Ο
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ
ΙΣΤΟΡΙΑ
Του ΙΩΑΝΝΟΥ Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Καθηγητού Πανεπιστημίου- Ακαδημαϊκού
Προέδρου Φιλολογικού Συλλόγου
«Παρνασσός»
Ανατύπωσις
εκ του περιοδικού «ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ», ΤΟΜ. ΚΑ΄ ΑΡΙΘΜΟΣ 1. Αθήνα 1979, σελ. 16,
διαστάσεις 17Χ 24. (καρφίτσα) ευρώ 14
Το κείμενο είναι Ομιλία
του Προέδρου του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» την 8ην Δεκεμβρίου
για τα 2300 χρόνια από το θάνατο του Αριστοτέλη.
Συμπληρώνονται φέτος 2300 χρόνια από
τον θάνατο του Αριστοτέλους, του μεγιστάνος της Φιλοσοφίας. Ο Φιλολογικός
Σύλλογος «Παρνασσός» έρχεται απόψε να τιμήσει με την πανηγυρική αυτή συνεδρία
τη μνήμη του μεγάλου φιλοσόφου.
Δύο λαμπρά γεγονότα πνευματικά έγιναν
κατά το περασμένο θέρος για να τιμήσουν το Σταγειρίτη. Το πρώτο είναι το
Συμπόσιο που οργάνωσε η U.N.E.S.C.O. εις την έδραν της, όπου και είχα την τιμή να συμμετάσχω ενεργώς, το
δεύτερον είναι το Παγκόσμιον Συνέδριον του Αριστοτέλους, που οργάνωσε το
Υπουργείο του Πολιτισμού και των Επιστημών στη Θεσσαλονίκη. Και τα δύο αυτά
γεγονότα ήσαν, όπως είπα, λαμπρότατα και επιτυχέστατα. Και είς το Παρίσι
εδοξάσθη ο Αριστοτέλης και εις την ιδιαιτέρα του πατρίδα, τη Μακεδονία.
Οι Έλληνες έχομε όχι μόνο το χρέος,
αλλά και το δικαίωμα να τιμούμε τον Αριστοτέλη. Το χρέος, επειδή ο Αριστοτέλης
ήταν Έλληνας φιλόσοφος και επειδή και εμείς είμεθα Έλληνες και ομιλούμε την
ίδια γλώσσα, που ομιλούσε ο Αριστοτέλης, επειδή η ελληνική γλώσσα είναι μία και
αδιαίρετη από την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα. Οι αλλοιώσεις της μορφής της
γλώσσας δεν μεταβάλλουν τον βασικό της χαρακτήρα. Το δικαίωμα όμως να εορτάσωμε
τον Αριστοτέλη, και να τον τιμήσωμε, το αντλούμε από ένα μοναδικό ιστορικό
γεγονός, ότι καθ’ όλους τους είκοσι και τρείς αιώνες από τον θάνατο του
Αριστοτέλους, οι Έλληνες εσπούδαζαν και εσχολίαζαν τον Αριστοτέλη.
Αμέσως μετά τον θάνατο του φιλοσόφου
άρχισεν ο σχολιασμός των έργων του και είναι γνωστά τα μεγάλα συγγράμματα της
Αλεξανδρινής γραμματείας, όπου άνδρες περισπούδαστοι σχολιάζουν και ερμηνεύουν
τον Αριστοτέλη. Όγκος συγγραμμάτων προέκυψε κατά την εποχή αυτή. Αναφέρω μόνο
δύο λαμπρά ονόματα, το όνομα του Αλεξάνδρου Αφροδισιέως και το όνομα του
Ιωάννου του Φιλοπόνου.
Μετά την εποχή αυτή, κατά την
βυζαντινή εποχή, ο Αριστοτέλης ήταν μόνιμο και σταθερό αντικείμενο μελέτης των
βυζαντινών. Αλλά και κατά την σκοτεινήν περίοδο της Τουρκοκρατίας, οι Έλληνες,
είτε εις τα μοναστήρια, είτε εις άλλους τόπους, εμελετούσαν τον Αριστοτέλη.
Ελησμόνησα να αναφέρω τους ευλαβείς μοναχούς, οι οποίοι δίχως καμμιά
μισαλλοδοξία επί αιώνες αντέγραφαν τα κείμενα των δύο μεγάλων Πατέρων της
φιλοσοφίας, του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους. Κατά την Τουρκοκρατία, δεν
έπαψαν οι Έλληνες να ασχολούνται με τον Αριστοτέλη. Κατά την περίοδο αυτή όμως
ο Αριστοτέλης εισήχθη από τους Έλληνες λαϊκούς ζωγράφους στους νάρθηκες των
εκκλησιών, μαζί με τον Πλάτωνα και αργότερα εισήχθη και εις τον κυρίως ναό. Το
γεγονός τούτο βέβαια δηλώνει ποιός ήτο ο θαυμασμός και η λατρεία προς τον
Αριστοτέλη και το διδάσκαλό του τον Πλάτωνα. Γι’ αυτό είπα ότι το δικαίωμα να
τιμήσωμε τον Αριστοτέλη οι σημερινοί Έλληνες το αντλούμε από αυτό το
καταπληκτικό γεγονός.
Ο Αριστοτέλης, όταν εισήλθεν εις την
Ακαδημίαν ως έφηβος, ήτο δεκαεννέα ετών. Κατήλθε από τα Στάγιρα εις την Αθήνα
και εισήλθε μαζί με πολλούς νέους άλλους, οι οποίοι έρχονταν από τα διάφορα
σημεία της Ελλάδος για να εισαχθούν στην Ακαδημία. (Έχομε μιά περιγραφή από τον
Μ. Βασίλειον περί του κλίματος της Ακαδημίας και γενικά περί της πόλεως των
Αθηνών. Είναι βέβαια η ιστορία αυτή πολύ μεταγενέστερη, αλλά δίδει μιά εικόνα
της Ακαδημίας και της πόλεως των Αθηνών, ως της πόλεως της πανεπιστημιακής.
Αξίζει να διαβάση κανείς τα όσα γράφει ο Μέγας Βασίλειος. Όμως ο καιρός εδώ δε
μας το επιτρέπει.)
Όταν ο Αριστοτέλης εισήλθεν εις την
Ακαδημίαν, ο Πλάτων ήτο εξήντα ενός ετών, δηλαδή εις την ακμήν της ζωής του.
Την εποχήν εκείνην είχε γράψει και δημοσιεύσει τον «Φαίδρο», το ποιητικώτατο
και κριτικώτατο αυτό έργο και πολύ πιθανόν είχε τελειώσει τη συγγραφή του
«Θεαιτήτου», χωρίς ο «Θεαίτητος» να είχε ακόμη εκδοθή. Ο Αριστοτέλης είναι
βέβαιον ότι θα διάβασε με μεγάλη λαχτάρα τον «Φαίδρο», και θα ήταν σε θέση να
εκτιμήση την ποιητική μεγαλοφυϊα του δασκάλου, πολύ περισσότερο όταν θα
εδιάβασε, με πολλή μεγάλη συλλογή το δεύτερο και κριτικό μέρος του «Φαίδρου»,
το οποίον ανταποκρίνεται στην κριτική του διάθεση. Το έργο όμως, το οποίο θα
τον ενθουσίασε περισσότερο είναι ο «Θεαίτητος», ένα από τα κατ’ εξοχήν κριτικά
έργα του Πλάτωνος.
Όντας ακόμη μέσα στην Ακαδημία ο
Αριστοτέλης άρχισε να συγγράφη και τα συγγράμματά του αυτά ήσαν διάλογοι κατά
το πρότυπο των διαλόγων του διδασκάλου. Όμως οι διάλογοι αυτοί απλώς παρενέβαλλαν πρόσωπα να ομιλούν
δίχως να έχουν τη δραματικότητα και την πλαστικότητα των πλατωνικών διαλόγων.
Έχουμε ορισμένα αποσπάσματα από αυτούς τους διαλόγους και δυνάμεθα να κρίνωμε
το ύφος το συγγραφικό του Αριστοτέλους. Βεβαίως δεν πρέπει να παραλείψωμε να
ειπούμε ότι οι τελευταίοι διάλογοι του Πλάτωνος έχουν τον ίδιο χαρακτήρα. Ο
Αριστοτέλης ακολούθησε τους τελευταίους αυτούς διαλόγους, όπου κατ’ ουσίαν ο
λόγος είναι συνεχής και τυπικώς μόνο διακόπτεται για να αλλάξη το πρόσωπο που
ομιλεί. Τα πρώτα αυτά συγγράμματα του Αριστοτέλους συζητούν μεγάλα θέματα της
φιλοσοφίας, όπως αυτό τούτο το θέμα της φιλοσοφίας. Υπάρχει διάλογος «Περί
Φιλοσοφίας» και για άλλα μεγάλα φιλοσοφικά θέματα.
Αν ήταν τώρα επιγραμματικώς να χαρακτηρίσωμε
το μέγεθος της συμβολής του Αριστοτέλους εις την φιλοσοφίαν, πρέπει να πούμε
ότι αυτό, που ο Πλάτων είς τον διάλογόν του «Σοφιστής» εχαρακτήρισε
«γιγαντομαχία περί της ουσίας», ο Αριστοτέλης το έφερε είς πέρας. Είς τον
«Σοφιστήν» ο Πλάτων εκθέτει την φιλοσοφία και τη συμβολή των προδρόμων του,
κυρίως των λεγομένων προσωκρατικών και εκεί αξιολογούν ακριβώς το έργον των
προσωκρατικών φιλοσόφων, των γιγάντων αυτών και μεγάλων δημιουργών, ωνόμασε την
όλη αυτή προσπάθεια, «γιγαντομαχία περί της ουσίας». Όμως η εποχή κατά την
οποίαν εγράφη ο «Σοφιστής» ήταν η κατ’ εξοχήν κριτική εποχή του Πλάτωνος- ο
Πλάτων εις τον «Σοφιστή» ασκεί αυτοκριτική- και εκεί προσθέτει ότι όλοι αυτοί
οι πρόδρομοι, όλοι αυτοί οι μεγάλοι άνδρες μας είπαν ένα μύθο περί της ουσίας,
ωσάν εμείς να είμεθα παιδιά. Έχει, λοιπόν, αυτή την αυτοσυνειδησία ο Πλάτων,
ότι ο ίδιος έχει προχωρήσει πάρα πολύ πέρα από το σημείο όπου είχαν φθάσει οι
πρόδρομοί του, τόσον ώστε να χαρακτηρίση την όλη προσωκρατική φιλοσοφία ως ένα
μύθο.
Οπωσδήποτε η γιγαντομαχία περί της
ουσίας εφαρμόζεται πρώτα στον ίδιο τον Πλάτωνα και αυτός έκαμε γιγαντομαχία
περί της ουσίας. Αυτήν ακριβώς τη γιγαντομαχία περί της ουσίας, περί του τί
εστίν, περί του τί υπάρχει, περί του τί είναι το όν, ο Αριστοτέλης την έφερε
για τον αρχαίο κόσμο στο τέλος.
Στα λογικά του συγγράμματα έγινε ο
θεμελιωτής της Λογικής. Και πρώτα-πρώτα εξεχώρισε ο Αριστοτέλης τις τρείς
βασικές λειτουργίες του λογικού του ανθρώπου.
Οι τρείς αυτές βασικές, λογικές λειτουργίες είναι η έννοια, η κρίσις και
ο συλλογισμός. Αυτά είναι τα τρία λογικά κατορθώματα του ανθρώπου. Η έννοια
είναι προϋπόθεσις της κρίσεως και η κρίσις είναι προϋπόθεσις του συλλογισμού. Η
έννοια έχει γενικό νόημα. Όπως το νόημα της κρίσεως είναι γενικό, έτσι και το
νόημα του συλλογισμού είναι γενικό, γιατί ο συλλογισμός δεν είναι τίποτε άλλο
παρά σχέσεις κρίσεων.
Είς τα «Μετά τα Φυσικά», το μέγα έργο
του Αριστοτέλους, έλαβε την ονομασία του
από μία τυχαία κατάταξη, που έκαμε ο Ανδρόνικος ο Ρόδιος κατά την έκδοση των
συγγραμμάτων του Αριστοτέλους. Το έργο τούτο, το οποίο από τον Αριστοτέλη
ονομάζεται «Πρώτη Φιλοσοφία» ή «Θεολογία», στην κατάταξη, που έκαμε ο
Ανδρόνικος, το ετοποθέτησε έπειτα από τα «Φυσικά» και έγραψε στην επικεφαλίδα
της περγαμηνής τα «Μετά Φυσικά» και από κει, από την τυχαία και ολωσδιόλου
συμπτωματική ονομασία προέκυψε και ο όρος Μεταφυσική. Ο Αριστοτέλης, στο έργο
αυτό, το οποίον, όπως είπα, χαρακτηρίζει ως την «Πρώτη Φιλοσοφία» ή «Θεολογία»,
αναπτύσσει το σύνολο των οντολογικών εννοιών. Είναι, δηλαδή εδώ, ο θεμελιωτής
της οντολογίας. Συνάμα καταλήγει στην έννοια του Θεού, την οποίαν όμως θα
εξηγήσω αργότερα.
Εις τα Ηθικά συγγράμματά του, και
ιδίως εις τα «Ηθικά Νικομάχεια» ο Αριστοτέλης λαξεύει τα αγάλματα όλων των
ηθικών αξιών, όλων των αρετών του ανθρώπου, του ελεύθερου ανθρώπου και κατά ένα
απίθανο τρόπο λαξεύει το άγαλμα της αρετής, που λέγεται φιλία. Τα κεφάλαια περί
φιλίας είναι τα ωραιότερα που έχουν ποτέ γραφτή από άνθρωπο.
Εις τα «Πολιτικά» ο Αριστοτέλης
ακολουθών τον Πλάτωνα προσπάθησε να εύρη και να ορίση ποιά είναι η ουσία της
πολιτείας, συνάμα δε τί είναι οι νόσοι της πολιτείας, ποιες είναι οι ασθένειες
της πολιτείας. Ο Πλάτων ομιλεί εις την «Πολιτείαν» του για τη νοσούντα και
φλεγμαίνουσα πολιτεία και επέμενε σ’ αυτή
τη νοσούσα και φλεγμαίνουσα πολιτεία- και αυτή βέβαια είναι η Αθηναίων
πολιτεία, στην εποχή, που έγραφε ο Πλάτων το έργο αυτό.
Και ο Αριστοτέλης, λέγω, κατά το
υπόδειγμα του Πλάτωνος, μας έδωσε κρυστάλλινη έννοια περί του τί είναι
πολιτική, τί είναι πολιτικόν όν και πολιτικόν ζώον. Ο άνθρωπος είναι πολιτικόν
όν. Είναι η πρώτη φορά μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητος, όπου ορίζεται ο
άνθρωπος ως πολιτικόν όν. Είναι η πρώτη φορά δηλαδή στην Ελλάδα, που υπάρχει η
έννοια του πολίτη. Σ’ όλους τους περασμένους πολιτισμούς δεν υπάρχει η έννοια του πολίτη.
Υπάρχει η γνώμη, η οποία έρχεται από
μακρυά, τον τελευταίο αιώνα του Βυζαντίου, ότι ο Αριστοτέλης διαφέρει τόσον
πολύ από τον Πλάτωνα, ώστε είναι μιά ολωσδιόλου διαφορετική νοοτροπία και ένας
ολωσδιόλου διαφορετικός τρόπος του φιλοσοφικώς σκέπτεσθαι. Αυτή η γνώμη είναι
μία πλάνη, η οποία επεκράτησε τότε. Όμως, όποιος γνωρίζει τον Αριστοτέλη και
τον Πλάτωνα διαπιστώνει ότι ο Αριστοτέλης παρέλαβε όλες τις έννοιες του
Πλάτωνος. Το σύνολο των εννοιών, που διετύπωσε και επεξειργάσθη ο Πλάτων,
παρέλαβε ο Αριστοτέλης και το συγχώνευσε μέσα στο σύστημά του. Υπάρχει όμως ένα
σημείο εις το οποίο διαφέρει ριζικώς ο Αριστοτέλης από τον Πλάτωνα και αυτό το
σημείο είναι του πώς ορίζει την ουσία ο Πλάτων. Για τον Πλάτωνα ουσία είναι
κάτι το νοητό. Από τα μαθηματικά, τα οποία είναι νοητά, μπορούμε να
ευκολυνθούμε, και από αυτά μπορούμε να καταλάβωμε ευκολώτερα πώς εννοεί ο
Πλάτων την ιδέα ως κάτι το νοητό. Η ιδέα είναι υπεραισθητή, η ιδέα είναι μόνο
νοητή και αυτή είναι η ουσία των πραγμάτων και αυτή είναι η ουσία της γνώσεως.
Αντίθετα ο Αριστοτέλης λέγει ότι η ουσία είναι το τόδε τί, το συγκεκριμένο,
δεδομένο αντικείμενο. Φέρνω ένα παράδειγμα, το οποίο και ο ίδιος λέγει: ο
Σωκράτης ως παρουσία είναι η ουσία. Το ότι ο Σωκράτης είναι φιλόσοφος, το ότι
είναι αθηναίος πολίτης, ότι είναι ξυπόλητος και ούτω καθ’ εξής, αυτά δεν είναι
ουσία, αλλά τα συμβεβηκότα της ουσίας, δηλ. παρεπόμενα της ουσίας, συνυπάρχουν
με την ουσία, χωρίς να είναι ουσία. Περί το τόδε τί λοιπόν, περιστρέφεται όλη η
περί ουσίας θεωρία του Αριστοτέλους. Αυτό είναι το σημείον, όπου χωρίζεται από
το δάσκαλό του.
Όμως και εδώ υπάρχει η συγγένεια,
υπάρχει κάτι που ανήκει στον Πλάτωνα και δεν μπορούσε κι ο Αριστοτέλης να το
παρίδη. Όταν ο Αριστοτέλης αναλύη τον
όρο της ουσίας, και θα δούμε παρακάτω κατά ποίον τρόπον τον αναλύει, τον
αναλύει στην ύλη, στη μορφή και στην ενέργεια. Η μορφή, η οποία ακριβώς όπως
λέγει και ο Αριστοτέλης, είναι το τιμιώτερον, η μορφή είναι ακριβώς το
κατάλοιπο της πλατωνικής ιδέας. Η πλατωνική ιδέα στον Αριστοτέλη ενώνεται με την
ύλη και ονομάζεται μορφή, εις δε το ζωικό κόσμο ονομάζεται από τον Αριστοτέλη
εντελέχεια. Είναι ένας όρος, που έφτιαξε ο ίδιος ο Αριστοτέλης και ο οποίος
επεκράτησε μέχρι σήμερα στη γλώσσα όλων των φιλοσοφούντων. Εντελέχεια είναι
αυτό που έχει το σκοπό μέσα του. Ένα φυτό ή ένα ζώο ή ο άνθρωπος ως σώμα και ως
ψυχή, έχει το σκοπό μέσα του. Η εντελέχεια είναι ακριβώς εκείνη, η οποία
διαμορφώνει το όλον. Η ψυχή κατά τον Αριστοτέλη είναι μία εντελέχεια. Η πλέον
πολύτιμη εντελέχεια. Έτσι το υπόλοιπο αυτό της πλατωνικής ιδέας αποτελεί βασικό
στοιχείο της φιλοσοφίας του Αριστοτέλους.
