Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟ

 

ΑΝΑΦΟΡΑ  ΣΤΟΝ  Ι.  Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟ

ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

ΤΕΤΡΑΔΙΑ  ΕΥΘΥΝΗΣ, ΝΟΥΜΕΡΟ 18/4,1983, σ. 152, δρχ.2390

  ΟΡΑΜΑΤΙΣΤΗΣ ΚΑΙ  ΕΡΜΗΝΕΥΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΣΥΝΗΣ

     Όσο περνά ο καιρός τόσο και καθαρότερη, τόσο και λαμπρότερη γίνεται μέσα μας και μέσα στα πνευματικά στήθη του Έθνους μας η μορφή του Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλου- μορφή τίμια και συγκλονιστικά μεγάλη για τον Νεοελληνικό πολιτισμό και την πνευματική μοίρα της Ευρώπης. Γιατί ο χρόνος είναι ψυχρό χωνευτήρι απ’ όπου διαβαίνοντας ο αναπαυμένος στο μητρικό χώμα άνθρωπος, ξαναέρχεται στην ζωή μετασχηματισμένος, με τα γνωρίσματα του πνεύματος και μόνο.

          Από αυτήν την απόσταση που δημιουργεί το τραγικό ρήγμα του θανάτου αντικρύζουμε σήμερα τον Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλο να στέκεται ψηλά, πολύ ψηλά, επικεφαλής των πνευματικών δυνάμεων του Έθνους που ακαταπόνητα υπηρέτησε. Υπήρξε ένα ευλογημένο κεφαλόβρυσο απ’ όπου δροσίστηκαν και έλαβαν συνείδηση του εαυτού τους και της ελληνικότητάς τους πολλοί στον τόπο αυτό. Δίδαξε και στους νέους και στους ώριμους τα μεγάλα διδάγματα του πνεύματος και τους εμόρφωσε ελληνικά με μιά ψυχή αδιάκοπα κολπούμενη από τον οραματισμό μιάς αδιάκοπα παρούσας ελληνικής αποστολής. Δεν είδε ποτέ την Ελλάδα ως καρπό μιάς ιστορικής τυχαιότητας αλλά ως μιάν οργανική ανάπτυξη ενός κόσμου που πλάθει όργανα για να πετύχει τον εξανθρωπισμό του. Και η Ελλάδα για τον  Ι.Ν.Θ. υπήρξε το ύψιστο όργανο εξανθρωπισμού της Οικουμένης. Μέσα από τέτοιον οραματισμό αντίκρυσε και ερμήνευσε τον Πλάτωνα, τους Πατέρες της Εκκλησίας, τους σύγχρονους φιλοσόφους κι έτσι κατόρθωσε να αποκρυπτογραφήσει το αίνιγμα της Ιστορίας.

          Ήταν ο μέγας διδαχός του Ελληνισμού, ο εμπνευσμένος παιδευτής των Ελλήνων, ο ποιητικός στοχαστής, ο αθλητής του πνεύματος, ο λίθος ο τεράστιος που στάθηκε εις κεφαλήν γωνίας του Έθνους μας. Μέσα από την δραματική βίωση των πνευματικών συνιστόντων του είδε την  Ευρώπη και τον κόσμον όλο και προσπάθησε να τα εμπερικλείσει μέσα στην ελληνικότητα πού ήταν γι’ αυτόν το άκρον άωτο του πολιτισμού.

          Τα κείμενα που συγκροτούν το «Τετράδιο» αυτό ερμηνεύουν την φυσιογνωμία του και καθορίζουν την πνευματική προσφορά του Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλου. Άς είναι κλαρί δάφνης στον σιωπηλό τάφο του.

                Η «ΕΥΘΥΝΗ», 7-8

-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  ΙΩ.  ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ, 58-71, Ο  ΙΩΑΝΝΗΣ  ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ  ΚΑΙ  Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ  ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

-ΑΝΝΑ  ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ-ΓΑΛΑΝΟΥ, 112-118, Η  ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ  ΣΤΑΘΜΗΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ (Η ηθική εντολή)

-ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ  ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, 109-111, ΞΥΝΔΕΣΜΟΥ  ΧΑΡΙΝ

-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  Ι.  ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ, 72-78,

     ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

               Α΄

     Ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος γεννήθηκε στη Λακεδαίμονα, όταν έληγε ο δέκατος ένατος αιώνας. Η γενέθλια γη του εγκωμιαζόταν από τους αρχαίους Έλληνες ως παλαιότατη κοιτίδα της φιλοσοφίας.

          Από μαθητής δημοτικού σχολείου είχε υψηλό φρόνημα για το χρέος της ζωής του. Με αναπολήσεις από το μεγαλείο του  μεσαιωνικού Μυστρά και της ηθικής εκεί ανταύγειας του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ονειρευόταν, και υποσχόταν σιωπηλά στον εαυτό του, να κατεργασθεί τις ψυχικές δυνάμεις του με σπουδή επίμονη, ώστε να διαπλασθεί σε προσωπικότητα πνευματικής μεγαλουργίας.

          Ευτύχησε να διαγνώσει την κλήση του έγκαιρα και ν’ αποφασίσει τον τρόπο του βίου του. Και από τα κρίσιμα νεανικά χρόνια του κατόρθωσε να μείνει πιστός σ’ αυτόν. Αφήκε την υποτροφία για θεολογία, και, με την οικονομική συμπαράσταση του αδελφού του, αφιερώθηκε στη φιλοσοφία. Και ακόμη ευτύχησε να ζήσει τα φοιτητικά χρόνια του σε πανεπιστημιακό περιβάλλον, εμπνευστικό για ορθή  σχέση προς τη φιλοσοφία. Εκεί, στη Γερμανία της πρώτης μεταπολεμικής τότε δεκαετίας, κυβερνημένη με το Σύνταγμα της Βαϊμάρης, και ιδιαίτερα στη Χαϊδελβέργη, ανδρώθηκε πνευματικά, μυήθηκε στην αληθινή φιλοσοφία και πρωτοεκφράστηκε στο πεδίο της, από τότε ήδη αυθεντικά.

          Εκεί έγραψε και δημοσίευε τα δύο γερμανόγλωσσα βιβλία του, Platons Dialektik des Seins και Plotins Metaphysik des Seins, που εκδόθηκαν το 1927 και το 1928, σε ηλικία δηλαδή είκοσι επτά και είκοσι οκτώ ετών. Εκεί επίσης έγραψε το 1928 και τρία ελληνικά βιβλία που εκδόθηκαν στην Ελλάδα το 1928: «Αι θεμελιώδεις έννοιαι της φιλοσοφίας του Πλωτίνου», «Θεωρία του Λόγου», «Αι αρχαί της Φιλοσοφίας της Ιστορίας».

          Και πραγματικά όχι μόνο τα δύο εκείνα γερμανόγλωσσα βιβλία του, αλλά και τα ελληνικά τρία της ίδιας εποχής, μαρτυρούν ήδη συγκροτημένη προσωπικότητα φιλοσόφου και φανερώνουν τα χαρίσματα και τον μόχθο και το πάθος του συγγραφέα τους για τη φιλοσοφία, καθώς και την πνευματική του δημιουργικότητα και την πλουσιότατη φιλοσοφική του κατάρτιση.

          Χαρακτηριστικό των τριών αυτών ελληνικών βιβλίων είναι ο αναβλυστός κάπως στοχασμός, η ευμάρεια του διαλογισμού, η  αφθονία και η ροή των φιλοσοφικών διανοημάτων, παρουσιασμένων συχνά οιονεί επαναληπτικά, σε παραλλαγές και μετατροπές τους, χωρίς προσπάθεια εξ άλλου για διάταξη αυστηρή, εξωτερικά περιγραμμένη, των θεμάτων και των αναπτύξεων στα καθ’ έκαστα. Χαρακτηριστικά επίσης των βιβλίων αυτών είναι η ευλυγισία της γλώσσας, καθαρεύουσας τότε ακόμη, η διαύγεια των εκφράσεων και η χάρη της κομψοέπειας.

          Ιδού τι γράφουν, με αναφορά στα γερμανόγλωσσα μόνο δύο βιβλία του, οι διάσημοι ακαδημαϊκοί διδάσκαλοι της Χαϊδελβέργης Ernst Hoffmann και Heinrich Rickert: «Είς τον συγγραφέα της Διαλεκτικής του όντος παρά Πλάτωνι και της Μεταφυσικής του όντος παρά Πλωτίνω συνενώνεται η καλώς ανεπτυγμένη δύναμις της συστηματικής σκέψεως με την δύναμιν βεβαίως ερμηνείας των πηγών και με την καλλιτεχνικήν ιδιοφυϊαν. Έχει την ικανότητα να βλέπη τον κόσμον και την επιστήμην δια του βλέμματος της φιλοσοφίας και να αναπτύξη δια της φιλοσοφίας την κοσμοθεωρίαν του και να διαμορφώση την ζωή του».

          Έκδηλη είναι σ’ αυτά η έντονη συζωή με τα φιλοσοφικά προβλήματα, η ενδογένεια και πολυδυναμία του φιλοσοφικού διαλογισμού και η αυτεμπιστοσύνη του συγγραφέα προς τις πνευματικές δυνάμεις του.

          Ιδού ολίγα δείγματα γραφής, αλλά και προσωπικού τόνου του διαλογισμού.

          Από το βιβλίο «Θεωρία του Λόγου»: «Ο λόγος εισέρχεται απείρως εις την ιδέαν…, η δε ιδέα, ούσα προϋπόθεσις του λόγου, αναχωρεί από τα όρια του λόγου» (σ.11), «… ο χρόνος, ως αιτία και αρχή των χρονικών, τουτέστι ως μέθοδος γνώσεως των αισθητών, είναι, καθ’ εαυτόν θεωρούμενος, άχρονος» (σ.21), «Και προς την αρνητικήν διαλεκτικήν του Καντ και προς την μεταφυσικήν διαλεκτικήν του Χέγκελ αντιτιθέμενοι, συντασσόμεθα προς τον Πλάτωνα, καθ’ όν διαλεκτική είναι η πρώτη… επιστήμη, και δή της προς εαυτήν εστραμμένης καθαράς ψυχής» (64).

          Από το βιβλίο «Αι αρχαί της Φιλοσοφίας της Ιστορίας»: «Η μεταφυσική είναι δογματικός τις πόθος περιβαλλόμενος το πρόσχημα του λόγου» (σ.83), «Ιστορία και φύσις είναι πτώσεις από την κατάστασιν του μύθου» (σ.85), «… η ελευθερία, τουτέστιν, η θλάσις εκείνη του συνειδότος, καθ’ ήν το συνειδός αρνείται την κατ’ αίσθησιν και κατ’ επιθυμίαν ζωήν και τίθησι την βάσιν μιάς ζωής απολύτως συνειδητής…» (σ.104-105), «Ιστορίαν καλούμεν την κατά συνειδός και δια του συνειδότος συντελουμένην ενεργόν συναφήν της ανοήτου φύσεως προς την νοητήν ιδέαν» (σ. 122).

          Με τέτοια σπουδαία εφόδια και με αντίστοιχη συνείδηση αποστολής ζήτησε ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος τον Νοέμβριο του 1928 να γίνει υφηγητής άμισθος στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Και γεύτηκε τη μεγάλη πικρία να μη γίνει δεκτός ούτε προς ανάπτυξη ενώπιον της Σχολής της επί υφηγεσία διατριβής του. Μόλις είχε την παρηγορία ότι κατεψήφισαν την απορριπτική του έκθεση των εισηγητών οι άξιοι καθηγητές Άμαντος, Βέης, Κουγέας.

          Οδηγημένος έτσι από τα πράγματα, εντάχθηκε, ως Υφηγητής αρχικά, στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, νέο- ίδρυτο ακόμη και με πνευματικούς ορίζοντες ανοιχτούς. Εκεί δίδαξε από το 1930 ως το 1938.

          Εν τω μεταξύ, από το 1929 είχε αρχίσει, μαζί με τον Κωνσταντίνο Τσάτσο και τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, να εκδίδει το ρηξικέλευθο για την εποχή εκείνη περιοδικό Αρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών. Το περιοδικό αυτό υπήρξε όργανο αναγεννητικής διακονίας της φιλοσοφίας στην Ελλάδα. Είναι δύσκολο να φαντασθούμε, ποιά θα ήταν σήμερα η κατάσταση της φιλοσοφίας στην Ελλάδα χωρίς την αποφασιστική τότε συμβολή του περιοδικού αυτού, που φώτισε προβλήματα και χειραγώγησε προς τη φιλοσοφία πολλούς νέους της γενιάς μου από το 1929 ως το 1941. Έπαυσε τότε να εκδίδεται, όταν επάνω στη χώρα έπεσε η αυλαία της Κατοχής από τους εχθρικούς στρατούς.

              Β΄

     Το 1938 άρχισε ο λακεδαιμόνιος φιλόσοφος τη συναρπαστική διδασκαλία του προς τους φοιτητές και προς το κοινό των Αθηνών. Και παρουσίασε με το πνευματικό του παράστημα το μέγεθος της φιλοσοφίας.

          Το ύφος και το ήθος της διδασκαλίας του έπειθαν ότι πνευματικό άθλημα είναι το φιλοσοφικό μάθημα και ότι η αληθινή παιδεία είναι ορθή «περιαγωγή» της ψυχής. Έκδηλη ήταν η πνευματική τροχιά του. Φαινόταν να συνεχίζει την κλασσική παράδοση της φιλοσοφίας, αρχαία και νεώτερη, αλλά σε τόνο βαθύτατα προσωπικό, με συναίσθηση ευθύνης για κάθε σκέψη του, για κάθε λέξη του.

          Ήταν ο Έλληνας αυτός φιλόσοφος του εικοστού αιώνα ποτισμένος με το πιό καθαρό πνευματικό νάμα της νεώτερης Ευρώπης, τη φιλοσοφία του Κάντ και των άξιων επιγόνων του. Δεν καταδέχθηκε όμως να αρκεσθεί στον πλούσιο αυτό πνευματικό εφοδιασμό του, αλλά με κραταιό φρόνημα κατεύθυνε την πνευματική πορεία τους προς τις πάτριες, αστείρευτες πηγές της φιλοσοφίας.

          Αδιάλειπτος υπήρξε ο διάλογός του με τα έργα των κλασσικών Ελλήνων γεναρχών της φιλοσοφίας και ιδιαίτερα με τα έργα του Πλάτωνος. Πολλά και πολύτιμα νοήματα και βιώματα συγκόμισε ο ίδιος από την οικείωσή του με το πνεύμα του Πλάτωνος. Αλλά και τους μαθητές του, αμέσους και εμμέσους, παρακίνησε να εντρυφήσουν γόνιμα στα κείμενα του Σχολάρχη της Ακαδημίας, όπως και του Σχολάρχη του Λυκείου ή και άλλων Ελλήνων φιλοσόφων, προσωκρατικών είτε μεταριστοτελικών.

          Ό,τι όμως κύρια χαρακτηρίζει την πνευματική του προσωπικότητα, δεν είναι απλώς η εσώτατη γνωριμία του με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και αντίστοιχη συμβολή του για την προαγωγή της σπουδής των κειμένων της επί δεκαετίες ήδη στον ελληνικό χώρο, αλλά είναι προπάντων, ή έστω επίσης, η γνήσια, βαθύψυχη, σχέση του με τη φιλοσοφία ως προσωπικό αγώνισμα.

          Η φιλοσοφία ως πνευματικός ίμερος και ως ηθική σκέπη ανταποκρίνεται στη συνειδητή ύπαρξη κάθε ανθρώπου, και παρουσιάζεται συναγερτική της ψυχής του ή και λυτρωτική από την αγωνία σε ύστατα κρίσιμες ώρες του. Ως πνευματικό επίτευγμα όμως και ως ηθική αυτονομοθεσία προϋποθέτει η φιλοσοφία εξαίσια χαρίσματα για πνευματικότητα και ηθικότητα, καλλιεργημένα με άριστη παιδεία. Και μόνο, αν συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές, υπάρχει, και μόνο τότε, ο φιλόσοφος.

          Με τέτοια χαρίσματα προικισμένος και με τέτοια καλλιέργεια συγκροτημένος, ο φιλόσοφος δεν περιορίζεται σε αναστοχασμό απλώς των εσχάτων προβλημάτων, όπως τα είχαν συλλάβει και αντιμετωπίσει άλλοι πρίν από αυτόν φιλόσοφοι, αλλά προβαίνει σε προσωπικά υπεύθυνη θέση των εσχάτων προβλημάτων και σε προσπάθεια για λύση τους από την αρχή. Αυτή είναι η μοίρα του φιλοσόφου: αναμόχλευση της φιλοσοφίας από τα θεμέλιά της, λογοδοσία και αυτό-λογοδοσία για τα πάντα. Όχι όμως εκζήτηση, όχι ματαιόδοξη  επιδίωξη πρωτοτυπίας, αλλά ριζική ζήτηση. Και το έργο του, από τη φύση της φιλοσοφίας, είναι κάτι ανασυντελεσμένο από τα θεμέλιά του, αυτοθεμελίωτο, αυτό-ανάπτυκο και αυθυπόστατο, έστω και αν περιέχει πάντοτε βαθιές καταβολές από φιλοσοφικά έργα προηγούμενα, όπως και σοβαρές επιδράσεις από την κοινωνική πραγματικότητα και τον πολιτισμό της εποχής του.

          Ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος ενσάρκωνε ή έστω προσέγγιζε την ιδεατή αυτή μορφή του αληθινού φιλοσόφου. Και είχε τη ζείδωρη πίστη προς τη φιλοσοφία και την πεποίθηση ότι αυτός κατ’ εξοχήν εκπροσωπούσε τη φιλοσοφία, στον γενέθλιο χώρο της, ότι αυτός ήταν υπεύθυνα και χαρισματικά ταγμένος στη διακονία της, ως ο πρώτος ιεραρχικά λειτουργός της. Και ήταν εύλογη στη συνείδησή του ή μεγαλοφροσύνη του αυτή, που άλλωστε και συνοδευόταν συχνά με παραινέσεις ταπεινοφροσύνης προς τον εαυτό του και προς τους άλλους, με υπομνήσεις των ορίων της ικανότητας και της παρουσίας του ανθρώπου στον κόσμο. Η μεγαλοφροσύνη του για την σχέση του προς τη φιλοσοφία ήταν συνυφασμένη με την ιστορία της φιλοσοφίας στην Ελλάδα και προ πάντων με τη συναισθηματικά ριζωμένη και μεταφυσικά εδραιωμένη πολύτροπη μέριμνά του για το παρόν και για το μέλλον του ελληνισμού.

                Γ΄

     Πραγματικά, όταν άρχισε το συγγραφικό έργο του και τον διδαχτικό μόχθο του, πρίν πέντε δεκαετίες και πλέον, το έδαφος της παιδείας στην Ελλάδα, το προορισμένο για τη φιλοσοφία, ήταν πολύ αυχμηρό, αποξηραμένο από σχολαστικισμό, ψυχολογισμό και πρώιμο κοινωνιολογισμό. Και αυτός κατ’ εξοχήν κατόρθωσε να αρδεύσει με καθαρά νάμα φιλοσοφίας το έδαφος της ελληνικής παιδείας.

          Το βάρος του λόγου του και η θέρμη της φωνής του ασκούσαν γοητεία όσο ίσως και το πνεύμα του. Και ο συγκινησιακός τόνος των εκφραστικών μέσων του είχε ιδιαίτερη βαθύτητα, όταν η πηγή των εκφραστικών νοημάτων και βιωμάτων ήταν η Ιστορία, και προπάντων η ελληνική ιστορία στις οικουμενικές φάσεις και διαστάσεις της. Η πίστη, που είχε για την οικουμενική συμβολή και αποστολή του ελληνισμού, αναρρίπιζε, όσο και η καθαρή φιλοσοφία, τις ψυχικές δυνάμεις του και χάριζε δόνηση λυρική στο λόγο του και στη φωνή του. Συχνά όμως και ολοένα περισσότερο στα ύστερα χρόνια, η έγνοια του για την παιδεία και την πολιτική του έθνους του, δύο λειτουργίες, κρίσιμες για το μέλλον του ελληνισμού, έπαιρνε δραματικές εντάσεις, καθώς με το φιλοσοφικό βλέμμα του έβλεπε ιστορικούς ορίζοντες ζοφερούς για το έθνος του.

          Η συνυφασμένη με το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης πνευματική δράση του είχε προσδιορίσει την πραχτική σχέση του με τη γλώσσα, όπως και την ηθική τροπή του προς το συνολικό πρόβλημα του ελληνισμού στην εποχή μας.

          Από τότε άρχισε να γράφει στη δημοτική, πρώτα με ύφος χαλαρό, και πολύ σύντομα σε τόνο υψηλό, με πυκνότητα και γλαφυρότητα, και με λεξικό πλούτο σπάνιο, καθώς εκθησαύριζε στη γραφή του εκφραστικότατες λέξεις του αγροτικού λαού από τους αιώνες της δουλείας και παλαιότερα, όπως και λέξεις αρχαίες, βαθυσήμαντες, με ηλικία κάποτε ομηρική.

          Από τότε, διαμέσου της ιδεολογίας του δημοτικισμού, προβληματισμένης ευρύτατα για τον προσανατολισμό του εθνικού πολιτισμού, πέρα πολύ από τη γλώσσα μόνο, να στοχάζεσαι για το παρόν και το μέλλον της ζωής του έθνους, αλλά με αναδρομή ως και την κλασική εποχή της Ιστορίας του και με αναλογισμό των οικουμενικών διαστάσεων της Ιστορίας του, και πάντοτε σε προοπτική φιλοσοφικό-ιστορική βαθύτατη, που δεν είχαν άλλοι εκπρόσωποι της ιδεολογίας του δημοτικισμού.

