Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

KIMON FRIAR-THE NATIVITY

Kimon  Friar
The Nativity
with 6 coloured paintings by Georges Rouault
ΚΙΜΩΝ ΦΡΑΙΕΡ
Η Γέννηση
με 6 έγχρωμους πίνακες του Ζώρζ Ρουώ
μετάφραση Νίκος Καζαντζάκης, εκδόσεις Πλειάς 1974

        “ The Kimon Friar Lectures in Modern Greek Art and Letters were established in honor of one of the pre-eminent Greek-American personalities of the 20th century.
Born in Asia Minor on 18 November 1911, Friar was takes to the United States at an early age, and he made his marks there as a poet, anthologist, editor, and teacher. His anthology in collaboration with John Malcolm Brinnin, Modern Poetry: British and American  had been used at more than 300 colleges and universities and helped set the canon of 20 th century literature in English. As director of the Poetry Center in New York City, producer of numerous avant garde plays, and through his radio broadcast on various themes, he was able to influence the taste of a whole generation on American readers and writers.
    Friar first came to Greece in 1946 and introduced himself to the thriving literary community in Athens. He discovered that the same methods he used to promote poetry in the Unite State could be used here…..
    His distinguished contribution to the world of letters were recognized by numerous honors and awards in Greece and the United States. He died on May 25, 1993”.    
    Έχω αναφερθεί αρκετές φορές, στα διάφορα δημοσιευμένα κείμενα στα περιοδικά και στο μπλοκ μου, για τον δάσκαλο, ποιητή, μεταφραστή, θεωρητικό του ποιητικού αγγλικού και ελληνικού λόγου, ανθολόγο Κίμων Φράϊερ, θαυμαστή και λάτρη του έργου του Νίκου Καζαντζάκη, αλλά και πολλών άλλων παλαιότερων και σύγχρονων ελλήνων ποιητών,-μια που πολλούς από αυτούς, τους γνώρισε και προσωπικά μετά την εγκατάστασή του (1945) μόνιμα στην χώρα μας-και την φιλική σχέση μου μαζί του, από την εποχή που ο Κίμων Φράιερ έμενε στο μικρό του διαμέρισμα, το διαμέρισμα των ποιητών και των ποιητριών, την ζεστή αυτή ποιητική φωλιά των νέων διανοουμένων και καλλιτεχνών για αρκετά χρόνια, που οι τοίχοι του καθώς ανέβαινες τις σκάλες, ήσαν γεμάτες φωτογραφίες ποιητών και ποιητριών, νέων και παλιότερων φωνών που σε χαιρέτιζαν και σε κατευόδωναν, ποιητικές φωνές που ο ποιητικός τους αχός συνεχίζονταν και έξω στους πέριξ δρόμους, το σπίτι της οδού Καλλιδρομίου 10 και Ιπποκράτους αριστερά στην Αθήνα, αλλά και μεταγενέστερα, όταν μετακομίσαμε στο καινούργιο ενοικιαζόμενο διαμέρισμα , στην οδό Παναγή Τσαλδάρη 15 στον Χολαργό-μετά την πλημμύρα του υπόγειου της οδού Καλλιδρομίου και δυστυχώς, την καταστροφή ενός μεγάλου υλικού από πρώτες εκδόσεις ποιητικών συλλογών, εφημερίδων της εποχής και πολλών μα πάρα πολλών λογοτεχνικών ξένων και ελληνικών περιοδικών. Με την ευκαιρία, γράφω, ότι ένα μεγάλο μέρος του υλικού αυτού από ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά, έμειναν πίσω, στην οδό Καλλιδρομίου, μετά την μετακόμιση, και από ότι μάθαμε αργότερα, πετάχτηκαν στα σκουπίδια. Υπάρχει σχετικό κείμενο του κριτικού και θεατράνθρωπου Κώστα Γεωργουσόπουλου στην εφημερίδα «Τα Νέα» της Πέμπτης 25/4/2002 με τον τίτλο «Μια ακόμα ντροπή», που του έδωσα τις σχετικές πληροφορίες, ζητώντας του να μην αναφέρει το όνομά μου, όπως με μεγάλη ευγένεια μου ζήτησε, από σεμνότητα, γιατί το θέμα δεν ήμουν εγώ, αλλά το αρχείο. Δυστυχώς η αρρώστια του Κίμωνα, δεν μας επέτρεψε να ενδιαφερθούμε για αυτό το μεγάλο και σκόρπιο υλικό, ούτε και ο Κίμων θυμάμαι ενδιαφερόταν όσες φορές το συζητούσα μαζί του καθώς πήγαινα στο παλαιό σπίτι και έφερνα πράγματα που μου ζητούσε. Το άτομο Κίμων Φράϊερ-τουλάχιστον για μένα-είχε μεγαλύτερη σημασία και η συντροφιά και η φροντίδα του, παρά η διάσωση ενός υλικού, που ούτως ή άλλως, χρειάζονταν χρήματα, χέρια και χώρο, για να μπορούν να ταξινομηθούν και φυλαχθούν.(Η κυρία Ανθούλα από τον Κορυδαλλό μας καθάριζε το σπίτι και μαγείρευε ενίοτε).  Ευτυχώς, με δική μου πρωτοβουλία,-μετά την επέμβασή που πραγματοποίησε σε νοσοκομείο της Αμερικής-ένα μέρος του αρχείου του και της βιβλιοθήκης του, πουλήθηκε από τον ίδιο σε ατζέντη του στην Αμερική, και δόθηκε σε ελληνοαμερικανικό ίδρυμα, νομίζω στη Νέα Υόρκη. Ένα άλλο μέρος του αρχείου, χαρίστηκε στο Αμερικάνικο Κολλέγιο Αθηνών, όπου υπάρχει από όσο γνωρίζω, και αίθουσα προς τιμή του. Στο εμπόριο, βρήκα και δύο τόμους που εκδόθηκαν προς τιμή του, από το Αμερικάνικο Κολλέγιο Αθηνών-The Deree College Library-το 2003. Τα: “Masks of The Poetby Kimon Friar and James Merrill και The Stone of Medusaby Kimon Friar and With an Afterword and Exhibition Notes by Matthew Jennett. Οι τόμοι αυτοί, είναι από το Program «Ninth Annual Kimon Friar Lecture in Neo-Hellenic Arts & Letters, Introductory remarks by Matthew Jennett, Curator of Rare Books, από όπου και αντέγραψα ένα μέρος από το αγγλικό σημείωμα για τον Φράιερ. Θέλω να σημειώσω ακόμα, επειδή εγώ πρώτος το κοινοποίησα σε άτομα του λογοτεχνικού χώρου εδώ και χρόνια, ότι όταν πέθανε ο Κίμων, θεώρησα-με το βαθμό της προσωπικής εμπιστοσύνης που μου είχε-ότι έπρεπε να διαφυλάξω εκείνο το κομμάτι από το ημερολόγιό του και άλλων σημειώσεων του, που δεν θα αμαύρωναν την φήμη του, ως καθηγητή, ποιητή, μεταφραστή, πνευματικού δημιουργού και λάτρη του ελληνικού ποιητικού λόγου. Αντιδρώ αφάνταστα στο δημόσιο, δήθεν καλλιτεχνικό, διασυρμό, την δημοσιογραφία της κλειδαρότρυπας, το καρακατσουλιό των τάχα αναγνωστών των έργων των ανθρώπων του πνεύματος, λες και τα άτομα αυτά, όσο μεγάλο ταλέντο και αν έχουν στον καλλιτεχνικό τους χώρο, δεν είναι κοινοί άνθρωποι με καλές ή κακές στιγμές στην διάρκεια του βίου τους και των διαφόρων σχέσεών τους, όπως όλοι μας. Γιαυτό, όσες φορές με τίμησαν άτομα με την φιλία τους και μου εμπιστεύτηκαν προσωπικά τους πράγματα, θεώρησα καθήκον μου να τα διαφυλάξω, και αν θεωρούσα ότι αμαύρωναν την φήμη τους τα κατάστρεφα Οι ίδιοι οι δημιουργοί, στην διάρκεια του βίου τους, ας λένε ότι θέλουν, ας δημοσιεύουν ότι θέλουν, είναι δικό τους προσωπικό δικαίωμα, εμείς όμως οι αναγνώστες των έργων τους, έχουμε δικαίωμα να κρίνουμε και να εξετάζουμε μόνο το έργο τους, και να αναφερόμαστε μόνο σε ότι αυτό μας αποκαλύπτει, θετικό ή αρνητικό στις εκάστοτε διαχρονικά ερμηνείες. Οι βιογραφίες των συγγραφέων των ποιητών των καλλιτεχνών γενικότερα, είναι ένα άλλο κεφάλαιο, που σηκώνει αρκετή συζήτηση. Θυμάμαι, όταν του πρωτομίλησα για το βιβλίο που έγραψε για τον ίδιο και το έργο του ο Γιώργος Γιάνναρης, «Κίμων Φράϊερ-ο θεωρητικός και ο κριτικός της ποίησης», Κέδρος 1984, αρκετά χρόνια μετά την γνωριμία μας, μου είχε πει ότι δεν του άρεσε, δεν συμφωνούσε σε πολλά σημεία της μελέτης, όμως ποτέ του δεν το ανέφερε δημόσια γιατί δεν ήθελε να πικράνει τον συγγραφέα που ασχολήθηκε μαζί του. Αυτή η χώρα και ο πολιτισμός της, μία από τις αρετές που στηρίχθηκε, είταν και η Φιλία, και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε, ανεξάρτητα από τα διάφορα σκαμπανεβάσματα που περνάν οι σχέσεις των ανθρώπων. Η εποχή μας, και λόγω των κινητών τηλεφώνων, πάσχει όσον αφορά τον ιδιωτικό της λόγο, θέλουν όλοι, μικροί και μεγάλοι να κοινοποιούν τα πάντα κοκορευόμενοι, ότι είναι ελεύθεροι. Δεν πιστεύω σε αυτήν την κυρίαρχη άποψη των ανθρώπων των ημερών μας, άλλο να εκφράσεις δημόσια ότι μου αρέσει αυτός ο ερωτικός τρόπος ζωής και όχι ο άλλος, (αν δεν είσαι ταρτούφης), άλλο να πεις ότι υποστηρίζω αυτήν την ιδεολογία και όχι την άλλη, άλλο να γράψεις ότι μου αρέσει ή δεν μου αρέσει ο τάδε καλλιτέχνης ή το έργο ενός δημιουργού, και άλλο να κράζεις τους πάντες, επειδή εσύ είσαι μικρός και ουτιδανός και δεν έχεις άλλα επιχειρήματα πέρα του κουτσομπολιού. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να κερδίζει κανείς το ψωμί του, και να τιμά τους ανθρώπους που γνώρισε στην ζωή του, το κουτσομπολιό και η κλειδαρότρυπα δεν είναι οι μόνοι δρόμοι, που δυστυχώς, υπάρχει και στον χώρο της λογοτεχνίας, αυτό όμως είναι ένα άλλο θέμα.
    Ο Κίμων Φράϊερ (Μαρμαράς 18 Νοεμβρίου 1911-Αθήνα Τρίτη 25 Μαΐου 1993), υπήρξε ένας φοβερά εργατικός και βαθειά μορφωμένος δάσκαλος, ένα άτομο που αγαπούσε τον ποιητικό λόγο,-δεν ήταν μόνο ευσυνείδητος επαγγελματίας μεταφραστής του-που επεδίωκε, όσο μπορούσε να διαδώσει στο αγγλικό ευρύ κοινό την ελληνική ποίηση, και το έργο των παλαιότερων και νεότερων ποιητών και ποιητριών. Δεκάδες οι εισαγωγές που έγραψε κατά την διάρκεια των μεταφραστικών του εργασιών, πέρα από τα βιβλία που εξέδωσε και τις δοκιμιακές του μελέτες. Σκόρπιες βρίσκονται ακόμα και πάρα πολλές βιβλιοκριτικές του ή δοκιμιακά του σημειώματα, που δημοσίευσε σε διάφορα περιοδικά της εποχής του και εφημερίδες τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αμερική,-όπως μου είχε αναφέρει με πίκρα-όπου για μεγάλο διάστημα δίδαξε ως καθηγητής, αφήνοντας τελικά την πανεπιστημιακή του καριέρα για να αφιερωθεί στον μεταφραστικό του άθλο, και στην διάδοση του ελληνικού ποιητικού λόγου, αρχινώντας από τον μεγάλο του άθλο, αυτόν της «Οδύσσειας» του Κρητικού Νίκου Καζαντζάκη. Ένα έργο μνημειώδες και αρκετά δύσκολο στην προσέγγισή του,-που έδωσε την ευκαιρία στον ποιητή Κίμων Φράίερ ίσως να ξεδιπλώσει την δική του ποιητική φωνή σε μια άλλη γλώσσα, μετά τις εργασίες του πάνω στο έργο «Το Όραμα» του Ιρλανδού ποιητή Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς, και που, το ογκώδες αυτό ποίημα του Νίκου Καζαντζάκη, όπως πολλές φορές συζητούσαμε, ελάχιστοι Έλληνες το έχουνε διαβάσει. Το έργο αυτό, στην Αγγλική του έκδοση, ήταν το μόνο από όσο γνωρίζω από τον ίδιο τον Φράϊερ, που ο Κίμων σαν μεταφραστής είχε τα πνευματικά δικαιώματα, δηλαδή τις όποιες οικονομικές απολαβές, από τους εκδότες του εξωτερικού.
Για τον τιτάνιο αυτόν άθλο, ο ποιητής, θεωρητικός της λογοτεχνίας και ομότιμος καθηγητής πανεπιστημίου Νάσος Βαγενάς, σημειώνει σχετικά σε κείμενό του στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» 17/12/1981, με τίτλο «ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-Η Οδύσσεια δύο ποιητών»:
«Διαβάζοντας την «Οδύσσεια» του Κίμωνα Φράιερ έχω την αίσθηση ότι βρίσκομαι μπροστά σ’ ένα ποίημα ανώτερο από την «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη. Τούτο μπορεί να φαίνεται παράδοξο για έναν Έλληνα αναγνώστη που δε θα μπορούσε να ισχυριστεί πως κατέχει την αγγλική σε όλη την έκταση και το βάθος της. Εντούτοις είναι μια πραγματικότητα που την αισθάνομαι από καιρό και που θα επιχειρήσω να την εξηγήσω…..»