Υπάρχει και ένα άλλο σημείο με το
οποίο χωρίζεται ο Αριστοτέλης από τον Πλάτωνα και το σημείο αυτό είναι η έννοια
περί θεού. Κατά τον Πλάτωνα ο θεός είναι δημιουργός εις τον «Τίμαιον», όπου ο
Πλάτων ομιλεί μυθικώς περί θεού, γιατί την έννοια του θεού εις την «Πολιτείαν»
του την έχει ήδη ορίσει ως την ιδέαν του αγαθού, η οποία δεν είναι προσιτή
σχεδόν ούτε στο νου του ανθρώπου. Τόσο επέκεινα τοποθετείται η ιδέα του θεού.
Είς τον «Τίμαιον» όμως, όπου ο λόγος είναι μυθικός ο Πλάτων εισάγει την έννοια
του δημιουργού. Δημιουργός εδώ δεν είναι ό,τι είναι στους Ιουδαίους, αλλά είναι
ό,τι είναι ένας τεχνίτης, ένας μάστορης. Δημιουργοί ελέγοντο οι ξυλουργοί, οι
χαλυβουργοί, οι κεραμουργοί, οι σιδηρουργοί. Από τη ζωή λοιπόν επήρε ο Πλάτων
τον όρον, όπως και όλους σχεδόν τους όρους. Γα να αναφέρω άλλον ένα, τον όρο
ουσία. Και αυτόν επήρε από την καθημερινή ζωή. Ουσία στην καθημερινή ζωή
εσήμαινε την περιουσία και κυρίως την
κτηματική περιουσία, η οποία ήτο σταθερά. Γι’ αυτό εδιάλεξε τον όρο ουσία,
γιατί κατ’ αυτόν ουσία είναι το πιο σταθερό πράγμα. Και πήρε τον όρο από την
άμεση χρήση της ζωής. Ο θεός λοιπόν του Πλάτωνος είναι ένας πλαστουργός μιάς
ύλης που προϋπάρχει, που δεν την δημιουργεί ο ίδιος. Έτσι περιγράφει το
δημιουργό του στον «Τίμαιο» ο Πλάτων.
Ο θεός τώρα, κατά τον Αριστοτέλη,
είναι το πρώτον κινούν όμως το ίδιο είναι ακίνητο. Και χαρακτηρίζεται ως νόησις
νοήσεως. Ο θεός, δηλαδή, θεωρεί λογικώς τον εαυτό του και αναπαύεται εις τον
εαυτόν του. Είναι ακίνητος ουσία και όμως κινεί τον κόσμον. Πώς τον κινεί;
Εμμέσως. Και εισάγει εδώ ένα παράδειγμα πλατωνικό. Λέγει: ο θεός κινεί τον
κόσμο, όπως ο ερωμένος κινεί τον εραστή, όπως ο αγαπώμενος κινεί αυτόν που τον
αγαπά. Έτσι λοιπόν ο θεός κινεί τον κόσμον εμμέσως κι ο κόσμος-κι εδώ είναι
όλος ο πλατωνικός έρως- με την κίνηση αυτή τείνει ολοένα προς τα πάνω. Αυτή
είναι η δεύτερη βασική διαφορά που υπάρχει μεταξύ των δύο μεγάλων.
Ο Αριστοτέλης στην γιγαντομαχία περί
της ουσίας επενόησε τρία συστήματα εννοιών για να ορίση την ουσία. Πρώτον το
σύστημα των κατηγοριών, των λογικών προσδιορισμών, όπως θα ελέγαμε σήμερα. Οι
κατηγορίες είναι κατά τον Αριστοτέλη δέκα. Είναι πρώτη η ουσία. Τα άλλα όλα
είναι συμβεβηκότα της ουσίας. Δηλαδή ποιά; Το ποσόν, το ποιόν, η σχέσις, ο
τόπος, ο χρόνος, η θέσις, το έχειν, το ποιείν και το πάσχειν. Αυτά είναι
συμβεβηκότα της ουσίας, δεν είναι ουσία. Απλώς συνυπάρχουν, υπάρχουν επειδή
υπάρχει η ουσία.
Το δεύτερο σύστημα εννοιών που
επενόησε είναι το σύστημα των στοιχείων,
τα οποία ανέφερα πρίν. Δηλαδή, η ύλη, η μορφή και η ενέργεια. Το τρίτο σύστημα
που επενόησε για να ορίση πάντοτε την ουσία είναι το σύστημα των τεσσάρων
αιτιών. Είναι η υλική αιτία, είναι η αιτία η τυπική, δηλαδή η μορφή είναι η
κινούσα αιτία και τέλος είναι το ού ένεκα, η τελική αιτία, ο σκοπός.
Έχομε λοιπόν εδώ ένα σύμπλεγμα εννοιών
για να ορισθή τί είναι ουσία από τον Αριστοτέλη και πρέπει να ειπούμε ότι αυτό
είναι μία συμβολή πράγματι σταθερά μέσα στη Φιλοσοφία, γιατί όλες αυτές οι
έννοιες είναι σήμερα όχι μόνον στο στόμα των φιλοσόφων και των επιστημόνων,
αλλά και στο στόμα των ανθρώπων της καθημερινής ζωής κι αυτό είναι το σημαντικό
του Αριστοτέλους, ότι ακριβώς εδημιούργησε τα συστήματα αυτά των εννοιών με τα
οποία εργάζεται ως σήμερα ο μορφωμένος κόσμος.
Τώρα μπορούμε να ειπούμε και πρέπει να
το ειπούμε, διότι έτσι είναι, ο Αριστοτέλης αποτελεί το όριον του αρχαίου
κλασσικού κόσμου. Ο κλασσικός κόσμος, η κλασσική εποχή, το κλασσικό πνεύμα
τερματίζεται με τον Αριστοτέλη. Τί είναι το κλασσικό; Το κλασσικό είναι εκείνο
που έχει απόλυτη ισορροπία, όπου όλες οι δυνάμεις μέσα του συμμετέχουν
συμμετρικώς και καμμία δεν καταδυναστεύεται από την άλλη. Το κλασσικό είναι το
αρμονικό, είναι αυτό, που δεν γέρνει ούτε προς τα έξω, ούτε προς τα μέσα, αυτό
που αναπαύεται εις τον εαυτό του.
Το μετακλασσικό, για να αποσαφηνίσωμε
τα πράγματα τελείως, είναι ακριβώς εκείνο που έχει χάσει πλέον την αυτάρκειά
του, που γέρνει είτε προς τα έξω, είτε προς τα μέσα. Τα σχόλια είναι
μετακλασσικά. Μετά τον Αριστοτέλη αρχίζουν τα σχόλια. Αρχίζουν τα υπομνήματα.
Και εδώ βέβαια είμεθα στον μετακλασσικό κόσμο. Το μετακλασσικό καθώς και η
μετακλασσική εποχή έχουν βέβαια ωρισμένα γνωρίσματα. Είπα ότι η εποχή αυτή έχει
χάσει την αυτάρκειά της. Και η εποχή και τα έργα της αρχίζουν και χάνουν την
ισορροπία τους, δεν έχουν πλέον την αυτοβεβαιότητα εκείνη του κλασσικού ό,τι κι
αν είναι, είτε άνθρωπος, είτε πόλεις, είτε έργο αντικειμενικό είναι, είτε είναι
γλυπτό, είτε είναι οικοδόμημα. Όλα αυτά τα μετακλασσικά έχουν ακριβώς αυτό το
γνώρισμα’ ότι δεν ισορροπούν απόλυτα με τον εαυτό τους.
Την εποχή ακριβώς αυτή με την παρουσία
του Φιλίππου αρχίζει η διάλυση της αρχαίας πόλεως, η οποία ήταν το
αριστούργημα, το καλλιτέχνημα της κλασσικής εποχής. Η διάλυση αυτή του
κλασσικού επεκτείνεται με τον Αλέξανδρο. Δεν υπάρχουν κατ’ ουσίαν πολίται, αλλά
υπήκοοι στο κράτος του Φιλίππου ή στο κράτος του Αλεξάνδρου.
Εδώ πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τί
σημαίνει αυτή η διάλυση του κλασσικού. Λαμβάνω παράδειγμα τον Παρθενώνα, ο
οποίος ακριβώς παριστάνει την Αθηναίων Πολιτεία όταν αυτή ευρίσκετο στην
απόλυτο αυτάρκειά της και ακμή της. Οι κίονες του Παρθενώνα σημαίνουν τους
πολίτες, οι οποίοι βαστάζουν τη στέγη της πόλεως, και το βάρος, που δέχεται ο
καθένας είναι το ίδιο, είναι ισονομημένο. Ο Παρθενών, λοιπόν, είναι το σύμβολο
του κλασσικού και το σύμβολο της αρχαίας Αθήνας.