          Η ενιαία διανόηση αυτή, από αιώνα σε αιώνα, ως την εποχή του Ομήρου, της φυσιογνωμίας του ελληνικού λαού και του δυναμισμού της γλώσσας του, εμπέδωσε το εθνικό φρόνημα του γερμανικά πρωτοθρεμμένου φιλοσόφου και διακαθόριζε τις αξιολογήσεις του για θέματα και πρόσωπα της σημερινής ζωής του έθνους και αναθέρμανε το πάθος του για τη γλώσσα, πού την καλλιέργεια και τη διάδοσή της θεωρούσε ως τη νέα Μεγάλη Ιδέα του Ελληνισμού.

          Από τη σκοπιά της υψηλής αυτής προσωπικής βιο- κοσμοθεωρίας του, με κεντρικό θέμα την ιδέα της φιλοσοφίας και του ελληνισμού, προσφέρεται να ερμηνευθεί το συγγραφικό έργο του από το 1930 και ύστερα καθώς είναι αχώριστο από την ανάπτυξη της πνευματικής του προσωπικότητας, όπως και είναι προσδιορισμένο από τις αντίδρομες ιδιαίτερα τύχες της ζωής του είτε από τις ιστορικές δοκιμασίες του έθνους του. Άλλος ομιλητής θα παρουσιάσει το έργο αυτό σήμερα. Περιορίζομαι σε μιά κρίση γενική: Το συγγραφικό αυτό έργο, σύμφυτο με τη ζωή και τη δράση του συγγραφέα του, ανταποκρίθηκε πολύτιμα στις παιδευτικές ανάγκες της χώρας και υπήρξε και θα μείνει σπουδαίο κεφάλαιο στην ελληνική φιλοσοφική γραμματεία. Η γέννησή του υπήρξε κατόρθωμα και ηθικής καρτερίας του συγγραφέα του, που γνώρισε και πριαμικές τύχες. Δίχως αυτές θα είχε ίσως και άλλες πτέρυγες, και πιό φωτερές, το πνευματικό αυτό οικοδόμημα. Πάντοτε, όμως, το συγγραφικό αυτό έργο δεν θα εξαντλούσε το πνευματικό μέγεθος Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, πού, σύμφωνα με τη γνήσια πλατωνική παράδοση και αξιολογία, είχε την αυθεντική ενέργειά του ως λόγος προφορικός, ως ανθρώπινη παρουσία και ως παιδαγωγική επικοινωνία.

          Του ανδρός αυτού σήμερα τιμούμε τη μνήμη, που κατεργάσθηκε τις ψυχικές δυνάμεις του από νέος με ηθική έξαρση και με σπουδή επίμονη της φιλοσοφίας’ που αναστράφηκε ύστερα ώριμος το πνεύμα πολλών φιλοσόφων του παρόντος και των περασμένων αιώνων, που συνδύασε για την πνευματική του διάπλαση την κλασική γερμανική φιλοσοφία και την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, που ταυτίσθηκε τελικά με την παράδοση της ελληνικής φιλοσοφίας, που φιλοσόφησε αυτοδύναμα επί τουλάχιστον πέντε δεκαετίες, που αναζωογόνησε τη σπουδή της φιλοσοφίας στη χώρα του, που συναισθανόταν ως ο φιλόσοφος κατ’ εξοχήν του έθνους του, ο ταγμένος να εφορεύει στην παιδεία και στην πολιτική του λαού του, ως άξιος λειτουργός της φιλοσοφίας.

 Από τις 20 Φεβρουαρίου 1981, ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος ανήκει στην Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας, και με τίτλους εξόχους.

          Κ. Ι. ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ

-Γ. ΑΛΑΤΖΟΓΛΟΥ-ΘΕΜΕΛΗ, 122-126, ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

-ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, 21-31,

     ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

          Μου είναι δύσκολο να φαντασθώ τον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο απόντα. Τον βλέπω μπροστά μου και είμαι βέβαιος, ότι όλοι οι συνάδελφοι στην αίθουσα αυτή τον βλέπουν μπροστά τους. Τον βλέπουμε να εισέρχεται με την ανεπανάληπτη-θα ‘λεγα πολυδιάστατη- κεφαλή του, με τα κάπως αφηρημένα μάτια του πού το φώς τους ήταν για μας πάντοτε αμείωτο, με τον απαλό, παρά το βάρος του σώματος και της ηλικίας του, βηματισμό του. Τον βλέπουμε να εγείρεται από τη θέση, που κατείχε πολλά χρόνια, ως Γενικός Γραμματεύς, στο προεδρείο της Ακαδημίας, και να διατυπώνει- συχνά και στις δημόσιες συνεδρίες, και σχεδόν πάντοτε στις ιδιαίτερες-τη γνώμη του με ύφος κατηγορηματικό, σα να ‘ταν η γνώμη του ανέκκλητη δικαστική απόφαση. Τον βλέπουμε να κινεί, όταν μιλούσε, με αυθεντική ευγένεια τα ωραία χέρια του, πού στη διάπλασή τους διέγνωσε ο αγαπητός μου φίλος Νικόλαος Λούρος (στο δοκίμιο «Ο φίλος», που δημοσιεύθηκε στις 15 Μαρτίου 1981 στη «Νέα Εστία») μιά ανεξιχνίαστη αριστοκρατική καταβολή. «Από πού έρχονταν αυτά τα χέρια;- ρωτάει και ο αγαπητός μου φίλος Κωνσταντίνος Τσάτσος («Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος: «Φιλοσοφία» Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών, 1980-1981). Και απαντάει: «Από τα βάθη της ελληνικής γης από μιά ανώνυμη γενιά, από μιά κατεργασία υποχθόνια αιώνων».

          Ακόμα και ένα ιδιαίτερο περιστατικό μας εμποδίζει να σκεφθούμε απόντα τον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο. Λίγες ώρες πρίν από το θάνατό του ήταν ολοζώντανος μπροστά μας. Στην αίθουσα αυτή τον είδαμε να εγείρεται δυό και τρείς φορές για να υποστηρίξει, με νεανική ζωηρότητα, τη γνώμη του, γνώμη που τελικά, στη μυστική ψηφοφορία, επικράτησε. Και στον οδηγό του αυτοκινήτου, που τον μετέφερε στο απόμερο φιλοσοφικό και συνάμα αγροτικό του καταφύγιο στο Μαρούσι, έκαμε ιδιαίτερη εντύπωση ότι το βράδυ εκείνο άκουσε τον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο σ’ όλο το διάστημα της διαδρομής να σιγοτραγουδάει. Τί τον έκαμε, τάχα, να σιγοτραγουδάει; Ίσως το προαίσθημα ότι λίγες ώρες αργότερα θα αναπαυόταν για πάντα ή ότι είχε φθάσει η ώρα ν γνωρίσει τα όρια ζωής και θανάτου, χρόνου και αιωνιότητας.

          Για δύο συναδέλφους του στην αίθουσα αυτή, για τον Κωνσταντίνο Τσάτσο και για μένα, ήταν και θα μείνει παρών  ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος και ως συνοδοιπόρος μας σ’ ένα δρόμο, που το μήκος του, με μέτρο το χρόνο, πλησιάζει τα εξήντα έτη. Η αφετηρία του δρόμου αυτού ήταν, για μένα, το έτος 1922 και για τον Κωνσταντίνο Τσάτσο και τον αδελφό του Θεμιστοκλή, τον αλησμόνητο επίσης συνοδοιπόρο μας, ο Ιούνιος του 1926.

          Την Χαϊδελβέργη, την πόλη που υπήρξε η τοπική αφετηρία της κοινής πορείας μας, ύμνησαν πολλοί. Σ’ ένα θαυμάσιο ποίημά του ο Friedrich Holderlin και, πενήντα περίπου χρόνια αργότερα, σε ποιητικότατο πεζό λόγο, ο Victor Hugo (στις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του, που φέρουν τον τίτλο “Le Rhin. Lettres a un ami”). Και ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος αφιέρωσε το κύκνειο άσμα του στη Χαϊδελβέργη. Στο βιβλίο του «Αγαπημένη μου Χαϊλδεβέργη», που εκδόθηκε λίγους μήνες πρίν φύγει από τον κόσμο αυτόν, όπου τα πάντα, εκτός ίσως από την τιμιότητα, είναι «ματαιότης», διηγείται ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος:

     «Επάνω στον Hauptstrasse, δεξιά καθώς ανεβαίνομε από την πλατεία του Bismarck, και όχι πολύ μακριά από το Πανεπιστήμιο, ήταν το περίφημο καφενείο του Krall, όπου εσύχναζαν ελεύθεροι διανοούμενοι, φοιτηταί, καλλιτέχνες, ηθοποιοί και όλος ο κόσμος των πνευματικών ναυαγίων». Ήταν ένα από τα πρώτα κέντρα που προσείλκυσε την προσοχή μου, γιατί μου έκανε εντύπωση η ποικιλία των ανθρώπινων τύπων. Στο κέντρο αυτό αργότερα, στις αρχές του πανεπιστημιακού έτους (του χειμερινού εξαμήνου 1922-23) «εγνώρισα τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, ο οποίος είχε ήδη προχωρήσει πολύ στις σπουδές του. Είχα ήδη ακούσει ότι ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος σπουδάζει στη Χαιδελβέργη, αλλά δεν τον είχα συναντήσει. Μας έφερε σε επαφή ένας εξαίρετος άνθρωπος, ο Γιώργος Καρανικολός…. Από τότε συναντηθήκαμε μερικές φορές και άρχισε μεταξύ μας η πρώτη βαθύτερη επικοινωνία, αλλά έπειτα από λίγους μήνες ο Κανελλόπουλος έγινε διδάκτωρ της Νομικής και αναχώρησε… για το Μόναχο. Η επανασύνδεση της επικοινωνίας μας έγινε με ένα γράμμα του Κανελλόπουλου από την Αθήνα προς εμέ, για να με ευχαριστήσει που έλαβε την διδακτορική μου διατριβή, που του είχα στείλει. Το γράμμα αυτό ήταν πολύ εμπνευσμένο και πρέπει να είπω, ότι με συνεκίνησε βαθύτατα, γιατί ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος είχε συλλάβει με τρόπο ελεύθερο την σημασία της διδακτορικής μου διατριβής την εποχή εκείνη των μεγάλων μεταπολεμικών πνευματικών ανακατατάξεων στην Δυτική Ευρώπη. Ο Κανελλόπουλος, έπειτα από τους καθηγητές μου, είναι ο πρώτος που διέγνωσε την σημασία της συμβολής μου στον πλατωνισμό…..».

     ‘Όταν εδιάβασα την περικοπή αυτή από το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του «Αγαπημένη μου Χαϊδελβέργη», με εκυρίευσε βαθύτατη συγκίνηση. Δεν θυμόμουνα πιά το περιεχόμενο της επιστολής, που είχα γράψει όταν ήμουν 25 ετών. Ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος θυμήθηκε και περιέβαλε στο βιβλίο του τις φράσεις μου: «Η εργασία σου αυτή είμαι βέβαιος ότι θα γίνει αφετηρία αναθεωρήσεως όλης της πλατωνικής φιλοσοφίας. Είμαι υπερήφανος ως Έλλην, διότι ένας Έλληνας φέρει αυτή τη μεταβολή». Η διδακτορική διατριβή του Θεοδωρακόπουλου φέρει τον τίτλο: “Platons Dialektik des Seins”. Στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου του «Αγαπημένη μου Χαϊδελβέργη, διηγείται ο Θεοδωρακόπουλος: «Ένα πρωί ο Θεμιστοκλής» (Τσάτσος) «κατέφθασε στο σπίτι μου κρατώντας ένα βιβλίο με μπλε εξώφυλλο και ολοπόρφυρος από τη χαρά του μου λέγει: Είναι η διδακτορική σου διατριβή’ την είδα σήμερα το πρωί στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου του Weiss. Η χαρά μου ήταν μεγάλη για το γεγονός, αλλά ακόμα μεγαλύτερη, γιατί ο Θεμιστοκλής ήταν ο πρώτος που την είδε στο βιβλιοπωλείο. Αφού μου την έδωσε στα χέρια μου, μου είπε: Τώρα νιώθω καλά πόσο μεγάλη είναι η τιμή που σου έγινε από τους καθηγητές Rickert και Hoffmann να κατατάξουν την διδακτορική διατριβή του στη σειρά των φιλοσοφικών διατριβών που εκδίδουν». Η διδακτορική διατριβή του Ιωάννου Θεοδωρακόπουλου είχε ενταχθεί, ως αυτοτελές βιβλίο, στη σειρά “Heidelberger Abhandlungen zur Philosophie und ihrer Geschichten”. Υπεύθυνοι εκδότες της σειράς αυτής ήταν ο κορυφαίος νεοκαντιανός της Χαϊδελβέργης Heinrich Rickert και ο εξαίρετος ιστορικός της αρχαίας φιλοσοφίας Ernst Hoffmann.

     Ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, στη διδακτορική διατριβή του, ξεκίνησε με τον πλατωνικό διάλογο «Φίληβος» και αναζήτησε τη βασική διάκριση μεταξύ «πέρατος» και «απείρου», που θεμελιώνεται στο διάλογο αυτόν, σε όλους τους λεγόμενους λογικούς διαλόγους του Πλάτωνος, στον «Σοφιστή», στον «Θεαίτητο», στον «Παρμενίδη», καθώς και στον «Πρωταγόρα» και τον «Γοργία». Η διάκριση μεταξύ «πέρατος» και «απείρου», μεταξύ «μορφής» και «αμόρφου», «μορφής» και «απροσδιορίστου» υπήρξε-και πριν από τον Πλάτωνα, αλλά πρώτος ο Πλάτων κατέστησε συνειδητό ό,τι ήταν δοσμένο από τη Φύση στον Όμηρο, στον Σόλωνα, στον Φειδία- η προϋπόθεση για όλα, όσα έκαναν τον Έλληνα να ξεχωρίσει από τον εξωελληνικό κόσμο. Υπήρξε η προϋπόθεση, που ήταν αναγκαία για να γίνει η σοφία-διάχυτη και πλούσια στους ανατολικούς λαούς- φιλοσοφία και επιστήμη- για να γίνει η ίδια η συνείδηση του ανθρώπου πηγή των κανόνων της Ηθικής, για να λυτρωθεί η τέχνη από το βάρος της ύλης και να γεννηθούν ο Ηνίοχος και ο Παρθενών, για να γίνει η άμορφη μάζα λαών, που ήταν υποταγμένη σ’ ένα θεόμορφο μονάρχη ή σ’ ένα προφήτη ή σε μιά ιερή κάστα προνομιούχων, Πολιτεία.

     Όλα τα μεταγενέστερα έργα του Ιωάννου Θεοδωρακόπουλου έχουν την αφετηρία τους στη διδακτορική διατριβή του, στη διαλεκτική του Είναι, στη διάκριση μεταξύ πέρατος και απείρου. Πρίν επιχειρήσει, όμως τα μεγάλα βήματα, που τον οδήγησαν στην συγκρότηση της συνολικής κοσμοθεωρίας του, της συστηματικής φιλοσοφίας του, εθεώρησε ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος αναγκαίο, όταν βρισκόταν ακόμα στη Γερμανία, να συνδιαλεχθεί και με τον Πλωτίνο, να δοκιμάσει την αντοχή των θεμελιωδών εννοιών, που του εδίδαξε ο Πλάτων, επάνω στο έργο του φιλοσόφου εκείνου, πού-αν και ονομάζεται νεοπλατωνικός- μοιάζει να είναι ο αντίπους του Πλάτωνος. Ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος με το βιβλίο του “Plotins Metaphysik des Seins”, που εκδόθηκε στην Γερμανία το 1928, συνέβαλε τη βαθύτερη ενότητα του πνευματικού κόσμου του Πλάτωνος και του Πλωτίνου.

     Εφοδιασμένος με τα δύο αυτά έργα του για τον Πλάτωνα και τον Πλωτίνο, επέστρεψε ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος στην Ελλάδα στο έτος 1928. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος είχε επιστρέψει ένα χρόνο πρίν, αφού είχε παραδώσει σε εκδοτικό οίκο της Χαϊδελβέργης το έργο του “Der Begriff des positiven Rechts”, πού εκδόθηκε το 1928. Ο Θεμιστοκλής Τσάτσος έφυγε κι αυτός από τη Χαϊδελβέργη στα τέλη Νοεμβρίου του 1927, αφού είχε ανακηρυχθεί διδάκτωρ του Δικαίου. Το θέμα της διδακτορικής διατριβής του ήταν η Φιλοσοφία του Δικαίου του νεοεγελιανού Josel Kohler. «Μιά ερημιά απλώθηκε γύρω μου», γράφει ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, «όταν έφυγαν οι Τσάτσοι από την Χαϊδελβέργη και συνάμα μιά νοσταλγία αβέβαιη». Γιατί η νοσταλγία του για την Ελλάδα συνοδευόταν από αίσθημα αβεβαιότητας; Το εξηγεί ο ίδιος στις αμέσως επόμενες φράσεις του: «Πρώτα ο Κωνσταντίνος και έπειτα ο Θεμιστοκλής από την Αθήνα μου έγραψαν, ποιά ήταν εκεί η πνευματική κατάσταση. Με πληροφόρησαν κατά γενικό τρόπο περί του τί θα εύρω, όταν γυρίσω στην Αθήνα. Τα πράγματα δεν ήταν καθόλου ρόδινα, ήταν μάλλον σκληρά».

     Αλλά ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος είχε μάθει από τα παιδικά του χρόνια- και αυτό είναι μέγα μάθημα- να περπατάει σε δρόμους δύσβατους, σκληρούς. Όταν, στις 18 Μαρτίου του 1961, ένα χρόνο μετά την εκλογή του ως τακτικού μέλους της Ακαδημίας μας, έγινε η επίσημη υποδοχή του στην αίθουσα αυτή, είχα την τιμή και τη χαρά, κατόπιν εντολής της Συγκλήτου, να τον προσφωνήσω και να μιλήσω για το έργο και τη δράση του. Πρίν εισέλθω στην ανάπτυξη του έργου του, είπα τότε: «Είχατε ξεκινήσει από τον Βασαρά, την ωραία κωμόπολη της Λακεδαίμονος, που παράγει λάδι, κρασί και αγαθούς άνδρας. Είχατε πολύ μοχθήσει-και είχαν μοχθήσει και οι έξοχοι γονείς σας- διά να μάθετε γράμματα. Έπρεπε να πεζοπορήτε ώρες ολόκληρες κάθε ημέρα- ακόμη και όταν έβρεχε ή χιόνιζε-δια να προχωρήσετε πέραν του δημοτικού σχολείου. Ως που να φθάσετε εις το Heidelberg εχρειάσθη μακρά και σκληρά οδοιπορία. Μου το επρόδωσαν αμέσως τα χαρακτηριστικά του προσώπου σας, όταν σας είδα διά πρώτην φοράν. Μολονότι η Ριζάρειος, η θαυμασία αυτή πηγή ήθους και εστία μορφώσεως, είχε ξεκουράσει κάπως την ψυχήν σας, το πρόσωπόν σας μου είπε αμέσως ότι ενώπιόν μου ευρίσκεται ένας άνθρωπος που δεν τον ηυνόησε η τύχη, αλλά τον ωδήγησε και τον επροστάτευσε ο Θεός».

          Οι δυσκολίες, λοιπόν, που θα συναντούσε, όταν από την Χαϊδελβέργη του Rickert, του Karl Jaspers, του Alfred  Weber, του Friedrich Gundolf, του Otto Regenbogen, του Ernst Curtius, του Gustav Radbruch, του Carl Neumann,  του Karl Mannheim, του  Ludwig Curtius, του Arthur Salz, θα επέστρεφε στην Αθήνα, όπου τις περισσότερες έδρες της Φιλοσοφικής Σχολής κατείχαν άνδρες εξαίρετοι, αλλά με νοοτροπία πολύ διαφορετική από το πνεύμα που επικρατούσε στις όχθες του Neckar, οι δυσκολίες αυτές δεν επτόησαν, ούτε έκαμψαν τον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο. Ο ίδιος, στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του «Αγαπημένη μου Χαϊδελβέργη», είχε- αναπολώντας τις ώρες εκείνες- την ψυχική ευγένεια να γράψει: «Πρέπει εδώ να σημειώσω ότι οι φίλοι μου Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Θεμιστοκλής και Κωνσταντίνος Τσάτσος είχαν με απεριόριστη αγάπη και ενθουσιασμό ετοιμάσει το έδαφος στην Αθήνα τόσον πολύ, ώστε όταν επέστρεψα δεν ήμουν ένας άγνωστος…. Η προετοιμασία αυτή ευκόλυνε πολύ την είσοδό μου στην αθηναϊκή κοινωνία και μου πρόσφερε το έδαφος για να αναπτύξω την δραστηριότητά μου στην Ελλάδα».

