Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Καλό κατευόδιο Μάρω Κοντού

 

Το τελευταίο αντίο στην κυρία Ελένη Κοκοβίκου

 Η είδηση που μονοπωλεί τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τις μέρες αυτές στο καλλιτεχνικό στερέωμα, είναι η απώλεια πλήρης ημερών της εξαιρετικής ηθοποιού, πολιτικού και εικαστικού Μάρως Κοντού (21/6/1974- 15/7/2016). Μία από τις σπουδαίες ηθοποιούς του παλαιού καλού με ανθρώπινο πρόσωπο και χαρακτήρα Ελληνικού Κινηματογράφου. Μιάς ανεξάρτητης απελευθερωμένης από διάφορες μικρότητες και ταμπού γυναικείας χειραφετημένης προσωπικότητας, πέρα από ερωτικές αμαρτολογίας απαγορεύσεις της ελληνικής κοινωνίας και των θρησκευτικών ηθών της εποχής της και των ανθρώπων και καλλιτεχνών της γενιάς της. Μάρω Κοντού μία όμορφη, καλλίγραμμη, ντελικάτη ταλαντούχα ελληνίδα ηθοποιός από αυτές που δεν γεννά πλέον ο ελληνικός σύγχρονος κινηματογράφος, και ίσως, να μην αντέχει το «πουριτανικό» πολιτικό και κοινωνικό κλίμα της ελληνικής κοινωνίας. «Ακούρδιστη» και πηγαία ερμηνεύτρια δεν εξαντλήθηκε σε πιασάρικες εμφανίσεις παρά τους «χειροπιαστούς», λαϊκούς ρόλους που ερμήνευσε κατά καιρούς δίπλα σε μεγάλα ονόματα της θεατρικής και κινηματογραφικής σκηνής. Χαρακτηριστική η χροιά της φωνής της, έμειναν στις μνήμες των θεατών συγκεκριμένες ατάκες της ως καθημερινή γυναίκα συμβία ή σύντροφος με την βαρύτητα που γνώριζε να προσθέτει η φωνή της στις σεναριακές ανάγκες και τις καθοδηγήσεις των σκηνοθετών. Διαχειρίστηκε την εικόνα της πέρα από την αντρική εικόνα των ηθοποιών που είχε παρτενέρ αλλά και γυναικών σύμβολα και μυθικών θρύλων, όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Μαίρη Χρονοπούλου κλπ. Θυμάμαι νεότερος, ορισμένες φορές τα περιοδικά της εποχής «μπέρδευαν» στις καλλιτεχνικές τους ειδήσεις τις δύο αυτές πανύψηλες και χαρισματικές ελληνίδες ηθοποιούς που έπαιζαν, ερμήνευαν, χόρευαν, τραγουδούσαν πάνω στο σανίδι. Ραφινάτες ερμηνείες δίχως να χάσουν κάτι από την λαϊκότητά τους. Μπορεί να μην ήταν ανατριχιαστικές οι ερμηνείες της Μάρω Κοντού ήσαν όμως χαρακτηριστικές και ανεπανάληπτες. Εμφανές πάντα το αποτύπωμά της προκαλούσε το σεβασμό και όχι τον ψόγο των συναδέλφων της, είτε εμφανίζονταν στο θέατρο είτε στο σινεμά είτε στην τηλεόραση. Εξέπεμπε μια χαρά και αισιοδοξία ζωής, την νοσταλγία μιάς άλλης εποχής με διαφορετικό κοινωνικό αξιακό σύστημα αναφορών. Δεν υπήρξε μάλλον αυτό που ονομάζουμε «σταρ» και όμως αν δούμε συνολικά και διαχρονικά την αποδοχή της από το κοινό κατά βάθος ήταν δίχως η ίδια να το αποζητήσει.   Έζησε μία ζωή πλήρης, «χορταστική», άμεπτη «σκανδάλων», με σοβαρότητα, αξιοπρέπεια, γαλαντόμα απέναντι στους συναδέρφους της, εμψυχωτική με όσους και όσες συνεργάστηκε στην διάρκεια της καριέρας της πάνω στο θεατρικό σανίδι, την λευκή οθόνη το γυαλί της τηλεόρασης συνεργάτες της. Εκθαμβωτική και κοκέτα παρά τα χρόνια που είχαν περάσει από πάνω της, έβλεπε πάντα με αισιοδοξία το μέλλον. Συνόψισε μία σκηνική καλλιτεχνική παρουσία σε διάφορους ρόλους γυναικεία περσόνα-ανεξάρτητη και χειραφετημένη- που αγαπήθηκε και συγκίνησε το πλατύ κινηματογραφικό λαϊκό κοινό της εποχής της. Αν φέρουμε στο νου μας την εικόνα της «παστρικιάς», αστεφάνωτης γυναίκας που ενσάρκωνε δίπλα στον ηθοποιό κέρβερο Γιώργο Κωνσταντίνου, ως Ελενίτσα Κοκοβίκου με την εξαιρετική επίσης