Η μετακλασσική εποχή εκδηλώνεται σε
όλους τους τομείς του πνεύματος με διαφόρους τρόπους. Στη φιλοσοφία, που μας
ενδιαφέρει περισσότερο, έχομε τη σειρά των αιρέσεων. Δεν έχομε μεγαλόπνοα φιλοσοφικά
συστήματα, αλλά έχομε αιρέσεις. Όλα τα μετά τον Αριστοτέλη φιλοσοφικά συστήματα
είναι δυνατόν να χαρακτηρισθούν ως αιρέσεις.
Το προνόμιο των δύο μεγάλων πατέρων
της ελληνικής φιλοσοφίας, του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους είναι ότι τα
συστήματα εννοιών πού εξεπόνησαν και διετύπωσαν κατά την ιστορική διαδρομή
απετέλεσαν ένα οπλοστάσιο για να διατυπώσουν αργότερα οι δύο θρησκείες το Ισλάμ
και η Χριστιανική την κοσμοθεωρία τους. Οι δύο αυτοί φιλόσοφοι δεν ήταν δυνατόν
να φαντασθούν ποτέ στην παλιά Αθήνα ότι τα διδάγματά τους θα είχαν αυτή τη
χρήση.
Ο Πλάτων είναι εκείνος με τις έννοιες
της φιλοσοφίας του οποίου εργάστηκε περισσότερο η εκκλησία, ο πρώτος
χριστιανισμός, για να διατυπώση το δόγμα του. Είναι τόσο στενή η μεγάλη
επίδρασις του Πλάτωνος για τη διατύπωση του δόγματος, ώστε οι έννοιες της
πλατωνικής φιλοσοφίας φθάνουν μέχρι της θείας ευχαριστίας. Η έννοια της
κοινωνίας είναι πλατωνική. Κοινωνεί ο άνθρωπος των εννοιών, ο νους κοινωνεί των
εννοιών και ούτω καθ’ εξής.
Ο Αριστοτέλης εξ άλλου επέδρασε στο
Ισλάμ, όταν τούτο επετίθετο με την γνωστή σφοδρότητα και αγριότητα κατά του
Βυζαντίου, όταν ο ωργανωμένος πλέον στρατός της ερήμου πολεμούσε με τον
φανατισμόν τον θρησκευτικό και με την πεποίθηση ότι όσο περισσότερους απίστους
φονεύει, τόσον βεβαιότατα θα πάη στον Παράδεισο.
Αυτή, λέγω, τη σφοδρότητα και την
αγριότητα του Ισλάμ κατά του Βυζαντίου τη γνωρίζομε. Εκείνο όμως που δεν είναι
είς όλους γνωστόν είναι ότι ακριβώς την εποχήν εκείνη ο Αριστοτέλης ευρίσκετο
εις τα νότα των επιτιθεμένων. Σοφοί Άραβες εις την Δαμασκόν εμελετούσαν τον
Αριστοτέλη. Αυτό είναι το παράδοξο της Ιστορίας, ή ένα από τα μεγάλα παράδοξα
της Ιστορίας.
Από τους Άραβες ήλθε ο Αριστοτέλης εις
την Ευρώπη δια της Ισπανίας. Ο άραψ Αριστοτέλης, ο Αριστοτέλης μεταφρασμένος
στα αραβικά. Τότε εγνώρισαν οι δυτικοί ευρωπαίοι τον Αριστοτέλη, μέσω των
Αράβων της Ισπανίας και αυτόν τον Αριστοτέλη εγνώρισε ο φιλόσοφος της δυτικής
εκκλησίας, ο Θωμάς ο Ακινάτης, ο Doctor Angelicus, όπως τον ονομάζει η καθολική
εκκλησία. Ώστε η πρώτη επικοινωνία των Ευρωπαίων με τον Αριστοτέλη ήταν έμμεση,
διά μέσου των Αράβων. Όμως και η πρώτη επικοινωνία των Ευρωπαίων με τους
Έλληνες γενικώς, όπως λέει ο Νίτσε, ήταν διά μέσου των Ρωμαίων. Ο Νίτσε,
μάλιστα, προσθέτει, ότι η εξέλιξις της Ευρώπης θα ήταν ολωσδιόλου διαφορετική,
αν δεν μεσολαβούσαν οι Ρωμαίοι για να γνωρίσουν οι Ευρωπαίοι τους Έλληνες.
Ως την εποχή εκείνη του Ακινάτη, η
καθολική εκκλησία είχε και ακολουθούσε τα διδάγματα του Ιερού Αυγουστίνου. Ο
Αυγουστίνος όμως είναι νεοπλατωνικός. Καθ’ όλην την εποχήν από τον Αυγουστίνον
μέχρι του Ακινάτου περισσότερον ήταν ο Αυγουστίνος εκείνος, που εθεωρείτο ο
πρώτος πατήρ της λατινικής εκκλησίας. Βέβαια από την εποχή του Θωμά η εύνοια
του Αυγουστίνου υπεχώρησε πολύ εις την δυτική καθολική εκκλησία, διότι ο Θωμάς
έγινε πλέον ο φιλόσοφος της καθολικής εκκλησίας αλλά ως ερμηνευτής του
Αριστοτέλους. Ο Αριστοτέλης, λοιπόν, είναι ο φιλόσοφος της καθολικής Εκκλησίας.
Βέβαια εδώ θα πρέπη να προστεθή κάτι
για να διασκεδασθή μία πλάνη. Η πλάνη είναι να καθίσταται υπεύθυνος ο
Αριστοτέλης για όλη τη σχολαστική φιλοσοφία της Δύσεως. Όλη αυτή η φιλοσοφία
εστηρίζετο φυσικά στις αραβικές μεταφράσεις, οι οποίες δεν ήταν βέβαια
μεταφράσεις αυθεντικές. Σήμερα είμαστε σε θέση να γνωρίζωμε από αραβολόγους ότι
σε πολλά σημεία ο Αριστοτέλης είχε νοθευτή και σ’ αυτόν τον Αριστοτέλη
εστηρίχθη η σχολαστική φιλοσοφία. Δεν είναι λοιπόν του Αριστοτέλους το σφάλμα,
όσον των δημιουργών της σχολαστικής φιλοσοφίας. Αυτή η σχολαστική φιλοσοφία και
η κοσμολογική εικόνα του Αριστοτέλους ήταν γεωκεντρική και εστηρίζετο και στην
Αστρονομία του Πτολεμαίου. Αντίθετα η ηλικοκεντρική εικόνα περί κόσμου είναι
δημιούργημα της Αναγεννήσεως. Πρέπει να δηλωθή ότι κατά την εποχή αυτή
εκακοποιήθη πολύ ο Αριστοτέλης αδίκως.
Οπωσδήποτε η Αναγέννηση έκαμε την
τεράστια αυτή στροφή. Από την γεωκεντρική θεωρία του κόσμου προχώρησε στην
ηλιοκεντρική. Οι άνθρωποι της εποχής εκείνης, που περιγράφουν τα βιώματά τους
έχουν την πεποίθηση ότι συνετρίβη ο κόσμος, ότι έγινε θρύμματα. Βέβαια ο
θρυμματισμός αυτός έγινε σιγά-σιγά και ο πρώτος, ο οποίος δίχως να είναι
θετικός επιστήμων συνετέλεσε σ’ αυτό είναι ένας λατίνος επίσκοπος, ο Nicolaus
Cusanus, ο οποίος είναι από το Κούες του Μόζελ, μία πολίχνη
γερμανική, και ο οποίος τρία χρόνια πρίν από την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως
έζησε εκεί επί δύο χρόνια και εσπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Πόλης φιλοσοφία,
τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, αλλά περισσότερο τον Πλάτωνα. Ο Cusanus είχε σταλή από τον Πάπα για να
συζητήση το θέμα της ενώσεως των εκκλησιών. Βεβαίως έφυγε άπρακτος. Κατά την αναχώρησή
του από την Πόλη, όπως περιγράφει ο ίδιος, ήταν ένα ηλιοβασίλεμα από τα
θαυμάσια εκείνα του Βοσπόρου και εκείνη την ώρα συνέλαβε την πρώτη και βασική
ιδέα του συστήματός του, που στα λατινικά λέγεται Coencidentia Oppositorum, δηλαδή σύμπτωση των αντιθέτων. Κι αυτή
η σύμπτωση των αντιθέτων ήταν για τον Cusanus ο θεός. Ο θεός είναι η σύμπτωση των
αντιθέτων δηλ. η αναίρεση όλων των αντιθέσεων. Ο κόσμος είναι άπειρος, λέγει ο Cusanus, χωρίς να έχη τηλεσκόπιο, όπως το
είπε ο Αναξίμανδρος πρώτος. Αυτή η απειρία του κόσμου είναι το προοίμιο του
θρυμματισμού της μεσαιωνικής εικόνας του κόσμου. Ο Cusanus έγραψε λατινικά και έγραψε διαλόγους
για να δείξει ακριβώς ότι είναι πλατωνικός. Διαλόγους βεβαίως έγραψε και ο Galilei και έγραψε μόνον διαλόγους για να
δείξη ότι είναι και αυτός πλατωνικός. Και ο Kepler δηλώνει ότι είναι πλατωνικός. Η
συντριβή του μεσαιωνικού κόσμου πλέον, η καθολική συντριβή, έγινε από τον Galilei και τον Kepler. Αυτοί ωλοκλήρωσαν τη συντριβή της
μεσαιωνικής, κοσμολογικής θεωρίας.