    Δεν είμαι ο κατάλληλος για να κρίνω τις μεταφραστικές εργασίες του Κίμωνα Φράϊερ στην εποχή του άλλα και στις μέρες μας,-θυμάμαι όμως πολύ καλά τον νομπελίστα ποιητή μας Οδυσσέα Ελύτη να μου λέει: «Αν Γιώργο δεν ήταν ο Κίμων και οι μεταφράσεις του, δεν θα γνώριζαν οι Σουηδοί το έργο μου για να μου δώσουν το Νόμπελ, στις δικές του μεταφράσεις στηρίχτηκαν», και ακόμα θυμάμαι ότι, ορισμένοι μεγαλόσχημοι νεότεροι ποιητές μου έκοψαν και την καλημέρα, όταν ο Κίμων εξέδωσε στα αγγλικά επί υπουργίας της αξέχαστης Μελίνας Μερκούρη, την γνωστή του Ανθολογία με έργα ελλήνων ποιητών, και δεν συμπεριλαμβάνονταν, τον τόμο “CONTEMPORARY GREEK POETRY”, Publisher The Greek Ministry of Culture 1985, που του ζητήθηκε, είμαι όμως αναγνώστης των κειμένων και των βιβλίων του που θαυμάζω απεριόριστα, όπως «Τα Πέτρινα Μάτια της Μέδουσας» εκδόσεις Κέδρος 1981, την «Σύγχρονη Ελληνική Ποίηση-από τον Καβάφη στον Βρεττάκο», πάλι από τον Κέδρο 1982 και πολλών άλλων. Και ζώντας τον από κοντά, για μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρι την Τρίτη το βράδυ της 25ης Μαΐου του 1993, όπου ο Κίμων έφυγε από κοντά μας, (μετά από έναν σοβαρό τραυματισμό του ξημερώματα Δευτέρας), είδα την εργασιομανία του, το πάθος του για την μετάφραση έργων ελλήνων ποιητών που αγάπησε, την επιθυμία του να προσφέρει με όλες του τις πνευματικές δυνάμεις και γνώσεις στην διάδοση και διάσωση του ελληνικού ποιητικού λόγου στο Ευρωπαϊκό και Αμερικάνικο κοινό. Γνώριζε τους ποιητές από κοντά, τους προσκαλούσε στο σπίτι του, επισκέπτονταν ο ίδιος το δικό τους, συνεργαζόταν μαζί τους κατά την διάρκεια των μεταφραστικών του εργασιών, ξαναδούλευε παλαιές του μεταφράσεις και εισαγωγές, συμπλήρωνε τα «κενά του» στην ελληνική γλώσσα, μελετούσε βιβλία και πέρα από το ποιητικό πεδίο. Είχαμε επισκεφτεί πολλές φορές εκθέσεις ζωγραφικής νέων σύγχρονων εικαστικών, παρακολουθούσαμε κινηματογραφικά έργα, επισκεπτόμασταν μουσεία και τον άκουγα να ανοίγει συζητήσεις με αρμόδιους και να ζητά διευκρινίσεις για θέματα που τον ενδιέφεραν και τον προβλημάτιζαν. Υπήρξε πολύ δραστήριο άτομο, τον ζήλευα, ακόμα και στην διάρκεια της αρρώστιας του, μου ζητούσε να του διαβάζω κείμενα ελλήνων ποιητών, βιβλιοκριτικές που του πήγαινα που συναντούσα στις εφημερίδες και τα περιοδικά, ήθελε να τον ενημερώνω για τα νέα βιβλία που διάβαζα, συζητούσαμε μαζί για τις νέες εκδόσεις των ελλήνων ποιητών, τον ενημέρωνα για τα νέα λογοτεχνικά περιοδικά που εκείνα τα χρόνια εκδίδονταν, ενδιαφέρονταν για την πολιτική-παρότι υπήρξε προσωπικός δάσκαλος αγγλικών του πρώην Βασιλέα Κωνσταντίνου, η φωτογραφία του ήταν πάνω σε μπουφέ,-και πολλές φορές, τον πείραζα γιαυτό-λάτρευε την αξέχαστη Μελίνα Μερκούρη-όπου και η δική της φωτογραφία μαζί του, υπήρχε δίπλα σε αυτήν με τον Βασιλέα τέως των Ελλήνων, υποστήριζε θα λέγαμε πολιτικά την λεγόμενη τότε, δημοκρατική παράταξη, του ΠΑΣΟΚ. Προσπαθούσε με τον τρόπο του, να βρίσκεται στο κέντρο των πνευματικών ενδιαφερόντων στον ελληνικό χώρο, πάντοτε όμως εργαζόμενος σκληρά και με μεγάλο ζήλο και προθυμία για αυτό που έκανε. Δηλαδή την μετάφραση Ελλήνων Ποιητών και Ποιητριών στο εξωτερικό, χωρίς να πάψει να μελετά τόσο την Αγγλική όσο κυρίως και την Αμερικάνικη ποίηση. Δεν είχε επιθυμήσει όμως να μεταφράσει βιβλίο ξένων ποιητών στα ελληνικά, μάλιστα θυμάμαι, μια φορά με έβαλε να τηλεφωνήσω στον Έλληνα ποιητή και δημοσιογράφο Νίκο Σπάνια που ζούσε στην Νέα Υόρκη, για να τον ρωτήσει αν γνώριζε άλλες μεταφράσεις από ξένους για έναν Έλληνα νέο ποιητή που μετέφραζε τότε. Το μεγάλο του παράπονο ήταν και πολλές φορές μου το έλεγε, ότι «θα έπρεπε οι Σουηδοί να δίνουν και ένα βραβείο Νομπέλ και στους μεταφραστές, όχι μόνο στους συγγραφείς. Και εκείνων ο κόπος είναι τεράστιος».
    Ο ποιητής και κριτικός Θ. Δ. Φραγκόπουλος, σε κριτική του για τα «Πέτρινα Μάτια της Μέδουσας», στην εφημερίδα Η Καθημερινή 4 Ιουνίου 1981, μιλά για την «Στην υπηρεσία του αλλότριου ταλέντου», γράφει:
«Σε συστηματικότητα, αφοσίωση και αγάπη για τον τόπο και τις πολιτισμικές του αξίες, όμως ο Κίμων Φράϊερ βρίσκεται πολύ μπροστά, στην πρώτη γραμμή. Σε καιρό επιστράτευσης, βλέπουμε καμιά φορά πετυχημένους γιατρούς να κλείνουνε τις προσοδοφόρες κλινικές τους, να ντύνονται την στολή του στρατιωτικού γιατρού, και να υπηρετούνε σε ορεινά χειρουργεία  πρώτης γραμμής, μέσα στον κίνδυνο και τις κακουχίες. Κάπως έτσι εθελοντή επιστρατευμένο, θέλω να βλέπω τον ποιητή Κίμων Φράϊερ. Είναι ένα προϊόν αφοσίωσης μια πράξη αυτοθυσίας. Και όταν έρχεται αυτός ο τεχνικός της μετάφρασης, ο κριτικός της ανακάλυψης της ποιότητας μέσα στα δικά μας ποιήματα, να μας πει, σε μια ξενάγηση του άδυτου του εργαστηρίου του, τα μυστικά της τέχνης του, της επιτυχίας του, και της μαστοριάς του, έχουμε και μεις, αν όχι τίποτε άλλο, να του δώσουμε την προσοχή μας. Δεν μιλάω για την ευγνωμοσύνη μας, γιατί αυτό με τα σημερινά δεδομένα της ηθικής μας, θα ήτανε, ίσως πολύ…».  