     Αν εμείς οι τρείς προετοιμάσαμε το έδαφος για τη δραστηριότητά του, το έδαφος αυτό χρειάσθηκε-και κατάφερε- να το διαμορφώσει και να το οργώσει ο ίδιος για να γίνει γόνιμο. Ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος έγινε αμέσως μόλις έφθασε στην Αθήνα το κέντρο ενός πνευματικού κύκλου. Η Ιωάννα Τσάτσου, στο ωραίο βιβλίο της «Ο αδελφός μου Γιώργος Σεφέρης» διηγείται: «Το σπίτι» (το ένα από τα δύο διαμερίσματα της οικογένειας του καθηγητή Στέλιου Σεφεριάδη, σε πολυκατοικία της οδού Μαυρομματαίων) «ήταν πολύ ζωντανό αυτό το φθινόπωρο του ’28. Κάθε Δευτέρα βράδυ μαζευότανε η συντροφιά, και ο Γιάννης Θεοδωρακόπουλος μας διάβαζε το "Συμπόσιο» του Πλάτωνος. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος μαας είχε φέρει τον επιστήθιο φίλο του Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Κι’ εκείνος σπουδασμένος στη Γερμανία… Δικές μου φίλες η Ντόρα Βουρλούμη, η Ειρήνη Οικονομοπούλου, ταχτικές στις συγκεντρώσεις αυτές. Τ’ αγόρια τίς είχαν εγκρίνει. Δεν μ’ άφιναν να συνδεθώ με κοπέλες που δεν τους άρεζαν».

     Σε μιά από τις τριακόσιες σελίδες της έξοχης Εισαγωγής του στον «Φαίδρο», που εκδόθηκε, μαζί με το αρχαίο κείμενο και δική του μετάφραση, στο έτος 1948, ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, παρακινημένος από ένα χωρίο του διαλόγου αυτού του Πλάτωνος, παρατηρεί: «Υπάρχει κάτι πέρα από το κείμενο του γραπτού λόγου, ο άγραφος, ο έμψυχος λόγος, και πέρα απ’ αυτόν ακόμη ο ενδιάθετος». Στις συγκεντρώσεις μας γύρω από το τραπέζι της οδού Μαυρομματαίων, ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος δεν εδιάβαζε μόνο το κείμενο- φυσικά,- το αρχαίο κείμενο- του «Συμποσίου» του Πλάτωνος, αλλά συνόδευσε την ανάγνωση και με τον έμψυχο λόγο του, πού έμεινε- και τότε, αλλά και σε πολλές άλλες περιστάσεις της ζωής του, όταν ο κύκλος ήταν στενός-για πάντα άγραφος. Υπήρξαν και στιγμές στη ζωή του, που και ο «ενδιάθετος λόγος» του έβρισκε τρόπο- ξαφνικά, όπως λέει ο Πλάτων στην «Έβδομη» Επιστολή του-να ξεπετάγεται, αλλά και να χάνεται, σαν άπιαστη σπίθα. Εζήσαμε μαζί του τέτοιες στιγμές οι φίλοι του. Το πρόσωπό του, τις στιγμές αυτές, έλαμπε ολόκληρο, και η λάμψη αυτή είχε κάτι το μεταφυσικό. Ο αγαπητός συνάδελφος Ν. Χατζηκυριάκος- Γκίκας μίλησε («Νέα Εστία», 15 Μαρτίου 1981) για «τα αφηρημένα μάτια» του Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου, «που θεωρούσαν πρός προς τα μέσα». Ναι, «θεωρούσαν προς τα μέσα» προπάντων τις στιγμές εκείνες, όταν ο «ενδιάθετος λόγος» του έσπαζε το φράγμα της σιωπής, που επικρατεί στα μύχια του εσωτερικού μας κόσμου».

     Στις αρχές του 1929 εκδόθηκε το πρώτο τεύχος του «Αρχείου Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών». Την πρωτοβουλία για την έκδοση του περιοδικού αυτού, που έζησε έντεκα χρόνια και έφθασε στις 3.436 σελίδες, την είχε ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος. Η συντακτική επιτροπή, μετά από τα πρώτα τεύχη, απαρτιζόταν από τον Ι. Θεοδωρακόπουλο, τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, τον πρέσβη Μιχαήλ Τσαμαδό, και μένα. Πρέπει να πω, ότι και ο Θεμιστοκλής Τσάτσος, χωρίς να μνημονεύεται το όνομά του στην επιτροπή, ήταν συνυπεύθυνος μαζί μας. Αλλά πρωτεργάτης του «Αρχείου» ήταν και έμεινε ως το τέλος ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος. Ο κύκλος των συνεργατών του «Αρχείου» ήταν ευρύτατος. Περιελάμβανε κορυφαίους ξένους φιλοσόφους, τον Rickert, τον Jaspers, τον Otto Hoffmann, τον Guido Calogero, τον Erich Frank, και Έλληνες όλων των άλλων κλάδων των θεωρητικών επιστημών, τον φιλόσοφο Ραφαήλ Δήμου (Καθηγητή τότε στο Πανεπιστήμιο Harvad), τον μαθηματικό Παναγιώτη Ζερβό, τον Χαράλαμπο Τζωρτζόπουλο, τον Ιωάννη Συκουτρή, τον Ιωάννη Κακριδή, τον Αλκιβιάδη Τσιριμώκο, ένα έξοχο πνεύμα που έφυγε πρόωρα από τον κόσμο, και άλλους μαθηματικούς και φυσικούς επιστήμονες, καθώς και νέους, πού φοιτούσαν ακόμα στο Πανεπιστήμιο, τον Δημήτριο Καπετανάκη, τον Κώστα Δεσποτόπουλο, τον Βασίλειο Λαούρδα, τον Παναγή Παπαληγούρα.

          Στη δεκαετία του ’30 είχαμε αποκτήσει και το δικαίωμα (εγώ μόνον ως το 1935) να επικοινωνούμε με τη σπουδάζουσα νεολαία ως πανεπιστημιακοί δάσκαλοι. Έτσι, παράλληλα με την έμμεση επικοινωνία μαζί μας με τους νέους, που γινόταν με το «Αρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών» και με τα βιβλία μας, άρχισε και ο άμεσος και ζωντανός διάλογος μαζί τους επάνω στα μεγάλα και κρίσιμα ιδεολογικά προβλήματα και κοσμοθεωρητικά ερωτήματα, που στην περίοδο του μεσοπολέμου είχαν ταράξει τη συνείδηση των νέων γενεών σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Η ευθύνη του διαλόγου αυτού ήταν φυσικό να ανήκει κυρίως σε όσους κατείχαμε έδρες φιλοσοφίας, πολιτειολογίας, φιλοσοφίας του Δικαίου, κοινωνιολογίας και οικονομικών επιστημών. Ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, καθηγητής τότε στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, όπου η φιλοσοφική σχολή ανταποκρίθηκε ευκολότερα από την αντίστοιχη σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών στις απαιτήσεις της εποχής, ερχόταν τακτικά στην Αθήνα, για να συντονίζει το έργο μας στο «Αρχείον Φιλοσοφίας», αλλά και για να λαμβάνει ενεργό μέρος στις βραδινές συνεστιάσεις και συζητήσεις με φοιτητές (τις θυμήθηκε ο Οδυσσέας Ελύτης σ’ ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο του), που είχαμε οργανώσει ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ο Ιωάννης Συκουτρής και εγώ στην Πανεπιστημιακή Λέσχη. Δικαιούμαι, νομίζω, να πω ότι η δεκαετία του ’30- με τη δραστηριότητα και του Αλεξάνδρου Σβώλου, του Νικολάου Λούβαρι, του Ιωάννη Συκουτρή, του Ξενοφώντος Ζολώτα, του Άγγελου Αγγελοπούλου και άλλων πανεπιστημιακών διδασκάλων, που παράλληλα μ’ εμάς τους Χαϊδελβεργιανούς άνοιξαν διάλογο με τους νέους επάνω σε κρίσιμα προβλήματα της εποχής εκείνης- αφήκε μιά χαρακτηριστική σφραγίδα στην πνευματική ζωή της χώρας μας.

          Η μνήμη μου στράφηκε σήμερα στα κάπως μακρινά εκείνα χρόνια, που απετέλεσαν την αφετηρία και τα πρώτα στάδια της κοινής πορείας μας. Η παιδαγωγική μας προσπάθεια, που δεν την ανέκοψε η σχεδόν τετράχρονη εκτόπισή μου (από το Φεβρουάριο του 1937 ως το Νοέμβριο του 1940) σε απόμερα νησιά, ούτε η πολύμηνη εκτόπιση του Θεμιστοκλή Τσάτσου και του Κωνσταντίνου Τσάτσου, σταμάτησε με την έκδοση του τελευταίου τεύχους του «Αρχείου Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών». Το τελευταίο τεύχος βγήκε λίγο πρίν από την 28η Οκτωβρίου του 1940. Η ώρα εκείνη-ώρα μεγάλη- μας εκάλεσε, εκάλεσε ολόκληρο τον ελληνικό λαό, σε άλλα θαυμάσια καθήκοντα. Και ήρθαν ύστερα-ύστερ’ από την εποποιία της Βορείου Ηπείρου και της Αλβανίας, εποποιία που η λάμψη της ήταν ισοδύναμη με τη λάμψη των λαμπρότερων σελίδων της ελληνικής ιστορίας- χρόνια δίσεκτα, δραματικά, για ολόκληρο τον ελληνικό λαό. Αλλά δεν μας εχώρισαν τα χρόνια αυτά. Αντίθετα, μάλιστα, μας ένωσαν ακόμα περισσότερο. Αισθανθήκαμε ακόμα πιό πολύ την ανάγκη να στηριζόμαστε- στον κύκλο μας εισήλθε τότε και ο Νικόλαος Λούρος- ο ένας πάνω στον άλλον. Ο Νικόλαος Κ. Λούρος διηγείται («Νέα Εστία», 15 Μαρτίου 1981): «Όλο σκοτείνιαζε ο ουρανός και πύκνωνε ο κίνδυνος. Σύντομα δοκιμάσθηκε δίπλευρα η συναισθηματική μας αντοχή όταν ο τόπος ζαλίστηκε από νίκες και καταστροφές. Φτώχεια υλική μάστιζε τον φιλόσοφο» (τον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο) «και την οικογένειά του. Ένα μικρό διαμέρισμα με εξωτερική σκάλα στην οδό Στρατιωτικού Συνδέσμου δεν είχε παρά κρεβάτια και ένα μοναδικό ξύλινο τραπέζι με λίγες καρέκλες της κουζίνας, όπου δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα να μαγειρέψει. Στέρεψαν και του γιατρού οι επαγγελματικές πηγές. Ό,τι υπήρχε έφευγε και δεν έμενε ούτε αποκούμπι. Υπήρχε όμως ο εθνικός πόνος φουντωμένος, η πίκρα και η ελπίδα που ένωναν ολοένα και στενότερα τους φίλους… Στο γραφικό σπίτι του Κανελλόπουλου στον Αρδηττό, στου Γιάννη» (Θεοδωρακόπουλου) το «φτωχικό» στου Κόκκαλη ή στο δικό μου ιατρείο και σε άλλα απόκρυφα σπίτια, ζυγίζαμε τα αζύγιστα και προσπαθούσαμε, όλο προσπαθούσαμε κάτι να προσφέρουμε. Και τα παπούτσια μας έλειωναν επικίνδυνα, μαζί με τα κιλά μας, στις τόσες αναζητήσεις για πληροφορίες, για συνεργασία, για συμβουλές. Αλλού έχω περιγράψει» (στο εξοχικό αυτοβιογραφικό βιβλίο του που φέρει τον απλό τίτλο «Χτές») «μερικές λεπτομέρειες από εκείνα που αφορούσαν την τυραννισμένη πατρίδα και τα δικά μας τα βάσανα, πού όμως όλοι μαζί και με πραγματική ομοψυχία σηκώναμε στις αδυνατισμένες ράχες μας… Κάποτε ο Χωρέμης και εγώ γευθήκαμε το Χαϊδάρι. Ο Γιάννης δεν έλλειψε από το πλευρό της γυναίκας μου, φέρνοντας παρηγοριά και συμβουλές».

          Αυτά γράφει ο Νικόλαος Λούρος. Ας μου επιτραπεί να προσθέσω, ότι- όταν, στις 31 Μαρτίου του 1942, καταζητούμενος από τις αρχές Κατοχής, κατόρθωσα να διαφύγω, μαζί με τη γυναίκα μου, από τη σκλαβωμένη γή του αδούλωτου ελληνικού λαού- ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, χωρίς να έχει ενταχθεί στο Εθνικό Ενωτικό Κόμμα, που είχα ιδρύσει τον Δεκέμβριο του 1935, προθυμοποιήθηκε να συμπεριληφθεί στη μυστική επιτροπή των πιό έμπιστων συνεργατών μου, πού ως την απελευθέρωση της χώρας είχαν εξουσιοδοτηθεί από μένα να διαχειρίζονται την επαφή με αντιστασιακές οργανώσεις και να λαμβάνουν κρίσιμες αποφάσεις. Ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, ο φιλόσοφος είχε και οξύ πολιτικό νου. Η συμβολή του στο έργο της επιτροπής αυτής ήταν πολύτιμη.

          Αλλά η περίοδος της κατοχής έκαμε τον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο να εμβαθύνει και στο νόημα και τη μοίρα του Ελληνισμού. Ως τότε, είχε επιδοθεί κυρίως στην προσπάθεια να τοποθετήσει τη Φιλοσοφία στα αιώνια ή- αν η λέξη αυτή ξενίζει- στα πιό ανθεκτικά βάθρα της, πέρα από τον βιολογισμό, τον ψυχολογισμό, τον κοινωνιολογισμό και τον υπαρξισμό, που είναι χωρίς άλλο σημαντικές φάσεις της φιλοσοφίας, αλλά φάσεις προσδιορισμένες από τις λίγο ή πολύ παροδικές ανάγκες των καιρών. Η προσπάθεια αυτή βρήκε την πιό λαμπρή της εκδήλωση στο έργο του Θεοδωρακόπουλου «Εισαγωγή στον Πλάτωνα», πού η πρώτη του έκδοση έγινε στο δραματικό έτος 1941. Τώρα, στις μεγάλες νύχτες της Κατοχής, το πνεύμα του Θεοδωρακόπουλου διέσχισε το σκότος πού είχε πέσει επάνω στην Ελλάδα και αναζήτησε, περ’ από τις παροδικές δοκιμασίες του Έθνους, το ανέσπερο φώς του Ελληνισμού. Κάτι ανάλογο, κάτω από διαφορετικές ιστορικές περιστάσεις, και με συγκεκριμένες προτάσεις, που είχε απευθύνει στους προτελευταίους Παλαιολόγους, στον αυτοκράτορα Μανουήλ και τον γιό του δεσπότη Θεόδωρο, έκαμε στον 15ο αιώνα ο Πλήθων. Χωρίς να παύσει να ασχολείται με τα λογικά προβλήματα της φιλοσοφίας ή με την Ηθική- το «Σύστημα Φιλοσοφικής Ηθικής» που εκδόθηκε στο έτος 1947 είναι, επίσης, καρπός των πνευματικών του μόχθων στην περίοδο της Κατοχής- προβάλλει τώρα ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος και ως Δάσκαλος του Γένους. Αλλά για την προσφορά του Θεοδωρακόπουλου στη σύλληψη του νοήματος και στη διερεύνηση της μοίρας του Ελληνισμού θα μιλήσει ο αγαπητός φίλος, που θα με διαδεχθεί στο βήμα τούτο.

          Η αναπόληση του παρελθόντος, πού ήταν το κύριο θέμα της ομιλίας μου, μου επιβάλλει να μνημονεύσω κι ένα γεγονός που έκαμε τον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, στη δεκαετία του ’30, να γνωρίσει και την ευτυχία του συζυγικού βίου. Η Πηνελόπη, κόρη του καθηγητή της λατινικής γραμματείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Θεοφάνη Κακριδή, αδελφή του ομότιμου τώρα καθηγητή της κλασσικής φιλολογίας Ιωάννη Κακριδή, είχε αρχίσει, όταν παντρεύτηκε τον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, να διακρίνεται στην επιστήμη των μαθηματικών. Την μαθηματική φλέβα την είχε κληρονομήσει από τον εκ μητρός θείο της Νικόλαο Χατζιδάκη, και τον πατέρα του Νικολάου, τον Ιωάννη, αδελφό του μεγάλου γλωσσολόγου Γεωργίου. Η Πηνελόπη, αγαπητή σε όλους μας, εθυσίασε τα μαθηματικά για να γίνει σύντροφος του βίου και των πνευματικών βημάτων του Ιωάννου Θεοδωρακόπουλου, και μητέρα των τέκνων του. Αλλά η συζυγική ευτυχία δεν κράτησε παραπάνω από είκοσι χρόνια. Ο θάνατός της ήταν το πρώτο βαρύ πλήγμα που δέχθηκε ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος. Και ακολούθησε ένα δεύτερο, βαρύτατο. Νεώτατος έφυγε από τον κόσμο ο μοναχογιός του, ο Νίκος, πού ανήκε στα εκλεκτά και εύθραυστα εκείνα πλάσματα του Θεού, που έπρεπε, με τη θέληση του ίδιου του Πλάστη, να μη γνωρίσουν όλες τις πικρίες ή και τις αθλιότητες της ζωής. Με την φροντίδα ενός φίλου του, του ποιητή και δοκιμιογράφου Θανάση Νιάρχου εκδόθηκαν σε αυτοτελές τεύχος μερικά δείγματα της ιδιοφυίας του Νίκου. Ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος δεν μίλησε ποτέ, μετά το βαρύ πλήγμα για τον Νίκο. Εθεώρησα χρέος μου να το πράξω εγώ, για να ακουσθεί στην αίθουσα αυτή το όνομα του Νίκου Ι. Θεοδωρακόπουλου (και να καταγραφεί στα Πρακτικά της Ακαδημίας), όπως θα το επιθυμούσε- είμαι βέβαιος γι’ αυτό- ο πατέρας του.

          Στη Φιλοσοφία, σε μία ωραία και επιβλητική γυναίκα που εμφανίσθηκε μπροστά του στη φυλακή, βρήκε ο Βοήθιος παρηγοριά για την κακή προσωπική του τύχη, για την καταδίκη του και την επικείμενη θανάτωσή του. Θα μπορούσε, όμως, να βρει παρηγοριά στη Φιλοσοφία για τη σκληρή μοίρα ενός αναντικατάστατου αγαπημένου του προσώπου, να δει μάλιστα τη Φιλοσοφία την ώρα εκείνη, όπως την περιγράφει ο ίδιος, σα μιά ωραία γυναίκα; Δεν το ξέρω. Η Μουσική- η μεγάλη Μουσική- έχει ίσως και σε τέτοιες περιστάσεις μιά μεγάλη παρηγορητική δύναμη. Θυμάμαι, ότι ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, στις ώρες του μεγάλου πόνο του, επέμενε ν’ ακούει στο γραμμόφωνο το τέταρτο κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα του Beethoven. Είχε δίκιο. Το πρώτο μέρος του κονσέρτου αυτού, που δεν έχει βέβαια τη λαμπρότητα του πέμπτου και τελευταίου, είναι ίσως η έκφραση- όχι βέβαια η μόνη- των πιό «ενδόμυχων λόγων» του μεγάλου δημιουργού. Αλλά μόνο η ίδια η ζωή μπορεί να προσφέρει- χωρίς να σβήνει ούτε αυτή τον πόνο, πού είναι συνάρτηση της ανθρώπινης ψυχής πολύ περισσότερο από τη χαρά-την πιό μεγάλη παρηγοριά. Και την πρόσφερε στον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο η ζωή, όταν του εχάρισε εγγόνια και από τις δύο κόρες του, τη Φανή και την Ελένη.

          Με την ευλαβική αναφορά στα ιδιωτικά αυτά περιστατικά του βίου του κλείνω την ομιλία μου για τον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, τον Αθηναίο και Σπαρτιάτη, που εμόχθησε να ανακαλύψει-και ανακάλυψε- τα αυθεντικά ίχνη των βημάτων του Πλάτωνος, του Πλωτίνου και του Πλήθωνος, και ακολούθησε, με τα δικά του βήματα, τη μεγάλη παράδοση της Ελληνικής Φιλοσοφίας.

          Παναγιώτης ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ  

-ΚΩΣΤΑΣ  Π.  ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, 97-103, Ο  ΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ  ΤΟΥ  Ι, Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ.  ΜΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ»

-ΜΥΡΤΩ ΔΡΑΓΩΝΑ-ΜΟΝΑΧΟΥ, 119-121, Ο ΗΘΙΚΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

-ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ  Δ.  ΜΟΥΚΑΝΟΣ, 88-96, ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ  ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗΣ  ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ  ΣΤΟ  ΕΡΓΟ  ΤΟΥ Ι. Ν.  ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

-ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Α.  ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, 44-57, Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΩΡΙΜΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ  Ν.  ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

-ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ  ΜΠΑΓΙΟΝΑΣ, 127-130, Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟ

-ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ, 32-43, Η  ΔΗΜΟΤΙΚΗ  ΓΛΩΣΣΑ ΣΤΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΛΟΓΟ ΤΟΥ Ι. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

-ΛΙΝΟΣ  Γ.  ΜΠΕΝΑΚΗΣ, 79-87, ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΤΣΟΣ, 9-20, ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ  ΚΑΙ  ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ

-ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ  ΦΩΤΕΑΣ, 104-108, ΜΙΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΝΑΜΝΗΣΗ. (Το χρονικό της επίσκεψης του Ιω.  Θεοδωρακόπουλου στην Κομοτηνή)

ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ.

ΠΈΜΠΤΗ 19 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1981. Ανακοίνωση του ακαδημαϊκού Μιχαήλ Στασινόπουλου με θέμα: «Το γράμμα Ε ως έμβλημα του Μαντείου των Δελφών». Παρατηρήσεις Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου,  131-132

-Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, 133-136, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΚΟΣΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΜΑΡΤΙΟΥ 1942

-Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, 137-141, ΤΟ ΜΕΣΟ ΤΗΣ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ. ΜΕ ΤΟ ΑΝΕΒΑΣΜΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΘΑ ΣΗΚΩΘΕΙ ΑΛΗΘΙΝΑ ΤΟ ΕΘΝΟΣ. (Από τα χειρόγραφα της κατοχής)

-Λ. Μ., ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, (Βασσαρά της Σπάρτης 29/2/1900- Αθήνα 20/2/1981)., 143-147

          «Πειραιώτικες φλυαρίες»

      Στις Σημειώσεις μας, σκέφτηκα να χρησιμοποιήσω ως τίτλο, παραλλαγμένο, την Πλατωνική φράση «Θνητή φλυαρία» που μας υπενθύμισε ο Καντιανός φιλόσοφος και πρώην πρόεδρος της ελληνικής δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τσάτσος στην δική του συμμετοχή στο Αφιέρωμα των Τετραδίων της «Ευθύνης» στον Πλατωνιστή Δάσκαλο και του Γένους των Ελλήνων Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλο. Ούτε αρμόδιος είμαι ούτε ειδικός για να μιλήσω για θέματα Φιλοσοφίας και Πλατωνικά λυμένα ή άλυτα ενδέχεται ακόμα ζητήματα, ακριβέστερα, σύγχρονες επανερμηνείες Πλατωνικών κλασσικών Έργων. Η δική μας μαρτυρία στα Λογοτεχνικά Πάρεργα εν έτη 2026, έρχεται σαν μία μορφή μικρής και ίσως περιττής αντίδρασης απέναντι στις διάφορες πολιτικές και μορφωτικές πρακτικές να ασκήσουν Λογοκρισία στα Αρχαία Ελληνικά Κείμενα και Έργα και στην Λατινική Γραμματεία στο όνομα της political correct πολιτικής που εφαρμόζεται ή επιδιώκουν να εφαρμόσουν ομάδες δυνάμεων άγευστες προς τα κλασικά γράμματα στο Δυτικό ημισφαίριο. Και για να μην κρυβόμαστε πίσω από ανθρώπινων δικαιωμάτων φύλλο συκής, πιο συγκεκριμένα, αναφερόμαστε στην μεγάλη και πλούσια, παντοδύναμη στρατιωτικά χώρα την ΗΠΑ και σε Εκπαιδευτικά Πανεπιστημιακά Ιδρύματά της και Ιδιωτικά Κολλέγια που αποφάσισαν να Λογοκρίνουν Αρχαία Κείμενα, (πχ. Όμηρος) ακόμα και πεζογραφήματα Ευρωπαίων Λογοτεχνών των νεώτερων αιώνων. Την πληροφορία αυτή που μας ξάφνιασε και μας δημιούργησε δεκάδες απορίες για τον σκοπό και την χρησιμότητά της-στους νέους θυελλώδεις και επικίνδυνους καιρούς που ζούμε-την διαβάσαμε σε διάφορες ηλεκτρονικές σελίδες, την ακούσαμε από ραδιοφωνικά χείλη και από συζητήσεις σε τηλεοπτικούς δέκτες ατόμων που είχαν άμεση σχέση με Εκπαιδευτικά και άλλα Ιδρύματα στην Αμερική. Την χώρα χοάνη πολιτισμών και εθνοτήτων, φυλών και γλωσσών, θρησκειών του Αβραάμ Λίνκολν, του Θωμά Τζέφερσον, του Γεώργιου Ουάσιγκτον, του Τζον Κένεντι και όλων των άλλων πατέρων του Αμερικάνικου Έθνους. Η είδηση μας ξάφνιασε γιατί θεωρούσαμε ότι στις ΗΠΑ η Πνευματική Ελευθερία και έκφραση ήταν αδιαπραγμάτευτη, ήταν μία κατάκτηση του Ανθρώπου της Δύσης, του Δυτικού Πολιτισμού μετά τις περιόδους της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού, της Γαλλικής Επανάστασης, τον Αιώνα των Φώτων. Η είδηση της Λογοκρισίας μας ενδιέφερε άμεσα, σαν Έλληνες και Ελληνισμός μιά και είχε σχέση με Αρχαία Ελληνικά Κείμενα που διέπλασαν τον Δυτικό Πολιτισμό και διαπαιδαγώγησαν εκατομμύρια ανθρώπινες συνειδήσεις μεταγενέστερα.  Κείμενα ποιητικά, επικά, θεατρικές τραγωδίες, ιστορικά και φιλοσοφικά Έργα που γράφτηκαν πριν 2.500 χρόνια κάτω από άλλες πολιτικές και κοινωνικές, οικονομικές, εθιμικές συνθήκες και θρησκευτικές δοξασίες και θεωρήσεις ζωής, πολιτικές απόψεις και θέσεις περί Δημοκρατίας, Δικαιοσύνης, Νομοθεσίας, Ελευθερίας, Αξιοπρέπειας του Ατόμου, Αισθητικής, συμμετοχή των Ποιητών και των Φιλοσόφων στα κοινά. Οι αρχαίοι έλληνες συγγραφείς ή αντίστοιχα ο συγγραφέας, λόγιος, διανοούμενος, φιλόσοφος δεν ήταν ξεκομμένοι ούτε από την εποχή τους ούτε ήταν αμέτοχοι στα της Πολιτείας τους συμβαίνοντα και αλλαγές. Μετείχαν με την σωματική παρουσία και τα έργα τους, βλέπε π.χ. Αισχύλος, Πλάτων κ.ά. ενεργά και δυναμικά στα της Πόλεώς τους. Οι μεταγενέστερες γενεές Ελλήνων και Ευρωπαίων της Ανθρωπότητας αναγνώρισαν την μέγιστη προσφορά τους και συμβολή τους- του Έλληνα Ανθρώπου- στην διαμόρφωση του προσώπου της Δύσης διαχρονικά. Τα ελληνικά κλασικά γράμματα υπήρξαν για δύο της ιστορίας χιλιετηρίδες η αφετηρία, η αναφορά των σημαντικότερων ευρωπαίων και αμερικανών φυσιογνωμιών του πνεύματος και της επιστήμης, της φιλοσοφίας στην διαμόρφωση του δικού τους πολιτιστικού προσώπου. Η αρχαία ελληνική γραμματεία και τα οικουμενικά μηνύματά της, το ανθρωπιστικό πνεύμα της, η ελληνική γλώσσα και  ό,τι αρχιτεκτονικό μεγαλούργημα οικοδόμησε ο Αρχαίος Ελληνικός Πολιτισμός στάθηκαν σταθερός και αναζωογονητικός σύντροφος, εμφύσησαν πνεύμα σοφίας στον Δυτικό Άνθρωπο. Το πνεύμα της Ελληνικότητας γονιμοποίησε την σκέψη και δίδαξε μορφωτικά τον Ευρωπαίο Άνθρωπο μετά την Άλωση της Πόλης το 1453 από τους Οθωμανούς. Η Ελλάδα σαν Τόπος ήταν μία Ιδεατή αδιαπραγμάτευτη Εικόνα για πλείστους από τους Φιλέλληνες ταξιδευτές, λόγιους και διανοούμενους κολεγιόπαιδες και ποιητές ταξιδιώτες, εικαστικούς και εξερευνητές, μία ονειρική φαντασιακή τους ουτοπία, ενώ η ιστορική και πολιτική πραγματικότητα να τους διέψευδε παταγωδώς στην εδώ παρουσία τους την περίοδο της Οθωμανικής σκλαβιάς. Όσους τέλος πάντων φεγγαροπιάνονταν και θεωρούσαν ότι θα περπατούσαν ανάμεσα σε Αρχαίους Θεούς, Ομηρικούς Ήρωες, Μάντεις, Νεραΐδες των Πηγών, θα κουβέντιαζαν με επίγονους του Σωκράτη, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και άλλων Αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων και δεν αναγνώριζαν την ρεαλιστική Βαλκανική πραγματικότητα της εποχής, την οποία βίωναν όπως και άλλοι λαοί των Βαλκανίων και ο Ελληνικός. Όμως η πνευματική φλόγα του ελληνικού πνεύματος σιγόκαιγε μέσα στα διασωθέντα σε διαφόρους παπύρους, χειρόγραφα, θραύσματα και παλίμψηστα συγγράμματα που φυλάγονταν σε λυχνοφώτιστα κελιά μοναστηριών, κρύπτες βιβλιοθηκών, σπήλαια της αρχαίας αποκαλυπτικής γνώσης και παράδοσης και τροφοδοτούσαν με τα διδάγματά τους ανθρώπους της Δύσης και την Εκπαιδευτική και Μορφωτική τους αγωγή και συμπεριφορά, τις πολιτικές τους κοινωνικές διεκδικήσεις. Ο Δυτικός άνθρωπος «πλάσθηκε» στην ιστορική του διαδρομή από τα αρχαία ελληνικά και ρωμαϊκά κλασικά γράμματα. Αυτά που σήμερα, στο όνομα τίνος πολιτιστικού συμφέροντος και εκπαιδευτικής πολιτικής αποφασίζουν κάποιοι να τα κουτσουρέψουν, να τα λογοκρίνουν, να αλλοιώσουν την κειμενική τους πρώτη μορφή που γράφτηκαν. Και το κυριότερο, παραγνωρίζοντας οι Λογοκριτικές ότι δεν ζουν οι συγγραφείς αυτών των κλασικών κειμένων, δεν μπορούν να υπερασπιστούν δικαιωματικά όπως τους αξίζει τα έργα αυτά και τις όποιες δημιουργίες τους. Ποιά αιτία τους ώθησε να γράψουν και να συνθέσουν στην μορφή που τα γνωρίζουμε τα κλασικά αυτά διαχρονικά του πολισμού μας έργα. Άλλα τα ηθικά και αισθητικά, φιλοσοφικά προτάγματα της εποχής μας, βεβαίως, αλλά αυτό δίνει το όποιο δικαίωμα στους εκάστοτε πανεπιστημιακούς ή άλλους λογοκριτές να απαιτούν να περικόψουν, κείμενα, αποσπάσματα, ραψωδίες, φράσεις και προτάσεις στο όνομα της πολιτικής ορθότητας, της όποιας φυλετικής ατζέντας…., της ισοπέδωσης των πάντων; Και αν αυτά συμβαίνουν και εφαρμόζονται σε πολυπληθείς εκπαιδευτικές μονάδες και ιδρύματα τότε, πώς μπορούμε υγιώς να αντιδράσουμε Εμείς οι Έλληνες, δεν ανήκει και σε Εμάς ο πολιτιστικός αυτός συγγραφικός και γλωσσικός θησαυρός; Ποιά θα πρέπει να είναι η επίσημη ή ανεπίσημη στάση μας απέναντι σε αυτές τις επιβλαβείς για το ανθρώπινο πνεύμα αρνητικές ενέργειες; Τι θα μνημονεύομε κατ’ έτος παγκοσμίως, καθιστώντας την Ελληνική Γλώσσα Μνημείο Παγκόσμιου Πολιτισμού ανακηρυχθέν από την Ουνέσκο; Και σε τί θα γίνουν σοφότεροι οι φοιτητές και σπουδαστές των Αμερικάνικων Πανεπιστημίων αν μελετήσουν τα αρχαία ελληνικά κείμενα πετσοκομμένα και κουτσουρεμένα; Δεν θα σκανδαλιστούν; Θα μείνουν σε ηθικό ατομικό επίπεδο ακέραιοι και «παρθένοι»; Θα μπουν στον πειρασμό να μην σέβονται καλύτερα τις συντρόφους τους, την οικογένειά τους, ο μισός πληθυσμός της Γης θα χειραφετηθεί και θα κατακτήσει περισσότερα δικαιώματα; Και τέλος πάντων, το κυρίαρχο πρόβλημα της ανθρωπότητας στον Δυτικό κόσμο είναι ο ετεροχρονισμένος και καθυστερημένος ιστορικά αποκαλούμενος «μισογυνισμός» και φυλετικός «ρατσισμός» όπως τον οριοθετούν οι πέραν του ατλαντικού και ευρωπαίοι «φωστήρες»; Και με τα όποια πολιτιστικά κληροδοτήματα των Ελλήνων τι γίνεται, πάνε περίπατο ό,τι διδαχθήκαμε και αποδεχθήκαμε ως σήμερα, ως ελληνική της παιδείας μας αγωγή ή μήπως άνοιξαν οι σκοτεινοί ασκοί του Αιόλου και ωθούνται στα τάρταρα όλα τα ελληνικά πολιτιστικά κλασικά προηγούμενα κληροδοτήματα; Άραγε ποιός μπορεί να μας βεβαιώσει σήμερα που βρίσκεται η αλήθεια ή το ψέμα της ζωής μας;

          Προερχόμενοι από μία εκπαιδευτική ελληνική αγωγή των χρόνων μετά την μεταπολίτευση ως έφηβοι όπως και οι υπόλοιποι νέοι και νέες της γενιάς μου, προσπαθήσαμε να αφήσουμε πίσω μας ανόητες αξίες και ηθικοπλαστικές επιταγές της επτάχρονης στρατιωτικής περιόδου. Την εκπαιδευτική στειρότητα που μας φόρτωσαν στους παιδικούς μας ώμους ως μόνη μας επιλογή και πατριωτικό καθήκον. Τα κείμενα της αρχαίας γραμματείας ήταν και τότε κουτσουρεμένα όπως και αρκετά νεοελληνικά έργα, στο μάθημα της νεοελληνικής μας λογοτεχνίας. Συγνώμη από τους Παπαδιαμαντολόγους αλλά το μόνο της νεοελληνικής μορφώσεώς μας και αγωγής διαβατήριο ήταν τα επιλεγμένα διηγήματα του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ασφαλώς, είμαστε σίγουροι ότι αν ζούσε και μπορούσε να αντιδράσει στην χρήση και αναγνωστική κατάχρηση των έργων του από τους αρμοδίους της δικτατορίας θα ύψωνε φωνή διαμαρτυρίας ο αθώος το φρόνημα αγαθός αυτός Σκιαθίτης, και από κοντά θα σιγοντάριζε υπερασπιστικά και ο Ανδρέας Καρκαβίτσας και ορισμένοι άλλοι. Το ίδιο συνέβαινε και με την αρχαία γραμματεία και την αρχαία γλώσσα. Μία στείρα και αποστεωμένη, ψυχρή συντακτική και γραμματική διδασκαλία που την καταπίναμε όπως το μουρουνέλαιο με κλειστά μάτια και μύτη. Η διδασκαλία των αρχαίων κειμένων ήταν μια αγχωτική στιγμή μέχρι να κλείσει την μικρή ατζέντα με τους βαθμούς ο διδάσκαλος και να βάλει τον κόκκινο στυλό μέσα στην σάκα του. Έπρεπε να περάσουν τα χρόνια όταν αρχίσαμε να ανιχνεύουμε και να «τσαλαβουτάμε» στα έργα της κλασικής μας γραμματείας, να πέσουνε στα χέρια μας οι μεταφράσεις και τα σχόλια των βιβλίων του Ιωάννη Συκουτρή εκδόσεις της Ακαδημίας Αθηνών, οι μικροί τσέπης τόμοι των εκδόσεων «Ι. Ζαχαρόπουλος» και να προμηθευτούμε τόμους των βιβλίων φιλοσοφίας του Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου. Του έλληνα Πλατωνιστή φιλοσόφου που μας δίδαξε μας έμαθε σωστότερα να ασχολούμαστε με την Φιλοσοφία όχι σαν κάτι απόμακρο, σαν μία περιφερειακή έρευνα και ανάγνωση των κύριων ενδιαφερόντων μας που ήταν η Ποίηση και ευρύτερα η Λογοτεχνία αλλά, σαν ασχολία της καθημερινότητάς μας. Σαν αναγνώστες και στάση ζωής ακολουθώντας την ενιαία πολιτιστική παράδοση της πατρίδας μας. Ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος κατέβασε από τα ράφια των Βιβλιοθηκών τα σκονισμένα βιβλία της Φιλοσοφίας και μας προσκάλεσε στο πνευματικό-το της φιλοσοφίας Συμπόσιά του. Η φιλοσοφική του παρουσία ως Δασκάλου, είχε περιτυλιχθεί σε έναν θρύλο-για όλους εμάς που δεν είχαμε παρακολουθήσει μαθήματά του στα πανεπιστημιακά έδρανα ούτε ακούσει τον ίδιο και τους άλλους φιλόσοφους συνδαιτυμόνες του προσκεκλημένους στα Μαθήματα που διοργάνωνε στην σχολή που ίδρυσε και διεύθυνε στην Μαγούλα της Σπάρτης, στην «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΣΧΟΛΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ Ο ΠΛΗΘΩΝ». Είχαμε έρθει σε επαφή με το ερευνητικό και συγγραφικό του έργο μέσω των δημοσιευμάτων, άρθρων του, προβληματισμών του και θέσεών του πάνω στην πορεία του Νέου Ελληνισμού, της Ελληνικότητας και τους κινδύνους που αντιμετωπίζει στους μοντέρνους μεταπολεμικούς καιρούς στον Δυτικό κόσμο και την ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή συμμαχία. Εξάλλου, όπως προαναφέραμε, ότι ο Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλος έφερε τα διδάγματα της Φιλοσοφίας και ιδιαίτερα της Πλατωνικής και του κόσμου της κοντύτερα σε όλους εμάς,-της γενιάς μας για να περιοριστούμε σε αυτήν, μας κατέστησε «μυσταγωγούς» φιλοσοφικών θέσεων και αξιών, θεμάτων αλληλένδετων με την καθημερινή μας πραγματικότητα πού τότε απλώνονταν μπροστά μας, μας το δηλώνει ο ίδιος στο πρώτο κιόλας κεφάλαιό του «1. Η Αρχαϊκή Φιλοσοφία και η Αρχή του Λόγου» σελ. 12, της «Εισαγωγής στον Πλάτωνα» Ε΄ έκδοση, Αθήνα 1970. Γράφει:

          «Τρία πρέπει να είναι τα αθλοθετήματα της ζωής μας, η πορεία προς την αρχαιότητα, η πορεία προς τον έξω κόσμο και το μεγαλύτερο και επιπονώτερο, αλλά και γονιμώτερο, είναι η επιστροφή στον εαυτό μας. Κανένα απ’ αυτά, και πρό παντός το πρώτο αθλοθέτημα της ζωής μας, η πορεία προς την αρχαιότητα, δεν θα φέρη μήτε τώρα καρπούς, αν δεν την ζήσωμε με το θάμασμα. Μονάχα οι κουρασμένοι δεν θαυμάζουνε και δεν αγαπούνε. Την αρχαιότητα δεν θα την ανανοηθούμε, όσο την μνημονεύομε μόνον τυπικά’ ούτε θα δυνηθούμε να την μεταφράσωμε, όσο  δεν την χορταίνομε πρώτα με θαυμασμό, με κατακάθαρη θέα και περίσσια σχόλη. Για ν’ ανανοηθούμε όλο εκείνο το βιός, και να το χωρέση ο νούς μας, πρέπει πρώτα να το χωρέση η ψυχή μας και να το κάμη αγάπημά μας. Και η ψυχή όμως δίχως θαυμασμό δεν ανοίγει τις πύλες της να εισδεχθή τους θησαυρούς. Την αρχαιότητα την καταλαβαίνομε τόσο μόνον, όσο την ζούμε.».

Και συνεχίζει παρακάτω:
«Η γνώση, δεν είναι ο σκοπός της να ξεκλωνίση το δένδρο της ζωής, μήτε να σβήση το θάμασμα που φέρνει στην ψυχή η θέα του, αλλά να φέρη τη νόηση ως τη ρίζα του δένδρου, και φανερά εκεί να πιή κι’ αυτή από τα νάματα οπούθε πίνουν μυστικά οι άλλες δυνάμεις της ψυχής, το αυτοσυναίσθημα, το φανταστικό και το βουλητικό. Κι’ ο γενναίος λοιπόν χωρισμός της γνώσης από το δένδρο της ζωής δεν έχει άλλο σκοπό παρά πώς να γευθή η ψυχή τον καρπό της γνώσης’ δεν αποκόβεται με τη γνώση η ψυχή από το θάμασμα, γιατί και το δένδρο της γνώσης φύεται στον παράδεισο. Μ’ άλλα λόγια, μήτε η ζωή μήτε η  γνώση έχουνε αξία, αν δεν πιασθούνε από εκείνο το βιός, που φέρνει στην ψυχή το σύμφυτο μαζί της δαιμονικό, ο έρως, φύτρα πολυδύναμης χρείας. Έρως και φιλόσοφος είναι ομότεχνοι, ανοίγουνε και οι δύο τη δράση τους εκεί, όπου η ζωή ανανοέται τη γνώση και η γνώση αποθυμάει τη ζωή. Δίχως αυτόν τον συνεγγισμό της ζωής με τη γνώση και της γνώσης με την ζωή, δεν πλάθεται ο άνθρωπος, δεν υπάρχει ούτε φιλοσοφία ούτε έρως, κι’ όλα γίνονται τότε συντρίμμια.».

          Να οι συγγραφικοί-πνευματικοί στόχοι που πρεσβεύει ο Πλατωνιστής στοχαστής, και μάλιστα, οι τρείς επιδιωκόμενοι αυτοί στόχοι λέγονται το 1941, το πρώτο έτος της Γερμανικής Κατοχής στην χώρα μας έτος της μεγάλης πείνας του ελληνικού λαού. Ο Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος μας μιλά για αυτήν την διαρκή κίνηση της Φιλοσοφίας όχι ως δογματικό πρόταγμα, άκαμπτο σύστημα, ως κανονιστική σχολαστική μέθοδο ερμηνείας των Φιλοσοφικών προβλημάτων, προσέγγισης των θεωριών, αλλά σαν μια «μετουσίωση» της Φιλοσοφίας σε αυτό που μας λέει και στα δικά του κείμενα ο πνευματικός συναθλητής του πολιτικός Παναγιώτης Κανελλόπουλος, το «φιλοσοφείν». Το γλωσσικό ρηματικό απαρέμφατο που είναι ισχυρότερο από το θηλυκό ουσιαστικό. Την ίδια θέση ενστερνίζεται και ο τρίτος συνοδοιπόρος της φιλικής αυτής παρέας, ο πολιτικός Κωνσταντίνος Τσάτσος. Η Ελληνική Παιδεία και η Ελληνική Πολιτεία-ο Ελληνισμός στις ευρύτερες διαστάσεις του είναι τα προβλήματα και τα ζητήματα που απασχολούν τον καθηγητή Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλο από τα πρώτα χρόνια κιόλας του βίου του. Αυτή μήπως δεν είναι και η θεματική του Θείου Πλάτωνα σε μία σειρά έργων του; Τι εξετάζει και τί προσπαθεί να θεμελιώσει ως ερωτηματική θεώρηση η Πλατωνική Φιλοσοφία, τα Πλατωνικά έργα, όπως η «Πολιτεία», οι «Νόμοι», το Συμπόσιο, ο  «Φαίδρος», ο «Θεαίτητος», ο «Φαίδων» ακόμα και η αυτοβιογραφικών προδιαγραφών «7Η Επιστολή". Πρέπει να είναι 13 οι Πλατωνικές Επιστολές αν δεν λαθεύω. Αυτά δεν είναι τα σταθερά μοτίβα στα οποία επανέρχεται ο αρχαίος έλληνας φιλόσοφος και εξετάζει επαναληπτικά και ο Ι. Ν. Θ.; Ο Έρωτας, ο Μύθος, η Πολιτεία, η Ιδέα, ο Λόγος, ο Θάνατος. Ο σύγχρονός έλληνας φιλόσοφος αυτό μας έμαθε με τα κείμενά του, τις δημοσιεύσεις του, την αρθρογραφία του, την αναλυτική και ταυτόχρονα συνθετική ματιά του, την πυκνογραμμένη αλλά καθαρή γραφή του, την «υψηλή δημοτική» γλώσσα του όπως ο ίδιος μας αφηγείται, ότι οι Πλατωνικοί Διάλογοι, και εν γένει τα Πλατωνικά Έργα στην χρονολογική τους εξελικτική διαδρομή που γράφτηκαν από τον αρχαίο φιλόσοφο Αριστοκλή, δεν είναι θεωρητικά κατασκευάσματα, προπλάσματα μεταφυσικών θεωριών της διαλεκτικής σκέψης του αλλά Διάλογοι και συνομιλίες της ίδιας της Ζωής και με την Ζωή. Τα Πλατωνικά κείμενα όπως και οι ερμηνείες που τους δίνει ο Θεοδωρακόπουλος είναι ανοιχτές συζητήσεις, προβληματισμοί, ερωτήματα και απορίες που αφορούν την ίδια την Ζωή, το ενθάδε της. Ας το τονίσουμε εκ νέου, ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος κατέβηκε από το πανεπιστημιακό βάθρο του και περπάτησε σιμά μας θέτοντας τα ίδια ερωτήματα που θα μπορούσε να θέσει ένας οποιοσδήποτε λαϊκός έλληνας άνθρωπος στην καθημερινότητά του. Δεν έρχεται ως μοντέρνος δάσκαλος επ’ αμοιβή «σοφιστής» να διορθώσει ή αντιστρέψει τα Πλατωνικά διδάγματα, δεν βλέπει αφ’ υψηλού τον Φιλοσοφικό λόγο αλλά μέρος-αναπόσπαστο-της ζωής του καθενός μας. Μας εμψυχώνει με την διαλεκτική του σκέψη και μας μυεί στην σύγχρονη ερμηνευτική των Πλατωνικών Έργων.

Αυτή είναι η αιτία που τον επέλεξα ως απάντηση στις Λογοκριτικές φωνές της πέραν του Ατλαντικού Δυτικές δυνάμεις. Θα αναρωτηθεί ένας έλληνας γνώστης και μέτοχος της Αρχαίας Ελληνικής Παιδείας, γιατί δεν επιλέξαμε την περίπτωση του κλασικού φιλολόγου Ιωάννη Συκουτρή ο οποίος μας έχει αφήσει σπουδαία αρθρογραφία, μελέτες και βιβλία για τα αρχαία γράμματα, πέραν του γεγονότος ότι υπήρξε άδικη και αντιεπιστημονική και έβλαψε τα ελληνικά γράμματα και τον Ελληνισμό γενικότερα η εξώθησή του στον θάνατο, την αυτοχειρία. Ο λόγος είναι ότι το ερμηνευτικό και της εξέτασης άνοιγμα των εργασιών και ασχολιών του Ιωάννη Συκουτρή έχει μικρότερο εύρος από αυτό του Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου. Ο Λάκων φιλόσοφος δεν περιορίζεται μόνο στα του Πλάτωνος αλλά επεκτείνει τους προβληματισμούς του και την αγωνία του, τους στοχασμούς του και τα ερωτήματά του και σε ζητήματα της καθόλου διαδρομής του Ελληνισμού. Ο Θεοδωρακόπουλος όπως και άλλοι έλληνες διανοητές και φιλόσοφοι, ιστορικοί και λόγιοι, (Παπαρρηγόπουλος, Ζαμπέλιος, Καραβίδας, Σβορώνος, Κανελλόπουλος, Αρβελέρ, Γιανναράς, Καραλής, Καράμπελας κλπ.) βλέπει και αντιμετωπίζει τον Ελληνισμό σαν ένα ενιαίο σώμα στην εξελικτική του διαδρομή, από την αρχαιότητα έως στις μέρες μας, συμπεριλαμβανομένης και της Βυζαντινής περιόδου. Μία διαρκή ροή του Ελληνικού Πνεύματος μέσα στον Χρόνο και την Ιστορία του Δυτικού Πολιτισμού. Η Φιλοσοφία λοιπόν και τα νάματά της είναι η ατομική και συλλογική αίσθηση καθημερινής περιπέτειας του ατομικού μας βίου και του συνανήκειν σε ένα ανθρωπογενές σώμα μιάς γεωγραφικής επικράτειας (Ελλάδα) με οικουμενικές πανανθρώπινες προσδοκίες. Να η αποστολή του Ελληνικού Πνεύματος και του οχήματός του που είναι η ελληνική γλώσσα.     

-Το κείμενο του ομότιμου καθηγητή γλωσσολογίας κυρίου Γεωργίου Μπαμπινιώτη χωρίζεται σε τέσσερεις ενότητες. Περιλαμβάνει: Σημειώσεις. Ι. Οι θεωρητικές απόψεις του Θεοδωρακόπουλου για την γλώσσα.  ΙΙ. Η «προφορικότητα» της γλώσσας του Θεοδωρακόπουλου. ΙΙΙ. Η δημοτική του Θεοδωρακόπουλου ως τέχνη του λόγου. IV. Η γλωσσική υποθήκη του Θεοδωρακόπουλου.

Προσθετικά να υπενθυμίσουμε ότι ο Δάσκαλος Ι. Ν. Θ. έγραφε τα άρθρα και τα κείμενά του τόσο στην Καθαρεύουσα όσο και στην Δημοτική, σε μία μεικτή έκφραση, ο ίδιος στον Πρόλογό του σελ. 7-11 στον τόμο που συγκέντρωσε και εξέδωσε τα «Μικρά Φιλοσοφικά Κείμενα» κάτω από τον γενικό τίτλο «ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ», Αθήνα 1967, σελ. 528, μας λέει μεταξύ άλλων:

«Τα κείμενα που συγκέντρωσα σ’ αυτόν τον τόμο είναι γραμμένα άλλα στην καθαρεύουσα και άλλα στη δημοτική. Τούτο ίσως παρεξηγηθή από μερικούς, οι οποίοι από φανατισμό είναι έτοιμοι να κατηγορήσουν το συγγραφέα, ότι άλλαξε γνώμη ως προς το μεγάλο πρόβλημα που κατατρέχει τη ζωή μας, δηλαδή το γλωσσικό. Γι’ αυτό πρέπει να δώσω αμέσως την εξήγηση. Όσα είναι γραμμένα στην καθαρεύουσα είναι κείμενα λόγων που είπα κατ’ εντολήν των ιδρυμάτων στα οποία ανήκω και εργάζομαι. Όταν ένα πνευματικό ίδρυμα μου αναθέτει να ομιλήσω-με την ευκαιρία μιάς εθνικής εορτής ή άλλου γεγονότος- είμαι υποχρεωμένος να σεβασθώ ό,τι ισχύει και επικρατεί ως παράδοση και δεν έχω κανένα δικαίωμα να θίξω τα κρατούντα και ισχύοντα μέσα σ’ αυτό το ίδρυμα. Όταν όμως γράφω ή ομιλώ δίχως την εντολή ενός σώματος, είμαι ελεύθερος να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα που από μιά γενεά τώρα καθιέρωσα στα συγγράμματά μου, δηλαδή την υψηλή δημοτική. Δεν θα σταματήσω τώρα εδώ στο πρόβλημα, για να εξηγήσω τί είναι η υψηλή δημοτική γλώσσα. Τούτο άλλωστε γίνεται μέσα στο ίδιο το βιβλίο. Το μόνο που θέλω εδώ να τονίσω  είναι ότι δεν παραδέχομαι τη βία ποτέ, ούτε όταν πρόκειται να ευνοήσω τη γλώσσα που αγαπώ και προτιμώ, δηλαδή την υψηλή δημοτική. Η βία είναι δυνατόν να προσλάβη πολλές μορφές, και η  περισσότερο σκληρή είναι ο νόμος. Δεν πιστεύω λοιπόν ότι είναι δυνατόν ποτέ με το νόμο να επιβληθή μία γλώσσα, ούτε έγινε τούτο ποτέ σε λαούς με μεγάλη ιστορία. Κανείς από τους δυτικούς λαούς, που τους χρησιμοποιούν ως παράδειγμα πολλοί οπαδοί αυτής της βίας του νόμου, δεν εχρησιμοποίησε ποτέ τη σκληρότητα του νόμου για να επιβάλη τη γλώσσα που ομιλεί και γράφει.Η γλώσσα του καθενός αναπτύχθηκε οργανικώς και σιγά- σιγά από τους συγγραφείς του. Δημιουργείται η γλώσσα από τους ανθρώπους που την καλλιεργούν και την γράφουν, και σιγά-σιγά απλώνεται στα χείλη όλων και επικρατεί.»., σ.10-11.

          Ενδιαφέρουσες ακόμα και σήμερα οι θέσεις του Ι.Ν. Θ., η συνεξέταση και ανάγνωση με αυτόνομα κείμενά του για την Δημοτική Γλώσσα ενδέχεται να μας ξεκαθαρίσει τι εννοεί με τον όρο "υψηλή Δημοτική". Θα αποτολμούσαμε ευχόμενοι όχι καταχρηστικά να γράφαμε ότι ο Ιωάννης Συκουτρής χρησιμοποιεί μία κάπως «αριστοκρατική» γλωσσική εκφραστική στις δικές του Πλατωνικές διατυπώσεις, αντίθετα ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος η γλωσσική εκφραστική του και τα συγγραφικά αποτυπώματά του αιωρούνται σε ένα εκκρεμές μεταξύ των ορίων της καθαρεύουσας και των παρυφών της Δημοτικής της εποχής του, μακριά από Ψυχαρικά φτερουγίσματα. Από την άλλη πλευρά της Χριστιανικής Φιλοσοφίας και Στοχασμού αξίζει νομίζω να παραλληλίσουμε δίχως διάθεση αποκλεισμών και ύψωσης τειχών την λουστραρισμένη πάντα εκφραστική και εξαιρετικής βαρύτητας και βάθους γλώσσα του Χρίστου Γιανναρά, με την λεκτική εκφραστική του Βασίλειου Τατάκη ή του Στέλιου Ράμφου. Η συγκίνηση πάντως και η αναγνωστική απόλαυση των Κειμένων και των Βιβλίων των παραπάνω ελλήνων δασκάλων και στοχαστών είναι αβίαστα θετική και μας φανερώνει πώς πορεύτηκε το Ελληνικό Πνεύμα τον προηγούμενο αιώνα. Μία άλλη περίπτωση της περιπέτειας των ιδεών και του ελληνικού στοχασμού είναι η πολύ ειδική και σφιχτή, πυκνή γλώσσα των θεωρητικών κειμένων και αναλύσεων του ομότιμου καθηγητή Πειραιώτη Πλατωνιστή Βρασίδα Καραλή. Αν και οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ο Καραλής ενώ διαθέτει πάντα υψηλό ύφος, όπως το όρισε ο Λογγίνος στο αρχαίο σύγγραμμά του, γνωρίζει μέσα στην γνωστική και λεκτική πολυμηχανία του να διαφοροποιείται λεκτικά και εκφραστικά από βιβλίο σε βιβλίο του, να υιοθετεί αρμονικά και ισορροπημένα ένα διττό ύφος, αυτό της φιλοσοφίας και αυτό της λογοτεχνίας, και ανάλογα με το θέμα που σπουδάζει να καλλιεργεί και να αυξάνει την γλωσσική τεχνολογία του ζητήματος. Βλέπε π.χ. την προσωπική του ελεγεία, τον σπαρακτικό θρήνο του «Αποχαιρετισμός στον Ρόμπερτ», το μικρό αυτοβιογραφικό βιβλιαράκι των παιδικών του χρόνων κοντά στην γιαγιά του που διδάχθηκε τα πρώτα γλωσσικά του ψελλίσματα και ακούσματα  "Σφερδούκλια στο κεφάλι" και την διαφορά τους από την ξενόγλωσση μελέτη του για την «Μιά Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφο», που αν και δίγλωσσος, δεν λησμόνησε τις γλωσσικές του ρίζες.  

-Το κείμενο του καθηγητή Κωνσταντίνου Ιω. Βουδούρη, χωρίζεται σε 7 εκτενή και ενδιαφέροντα κεφάλαια, με τις σχετικές σημειώσεις τους.

          Αντιγράφουμε:

Από το 2ο «Ως δάσκαλος της φιλοσοφίας ο Θεοδωρακόπουλος πιστεύει πώς είναι πρωταρχικό του μέλημα να κάνη το νέο να αγαπήση τη φιλοσοφία και μάλιστα την ελληνική. Γι’ αυτό του μιλάει στη γλώσσα που αγγίζει περισσότερο την ψυχή του, επιδιώκοντας να τον φέρη βαθμιαία στο σημείο εκείνο από όπου θα μπορέση μόνος του να αντιληφθή την αξία που έχει η φιλοσοφία για τη ζωή του». Κεφάλαιο 3ο «Η Χαϊδελβέργη έκανε τον νέο Θεοδωρακόπουλο να συναντήση τον πάντοτε νέο Πλάτωνα, τον Πλάτωνα πέρα από το γράμμα και τον τύπο του κειμένου.». Κεφάλαιο 5ο «Την σχέση αυτή του μαθητή και δασκάλου θεωρεί αναγκαία, γιατί μόνον έτσι μπορούν να απελευθερωθούν όλες οι δυνάμεις της ψυχής του νέου ανθρώπου: «Η ψυχή μας», γράφει ο Θεοδωρακόπουλος, διασαφών τον Πλάτωνα, «έχει μερικά κέντρα δράσης που, ενώ από το ένα μέρος μένουν ανεξιχνίαστα από τη δύναμη του λόγου, όμως από τάλλο, εφ’ όσον λειτουργούν, της εξασφαλίζουν πλούσια ικμάδα. Κι’ ό,τι βλαστάνει μέσα σε αυτά, η ψυχή το χαϊδεύει μονάχα με την αύρα του μύθου και της ποίησης». Και από το 7ο Κεφάλαιο, «Η φιλοσοφία με το Θεοδωρακόπουλο στην σύγχρονη Ελλάδα γίνεται «αίρεσις βίου». Γίνεται το αίτημα και ο διαρκής αγώνας για το φωτισμό των προβλημάτων του ανθρώπου’ γίνεται απειροδύναμη διδαχή και ανεξάντλητη πηγή ανθρωπιάς και εθνικής αυτοσυνειδησίας. Αυτά πέτυχε ο αείμνηστος Δάσκαλος με το λόγο, με τη φιλοσοφική του διδασκαλία.»

-Το άρθρο του Κωνσταντίνου Ι. Δεσποτόπουλου, έχει τρία κεφάλαια και το αντιγράψαμε.

-Το κείμενο του Λίνου Γ. Μπενάκη, για το «συγγραφικό έργο» του Ι. Ν. Θ. τηρεί την χρονολογική περίοδο παραγωγής των έργων και εργασιών του. Ίσως, τα αρχικά Λ. Μ. χωρίς το πατρώνυμο, που συναντάμε στην Χρονογραφία, να ανήκει στον Λίνο Γ. Μπενάκη. Βλέπε και προηγούμενο σημείωμά μας.

-Το άρθρο του Κώστα Π. Μιχαηλίδη χωρίζεται σε 5 κεφάλαια. Το 4 έχει πέντε ενότητες. Σημειώσεις. Στην σύντομη αυτή εξέτασή του αναλύει το έργο του Θεοδωρακόπουλου «Εισαγωγή στον Πλάτωνα». Γράφει: «Στο ερμηνευτικό αυτό κείμενο στρεφόμαστε για να χαρούμε το ήθος και το πάθος της φιλοσοφικής συζήτησης, που γίνεται βίωμα και βαθειά επικοινωνία με τον πλατωνικό διάλογο, ο οποίος ξαναγυρίζει κοντά μας με μιαν νέα εκφραστικότητα που πλουτίζει και ευρύνει την νεοελληνική γλώσσα αποδίδοντάς της το χάρισμα να είναι λόγος φιλοσοφικός και λογοτεχνικός μαζί, αντάξιο έκτυπο του ζωντανού, ενδιάθετου λόγου του Δασκάλου».

-όπως σημειώνει στην αρχή του άρθρου της η κυρία  Γ. Αλατζόγλου-Θέμελη: «Σε δύο επίπεδα κινείται το ενδιαφέρον του Ι. Ν. Θ. για την Ψυχολογία: (Ι) στη θεώρηση της σχέσης Ψυχολογίας και Φιλοσοφίας και (ΙΙ) στη θεώρηση της Ψυχολογίας καθαυτήν».

- το εκτενές άρθρο του Ευάγγελου Α. Μουτσόπουλου, είναι προσανατολισμένο με την εξέταση της Φιλοσοφίας της ωριμότητας του Θεοδωρακόπουλου. Ένα κείμενο τόσο σφιχτό ίσως αποκλειστικό για πολύ ειδική κατηγορία αναγνωστών. Αν η μνήμη δεν με απατά, ο κύριος Ε. Α. Μουτσόπουλος είναι ο ευφυής νέος επιστήμονας που προσέχθηκε και ακούστηκε προς το τέλος της επταετίας ως παιδί θαύμα. Η γλώσσα του πάντως ξενίζει πολύ για όλους εμάς τους αμύητους.

-Εξαιρετικό και χρήσιμο για την εξέταση του έργου του Θεοδωρακόπουλου είναι το δεκασέλιδο άρθρο του φίλου και συνοδοιπόρου του πολιτικού Κωνσταντίνου Τσάτσου, (σε μεταγενέστερη ανάρτησή μας θα το αντιγράψουμε). Εδώ να σταθούμε ενδεικτικά σε θέσεις του Κ. Τσάτσου:- «Ο Θεοδωρακόπουλος , διαποτισμένος από την ελληνική παιδεία επιχειρούσε αδιάκοπα μιά ιχνηλασία σε όλο το χώρο του δυτικού πολιτισμού, για να παρακολουθήσει τη διείσδυση του ελληνικού πνεύματος σε όλες τις εκφάνσεις της φιλοσοφίας, της επιστήμης, της τέχνης, της θρησκείας. Και ήταν η μεγάλη χαρά του να βρίσκει παντού Ελλάδα, τα ιδανικά, που αυτή έπλασε και πού, όταν ανασηκώνεις ένα στρώμα, άλλοτε διάφανο, άλλοτε πιο πηχτό, τα συναντάς, ειπωμένα με άλλες φωνές, αλλά τα ίδια στην ουσία τους». – «Ο Ελληνισμός δεν είναι μόνο ένα ιστορικό φαινόμενο, είναι και μιά μεταφυσική ιδέα. Μέσα σ’ αυτήν ζει και από αυτήν τρέφεται ο Θεοδωρακόπουλος».  Και –«Κάθε εθνικός πολιτισμός καλύπτεται από ένα μεταφυσικό στερέωμα. Έχει το δικό του μεταφυσικό νόημα.» Ενώ για την γλώσσα που χρησιμοποιεί και από την οποία διαφοροποιείται ο Τσάτσος, αναφέρει μεταξύ άλλων: «Η γλώσσα που μεταχειρίσθηκε ο Θεοδωρακόπουλος ήταν μιά συντηρητική δημοτική. Ο δημοτικισμός ήταν ένας από τους λόγους που τον έκανε αντιπαθή- είμαστε στα 1930- σε έναν κόσμο τότε ακόμη ισχυρό, που έμενε φανατικά προσκολημμένος στην καθαρεύουσα. Αλλά και η συντηρητικότητα της δημοτικής του ενοχλούσε λίγο αργότερα τους ορθόδοξους δημοτικιστές.  Έτσι, πάλι μόνος του βάδισε το δικό του δρόμο. Ήταν, όπως έγραφε ο ίδιος, ένας αδογμάτιστος δημοτικιστής….».

-Από το άρθρο του Δημητρίου Δ. Μούκανου» «Ο Θεοδωρακόπουλος ερμήνευσε Πλάτωνα, δηλ. άνοιξε διάλογο με το νόημα του κειμένου με ένα ουσιώδες και έντονο προσωπικό χρώμα και ύφος, με τα δικά του ερωτήματα και σχήματα στοχασμού, στη σκιά των δικών του ενδιαφερόντων…..».

-Από το κείμενο της Μ. Δραγώνα- Μονάχου: «… Η κριτική φιλοσοφία του πάντως έπεισε αμετακίνητα πολλούς μαθητές του, που δεν συνοδοιπορούν απαρέκκλιτα με όλες τις ρωμαλέες ιδεαλιστικές θέσεις του. Ο μυνηματικός χαρακτήρας της ηθικής φιλοσοφίας του με ατόφια την ιδέα του αγαθού, ολόφωτη και ακέραια μέσα στην κάποια αοριστία και καθολικότητά της, και η απελευθερωτική λειτουργικότητα της ηθικής και γενικώτερα της φιλοσοφίας του έχει γονιμοποιήσει, και είμαστε βέβαιοι ότι με τον καιρό θα γονιμοποιήσει ριζικώτερα τον νεοελληνικό στοχασμό, γιατί αποτελεί το αυθεντικώτερο φανέρωμα της συνέχειας του αρχαίου λόγου στον σημερινό, φορτισμένο από όλο τον πόνο της γνώσης των αιώνων που τους γεφυρώνουν». 

-στην σελίδα 132 που δημοσιεύονται οι Παρατηρήσεις του Ι. Ν. Θ. μας δίνεται η εξής πληροφορία: «(Απόδοση των Παρατηρήσεων του αειμνήστου Γενικού Γραμματέως της Ακαδημίας με βάση τις σημειώσεις, πού είχε κρατήσει ο κ. Λ. Μπενάκης κατά την χωρίς χειρόγραφο ανάπτυξη των απόψεών του την παραμονή του θανάτου του. Δημοσιεύτηκε στα «Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών», 56 (1981) σελ. 83-84)».

          Κλείνοντας ο βιολογικός κύκλος ζωής του Ιωάννη Θ. Θεοδωρακόπουλου, το περιοδικό «Νέα Εστία» δημοσιεύει στο τεύχος 1289/ 15 Μαρτίου 1981 στον 109ο τόμο τις σελίδες στην μνήμη του. Ο ποιητής και ακαδημαϊκός Γεώργιος Αθάνας γράφει το τετράστιχο έξι στροφών ποίημα «ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ». «Τάχα τι ν’ απογίνανε/ μια νύχτα του Φλεβάρη/ των γνώσεών σου ο θησαυρός/ των ιδεών σου ο πλούτος;». Για την απώλειά του γράφουν οι φίλοι του ακαδημαϊκοί Κωνσταντίνος Τσάτσος, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Ιωάννης Καρμύρης. Ο εικαστικός Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας μιλά για το «Πως έγινε το πορτραίτο του Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου». Η Μυρτώ Δραγώνα Μονάχου γράφει το «Μνήμη» Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου». Και επίσης για το τελευταίο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Αγαπημένη μου Χαϊδελβέργη». Δύο μήνες πριν εκπνεύσει το 1981, το περιοδικό στο τεύχος του 1305/ 15 Νοεμβρίου 1981 αφιερώνει σελίδες του σε ανέκδοτα κείμενα του Πλατωνιστή φιλοσόφου και μία σκιαγράφηση του Δασκάλου από την Άντα Κατσίκη- Γκίβαλου.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Δεκέμβριος 2025- 14 Φεβρουαρίου 2026

  

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Λίνου Γ. Μπενάκη, Το συγγραφικό έργο του Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου

 

ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

του ΛΙΝΟΥ Γ. ΜΠΕΝΑΚΗ

Τετράδια «ΕΥΘΥΝΗΣ», Νούμερο 18/ 4, 1983, σ. 152. ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟ- ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ, σελ. 79-87.

    Η πρώτη προσπάθεια για τη σύνταξη μιάς Εργογραφίας Ιωάννου Ν. Θεοδωρακόπουλου έγινε με την έκδοση του τόμου «Δεσμός», του αφιερωμένου στα 75 χρόνια του Δασκάλου μας. Περιελάμβανε το 1975 33 τίτλους βιβλίων και 156 τίτλους άρθρων, ομιλιών, βιβλιοκρισιών και άλλων μικρών κειμένων του.

          Και βέβαια στην προσπάθειά μου εκείνη, να καταγράψω και να κατατάξω το εκτεταμένο συγγραφικό του έργο, ήταν η βοήθεια του  ίδιου, παρά το γεγονός ότι ο αείμνηστος δάσκαλος δεν τηρούσε προσωπικό αρχείο δημοσιευμάτων, και όλα σχεδόν τα βιβλία του και τα περισσότερα από τα Ανάτυπα άρθρων του ήταν εξαντλημένα, χωρίς το ελάχιστο απόθεμα στη βιβλιοθήκη του, καθώς τα προσέφερε απλόχερα στους πάμπολλους φίλους, συνεργάτες και μαθητές του. Μπορώ να μαρτυρήσω για το γεγονός, ότι οι περισσότερες από τις επανεκδόσεις των βιβλίων του-και η ίδια η συγκέντρωση σ’ ένα τόμο των πρώτων φιλοσοφημάτων του το 1978- έγιναν από αντίτυπα συνεργατών του.

          Η οριστική, αλλοίμονο!, αναγραφή των δημοσιευμάτων Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλου, όπως δημοσιεύεται στον τόμο 10-11/ 1980-1981 της «Φιλοσοφίας», της Επετηρίδας του Κέντρου Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών-που εκείνος ίδρυσε και που μόλις αυτές τις μέρες κυκλοφορεί αφιερωμένος στη μνήμη του-περιλαμβάνει τώρα 53 τίτλους βιβλίων και 225 άρθρων, ομιλιών, βιβλιοκρισιών κλπ. (Στην Εργογραφία αυτή, σελ. 35-47, οι πλήρεις τίτλοι και τα άλλα βιβλιογραφικά στοιχεία όλων των κειμένων, πού αναφέρονται παρακάτω).

          Και αυτή η Εργογραφία του έγινε ύστερα από έρευνα και συγκέντρωση στοιχείων, όχι από το προσωπικό του αρχείο- γι’ αυτό και είναι βέβαιο ότι παρουσιάζει κενά, ιδίως στις παλαιότερες περιόδους. Ελπίζω η δημοσίευση να βοηθήσει στην επισήμανση κειμένων που λανθάνουν, και είμαι βέβαιος ότι με την πολύτιμη βοήθεια της Κας Ελένης Θεοδωρακοπούλου- Στρατήγη και όσων άλλων έχουν να συνεισφέρουν συμπληρωματικούς τίτλους, θα φθάσουμε και στην αναδρομικά οριστική καταγραφή- και μακάρι επανέκδοση- του πολύτιμου έργου του μεγάλου φιλοσόφου. Μαζί με τη συγκέντρωση σε ένα 2ο και ένα 3ο τόμο «Φιλοσοφία και Ζωή» των μικρότερων κειμένων του θα είμαστε ευτυχείς να δούμε και την «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας», που είχε προγραμματίσει και που έτοιμη ευτυχώς θα κυκλοφορήσει με τη φροντίδα της οικογένειας του δασκάλου μας.

Στην αποψινή μνημόσυνη εκδήλωση η ευλαβική προσέγγιση του απλωμένου σε πολλές χιλιάδες σελίδες πολύπτυχου και πολυσήμαντου αυτού έργου του θα ήθελα πολύ να είναι περισσότερο ποιοτική παρά ποσοτική. Φοβούμαι ότι το δεύτερο προσφέρεται καλύτερα στην περίσταση, γι’ αυτό και παρακαλώ στην αποψινή περιδιάβαση να μη μας διαφεύγει ποτέ ότι το μέγιστο χρέος μας είναι να συλλάβουμε την εσωτερική αξία του επιστημονικού και του επικαιρικού λόγου του Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου, που δεν είναι ποτέ συμβατικός, ουδέτερος, πλεοναστικός και εφήμερος, αλλά λόγος ζυμωμένος με την εσωτερική ανάγκη να εκφράσει το φιλοσοφικό του πιστεύω, να διδάξει τις μεγάλες κατακτήσεις του πνεύματος και τις αλήθειες του κόσμου και της ζωής, να χειραγωγήσει, να ελέγξει, να συγκινήσει, να υπηρετήσει την υπόθεση του ανθρώπου σε σχέση με τον εαυτό του και τον τόπο του. Και ας μου επιτραπεί εδώ να καταθέσω την μαρτυρία μου για το γεγονός, ότι αυτή η ποιότητα και αυτή η σημασία των γραπτών κειμένων του είναι που εξηγεί, πώς ο σοφός συγγραφέας ήταν δάσκαλος στην κυριολεξία και όσων- και είναι πολλοί- δεν ευτύχησαν να τον ακούσουν να διδάσκει από πανεπιστημιακή έδρα, της Θεσσαλονίκης ή των Αθηνών, και από τα άλλα βήματα που ελάμπρυνε στη μεστή διδακτικού λόγου μακρά ζωή του.

          Και κάτι ακόμα: ο αείμνηστος δάσκαλος ευτύχησε να πάρει στα χέρια του και με στοργική κατανόηση να διαβάσει τις εργασίες των μαθητών του στο Αφιέρωμα «Δεσμός», όπου όλα χωρίς εξαίρεση τα κείμενα αφετηρία τους έχουν το δικό του έργο στις ποικίλες διαστάσεις του, και των συγγραφέων του ο στόχος είναι αυτό το έργο να το κατανοήσουν και να το αναλύσουν, να φθάσουν δηλαδή στην ουσία της διδασκαλίας του και να επισημάνουν το καίριο, το πρωτότυπο και το μόνιμο σ’ αυτήν-και υπήρξαν περιπτώσεις, που τα πορίσματα αυτής της προσέγγισης και της συσχέτισης τόσων γραπτών του ξάφνιασε και τον ίδιο’ μπορώ να το βεβαιώσω αυτό! Έτσι ο τόμος «Δεσμός» είναι, πιστεύω, ένας βασικός οδηγός στην ποιοτική ακριβώς εκείνη προσέγγιση που πολύ δύσκολα θα μπορούσαμε να κάνουμε απόψε. Γι’ αυτό και όλες οι συμβολές του Αφιερώματος αναγράφονται τώρα στη νέα Εργογραφία Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου, που περιλάβαμε στον νέο τόμο της «Φιλοσοφίας».

          Από το 1927, το έτος που κυκλοφόρησε γερμανικά η δικτατορική διατριβή του για την «Πλατωνική Διαλεκτική του Είναι», ως το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου ο Ι. Ν. Θεοδωρόπουλος δημοσιεύει 8 βασικά έργα, 2 μικρότητα κείμενα και 43 άρθρα- από τα οποία τα 35 στους 11 τόμους του «Αρχείου Φιλοσοφίας και Θεωρίας των «Επιστημών». Όσοι ακούσαμε μόλις προχθές τον συγκινημένο λόγο του Προέδρου κ. Παναγιώτη Κανελλόπουλου στην Ακαδημία Αθηνών ή διαβάσαμε το σοφό δοκίμιό του για την Χαϊδελβέργη στο «Αφιέρωμα στον Κωνσταντίνο Τσάτσο», ξέρουμε τώρα πολύ καλύτερα τί σημαίνει η πνευματική παραγωγή του Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου αυτής της εποχής με αφετηρία τις σπουδές στη Χαϊδελβέργη και μέσα από τις σελίδες του «Αρχείου Φιλοσοφίας». Την προσδιόρισε άλλωστε και πρίν από λίγο ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος με το δικό του καίριο τρόπο.

          Εκτός από τις δύο γερμανικές διατριβές του- η δεύτερη για την «Μεταφυσική του Είναι στον Πλωτίνο» του 1928 επανεκδόθηκε στην Βέρνη το 1976- και την κλασική «Εισαγωγή στον Πλάτωνα», που την βρήκε ο πόλεμος στο Τυπογραφείο και από το 1941 ως σήμερα έχει 5  εκδόσεις, τα περισσότερα κείμενα της περιόδου αυτής (συγκεκριμένα της πρώτης γόνιμης τετραετίας 1927-1930) συγκεντρώθηκαν το 1978 στον επιβλητικό τόμο «Τα πρώτα μου φιλοσοφήματα» (564 σελίδες) για την έκδοση του οποίου ο αείμνηστος δάσκαλος ήταν ιδιαίτερα ευτυχής. Παρακολούθησε την εκτύπωση από πολύ κοντά και δοκίμασε την ικανοποίηση να ξαναδιαβάσει τα πρώτα του έργα τόσο προσεκτικά και κριτικά ώστε να συζητά πρόθυμα για θέσεις και κρίσεις του σ’ αυτά, κι ακόμη να επισημάνει και ορισμένες αβλεψίες στις πρώτες εκδόσεις (έχουν περιληφθεί μετά την εκτύπωση σε μιά πρόσθετη σελίδα).

          Θυμίζω τους τίτλους των κειμένων αυτών.

Βιβλία:

-«Θεωρία του λόγου ή Γνωσεολογία» Α’ (1928) -«Αι αρχαί της Φιλοσοφίας της Ιστορίας» (1928), -«Αι θεμελιώδεις έννοιαι της φιλοσοφίας του Πλωτίνου» (1928), -«Η Γνωσεολογία του Ρίκερτ ως εισαγωγή εις τον Νεοκαντιανισμόν» (1929), -«Φιλοσοφία της τέχνης» (1929), «Σχολαστικισμός και φιλοσοφική κριτική» (1930) – το τελευταίο να συμπληρωθεί με το εκτενές άρθρο του (1931) στο «Αρχείο»: «Τα φιλοσοφικά κείμενα στα χέρια των Σχολαστικών» (αλλά στη σύγκρουση με το φιλοσοφικό κατεστημένο των Αθηνών στις αρχές της δεκαετίας του ’30 θα αναφερθεί ειδικότερα ο τρίτος ομιλητής της βραδιάς.

Άρθρα:

-«Η έννοια της Φιλοσοφίας και η έννοια της Ιστορίας της Φιλοσοφίας» (1929),-«Φιλοσοφία και Ψυχολογία» (1929), -«Ο Νεοκαντιανισμός και ο P. Natorp”. (1929), «Ηράκλειτος», «Πλάτωνος Θεαίτητος», «Κάντιος» (πυκνά λήμματα στην «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια» τ.12/1930).

          Δεν επανεκδόθηκαν τα άρθρα στο «Αρχείο Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών. Των τόμων Β/1930- ΙΑ/1940: «Η φιλοσοφία της παιδείας», «Η έννοια της αξίας στη συστηματική φιλοσοφία», «Το πνεύμα και η ζωή», «Το πρόβλημα της Φιλοσοφίας της Ιστορίας», «Αληθινός δημοτικισμός και πνευματικός νεοπλουτισμός», «Η φιλοσοφία και οι νέοι», «Η έννοια του εγώ και η έννοια της εποπτείας», «Ο γερμανικός ιδεαλισμός και η σημερινή γερμανική φιλοσοφία» (1935), «Ο ηθικός στοχασμός και η θεωρία της ηδονής», «Ιστορία και ζωή», «Το πρόβλημα της ζωής και του θανάτου στον Φαίδωνα του Πλάτωνος», «Διάνοια, δύναμη της κρίσης και νους στον Κάντ», «Η έννοια της ψυχής στον Αριστοτέλη»: συνολικά 100 σελίδες, καθώς και οι Μεταφράσεις, οι δέκα Βιβλιοκρισίες (μικρά μελετήματα όλες με προσωπικές θέσεις και απόψεις), κριτικά σημειώματα, νεκρολογίες φιλοσόφων κ.ά.

          Ιδιαίτερα χρήσιμη θα ήταν η επανέκδοση και μερικών άλλων δημοσιευμάτων της περιόδου αυτής, που είναι δυσεύρετα (ή και λανθάνουν). Επισημαίνω την μακρά Επιστολή από την Χαϊδελβέργη (1928), που δημοσιεύθηκε στο «Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος» του 1930 με τον τίτλο «Ιστορία και φύσις», τις εξομολογητικές σελίδες με τον τίτλο «Από τα λόγια της ψυχής μου» στο ίδιο Ημερολόγιο του 1931- 1932, την συνέντευξη στο Περιοδικό «Μελέτη-Κριτική», τεύχος 2/1932 για την πορεία των πνευματικών μας πραγμάτων, κ.ά.

          Το τελευταίο δημοσίευμα του δασκάλου στην αρχή του πολέμου 1940-1941 είναι ένα δισέλιδο στο «Αφιέρωμα της Νέας Εστίας» στον Παπαδιαμάντη με τίτλο «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης- Ζωγράφος του εσωτερικού βίου» (1941). Ακολουθεί σιωπή ως το 1944- εδώ όμως λανθάνουν ακόμη κάποια δημοσιεύματα στον μυστικό τύπο της Κατοχής-, και έχουμε από το 1945 ως το 1947 τους εξής χαρακτηριστικούς τίτλους κειμένων, που μαρτυρούν την μεγάλη ευαισθησία και την αγωνία του φιλοσόφου για τα προβλήματα του Ελληνισμού, καθώς μόλις έβγαινε από τη φοβερή δοκιμασία του Παγκοσμίου Πολέμου: «Λόγος στην Πλατεία Θησείου προς τον λαό» (25 Μαρτίου 1945)- έχει περιληφθεί μαζί με άλλα ανάλογα κείμενά του στον τόμο των Εκδόσεων των Φίλων «Το Εικοσιένα και ο σύγχρονος Ελληνισμός» (1972) –«Η Ελλάς ως ιδέα, ο πόλεμος και οι  ιδεολογίες» (1945, 23 σελ.), «Το πνεύμα του Νεοελληνισμού και η τροπή των καιρών» (1945, 72 σελ.) –Για τα δύο αυτά βαρυσήμαντα και «προφητικά» κείμενα παραπέμπω στο διεξοδικό διεισδυτικό μελέτημα του Λευτέρη Πλατή στο Αφιέρωμα «Δεσμός» (σελ. 495-546) και για τον Έλληνα Θεοδωρακόπουλο γενικά στον προχθεσινό μόλις εμπνευσμένο Λόγο του Προέδρου κ. Κωνσταντίνου Τσάτσου στην Ακαδημία Αθηνών.

          Το 1947 δημοσιεύθηκε το μελέτημα «Ευρώπη και Σοσιαλισμός» (σειρά άρθρων στο Περιοδικό «Δημοκρατική Επιθεώρηση», πού ολοκληρωμένη με βάση το χειρόγραφο της εποχής αποτέλεσε το ομώνυμο βιβλίο στις Εκδόσεις των Φίλων 1971, 153 σελ.). Επίσης τα άρθρα «Μία εθνική διαμαρτυρία προς την Επιτροπήν Ερεύνης και τους αντιπροσώπους των γειτόνων», «Η ελληνική σχεδία του βίου», «Ο Σολωμός και η ελευθερία του 1821», κ.ά.

          Το 1947 κυκλοφορεί το «Σύστημα Φιλοσοφικής Ηθικής» Α΄ (4 εκδόσεις ως σήμερα) και το 1948 ο πλατωνικός «Φαίδρος» με Εισαγωγή, αρχαίο και νέο κείμενο με σχόλια (3 εκδόσεις ως σήμερα). Από το 1948 ως το 1967, το έτος της βίαιης απομάκρυνσής του από το Πανεπιστήμιο, έχουμε 8 τόμους Πανεπιστημιακών παραδόσεων («Εισαγωγή στη Φιλοσοφία», «Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας», Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία, «Λογική», «Γενική Ψυχολογία» κ.ά.) και βέβαια το έργο, στο οποίο συνταίριαξε τη σοφία του με την καλλιτεχνική του φύση, γραμμένο σε υψηλή γλώσσα, τον «Φάουστ του Γκαίτε», Μετάφραση με αισθητική και φιλοσοφική ερμηνεία (3 εκδόσεις ως σήμερα), καθώς και το υποδειγματικό μελέτημα- και προσδιοριστικό της επιλογής τριών μορφών-σταθμών της ελληνικής σκέψης-«Πλάτων- Πλωτίνος-Ωριγένης» (εξαντλημένο δυστυχώς σήμερα). Στους τόμους «Χριστιανικά και Φιλοσοφικά μελετήματα» (1949, 2η επηυξημένη έκδοση 1973) και «Φιλοσοφία και Ζωή» (1967) είναι συγκεντρωμένα πολλά σημαντικά κείμενα- ομιλίες κυρίως φιλοσοφικού και παιδευτικού περιεχομένου- της περιόδους 1947-1967.

          Από το 1960 και για 20 ολόκληρα χρόνια σημαντικά φιλοσοφικά, κριτικά και άλλα κείμενα πνευματικής και εθνικής αυτογνωσίας (συνολικά 40 τίτλοι) δημοσιεύονται σε κάθε τόμο των «Πρακτικών της Ακαδημίας Αθηνών». Μερικοί μόνο τίτλοι εδώ από την πνευματική αυτή παραγωγή του ακαδημαϊκού Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλου στο χώρο της Ακαδημίας Αθηνών, που εξαντλείται βέβαια καθόλου με μόνα τα κείμενα αυτά: Φιλοσοφική θεώρησις της εποχής μας (1961), Η θέσις του Ελληνισμού εις τον σύγχρονον κόσμον, Περί Μεταφυσικής, Η ουσία της Θρησκείας, Έγελος και Ιωάννης Βενθύλος, Η αυτογνωσία του συνειδέναι και ο Κάντ, Η Ελλάς ως οικουμενική ιδέα, Λόγος και μύθος κατά Πλάτωνα, Ο ορισμός της τραγωδίας κατά τον Αριστοτέλη, Κριτική της Οντολογίας του Χάϊντεγγερ, η Αισθητική του Κάντ, Η Φιλοσοφία της Οικονομίας και της Τεχνικής (1976). Το πνεύμα της Ευρώπης (1979). Η Ελλάς, τα ελληνικά γράμματα και ο κόσμος, Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του Ελληνισμού (1980). Στα Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών είναι δημοσιευμένο τώρα και το κύκνειο άσμα του, οι Παρατηρήσεις του στην Ανακοίνωση του Ακαδημαϊκού κ. Μιχαήλ Στασινόπουλου για «Το γράμμα Ε ως έμβλημα του Μαντείου των Δελφών» το απόγευμα της μοιραίας εκείνης Πέμπτης, 19 Φεβρουαρίου 1981.