Μένει να δούμε ακόμη κάτι για να
συμπληρώσωμε αυτή τη γενική εικόνα, που θέλαμε να δώσωμε περί Αριστοτέλους.
Κατά τον τελευταίο αιώνα του Βυζαντίου δημιουργήθηκε ένα χάσμα μεταξύ
πλατωνικών και αριστοτελικών. Καθ’ όλους τους άλλους αιώνας δεν υπήρχε
διάστασις μεταξύ των οπαδών, ή μάλλον όχι των οπαδών αλλά των μελετητών των
αρχαίων φιλοσόφων, των δύο πατέρων της ελληνικής φιλοσοφίας. Αυτόν το διχασμό
τον μετέφεραν οι Έλληνες βυζαντινοί φυγάδες στη Δύση. Η διαμάχη αυτή εξακολουθεί
να υπάρχει και σήμερα πλήν όμως δεν στηρίζεται στην πραγματικότητα.
Εμείς τώρα ως Έλληνες έχομε βεβαίως
αποδείξει, με όσα είπα στην αρχή της ομιλίας μου, ότι καθ’ όλην την ιστορικήν
μα ζωή μελετούσαμε τον Αριστοτέλη και γι’ αυτό δικαιούμεθα να τον εορτάσωμε.
Σήμερα όμως τα χρέη μας είναι πολύ μεγαλύτερα, δηλαδή είναι πολύ μεγαλύτερες οι
απαιτήσεις της ζωής. Σήμερα τα χρέη μας είτε είναι εις τον πνευματικό τομέα,
είτε είναι στον υλικό, είναι σκληρά, πολύ απαιτητικά. Δεν έχουμε λοιπόν παρά
όχι μόνον να συνεχίσωμε, αλλά να εντείνωμε αυτή τη σχέση με τους Πατέρες της
φιλοσοφίας. Και κάτι άλλο ακόμα. Πρέπει συνεχώς να μετράμε τη ζωή μας, να
μετράμε το τί κάνομε έχοντες ως μέτρα, τα μέτρα του Αριστοτέλους και του
Πλάτωνος. Να μετράμε τη ζωή μας μ’ εκείνα τα κλασσικά μέτρα, και κυρίως την
πνευματική και την πολιτική μας ζωή, πρέπει να τη μετράμε με αυτά τα υψηλά
μέτρα.
Τα αρχαία ελληνικά γράμματα, το
προσθέτω αυτό, το οπλοστάσιο αυτό, ακριβώς επειδή η ζωή είναι τόσον σκληρή και
απαιτητική πρέπει να επανέλθουν στα ελληνικά γυμνάσια, από όπου έχουν
απομακρυνθή προ ολίγων ετών.
Λέω κάτι το οποίον ίσως θα αιφνιδιάση
πολλούς, ότι τα απολυτήρια των λυκείων με τα τρία χρόνια κλασσικής παιδείας δεν
θα γίνωνται δεκτά από τα πανεπιστήμια της Δυτικής Ευρώπης, όπου η κλασσική
παιδεία είτε ελληνική, είτε λατινική διαρκεί έξι χρόνια. Δεν πρέπει, λοιπόν, να
συμβή αυτό το πράγμα, ούτε πρέπει να πάμε στην Κοινή Αγορά δίχως τα ελληνικά
μας.
ΙΩΑΝΝΗΣ Ν.
ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Διευκρινιστικά
Διαβάζοντας ο σύγχρονος έλληνας ίσως
και ξένος αναγνώστης του 2026 της Φιλοσοφίας, τα βιβλία και τις μελέτες του
Έλληνα Πλατωνιστή Φιλοσόφου Ιωάννου Ν. Θεοδωρακόπουλου, δίχως ενθουσιαστική
υπερβολή θα σημειώναμε, ότι θα αισθανθεί σαν νεαρό σχολιαρόπαιδο που έρχεται
για πρώτη φορά σε επαφή με τα Πλατωνικά και Αριστοτελικά έργα της Αρχαίας
Ελληνικής Γραμματείας. Κοινωνεί με τρόπο άμεσο, σαφή και κατανοητό με τα
σπουδαιότερα πνευματικά επιτεύγματα που γέννησε η ανθρώπινη σκέψη στον δυτικό
κόσμο και διαμόρφωσε το πολιτιστικό του πρόσωπο. Διαβάζει τα ερευνητικά σχόλια,
τις μεστές παρατηρήσεις, τις εύστοχες φιλοσοφικές επισημάνσεις και σύγχρονες
προεκτάσεις ενός Πλατωνιστή επιστήμονα και φιλόσοφου οραματιστή, ιδεολόγου (με
την ευρεία έννοια) παθιασμένου με το Ελληνικό Πνεύμα και την Ελληνικότητα στην
διαχρονία της μέσα στην Ιστορία, ο ποίος περισσότερο μάλλον έθετε ερωτήματα
παρά αποφαίνονταν με απολυτότητες και δογματικά παιδαγωγικής αγωγής «μανιφέστα»
προς σωφρονισμό των μαθητών και ακροατών του. Πολυμαθέστατος ο Ιωάννης Ν.
Θεοδωρακόπουλος, συγκροτημένος νους και ισχυρή πολυδιάστατη συνθετική σκέψη,
δεν περιορίστηκε μόνο στην Πλατωνική Γραμματεία, το έργο του Νεοπλατωνιστή
Πλωτίνου, αλλά και στα όμορα φιλοσοφικά πεδία της Ευρωπαϊκής Δυτικής διανόησης
και Ευρωπαϊκών συγγραμμάτων Φιλοσόφων και Στοχαστών, Επιστημόνων που έλκυαν την
καταγωγή τους, διαμορφώθηκε ο πνευματικός τους χαρακτήρας, στοχασμός και οι
ιδέες περί Ζωής, Σύμπαντος, Φύσης, Θεού, Ανθρώπου, Μεταφυσικής και Λογικής από
την Πλατωνική, την Νεοπλατωνική και την Αριστοτελική σκέψη και διδασκαλία. Ο σύγχρονος
στίχος ενός ελληνικού τραγουδιού, «Παιδιά του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη…»
αντιπροσωπεύει όχι μόνο την Ελληνική Πολιτιστική παράδοση αλλά και του
Ευρωπαϊκού Πολιτισμού και των επιτευγμάτων του. Επικουρικά θα υποστηρίζαμε την
θέση μας με την συνέντευξη της Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ στο Κανάλι της Βουλής
όπου η τιμημένη και φημισμένη ελληνίδα ιστορικός ανέφερε ότι σε ερώτησή της σε
γάλλο πανεπιστημιακό αν σκόπευε να επισκεφτεί και να γνωρίσει την Ελλάδα από
κοντά, εκείνος της απάντησε: «Μα, γιατί να την επισκεφτώ αφού η χώρα σας εδώ
και δύο χιλιάδες χρόνια είναι παρούσα μέσα στην δική μας ιστορία και πολιτισμό,
και φυσικά τα γράμματα.». Ένα ακόμα υποστηρικτικό παράδειγμα της τεράστιας
διαχρονικής συμβολής της Πλατωνικής Σκέψης και του Κόσμου των Ιδεών για τις
οποίες μας μίλησε ο Πλάτωνας και οι κατοπινοί μαθητές της Ακαδημίας του είναι
το τηλεοπτικό επιμορφωτικό ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε σε δύο επεισόδια στην
ΕΡΤ-3 το οποίο μέσω της Α.Ι. Τεχνικής Νοημοσύνης μας έδειξε την Συνομιλία και
απολογία Ζωής-αποτίμησης, δύο Οικουμενικών Διδασκάλων, του Έλληνα ΣΩΚΡΑΤΗ και
του Κινέζου ΚΟΥΜΦΟΥΚΙΟΥ. Κάτι που μας φανερώνει την παρουσία του Αρχαίου
Ελληνικού Πνεύματος μέχρι των ημερών μας και την γονιμοποίηση της Δυτικής και
Παγκόσμιας Ανθρωπιστικής Σκέψης και Διανόησης. Με την εξέταση και τον σχολιασμό
του Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου των Πλατωνικών και άλλων αρχαίων Φιλοσοφικών
Κειμένων, ο παλαιός διδάσκαλος δεν αποκαλύπτει μόνο το πνεύμα του αρχαίου
αθηναίου φιλοσόφου, του Πλάτωνα, του Πλωτίνου, του Αριστοτέλη (την ξακουστή
ελληνική τριανδρία), αλλά και την εύρωστη «πολυμηχανία» και ευρύτητα του δικού
του νου, της πλούσιας φαντασίας, της χαρισματικής συλλογιστικής του και των
προεκτάσεων των συλλήψεών του. Ας μην λησμονούμε ότι ο Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος
ασχολήθηκε και με την Χριστιανική Εκκλησιαστική Γραμματεία, και τον ενστερνισμό
της Πλατωνικής και Αριστοτελικής Σκέψης από τους Ορθόδοξους και Καθολικούς
Εκκλησιαστικούς Πατέρες και Συγγραφείς, όπως ο Ιερός Αυγουστίνος, ο Άγιος Θωμάς
ο Ακινάτης, σπουδαστές του αρχαίου ελληνικού προχριστιανικού πνεύματος στην
οργάνωση και εδραίωση της Χριστιανικής Θεολογίας και Φιλοσοφίας. Ας θυμηθούμε
και την περίπτωση του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και την πνευματική κίνηση της
Θεσσαλονίκης. Την διαμάχη μεταξύ Πλατωνιστών και Αριστοτελιστών με τα γνωστά
ιστορικά, πολιτικά και θεολογικά αποτελέσματα. Εδώ αξίζει νομίζω να αναφέρουμε
το γεγονός ότι σε μία δύσκολη πολιτικά και κοινωνικά περίοδο της πατρίδας,
φωτισμένα και καλλιεργημένα άτομα του χώρου της ελληνικής ελλαδικής εκκλησίας
και του εκδοτικού της οίκου, εξέδωσαν στην σειρά Νούμερο 18 της «Βιβλιοθήκης
Αποστολικής Διακονίας» τα «Χριστιανικά και Φιλοσοφικά Μελετήματα», Αθήνα 1949,
σελίδες 147, τιμή 20 ευρώ, του Ακαδημαϊκού και Πανεπιστημιακού. Το κιτρινισμένο
από τον χρόνο βιβλίο με τα φύλλα που θρυμματίζονται περιλαμβάνει 5 Μελετήματά
του. [Ο άνθρωπος και το επάγγελμά του. –Ο Χριστιανισμός ως ταπείνωσις.- Ο
χριστιανός φιλόσοφος της υπάρξεως Κιρκεγκάαρντ.- Περί ψυχής και- Ο ιερός
Αυγουστίνος]. Κείμενα που δηλώνουν την πεποίθηση του Θεοδωρακόπουλου της
συνέχειας του Ελληνισμού και του Πλατωνισμού μέσω του χριστιανικού καθολικού ή
ορθόδοξου πνεύματος και στοχασμού. Και μας δείχνει ότι η Ελληνικότητα στην
ιστορική της διαδρομή γνώριζε να συνδιαλέγεται, να διαμορφώνει και να
διαμορφώνεται άλλοτε με ευκολία άλλοτε με δυσκολία. Μπορεί η Πλατωνική Μεταφυσική και ο Κόσμος
των Ιδεών, μπορεί η Αριστοτελική διδασκαλία και φιλοσοφία να μην «κουμπώνει» με
την χριστιανική κοσμοθεώρηση και αρχή του σύμπαντος, κοσμολογίας, από μία Θεϊκή
Αρχή, όλοι όμως αναγνώρισαν μέσα στο χρόνο τόσο οι πιστοί ακόλουθοι της
Χριστιανικής διδασκαλίας και της αποδοχής ως Θεϊκής Αλήθειας στο πρόσωπο και
την αποστολή του Χριστού, και εκείνοι που αρνούνται την θεϊκή του ιδιότητα-
«του Υιού του Ανθρώπου» ότι οι πρώτοι θεμελιωτές της δογματικής χριστιανικής
διδασκαλίας, οι τρείς Ιεράρχες υπήρξαν σπουδαστές στην Ακαδημία των Αθηνών,
φοίτησαν κοντά σε Πλατωνιστές και Νεοπλατωνιστές διδασκάλους και υιοθέτησαν
στην οργάνωση δική τους απολογητική διδασκαλία πολλές από τις ιδέες και τις αρχές,
φιλοσοφικές έννοιες των Αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων των Προσωκρατικών και των
Μετά Σωκρατικών και των άλλων Φιλοσοφικών Ρευμάτων που επικρατούσαν εκείνους
τους Αιώνες. Το Ελληνικό Πνεύμα δεν περιορίζεται ούτε από τους μεν ούτε από
τους δε ρέει σύμφωνα με την του Ηρακλείτου διδασκαλία. Τα κείμενα της
«Αποστολικής Διακονίας» προηγήθηκαν του τόμου που κυκλοφόρησε ο Θεοδωρακόπουλος
με τίτλο «Φιλοσοφία και Ζωή» Μικρά Φιλοσοφικά Κείμενα που κυκλοφόρησαν το 1967.
Ο ογκωδέστατος τόμος των 528 σελίδων περιλαμβάνει ένα πανόραμα παλαιότερων και
νεότερων εργασιών του που μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα το πνεύμα του
και την φιλοσοφία του. Από την «Θέση του Ελληνισμού εις τον σύγχρονον κόσμον»,
την σχέση του «Ελληνισμού και Χριστιανισμού», το «Νόημα της Ελληνικής Ελευθερίας»
έως την «Πίστις και λογική», «Φιλοσοφία και Θρησκεία» «Τέχνη και κάλλος», την
«Φιλοσοφία του Καρτεσίου», το δοκίμιο για τον «Ντάντε Αλιγκέρι», το «Η κλασική
φιλολογία και ο Νίτσε» μέχρι το δημοσίευμά του για το «Πανεπιστήμιο της
Θεσσαλονίκης», την «υποδοχή του Ρώσου αστροναύτου Γκαγκάριν» και «Μνημόσυνος
λόγος εις τον Τζών Κέννεντυ». Τα 29 παλαιά αυτά δημοσιεύματα και τις άλλες του
εργασίες στην Σχολή της Μαγούλας της Σπάρτης, «Ο ΠΛΗΘΩΝ» που ίδρυσε και
διεύθυνε μέχρι τον θάνατό του, δείχνουν έναν έλληνα φιλόσοφο ο οποίος δεν ήταν
αποκομμένος από τα προβλήματα της εποχής του, αποτραβηγμένος στο φιλοσοφικό
κελί του όπως ο «Φάουστ» και θεωρούσε την πραγματικότητα γύρω του, αντίθετα
μάλιστα ήταν ενεργός σαν πολίτης και σαν ακαδημαϊκός δάσκαλος και παιδαγωγός. Πρωταγωνιστικός όπως του αναγνωρίστηκε ο ρόλος
του Ι.Ν.Θ. στην διαμόρφωση της ελληνικής σύγχρονης φιλοσοφικής σκέψης και των
ειδικών επιστημονικών ορολογιών της που καθιερώθηκαν και έγινε αποδεκτό το
Λεξιλόγιό του που καθιέρωσε από την ελληνική φιλοσοφική κοινότητα και του αποδόθηκε
από ευρωπαίους πανεπιστημιακούς καθηγητές της εποχής του από τα πρώιμα ακόμα
στάδια των σπουδών του στην Χαιδελβέργη όταν ήταν σχεδόν έφηβος. Η ενηλικίωσή
του έγινε μέσα σε αίθουσες ανήλιαγες της φιλοσοφικής διδασκαλίας και έρευνας.
Πολλές φορές μας διαφεύγει η βιολογική ηλικία του απαράμιλλου Πλατωνιστή και
προσεκτικού ερευνητή, όταν διατύπωσε στα πρώτα του βιβλία στην γερμανική γλώσσα
γραμμένα τις θέσεις και απόψεις του, στην διαμόρφωση όχι μόνο του ελληνικού
γλωσσικού του ύφους αλλά και της γερμανικής γλώσσας που την χειρίζονταν ισάξια
με την μητρική. Οι Γερμανομαθείς φιλόσοφοι έλληνες θα μπορούσαν να μας πουν
περισσότερα για το τι κόμισε ο έλληνας φοιτητής στην Γερμανική εκφραστική.
Παρόμοια θέση θα εκφράζαμε και για τους άλλους δύο πνευματικούς συναθλητές του
που σπούδαζαν την ίδια περίοδο στην «Ρομαντική πόλη» όπως θεωρούσαν την
Χαϊδελβέργη και το αρχαίο Πανεπιστήμιό της. Τον Κωνσταντίνο Τσάτσο και τον
Παναγιώτη Κανελλόπουλο, πολιτικούς της σύγχρονης ιστορίας.
Ο τιμημένος
διεθνώς Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος μετέφρασε εύστοχα-στην εποχή του-τα
Πλατωνικά Φιλοσοφικά έργα σε μία γλώσσα στρωτή, εύληπτη, καθαρή και αντιληπτή
στον καθένα μας, στους μη ειδικούς. Το
ύφος του ως συγγραφέα δεν είναι καθόλου μα καθόλου σκοτεινό, όπως ίσως θα
ανέμεναν οι αμύητοι και μη σταθεροί αναγνώστες, δεν είναι φιλοσοφικά
δυσκολοχώνευτο, φορτωμένο με έννοιες ακατανόητες, απόμακρες, ξένες από τον
καθημερινό του ανθρώπου βίο, ή μία χρήση λέξεων που δεν αντιλαμβανόμαστε την
βαρύτητα και την σημασία τους. Η γλωσσική εκφραστική του διασώζει παλαιά και
νεότερα στοιχεία της ελληνικής, ακόμα και η καθαρεύουσά του δεν μας ξενίζει
παρά την άσχημη εντύπωση που έχουμε από τα σχολικά μας χρόνια και την σύνδεσή
της με το επτάχρονο δικτατορικό καθεστώς ή την εθνικόφρονα κηρυγματική διδαχή
αρκετών ιερωμένων της εποχής. Ο Ι. Ν. Θ.
δεν διδάσκει απλά Πλατωνική Φιλοσοφία αλλά Παιδαγωγεί. Δεν γράφει ούτε εξετάζει
όλα τα Αριστοτελικά παραδείγματος χάριν έργα-που είναι αρκετές εκατοντάδες, 146
συγγράμματα για άλλους 400 που μας διασώθηκαν μόνο το 1/5. Παρ’ ότι τα
προϋποθέτει η επιστημονική και φιλοσοφική του επάρκεια. Εξάλλου, στο παρόν
ανάτυπο έχουμε μία «Ομιλία» του ως προέδρου του «Παρνασσού» μέσα σε ορισμένα
χρονικά όρια. Έστω και σταχυολογικά μας δίνει την διαδρομή του Αριστοτελικού
πνεύματος μέσα στην Ιστορία και την αποδοχή του. Το αν Εμείς οι σύγχρονοι
Έλληνες αφήσαμε να σκονιστούν τα έργα και η διδασκαλία των μέγιστων αυτών
Ελλήνων Φιλοσόφων, μέσα στα πανεπιστημιακά σπουδαστήρια και τις διδακτορικές
διατριβές φοιτητών και φοιτητριών και όχι όσο γίνεται να εντάξουμε τα διδάγματά
τους μέσα στην πολύβουη καθημερινότητά μας είναι άλλου ερμηνευτή και μεταφραστή
«ευαγγέλιο». Παρότι διαθέτουμε εξαιρετικούς σύγχρονες έλληνες στοχαστές και
σχολιαστές των Πλατωνικών και Αριστοτελικών Έργων. Βλέπε παραδείγματος χάριν
την έκδοση της εφημερίδας «Η Καθημερινή» 2014, του Βασίλη Κάλφα, «Ο Αριστοτέλης
πίσω από τον Φιλόσοφο», ή του Κοσμά Ψυχοπαίδη, «Ο Φιλόσοφος, ο Πολιτικός και ο
Τύραννος» Για την πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη, εκδόσεις Πόλις 1999, ή την
έκδοση «Αριστοτέλης, Περί Ψυχής» σε εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Ι. Σ.
Χριστοδούλου, εκδ. Ζήτρος 1998, την μετάφραση της «Πολιτικής Σκέψης του
Αριστοτέλη» του Wolfgang Kullmann, από τον Α. Ρεγκάκο, έκδοση του
ΜΙΕΤ, Αθήνα 1996, το «Αριστοτέλη» του μαρξιστή φιλόσοφου Β. Φ. Άσμους, σε
μετάφραση Αννίκας Χαραλαμπίδου από τον Κέδρο, Αθήνα 1978 για να περιοριστούμε
σε ενδεικτικούς τίτλους δίχως να αναφερόμαστε στο έργο του «Αθηναίων Πολιτεία»,
την «Ρητορική» του και την «Ποιητική» του ή τα «Ηθικά Νικομάχειά» του. Είναι
αστείο και σαν ιδέα να θέλαμε να συντάξουμε έναν ελληνικό και διεθνή κατάλογο
μελετημάτων και βιβλίων που κυκλοφόρησαν και συνεχίζουν να κυκλοφορούν ακόμα
για τους φημισμένους αυτούς Έλληνες δασκάλους. Ακόμα και μία βιβλιογραφία των
μεταφρασμένων έργων τους όπως του Αριστοτέλη από τα Αραβικά, στα Λατινικά και
μετά στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές γλώσσες από την ύστερη αρχαιότητα, τους
βυζαντινούς αντιγραφείς και τους καθολικούς φιλοσόφους της Δύσης, θα απέβαινε
μάταια.
Ας το επαναλάβουμε κουραστικά στο
παρόν σημείωμά μας, η Πλατωνική Φιλοσοφία και η Φιλοσοφία και Λογική του
Αριστοτέλους διαμόρφωσε την Δυτική Σκέψη, και αυτό είναι κάτι το
αδιαπραγμάτευτο. Γονιμοποίησε τον Δυτικό τρόπο του σκέπτεσθαι και διαμόρφωσε το
πολιτιστικό πρόσωπο του Δυτικού ανθρώπου όχι μόνο στους χώρους της Φιλοσοφίας.
Ματαιοπόνησαν όσοι μέσα στην διάρκεια του χρόνου της ανθρώπινης Ιστορίας επιχείρησαν
να αποκαθηλώσουν τα διδάγματα και τις αρχές των δύο δασκάλων μαθητών του
Σωκράτους των Πλατωνικών επιγόνων της «Πλατωνικής Ακαδημίας» και του «Λυκείου»
του Αριστοτέλους. Παιδαρέλι 18 ετών ήταν ο Σταγειρίτης φιλόσοφος, γιός του
Μακεδόνα ιατρού Νικόμαχου, γεννήθηκε το 384 π.Χ. όταν ήρθε στην Αθήνα να
φοιτήσει στην «Πλατωνική Ακαδημία» και διέμεινε για μία εικοσαετία. Ο δάσκαλός
του Πλάτων ήταν ήδη 60 χρονών και είχε δώσει τα πρώιμα έργα του. Ο Σταγειρίτης δάσκαλος
του Μεγάλου Αλεξάνδρου δέχθηκε στην πιο κρίσιμη ηλικία της ζωής του την
Πλατωνική διδασκαλία, της αφοσιώθηκε αλλά και αρνήθηκε τον Κόσμο των Ιδεών του
δασκάλου του Πλάτωνα μετά τον θάνατό του. Μετά την κυριαρχία του Μεγάλου
Αλεξάνδρου επί των Ελληνικών Πόλεων, και την διαφοροποίησή του από τους
διαδόχους της «Πλατωνικής Ακαδημίας» ο Αριστοτέλης, ο πατέρας της «Λογικής»
ίδρυσε την δική του «Περιπατητική Σχολή» το «Λύκειο» στο οποίο δίδαξε και
έγραψε τα έργα του, ενώ παράλληλα, συγκέντρωσε από τις διάφορες Βιβλιοθήκες της
Εποχής του από διάφορες περιοχές τα σπουδαιότερα συγγράμματα της Αρχαίας
Ελληνικής Σοφίας και Γραμματείας. Ο Αριστοτέλης υπήρξε τόσο πολυμαθέστατος και
με διορατική σκέψη ώστε μπορούμε να πούμε με σχετική βεβαιότητα ότι οι γνώσεις
του δε περιορίζονταν μόνο στο περίγραμμα του Κόσμου που έζησε και δίδαξε αλλά
και πολλών ζητημάτων της εποχής μας, παρά τις κάπως ακατέργαστες από κοινωνικής
απόψεως απόψεις του για την γυναίκα, το παιδί και τον φυσικό κόσμο. Η λέξη
«Εντελέχεια» όπως και άλλες είναι δικό του εφεύρημα που ισχύουν ακόμα και
σήμερα. Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου ή αντί Μακεδονική Αθηναϊκή
μερίδα ετοιμάζονταν να στραφεί εναντίον του, (παρότι από το 367 π.Χ. ήταν
εγκατεστημένος στο Κλεινόν Άστυ, θεωρείτο σύμφωνα με την Αθηναϊκή νομοθεσία
μέτοικος) κατηγορώντας τον για ασέβεια ενάντια των Θεών, όπως πίστευαν ότι
έγραψε σε κάποιο ποίημά του στον Ερμεία, φοβούμενος μην έχει την τύχη του
Αθηναίου δασκάλου Σωκράτη καταφεύγει, αυτοεξορίζεται σε νησί του Αιγαίου και
κατόπιν στην Χαλκίδα της Εύβοιας όπου πεθαίνει σε ηλικία μόλις 63 ετών. Το
«Λύκειο» που είχε ανοίξει από το 335 π.Χ. το κληροδότησε στον μαθητή του
Θεόφραστο μαζί με τα συγγράμματά του, τα χειρόγραφά του, τις σημειώσεις του και
την πλούσια Βιβλιοθήκη του, που ορισμένοι από τους σχολιαστές του την θεωρούν
κάπως ισάξιας της «Αλεξανδρινής» φυσικά σε άλλα αριθμητικά μεγέθη. «Τα χειρόγραφα περιλάμβαναν τις πλήρεις
σημειώσεις του στα μαθήματα, που δεν τις είχε προετοιμάσει για δημοσίευση, τα
ονομαζόμενα κάποτε «ακροαστικά έργα» δηλαδή παρακολουθώ ένα μάθημα. Δεν
γνωρίζουμε ακριβώς την σειρά και την σύνθεση των χειρογράφων του, μια και ότι
ξέρουμε είναι από παλαιότερες κυκλοφορούσες εργασίες του, γιαυτό και έχουμε
σχετικές παρανοήσεις σε τίτλους έργων του. Ενδέχεται ο γιό του Νικόμαχος και ο
συνεργάτης του στο Λύκειο, Εύδημος από την Ρόδο, να έβαλαν σε μία τάξη τα
χειρόγραφά του τα οποία κρύφτηκαν σε ένα κελάρι για να διασωθούν από τους
αναζητητές παλαιών χειρογράφων και βιβλιοσυλλογείς των βασιλιάδων της
Περγάμου». Με την Ρωμαϊκή κατοχή του Σύλλα, φορτώθηκαν σε πλοίο και
μεταφέρθηκαν στην Ρώμη, μετά τον Μιθριδατικό Πόλεμο του 89-89 π.Χ. Από την
πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τα Αριστοτελικά χειρόγραφα- έργα-
μεταφράστηκαν στα Λατινικά, και ταξινομήθηκαν από τον επικεφαλής του Λυκείου
στην Αθήνα Ανδρόνικο τον Ρόδιο. Αυτή η έκδοση είναι η βάση όλων των
μεταγενέστερων επανεκδόσεων των Αριστοτελικών Έργων στις διάφορες γλώσσες. Σύμφωνα
με το «Εγχειρίδιο Κλασικών Σπουδών» του M. C. Hohwatson, των εκδόσεων Αδερφών Κυριακίδη,
1996, σ. 104 τα έργα του Αριστοτέλη μπορούν να χωριστούν σε τρείς τάξεις: 1. Τα
πρώιμα λαϊκά φιλοσοφικά έργα, κυρίως σε διαλογική μορφή, που τα δημοσίεψε ο
ίδιος ο Αριστοτέλης και τώρα έχουν χαθεί εκτός από αποσπάσματα που διατηρήθηκαν
σε αναφορές μεταγενέστερων συγγραφέων. 2. Ευρείες συλλογές ιστορικών και
επιστημονικών γεγονότων, που τις πραγματοποίησε ο Αριστοτέλης μερικές φορές σε
συνεργασία με άλλους και τώρα στο μεγαλύτερο μέρος χαμένες. 3. Φιλοσοφικά και
επιστημονικά έργα που πολλά τους υπάρχουν ακόμη. Ακόμα από τους καταλόγους των
υπαρχόντων έργων έχουμε τις πραγματείες του που διασώθηκαν και ταξινομήθηκαν σε
1. Για τη Λογική, μία ομάδα που την αποκάλεσαν Όργανον. 2. Για την Μεταφυσική,
ένα μείγμα από πραγματείες και σημειώσεις μαθημάτων διαφόρων περιόδων που τα
συναρμολόγησε ο Ανδρόνικος ο Ρόδιος. 3.