παρουσία της «κακίστρας» του Ελληνικού Κινηματογράφου την Τασώ Καβαδία, έχουμε ένα χαρακτηριστικό ιστορικό και κοινωνικό των ηθών παράδειγμα της παλαιάς ελληνικής κοινωνίας που τα πάντα εξελίσσονται με μικρές ή μεγάλες ταχύτητες και ρυθμούς στην επερχόμενη αστικοποίησή της μέσα στις παλαιές μπουγαδοσκέπαστες ελληνικές αυλές και τα διαρκεί κουσκούς των γειτόνων. Μια άλλη ανάγνωση της «αυλής» κάτω από άλλες κοινωνικές συνιστώσες του έργου του Ιάκωβου Καμπανέλλη, όπως την χαρτογράφησε ο μαγικός φακός του Γιώργου Τζαβέλλα. Η Μάρω Κοντού, όπως φανέρωσε η μέχρι σήμερα πορεία της,- ακόμα και στις συμμετοχές της σε τηλεοπτικές διαφημίσεις- υπηρέτησε με συνέπεια το μαγευτικό παιχνίδι της Τέχνης με την διάφανη ορατότητά της, έβλεπε συνήθως-σαν άτομο και χαρακτήρας- το ποτήρι της ζωής μισογεμάτο παρά μισό άδειο και αυτό μας πρότεινε να πράξουμε και εμείς, να αφήνουμε πίσω μας τις σκοτεινές πλευρές που φέρνει η Μοίρα. Διέθετε μία συγκρατημένη- ίσως διαισθητική-υποκριτική ελαφράδα στις ερμηνείες της δίχως να χάνει κάτι από την σπιρτάδα της, το μπρίο της και την σοβαρότητά της. Πληθωρική ηθοποιός, δεν ήταν κουραστική ή επαναληπτική ως θηλυκό μοτίβο ερμηνείας. Έπαιζε, χόρευε, τραγουδούσε πάνω στη σκηνή, στην μεγάλη οθόνη με αρκετή ευκολία συμπληρώνοντας το ένα της ταλέντο με το άλλο στις διάφορες ερμηνείες της. Ξύπνια ούσα απέφευγε τους σημαδιακούς αυτοσχεδιασμούς που απολαμβάνουμε στην «τρελο Κερκυραία» την αξέχαστη Ρένα Βλαχοπούλου. Κάπου στο βάθος του χαρακτήρα της διέκρινες μία αδιόρατη θλίψη, μία αχνή μελαγχολική διάθεση που δεν το άφηνε να εκδηλωθεί έντονα στους ρόλους της. Το ντουέτο Χορν Κοντού είναι από τα αξιομνημόνευτα του Ελληνικού Κινηματογράφου.  Ανεξάρτητη ως γυναίκα και καλλιτέχνιδα η Μάρω Κοντού, έζησε όπως η ίδια μας έχει εξομολογηθεί σε συνεντεύξεις της, μία ζωή «μυθιστορηματική» για Ελληνίδα της γενιάς της. Συμπρωταγωνίστησε δίπλα σε μεγάλα ιερά «τέρατα» του ελληνικού κινηματογράφου και του θεάτρου (Χορν, Αλεξανδράκης, Μουσούρης, Κωνσταντάρας, Βουτσάς, Βογιατζής, Κωνσταντίνου κ.ά.) και ευτύχησε να σκηνοθετηθεί από σπουδαίους σκηνοθέτες, όπως ο Γιώργος Τζαβέλας, που τόσα του οφείλει το ελληνικό σινεμά. Η μνήμη του υποκριτικού της ταλέντου είναι ακόμα νωπή μέσα μας, όταν έτυχε να την παρακολουθήσω στο Θέατρο του Νέου Κόσμου στο έργο του Τζων. Όρτον «Τι είδε ο υπηρέτης», πολύ καλή δουλειά. Της εξέφρασα τον θαυμασμό μου όταν την είδαμε για λίγο από κοντά μετά την παράσταση στο καμαρίνι της. Το θεατρικό της ταπεραμέντο δεν περιορίζονταν μόνο στις παλαιές ελληνικές ταινίες που την είχαμε απολαύσει. Διέθεται την στόφα της θεατρίνας και ήταν αρκετά πληθωρική στις εμφανίσεις και στις διάφορες ερμηνείες της. Οι ρόλοι που ερμήνευσε και αγαπήθηκαν από το μεγάλο κινηματογραφικό κοινό δεν ήταν και λίγοι ούτε αμελητέοι, ένα ταλέντο ξεχωριστό. Επισκέφτηκα και μία Έκθεση ζωγραφικής της περισσότερο από περιέργεια οφείλω να ομολογήσω. Μικρή και μάλλον μονοθεματική η εικαστική της πρόταση δηλώνει όμως την καλλιτεχνική της φλέβα και ευαισθησία, τα γυναικεία ονειροφτερουγίσματά της. Ακόμα και η παρουσία της σε τηλεοπτική δημοπρασία δείχνει ένα άτομο που δεν φοβόταν την έκθεση, τον πειραματισμό, την συμμετοχή σε κάτι πέρα από αυτό που ίσως τσαλάκωνε την  δημόσια εικόνα της. Ένα φάσμα ζωής και εμπειριών αξιομνημόνευτο.