και δεν είχε άδικο, ο Κίμων Φράϊερ αναλώθηκε στην διάδοση των νέων και παλιότερων ποιητικών ελληνικών ταλέντων στο εξωτερικό με πάθος και αυταπάρνηση, και επαγγελματική ξαναγράφω ευσυνειδησία. Μπορεί να είχε παραλήψεις ή λάθη η εκτός εμπορίου έκδοση του Υπουργείου Πολιτισμού το 1985, της «Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης» στην Αγγλική γλώσσα, έχω φυλαγμένη την κριτική καταπέλτης του Πειραιώτη δημοσιογράφου και κριτικού Κώστα Σταματίου στην εφημερίδα «Τα Νέα» της 30 Νοεμβρίου του 1985 για το βιβλίο, όμως και ο Σταματίου, τελειώνει με τα εξής:
«…Σταματάω. Ανέφερα τα, κατ’ εμέ λάθη προς διόρθωση. Γιατί το οριστικό βιβλίο του Φράιερ θα κυκλοφορήσει στην Αμερική προσεχώς, συμπληρωμένο-μαθαίνω-με μερικούς ακόμη ποιητές της νεότερης γενιάς. Αυτά, και με σεβασμό πάντα στο μόχθο και τον όγκο δουλειάς αυτού του ακούραστου απόστολου του Ελληνικού Λόγου».
     Και ο Πειραιώτης καθηγητής της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και κριτικός της λογοτεχνίας  στο Πανεπιστήμιο του Σίδνει της Αυστραλίας Βρασίδας Καραλής σημειώνει σχετικά σε κείμενό ευγνωμοσύνης του «Μνήμη Κίμωνα Φράιερ-Ένα κείμενο ευγνωμοσύνης», στο περιοδικό «Διαβάζω» τχ. 440/5,2003:
«…Είμαστε εντελώς αχάριστοι και μισαλλόδοξοι, δεν αναγνωρίζουμε, ή θέλουμε να ξεχνάμε, ότι χάρη στις μεταφράσεις του Κίμωνα άνοιξε η διεθνής επικοινωνία της νεοελληνικής καλλιτεχνικής παραγωγής και ότι χωρίς αυτόν η νεοελληνική τέχνη θα είχε παραμείνει ένα βαλκανικό φαινόμενο, επαρχιακού και συνοικιακού ενδιαφέροντος. Είναι επίσης ενοχλητικό να ακούει κάποιος πανεπιστημιακούς καθηγητάδες που έπαιζαν πάντοτε εκ του ασφαλούς, με τεράστια εκδοτικά συγκροτήματα να τους υποστηρίζουν, να επικρίνουν τις μεταφράσεις του Κίμωνα (πλαστικές τις αποκάλεσε γνωστός πρωταθλητής της πνευματικής αφορίας) χωρίς μάλιστα να έχουν ιδέα της αγγλικής ή να έχουν ασκηθεί σε μεταφραστικές απόπειρες τέτοιου μεγέθους, αρχίζοντας μάλιστα από το μηδέν χωρίς χρήματα, χωρίς βοήθεια και χωρίς ηθική ενθάρρυνση. Είναι επίσης ενοχλητικό να ακούς ποιητές που ευεργετήθηκαν από τον Κίμωνα να ψέγουν τις μεταφράσεις του-αγγλοαμερικάνικα αποκαλούσε υποτιμητικά την αγγλική Οδύσσεια ποιήτρια του ημί και του δήθεν, χωρίς να σκύψει πάνω από το μεταφρασμένο κείμενο για να μελετήσει την πολυτυπική ιδιόλεκτο που εισηγήθηκε εκεί ο Κίμωνας και την αισθητική της λειτουργικότητα…».
     Και ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, στην στήλη του «Το πνεύμα του τόνου», σε κείμενο με τίτλο «Διασπορά φωτός», την εβδομάδα του θανάτου του, που συνέπεσε με τον θάνατο του γλύπτη Μέμου Μακρή, αναφέρει σχετικά:
«….Χάρη στον Μακρή και τον Φράίερ η Ελλάδα εφύτρωσε στην ξένην με όλο το μεγαλείο της και την εσωτερική της δυναμική. Οι δύο σεβαστοί νεκροί προσέφεραν στον τόπο περισσότερα απ’ όλα τα υπουργεία και τις εκθέσεις. Οι ξένοι άνθρωποι απολαμβάνουν τις φόρμες του Μακρή και γοητεύονται από τις σελίδες του Φράϊερ και γίνονται ελληνολάτρες. Χάρη σε έργα τίμια, τιμίων δημιουργών».
    Το μεταφραστικό έργο του Κίμωνα Φράϊερ, άνοιξε πράγματι τους ορίζοντες της ελληνικής ποίησης, διεύρυνε τα σημεία των οριζόντων της, άνοιξε την ποιητική της εποπτεία, απόκτησε μια πολυπολιτισμικότητα, κάτι που δεν είχαν πετύχει οι μεταφραστικές προσπάθειες του έργου του Κωνσταντίνου Καβάφη, του Άγγελου Σικελιανού, του Κωστή Παλαμά, και ίσως, ίσως και οι μεταφράσεις του έργου του πρώτου ελληνικού Νόμπελ του Γιώργου Σεφέρη. Η κριτική ματιά του Κίμωνα Φράιερ πάνω στην ελληνική ποίηση, πρόσφερε στους νεότερους δημιουργούς την δυνατότητα να διαβούν το γιοφύρι του χωριού τους και να περπατήσουν πάνω στην παγκόσμια γέφυρα της διεθνούς αναγνώρισης, το έργο τους ξεπέρασε τα κράσπεδα του βαλκανικού λόγου και έγινε διεθνές. Μετά τις μεταφράσεις του Κίμωνα Φράιερ, ξεκίνησε μια συζήτηση των αγγλόφωνων ποιητών και διανοουμένων με τον σύγχρονο ποιητικό λόγο, με την μοντέρνα πολιτική σκέψη των ελλήνων δημιουργών, παραμερίστηκαν οι τοπικισμοί τοπικού ενδιαφέροντος και οι έλληνες ποιητές απόκτησαν το δικό τους ειδικό βάρος μέσα σε μια παγκόσμια πλέον αγορά, άρχισαν να ενδιαφέρουν και τους ξένους ομοϊδεάτες τους, τους αναγνώρισαν το στίγμα τους μέσα στον παγκόσμιο πλέον ποιητικό χάρτη. Τα δύο ποιητικά ελληνικά Νόμπελ αργότερα στερέωσαν την φήμη του ελληνικού ποιητικού λόγου. Τέλος, οι έλληνες ποιητές και με την γνωριμία τους με τους Αμερικανούς Beat, ξέφυγαν από τα στενά και περιορισμένα όρια ανάγνωσης της ελληνικής γλώσσας, καθώς ο ποιητικός τους λόγος απόκτησε μια πολυγλωσσία, δηλαδή μπολιάστηκε με νέες ξένες λέξεις αρμονικά εναρμονισμένες μέσα στο ποιητικό τους corpus, και μεγάλωσε ο οραματικός τους σχεδιασμός και σχολιασμός. Η φτωχή πλην τιμία επαρχιακή Ελλάδα, έδινε μετά το 1981 την θέση της στην σύγχρονη πολυπολιτισμική χώρα με τα πολύπλοκα προβλήματά της και τις μεγάλες της διεθνείς αναζητήσεις. Και στην αλλαγή αυτή, δεν βοήθησαν μόνο οι διάφοροι πολιτικοί και κομματικοί ηγέτες, αλλά μια σειρά αξιοσημείωτων ελλήνων που άνηκαν είτε στον χώρο της Επιστήμης, είτε στον χώρο της Τέχνης, είτε στον χώρο των Γραμμάτων, όπου θήτευσε και ο Έλλην δάσκαλος, ποιητής και μεταφραστής Κίμων Φράιερ.
