Μνήμη αιωνία του Σωτήρη και Ευγένιου Σπαθάρη
Σαν σήμερα πριν δεκαεπτά χρόνια έφυγε από κοντά μας ένας
αληθινός πανέλληνας της φυλής μας, ο Ευγένιος Σπαθάρης (Κηφισιά 2/1/1924-Αθήνα
9/5/2009) γιός του λαϊκού καλλιτέχνη Σωτήρη Σπαθάρη (1892-14/4/1974). Οτιδήποτε
και να γράψει κανείς για αυτόν τον λαϊκό, αυθεντικό, πηγαίο καλλιτέχνη,
πολυτάλαντο Έλληνα Ευγένιο Σπαθάρη-δεύτερη γενιά της φημισμένης οικογένειας των
καλλιτεχνών του Θεάτρου Σκιών, όχι μόνο θα είναι λίγα αλλά θα υπολείπονται της
σημαντικής φυσιογνωμίας του και προσφοράς του στον Ελληνικό Πολιτισμό και την
Ελληνική της λαϊκής μας παράδοσης αυτοσυνειδησία. Έχουν γραφτεί τόσα πολλά –και
δικαίως-και θα γραφτούν και στο μέλλον για αυτόν τον λαϊκό ζωγράφο, τεχνίτη
εξαιρετικής ομορφιάς φιγούρων- σκηνικών, σκηνοθέτη, σκηνογράφο, λαϊκό συγγραφέα
ιστοριών του Θεάτρου Σκιών, τον «φωτισμένο» Ευγένιο Σπαθάρη με την χαρακτηριστική
φωνή και τους βαριούς αξέχαστους χρωματισμούς της, που κουβάλησε στους ώμους
του ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής λαϊκής παράδοσης της πατρίδας μας. «Άααχ!
θα φάμε θα πιούμε και νηστικοί θα κοιμηθούμε» δεν προλάβαινε να
τελειώσει εν είδη συνθήματος τα σημαδιακά αυτά λόγια και γινόταν το σώσε,
παιδικός πανζουρλισμός, σηκωνόμασταν όρθιου και σκάγαμε στα γέλια. Άκουγες τα
παιδικά σφυρίγματα να απλώνονται στην ατμόσφαιρα σαν «πολεμικές» της χαράς ιαχές. Τις παιδικές κραυγές να ξεσπούν αυθόρμητα ενώ τα μικρότερα παιδιά να
τσιρίζουν απορημένα. Δεν είναι εκ των υστέρων αναμνήσεις παιδικών στιγμών και
καταστάσεων αλλά ειλικρίνεια συναισθημάτων, πηγαιότητα εκφράσεων, μνήμες
ανιχνεύσιμες στον χρόνο και στην Πειραϊκή Ιστορία. Δεν συναντούσες συχνά σε
άλλες παιδικές- ομαδικές συνάξεις τέτοιον πανζουρλισμό, ίσως μόνο όταν βλέπαμε
στην κινηματογραφική σκηνή ταινίες με το δίδυμο του Χοντρού- Λιγνού και φυσικά
του Σαρλώ, του Τσάρλι Τσάπλιν. Αλλά και τότε, νομίζω ότι κάπως πρυτάνευε η
λογική του μικρού μας μυαλού, διαισθανόμασταν ότι τα κοινωνικά μηνύματα που
εκπορεύονταν από αυτές τις χιουμοριστικές ταινίες και τις σκηνές τους, τους
χαρακτήρες των φυσιογνωμιών κωμικών-διασκεδαστών όπως αυτή της ταυτότητας του
Σαρλώ σκόπευαν σε άλλα μεγέθη κοινωνικής επεξεργασίας. Εξάλλου, ο Κόσμος του
Θεάτρου Σκιών, η ατμόσφαιρα και η θεματική των έργων του προέρχονταν
αποκλειστικά από την ελληνική αρχαία, μεσαιωνική και σύγχρονη ιστορία. Οι Ήρωες
και οι Ηρωϊδες του Θεάτρου Σκιών είναι αναγνωρίσιμες όπως οι φωτογραφίες των
Ηρώων που κρέμονταν στις σχολικές μας αίθουσες. Ο Καραγκιόζης παρά τις
υπερβολές των αλήτικων δράσεών του, την μπαγαποντιά του, τις αναρχίζουσες ιδέες
του, την φορτική ζητιανιά του, την πονηρή καπατσοσύνη του, την μπαμπεσιά του,
παραμένει στο βάθος ένας αγνός και αθώος χαρακτήρας ενός Έλληνα που δεν ξέρει
πώς να επιβιώσει και να σταθεί μέσα σε ένα της πατρίδας του και των εξωτερικών
δυναστών του περιβάλλον. Είναι ένας "ραγιάς". Ειρωνεύεται ζητώντας δικαιοσύνη, είναι καρπαζοεισπράκτορας
περιμένοντας ελεημοσύνη, ψυχοπονιάρης και ταυτόχρονα βασανιστής του φίλου και
προστάτη του Χατζηαβάτη. Θέλει να τα έχει καλά με τον «πολυχρονεμένο Πασά»
δηλαδή με τους ανθρώπους της εξουσίας και ταυτόχρονα τους την υποσκάπτει. Και
τι δεν σκαρφίζεται για να γελάσει τον θείο του, τον βλάχο τον τσέλιγκα τον
Μπάρμπα Γιώργο και πώς τρέχει να του ξεφύγει να μην τον ξυλίσει με την γκλίτσα
του όταν παίρνει χαμπάρι τι χουνέρι του έστησε ο ανιψιός του. Χαρακτηριστική η
φιγούρα του Πειραιώτη Σταύρακα, βαρύμαγκας και κουτσαβάκης. Ντυμένος πάντα στα
μαύρα, με το μπεγλέρι στο χέρι, το μαύρο καπέλο και το σιδερικό στο ζωνάρι. Ο
τύπος του Σταύρακα είναι εφεύρεση του Καργκιοζοπαίχτη Γιάννη Μώρου που για
χρόνια παρουσίαζε στην Πόλη μας Καραγκιόζη. Είναι «Συριανός» αλλά γέννημα
θρέμμα Πειραιώτης. (βλέπε και αναρτήσεις στα Λ.Π. της 22/3/2014 και 25/4/2015 μεταξύ άλλων). Την φιγούρα του
Μπάρμπα Γιώργου την «δημιούργησε» ο Καραγκιοζοπαίχτης Γιάννης Ρούλιας. Πριν βγει
στο σανίδι ακούγονται απαραίτητα Δημοτικοί σκοποί και κατόπιν βγαίνει ο
φουστανελάς με την γκλίτσα. (για να τις βρέξει στο ζαγάρι τον Καραγκιόζη). Άλλη χαρακτηριστική φιγούρα-αυτή που
καθιέρωσε ο Μόλλας- είναι ο μυταράς και υδροκέφαλος Ομορφονιός με την
χαρακτηριστική φράση που βγαίνει από την μύτη του, το «ουϊτ», ενώ αργά και
συλλαβιστά λέει τα τραγούδια του. Ένας μεγαλομπεμπές που επί τη εμφανίση του
βγάζει γέλιο. Άλλοι Καραγκιοζοπαίχτες δημιούργησαν άλλες φιγούρες όπως ο Μάρκος
Ξάνθου, τον λεβέντη Κρητικό τον καπετάν Μανούσο με τις βράκες. Ο
Καραγκιοζοπαίχτης Μίμαρος πρόσθεσε τον Ζακυνθινό
κόντε σορ Διονύσιο που φορά βελάδα και ψηλό καπέλο και όλο τραγουδά ζακυνθινές
μακρόσυρτες καντάδες. Πόσο έχει μείνει στα σκονισμένα κιτάπια της σκέψης μου ο
«Βίζο λα βίζο λα βίζο» ο Οβριός. Η χορευτική και τραγουδιστική φιγούρα του
Σολομών Δανέλια, είναι εφεύρημα του Γιάννη Πρεβεζάνου. Ο θεόρατος Βεληγκέκας,
το «μπουλντόκ» του Πασά. Το θεόρατο «κατουρημένο» φίδι όπως λέγαμε τον
«καταραμένο Όφι». Το μεγάλο Σεράι του Πασά και απέναντι ακριβώς η ετοιμόρροπη
παράγκα του Καραγκιόζη. Και πολλές άλλες φιγούρες, όπως ο Κατσαντώνης, ο
Αθανάσιος Διάκος, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Αλή Πασάς, ο Νικηταράς και άλλοι
ήρωες της Επανάστασης. Ο Μέγας Αλέξανδρος και η αδερφή του η Γοργόνα. Φιγούρες
που ανάλογα με την ιστορία που μας εξιστορούσε η παράσταση εμφανίζονταν στο
λευκό σεντόνι που κινούσε με χάρη και μαεστρία ο εκάστοτε Καραγκιοζοπαίχτης που
κρύβονταν στην πίσω μεριά, τραγουδώντας και προσθέτοντας λόγια δικά του για να
κάνει ελκυστικότερη την παράσταση που παρακολουθούσαμε με το στόμα ανοιχτό και
γουρλωμένα τα μάτια, όλοι εμείς. Φιγούρες από χαρτόνι ή δέρμα που μετά το τέλος
της παράστασης τρέχαμε να πάμε να δούμε τι κρύβεται πίσω από το σεντόνι, ποιοι
κινούσαν τα νήματα. Ο Καραγκιοζοπαίχτης από την Λειβαδιά Λευτέρης
Κελαρινόπουλος, είχε την έξυπνη ιδέα, να φτιάξει τις «σούστες», τα λεγόμενα
«γυριστάρια», δηλαδή να μπορούνε να κάνουνε μεταβολή και να αλλάζουν κατεύθυνση
οι φιγούρες. Ορισμένες φορές είχαμε παρακολουθήσει παραστάσεις με ζωντανή
Ορχήστρα που έπαιζαν τα όργανα και τραγουδούσαν τραγουδιστές κατά την διάρκεια
της παράστασης και μετά το τέλος της. Αξέχαστες παιδικές στιγμές, αλησμόνητες.
«Τρέξατε Απόψε». «Άλτ εδώ ο Σωτήρης Σπαθάρης» που μας υπενθυμίζει η εικόνα του
εξώφυλλου με τα «απομνημονεύματα» του Σωτήρη Σπαθάρη και η τέχνη του Καραγκιόζη
που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Πέργαμος» το 1960 και επανεκδόθηκε από τις
εκδόσεις «Άγρα» το 1992. Με εισαγωγή του πειραιώτη εικαστικού και σκηνογράφου
Γιάννη Τσαρούχη.
Περιμέναμε με ανυπομονησία να αγοράσουμε τα
μικρά φυλλάδια με τις ιστορίες του Καραγκιόζη, να τις διαβάσουμε μονορούφι, να
τις ανταλλάξουμε με άλλες που είχαν τα φιλαράκια μας. Αγοράζαμε ξύλινες ή
χάρτινες φιγούρες του Θεάτρου Σκιών και στήναμε στα πρόχειρα την δική μας
παράσταση, Θεατές και «Καραγκιοζοπαίχτες» μαζί. Δίχως άλλα σύνεργα, μόνο με ένα
λευκό σεντόνι και λίγο φως από σπαρματσέτα. Αυτοσχεδιάζαμε και λέγαμε τις δικές
μας φανταστικές ιστορίες στους μικρότερους που κοιτάγαμε να τους
εντυπωσιάσουμε.
Στάθηκα τυχερός που από τα παιδικά μου
χρόνια-όπως και οι υπόλοιποι νέοι της Γενιάς μου-παρακολουθήσαμε σε υπαίθριες
μάντρες, κινηματογραφικές αίθουσες, πλατείες και πάρκα, παραστάσεις του
Καραγκιόζη. Το Θέατρο Σκιών υπήρξε τις περασμένες δεκαετίες το κύριο μέσο
ψυχαγωγίας μας, σε εμάς τα φτωχόπαιδα των πειραϊκών συνοικιών, σχολιαρόπαιδα με
το κοντό παντελονάκι, το κουρεμένο γουλί κεφαλάκι με μόνο μία τούφα μπροστά,
ξυπόλυτα «μυξιάρικα», πεινασμένα παιδαρέλια που γυρνάγαμε στους
χωματένιους-τότε- δρόμους της Πόλης, στα σοκάκια και τις γειτονιές πιτσιρικοπαρέες
αναζητώντας άλλα πιτσιρίκια από άλλη γειτονιά για να παίξουμε ή να ανταλλάξουμε
τα παιδικά εικονογραφημένα περιοδικά που διαβάζαμε. Μόνα γλυκίσματά μας ήταν οι
κόκκινες ζαχαρωμένες καραμέλες «τσάρλεστον» και η βρεγμένη φέτα ψωμί με την ζάχαρη. Η
Εικόνα του Πειραιά της δεκαετίας του 1960-1970 ήταν εντελώς διαφορετική από την
σημερινή του όψη με τις θεόρατες πολυκατοικίες και τους «καστρομένους» από μπετόν
ορίζοντες. Έστω και αν κάποια σημεία των συνοικιών του τον θυμίζουν στους
παλαιότερους ακόμα, η φυσιογνωμία του Πειραιά άλλαξε. Πρωτοείδαμε Καραγκιόζη
στον υπαίθριο χώρο της περιοχής του Δηλαβέρη και σε καλοκαιρινά σινεμά του
Πειραιά και των γύρω Δήμων: Νίκαιας, Κορυδαλλού, Νεάπολης, Κερατσινίου,
Περάματος, Δραπετσώνας κλπ. Η φήμη της εξαιρετικής τέχνης του Καραγκιοζοπαίχτη
Ευγένιου Σπαθάρη ήταν περιλάλητη και αγαπητή στις φτωχογειτονιές του Πειραιά
όποτε επισκέπτονταν την Πόλη και τις συνοικίες της. Οι λαϊκές και εργατικές
τάξεις του Πειραιά θεωρούσαν «υποχρέωσή τους» να παρακολουθήσουν παράσταση του
Καραγκιόζη ή να επιτρέψουν στα παιδιά τους να παρευρίσκονται και να