   Έχω δει όπως οι περισσότερες ελληνικές οικογένειες τις κινηματογραφικές ταινίες της κυρίας Κοκοβίκου συζύγου του Αντωνάκη, (Γιώργου Κωνσταντίνου), να δανείζει τα Κίτρινα γάντια της και να δημιουργούνται διάφορες ευτράπελες σκηνές του ζηλιάρη συζύγου της (Νίκου Σταυρίδη), δίπλα στην μεγάλη Μάρθα Βούρτση και τον Μίμη Φωτόπουλο. Να συμπρωταγωνιστεί σε ταινίες με τον Αλέκο Αλεξανδράκη ως πολύτεκνη φτωχή μάνα που αναζητατά ξένο πλούσιο να υιοθετήσει ένα από τα παιδιά της για καλύτερη τύχη. Να πρωταγωνιστεί δίπλα στον Λάμπρο Κωνσταντάρα και να μηχανεύεται διάφορα επεισόδια για να πετύχει τον καλό σκοπό της, να στέκεται δίπλα στον Κώστα Βουτσά ως αρθρογράφος σύμβουλος γυναικών σε περιοδικό. Στον ρόλο της επικίνδυνης σοφερίνας δίπλα στον μύθο του ελληνικού κινηματογράφου Αλίκη Βουγιουκλάκη, τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο, την Καίτη Λαμπροπούλου, τον «Σπαγγελο….», τον γόη Άλκη Γιαννακά. Διετέλεσε δημοτική σύμβουλος στον Δήμο της Αθήνας, διευθύντρια του δημοτικού σταθμού 9,84, ευρωβουλευτής με την Νέα Δημοκρατία. Από τις τελευταίες συνεντεύξεις της ήταν αυτή με την δημοσιογράφο κυρία Νίκη Λυμπεράκη στο Μεγάλο Κανάλι.

   Οι στίχοι του Αλέκου Σακελλάριου σε μουσική του Μελωδού των Ονείρων μας Μάνου Χατζιδάκι στο ντουέτο Δημήτρη Χορν- Μάρω Κοντού «Πες μου μια λέξη…» είναι από τα τραγούδια που δεν λησμονιούνται όσα χρόνια και αν περάσουν ανεξάρτητα από τις μεταγενέστερες επανεκτελέσεις τους.

«Πες μου μιά λέξη,

αυτή τη μόνη λέξη,

σε λίγο πια θα φέξει,

θα ‘ρθει η χλωμή αυγή.

 

Κοντεύει έξι,

ας πούμε αυτήν τη λέξη

που ‘χει στα χείλη μπλέξει

και δεν τολμά να βγει.

 

Ο ουρανός,

ο μεγάλος ουρανός

είν’ ακόμα σκοτεινός

και η νύχτα κυλά.

Μα εκεί ψηλά

κοίτα ένα άστρο που δειλά

μοναχό φεγγοβολά

και μας χαμογελά.

 

Νύχτα ασημένια

κι η κάθε μου η έννοια

σ’ απόχη μεταξένια

από ξανθά μαλλιά

 

Γλυκοχαράζει

αλλά δεν με πειράζει

που γέμισε μαράζι

η άδεια μου αγκαλιά».

    Η κηδεία της θα τελεστεί στις 11 και θα ταφεί στο Πρώτο Νεκροταφείο της Αθήνας.

    Κλείνοντας το σημείωμα αυτό στην μνήμη της ηθοποιού Μάρως Κοντού, να εκφράσουμε την συμπάθειά μας στην ηθοποιό- συνάδελφό της και ιδρύτρια του Σπιτιού του Ηθοποιού κυρία Άννα Φόνσου η οποία σε πρόσκλησή της σε τηλεοπτική μεσημεριανή εκπομπή να μιλήσει για την Μάρω Κοντού αντέδρασε έντονα μπροστά στην δημοσιογραφία της «κλειδαρότρυπας» και αρνήθηκε να συζητήσει σε αυτό το κλίμα, όπως έπραξαν άλλοι/ες. Όταν μάλιστα, δεν είχαν περάσει λίγες ώρες από την απώλειά της.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

17 Ιουλίου 2026

ΥΓ. Παρακολούθησα στην τηλεόραση την παρουσίαση του καινούργιου βιβλίου του δημοσιογράφου- συγγραφέα κυρίου Μιχάλη Ιγναντίου «Ο Ένοχος» για το δράμα της Κυπριακής Τραγωδίας και την ευθύνη του τότε Αμερικανού υπουργού εξωτερικών Χένρυ Κίσινγκερ. Μόνο μία συμπλήρωση, μπροστά στο ανοιχτό ακόμα τραύμα του Κυπριακού Ελληνισμού, από την πολιτική ιστορία της Γενιάς μας. Ευθύνη φέρει και η Ελλαδική Εκκλησία που ήσαν τότε υπέρ της Χούντας καθ’ όλη την διάρκεια της επταετίας (1967-1974) οι εκπρόσωποί της που μας προπαγάνδιζαν τα επιτεύγματά της,- οι εξαιρέσεις ελάχιστες στα δάκτυλα του ενός χεριού, και φυσικά, οι τρείς τότε Κύπριοι Μητροπολίτες που στράφηκαν ενάντια του Αρχιεπισκόπου Εθνάρχη Μακαρίου, Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και συνέβαλαν στο Πραξικόπημα Εναντίον του ζητώντας την καθαίρεσή του. Οι ζώσες μαρτυρίες όχι μόνο από τα ιστορικά ντοκουμέντα των αμερικάνικων αρχείων αλλά και τις ιστορικές μνήμες των δικών μας γενεών που ευτυχώς, ακόμα θυμόμαστε τον σκοτεινό ρόλο των ιερωμένων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου