Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ Α. ΚΩΣΤΕΑ

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ Α. ΚΩΣΤΕΑ
(Πειραιάς 20 Ιουλίου 1948-Πειραιάς Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012)

Σαββατιάτικη πίκρα
Ήταν λοιπόν ένα χαμόγελο
Κι όπως όλα τα χαμόγελα
Κράτησε λίγο
Όμως ένα χαμόγελο
Δεν τελειώνει πάντα
Μ’ ένα άλλο χαμόγελο.
Αλλά κι όταν ακόμα τύχει έτσι να τελειώσει
Αυτό το άλλο
Είναι πικρό ένα χαμόγελο
Θα μπορούσε να ήταν δάκρυ.

    Θα γιόρταζε σήμερα, θα δεχόταν με χαρά τα τηλεφωνήματα, τις επισκέψεις, τους συνάδελφους από τον εργασιακό της χώρο, τους φίλους και τις φίλες της που την αγαπούσαν και την νοιάζονταν, σίγουρα, θα τις έστελναν και λίγα λουλούδια, αγαπούσε τα άνθη, τα φρόντιζε, τους αφιέρωνε τον χρόνο της, ένιωθε αγαλλίαση, την ηρεμούσε η περιποίηση του μικρού της παρτεριού. Είχε δημιουργήσει με δική της πρωτοβουλία και κόπο, έναν μικρό κηπάκο στην είσοδο της Βιβλιοθήκης και τον φρόντιζε με μεγάλη ικανοποίηση, τον πότιζε, τον καθάριζε, έσκαβε το χώμα, έκοβε τα άχρηστα ξερά φύλλα από τα λουλούδια, έβαζε λίπασμα, γινόταν πολλές φορές μούσκεμα, όταν πότιζε τα μικρά δεντράκια με το λάστιχο, λερώνονταν, κουράζονταν, αλλά, έλαμπε εσωτερικά, ησύχαζε καθώς τα έβλεπε να ανθίζουν, να ανοίγουν τα φύλλα τους, να μοσχοβολούν… Πολλές φορές, την είχα συναντήσει στον μικρό κηπάκο να φροντίζει τα λουλούδια και τα δεντράκια, καθώς πήγαινα να την επισκεφτώ στην Δημοτική Βιβλιοθήκη του Πειραιά που εργάζονταν. «Μην ανέβεις πάνω» μου έλεγε, «κάτσε εδώ αν θέλεις, κάνε μου συντροφιά να ποτίσω τα λουλούδια. Είμαι η μόνη που τα φροντίζει, κανείς άλλος δεν ενδιαφέρεται», σημείωνε με κάποιο παράπονο. «κάτσε, και μετά θα πάμε πάνω,-ξέρω γιατί ήρθες-να φωτοτυπήσεις τα βιβλία που θέλεις». Σίγουρα κάποιοι φίλοι της που γνώριζαν την αγάπη της για τα άνθη, θα τις έστελναν στο σπίτι ή την εργασία της ένα μικρό καλαθάκι με λουλούδια. Μπορεί ακόμα, να είχε προλάβει να συνταξιοδοτηθεί, από την εργασία της στην Δημοτική Βιβλιοθήκη Πειραιά, που ήταν μόνιμη δημοτική υπάλληλος. Τα χρόνια της βλέπεις, όπως και όλων μας, είχαν αρχίσει να περνούν. Αμείλικτος δυνάστης ο χρόνος, δεν συγχωρεί κανέναν, δεν ξεχνά κανέναν, δεν εξαγοράζεται από κανέναν, μας γνωρίζει όλους μας με τα μικρά μας ονόματα, τρέφει μεγάλη οικειότητα για μάς, γιαυτό έρχεται απρόσκλητος, απροειδοποίητος, αθόρυβα. Μπορεί και να μην συνέβαιναν όλα αυτά, και να καθόταν σπίτι την ημέρα αυτή της ονομαστικής της εορτής, να κατέβαζε το τηλέφωνο και να μην απαντούσε σε κανέναν, θα άφηνε την μέρα της γιορτής της να περάσει, όπως κάθε άλλη μέρα της βασανισμένης ζωής της. Θα φρόντιζε ίσως, όπως έκανε πάντα με μεγάλη αυταπάρνηση την μητέρα της, την γηραιά Κυβέλη, και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς της, με αυτήν την προσωπική θυσία, που οι μοναχικές και ευαίσθητες υπάρξεις, αθόρυβα και σιγαλά γνωρίζουν να πράττουν, με τεράστιο κόστος για την προσωπική τους ζωή, για την ατομική τους ευτυχία, για την δική τους κοινωνική γαλήνη και συναισθηματική εξέλιξη. Ίσως πάλι, να είχε βγει με παρέα, να επισκέπτονταν καμιά μικρή ταβερνούλα του Πειραιά, και να τα κουτσόπιναν, να συζητούσαν διάφορα, σίγουρα πάντως, για τις νέες πολιτικές εξελίξεις της χώρας μας, μια και η ίδια, σε όλον της το βίο, αγωνίζονταν και στρατεύονταν με την ανανεωτική αριστερή δημοκρατική παράταξη για τα κοινά, τόσο της πόλης της όσο και της χώρας ολάκερης. Πολιτικοποιημένο με την ευρύτερη έννοια του όρου άτομο, και όχι κομματικοποιημένο, στέκονταν πάντα στο πλευρό των αγωνιζόμενων εργαζόμενων και των αδικημένων. Είχε διδάξει και σε σχολεία προσφύγων. Αγαπούσε την δουλειά της, ενδιαφέρονταν για τους συναδέρφους της, κοιτούσε να βρει λύσεις στα εργασιακά προβλήματα που αντιμετώπιζαν.
Η Περσεφόνη, λάτρευε την γενέθλια πόλη της, την αγαπούσε υπερβολικά και με πάθος, ήταν μια παθιασμένη αγάπη, που της την είχε εμφυσήσει ο πατέρας της, ο γνωστός Πειραιωλάτρης, ποιητής και εκδότης Αργύρης Κωστέας, (Πειραιάς 8/11/1906-Πειραιάς 2/8/1966) η άλλη μεγάλη, υπερβολική και μακροχρόνια λατρεία της Περσεφόνης, το αιώνιο άσβηστο καντήλι της ζωής της. Μια θυγατρική αγάπη που τροφοδοτούσε συνεχώς το είναι της και φλόγιζε την πορεία της μέχρι τις τελευταίες στιγμές της. Ο Πειραιάς και ο πατέρας της, ήταν οι δυό μεγάλες φωτεινές σημαδούρες του βίου της, μέχρι την ημέρα που άφησε και την γενέθλια πόλη της και τον μάταιο τούτο κόσμο, και ταξίδεψε γυμνή και απροστάτευτη, ευαίσθητη και τρυφερή, μελαγχολική και πικραμένη, να τον συναντήσει, συντροφιά με τους άλλους Πειραιώτες, εκεί ψηλά, στον ουράνιο Πειραιά, όπου δεν υπάρχουν Μακρά Τείχη για να τον προστατεύουν από τους αμνήμονες δημότες, ούτε νεώσοικοι για τα εισερχόμενα πλοία των νέων δημοτών της, μόνο ένα απέραντο θαλάσσιο και τρικυμισμένο περιβόλι, από μοριόπνοα άνθη, ένα θαλασσινό περβόλι όπου ανθίζουν οι ψυχές των προγόνων, όπου τραγουδούν τα ρεμπέτικα τραγούδια τους οι κεκοιμημένοι Πειραιώτες, μέσα σε παλαιά σκοτεινά κουτουκάκια που μυρίζουν λακέρδα και ψημένο τσίρο,  σε ξεχασμένα ουζερί και λαϊκές ταβέρνες που μοσχοβολούν ρετσίνα και καπνιστή ρέγκα τυλιγμένη σε λαδόκολλα , σε μέρη λησμονημένα, που ήταν θαμώνες ο Λάμπρος Πορφύρας και ο Νίκος Χαντζάρας, ο Βασίλης Λαμπρολέσβιος και ο Γιάννης Τσαρούχης. Εκεί, στον ουράνιο Πειραιά των απλών καθημερινών ανθρώπων της πόλης και του μόχθου, ταξίδεψε μια Δευτέρα μεσημέρι και η Περσεφόνη, για να τους συναντήσει, να τους χαμογελάσει, να τους φιλέψει ψωμί και αλάτι παρηγοριάς και συμπόνιας, και να τους μεταφέρει τα νέα της πόλης, να τους μιλήσει για αυτούς που ήρθαν και γιαυτούς που έρχονται ξοπίσω συνεχίζοντας την παλαιά αρχοντική παράδοση του Πειραιά. Του Πειραιά των σκουριασμένων καρνάγιων και των μηχανουργείων με τους τόρνους και τις φρέζες, των εργοστασίων καπνού και των υφασματέμπορων, του Πειραιά των εφοπλιστικών εταιριών και των καφεκοπτείων, των μπαχαρέμπορων και των οδοκαθαριστών. Αυτόν τον καθημερινό, γνήσιο, αυθεντικό και ωραίο  Πειραιά, αυτό το θαλασσινό λημέρι των αισθήσεων αγαπούσε η καθηγήτρια των Γαλλικών και φιλόλογος Περσεφόνη Α. Κωστέα, που οι δημότες του ήσαν ωραίοι σαν έλληνες, και οι έλληνες ωραίοι ως Πειραιώτες.
    Ατίθαση φύση η Περσεφόνη, θαρραλέα, υπερήφανη, γυναίκα με προσωπικότητα, με πείσμα, με επιμονή, με μεράκι, με εγκαρτέρηση ζωής. Δεν πίστευε σε μεταφυσικές αξίες, δεν λάτρευε Θεούς, δεν δέχονταν την πίστη σε μια άλλη ζωή. Βάδιζε με το κεφάλι ψηλά, σαν περήφανο πληγωμένο από τη ζωή άτι, ένα άτι που καλπάζει αδάμαστο προς την μοίρα του, χωρίς φόβο, χωρίς λύγισμα γονάτων, χωρίς ελπίδα σωτηρίας.
    Η Πειραιώτισσα Περσεφόνη Α. Κωστέα, διάβαζε ποίηση, μελετούσε ποίηση, έγραφε και η ίδια ποιήματα. Πολλά ποιήματά της, δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Φιλολογική Στέγη του ομώνυμου Φιλολογικού Σωματείου του Πειραιά, αλλά και σε άλλα έντυπα. Κύριο όμως μέλημά της, ήταν να διατηρήσει άσβεστη την πνευματική μνήμη του πατέρα της, και να συγκεντρώσει τα βιβλία που εκείνος είχε εκδώσει στην εποχή του, από τον εκδοτικό του οίκο «Τα Πειραϊκά Χρονικά», που μας έμεινε μεταξύ άλλων γνωστός ο εκδότης και πειραιωλάτρης Αργύρης Κωστέας.
Σ’ έναν πατέρα
Πρωτόνοιωσα την απουσία σου σαν χρειάστηκε
να ποτίσουμε τη λεμονιά μας.
Σ’ έχασα τη μέρα του Μάη που πριονίσαμε
τα ξερά της κλαδιά.
Σε ξαναβρίσκω σήμερα να ψάχνεις τα λουλούδια
που δεν άνθισαν
τον καρπό
που δεν έδεσε.
Θα το ‘θελα να σ’ έβρισκα, κάθε τόσο,
κοντά μου.    
    Το 2008 στον Πειραιά, τέσσερα χρόνια πριν πεθάνει, αναβίωσε τον εκδοτικό οίκο του πατέρα της, εκδίδοντας την πρώτη και μοναδική ποιητική της συλλογή, με τον παράξενο τίτλο «Ταλασίφρων». Την επιμέλεια της ποιητικής αυτής συλλογής, που κυκλοφόρησε εκτός εμπορίου σε 1000 αντίτυπα, είχε ο επαγγελματίας γραφίστας, αδερφός της ποιήτριας Ηλίας Αναργύρου Κωστέας.
    Η συλλογή αποτελείται από σαράντα έντιτλες ποιητικές μονάδες που στην αρχή τους φέρουν την ημερομηνία της γραφής τους, ή τον τόπο που γράφτηκαν, καθώς και δύο απόπειρες όπως σημειώνει η ίδια μεταφράσεις από τα γαλλικά.
   Χαμηλόφωνη και έντονα ιδιοσυγκρασιακή η ποίηση της Περσεφόνης Α. Κωστέας έρχεται να συμπληρώσει με τον δικό της τρόπο το γυναικείο ποιητικό πρόσωπο της πόλης του Πειραιά. Οι γυναικείες ποιητικές φωνές του Πειραιά-που δεν είναι και λίγες-ακολουθούν έναν δικό τους ξεχωριστό δρόμο, σε σχέση με αυτόν των αντρών πειραιωτών ποιητών, από την ίδρυση του δήμου και εντεύθεν. Σαρκαστική και έντονα μελαγχολική, αφηγηματική και πληθωρικά εξομολογητική, πένθιμη και με έντονους τόνους «μοιρολατρείας», η ποιητική της φωνή ξαφνιάζει ευχάριστα για τον πλούτο των εικόνων της, Πρόκειται, παρά την απαισιόδοξη εν γένει ατμόσφαιρά της για μια πλούσια σε βιώματα ποίηση, παρά μίζερη και αφυδατωμένη. Ο γυναικείος λυρισμός αναδεικνύεται αβίαστα, χωρίς να τον εμποδίζουν οι πένθιμοι τόνοι του συνολικού σχεδιασμού, η αλήθεια και η αυθεντικότητα του λόγου της ποιήτριας προβάλλει μέσα από τις λεπτές ερωτικές νύξεις απουσίας, μέσα από τις διαψεύσεις της ερωτικής προσμονής, Έντονα βιωματικός ο λόγος της Κωστέας, είτε αναπολεί, είτε θυμάται, είτε στοχάζεται, πάντα όμως βρίσκεται σε μνημονική εγρήγορση. Ο άλλος είτε ως φίλος είτε ως ερωτικός σύντροφος είναι διαρκώς παρών μέσω της απουσίας του, μέσω των αδιάψευστων ιχνών του σύντομου περάσματός του, μέσω των συναισθηματικών αδιεξόδων που προκαλεί η απουσία τους. Οι λέξεις κοφτές, σύντομες, κουβαλούν μέσα τους την πίκρα του αδιεξόδου, την λυγρή ματιά  της δημιουργού, την φορτισμένη συγκίνηση που δεν αρνείται να ξεσπάσει, που γνωρίζει πλέον την προοπτική της σχέσης. Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, έντονες συναισθηματικές εκτονώσεις, δυνατές εικόνες συγκίνησης, μάτια και καρδιά θολά, αλλά, με έναν κρυφό γυναικείο αισθησιασμό να βαραίνει καταλυτικά τον ποιητικό λόγο.
Οι ώρες που λείπεις και οι άνθρωποι
Όλα μου λένε να σ’ αφήσω
Οι ώρες, οι άνθρωποι
το πρωί της Κυριακής
το βράδυ του Σαββάτου,
όλα μου λένε να φύγω.
Κι εγώ λαχταράω μιαν ώρα μαζί σου
μονάχοι,
αντίκρυ στη θάλασσα
κι ας είναι χειμώνας
κι ας είναι όποια μέρα του χρόνου που ζούμε.
Όλα μου λένε να φύγω
Τα βλέμματα εκείνων που ψάχνουν το βλέμμα μου
που ψάχνουν να βρουν στην ψυχή και στα χέρια μου
το λίγο από σένα που έχω.
Κι εγώ δεν ακούω
Δεν θέλω ν’ ακούσω
Δεν θέλω να φύγω
     Ποίηση που υπερβαίνει τις οριστικές χειρονομίες ερωτικής αποδοχής, ποίηση μονοδιάστατου γυναικείου ερωτικού συναισθήματος, άμεση και εύκολα αναγνωρίσιμη, με έναν στίχο που περισώζει με ασφάλεια μέσα στην πυκνότητά του και την ισορροπημένη ελλειπτικότητά του, την χαμένη ερωτική μαγεία της σχέσης που δεν ολοκληρώθηκε, την συναισθηματική κρίση που επιφέρει η απώλεια του αγαπημένου προσώπου, τον εσωτερικό λυγμό μιας πληγής που δεν λέει να επουλωθεί. Αυθεντική και αυτοβιογραφική, σφιχτή και ελλειπτική, ασθμαίνουσα ορισμένες φορές, καθώς σκιαγραφεί την αφανέρωτη πνευματική κρίση του δημιουργού, ποίηση αναστοχαστική μιας ανάμνησης που ακόμα προκαλεί πόνο, ενός έρωτα, που δεν λέει να σβήσει με το πέρασμα του χρόνου, αντίθετα, προσδιορίζει την νέα πραγματικότητα του ποιητικού υποκειμένου κάθε στιγμή σε σημείο που η μεταγενέστερη γραπτή μνημονική επαλήθευσή του, να διατηρεί αναμμένη τη φλόγα του πόθου.
    Υπάρχει ένα ποίημα της φίλης και ποιήτριας Περσεφόνης Α. Κωστέα που μοιράστηκε την ημέρα της ταφής της, Τετάρτη 21 Μαρτίου, στις 3.00 μ.μ. στο κοιμητήριο του Σχιστού, το οποίο αντικατοπτρίζει την φιλοσοφία ζωής και θανάτου της. Μια φιλοσοφία με την οποία πορεύτηκε στην διάρκεια του σχετικά σύντομου βίου της.
Το ποίημα  είναι δημοσιευμένο στην σελίδα 37 της ποιητικής της συλλογής «Ταλασίφρων», και γράφτηκε τον Νοέμβρη του 1991
Ένας αέρας…
Δεν θέλω ν’ αφήσω τίποτα πίσω μου
φεύγοντας.
Ευτυχώς που δεν χιονίζει στην πόλη αυτή
τα ίχνη θα χαθούν, λοιπόν εύκολα.
Τίποτα πίσω μου…
Φωτογραφίες, ποιήματα,
κεντήματα,
μπορεί.
Τίποτε άλλο,
τίποτα.
Τα παιδιά που δεν γέννησα
δεν θα κλάψουν
Οι εξ αγχιστείας συγγενείς ούτε.
Οι δεσμοί εξ αίματος μόνο
και για τους οποίους
ευθύνη δεν φέρω.
Τίποτα πίσω μου.
Άνδρες που αγάπησα θα είναι για πάντα
ξεχασμένοι
θα έχουν ξεχάσει κι αυτοί.
Τίποτα πίσω μου.
Κάποια κάδρα στους τοίχους
θα θυμίζουν
Εκείνους που τα ζωγράφισαν
(Εγώ δεν έχω ευθύνη γι’ αυτά).
Τα βιβλία στα ράφια
θα απολογούνται
για Εκείνους που τα έγραψαν
(Ευθύνη δεν φέρω καμμιά).
Δεν θα αφήσω ίχνος απ’ το δικό μου
το πέρασμα…
Κι όσοι με γνώρισαν
Ένας
Ένας
θα φύγουν κι αυτοί.
(Όλοι φεύγουν)
Τίποτα πίσω μου.
Ένας αέρας.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή, σήμερα, Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

Πειραιάς, 25/9/2015