ψυχαγωγηθούν. Εξάλλου, οι μεγαλύτερης ηλικίας Πειραιώτες, άντρες και γυναίκες-
διατηρούσαν ακόμη ζωντανή στην μνήμη τους των στιγμών της ευχάριστης ψυχαγωγίας
τους όταν κατέβαιναν στο Πασαλιμάνι και επισκέπτονταν την Μάντρα του Πειραιώτη
Καραγκιοζοπαίχτη Χαρίδημου που βρίσκονταν στην Ακτή Μουτσοπούλου ή πάλι το
Θέατρο του Χρυσοστομίδη. Το Θέατρο Σκιών υπήρξε από την γέννησή του ένας
αυθεντικός, λαϊκός και πηγαίος άμεσος τρόπος διασκέδασης και ψυχαγωγίας μας, ένας
λαϊκός μύθος ψυχαγωγίας για μικρούς και μεγάλους όταν η ασπρόμαυρη τηλεόραση δεν
είχε ακόμη εισβάλει στα σπίτια των ανθρώπων και κατακτήσει και καταπατήσει τις
ζωές τους. Καθήμενοι χαμαί,- μικροί και μεγάλοι- σε πάγκους ή ψάθινες καρέκλες
παρακολουθούσαμε μαγεμένοι και έκπληκτοι την άσπρη ξύλινη σκηνή μπροστά μας που
φώτιζαν κεριά ή λούξ με υγραέριο, ενώ εμφανίζονταν πίσω από το άσπρο πανί μετά
τον ήχο του κώδωνος αυτές οι χαρακτηριστικές χρωματιστές φιγούρες και πολύχρωμες-
διαφανείς ρεκλάμες παρμένες από την ελληνική σύγχρονη ιστορία, ιδιαίτερα από
την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Πόσα στόματα άγνωστα και χείλη μεγάλων δεν φώναζαν
γύρω μας «Σούουτ!!!», «πάψτε να φωνάζετε, να χοροπηδάτε σαν κατσίκια», τι
σβουριστή ψιλή σφαλιάρα δεν έπεφτε όταν ξεσηκωνόμασταν γεμάτοι χαρά,
ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια (τα χάχανα) με την εμφάνιση του πειναλέου
κατεργαράκου Καραγκιόζη πάνω στο λευκό πανί. Αυτού του παραπονιάρη μπαμπεσάκου,
ανυπόδητου έλληνα με τα μπαλωμένα ρούχα που αναζητούσε δουλειές του ποδαριού
για να ταΐσει την Αγλαΐα την γυναίκα του και τα κολλητήρια ολιγόψαχνα,
κοκαλιάρικα μικρά παιδιά του, που του φώναζαν «μπαμπάκο πεινάμε». Είρωνας,
κατεργάρης, αναρχικός, λαϊκός, πειραχτήρι με χυμώδη έκφραση και άμεσες απαιτήσεις
από τους άλλους. Παράδοξος και ψευτάκος, ηρωικό πνεύμα και κωμωδός των πάντων σκαρφίζονταν τα πάντα για να κάνει την δουλειά του, να πετύχει τον τελικό
σκοπό του, να φάει δίχως να δουλέψει. Οι γραμμές του χαρακτήρα του είναι καθαρές
δεν επιδέχονται διορθώσεις, δεν κρύβουν τα ελαττώματά του αλλά και τις χάρες
του. Συγκινεί εδώ και αιώνες τους Έλληνες γιατί εκφράζει τον χαρακτήρα μας, τις
αρετές και τα «κουσούρια» μας. Τα πάθη και οι πανουργίες του εκφράζουν το δικό μας
λαϊκό ταπέτο. Σκηνοθέτης και σκηνοθετούμενος μαζί. Καραγκιόζης ο Έλληνας όπως έδωσε
το όνομα σε θεατρικό του έργο σύγχρονος έλληνας συγγραφέας.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
9 Μαϊου 2026
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου