρίου 2018
Μέρος Α΄                         
      

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2018

ΑΣΜΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ


ΑΣΜΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ
ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ
ΛΙΘΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑΝΝΗ ΜΟΡΑΛΗ
ΕΞΩΦΥΛΛΟ ΓΙΑΝΝΗ ΜΟΡΑΛΗ
Τρίτη έκδοση
ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΑΘΗΝΑ 1971, σ. 36, δραχμές 80
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΝΩΕ. Αλκιβιάδου 143
ΜΟΡΦΗ ΠΡΩΤΗ
1
Εκεί πού πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
Πού με τά μάτια μιάς παρθένας άνοιγε ο καιρός
Καθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
Κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες

Εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλατάνου λεβέντικου
Και μια σημαία πλατάγιαζε ψηλά γή και νερό
Πού όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
Μά όλος ο κόπος τ’ ουρανού
Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
Πρωί, στα πόδια του βουνού

Τώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Τώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκκαλιάρικα
Πιάνει και σβήνει ένα-ένα τα λουλούδια επάνω της ΄
Μέσ’ στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
Από λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια ΄
Βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
Κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ως το μυαλό. Κάτι κακό
Θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

Τά όρνια μοιράζονται ψηλά τις ψύχες τ’ ουρανού.
2
Τώρα μεσ’ τα θολά νερά ένας ίσκιος νευριάζει ΄

Ο άνεμος αρπαγμένος απ’ τις φυλλωσιές
Κάνει εμετό τη σκόνη του
Τα φρούτα φτύνουν το κουκούτσι τους
Η γη κρύβει τις πέτρες της
Ο φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας
Την ώρα που μεσ’ από τα ουράνια θάμνα
Το ούρλιασμα της συνεφολύκαινας
Σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας
Κι’ ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητο
Κι’ ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδες
Κι’ ύστερα βάζει τους ανθρώπους ν’ αντιχαιρετήσουνε:
Φωτιά ή μαχαίρι!

Γι’ αυτούς που με τη φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν
Κακό θ’ ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός
Μόνο άς προσευχηθούν μακρυά του οι μενεξέδες!
3
Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή
Λυώναν το σίδερο, μασσούσανε τη γής
Ο Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο

Κάθε βροντή ένας θάνατος καβάλλα στον αέρα
Κάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
Στο θάνατο-κι’ η μοίρα ό,τι θέλει ας πεί.

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι’ ηύρε το θάρρος
Καταμέτωπο πέταξε θρύψαλλα μεσ’ τον ήλιο
Κιάλια, τηλέμετραα, όλμοι, κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια πού άνοιξαν οι πέτρες!
Το κράνος κύλισε από την αριστερή μερηά…

Στο χώμα μόνο μια στιγμή κουνήθηκαν οι ρίζες
Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι’ η μέρα πήε δειλά
Να ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια

Μά η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
Μόλις σταμάτησε για λίγο μεσ’ τα δόντια ο θάνατος-
Κι’ ύστερα χύθηκε με μιάς ως ρα χλωμά του νύχια!
4
Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλιασμένη χλαίνη
Μ’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
Μ’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
Μοιάζει μπαξές πού τούφυγαν άξαφνα τα πουλιά
Μοιάζει τραγούδι πού το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
Μοιάζει ρολόϊ αγγέλου που εσταμάτησε
Μόλις είπαν «γειά παιδιά» τα ματοτσίνορα
Κι’ η απορία μαρμάρωσε…

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του
Αλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Κι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Ακούν με προσοχή ΄
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε,
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.

Κάτω απ’ τα πέντε κέδρα
Χωρίς άλλα κεριά
Κείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη ΄
Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα,
Στο πλάϊ το μισοτελειωμένο μπράτσο
Κι’ ανάμεσ’ απ’ τα φρύδια-
Μικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά της μοίρας
Μικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο
Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!

Ώ μην κοιτάτε ώ μην κοιτάτε από πού του-
Από πού τούφυγε η ζωή. Μην πήτε πώς
Μην πήτε πώς ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή Έτσι λοιπόν η μια
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή παράτησε την άλλη,
Κι’ ο ήλιος ο παντοτεινός έτσι μέ μιάς τον κόσμο!
5
Ήλιε δε είσουν ο παντοτεινός;
Πουλί δεν είσουν η στιγμή χαράς πού δεν καθίζει;
Λάμψη δε είσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κι’ εσύ περβόλι ωδείο των λουλουδιών
Κι’ εσύ ρίζα σγουρή φλογέρα της μαγνόλιας!

Έτσι καθώς τινάζεται μεσ’ στη βροχή το δέντρο
Και το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Κι’ ένας τρελλός δέρνεται με το χιόνι
Και τα δυό μάτια πάνε να δακρύσουν-
Γιατί, ρωτάει ο αετός, πούναι το παλληκάρι!
Κι’ όλα τ’ αητόπουλ’ απορούν πούναι το παλληκάρι!
Γιατί ρωτάει στενάζοντας η μάννα, πούναι ο γυιός μου;
Κι’ όλες οι μάννες απορούν πού νάναι το παιδί!
Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού νάναι ο αδερφός μου;
Κι’ όλοι του οι σύντροφοι απορούν πού νάναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός
Πιάνουν το χέρι και παγώνει
Πάν να δαγκάσουνε ψωμί κι’ εκείνο στάζει από αίμα
Κοιτούν μακρυά τον ουρανό κι’ εκείνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεστάνει ο θάνατος
Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί πού πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!
…………………………………………………………
--   
Το «Ηρωικό και πένθιμο άσμα στον ανθυπολοχαγό της Αλβανίας»

ΙΠΠΟΣ, περιοδικό «ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΣ» αρ. φύλλου 1, περίοδος 8, Σεπτέμβρης 1945

     Το Ηρωικό και πένθιμο άσμα στον ανθυπολοχαγό της Αλβανίας που στην πρώτη μορφή του δημοσιεύτηκε στο «Τετράδιο», είναι ένα από τα τρία εκτεταμένα ποιήματα που έγραψε ο Ελύτης την άνοιξη του 41, όταν επέστρεψε από το μέτωπο, με έμπνευση και θέμα τον Αλβανικό πόλεμο. Ποίημα καθαυτό λυρικό, ξεκινώντας μόνο από τα πραγματικά γεγονότα, βρίσκεται πιο κοντά στη γνώριμη τεχνοτροπία του ποιητή. Αντίθετα τα άλλα δύο μέρη, η «Βαρβαρία» και η «Αλβανιάδα» δένονται πολύ σφιχτά με την αλβανική πραγματικότητα του 40-41, και ακολουθούν μια καινούργια τεχνική. Τρία άλλα παρεμφερή ποιήματα αποτελούσαν τμήματα του «Ήλιος ο Πρώτος» αλλά τελικά τα σταμάτησε η λογοκρισία. Και χωρίς όμως αυτά, μέσα στο «Ήλιος ο Πρώτος» βρίσκεται η πρώτη γνήσια ποιητική φωνή για την Αλβανιάδα, γεγονός που οι κριτικοί του δεν μπόρεσαν τότε να τονίσουν και τώρα έχουνε, ως επί το πλείστον, κάθε λόγο για να μη το θυμούνται. Γιατί υπάρχει αυτό το πικρότατο φαινόμενο, Έλληνες διανοούμενοι να διαγράφουν με μια κοντυλιά την πιο σημαντική σελίδα της νέας μας ιστορίας, όπως ακριβώς γίνεται και με μια μερίδα στην πολιτική. Ο ελληνικός αγώνας αρχίζει γι’ αυτούς στα 42.
     Οι φυγάδες, οι εστέτ, οι αδιάφοροι, πόσο περίεργο είναι αλήθεια να βρεθούν αυτοί και σχεδόν μόνο αυτοί απ’ τους νέους μας ποιητές και καλλιτέχνες, στις πρώτες γραμμές. Ο Εγγονόπουλος είταν εκεί. Ένας «Μπολιβάρ» είναι ίσως γι’ αυτόν η ανταμοιβή για τους έξη σκληρούς μήνες. Ο Σαραντάρης έμεινε εκεί για πάντα. Είναι θλιβερό που κανένας μας δε θυμήθηκε τον άξιο αυτό ποιητή. Ο Αντρέας Νομικός πολέμησε, εθελοντής, στα μακεδονικά οχυρά. Ο Τσαρούχης είταν στην Αλβανία. Ο Ελύτης ήταν εκεί. Τρείς μήνες, διμοιρίτης στο δεύτερο τάγμα του 24ου Συντάγματος (Άγιοι Σαράντα-Νιβίτσα-Μπούμπαρι-Κιάφα-Κούτσι) και γραμμή Αμύνης. Καλλαράτες-Μπολένα. Άλλο ενάμιση μήνα, τελευταίες μέρες του πολέμου, είταν στο νοσοκομείο Ιωαννίνων, με τύφο. Ο Ανδρέας Καμπάς πολέμησε στη μάχη της Κρήτης.
     Όλοι αυτοί σχεδόν δεν είχαν δράση στα χρόνια της κατοχής. Και μια μεγάλη μερίδα, η μεγαλύτερη μερίδα των πνευματικών ανθρώπων του τόπου μας που έχουν στις οργανωμένες πιά τάξεις τους λίγους αγωνιστές της κατοχής, βγήκαν με απομνημονεύματα, συνεντεύξεις και παντοειδείς ρεκλάμες να εισπράξουν την πιο μικρόψυχη αμοιβή της υπηρεσίας τους προς την πατρίδα. Και χλευάζουν και συκοφαντούν τους άλλους, αρνούμενοι σ’ αυτούς το δικαίωμα να έχουν δεχτεί, σαν άνθρωποι και σαν καλλιτέχνες, τον αντίκτυπο των γεγονότων. Ποτέ η συνείδηση του προορισμού ενός πνευματικού εργάτη που του επιβάλλει να μείνει μακρυά από κάθε πολιτική εξάρτηση και κατεύθυνση, δε συνάντησε μια τέτοια θλιβερή παρανόηση. (Είναι λυπηρό που εδώ πρέπει να γίνει η εξής παρατήρηση: Είναι η αγωνία της μετριότητας να αναρριχηθεί στην επιτυχία, χρησιμοποιώντας παράγοντες. Τραγική προσπάθεια. Στην αξιολόγηση των καλλιτεχνικών αξιών δεν πετυχαίνει τίποτα η αξιωματική κριτική και η οργανωμένη πρόγκα. Την ελληνική επανάσταση την κράτησε ο Σολωμός μέσα στους στίχους του, γραμμένους μακρυά, σ’ ένα αγγλοκρατούμενο νησί, κι’ όχι οι Φαναριώτες με το Σούτσο τους).
     Οι γραμμές αυτές που ξεκίνησαν απ’ το μικρό ιστορικό της «Ωδής» του Ελύτη, δεν έχουν σκοπό να δημιουργήσουν νέους ήρωες (κατά το γνωστό πρότυπο). Στην Αλβανία είταν ο Βρεττάκος, ο Ξεφλούδας και ίσως κι’ άλλοι. Ούτε θέλουν να εντοπίσουν τον ελληνικό αγώνα στο 40-41, όπως άλλη τυφλωμένη από πάθος μερίδα κάνει στην πολιτική. Ο ελληνικός αγώνας άρχισε τον Οκτώβρη του 40 και τελείωσε τον Οκτώβρη του 44. Από κεί και πέρα αρχίζει η πολιτική. Καλή ή κακή, είναι ζήτημα που ενδιαφέρει τους ανθρώπους μάλλον σαν πολίτες της χώρας παρά σαν καλλιτέχνες.
ΙΠΠΟΣ.

Σημειώσεις:
     Πάνε αρκετές δεκαετίες τώρα, μετά την τελευταία δικτατορία στην χώρα μας που αγόρασα την ποιητική συλλογή του νομπελίστα μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη «Άσμα Ηρωϊκό και πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» στην τρίτη της έκδοση, αυτή του 1971, από το Πνευματικό Κέντρο «ΝΩΕ» στον Πειραιά.  Ένας πνευματικός χώρος εκδηλώσεων, οργανώσεων εκθέσεων ζωγραφικής, ομιλιών, που είχε πάγκους με βιβλία που ο επισκέπτης μπορούσε να αγοράσει βιβλία. Συνήθως, αν θυμάμαι σωστά, είχε ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα πειραιωτών συγγραφέων, θεατρικά και πολιτικά-αριστερά βιβλία, τα λεγόμενα αντικαπιταλιστικά πχ. «Αμερική η διεφθαρμένη χώρα», οι «Αμερικάνικες επεμβάσεις ανά τον κόσμο», «Ο ρόλος της CIA και η σχέσεις της με την ελληνική δικτατορία», και άλλα θεωρητικά κομμουνιστικά βιβλία που εμείς οι τότε επαναστάτες νέοι τα διαβάζαμε απνευστί πιστεύοντας ταυτόχρονα, ότι θα αλλάξουμε τον κόσμο, θα φέρουμε τα πάνω κάτω, Upside down που τραγουδούσε τότε η περίφημη Diana Ross και χορεύαμε στις disco της εποχής, ή δίναμε ραντεβού στο σταθμό στο Μοναστηράκι να πάμε μεταμεσονύχτια να ακούσουμε την Μαρινέλλα στο «Ζουμ». Τις Κυριακές συνήθως είχαμε αργία από τις επαναστατικές μας γυμναστικές, τα κόκκινα λάβαρα και τα άλλα ευγενή μέταλλα, εκτός αν υπήρχε καμιά μεγάλη συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη, με εμβατήρια και ταμπούρλα, και ανεβαίναμε είτε για το «Χάραμα» να ακούσουμε τον Βασίλη Τσιτσάνη, είτε για το «Αχ Μαρία» αν θυμάμαι καλά να απολαύσουμε τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου στα Εξάρχεια. Η επανάσταση, η ανατροπή του κακού και εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού καθεστώτος μπορούσε να περιμένει ένα διήμερο. Από Δευτέρα και βλέπουμε. Εξάλλου, μετά από λίγα χρόνια, είδαμε και το φως  το αληθινό, διαβάζαμε το περιοδικό “DIALOGOS”. Ένα αξιόλογο περιοδικό που εκδίδονταν στα ελληνικά από την πρεσβεία νομίζω των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα, με χορηγό την αμερικάνικη υπηρεσία πληροφοριών, και που παρουσίαζε όλα τα σύγχρονα-τότε- ρεύματα στην αμερικάνικη κοινωνία (στην επιστήμη, στην τεχνολογία, στην ιατρική, στην βιολογία, στην ιστορία, στις μεθόδους σύγχρονης απασχόλησης, στην φιλοσοφία, στις εικαστικές τέχνες, στις λογοτεχνικές εκδόσεις και ένα σωρό άλλα σύγχρονα θέματα στην Αμερική). Ένα ιλουστρασιόν περιοδικό μεγάλου μεγέθους που αποστέλλονταν δωρεάν σε όποιον ενδιαφερόμενο και που σου γνώριζε το σύγχρονο και μοντέρνο πρόσωπο της αμερικάνικης ηπείρου. Μιλάμε πάντα για την Βόρεια Αμερική, και όχι την Νότια, την ήπειρο του Χιλιανού προέδρου Σαλβαντόρ Αλλιέντε, την πατρίδα του ποιητή Πάμπλο Νερούντα, που η Δανάη η τραγουδίστρια είχε μεταφράσει στα ελληνικά το «Κάντο Χενεράλε» που είχε εκδοθεί σε τρείς τόμους από τις εκδόσεις Gutenberg, και είχαμε παρακολουθήσει την εκτέλεσή του στο στάδιο στο Φάληρο σε συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη, με τον Πέτρο Πανδή και τον Μάνο Κατράκη, (θυμάσαι Άγγελε και Ιουστίνη;) την χώρα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες που, τα «Εκατό χρόνια Μοναξιάς» του, χρειαζόσουν τηλεφωνικό κατάλογο για να γράψεις τα πολλά ονόματα για να μην τα ξεχάσεις. Και τον πολυδιαβασμένο εκείνη την εποχή συγγραφέα Κάρλος Καστανιέτα που μέσα στα μυθιστορήματά του, αναφέρονταν σε χημικές ουσίες που κάπνιζαν οι συμπατριώτες του. Και το πασίγνωστο, όπως το αδιάβαστο από τους επαναστάτες «Κεφάλαιο" του παππού Καρόλου-όχι του ΦΙΞ (οι γνώσεις σου στα οικονομικά έπρεπε να ξεπερνούν αυτά του πρώην έλληνα υπουργού των οικονομικών, του κυρίου «Ουάου» για να κατανοήσεις τι θέλει να πει το τρίτομο αυτό ογκώδες έργο), «Το Τρίτο Μάτι» του Λόψα Ράμπα.
Σε αυτόν, επανερχόμενος, τον πνευματικό και καλλιτεχνικό χώρο της πόλης μας, αγόρασα την συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη όπως δείχνει η αχνή σφραγίδα του βιβλίου. Ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης καθώς και ο λίγο παλαιότερος ο Γιώργος Σεφέρης, με τις Δοκιμές και τα Ημερολόγιά του παραμάσχαλα, και φυσικά, οι παλαιοί Κωστής Παλαμάς και Άγγελος Σικελιανός, ήσαν οι αγαπημένοι ποιητές της εποχής μου. Διαβάζαμε το έργο τους και ότι βρίσκαμε μπροστά μας και τους αφορούσε. Σε δημοτικές και δημόσιες βιβλιοθήκες, σε αρχεία, σε σπίτια φίλων, σε στέκια που συχνάζαμε και όλο και κάποια ποιητική τους συλλογή θα βρίσκονταν. Ποίηση και Επανάσταση μαζί, όπως θάλεγε και ο σύντροφος Μαγιακόφσκι, αγκαλιασμένοι χέρι-χέρι με τα νιάτα. Μετά, γηρατειά και πολιτική αποχαύνωση Αλέξη και Πάνου ομού. Και το απολυτίκιο της πεσούσης οσίας πρώτης φορά αριστεράς, να το διαβάζει κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα πολύχρωμα-μπλε λαμπιόνια ο Πάκης. Μέχρι και οι δεξιοί κεφαλαιοκράτες μας λυπούνται και μας συμπαραστέκονται. Εξ ου, και οι χορηγίες κατά Σόρρος μεριά. Γιαυτό κατέφυγε στην λεβεντογέννα Κρήτη να κρυφτεί στο σπήλαιο που κρύφτηκε ο Δίας, ο πρώην υπέξ, μην τον βρει ο πλανητάρχης Κρόνος.
     Την βιωματική-τραυματική για τα ελληνικά νιάτα και την πατρίδα μας, ποιητική σύνθεση, αποτελείται από ΙΔ μέρη, του Οδυσσέα Ελύτη, είχαν τη τύχη να την ακούσουν για πρώτη φορά από τα χείλη του εν μέσω Κατοχικής περιόδου οι «τέσσερεις-πέντε φίλοι, στενά δεμένοι μεταξύ μας από τα εφηβικά μας χρόνια» και συναγωνιστές του, όπως γράφει ο κριτικός Αντρέας Καραντώνης στο σπονδυλωτό μελέτημά του «ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ», εκδόσεις Δημήτριου Ν. Παπαδήμα 1980, σελίδα 132, όπου αναφέρεται και εξετάζει τα πρώιμα στάδια της μετέπειτα συλλογής έτσι όπως αυτά τα συναντάμε στο έργο του Οδυσσέα Ελύτη, Η «Αλβανιάδα». Η παρέα αποτελούνταν από τους Οδυσσέα Ελύτη, τον ποιητή και στιχουργό Νίκο Γκάτσο, τον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη που χάθηκε νεότατος στον ελληνοιταλικό πόλεμο, τον νευρολόγο Αδριανό Χάγερ, τον επιχειρηματία Γιάννη Χειλαδάκη και τον δημοσιογράφο Άρη Μακροχωρίτη. Γράφει ο Αντρέας Καραντώνης:
 «Το σπίτι του Σιμόπουλου, (Ο Τάκης Σιμόπουλος ήταν δικηγόρος και στενός επίσης φίλος της νεανικής συντροφιάς) ένα μεγάλο τριώροφο χτίριο, γωνία Ιθάκης και Πατησίων που ανατινάχτηκε από τους «δεκεμβριστές» του 1944 ήταν το καταφύγιό μας. Σχεδόν πάντα πεινασμένοι και τρέμοντας από το κρύο, μαζευόμασταν στην πιο μικρή κάμαρα και ανταλλάζαμε τις ιδέες μας για τον πόλεμο, τις ελπίδες μας για τη νίκη, τους φόβους μας για τον επερχόμενο εσωτερικό διχασμό, τις μεταλλαγές των πολεμικών επιχειρήσεων. Όλ’ αυτά κατάληγαν σ’ έναν απροσδιόριστο τρόμο για την ζωή μας, τη δική μας και των αγαπημένων μας, μά και τη ζωή της Ελλάδας. Και κοιτάζαμε πώς να απαλύνουμε αυτόν τον τρόμο μ’ εκείνο το εύθυμο πνεύμα νιότης, που τόσο πιο πολύ εξάπτεται όσο περισσότερο και βαθύτερα το κεντρίζουν οι λογής εναντιώσεις της ζωής….» σ.132, και συνεχίζει:
«Δεν έχω κρατήσει σημειώσεις εκείνης της εποχής του τρόμου και της ποίησης, και δεν ξέρω αν τότε μας διάβασε ο Ελύτης το «Άσμα ηρωικό και πένθιμο» που πρωτοδημοσιεύτηκε  στο περιοδικό «Τετράδιο Δεύτερο», Αύγουστος-Σεπτέμβριος του 1943. Ίσως στο σπίτι του Σιμόπουλου να μας διάβασε αποσπάσματα ή και ολόκληρο το ποίημα. Θυμάμαι όμως καθαρά πως εκεί μας μίλησε για μια σειρά επικολυρικών ποιημάτων, σχετικών με τον πόλεμο και την κατοχή, για τα οποία μάλιστα είχε επινοήσει το γενικό τίτλο «Βαρβαρία».  Αυτός ο τίτλος, αυτή η «Βαρβαρία», που έμοιαζε με ονομασία κάποιου μυθικού μά αποτρόπαιου κράτους, απειλητικού πάντα για τη μικρή και φτωχή μά ηλιόχαρη χώρα μας που ήδη σφάδαζε κάτω από τα σιδερένια πέλματα των Ευρωπαίων βαρβάρων, μου είχε ανοίξει ορίζοντες μαγικών ποιητικών υποσχέσεων. Και κάθε φορά δεν έπαυα να ρωτώ και να ξαναρωτώ τον Ελύτη για τη μοίρα της «Βαρβαρίας». Κι εκείνος μου απαντούσε πάντα με αόριστα χαμόγελα και με μισόλογα, δίνοντάς μου να καταλάβω πώς αυτή η «Βαρβαρία» κυοφορούνταν μέσα του ανάμεσα στη βεβαιότητα και την αβεβαιότητα που τόσο καλά την γνωρίζουν οι γόνιμοι ποιητές-δηλαδή οι ποιητές πού την ίδια στιγμή τους κεντρίζουν πολλά «ετεροθαλή» ποιητικά θέματα και προπλάσματα, χωρίς να αποφασίζουν μια προτίμηση, με κίνδυνο να σβήσουν μια μέρα από τον κατάλογο της φαντασίας τους όλα αυτά τα νεφελώδη σχεδιάσματα των «αγέννητων ψυχών», όπως θα έλεγε-και όπως είπε-ο Παλαμάς των «Βωμών».
      Η δημοσίευση και η θριαμβευτική, η αληθινά «εθνική επιτυχία» του «Ανθυπολοχαγού της Αλβανίας» (1945) δεν επέτρεψε να «κάνει τύχη» το κατοπινό ποίημα του Ελύτη «Η καλοσύνη στις Λυκοποριές», που δημοσιεύτηκε στο 1ο τεύχος του περιοδικού «Τετράδιο» (1947) και πού, βέβαια, παρά τις αρετές του, φάνηκε πώς δεν είχε να προσθέσει τίποτε το καινούργιο στην συναρπαστική ατμόσφαιρα του «Ανθυπολοχαγού». Ένα τρίτο ποίημα, της ίδιας υφής με τα προηγούμενα, η «Αλβανιάδα», που είχε μια ιδιότυπη ιστορία, μας επιτρέπει σήμερα να υποθέσουμε πώς μέσα σ’ αυτή την τριλογία εξαντλήθηκε η αρχική έμπνευση της «Βαρβαρίας». Και δεν υπάρχει αμφιβολία, πώς αυτή τη τριλογία (την ονομάζω τριλογία, χωρίς να ξέρω αν βρίσκονται στα χαρτιά του Ελύτη και άλλα σχεδιάσματα ή ολικά ή αποσπασματικά επιτεύγματα σχετικών πολεμικών επεισοδίων) αναχωνεύτηκε ολόκληρη και πήρε μια τελική και σφαιρική, όσο και πλαστική συνθετική μορφή στο «Άξιον Εστί», που με τη συγκατάθεση του μεγάλου αναγνωστικού κοινού και τα θαυμαστικά χειροκροτήματα της μεταπολεμικής, κυρίως, κριτικής αξιολογήθηκε σαν το κορυφαίο και το πιο αντιπροσωπευτικό δημιούργημα του Ελύτη. Χωρίς να χάσει την επίσημα πιά αναγνωρισμένη εθνική του τοποθέτηση-τοποθέτηση σε βασιλικό θεωρείο-μπροστά στο «Άξιον Εστί», χλώμιασε κάπως και ο πατροπαράδοτος πιά, σαν εθνικό εορταστικό ποίημα, «Ανθυπολοχαγός». Μα, κατά την γνώμη μου, ο «Ανθυπολοχαγός», καθώς και ο στίχος του Παλαμά «μεθύστε με το αθάνατο κρασί του Εικοσιένα», είναι ό,τι καλύτερο και καθαρότερο σαν ποιητικό μήνυμα μας έδωσε η λογοτεχνία που ξεπήδησε από τον ιταλο-ελληνικό πόλεμο του 1940.
 Όσο για το «Άξιον Εστί», τον δεύτερο ιστορικό σταθμό της ποιητικής μοίρας του Ελύτη, αν και περιστρέφεται με κάθε του λέξη γύρω από τον εθνικοφυλετικό άξονα του νέου ελληνισμού, είναι δημιούργημα μιάς καθολικής «ελληνικότητας», που επέχει θέση παγκόσμιας καλλιτεχνικής και ηθικής αξίας, με το έργο αυτό-είχε βέβαια προηγηθεί το «Μυθιστόρημα» του Σεφέρη, αλλά αυτό ήταν μια σύνθεση αποσπασματική βαθύφωνα χαμηλού τόνου-η ποίησή μας έπαψε να είναι αόριστα και ανερμάτιστα «μοντέρνα».  Γιατί το «Άξιον Εστί» ξεπετάχτηκε σαν γερό κλαρί μέσα από τον κορμό της διαιώνιας ελληνικής παράδοσης, που αρχίζει από τον Όμηρο για να φτάσει ως τον Παλαμά και τον Σικελιανό. Έτσι, η «μοντέρνα ποίηση», που κύρια πηγή της είχε τον υπερρεαλισμό με το «Άξιον Εστί» απόκτησε μια γνήσια ελληνική ιθαγένεια. Αυτή η ιθαγένεια αυτόματα της έδωσε μια θέση υπεροχής σε σχέση με πολλές άλλες «μοντέρνες ποιήσεις» που η όποια τους παγκοσμιότητα έχει κάτι το επικαιρικό, κοινότυπο, το άχρωμο και το αόριστο.»….., σ. 133-135.
     Παρέθεσα όχι τυχαία, τα απόσπασμα αυτό του κυριότερου αν όχι του πιο έγκυρου κριτικού της γενιάς του 1930 του Αντρέα Καραντώνη, ο οποίος εκτός από την μεγάλη πείρα και εμπειρία που διέθετε πάνω στην πορεία και την εξέλιξη της ελληνικής ποίησης-παραδοσιακής και μοντέρνας-υπήρξε και προσωπικός φίλος πολλών από των δημιουργών της γενιάς αυτής, ποιητών και πεζογράφων. Ο Καραντώνης στα μελετήματα αυτά για τον ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, μας δίνει την ατμόσφαιρα τόσο του πολέμου όσο και την πνευματική μέσα στις οποίες ανδρώθηκε η δική του γενιά. Η στενές φιλικές σχέσεις που δημιούργησε με ποιητές όπως ο Ελύτης-και άλλους-δίνει μεγάλη εγκυρότητα στις κρίσεις που εκφέρει και στις πληροφορίες που μας κομίζει. Γνωρίζει τα πράγματα από μέσα θα σημειώναμε και από πρώτο χέρι. Το κείμενο αυτό, που ασχολείται με την περιπέτεια και την τύχη της «Αλβανιάδας» (μέρους της τριλογίας όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά αναφέρει) μας δίνει και το στίγμα, τις επιρροές και από πού προήλθε η πρωταρχική «πηγή» του Ανθυπολοχαγού». Τα πρώτα σχεδιάσματα, οι πρώτες συλλήψεις, τα πρώτα βιωματικά συμβάντα, τα πολεμικά ανδραγαθήματα και ερεθίσματα, οι ατομικές του κακουχίες καθώς και αυτές των ελλήνων συστρατιωτών του ποιητή, του τροφοδότησαν την φαρέτρα των κατοπινών εξιστορήσεων και ποιητικών του αφηγήσεων, που βρίσκονται διάσπαρτες σε διάφορες ποιητικές του συλλογές και στα δοκίμιά του. Και πως οι βιωματικές αυτές εμπειρίες, αυτό υλικό του πολέμου και των κακουχιών, πέρασε μέσω της μνήμης στην ποίησή του. Πως δηλαδή αισθηματοποιήθηκε τεχνικά και καλλιτεχνικά και έγινε ποιητικός λόγος αναφοράς.  Ας μην μας διαφεύγει ότι ο ποιητής, κινδύνευσε να χάσει την ζωή του, και ότι άλλοι συνομήλικοί του σχεδόν ποιητές, φίλοι του και συμπολεμιστές του όπως ο Γιώργος Σαραντάρης έχασαν την ζωή τους στο ελληνοιταλικό μέτωπο. Το επικό και λυρικό αυτό έργο ολοκλήρωσε τους προγενέστερους ποιητικούς σχεδιασμούς του Ελύτη όπως όλοι οι κριτικοί του αναγνωρίζουν. Ένα έργο, που έχει το προβάδισμα στην μοντέρνα ποίηση στην χώρα μας.  Όσον αφορά την θρυλική του «Αλβανιάδα» το πρώτο της μέρος δημοσιεύτηκε στο προδικτατορικό αριστερό περιοδικό «Πανσπουδαστική» τεύχος 41/22-10-1962, στην τελική της μορφή. Ο πρώτος της σχεδιασμός είχε αρχίσει στα 1944 και ολοκληρώθηκε οριστικά οκτώ χρόνια αργότερα το 1952, ενώ δημοσιεύτηκε μετά δέκα έτη στο ως άνω περιοδικό.
Η «Αλβανιάδα» όπως την έχω διαβάσει στην γνωστή ανθολογία, αν δεν κάνω λάθος θυμίζει ηχητικά την Ιλιάδα ή την Αινειάδα. Δηλαδή ενέχει μέσα της τα στοιχεία ενός έπους που εκφέρεται με τον αρχαίο ελληνικό τρόπο της ποίησης, τον λυρικό. Ο Ελύτης, όπως ο αρχαίος ποιητής ο Όμηρος ή ο ρωμαίος Βιργίλιος προσπαθεί μέσα στην λυρική αυτή σύνθεσή του, με σύγχρονα μέσα και σε ελληνικό καθαρά κλίμα και ατμόσφαιρα, να αναδείξει το ηρωικό πνεύμα, το θυσιαστικό φρόνημα, την αυταπάρνηση του έλληνα στρατιώτη στον πόλεμο που και ο ίδιος συμμετείχε. Ο Ελύτης όμως δεν είναι μόνο ένας ελληνοκεντρικός ποιητής, μια ελληνική φωνή που δοξολογεί τα κλέη των ελλήνων ηρώων στρατιωτών, αλλά μια οικουμενική φωνή ελευθερίας και παγκόσμιας δικαιοσύνης. Το «Άξιον Εστί» (1959) που ολοκληρώνει την πρώτη αυτή κατά κάποιον τρόπο ποιητική του περίοδο,  συμπεριλαμβανομένης και της συλλογής του «Ήλιος ο πρώτος» (1943) παρά την συγγένεια της ατμόσφαιρά της με τους υπερρεαλιστικής ατμόσφαιρας «Προσανατολισμούς του» (1940), είναι ένα επικό συνθετικό έργο που αφορά την συλλογική μοίρα ενός ολόκληρου έθνους και κατ’ επέκταση της ανθρωπότητας. Οι ιστορικοί του συμβολισμοί είναι διπλοί. Αφορούν τόσο την ελληνική ιστορική διαχρονικά επικράτεια όσο όμως και τον υπόλοιπο κόσμο. Τους αγώνες και τις θυσίες των ανθρώπων για ελευθερία και δικαιοσύνη, για εθνική ανεξαρτησία και υπερηφάνεια. Είναι εθνικός και συνάμα παγκόσμιος όπως ο λόγος του Ανδρέα Κάλβου. Ο ποιητικός λόγος όπως βλέπουμε και στην συλλογή του «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» λειτουργεί σαν πολυεστιακός φακός της ιστορίας. Τόσο της μικροιστορίας των αγωνιστών συμπατριωτών του και του ιδίου, όσο και της μακροιστορίας της φυλής του, του ελληνικού έθνους διαχρονικά. «Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο σε λένε Άθω…» μας λέει στο «Άξιον Εστί». Η φωνή του ώριμη και κατασταλαγμένη μας δίνει την ταυτότητα της ρωμιοσύνης σε όλο της το δοξαστικό ιστορικό μεγαλείο. Αν το «Γενικό Τραγούδι» του Πάμπλο Νερούδα είναι το Έπος των λαών της νοτίου Αμερικής, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι οι προηγούμενες συνθέσεις του Οδυσσέα Ελύτη που προετοίμασαν και οικοδόμησαν το «Άξιον Εστί» δεν είναι παρά το σύγχρονο έπος της ελληνικής φυλής. Αυτό, που συγκεφαλαιώνει σταθμούς διαχρονικούς της ελληνικής ιστορικής περιπέτειας. Αυτό, που συνδυάζει την μεγαλόφωνη επική φωνή του Πινδάρου με την λυρική υμνολογία του Ρωμανού του Μελωδού. Στον «Ανθυπολοχαγό» συναντάμε επίσης ελεύθερους στίχους αλλά και παραδοσιακούς, στίχοι που ξεφεύγουν από τους κανόνες της παράδοσης, μάλλον γλιστρούν προς την μοντέρνα εκφορά. Βλέπουμε λυρικά του κομμάτια που μας θυμίζουν μοιρολόγια. Ο βουβός πόνος του θανάτου και των κακουχιών που μας παρουσιάζεται μέσα από έναν ρόλο άλλοτε φανερό και άλλοτε συγκεκαλυμμένο λαϊκού μοιρολογιού. Σαν και αυτά που διαβάζουμε στα δημοτικά μας τραγούδια. Κάτι που μας φανερώνει το φυσικό και αυθεντικό δέσιμο της σύνθεσης του Οδυσσέα Ελύτη με την παράδοση και τον δεκαπεντασύλλαβο παρά τους ελεύθερους στίχους που συναντάμε. Εκείνο που όλοι οι αναγνώστες του ποιητικού έργου του Οδυσσέα Ελύτη γνωρίζουν, αλλά ας το επαναλάβουμε, είναι η ορθή αρχιτεκτονική των ποιητικών του συνθέσεων. Εικόνες, λέξεις, νοήματα, εκφράσεις, σημεία στίξεως, ρυθμολογία, τονισμοί, ήχοι, αριθμοί συλλαβών, περπάτημα στίχων, μουσική συγκίνηση, λέξεις δάνειες από άλλα ελληνικά έργα της παράδοσης ή ξένων δημιουργών, όλα είναι σοφά αρχιτεκτονημένα. Όλα συνηγορούν αρμονικά στον κεντρικό οραματισμό του ποιητή. Σαν ένα καλοκουρντισμένο ποιητικό ρολόι, που σου δίνει την εντύπωση, ότι μάλλον δουλεύει από μόνο του εξαρχής. Συναντάμε μια οικειότητα των λέξεων αλλά και μια αριστοκρατικότητα που φέρουν μέσα τους από την χρήση τους στην εξελικτική πορεία της παράδοσης. Δεν είναι παγερά ωραία κτερίσματα, ψυχρά, παγωμένα, και ορισμένες φορές ξεθωριασμένα μέσα στον χρόνο όπως είναι ορισμένες λέξεις, μεγαλειώδες λέξεις, ένδοξες λέξεις, του Κάλβου, που ξενίζουν παράξενα αλλά κουβαλούν τα προικιά της παράδοσής τους με θάρρος. Δεν έχει την ευκολογραφία του ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσου, που κάθε λεκτικό υλικό το κάνει ποιητικό. Ο Ελύτης, δεν επιμερίζει τον οραματικό του σκοπό, όπως μάλλον έπραξε ο Άγγελος Σικελιανός, ο τελευταίος έλληνας μύστης ποιητής-όπως τον ήθελαν οι αρχαίοι και οι ρομαντικοί-και υπερβαίνει τόσο την ερωτική πεζολογία του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη όσο και την αποσπασματικότητα των Σολωμικών οραματισμών. Ο Ελύτης αρτιώνει ότι οι άλλοι άφησαν μάλλον μισοτελειωμένο ή το διαμερισματοποίησαν ίσως αρνητικά. Η Καβαφική θυμοσοφία και φιλοσοφική ματιά δεν έχει θέση στο έργο αυτό. Η ιστορία είναι παρούσα φωτισμένη και στις θετικές και στις αρνητικές της στιγμές. Ο Καρυωτακικός πεσιμισμός πάλι, η λεπτή ειρωνεία του βλέμματός του, δεν μπορεί να σταθεί σε ένα έργο όπως η «Μαρία Νεφέλη» ένα πολιτικό μάλλον καθαρά έργο. Ο βυζαντινός μυστικισμός, όχι όμως ο δογματικός της εκκλησιαστικής δογματικής, αλλά ο ερωτικός που προέρχεται από την υμνωδιακή έκσταση αποτρέπει τον Ελύτη να διολισθήσει σε μανιχαϊκές θέσεις όπως έχουν αρκετοί έλληνες ποιητές και ποιήτριες. Το ίδιο θα υποστηρίζαμε και για την πολιτική. Ο Ελύτης από την φύση του, δεν θα μπορούσε ποτέ να γράψει πολιτική ποίηση, όπως ο Κώστας Βάρναλης, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Ρίτσος, ο Τίτος Πατρίκιος, και άλλες ελληνικές πολιτικές ποιητικές μας φωνές. Ο Ελύτης βλέπει την ιστορία όχι με πολιτικά κιάλια αλλά με ποιητικά. Και αυτό δεν σημαίνει άρνηση της ιστορίας, υποτίμησή της για να αναδειχθεί η ποιητική ατμόσφαιρα ή η ερμηνεία της, αλλά σημαίνει με έναν τρόπο το ερωτικό της εκ των υστέρων πλησίασμα, έτσι όπως μας μίλησε ο ιστορικός Κωστής Μοσκώφ. Αν ο Καβάφης δανείζεται ή χρησιμοποιεί ιστορικά παλαιά πρόσωπα, ή γόνους δυναστειών για να εκφράσει τις πολλαπλές ερωτικές του μάσκες, και τις άλλες σύγχρονες διακυμάνσεις της συνείδησής του, ο Ελύτης είναι ένας και ο αυτός, σε αυτό το παιχνίδι των λέξεων και των αισθήσεων. Περισκοπεί την ελληνική ιστορία με έναν τρόπο που δεν θα μπορούσε να κοιταχτεί διαφορετικά. Η σύντομη θητεία του στον υπερρεαλισμό τον βοήθησε να κατανοήσει μάλλον καλύτερα την λυρική όψη της παράδοσής του και αυτήν ανέδειξε. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας Οδυσσέας Ελύτης, που η γυναίκα είναι το μόνο κέντρο ερωτικής του αναφοράς, που κάθε σπιθαμή του σώματός της υμνείται με ποικίλους τρόπους και εικόνες, λέξεις και ύφη, μπόρεσε να νιώσει και να μεταφράσει το έργο ενός λυρικού ισπανού συγγραφέα όπως ο ισπανός ομοφυλόφιλος ποιητής Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, να μεταφράσει τις Δούλες του Ζαν Ζενέ, ενός εκατό τις εκατό ομοφυλόφιλου συγγραφέα.  Όμως για να είμαστε προσεκτικοί και δίκαιοι, το καθαρό βλέμμα των αισθήσεων του Ελύτη, είναι και το καθαρό και ασκίαστο ερωτικό βλέμμα της ελληνικής παράδοσης. Το ερωτικά οντολογικό βλέμμα του έλληνα ανθρώπου που  περισκοπεί τόσο την ίδια του την ιστορία, όσο και την φύση, τα διαχρονικά του πάθη όσο και τις δόξες αλλά και τις πτώσεις του.
Ας αφουγκραστούν οι αισθήσεις μας, ας ανοίξει η φαντασία μας με λέξεις κα φράσεις από τον «Ανθυπολοχαγό» όπως : «αστραφτογεννιέται», «γαλαζοβόλησε», «ψίχες τ’ ουρανού», «συννεφολύκαινας», «φρουμάζοντας», «μουλαροτόμαρο», « Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!», «κι απορία μαρμάρωσε….», «Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!», «νεραντζοκόριτσα», «το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής», «Ακροκεραύνια», «καταπροσωπήσει», «από τους Ευβοϊκούς του ονείρου», «Και να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του», «χωριατομουσμουλιά», «ημέρα πάλλαμπρη», «Αγιάζει ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του».  Δεν χρειάζεται να ανοίξουμε λεξικό για να κατανοήσουμε την σημασία τους, δεν χρειάζεται να καταφύγουμε σε περισπούδαστες αναλύσεις για να κατανοήσουμε το νόημα των λέξεων και των φράσεων αυτών. Καταυγάζουν από μόνες τους. Κάθε λέξη και μια φωτερή εικόνα. Το φως το λέξεων. Αρκεί μόνον να είμαστε πρόθυμοι να αισθανθούμε. Αυτό ζητάει ο ποιητής. Πως αλλιώς θα μπορούσε η Ιστορία να εξιστορήσει τα γεγονότα τα τόσο προσωπικά και ανεπανάληπτα των ανθρώπων, αυτών των στιγμών;
Από την «ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ» (1971-1992) που συνέταξε ο ποιητής και συγγραφέας Δημήτρης Δασκαλόπουλος, έκδοση της Εταιρείας Συγγραφέων Αθήνα 1993, σ.36-, μαθαίνουμε ότι μετά την πρώτη δημοσίευσή του 1962, αποσπάσματά του δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα τχ. 54/1-11-1946, στο περιοδικό Ηώς περίοδος Τρίτη 10, 1961, στο περιοδικό της Τράπεζας Ελλάδος Κύκλος τόμος Δ΄ Οκτώβριος 1964,  και μεταγενέστερα και αλλού.
Να σημειώσουμε εδώ, ότι στο περιοδικό Κύκλος της Τραπέζης Ελλάδος, συναντάμε μεταξύ άλλων ποιημάτων και πολλά ποιήματα της ποιήτριας Κικής Δημουλά.
Ο Ανδρέας Καραντώνης έγραψε για το έργο στο περιοδικό Ραδιοπρόγραμμα, 660/20/26-Ιανουαρίου 1963, ο κριτικός και ιστορικός της λογοτεχνίας Αλέξανδρος Αργυρίου στο μελέτημά του «Διαδοχικές αναγνώσεις ελλήνων υπερρεαλιστών» εκδ. Γνώση 1983,. Ο Κωνσταντίνος Δ. Μαλαφάντης, στο μελέτημά του «Ο πόλεμος στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη» εκδ. Γρηγόρη 2005, συνοδεύεται με πρόλογο του ομότιμου καθηγητή πανεπιστημίου Μιχάλη Μερακλή. Ο καθηγητής πανεπιστημίου Καρυοφίλης Μητσάκης, εξέδωσε στα 1980 το μελέτημά του για την συλλογή: «THEHEROIC AND ELEGIAL SONG FOR THE LOST SECOND LIEUTENANT OF THE ALBANIAN CAMPAIGNBY ODYSSEAS ELYTIS”, μετάφραση και στα ελληνικά εκδόσεις «Ελληνική Παιδεία» Αθήνα 1980 στην σειρά νούμερο 6 Μεσαιωνικές και Νεοελληνικές Μελέτες..  Βλέπε επίσης Κ Μητσάκης, «ΕΝΩΤΙΑ ΠΑΜΦΑΝΟΩΝΤΑ» ΕΞΙ ΜΕΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ Ο. ΕΛΥΤΗ» ΕΚΔ. Ινστιτούτο του Βιβλίου Α. Καρδαμίτσα 1998.Το άρθρο της Παρασκευής Κοψιδά-Βρεττού, Άσμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας-Η λυρική μεταρσίωση της ιστορίας. Βλέπε Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο στην Κω, ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. Ο ποιητής και οι ελληνικές πολιτισμικές αξίες, εκδόσεις Γκοβόστη 2000, σ.301-.(βλέπε και περιοδικό Θέματα Λογοτεχνίας τχ. 1/11,12,1995-1,2,1996, σ. 138-.). Το μελέτημα της Μαρίας Χατζηγιακουμή, «Η «ΥΠΕΡΒΑΣΗ» ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Ο. Ε.» εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2004. Το βιβλίο της Δήμητρας Σοφιανού-Γεωργούση, «Ο. Ε. Ανατρεπτικός και Ελπιδοφόρος», εκδ. Φιλιππότης 1996. Επίσης, το κείμενο του Δημήτρη Ν. Μαρωνίτη, «Ο αντίκτυπος του αλβανικού έπους στην ποίησή μας» Ο ΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΠΟΙΗΤΗ, στο «ΟΡΟΙ ΤΟΥ ΛΥΡΙΣΜΟΎ ΣΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ» εκδ. Κέδρος 1980.  
Τα αποσπάσματα του ποιήματος τα ερανίστηκα από το περιοδικό ΤΕΤΡΑΔΙΟ τόμος α τετράδια 1-3/1945 έκδοση Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο-Αθήνα 1981. Γιαυτό έχουν αρίθμηση και όχι γράμματα. Στο ίδιο τεύχος του περιοδικού σε ανατύπωση του ΕΛΙΑ, ο Ελύτης μεταφράζει ποιήματα του γάλλου ποιητή Paul Eluard, «Ζωγραφισμένα λόγια» που είναι αφιερωμένα στον ισπανό ζωγράφο PABLO PICASSO.  Ξεχωρίζει το κείμενο του Νίκου Εγγονόπουλου Πικασσό, το κείμενο του Δημήτρη Καπετανάκη για τον Ντοστογιέφσκυ, του Κ. Θ. Δημαρά για τη «Βοσκοπούλα».
Το ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ του Μάνου Χαριτάτου, την ίδια χρονιά, στην σειρά Τα Ελληνικά περιοδικά, ανατύπωσε σε μικρότερο μέγεθος τα Τετράδια β 1-3/1947.  Στο τεύχος αυτό διαβάζουμε τα ποιήματα από τη σειρά «Η ΚΑΛΩΣΥΝΗ ΣΤΙΣ ΛΥΚΟΠΟΡΙΕΣ», σ.3-14. Επτά ενότητες ποιημάτων:
«Ποίηση άγουρο νεράντζι μου
Κάτω από τους καταρράχτες του ήλιου
Ιριδίζοντας
Ένα μεσημέρι σ’ άφησα
      Η καρδιά μου ακόμα γαλανή
Απ’ το τρέξιμο στην άμμο και τον έρωτα
Έτρεμε
Αλλά τα πουλιά στο ρέμμα τ’ ουρανού
Έβλεπαν κιόλας ν’ ανεβαίνει ένα ακέφαλο άλογο
Χύνοντας απ’ τον αδειανό λαιμό του μαύρα φύκια…..
       Επιβοηθητικά, αντέγραψα και το κείμενο της κριτικής από τον ΙΠΠΟΚΑΜΠΟ.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, 27/10/2018
Πειραιάς 27 Οκτωβρίου 2018
ΥΓ. Και μια πληροφορία, είχα σκεφτεί να αντιγράψω ένα κομμάτι από το «Ημερολόγιο» του δικτάτορα πρωθυπουργού που είπε το ΟΧΙ μαζί με τον ελληνικό λαό. Και αυτό φαίνεται από τα γραφόμενά του. Αντί αυτού για όσους αγαπούν την ελληνική Ιστορία και μάλιστα την πρόσφατη, των γονιών μας, αν θέλουν, να αγοράσουν-κοστίζει λίγα μόνο ευρώ- τα απομνημονεύματα του Γεωργίου Τσολάκογλου, εκδόσεις HISTORIA 2017. Ανεξάρτητα τι πιστεύουμε για την κατοχική αυτή κυβέρνηση-ασφαλώς στεκόμαστε αρνητικά απέναντί της-αξίζει να διαβάσουμε και την δική τους άποψη. Τι τον ώθησε δηλαδή, ποια κριτήρια τον έκαναν ενώ η ελληνική κυβέρνηση είχε διαφύγει στο εξωτερικό, ένας έλληνας στρατιωτικός να συνεργαστεί με τους κατακτητές και να σχηματίσει την κυβέρνηση των δοσίλογων. Παρουσιάζει ενδιαφέρον τα διάφορα πρόσωπα και οι επιστολές που στέλνει. Η Ιστορία δεν γράφεται μόνο από την μία πλευρά, ούτε πρέπει να ακούγεται μόνο η μία πλευρά, οφείλουμε-και μάλιστα μετά την παρέλευση τόσων δεκαετιών, που εμείς οι νεότεροι νεοέλληνες δεν είδαμε ούτε πόλεμο, ούτε κατοχή, ούτε λοιμό, ούτε φυλακίσεις, εξορίες, σκοτωμούς, να διαβάζουμε και την από εκεί πλευρά. Τουλάχιστον εγώ, δεν είχα ξαναδιαβάσει απομνημονεύματα δοσίλογων ελλήνων πολιτικών. Είναι ίσως δύσκολο να κατανοήσουμε τα κίνητρα. Αξίζει όμως να διαβαστεί και η δική του πλευρά, αν μη τι άλλο, για να εδραιώσουμε περισσότερο την απέχθειά μας στον ναζισμό και τον φασισμό. Πάντως αρκετές πολιτικές προσωπικότητες της εποχής από όλο το πολιτικό φάσμα εξέφρασαν την γνώμη τους για την κυβέρνηση αυτή των συνεργατών. Τα ονόματα είναι πολλά και σημαντικά.