    Εδώ μεταφέρω απόσπασμα από το έργο του «Η Γέννηση», σε μετάφραση Νίκου Καζαντζάκη, καθώς και την σημείωση στην ελληνική γλώσσα για το έργο από τον ίδιο τον ποιητή, που παρότι παρουσιάστηκε εδώ και 75 χρόνια, το 1940, θεωρώ ότι εξακολουθεί να παραμένει επίκαιρο και σύγχρονο, στους δύσκολους καιρούς που διανύουμε και σαν χώρα και σαν Ευρωπαϊκή Ήπειρος, ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός γενικότερα, μια χρονική περίοδος, που δικαιολογημένα ή όχι, έχουμε χάσει τις ανθρωπιστικές μας αξίες.
Για το έργο υπάρχει αναφορά από τον ποιητή της γενιάς του 1970, τον Βασίλη Στεριάδη, δες σελίδα 69 του βιβλίου του «Η τέχνη της ανάγνωσης»-Τα κείμενα για την ποίηση, εκδόσεις Γαβριηλίδη  2004, και του κριτικού της γενιάς του 1930, του δοκιμιογράφου Ανδρέα Καραντώνη, στο περιοδικό Νέα Εστία τχ. 1165/15-1-1976, σ.133-134.
Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ- THE PROPHECY

There is no light. We grope in darkness. We cannot see.
There is a blackout over the earth and over the heavens,
Planets, suns, moons and stars rush blindly throughout
space,
Island universes float silently into unknown destinations,
Galaxies swarm over hemispheres in thunderous night
formations,
An infinite, mechanical and terrifying army
Strafing our nerves with fear and enervation.
The light has gone out of the heavens and out of our
hearts.
We are blind. We grope in darkness. We cannot see.
This darkness is our fear, and yet our terrible comfort…
Δεν υπάρχει φως. Ψαχουλέβουμε  μέσα στο σκοτάδι
Δε μπορούμε ναδούμε.
Σκοτάδι απάνω στη γης και απάνω στον ουρανό.
Ήλιοι, φεγγάρια, πλανήτες και άστρα ορμούν τυφλά μέσα
στο διάστημα,
Σπειρωτοί κόσμοι πλέουν σιωπηλά στον άγνωστο προ-
ορισμό τους.
Γαλαξίες μερμηγκιάζουν πάνω στα ημισφαίρια,
διαγράφοντας βροντερά νυχτερινά σχήματα.
Μιαν απέραντη μηχανοκίνητη και τρομαγμένη στρατιά
Βομβαρδίζοντας τα νεύρα μας με αναταραχή και τρομάρα.
Έσβησε το φως από τον ουρανό κι από τις καρδιές μας.
Είμαστε τυφλοί. Ψαχουλέβουμε στο σκοτάδι. Δεν
μπορούμε να δούμε.
Τούτο το σκοτάδι είναι ο τρόμος μας μα κι ακόμ η φριχτή μας παρηγοριά.
Ζούμε μέσα στη σκοτεινή νύχτα της ψυχής, το σκοτάδι
είναι το μόνο μας φως…..
Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ- THE ANNUNCIATION
 We have news of marvelous import, it cannot wait to be
told.
Πολύ σημαντικά, θαυμαστά νέα! Βιαζόμαστε να σας
τ’ αναγγείλουμε.
Ανακαλύψαμε μυστικές πηγές στη φαντασία μας και
στο νου μας,
Υπερνικώντας αφάνταστα εμπόδια, διατρέχοντας ανείπωτους
κινδύνους,
Σκουντουφλώντας μέσα στις ερημιές της ψυχής, ζωσμένοι
απ’ τους αντικαθρεφτισμούς περηφάνειας και
δύναμης,
Μπερδεμένοι μέσα στις πολύπλοκες μηχανορραφίες της
μαζικής παραγωγής,
Πλανεμένοι από εκμαβλιστικές επιτροπές, πνιγμένοι στα
κύρια άρθρα που εμείς οι ίδιοι γράψαμε στις
εφημερίδες,
Βουλιαγμένοι ως το λαιμό στη βρώμα και την αρρώστια
της φτωχογειτονιάς,
Αντιστεκόμαστε στον Τέταρτο Πειρασμό: να κάνεις το
σωστό από λαθεμένο σκοπό.
Υπερνικώντας αφάνταστα εμπόδια, διατρέχοντας ανείπωτους
κινδύνους,
We have traced to its source that rumor of Virtuous
Power.
THE WANDERING- Η ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ
Το κεφάλι μας σβουρίζει, είμαστε χαμένοι μέσα στον
στρόβιλο τα έντυπα και στις φωνές του ραδιόφωνου,
δεν ξέρουμε τι να πούμε, τι να σκεφτούμε, τι να
κάνουμε.
We are greatly confused, we are lost in whirlwinds of
print and radio voices, we do not know what to think,
what to do
Πώς να ψηφίσουμε; Σε τι να πιστέψουμε; Ποιος θα μας
πει την αλήθεια;
Τι να σκεφτούμε γι αυτήν και τον σύντροφό της;
Είναι τάχα σωστή η εκδοχή της, είναι η αλήθεια η Εκλεκτή,
νάναι δική της η Άσπιλη Αποκάλυψη, μη
και μας θάμπωσε το άπλετο φως;
Shall we pray? Shall we organize? Shall we contribute to
Worthy cayses?
We are greatly confused, we live in whirlwinds of tickertape….
Το κεφάλι μας σβουρίζει, ζούμε στον στρόβιλο τους
χρηματιστές και στις εκδόσεις που βγάζουν οι
σοφές εταιρίες,
Να δεχτούμε την τυραννία; Ν’ ακολουθήσουμε το δημαγωγό;
Θάναι άραγε ο μεταρρυθμιστής ο ελευθερωτής μας; Είναι η δημοκρατία η απάντηση;
What shall we say? What shall we think? What shall we do?
THE FEAR
Ο ΦΟΒΟΣ
Σκοτάδι κι ερημιά παντού, χάος και βομβαρδισμοί.
Η Αιθιοπία βούλιαξε όπως και η Ισπανία, η Πολωνία
υπέκυψε και η Τσεχοσλοβακία,
Η Κίνα κι η Φορμόζα είναι ανάστατες, η Βόρεια κι η
Νότια Κορέα, το Βόρειο και το Νότιο Βιετνάμ,
το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές,
Οι στρατιές του Ισραήλ ξεσπούν πάνω στο όρος Σινά,
διασχίζουν ξανά την Ερυθρά Θάλασσα,
Σμήνη σιδερένιες ακρίδες πετούν πάνω απ’ την Νότια
Αφρική, το Κονγκό, την Μαδαγασκάρη, πάνω απ’
Την Έρημο της Σαχάρας,
Βουίζουν στον ουρανό της Αιγύπτου, πάνω απ’ το Κανάλι
του Σουέζ, την Δαμασκό και τα υψώματα Γκολάν,
πάνω απ’τους θαλασσινούς δρόμους όλου του
κόσμου,
Τανκς σαν νωθρές χελώνες ξερνούν τις φλόγες τους
στους δρόμους της Βουδαπέστης, της Πράγας και
της Αθήνας,
Αλεξιπτωτιστές σα φαρμακερά μανιτάρια πέφτουν στα
χωράφια της Κύπρου, στους δρόμους της Πάφου
και της Κυρήνειας,
Tanks like slothful turties vomit their flames in the streets
of Budapest, of Prague, and Athens,
Parachutes like poisonous mushrooms are falling in the
fields of Nicosia, on the cobbied lanes of Paphos
and Kyrinea,
Οι σιδερένιοι τους ίσκιοι μαυρίζουν τώρα τον ουρανό
της Αμερικής
Σμάρια με κανονικούς πολύπλοκους σχηματισμούς.
THE BIRTH AND ADORATION- Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΙ Η ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ
Που είναι το φως; Βρισκόμαστε στο σκοτάδι; Τι θα
δούμε;
Μας έπνιξαν τα κλάματα. Το πολύ φως μας τύφλωσε,
……………………..
Τι μεγαλείο κρύβεται στον άνθρωπο για να μπορεί να
υπομένει!
Ειρήνη κατέβηκε σε όλη τη γης, πως θα Τον βρούμε;
Lift up your hearts and sing to the glory and mystery
of perpetual renewal!
Lift up your hearts and sing the indestructible visions
of man!
Ψηλά τις καρδιές και τραγουδείστε!
Note
    This is a slightly revised version of a verse narrative which I wrote as part of a modern Miracle Play in dance form…..                
    Αυτή είναι μια κάπως διορθωμένη παραλλαγή ενός αφηγηματικού ποιήματος που έγραψα σαν μέρος ενός μοντέρνου θρησκευτικού δράματος για χορό, που παρουσίασε ο χορευτικός θίασος του Πανεπιστημίου Αντέλφαϊ στο Γκάρντεν Σίτυ της Νέας Υόρκης, όταν δίδασκα  εκεί το 1940. Επίσης το έργο αυτό το διάβασα από το ραδιόφωνο στη Νέα Υόρκη, στο Σικάγο και στο Ντουλούθ κατά τη διάρκεια των ετών 1952-1953, και μια φορά διαβάστηκε από δύο αντρικές φωνές νέων αμερικανών ηθοποιών και από μια γυναικεία, τη φωνή της διάσημης νέγρας τραγουδίστριας των νυχτερινών κέντρων Μέιμπλ Μέρσερ.
    Όταν χορεύτηκε, κάθε τμήμα της απαγγελίας προηγείτο του χορού και δημιουργούσε την ατμόσφαιρα για τη δράση του χορευτικού μέρους που ακολουθούσε την απαγγελία. Γι’ αυτό, τούτο το έργο δεν είναι ούτε θεατρικό έργο, ούτε συμπυκνωμένο ποίημα, αλλά μια αφήγηση σε στίχο που περιγράφει την ατμόσφαιρα, τη δράση και το θέμα του χορού. Μπορεί ακόμα να χρησιμοποιηθεί σαν λιμπρέτο σε ορατόριο. Χρωστάει τη σύλληψή του στα «μυστήρια», που πηγάζουν από τη λειτουργία της Χριστιανικής Εκκλησίας στη διάρκεια του Μεσαίωνα μετά την παρακμή του αρχαίου ελληνικού και ρωμαϊκού δράματος που ακολούθησε την πλημμύρα των βαρβαρικών εισβολών από τον Βορρά.
    Το μοντέρνο δράμα άρχισε με την παρείσφρυση των λέξεων και του διαλόγου στα χορικά της λειτουργίας. Αυτό συνέβη για πρώτη φορά στη λειτουργία της Αναστάσεως, στο διάλογο που είχαν οι τρείς Μαρίες με τον Άγγελο μπροστά στον τάφο του αναστημένου Χριστού και αργότερα στη λειτουργία των Χριστουγέννων όπως και σε άλλες λειτουργίες. Με τον καιρό πήραν τέτοιες διαστάσεις κι έγιναν τόσο δημοφιλή που θεωρήθηκαν ασυμβίβαστα με την εκκλησία και συνεπώς άρχισαν να γράφονται στην καθομιλουμένη και όχι πιά στα λατινικά, όπως γράφονταν άλλοτε, και να παραδίνονται στους κοινούς ηθοποιούς.
    Ένας ολόκληρος κύκλος αυτών των έργων συνήθως παρουσιαζόταν στη διάρκεια του Δείπνου του Σώματος του Χριστού, την ενάτη εβδομάδα μετά το Πάσχα, και ήταν βασισμένος στα πιο δραματικά επεισόδια της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, όπως η Γένεση, η ιστορία του Κάϊν και του Άβελ, ο κατακλυσμός στον καιρό του Νώε, η Θυσία του Αβραάμ, οι Ποιμένες και το Άστρο της Βηθλεέμ, το Προσκύνημα των Μάγων, η προδοσία του Ιούδα, η Σταύρωση, τα μαρτύρια της Κόλασης, η Ανάσταση και η Ημέρα της Κρίσης. Το κρητικό έργο Η Θυσία του Αβραάμ είναι μια αναγεννησιακή διασκευή ενός τέτοιου «μυστηρίου».
    Τα έργα αυτά τα ανέβαζαν και τα έπαιζαν στις κοινοτικές γιορτές σαν μια έκφραση της αστικής περηφάνειας των μεσαιωνικών συντεχνιών. Παρ’ όλο που καμιά φορά παίζονταν σε στημένες σκηνές στο ύπαιθρο, συχνότερα, ανεβάζονταν σε κινητά βαγόνια ή σχεδίες που μεταφέρονταν σε διαφορετικά σημεία της πόλης για τον κόσμο που συγκεντρωνόταν εκεί στα κατάλληλα μέρη. Τα έπαιζαν με μεγάλη ζωντάνια και φαντασία, με πολύχρωμα κοστούμια με μάσκες, μουσική και ηχητικά εφέ. Ζητούσαν τόσο να διδάξουν και να ανυψώσουν, όσο και να τρομοκρατήσουν όπως τα Μαρτύρια της Κόλασης που απεικόνιζαν με ρεαλιστικό και σχεδόν γελοιογραφικό τρόπο τους πειρασμούς των Επτά Θανάσιμων Αμαρτημάτων και τα επακόλουθα ανατριχιαστικά βασανιστήρια της Κόλασης. Συχνά ήταν πνευματώδη όπως τα έργα τα σχετικά με τους Ποιμένες και το Βρέφος.
    Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι όλα ήταν, χωρίς εξαίρεση, μοντέρνα για την εποχή τους, ήταν γραμμένα στην τοπική διάλεκτο και ταίριαζαν στα μέτρα της μεσαιωνικής νοοτροπίας. Τα ρούχα, η παρουσίαση και τα σκηνικά ήταν μεσαιωνικά. Πολλοί από μας δεχόμαστε τόσο ασυζητητί τους αναγεννησιακούς πίνακες με βιβλικά θέματα ώστε ίσως δεν συνειδητοποιούμε αρκετά ότι τα ρούχα , τα τοπία, τα κτίρια, οι συνδυασμοί, ο τόνος της έκφρασης και της κίνησης αυτών των περίφημων πινάκων του Ραφαήλ, του Μποτιτσέλλι ή του Ντα Βίντσι ήταν σχετικά με την Ιταλία της εποχής εκείνης. Οι καλλιτέχνες και οι συγγραφείς στη διάρκεια των επόμενων αιώνων συνέχισαν να ξαναζωντανεύουν το νόημα των ιστοριών αυτών σε σύγχρονα πλαίσια. Όμως συχνά το κοινό και η ίδια η εκκλησία αντιδρούν και καταδίωκαν τέτοιες αναβιώσεις και ερμηνείες.
    Πιθανών αυτό να γίνεται γιατί ο υπονοούμενο αυτών των μύθων και των συμβόλων είναι εκρηκτικό και καυστικό, επειδή όταν αυτοί οι μύθοι ξαναλέγονταν με σύγχρονους τρόπους πρέπει ν’ αντιμετωπίζουμε πάλι την πρωταρχική τους δύναμη και τα επακόλουθά τους. Τελικά μόνο πρόσφατα η εκσυγχρονισμένη επιστροφή στη Βίβλο, όπως ο Χριστός Υπέρλαμπρο Άστρο, επετράπη με δυσφορία, ενώ στην Ελλάδα μόλις πριν λίγα χρόνια η Εκκλησία προσπάθησε ν’ αποκηρύξει τον Καζαντζάκη για τη διασκευή του μύθου του Χριστού με το βιβλίο σαν το Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται και Ο Τελευταίος Πειρασμός. Οι πάγιοι μύθοι που κληρονομήσαμε έχουν υπερφορτωθεί με συναισθηματισμό διά μέσου των αιώνων και έχουν ντυθεί με ένα σάβανο ευσέβειας, για να προσφέρουν μιάν αίσθηση άνεσης και παρηγοριάς και όχι την αναταραχή που προκαλεί η ανανεωμένη ενόραση.
    Αν ο Χριστός ξαναρχόταν σήμερα και κήρυττε το ίδιο μήνυμα, όπως μας θυμίζει ο Καζαντζάκης στο Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, θα τον ξανακαρφώναμε στον σταυρό σαν ταραξία του κατεστημένου, σαν επαναστάτη και αιρετικό. Δεν χρειάζεται, επομένως να προσθέσω πως το αληθινό και όχι το απολιθωμένο όραμα σημαίνει τη συνεχή αναγέννηση των βασικών ιερών συμβόλων στην καρδιά του ανθρώπου, μια διαρκή επαγρύπνηση. Η γέννηση του Χριστού θα έπρεπε να σημαίνει για μας, μέσα από τους άπειρους πειρασμούς και τα μίση που υπάρχουν στον σύγχρονο κόσμο, μιάν αναζήτηση των πραγμάτων που δίδαξε με αλληγορίες, θα έπρεπε να σημαίνει για μας τη συνεχή αναγέννηση της χριστιανικής ευσπλαχνίας.
    Επομένως στους αφηγηματικούς στίχους που έχω γράψει προσπαθώ να ξαναπώ και να ξαναερμηνεύσω τη Γέννηση στα δικά μας σύγχρονα μέτρα. Υπάρχουν δύο βασικά θέματα : το θέμα της σύγχυσης και του σκότους του κόσμου μας, που από στιγμή σε στιγμή είναι έτοιμος να εκραγεί από τον πόλεμο, το μίσος και την εκμετάλλευση, και το θέμα του Χριστού σαν Άρχοντα της Ειρήνης που η γέννησή του συμβολίζει τη συνεχή αναγέννηση της ελπίδας στην καρδιά του ανθρώπου, τη συναδέλφωση όλης της ανθρωπότητας που γι’ αυτήν πέθανε.
    Τώρα σ’ αυτόν τον απειλητικό και ρευστό κόσμο έχει γίνει ακόμα πιο επιτακτικό το να απογυμνώσουμε την Αγία Οικογένεια από τα συναισθηματικά, απολιθωμένα και δογματικά στολίδια της και να αποκαλύψουμε ξανά το πραγματικό και ουσιαστικό νόημα και τις πάντοτε αναγεννώμενες ζωντανές αξίες της. Πραγματικά και σ’ εμένα τον ίδιο η έκπληξη ήταν πολύ μεγάλη ανακαλύπτοντας, καθώς ξαναδιάβασα αυτό το παλιό έργο μου, πόσο στενή σχέση έχει το νόημά του με τα σημερινά προβλήματα, για αυτό και αποφάσισα να το δημοσιεύσω. Η Παρθένος και το Βρέφος βρίσκονται παντού, γύρω μας, και μέσα μας, παρ’ όλο που συνεχώς εξαφανίζονται από την όραση και την ενόρασή μας. Είναι βαθειά μας ευθύνη να τους ξαναβρούμε και να τους ξαναδημιουργήσουμε για ν’ ανανεώσουμε το νόημά τους. Τα πάθη της Αγίας Οικογένειας συμβολίζουν τα πάθη του καιρού μας.. Πρέπει να ανακηρύξουμε τον Χριστό Άρχοντα της Ειρήνης, που η γέννησή του συμβολίζει τη γέννηση νέων συστημάτων-θρησκευτικών, οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών-που μπορεί να βοηθήσουν σήμερα να υπερνικήσουμε την φτώχεια, την πείνα και την εκμετάλλευση του εσωτερικού και εξωτερικού μας κόσμου.
    Ολόκληρο το κείμενο του χοροδράματος, όπως το μετέφρασε στα ελληνικά ο Καζαντζάκης, βρίσκεται στο περιοδικό Νέα Εποχή, χειμώνας 1956. Το αγγλικό κείμενο που τυπώθηκε εδώ είναι αυτό που μεταδόθηκε αναθεωρημένο από το ραδιόφωνο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο κείμενο του Καζαντζάκη που ήταν μετάφραση του κειμένου του χορευτικού δράματος μερικές αναθεωρήσεις και προσθέσεις μου έχουν μεταφραστεί, όπως κι αυτό το σημείωμα, από τον Τάσο Δενέγρη για να ταιριάζουν με το ραδιοφωνικό κείμενο.

Σημείωση:
Λουσμένοι με τις στάχτες του Γκράμσι, διαβάζουμε την Γέννηση του Κίμωνα Φράιερ, σαν σήμερα τα ξημερώματα, δολοφονήθηκε πριν 40 χρόνια ο ποιητής, σκηνοθέτης, πεζογράφος, πολιτικός σχολιαστής, και διανοούμενος Ιταλός ομοφυλόφιλος και κομμουνιστής, Πιέρ Πάολο Παζολίνι(5/3/1922-2/11/1975) και σαν χθές 31/10/1888 γεννήθηκε ο ποιητής, ομοφυλόφιλος και κομμουνιστής του μεσοπολέμου Ναπολέων Λαπαθιώτης (31/10/1888-8/1/1944),
Το θρησκευτικό αυτό χορόδραμα του ποιητή και μεταφραστή Κίμωνα Φράιερ, είναι ένα πολύ επίκαιρο έργο, και στην δεύτερη εκδοχή του, με τις προσθέσεις του ίδιου του ποιητή σε σύγχρονά του πολιτικά γεγονότα, σε σύγχρονες πολεμικές συρράξεις και επεισόδια, βλέπουμε τον ποιητή να κρατά μια σταθερή γραμμή, δηλαδή να θέλει να αποκαθηλώσει τους παγκόσμιους μεγάλους πανάρχαιους θρησκευτικούς μύθους από το φωτοστέφανο της γλυκερής αισθηματολογίας που τους έχει η κατεστημένη θρησκευτική παράδοση περιβάλλει. Να τους βγάλει από το κουκούλι της δογματικής ηθικολογίας και από την φάτνη της κρατικής θρησκευτικής καθηκοντολογίας και μπακαλοεμπορευματισμού που εδώ και χιλιετίες η στείρα κρατική παράδοση κάθε κράτους τους έχει δεσμεύσει. Ο Φράιερ, βρίσκει κοινά σημεία του έργου του με την ταινία Jesus Crhistus Super Star, μια ταινία πολύ μεταγενέστερη από το δικό του το έργο, παρόλα αυτά το αναφέρει στις μετέπειτα σημειώσεις του. Οι θρησκευτικές απόψεις του ποιητή Κίμωνα Φράιερ ανήκουν πλέον στην ιστορία των βιολογικών του χρόνων, οι θρησκευτικές απόψεις όμως του έργου του, σίγουρα δεν εντάσσονται σε καμία δογματική ερμηνεία είτε της Καθολικής είτε της Ορθόδοξης Επίσημης Κρατικής Εκκλησίας, είναι θα γράφαμε χρησιμοποιώντας εκκλησιαστικούς σχηματικούς όρους «οικουμενιστικές». Οι παγκόσμιοι πανάρχαιοι αρχέγονοι θρησκευτικοί μύθοι της αναζήτησης του Φωτός, της πολεμικής εναντίων του Σκότους, αυτή η αιώνια διαπάλη μεταξύ του Καλού και του Κακού, χρησιμοποιείται σαν γενικό πεδίο ποιητικής αναφοράς για να εκφράσει ο ποιητής τις πολιτικές του ιδέες, τις κοινωνικές του αντιστάσεις, τις μεταφυσικές του καταθέσεις. Ο Χριστός είναι ο παγκόσμιος ιδεότυπος της Ειρήνης, είναι η εσωτερική αναζήτηση του ανθρώπου για καλύτερες συνθήκες εργασίας, το έργο του Κίμωνα Φράιερ, δεν μπορεί να ενταχθεί στα «καθαρά» θα σημειώναμε θρησκευτικά ποιήματα όπως είναι πολλά ποιήματα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, ή και γιατί όχι τα ποιήματα του Ουίλλιαμ Μπλέηκ, σε ορισμένα τους σημεία όταν μιλά για την παγκόσμια εσωτερική ειρήνη και την ανθρώπινη γαλήνη, θυμίζει αμυδρά τα Τέσσερα Κουαρτέτα του Τόμας Στερν Έλιοτ. Ο Φράιερ δεν κάνει τους θρησκευτικούς παγκόσμιους μύθους λογοτεχνικές ιστορίες όπως ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, που είναι ιστορίες αισθητικής τέρψης. Οι συμβολισμοί στον Φράιερ αποκαθηλώνονται από την αισθηματολογική ερμηνεία για να μετατραπούν σε σύμβολα πολιτικής αναφοράς και ανάτασης, σε ατραπούς επανεύρευσης της εσωτερικής ισορροπίας της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως γίνεται στην Όπερα του Β. Αμαντέους Μότσαρτ, «Μαγεμένος Αυλός». Οι απόψεις του Κρητικού συγγραφέα Νίκου Καζαντζάκη και του μεταφραστή του και ποιητή Κίμων Φράιερ σε αυτό το σημείο συμπίπτουν. Οι επίσημες εκκλησίες σκέπασαν το ενεργητικό, επαναστατικό και ειρηνικό μήνυμα του Ιησού με το σάβανο της κρατικής περιβολής, με άμφια και θεατρικές τελετουργίες. Ο αναγεννητικός αυτός  παγκόσμιος μύθος έγινε παραμυθάκι για φοβισμένους ανθρώπους.
Οι λέξεις στην αγγλική εκδοχή του έργου που χρησιμοποιεί ο Φράιερ, είναι μικρές και με ωραίο ήχο, είναι εικόνες ενός κόσμου σε ταραχή και χωρίς στόχο. Λέξεις μικρές και «κουδουνιστές» χρησιμοποιεί ο Φράιερ καθώς μεταφράζει και την Οδύσσεια του Νίκου Καζαντζάκη, σε αντίθεση με τον Κρητικό που χρησιμοποιεί μεγάλες και σύνθετες λέξεις.
Το θρησκευτικό-πολιτικό αυτό έργο φέρνει στην μνήμη μου μια απάντηση του μεγάλου καινοδιαθηκολόγου προτεστάντη, του Μπούλτμαν, που κάποτε τον ρώτησαν «αν πιστεύει στην ανάσταση του Χριστού», και εκείνος απάντησε: «δεν πιστεύω στην ανάσταση του Χριστού, αλλά πιστεύω στην πίστη που έχουνε οι άνθρωποι στην ανάστασή του».
Αυτό θεωρώ ότι πίστευε και ο δάσκαλος και άοκνος συζητητής με τον ελληνικό ποιητικό λόγο, διασώστης του και μεταφραστής του.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Πειραιάς, 1/11/2015