          Η περίοδος 1960-1980 είναι ασφαλώς η πιό παραγωγική σε βιβλία και δημοσιευμένες ομιλίες, άρθρα και ποικίλα κείμενα: 25 τόμοι βιβλίων και 160 επιστημονικά και ελληνοκεντρικά άρθρα, ομιλίες, Πρόλογοι σε βιβλία τρίτων, επίκαιρα κείμενα, κριτικά σημειώματα, Συνεντεύξεις, Νεκρολογίες κ.ά. Τακτική είναι η παρουσία του στα Περιοδικά: «Φιλοσοφία» (από το 1971, το έτος που ο ίδιος ως Πρόεδρος της Εφορευτικής Επιτροπής του Κέντρου Φιλοσοφίας και Γενικός Γραμματεύς της Ακαδημίας εισηγήθηκε την έκδοσή της και θεμελίωσε το ετήσιο φιλοσοφικό σύγγραμμα της Ακαδημίας με τη διεθνή πιά αναγνώριση), «Παρνασσός», «Νέα Εστία», «Ευθύνη» (περισσότερα από 20 άρθρα με καίριες θέσεις σε κρίσιμα θέματα της εποχής και του τόπου), «Χριστιανικό Συμπόσιο» (άρθρα του και στους 5 τόμους του), «Λακωνικαί Σπουδαί», κ.ά. Για τη σύγχρονη πνευματική ιστορία μας ιδιαίτερη σημασία έχουν, πιστεύω, και όλα τα επικαιρικά κείμενά του σε έντυπα μεγάλης κυκλοφορίας: εφημερίδες και περιοδικά, χωρίς να υπολογίσουμε τις Συνεντεύξεις στο Ραδιόφωνο, από τις οποίες λίγες μόνο δημοσιεύονταν μετά.

          Εδώ θα ήταν αναγκαία και πολύ διαφωτιστική μιά συστηματική- θεματική κατάταξη όλων αυτών των κειμένων,  αυτό δηλαδή που χαρακτήρισα ποιοτική προσέγγιση του συγγραφικού έργου του Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου. Λυπούμαι, που ο χρόνος δεν επιτρέπει παρά τη απλή ανάγνωση χαρακτηριστικών τίτλων των κειμένων, από την οποία και μόνο όμως φαίνεται το εύρος των θεμάτων που τον απασχολούσαν υπεύθυνα και δημιουργικά: Η Λαϊκή Βιβλιοθήκη Βόλου (ομιλία στις 15.2. 1981 στο Βόλο), «Αντιευρωπαϊκή η Παιδεία μας;» (συνέντευξη στις 27.1.1981), Πρόλογος στο βιβλίο Κ. Βασιλείου, Δημογραφική ανάλυση νομού Κορινθίας, Η έννοια της ελευθερίας, Λεωνίδας Ζέρβας (Νεκρολογία), Για να ζήσει η Δημοκρατία, Επιστροφή στις ρίζες, Γιώργος Σαραντάρης (ομιλία στο Λεωνίδιο, 22.5.1977), Κινδυνεύει η ζωή μας, Η γλώσσα και το νόημά της, Δημόσια συζήτηση για την ελληνική παράδοση (9.2.1979), Η ερήμωση της Λακεδαίμονος και η ευθύνη ημών των ξενιτεμένων, Ο Αριστοτέλης στην ΟΥΝΕΣΚΟ, Η Φιλοσοφία και η ζωή, Η πολιτική αγωγή, Φώτης Κόντογλους, Η πολιτικοποίηση, Λαός και Έθνος, Παράδοσις και Δημοκρατία, Πώς βλέπει τις σημερινές εκλογές ένας φιλόσοφος (17.11.1974). Φιλοσοφικός ορισμός της ιδιοκτησίας, Ανάλυση και κριτική της θεωρίας του Φρόϋντ, Η Μεταφυσική του Βενιαμίν Λεσβίου, Η καταναλωτική κοινωνία. Η περιπέτεια των Πανεπιστημίων (1973), Λαός, Ιεραρχία, Πολιτεία, Πατριάρχης, Εις Μνήμην Μικράς Ασίας, Συνέντευξη για το νεανικό κίνημα, Θεώρηση της ελληνικής πραγματικότητας, Φιλοσοφία και Υπαρξισμός, Ελευθερία και αναγκαιότης, Ο Φάουστ και η Ελένη, Τί πρέπει να γνωρίζουν οι νέοι της εποχής μας (1971, εκυκλοφόρησε και ως Δίσκος33 στρ. στα χρόνια της δικτατορίας), Τα προβλήματα της νέας γενεάς, Πολιτεία- Δίκαιον-Έθνος- Βυζάντιον και Νέος Ελληνισμός. Ντάντε Αλιγκέρι, Πίστις και Λογική, Η συμβολή της ελληνικής Μεσογείου εις τον ευρωπαϊκόν πολιτισμόν, Προσκύνημα της πατρικής γης, Το Άγιον Όρος και η Ορθοδοξία. Διαφορά των πολιτισμών Δύσεως και Ανατολής, Τέχνη και κάλλος (1960), κλπ. κλπ.

          Στην ίδια περίοδο ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος στέλνει τακτικά συνεργασία και σε ξένα φιλοσοφικά περιοδικά, ενώ δημοσιεύονται σε ξενόγλωσσους συλλογικούς τόμους Ομιλίες και Ανακοινώσεις του σε Διεθνή Συνέδρια του εξωτερικού και σε εκδηλώσεις Ιδρυμάτων, Εταιρειών και Ακαδημιών, των οποίων είχε εκλεγεί μέλος. Από τα δημοσιεύματα αυτά ξεχωρίζω το αυτοπροσδιοριστικό του φιλοσοφικού του πιστεύω «Η φιλοσοφία ως μαρτυρία προσωπικής εμπειρίας» (γαλλικά και γερμανικά) στον 1ο τόμο της Σειράς «Οι φιλόσοφοι παρουσιάζουν τον εαυτό τους», πού από το 1975 άρχισε να εκδίδει η Ομοσπονδία των Φιλοσοφικών Εταιρειών και Ιδρυμάτων (FISP). Ιδιαίτερη ήταν η χαρά και η  ικανοποίησή του, όταν ο γνωστός εκδοτικός οίκος Nijholf ζήτησε να εκδώσει τα μαθήματα για την φιλοσοφία του Πλάτωνος, που έκανε στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης ως προσκεκλημένος Καθηγητής το θερινό εξάμηνο του 1969. Το 1972 κυκλοφόρησε στη Χάγη ο κομψός τόμος “Die Hauptprobleme der Platonischen Philosophie”.

          Επιστρέφω στα αυτοτελή δημοσιεύματα του φιλοσόφου μας, τους τόμους των βιβλίων από το 1974 και εξής. Είναι η χρονιά, που εκδίδονται οι δύο πρώτοι τόμοι της «Εισαγωγής στη Φιλοσοφία». Το 1975 εκδόθηκαν και οι άλλοι δύο τόμοι της τετράτομης Εισαγωγής: σύνολο 2200 σελίδες, πραγματικό έργο ζωής! Θυμόμαστε με πόση λαχτάρα αλλά και ήρεμη αναμονή εμπιστευόταν τα ομοιόμορφα ημίφυλλα των 12 μεγάλων ενοτήτων της τετράτομης «Εισαγωγής» στους συντελεστές της εκδόσεως. Ήταν τα χειρόγραφα της προηγούμενης επταετίας, στην οποία –εξαναγκασμένος να διακόψει το διδακτικό του έργο στο Πανεπιστήμιο- βρήκε το χρόνο, πιό πολύ όμως τη θέληση για την εκπλήρωση ενός χρέους, να προσφέρει στους σπουδαστές της Φιλοσοφίας και σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο μιά υπεύθυνη, ευσύνοπτη και ασφαλώς προσιτή, γι’ αυτό και αποτελεσματική μύηση στα μεγάλα θέματα της Φιλοσοφίας. Είναι ένα έργο απαλλαγμένο  από κάθε φόρτο «σοφών» παραπομπών και παρεκβάσεων, ένα κείμενο που όχι μόνο διδάσκει, αλλά και «ψυχαγωγεί» και εμπνέει στην δύσκολη πορεία προς την αλήθεια του φιλοσοφικού λόγου.

          Αλλά το 1975 είναι ένας πολλαπλά ευτυχισμένος χρόνος για τον Δάσκαλο. Στο κλίμα της αποκαταστάσεως του δημοκρατικού πολιτεύματος στη χώρα, πράγμα που ήταν βαθειά του έγνοια και αγωνία, γίνονται στις 20 Ιανουαρίου τα εγκαίνια της «Ελευθέρας Σχολής Φιλοσοφίας ο Πλήθων» στη Μαγούλα της Σπάρτης στα πόδια του Μυστρά, ικανοποίηση παλαιού βαθύτατου πόθου του και απαρχή πολλών συγκινήσεων από τον νέο άμεσο τρόπο επικοινωνίας με το διψασμένο για γνήσιο φιλοσοφικό λόγο και για καθαρή πνευματική τροφή πλήθος των ακροατών του, των ντόπιων και των πιστών από την πρωτεύουσα.

          Πρίν τελειώσει ο χρόνος τυπώνεται ο πρώτος τόμος των Εκδόσεων της Σχολής που περιέλαβε τους λόγους των εγκαινίων και τα μαθήματα της Α΄ περιόδου. Θυμίζω τα θέματα της πρώτης εκείνης σειράς μαθημάτων στην Μαγούλα: Η θέση του Ελληνισμού στο σύγχρονο κόσμο- Ένας γενικός χαρακτηρισμός της εποχής μας.- Ο άνθρωπος και η σύγχρονη εποχή.- Ή έννοια της προόδου.- Τεχνική και σύγχρονος άνθρωπος.- Τί είναι Φιλοσοφία. Και όπως σε κάθε σειρά, το πρώτο μάθημα το αφιερωμένο στον φιλόσοφο του Μυστρά, τον τελευταίο βυζαντινό και πρώτο νεοέλληνα, όπως εύστοχα τον ονόμασε ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος.

          Στη σειρά της «Ελευθέρας Σχολής ο Πλήθων» εκδόθηκαν 7 τόμοι. Τον 7ο δεν πρόλαβε δυστυχώς να τον χαρεί ολοκληρωμένο. Περιλαμβάνει την βαρυσήμαντη σειρά των τελευταίων μαθημάτων του στη Μαγούλα «Η Πολιτική των Ελλήνων τον Οκτώβριο του 1980. Σημαντικό γεγονός ήταν η οργάνωση του Β΄ Διεθνούς  Συμποσίου Φιλοσοφίας της FISP στην Μαγούλα το 1976. Γενικό θέμα του Συμποσίου «Μελέτη θανάτου» με τη συμμετοχή κορυφαίων φιλοσόφων από όλο τον κόσμο. Και ως έκδοση ο τόμος των ομιλιών εκείνων (355 σελίδες με όλα τα κείμενα και σε ελληνική μετάφραση) ήταν σπουδαία προσφορά του Δασκάλου, που υπήρξε απαράμιλλος οικοδεσπότης και οργανωτής του Συμποσίου,  αλλά και τιμήθηκε επάξια από τους εκλεκτούς Συνέδρους.

          Ο 3ος τόμος της σειράς της «Ελευθέρας Σχολής Φιλοσοφίας ο Πλήθων» περιέλαβε τα «Μαθήματα Φιλοσοφίας της Τέχνης» του 1977. Ο 4ος τα Μαθήματα Φιλοσοφίας Πολιτισμού» και τον κύκλο για τα «Προβλήματα του Νέου Ελληνισμού». Ο 5ος τον κύκλο «Η Παιδεία των Ελλήνων» (1979) και ο 6ος τις Ανακοινώσεις και Ομιλίες του «Πανελλήνιου Συμποσίου για τα βασικά προβλήματα του συγχρόνου Ελληνισμού» (Οκτώβριος 1979), 300 περίπου σελίδες. Ένας σπουδαίος και πολύτιμος τόμος, που το συμφέρον του τόπου θα επέβαλε (και επιβάλλει πάντα) να αξιοποιηθεί. (Αναλυτικό Σημείωμά μου για τις εκδόσεις της «Ελευθέρας Σχολής Φιλοσοφίας» βλέπε στη «Νέα Εστία» της 15.11.1980).

          Το 1980 κυκλοφόρησαν τα δύο τελευταία αγαπημένα βιβλία του Δασκάλου. Ο Πλατωνικός «Θεαίτητος» (Εισαγωγή, αρχαίο και νεοελληνικό κείμενο) στην σειρά των αυτοτελών εκδόσεων του Κέντρου Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών. Για τη μετάφραση του πλατωνικού αυτού διαλόγου-από τους σημαντικότερους αλλά και δυσκολότερους διαλόγους- ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος εργάσθηκε πολλά χρόνια, και στον Πρόλογό του εξέθεσε με χαρακτηριστική αυτοπεποίθηση τις βασικές μεταφραστικές και ερμηνευτικές του αρχές. Ένα κείμενο υποθήκη.

          Λίγους μήνες πρίν από το αδόκητο τέλος ήρθε η «Αγαπημένη μου Χαϊδελβέργη» το πιό προσωπικό του βιβλίο- ωραία έκπληξη για πάρα πολλούς ασφαλώς-που έγινε αμέσως και best- seller της περιόδου. Τον ευγνωμονούμε και γι’ αυτή του την προσφορά, και λυπούμαστε τόσο περισσότερο, γιατί δεν πρόλαβε  να μας δώσει και το δεύτερο «αυτοβιογραφικό» του βιβλίο, που μας είχε υποσχεθεί: το χρονικό της πανεπιστημιακής του ζωής και δράσης στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα.

                    Λίνος Γ. ΜΠΕΝΑΚΗΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

           Καταθέτουμε στα Λογοτεχνικά Πάρεργα το δεύτερο σημείωμά μας για τον επιφανή Πλατωνιστή έλληνα φιλόσοφο Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλο. Ο Δάσκαλος όπως αποκαλείται από τους μαθητές του και όχι μόνο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος, θεωρήθηκε επάξια και συγκαταλέγεται δικαιωματικά ακόμα και στις μέρες μας από την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα και τα πανεπιστημιακά περιβάλλοντα των καθηγητών και των κύκλων της Φιλοσοφίας διεθνώς, ως ένας από τους μεγαλύτερους και σημαντικότερους ερμηνευτές και σχολιαστές του αρχαίου έλληνα φιλόσοφου, του Πλάτωνα, όχι μόνο του 20ου αιώνα. Η συμβολή στις Πλατωνικές Φιλοσοφικές Σπουδές και Έρευνες του Ι.Ν.Θ. είναι τεράστια και πολύπτυχη όχι μόνο στην εποχή του και δεν περιορίζεται μόνο εντός των ελληνικών ή ευρωπαϊκών συνόρων σε ζητήματα Ιστορίας της Φιλοσοφίας και τη εξέλιξής της. Δυνατό και σπινθηροβόλο πνεύμα ο Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλος, οξύς νους, σπάνια κριτική σκέψη, φλογερή φιλοσοφική συνείδηση, δυνατή πέννα, ανοιχτό και δεχτικό μυαλό στα ρεύματα της εποχής του. Εργατικότατος μέχρι τις τελευταίες ώρες του επίγειου βίου του παρά τις αναρίθμητες δημόσιες υποχρεώσεις του λόγω των υψηλών θέσεων που του είχαν ανατεθεί και συμμετείχε, και παρά το άσθμα που τον βασάνιζε και άλλα προβλήματα της επισφαλούς υγείας του που τον τυραννούσαν λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του. Ένα γερασμένο και κουρασμένο «λιοντάρι» που μεταμορφώνονταν σε έναν άγρυπνο θηρευτή της ανθρώπινης συνείδησης, της ψυχολογίας του ατόμου, της περιπέτειας των Πλατωνικών ιδεών και Ελληνικής Φιλοσοφίας μόλις ανέβαινε στο βήμα για να μιλήσει για τον Θείο Πλάτωνα, να παρέμβει παιδαγωγικά σε μία συζήτηση, να κομίσει κάτι καινούργιο σε μία ομιλία, να διδάξει με θέρμη και αμέτρητο πατρικό ενδιαφέρον τους μαθητές του, να εκφέρει ελεύθερα την γνώμη του σε ένα συνέδριο για ζητήματα της Φιλοσοφίας, και παράλληλα τα διαχρονικά προβλήματα που απασχολούσαν τον Σύγχρονο Ελληνισμό, την ιδιοπροσωπεία και την ταυτότητα του Ελληνικού Λαού στην διαδρομή των αιώνων. Ακανθώδη προβλήματα που δεν αφορούσαν μόνο τους νέους της εποχής του τους χρόνους του επίγειου βιολογικού του βίου αλλά, και στο Μέλλον όπως σε κάθε συγγραφική του ευκαιρία τόνιζε. Μιά χαρακτηριστική εικόνα του Ι.Ν. Θ., στο πώς δηλαδή γνώριζε και κατόρθωνε να μεταμορφώνεται από ένα «κουρασμένο και γερασμένο λιοντάρι» όταν προσκαλείτο να μιλήσει για θέματα που απασχολούσαν το Νέο Ελληνισμό στις εσχατιές της Ελλάδας, (Κομοτηνή) και να πετυχαίνει άμεσα και αυθόρμητα να δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα μυσταγωγίας που ένιωθε και αισθάνονταν το ετερόκλητο και διαφορετικών ηλικιών και παιδείας ακροατήριό του. Πώς με το επιβλητικό παρουσιαστικό του, τους τόνους και τους χρωματισμούς της φωνής του, την καθαρή άρθρωσή του και τις ελεγχόμενες χειρονομίες των χεριών του συντελούσε στην ατμόσφαιρα της «μεταρσίωσης» των ατόμων που παρευρίσκονταν στις διαλέξεις του, όσων είχαν την τύχη να παρακολουθήσουν τις ομιλίες του, κρατούσαν σημειώσεις από τα λεγόμενα των παρεμβάσεών του και των αυστηρών αλλά σοφών και δίκαιων υποδείξεών του. Βλέπε «Μιά Μαρτυρία και μία Ανάμνηση» του συγγραφέα και συνεργάτη του περιοδικού και των Τετραδίων της «Ευθύνης» κυρού Παναγιώτη Φωτέα στο ίδιο αφιέρωμα σελ. 104-108, (Το χρονικό της επίσκεψης του Ι. Θ. στην Κομοτηνή). Ας μας επιτραπεί να προσθέσουμε ότι όσες φορές τις προηγούμενες δεκαετίες συναντούσαμε άτομα που υπήρξαν μαθητές, φοιτητές του, πάντα ακούγαμε τις ίδιες σταθερές θετικές κρίσεις για το πρόσωπό του, ότι ο Δάσκαλος κατόρθωνε να τους μαγεύει με το παρουσιαστικό του και την επιβλητική κάπως «μεγαλόσωμη» παρουσία του, ότι κρέμονταν από τα χείλη του όταν δίδασκε είτε στα Πανεπιστημιακά του έδρανα, είτε στην «Ελευθέρα Σχολή Φιλοσοφίας ο ΠΛΗΘΩΝ» στις Σειρές των περιοδικών Μαθημάτων του στην περιοχή της Μαγούλας στην Σπάρτη που είχε ιδρύσει. Μέχρι τα τελευταία του ήθελε να είναι χρήσιμος στην πατρίδα του, στον Ελληνισμό, στα ελληνικά φιλοσοφικά γράμματα, πρέσβευε στην διάδοση της φιλοσοφικής σκέψης και προβληματισμού της, των ερωτημάτων που θέτει, τις απαντήσεις που προτείνει σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κοινό ακροατών, σε όσο γίνεται μεγαλύτερη μερίδα του ελληνικού λαού, με τον πιο απλό τρόπο, με καθαρό στοχασμό, σαφή ερμηνεία και ύφος γραφής ξεκλειδώματος της φιλοσοφικής προβληματικής ακόμα και για τους πλέον αμύητους. Προσδοκούσε σε έναν Έλληνα μορφωμένο, σε έναν Λαό με στέρεα παιδείας αγωγή που δεν λησμονεί τα πολιτιστικά του ριζώματα και την προσφορά του στο παγκόσμιο πολιτιστικό γίγνεσθαι μέσα στην Ιστορία. Στους Έλληνες που θα ιχνομυθήσουν εκ νέου τις αληθινές της παράδοσής τους ρίζες, θα τις ανασύρουν από τα βάθη των αιώνων και θα μεταλαμπαδεύσουν τους χυμούς τους στους καινούργιους σύγχρονους καιρούς, θα επαναπροσεγγίσουν το Ελληνικό Οικουμενικό Πνεύμα στα τέσσερα σημεία των οριζόντων της Ανθρωπότητας. Πέρα από στείρους σωβινισμούς, μακριά από άκαιρες και επικίνδυνες πατριδολαγνείες, αφηρημένα βυζαντινοαυτοκρατορικά μεταφυσικά σχήματα ή προφητικούς μοναχών μεσσιανισμού θρύλους, αλλά και των παλαιών Εθνικών Ελλήνων ένδοξες Εθνικές εμφυλιοπολεμικές των κρατών- πόλεων στρατηγικές μεγαλειότητες. Είναι τέτοια η ρευστότητα και η ποικιλομορφία της δυναμικής του Ελληνισμού, του Ελληνικού πνεύματος διαχρονικά, πού δεν μπορεί να σταθεί, περιορισθεί ούτε στα ιερά χώματα που το γέννησαν και καρποφόρησε. Εμπεριέχει την ρέουσα ταυτότητα της Ελλάδας και ημών των Ελλήνων και ταυτόχρονα μας υπερβαίνει και εξαπλώνεται στα πέρατα της οικουμένης.

    Από την μεριά μας, ήρθαμε για πρώτη φορά σε επαφή με τα βιβλία του στο βιβλιοπωλείο της Αθήνας των εκδόσεων «Γρηγόρη» και κατόπιν στο βιβλιοπωλείο και τις εκδόσεις «Βιβλιογονία» του έμπειρου και μορφωμένου βιβλιοπώλη Χρήστου Μουτσόπουλου ο οποίος μας προέτρεψε να διαβάσουμε την «Εισαγωγή στην Φιλοσοφία» που τότε, κυκλοφορούσαν ξεχωριστά ανά διαστήματα οι 4 τόμοι της. Ο αγαπητός βιβλιοπώλης είχε εκδώσει και βιβλία του Δημήτρη Λιαντίνη και ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για την Βυζαντινή Φιλοσοφία. Οι μόνες πρωτόλειες επαφές με κείμενά του που είχαμε εκείνο το διάστημα ήταν ορισμένα άρθρα του στο περιοδικό «Νέα Εστία» που αναφέρονταν σε πρόσωπα της Λογοτεχνίας όπως ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο ποιητής Κωστής Παλαμάς, ο κλασικός φιλόλογος Ιωάννης Συκουτρής, ο ιταλός Δάντης Αλιγκέρι, το έργο «Φάουστ» του γερμανού Β. Γκαίτε, και ό,τι είχαμε διαβάσει σε τεύχη του περιοδικού «Ευθύνη» και «Παρνασσός» που κάποτε αγοράζαμε. Και φυσικά, είναι πλεονασμός, να αναφέρουμε τις μελέτες του πάνω στον Πλάτωνα, βλέπε «Εισαγωγή του» 5 έκδοση 1970 και τις αναστυλώσεις των Πλατωνικών Έργων όπως «Ο Φαίδρος» κ.ά. Οι επαινετικές γνώμες και κρίσεις θαυμαστών του και το αρχικό αναγνωστικό ανιχνευτικό πλησίασμά μας για τον πρώτο Νεοέλληνα Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα στερέωσε βαθμιαία το ενδιαφέρον μας για το έργο του  Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου, αυξάνοντας σταδιακά και αργόσυρτα τις ώρες διαβάσματος που διαθέταμε στις παλαιότερες και σύγχρονες εργασίες και βιβλία του. Μάλιστα, γνωστός λόγιος φοιτητής του μας είχε πληροφορήσει και για τον αδόκητο θάνατο του γιού του. Ο υγιής από την άλλη Ελληνοκεντρισμός του, η μεγάλη του  έγνοια για την πορεία του Νέου Ελληνισμού και τα προβλήματά του στους σύγχρονους καιρούς, οι μοντέρνοι απρόβλεπτοι κίνδυνοι που τον απειλούσαν στους νέους ιστορικούς ορίζοντες που ανοίγονταν μπροστά του καθώς η χώρα μας γίνονταν ισότιμο μέλος με τα άλλα ισχυρά κράτη της τότε ΕΟΚ ήταν κάτι που μας εξιτάριζε και μας παρακινούσε σε διεξοδικότερες ανιχνεύσεις και διαβάσματα περιφερειακά θα γράφαμε της Λογοτεχνίας. Πολυγραφότατος σαν συγγραφέας ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος, ενεργός και ακάματος ερευνητής μέχρι τα τελευταία του, στάθηκε όρθιος και ακμαίος σαν Φάρος που εξακολουθεί να φωτίζει τις συνειδήσεις των Ελλήνων και μετά την βιολογική του απώλεια. Ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος προέρχεται από μιά γενιά Ελλήνων λογίων, συγγραφέων, στοχαστών και φιλοσόφων οι οποίοι έβλεπαν και αντιμετώπιζαν το Ελληνικό Πνεύμα ως ενιαίο στην καθολικότητά του από τις απαρχές των φιλοσοφικών δοξασιών και επιστημονικών θεωριών της ελληνικής αρχαιότητας έως τις εκβολές του στην Βυζαντινή-Χριστιανική Αυτοκρατορική χιλιετή περίοδο που κατεδίωξε, κυνήγησε, γκρέμισε τους ιερούς ναούς και τα μνημεία των Εθνικών Ελλήνων, απαγόρευσε τα ιερά της ελληνικής μυθολογίας κείμενα αλλά και παράλληλα, μετά τον 8ο μ.Χ. αιώνα εγκολπώθηκε, αφομοίωσε, μετάλλαξε ότι ομορφότερο και δημιουργικότερο είχε η Αρχαία Ελληνική Σκέψη και Στοχασμός και μας κληροδότησαν τα Ελληνικά Γράμματα. Η πολιτιστική μαγιά για τον Θεοδωρακόπουλο ήταν η ίδια, αυτή που γέννησε ότι ονομάζουμε ελληνοβυζαντινό πολιτισμό με τις εξακτινώσεις του τόσο στην Κλασική Αρχαία Δημοκρατία των Πόλεων-Κρατών όσο και στις Καστροπολιτείες του Μυστρά και στα πετρόχτιστα Μοναστήρια της Καππαδοκίας που τόσο όμορφα μας μιλά για αυτά ο νομπελίστας μας ποιητής Μικρασιάτης Γιώργος Σεφέρης. Ότι ένας Έλληνας Πλατωνιστής δάσκαλος της Φιλοσοφίας διαθέτει τέτοια ευρύτητα πνεύματος και κοινωνικής αντίληψης φαίνεται μεταξύ άλλων και από το βιβλίο που του εξέδωσε η Βιβλιοθήκη της Αποστολικής Διακονίας το 1949, με τίτλο «Χριστιανικά και  Φιλοσοφικά Μελετήματα» σελ. 147. Το παλαιό αυτό σύγγραμμα περιέχει 5 Κείμενά του όπως: «Ο ιερός Αυγουστίνος», «Ο χριστιανός φιλόσοφος της υπάρξεως Κίρκεγκαρντ», «Περί ψυχής», «Ο χριστιανός ως ταπείνωσις» και «Ο άνθρωπος και το επάγγελμά του», ενώ δέκα χρόνια αργότερα, το ίδιο Πλατωνικό πνεύμα θα κυκλοφορήσει το μελέτημά του για τρείς μεγάλες πνευματικές φυσιογνωμίες της αρχαιότητας που επηρέασαν και επέδρασαν στην δυτική σκέψη και στοχασμό. Το «ΠΛΑΤΩΝ- ΠΛΩΤΙΝΟΣ- ΩΡΙΓΕΝΗΣ» 80 σελίδων από την οποία αναρτήσαμε τον «Πλάτωνα» στα Λογοτεχνικά Πάρεργα.

          Στο δεύτερο λοιπόν σημείωμά μας θελήσαμε να αντιγράψουμε από το Αφιέρωμα των Τετραδίων της «Ευθύνης» νούμερο 18/4,1983 την συμμετοχή του Επτανήσιου σημαντικού ιστορικού της Φιλοσοφίας, πανεπιστημιακού καθηγητή, μεταφραστή με σημαντικές και αξιόλογες ερευνητικές συγγραφικές και μεταφραστικές εργασίες στο ενεργητικό του. Βλέπε την μετάφραση και επιμέλεια της τρίτομης έκδοσης «Βυζαντινή Λογοτεχνία» του Herbert Hunger, έκδοση ΜΙΕΤ 2010 του κυρού Λίνου Γ. Μπενάκη (Κέρκυρα 31/1/1928- 31/1/2022). Το όνομα του Λίνου Γ. Μπενάκη το είχαμε συναντήσει και όταν διαβάζαμε τα κείμενα της ελληνίδας φιλοσόφου Έλλης Λαμπρίδη. Είναι η πρώτη γυναικεία παρουσία στον επίσημο ακαδημαϊκό χώρο της Φιλοσοφίας, φίλη του Νίκου Καζαντζάκη. Επέλεξα την εκτενή παρουσίαση επειδή μας δίνει ένα γενικό πανόραμα των συγγραφικών δραστηριοτήτων του Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου πριν αναρτήσουμε άλλα δημοσιεύματα του Έλληνα Φιλοσόφου. Στο σημείο αυτό οφείλουμε να διευκρινίσουμε το εξής. Ο Λίνος Γ. Μπενάκης είναι ο μοναδικός μέχρι σήμερα από όσο γνωρίζω, που του οφείλουμε την διάσωση και καταγραφή, αποδελτίωση των εργασιακών και εκδοτικών τίτλων των έργων του Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου. Ας μου επιτραπεί να δώσω ορισμένες μόνο γενικές πληροφορίες. Το 1975 στην Αθήνα, λίγα μόλις χρόνια πριν τον θάνατο του Πλατωνιστή Δασκάλου κυκλοφορεί ένας ογκώδης τόμος 554 σελίδων του περιοδικού «Δεσμός», ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟ. Επιστημονικαί Διατριβαί Ν.7. Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός». Η φωτογραφία του Θεοδωρακόπουλου που κοσμεί το εξώφυλλο είναι του φωτογράφου Θανάση Διαμαντόπουλου. Τυπώθηκε στο Τυπογραφείο του Ιορδάνου Μυρτίδη, Μενάνδρου 23 στην Αθήνα. Η καθηγήτρια Άννα Κελεσίδου- Γαλανού, ανοίγει την αυλαία του Αφιερώματος με τα «Προλεγόμενα». (10, 1975), ακολουθεί το «Ξυνδέσμου Χάριν» του πανεπιστημιακού Αναστάσιου Γιανναρά και έπεται η κύρια ύλη των Περιεχομένων με κείμενα και ανακοινώσεις 23 αντρών και γυναικών καθηγητών. Μετά το ακροτελεύτιο εκτενέστατο κριτικό μελέτημα του τότε Επιθεωρητή Μέσης Εκπαιδεύσεως Ελευθέριου Ν. Πλατή, σελ. 495-546, (αν δεν λαθεύω ο Ε. Ν. Πλατής ήταν σύζυγος της Πειραιώτισσας ποιήτριας και μεταφράστριας Όλγας Βότση, και ενός καλογραμμένου βιβλίου «Το ερωτικό στοιχείο στον Μυστικισμό») ο Αφιερωματικός τόμος κλείνει με την τετραμερή κατηγοριοποίηση των «Δημοσιευμάτων του Ι. Ν. Θ.», σελ. 547-554. -1. ΒΙΒΛΙΑ καταγράφονται ξενόγλωσσα και ελληνόγλωσσα 33 βιβλία. -2. ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ παρουσιάζονται 142 λήμματα, σε περιοδικά, σε βιβλία και εφημερίδες. Τα περισσότερα είναι δημοσιεύσεις στο «Αρχείον Φιλοσοφίας και θεωρίας των Επιστημών», σε Επετηρίδες του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο περιοδικό «Μελέτη- Κριτική», στη «Νέα Εστία», στην «Ευθύνη», στο «Χριστιανικό Συμπόσιο», στις «Μορφές», στο «Σύνορο» στον «Παρνασσό», στις «Λακωνικές Σπουδές», σε τόμους της «Φιλοσοφίας», στις εφημερίδες «Η Καθημερινή», «Η Βραδυνή», σε Βιβλία και Πρακτικά κλπ. -3. ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΕΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ, έχουμε 13 δημοσιεύματα. Κρίνονται μεταξύ άλλων βιβλία του Κ. Λογοθέτη, του Θεόφιλου Βορέα, του Λ. Δαράκη, του μυστικού Μάιστερ Έκχαρτ κ.ά. Και τέλος, -4. Δύο μεταφράσεις. Των H. Rickert, «Θέσεις του Συστήματος της Φιλοσοφίας» και  J. Greiner, «Για την οικοδόμηση της αισθητής και νοητής πείρας». Ο Λίνος Γ. Μπενάκης συμμετέχει ακόμα με το άρθρο του «Η χριστιανική σκέψη και το Βυζάντιο στο έργο του Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου», σ. 417-439. Στον χρήσιμο αυτόν Αφιερωματικό τόμο μνήμης στον Ι. Ν. Θ. αξίζει να αναφέρουμε και δύο δημοσιεύσεις που αναφέρονται στην γλώσσα που γράφει και εκφράζεται ο Πλατωνιστής Δάσκαλος της Φιλοσοφίας. Το «Η γλωσσική προσφορά του Ι. Ν. Θ. στην πνευματική μας ζωή. Δοκιμή για μιά πρώτη συνθετική θεώρηση του ύφους του» της Μαίρης Σταθοπούλου- Χριστοφέλλη, σ. 157 και το κείμενο «Μορφολογική και σημαντική διαστρωμάτωση της γλώσσας του Ι. Ν. Θ.» σ. 163 της Μαρίας Ευαγγελινού- Σαντορινιού, που συναντήσαμε το όνομά της στο προηγούμενο σημείωμα σε αναφορά του ομότιμου καθηγητή γλωσσολογίας πανεπιστημιακού κυρίου Γεωργίου Μπαμπινιώτη. Εδώ μόνο εν τάχει να αναφέρουμε ότι ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος έγραφε και δημοσίευε τα κείμενά του είτε σε αμιγώς Καθαρεύουσα της εποχής, είτε στην Δημοτική είτε σε μία μεικτή. Το θέμα αυτό της διπλής γραφής και της αιτίας της από τον Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλο μας το εξηγεί και το δικαιολογεί ο ίδιος ο συγγραφέας στον «Πρόλογό» του σελ. 10 του σύνθετου τόμου του «ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ» Μικρά Φιλοσοφικά Κείμενα που κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1967, και «Η Ελληνική γλώσσα» και «Το χρέος μας προς την γλώσσα» στο νούμερο 5, «Τα Μαθήματα της Έκτης Περιόδου» Η Παιδεία των Ελλήνων, Αθήνα 1979. Αλλά για την γλώσσα που υιοθετεί θα αναφερθούμε σε επόμενο σημείωμά μας. Και επιπρόσθετα, μία πρώτη απόπειρα καταγραφής της Εργογραφίας του έχουμε στις τελευταίες σελίδες του τόμου «Εισαγωγή στον Πλάτωνα», Αθήνα 1970, σελίδες 379-382 όπου αποδελτιώνονται 96 λήμματα και στο οπισθόφυλλο άλλα 46. Αριθμημένη Εργογραφία λήμματα 116 έχουμε και στις τελευταίες σελίδες του έργου του «ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΦΑΙΔΡΟΣ» Εισαγωγή, Αρχαίο και Νέο Κείμενο με Σχόλια, Αθήνα 1971 γ΄ έκδοση.

ΚΑΙ       

Πληροφορούμεθα από την ΒιβλιοNet. The Greek Books in Print: Μπενάκης, Λίνος Γ., 1928-2022 ότι: Ο Λίνος Γ. Μπενάκης (1928-2022) γεννήθηκε στην Κέρκυρα. Εργάστηκε ως ιστορικός της φιλοσοφίας, καθηγητής πανεπιστημίου και ερευνητής της Ακαδημίας Αθηνών. Σύζυγός του η νομικός, πολιτικός και ακαδημαϊκός Άννα Ψαρούδα-Μπενάκη. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές στο Α' Γυμνάσιο Αρρένων Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1946-1950) και με υποτροφία του ΙΚΥ στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας (1957-1960), όπου ανακηρύχτηκε διδάκτωρ φιλοσοφίας. Το θέμα της διδακτορικής διατριβής του ήταν "Σπουδές στα Υπομνήματα του Μιχαήλ Ψελλού", από την οποία επηρεάζονται οι πρώτες του δημοσιεύσεις στα γερμανικά. Υπήρξε μαθητής των καθηγητών Ιωάννη Θ. Κακριδή, Στυλιανού Καψωμένου, Νίκου Ανδριώτη, Αγαπητού Τσοπανάκη, Χαράλαμπου Γιέρου, και Λίνου Πολίτη, ενώ στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας παρακολούθησε τα μαθήματα και σεμινάρια του ιστορικού της φιλοσοφίας Paul Wilpert, τον οποίο είχε και επόπτη της διατριβής του. Στην Ελλάδα, επόπτης των σπουδών του ήταν ο Βασίλειος Τατάκης. Ακόμη υπήρξε υπότροφος του Γερμανικού Ιδρύματος Υποτροφιών Αλεξάντερ φον Χούμπολτ. Μετά από μια σύντομη θητεία ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης στην Πρέβεζα και στην Αθήνα, το 1966 αρχίζει τη συνεργασία του με το "Κέντρο Ερεύνης Ελληνικής Φιλοσοφίας" της Ακαδημίας Αθηνών, του οποίου έγινε διευθυντής το 1971. Εκεί ήταν αρμόδιος για την έκδοση των τόμων της Επιστημονικής Επετηρίδας "Φιλοσοφία", όπου ο ίδιος δημοσίευσε σημαντικές μελέτες. Στα πρώτα τεύχη της επετηρίδας συναντιούνται μέλη της φιλοσοφικής δεκαετίας του '30, όπως οι Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, Παναγιώτης Κανελλόπουλος και Κωνσταντίνος Τσάτσος, που συμμετέχουν στην εφορευτική επιτροπή του περιοδικού, με τη νέα γενιά Ελλήνων φιλοσόφων της δεκαετίας του '60. Τα δημοσιεύματα του Λίνου Μπενάκη αφορούσαν όλη την περίοδο της Ελληνικής Φιλοσοφίας, τους Αρχαίους, Βυζαντινούς και Μεταβυζαντινούς χρόνους. Κατά τη δεκαετία του '70 συνεχίζει την ερευνητική δραστηριότητά του και καταρτίζει μια νέα βιβλιογραφία των έργων που αφορούν τη βυζαντινή φιλοσοφία, η οποία προστίθεται στην έκδοση της μετάφρασης του έργου του Βασιλείου Τατάκη, "Η Βυζαντινή Φιλοσοφία", την οποία επιμελήθηκε ο ίδιος. Το 1983, ως επιστημονικός συνεργάτης της Ακαδημίας Αθηνών, αναλαμβάνει τη διεύθυνση της σειράς των κριτικών εκδόσεων των "Βυζαντινών Φιλοσόφων" και των "Βυζαντινών Σχολίων στον Αριστοτέλη", που εκδίδει η Ακαδημία, υπό την αιγίδα της Διεθνούς Εκδόσεως Ακαδημιών. Στη σειρά αυτή εκδόθηκε το 2009 η δική του κριτική έκδοση των "Σχολίων" του Μιχαήλ Ψελλού πάνω στα "Φυσικά" του Αριστοτέλη, με εκτενή εισαγωγή του στα γερμανικά, αρχαίο κείμενο και βιβλιογραφία. Το 1984 ο Λίνος Μπενάκης είχε διδάξει στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον των ΗΠΑ, ενώ μεταξύ 1987-88 ήταν επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, στο οποίο δίδαξε και πάλι τη δεκαετία του 2000. Επίσης, κατά την περίοδο 1990-1994 διετέλεσε αντιπρόεδρος του Ιονίου Πανεπιστημίου, στην Κέρκυρα. Διετέλεσε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της "Διεθνούς Εταιρείας για τη Σπουδή της Μεσαιωνικής Φιλοσοφίας", μεταξύ 1982-1992, και ορίστηκε πρόεδρος της "Επιτροπής Βυζαντινής Φιλοσοφίας" της ίδιας Εταιρείας. Το 1983, ως συνεργάτης της Ακαδημίας Αθηνών, ανέλαβε τη θέση του υπεύθυνου για τη "Φιλοσοφική Βιβλιοθήκη" του Κληροδοτήματος της Έλλης Λαμπρίδη. Έλαβε μέρος σε πολλά επιστημονικά συμπόσια και συνέδρια, από τα οποία πολλά διοργάνωσε ο ίδιος. Αναφέρονται, ενδεικτικά, το Συμπόσιο "Ο νεοπλατωνισμός και η μεσαιωνική φιλοσοφία", τον Οκτώβριο του 1995, στην Κέρκυρα, και το Συμπόσιο για τη Βυζαντινή Φιλοσοφία που διοργανώθηκε το 1997 επ’ ευκαιρία του εορτασμού της Θεσσαλονίκης ως πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης. Στις 13 Δεκεμβρίου 1995 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Επίτιμου Διδάκτορος του Τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Την ίδια χρονιά ίδρυσε την "Ομάδα Εργασίας για την Σπουδή της Βυζαντινής φιλοσοφίας στην Ελλάδα", η οποία συγκέντρωσε και οργάνωσε την έρευνα μελετητών από όλη την επικράτεια. Ο Λίνος Μπενάκης ήταν μέλος πολλών οργανώσεων και οργανισμών με επιστημονικό και ανθρωπιστικό ενδιαφέρον, και συμμετείχε στις συντακτικές επιτροπές διεθνών περιοδικών, όπως το "Medieval Philosophy and Theology", "European Journal of Science and Theology", κ.α.

(πηγή: Wikipedia, ημερομηνία επίσκεψης: 27.6.2013).

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Τσικνοπέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026