Για την Φυσική Επιστήμη (Βιολογία, Φυσική κλπ.). 4. Τα Ηθικά και τα Πολιτικά.
5. Αυτά που διαπραγματεύονται την Ρητορική και την Ποιητική. Αυτές είναι σε
γενικές γραμμές οι κατηγορίες των τίτλων των Αριστοτελικών πραγματειών που μα
κληροδότησε ο φιλόσοφος Αριστοτέλης ο θεμελιωτής της Λογικής και της Έρευνας,
του Επιστημονικού Πειραματισμού και της εξήγησης στηριζόμενης στην ανθρώπινη
Λογική και τις μεθόδους της. Από τον 8ο αιώνα ανιχνεύουμε επιδράσεις
της Αριστοτελικής Λογικής πρώτα στους Άραβες, από αυτούς πέρασε η Αριστοτελική
Σκέψη στην Ισπανία και κατόπιν από Λατινικές μεταφράσεις το Αριστοτελικό Πνεύμα
στην υπόλοιπη Μεσαιωνική και της Αναγέννησης Ευρώπη. Όπου με την στήριξη του
Αλβέρτου του Μεγάλου και του πασίγνωστου δυτικού Θεολόγου του Σχολαστικισμού
και του συστήματος του, του Αγίου Θωμά του Ακινάτη σαν «αντιπαράθεση» με την
του Ιερού Αυγουστίνου Θεολογία, έγιναν το οικοδόμημα μιάς χριστιανικής
φιλοσοφίας που στην ουσία της είναι η συγχώνευση της Θεολογίας με τον
Αριστοτελισμό που υφίστανται μέχρι των ημερών μας και ασπαζόμενη ακολουθείται
από την πλειοψηφία των Καθολικών χριστιανών.
Ο Θεόφραστος
κατάγονταν από την Ερεσό της Λέσβου και γεννήθηκε περίπου στα 370 με 287 π.Χ.
ήταν μαθητής και φίλος του Αριστοτέλη και διάδοχός του ως επικεφαλής της
Περιπατητικής Σχολής της Φιλοσοφίας στην Αθήνα. Έγραψε αρκετά έργα που χάθηκαν,
έγινε γνωστός με το έργο του «Χαρακτήρες». Δημοφιλές τον 17ο και 18
αιώνα κυρίως στην Γαλλία. Ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς ήταν φιλόσοφος του 3ου
αιώνα μ.Χ. και ανήκε στην ομάδα της «Περιπατητικής Σχολής» θεωρείται ένας απ
τους καλύτερου ερμηνευτές του Αριστοτέλη. Τα υπομνήματά του πάνω στα
Αριστοτελικά κείμενα διακρίνονται για την φιλοσοφική τους ακρίβεια την λογική
ερμηνεία των Αριστοτελικών διδασκαλιών. Πολλοί υπομνηματισμοί του χάθηκαν, ενώ
τις απόψεις του ασπάστηκαν και οι ακόλουθοι του Νεοπλατωνισμού όπως και ο ίδιος
ο αρχηγός τους ο Πλωτίνος. Ο Ιωάννης Φιλόπονος ήταν φιλόσοφος του 5ου
με 6ου αιώνα από την Αλεξάνδρεια. Στα πρώτα του βήματα υπήρξε
Νεοπλατωνιστής φιλόσοφος μαθητής του Αμμώνιου. Στα μεταγενέστερα χρόνια
ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό και έγινε επίσκοπος στην πολυεθνική και πλουραλιστική
θρησκευτικά Αλεξάνδρεια. Είναι από τους πρώτους αν όχι ο πρώτος που
χρησιμοποίησε το φιλοσοφικό σύστημα του Αριστοτέλη για να υπερασπισθεί την
χριστιανική διδασκαλία. Έγραψε ανάμεσα στα άλλα και μία πραγματεία για τον
προσδιορισμό της εορτής του Πάσχα, ενώ ήταν γνωστός και για τις εργασίες του
πάνω στην γλωσσική προσωδία, τις ομώνυμες και συνώνυμες λέξεις κλπ. Ο
Νεοπλατωνισμός και ο αρχηγός και θεμελιωτής του ο Πλωτίνος υπήρξε από τα
επιδραστικότερα πνευματικά και φιλοσοφικά και θεολογικά κινήματα του αρχαίου
των Εθνικών Κόσμου και πολιτιστικής παράδοσης μετά τα διδάγματα και τα
προτάγματα της Πλατωνικής διδασκαλίας και θεωριών σύλληψης του Κόσμου μας. Η
φιλοσοφικών προδιαγραφών Θεολογία του Ενός Ανωτάτου όντος του μετά Πλατωνικού
Πλωτίνου επηρέασε μεγάλες ομάδες μορφωμένων Ελλήνων και όχι μόνο για αρκετούς
αιώνες τόσο στην Ανατολή όσο και στην Δύση. Οι διασωθέντες ‘Εννεάδες» του και
οι κατηγορίες τους, διαβάζονται ακόμα και στις μέρες μας διατηρώντας ένα μέρος,
μία θεολογική όψη των Εθνικών Ελλήνων, του Παγανιστικού Αρχαίου Κόσμου ζωντανή.
Για όσους τέλος πάντων δεν ομνύουν στην δογματική μεταφυσική απολυτότητα του
χριστιανισμού είτε της δυτικής είτε της ανατολικής εκκλησίας. Τις θεωρητικές
διδασκαλίες του Πλατωνισμού αναζωπύρωσε τον 11ο αιώνα ο βυζαντινός
χρονογράφος Μιχαήλ Ψελλός και έγιναν κτήμα πολλών Ουμανιστών της
Αναγέννησης. Όσον αφορά την απάντηση από
την άλλη πλευρά του Ορθόδοξου Ελληνισμού στο Θεολογικό σύστημα και στον
Φιλοσοφικό Θεό που εισήγαγε μέσα στην Ιστορία ο Πλωτίνος, αλλά και οι
προπάτορές του Θείος Πλάτωνας και Αριστοτέλης και αν υφίσταται Θεολογικό
πρόβλημα βλέπε το συλλογικό έργο «Ο Θεός της Βίβλου και ο Θεός των Φιλοσόφων»
σε επιμέλεια του Σταύρου Ζουμπουλάκη, εκδόσεις Άρτος Ζωής, Αθήνα 2012. Ιδιαίτερα
τις ανακοινώσεις της πρώτης Συνεδρίας. –Παύλος Καλλιγάς, Θεός και θεολογία στο έργο
του Πλάτωνα. –Βασίλη Κάλφα, Είναι αναγκαίος ο Θεός στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη.
–Ελένη Περδικούρη, Ο Θεός στον Πλωτίνο: Νούς ή Έν;.
Να υπενθυμίσουμε
και την γνωστή και πολυδιαβασμένη μελέτη
του Πειραιώτη παιδαγωγού Ευάγγελου Παπανούτσου, «Το θρησκευτικό βίωμα στον Πλάτωνα»
που κυκλοφόρησε το 1971 από την Δωδώνη.
Και επειδή, ούτε η Ποίηση ούτε η Φιλοσοφία
μπορεί να μείνει αμέτοχη από τα πολεμικά γεγονότα και το κλίμα των ημερών μας και
τον θάνατο φτωχών αμάχων στο όνομα!!!! Που συνεχίζεται, ο γράφων ζήτησε από το
θλιμμένο και δακρυσμένο Παιδί με το Ταμπούρλο του ποιητή Νίκου Γκάτσου να του
διαβάσει ένα κείμενο. Και ο μικρός ευαίσθητος ποιητής διάλεξε στίχους από το «Έκτο
Ανάγνωσμα» της συλλογής «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη. Το «ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ»
«Χρόνους
πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν.
Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα
που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας
η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από
την πίεση την μεγάλη του ήλιου. Πού πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι
καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση. Και μετά θα μιλήσει, να πεί: εξόριστε Ποιητή,
στον αιώνα σου, λέγε, τί βλέπεις;
-Βλέπω τα έθνη,
άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο.
-Βλέπω τα
πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών.
-Βλέπω τους εμπόρους
να εισπράττουν το κέρδος των δικών τους πτωμάτων.
-Βλέπω την
αλληλουχία των κρυφών νοημάτων…..»
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
Δεκέμβριος 2025- 5 Μαρτίου 2026.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου