Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Ο Ποιητής και ηθοποιός Χρήστος Ν. Βαλαβανίδης

 

ΧΡΗΣΤΟΣ Ν. ΒΑΛΑΒΑΝΙΔΗΣ

(Αθήνα 21/5/1944-Αθήνα 6/3/2026)

          Εκ ποιητικής αντανακλάσεως

Ο ΦΑΣΟΥΛΗΣ

Μένει σ’ ένα σπίτι στην Κυψέλη,

έχει ένα δωμάτιο ζεστό,

το παντζούρι πάντα είναι κλειστό’

θέλει να τ’ ανοίξει και δε θέλει.

 

Χαϊδεμένος από τη μαμά του

κυνικός κι ευαίσθητος μαζί,

λέει πώς μόνο στα όνειρά του ζει’

τον τρομάζει η ιδέα του θανάτου.

 

Αγαπάει το θέατρο, τους ανθρώπους,

τα λουλούδια και τη μουσική’

η ζωή του εδώ είναι αστική,

η ψυχή του όμως πετάει σ’ άλλους τόπους.

 

Η κακία του κόσμου τον πληγώνει

κλαίει για τ’ αφρικάνικα παιδιά’

μούπε τρέμοντας κάποια βράδια:

«Ξέρεις… είμ’ ένα κερί που λιώνει».

 

Κι αν γνωρίσει ένα πρόσωπο νέο

κι είν’ το περιβάλλον φιλικό,

λέει μ’ ύφος λίγο ειρωνικό:

«Αν γελάω, είναι για να μην κλαίω».

 

Όταν όμως στη σκηνή ανέβει

και σταθεί μπροστά στους προβολείς,

γίνεται ένας λυπημένος Φασουλής

πούχει από τον ουρανό κατέβει.

 

Μά για να γυμνάσει τα φτερά του

κι ίσως για να δει τη διαφορά,

πάει να συναντήσει τη χαρά

στο Ναδίρ κι ακόμα παρακάτου.

          ΑΓΑΛΜΑ

Ολόκληρο από γύψο

μόνο τα πόδια από χρυσάφι

πώς να το στήσεις όρθιο

λυώνει στα χέρια σου

κι έτοιμα τα γυαλένια μάτια να κυλήσουν’

άσ’ το ακουμπισμένο στη γωνιά

και ξέχασέ το.

Να μη σε δω να ξανασηκωθείς

να το στηρίξεις.

          ΧΑΛΙ

Μην πέφτεις πίσω σε παρακαλώ

μή με κοιτάζεις έτσι μές στα μάτια-

βλέπω τριγύρω φύλλα να φυτρώνουν

λουλούδια πολυπέταλα που γέρνουν-

θέλω να ξαπλωθώ κι εγώ κοντά σου

 

σήκω, πάρε με μαζί σου στη βεράντα

εκεί στα σκοτεινά θα σ’ αγκαλιάσω

 

θα μας τυλίγει ο επίδεσμος του ανέμου.     

 

ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ

Φθαρμένη μουσική

κι όμως γλυκόπιοτη

απομεινάρια αγάπης

που τα σαρώνει ένας ύποπτος άνεμος

 

χέρια ακουμπισμένα

στην καχεκτική ακακία

πρωί

περιμένοντας το λεωφορείο

 

απέναντι στην πολυκατοικία

σώματα στα παράθυρα

υγρά από σάλιο κι αίμα

 

τρόμος κι αδιαφορία

σ’ αυτόν εδώ τον σκουπιδότοπο

 

σφίγγομαι μέσα στο κορμί μου

κι ανεβαίνω

7/3/1978

          ΠΙΚΡΟΔΑΦΝΗ

Τρομαγμένα παιδιά στα χέρια σου

κλαίνε για τις φωτιές στα δάση

είναι πολλά τα δάκρυα

δε θ’ αντέξει η πικροδάφνη-

γλώσσες φωτιάς θα την κυκλώσουν

πράσινα φίδια θα τη δαγκάσουν

τέσσερα δειλινά θα την τσακίσουν

και πάει.

Είσαι καλή

και το στόμα σου είναι καλό

και το βλέμμα σου είναι καλό

και το κορμί σου.

Τί κορμί, τί καράβι, λες

χίλια λευκά πανιά πάνω στη θάλασσα

δε βλέπω τίποτ’ άλλο, η ζωή μου-

δε θ’ αντέξει η πικροδάφνη

είναι πολλά τα δάκρυα

τρομαγμένα παιδιά στα χέρια σου

κλαίνε για τις φωτιές στα δάση.

          NOCTURNE

Τα καλοκαίρια έχω το σπίτι σκοτεινό,

το βράδυ

έρχεται κάποιο αγέρι μακρινό

σα χάδι.

Αφήνω τα παράθυρα ανοιχτά

και πάντα

κάθομαι και ρεμβάζω μόνος

στη βεράντα.

Μέσα μου επίμονη αντηχάει

μιά νότα’

ανάβουνε στο αίμα μου φωτιές

τα φώτα.

Μπαλκόνια και παράθυρα παντού’

υποφέρω-

(τα πιό καλά είν’ σκοτεινά,

το ξέρω).

Πηγαίνω μέσα κι έρχομαι ξανά

με κυάλια-

θάλασσα η νύχτα γύρω, τα σπίτια

κοράλια.

Τέλος σαν βρω κάπου ένα θέαμα

με μέλλον

πάνω στ’ άσπρα φτερά ξαπλώνω

των αγγέλων.

Ά ναι, τα βράδυα του καλοκαιριού

είναι θαύμα,

ανακουφίζουν κάπως μέσα μου

το τραύμα.

          ΠΑΤΗΣΙΩΝ 118

Αυτός ο δρόμος είχε τραμ κι άλλο αριθμό το σπίτι

Βούϊζε η σκάλα η ξύλινη: «… εκεί στην Αραπιά»

έσταζε η βρύση ρυθμικά μέσα στο νεροχύτη

στο υπόγειο κρυβόντουσαν δυό άταχτα παιδιά.

 

Στους τοίχους έχασκαν πληγές απ’ τα μυδραλλιοβόλα

ο πόλεμος πού τέλειωσε συνέχιζε μακριά

κάτω μιά εβραία σφύριζε: «γλυκειά μου Αμαπόλα…»

στο πάνω πάτωμα ο γιατρός, η γάτα κι η Αθηνά.

 

Κάθε που βράδυαζε, η Αθηνά καθότανε στο πιάνο

κι έπαιζε Μπάχ ή Μέντελσον ή πού και πού Σοπέν

θυμάμαι η γάτα ανέβαινε στον ώμο της απάνω

στην είσοδο φυλλόδεντρα, στον τοίχο ένας Γκωγέν.

 

Ο τρόμος που ξεχείλιζε στης μάνας μου τα μάτια

κάθε που η πόρτα χτύπαγε ή μούγγριζε το τράμ

για μένα ήταν τα οχτώ σκοτεινά σκαλοπάτια

πού στο υπόγειο πήγαιναν, στους φίλους του Ε.Α.Μ.

 

Κι όταν τους πήραν μιάν αυγή, οι γείτονες σωπαίναν,

εγώ θυμάμαι κοίταζα τη διπλανή αυλή

κι είδα για πρώτη μου φορά τα ξύλα που ανεβαίναν

στον ουρανό και το μπετόν στη νέα οικοδομή.

          ΘΑΛΑΣΣΑ 1970

Ήρθανε με το πούλμαν-

βγήκανε ξεφωνίζοντας

κάτσανε πλάι στα πεύκα

δε μπήκανε στη θάλασσα

ήταν γεμάτη πίσσες.

Τα φαγητά τους άνοιξαν

φάγαν και τραγουδήσαν

μαζί με το ραδιόφωνο’

μετά ‘ποκοιμήθηκαν

κάτω από τα σεντόνια τους.

Είδανε το ίδι’ όνειρ’ όλοι

ότι σκοτωθήκαν:

ήρθε το μπλε αυτοκίνητο

κι όλους μαζί τους έριξε

σ΄ ένα βαθύ χαντάκι.

Ξύπνησαν με το κλάξον-

τα πράματά τους μάζεψαν

φώναξαν τα παιδιά τους

ανέβηκαν και φύγαν.

Τώρα επιπλέει στη θάλασσα

μιά νάυλον σακκούλα

τα ψάρια βλέπουν τώρα

μιά εφημερίδα ανοιχτή

ακίνητη στον πάτο.

          VALIUM

Τόση λοιπόν

 τόσο μεγάλη είναι λοιπόν η

 

Φωνή του τοίχου

μύγα γύρω απ’ το γλόμπο

γάλα στο φλυτζάνι

και ποδοβολητά παιδιών στο πάνω πάτωμα

δε μ’ ακούς;

Σταμάτησέ τα επιτέλους, θα σε

 

θα

 

Άκου

χωρίς αυτά

χωρίς νάχω αποκούμπι τον ύπνο

γύρω μου δόντια

πάνω μου ερπετά

γεμίσαμε από έντομα, δε βλέπεις

 

τετράγωνα κουτιά

και φλέβες τρυπημένες.

          ΓΕΝΕΘΛΙΑ

Το σφυγμό μου έχω μόνο

να μετράω

τη ζέστη μες στα χέρια μου έχω

να χώνω μέσα το κεφάλι

ν’ ανασαίνω.

Ένα σωρό παιχνίδια θέλω

κάτι να το κρατάω

να με γνωρίζουν.

Δεν έχει άλλα τραγούδια

χτυπάνε τσίγκινες καμπάνες τα παιδιά

τα φώτα δυναμώσαν

λυώσανε τα βιβλία

τα κόλλησαν στους τοίχους

 

έρχεται εκείνη η σαρκοβόρα νύχτα

 

ο μεθυσμένος σφίγγεται στο δέντρο.

    ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΙΝΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Όταν έλιωσαν οι πάγοι

οι γυναίκες μείναν στις σπηλιές.

Φτιάξαμε τόξα και κοντάρια

βγήκαμε στο κυνήγι.

Το δέρμα μας είναι άσπρο

τα μάτια μας πράσινα ή γαλάζια

στη γη φυτρώνουν λουλούδια

σπάει σε χίλια χρώματα ο ήλιος

σαν πέφτει πάνω στα λουλούδια που φοράμε

χαιρόμαστε τον έρωτα με άγνωστους ανθρώπους.

Μονάχα ο ρυθμικός αντίλαλος κάποιου τυμπάνου

γεμίζει την καρδιά μας τρόμο κι αγωνία.

 

Πρέπει να φτιάξουμε όπλα πιό σκληρά.

ΠΗΓΕΣ              

«Θεωρώ τους ποιητές της Γενιάς του ’70 διορατικούς, γεγονός που σε εμάς τους νεότερους έδρασε θετικά στον τρόπο που γράφαμε. Ο καθένας με τον δικό τρόπο μας έδωσε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο το μήνυμα: αποφύγετε τις ευκολίες, επικεντρωθείτε στην ουσία, μην σπαταλάτε τις δυνάμεις σε ανούσια γλέντια της εξουσίας, παραμείνετε αληθινοί».

                Γιώργος Λίλλης

-Το απόσπασμα του ποιητή Γιώργου Λίλη είναι από το κείμενό του «Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ‘70» και πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Τα Ποιητικά» τχ.29/3, 218. Τώρα και στον τόμο της σειράς Έλληνες Ποιητές- η γενιά του ’70. «ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ ‘70» εκδόσεις Γκοβόστη 2019, σ.105. (υπεύθυνος σειράς: Κ. Γ. Παπαγεωργίου)

-Το ποίημα «Ο Φασουλής» είναι από την συλλογή «Ποιήματα 1962-1970», το «Άγαλμα» και το «Χαλί» από τη συλλογή «Εικοσιοχτώ Ποιήματα». Και τα τρία ποιήματα, καθώς και τα «Ανάσα» και «Λουτρό» περιλαμβάνονται στο βιβλίο «ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ 1965-1980» Με εκτενή Εισαγωγή του Αλέξη Ζήρα, εκδόσεις «γραφή», Αθήνα 1979, σ.45-48

-Για το ποίημα «Λεωφορείο» βλέπε: Περιοδικό Ευθύνη τχ.86/2,1979, σ.67 και στις 55 ΦΩΝΕΣ. Ποιητική Ανθολογία 1979. Επιμέλεια: Τάσου Κόρφη. Βιβλίο 15ο, εκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1980, σ.15.

-Τα Ποιήματα: «ΠΙΚΡΟΔΑΦΝΗ», “NOCTRUNE”, «ΠΑΤΗΣΙΩΝ 118», «ΘΑΛΑΣΣΑ 1970», “VALIUM”, «ΓΕΝΕΘΛΙΑ», στον τόμο: «ΠΟΙΗΣΗ ‘75» Με ανέκδοτα ποιήματά τους. των Θανάση Θ. Νιάρχου- Αντώνη Φωστιέρη, εκδόσεις μικρή άρκτος, Αθήνα, 12,1975, σ. 20-23.

-Το άτιτλο ποίημα «Η ζωή μου», το «Ποίημα της Πέτρινης Εποχής» καθώς και τα «Βλέπω μέσα σου να κλείνει ο δρόμος/μιά ξερολιθιά και πάνω η σαύρα….», το «Το Λεμόνι», «Ο Πορνολόγος», τα «Εφτά Ποιήματα μέσα στο Δωμάτιο», το «Από τις «τρείς φωτογραφίες»» [Γυμνό τ’ ακρωτήρι/ άδειο το σκοινί/η θάλασσα ήρεμη/κι αυτός περιμένει την άνοιξη/ άσπρο το μανταλάκι απ’ τον ήλιο/ κοιτάζοντας τον ουρανό/ κομμένον στα δύο:/ πάνω/ η σιωπή/και κάτω/ το μεράκι της θάλασσας.], το ποίημα «Ο Ποιητής» και η «Ανάσα» και το άτιτλο: «Στην αυλή δουλεύουν τα μερμήγκια-/πόσα έχω λιώσει/ κι άλλα τυραννήσει/παίζοντας./ Έτσι μια μέρα θα χαθώ κι εγώ/για το μεγάλο ψίχουλο/ σαν τα μερμήγκια.». Από το βιβλίο των ποιητών Στέφανου Κ. Μπεκατώρου και Αλέκου Ε. Φλωράκη, «Η ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ» ποιητική ανθολογία 65-40, εκδόσεις «Κέδρος»1971, σ.13-18.

          «Η ζωή μου

          της έλεγε

μοιάζει με το κάστρο-

πότε το κυριεύουν

πότε το κατοικούν

πότε το συνηθίζουν»

  Χ. Ν. ΒΑΛΑΒΑΝΙΔΗΣ   

          Μέσα στων τελευταίων ημερών μας σκοτεινό πολύβουο συνεχιζόμενο πολεμικό, και κοινωνικό θανατερό κουρνιαχτό, πληροφορηθήκαμε από το Διαδίκτυο την είδηση του θανάτου του ταλαντούχου και αξιόλογου ηθοποιού Χρήστου Ν. Βαλαβανίδη. Η είδηση του θανάτου του θεατρικού, κινηματογραφικού και τηλεοπτικού ηθοποιού Χρήστου Ν. Βαλαβανίδη συνέπεσε με την απώλεια του σπουδαίου τραγουδιστή και θεατρίνου Γιώργου Μαρίνου και του σημαντικού παλαιού δημοσιογράφου της δημοκρατικής εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» Γιώργου Βότση. Σαν αναγνώστες της εφημερίδας από το πρώτο της σχεδόν φύλλο μετά την μεταπολίτευση, διαβάζαμε τα πολιτικά και «πύρινα» άρθρα και κείμενα του. Χαιρόμασταν τις μάλλον αναρχίζουσες πολιτικές του θέσεις, την πρωτοπόρα σκέψη του, την δημοσιογραφική του εντιμότητα, την ανεξαρτησία του λόγου του, την σοβαρότητα της γραφής του. Πάντα αδέσμευτη η φωνή του, διέθεται κοινωνικά δημοκρατικά φιλολαϊκά αντανακλαστικά, δημοσιογραφική όσφρηση να συλλαμβάνει το καίριο και ουσιαστικό στην είδηση και όχι το «πιασάρικο», το «σκανδαλώδες» που θα ανέβαζε το τιράζ των φύλλων των πωλήσεων της εφημερίδας που εργάζονταν. Εστίαζε το δημοσιογραφικό του ενδιαφέρον στο πολιτικό συμβάν, στις κυβερνητικές αυθαιρεσίες, σε κρατικές νομοθετικές αντιλαϊκές αποφάσεις διατυπώνοντας ξεκάθαρα τις θέσεις του από την πλευρά της μη κομματικής αριστεράς. Μετά την μεταπολίτευση του 1974 το όνομά του και η δημοσιογραφική του φήμη βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή και έχαιρε της εκτίμησης τόσο της κυβερνητικής εξουσίας και των πολιτικών παραγόντων της όσο και μεγάλης μερίδας της αντιπολίτευσης. Αδέσμευτη πολιτική δημοσιογραφική σκέψη, κατά διαστήματα οι θέσεις και απόψεις του προξενούσαν δυσφορία αν και επηρέαζαν σε γενικές γραμμές θετικά τους αναγνώστες της «Ελευθεροτυπίας». Αρθρογραφική πένα από τις λίγες, με επαναστατικές ιδέες για την εποχή του, πολιτικά αντισυμβατικός και ασυμβίβαστος. Αυτόφωτη φωνή δεν δίσταζε να εκφράζει δημόσια τις θέσεις του ακόμα και αν γνώριζε ότι θα ενοχλούσε το πολιτικό και κοινωνικό κατεστημένο της μεταπολίτευσης, όπως ήταν οι πεποιθήσεις και οι δημόσια γνώμη του για την μείωση της ποινής από ισόβια, σε 20 έτη, στον πρωταίτιο του στρατιωτικού πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου του 1967 που είχε καταδικαστεί σε ισόβια. Όπως έλεγε και υποστήριζε: «ακόμα και για έναν δικτάτορα τα 20 χρόνια στην φυλακή είναι αρκετά». Ο Γιώργος Βότσης ήταν ο μόνος από τους δημοσιογράφους της εποχής που μίλησε κατ’ ιδίαν με τον φυλακισμένο δικτάτορα. Από το Κανάλι της Βουλής μεταδόθηκε πρόσφατα συνέντευξή του στην οποία εξέφραζε την θλίψη και αγανάκτησή του για την πτώση του επιπέδου της σημερινής δημοσιογραφίας και των δημοσιογράφων σε σχέση με τα χρόνια που εκείνος ήταν ενεργός δημοσιογράφος πριν συνταξιοδοτηθεί.

    Ο Χρήστος Ν. Βαλαβανίδης, ο ταλαντούχος ηθοποιός που υπηρέτησε όλα σχεδόν τα είδη της Θεατρικής τέχνης, ο αξιόλογος ποιητής της Γενιάς του 1970, ο σεναριογράφος και βραβευμένος κινηματογραφικός ερμηνευτής, έχασε την μάχη με την ζωή την ίδια περίοδο με τους άλλους δύο έλληνες δημιουργούς. Η αποτέφρωσή του έγινε στο Κοιμητήριο της Ριτσώνας με την παρουσία της ηθοποιού συζύγου του, μελών της οικογένειάς του και πλήθος φίλων του Ηθοποιών, καλλιτεχνών από τον χώρο του Θεάματος που συνεργάστηκαν μαζί του όλα αυτά τα χρόνια στο Θεατρικό σανίδι, σε τηλεοπτικά σήριαλ, στον κινηματογράφο. Αρκετές και χρήσιμες πληροφορίες, συνεντεύξεις του, διαβάζει κανείς σε σελίδες του Διαδικτύου για την καλλιτεχνική του σταδιοδρομία, την παραστασιογραφία του, τις συμμετοχές του και τις άλλες πολιτιστικές δραστηριότητές του, τον σχηματισμό της Θεατρικής Σκηνής που ίδρυσε μαζί με την ηθοποιό σύζυγό του.

          Ο γράφων γνώριζε την διπλή παρουσία του Χρήστου Ν. Βαλαβανίδη, και ως ποιητή, όχι άμεσα από τις ελάχιστες ποιητικές του συλλογές που μας άφησε αλλά έμμεσα από τα βιβλία και τις ανθολογίες των ποιητών της Γενιάς του 1970  από όπου αντιγράφω Ποιήματά του. Η ενασχόλησή του με τον ποιητικό λόγο ήταν η άλλη ευαίσθητη, τρυφερή και δημιουργική πλευρά της πολιτικοποιημένης προσωπικότητάς του και του ανθρωπιστικού χαρακτήρα του που διατήρησε μέχρι το τέλος του βίου του. Ένας ποιητικός λόγος καίριος, αντισυμβατικός, πολιτικός με ανθρωπιστικό πρόσημο και χαρακτηριστικά, φιλάνθρωπος, εξομολογητικός και σε χρονικούς τονισμούς του αναφορικός. Ξεδίπλωμα της σκέψης και των κοινωνικών του αισθημάτων, της καλλιεργημένης και ας μας επιτραπεί φυσιογνωμίας του. Η ίδια η εμφάνιση του στο δημόσιο σανίδι ήταν μία ξεχωριστή περσόνα. Συνέθεσε κατά μεγάλα διαστήματα, Ποιήματα γεμάτα εικόνες ομορφιάς αλλά και θλίψης, απογοήτευσης. Το ερωτικό στοιχείο συμπλέει με το νοσταλγικό συναίσθημα και το ερωτικό του ταξίδι με τις γυναίκες που συνάντησε στο διάβα του συνοδοιπορούν με τις ενεργούσες παραστάσεις της μνήμης του. Τρυφερός και οξύς ο λόγος του, ακριβείς οι λέξεις του, μιάς άλλης ποιότητας ποιήματα μακρυά από τις ποιητικές κραυγές της Μπήτ (Beat) ποίησης που ήταν στην ημερήσια ποιητική διάταξη των χρόνων που εμφανίστηκε στην Ελλάδα. Ενός ποιητικού ρεύματος που, ελπίζοντας να μην λαθεύω, η Αμερικάνικη εκδοχή της δεν ήταν παρά μία αφορμή-τουλάχιστον σε στιγμές της- αποδοχής της από το πολιτικό και καλλιτεχνικό κατεστημένο που φωνακλάδικα στηλίτευε και μέμφονταν, όπως έδειξε η μετέπειτα πορεία της. Στα καθ’ ημάς έμεινε μάλλον σε μία προσωπική περιπέτεια αναζήτησης νέων ποιητικών εκφραστικών μέσων, μιά και η ελληνική παραδοσιακή ηχητική και μορφική οργανική λειτουργία της ελληνικής ποιητικής κληρονομιάς από την αρχαιότητα έως την δημοτική μας παράδοση και κατοπινή εκτίναξή της από τους νομπελίστες μας ποιητές διαθέτει στέρεες και γερές ρίζες στην χώρα μας και στους ποιητές της. Μικρές αρκετές φορές άτιτλες οι ποιητικές μονάδες του ποιητή Χ.Ν. Βαλαβανίδη, σε κεντρίζουν από την πρώτη στιγμή, ερεθίζουν και την δική σου σαρκαστική διάθεση, στην σατιρική απόλαυση του διαρκώς μεταβαλλόμενου παιχνιδιού της ζωής. Μικρές και ουσιαστικές οι στιγμές της χαρά της ζωής μας, μία ποίηση που εμπνέεται από τα απλά πράγματα γύρω του, τις καθημερινές καταστάσεις, τις ανθρώπινες στιγμές του βίου. Μία αδιόρατη κίνηση, ένα βλέμμα της συντρόφου του, ένα ατένισμα του ουρανού από την βεράντα του σπιτιού, ένα χάδι, το σύρσιμο ενός ανυπεράσπιστου εντόμου,  μία λέξη από το πουθενά. Ανιχνεύσεις χρωματισμών και τόνων Καρυωτακικής διάθεσης. Όμορφες εικόνες φέρνουν στο νου η σαρκαστική τους ατμόσφαιρα τον αυτόχειρα ποιητή της Πρέβεζας, τον Κώστα Καρυωτάκη. Ενός έλληνα ποιητή που η παρουσία του είναι ακόμη έντονη μέσα στην ποίηση των νεότερων ηλικιών ελλήνων ποιητών. Παραδοσιακή μικρή, σύντομη, λιτή η ποιητική φόρμα του «πειραχτήρι» Βαλαβανίδη, μονολεκτικές ορισμένες φορές οι λέξεις του σχεδιάζουν με μεστές εικόνες καταστάσεις και ατομικά του συναισθήματα. Στίχοι δημόσιες παρεκβάσεις με γαλήνιο τρόπο. Ίσως αν δεν λαθεύω, η άλλη του καλλιτεχνική ιδιότητα τον βοηθά να σκηνοθετήσει το ταμπλό της ποίησής του, αν και, στο σανίδι ο Βαλαβανίδης από όσο γνωρίζω υπήρξε πιο πληθωρικός περισσότερο εκφραστικά δηλωτικός. Μια ποιητική φωνή η οποία φανερώνει τους δεσμούς της με την σκληρή πραγματικότητα και ταυτόχρονα τις αναγκαίες αποστάσεις της. Μια ήρεμη εξοικείωση με την απλότητα και την ευθοβολία των αποτυπώσεων των πραγμάτων, μία αποδοχή της σκληρής αλήθειας που εσωτερικεύεται και αποδίδεται απαλά, χιουμοριστικά ίσως και παιχνιδιάρικα, στην μνημονική ανάπλαση της. Το ποιητικό του ύφος φαίνεται ξεκάθαρα ότι διαμορφώθηκε από την άλλη του καλλιτεχνική ιδιότητα αυτήν του ηθοποιού. Εδώ να σημειώσουμε ότι συναντάμε αρκετούς έλληνες ηθοποιούς οι οποίοι ασχολήθηκαν παράλληλα και με την ποίηση, την συγγραφή. Όπως πχ. Ο Δημήτρης Ποταμίτης, ο Γιώργος Μετσόλης, ο Γιώργος Λαιμός, ο Θάνος Κωτσόπουλος (που έγραψε και Τραγωδίες), ο Τάσος Ψαρράς και αρκετοί άλλοι ηθοποιοί προερχόμενοι από το θεατρικό φυτώριο του Εθνικού Θεάτρου. Ας μην μας διαφεύγει και η περίπτωση του Δημήτρη Πουλικάκου που μαζί με την ομάδα του υπερρεαλιστή ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη μας εξέδωσαν το γνωστό περιοδικό. Ο Χρήστος Ν. Βαλαβανίδης δεν μένει αμέτοχος, δεν αποστασιοποιείται από το περιβάλλον του και τις αλλαγές του, συμπλέει μαζί του με τις αισθήσεις του τεντωμένες, με τα ραμφίσματα των καθαρών λέξεών του, με τις καλοσχεδιασμένες και δομημένες ορθά εικόνες του οικοδομεί τα οικεία και σε εμάς μοτίβα της ποίησής του. Ο λόγος του ρυθμολογεί τόσο τον προσωπικό του μύθο και αυτόν της φαντασίας του όσο και την εύστοχη απομυθοποίησή τους. Ένας συνδυασμός ρομαντικής αναπόλησης και λυρικής όχι και τόσο ψιθυριστής νοσταλγίας όχι μόνο γι’ αυτό που χάθηκε αλλά και γι’ αυτό που μας αναμένει. Μία συστοιχία ευρηματικών παραστάσεων- εικόνων που είναι έκδηλη η ευγλωττία των μηνυμάτων τους.

    Ποιήματα του Χρήστου Ν. Βαλαβανίδη είχαμε διαβάσει κατά καιρούς σε διάφορα περιοδικά και ανθολογίες. Δεν είναι αριθμητικά πολλές οι ποιητικές του συλλογές- όλες και όλες τέσσερεις- αν φέρουμε στο νου μας την χρονιά που έκανε την επίσημη ποιητική του εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα και κυκλοφόρησε την πρώτη του συλλογή. Το 1970 κυκλοφορεί την συλλογή του «Ποιήματα 1962-1970» από τις εκδόσεις «Κέδρος». Τέσσερα χρόνια μετά, το 1974 από τις εκδόσεις «Οι Εκδόσεις των Φίλων» εκδίδει τα «Εικοσιοχτώ Ποιήματα». Ακολουθεί ένα μακρό διάστημα εκδοτικής του σιωπής και το 2007 από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» εκδίδει την «Ανοικτή Ακρόαση», τέλος, το 2022 από τις εκδόσεις «Βακχικόν» παρουσιάζει την συλλογή του «Ανέκδοτα, Αδέσποτα, Ιδιωτικά». Αυτό είναι όλο κι όλο το ποιητικό corpus του ταλαντούχου και αγαπητού καλλιτέχνη και μιάς πολύ καλής ποιητικής φωνής της Γενιάς του 1970 ή Γενιά της Αμφισβήτησης. Για την ποίησή του έγραψαν ο ποιητής και κριτικός Βασίλης Στεριάδης, («Χρονικό» 1971). Ο ιστορικός της ελληνικής λογοτεχνίας και κριτικός ομότιμος καθηγητής Μιχάλης Γ. Μερακλής, οι κριτικοί Αλέξης Ζήρας και Κώστας Γ. Παπαγεωργίου και άλλοι. Βλέπε: [Βασίλης Στεριάδης, «Η Τέχνη της Ανάγνωσης» Τα Κείμενα για την Ποίηση, εκδ. «Γαβριηλίδης» 2004, σ.65-66 (β/κη για την 2η συλλογή της), Μιχάλης Γ. Μερακλής, «Σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία 1945-1980» Μέρος πρώτο: Ποίηση, εκδ. «Πατάκη» 1987, σ. 325-326, (παρουσίαση της πρώτης του συλλογής). Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, «Η Γενιά του ‘70» Ιστορία- Ποιητικές διαδρομές, εκδόσεις «Κέδρος» 1989, σ. 98. Όπως γνωρίζουμε, σύμφωνα με τους Γραμματολόγους και Κριτικούς, Ανθολόγους της Ελληνικής Ποίησης ο Χρήστος Ν. Βαλαβανίδης θεωρείται ένας από τους εκπροσώπους της Γενιάς του 1970. Αυτό σημαίνει, ότι αναφέρεται στα αντίστοιχα βιβλία και μελέτες το όνομά του, αν και δεν συνέβει πάντα έτσι. Αν ξεφυλλίσουμε το «Λεξικό της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» των εκδόσεων «Πατάκη» 2007 δεν θα συναντήσουμε το λήμμα του. Η πολύτομη «Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας» που συνέθεσε ο κριτικός Αλέξανδρος Αργυρίου των εκδόσεων «Καστανιώτη» μόνο στον τόμο Ζ αναγράφεται το όνομά του δίχως σχολιασμούς, μάλλον «καταχρηστικά» λόγω αναφοράς των τόμων των «Καταθέσεων». Σε άλλες «Ι.Ν.Λ.» που ανέτρεξα δεν συνάντησα το όνομά του. Το ίδιο θα υποστηρίζαμε και για τους χώρους των Ελληνικών Ποιητικών Ανθολογιών, αν δεν λαθεύω, παρά του ότι έχει μεταφραστεί και στο εξωτερικό. Ο ποιητής Γιώργος Ν. Θεοχάρης τον συμπεριλαμβάνει στο «Ξένων Αιμάτων τρύγος», εκδ. «Γαβριηλίδης» 2014, σ. 36 το ποίημα «ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ»

[Μαραμένη η φρίκη στο βλέμμα σου/

σκουπίδια θανάτου στους διαδρόμους/

ο γιατρός πλάι σηκώνει τους ώμους/

οι πλύστρες ξεπλένουν το αίμα σου.

 

Ζωντανεύει για λίγο η φωνή σου/

και ζητάει νερό, εφημερίδες-/

μήπως γράφουν για όλα όσα είδες/

μέσα στους κήπους του Παραδείσου.

 

Κορμιά σπαραγμένα και μύγες/

το ‘να φίδι να τρώει το άλλο/

και ξοπίσω ένα πλήθος μεγάλο/

 

να φοβάται ένα σκύλο με ρίγες./

Κι ανοιχτή καθώς μένει η πληγή σου/

από μέσα της βγαίνει η ζωή σου.

(από τη συλλογή Ανοιχτή ακρόαση, Καστανιώτης, 2007.)]

Και σε τόμο της ανθολογίας των «Δεκάτων». Ο πολυσέλιδος τόμος «ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ‘70» των εκδόσεων «Όμβρος» 2001 σε επιμέλεια του ποιητή Δημήτρη Αλεξίου και εισαγωγή του κριτικού Αλέξη Ζήρα, ο τόμος περιλαμβάνει 58 αντρικές και γυναικείες ποιητικές φωνές της Γενιάς του 1970 με αλφαβητική σειρά, ενώ δίνονται χρήσιμα στοιχεία και πληροφορίες για Εργογραφία των ποιητών- Βασική κριτικογραφία- Αποσπάσματα από κριτικές και –Ανθολόγηση Ποιημάτων, των αγνοεί εντελώς.

  Το όνομά του ως σύγχρονος ποιητής πρέπει να ομολογήσουμε σύμφωνα με τις δικές μας πηγές δεν αναφέρεται συχνά στις εργασίες που καταγράφουν την πορεία και εξέλιξη αυτής της Γενιάς αλλά περισσότερο, και κυρίως ως καλός ηθοποιός ο οποίος ήταν ευρύτερα γνωστός και αγαπητός από το ελληνικό κοινό και τις συμμετοχές του. Στο Διαδίκτυο διαβάσαμε ότι από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» κυκλοφόρησε μία ακόμα ποιητική του συλλογή η οποία περιλαμβάνει ανέκδοτα ποιήματά του και ποιητικές του μονάδες από προηγούμενες συλλογές του που ο ποιητής θεώρησε ότι κέρδισαν τον αναγνωστικό χρόνο.

          Μαθαίνοντας την απώλειά του τα Λογοτεχνικά Πάρεργα αποφάσισαν να του αφιερώσουν ένα ποιητικό σημείωμα όπως το δικαιούται άλλωστε. Ένα μικρό ανθολόγιο της ποιητικής του φωνής και παρουσίας η οποία στηρίζεται σε έμμεσες προγενέστερες ποιητικές πληροφορίες και ανθολογήσεις ποιημάτων του από τρίτους. Έτσι και ο τίτλος του παρόντος σημειώματος «Εκ ποιητικής αντανακλάσεως».

          Ο μελετητής και ανθολόγος της Γενιάς του 1970 Γ. Α. Παναγιώτου στο βιβλίο του «Γενιά του ’70- ά ποίηση», Εισαγωγή- Ανθολόγηση Γ.Α. Παναγιώτου, εκδόσεις «σίσυφος» 1979, το συμπεριλαμβάνει ανάμεσα στα 47 ονόματα της Γενιάς με Έξι ποιήματά του από την δεύτερη συλλογή του (Εικοσιοχτώ Ποιήματα), σ. 54-57. Μετά το μικρό αυτοβιογραφικό:

«Γεννήθηκε το 1944 στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά και θέατρο. Έχει εκδόσει τις ποιητικές συλλογές «Ποιήματα 1962-1970» (1970) και «Εικοσιοχτώ Ποιήματα» (1974). Πρόσφατα τιμήθηκε με το βραβείο ανδρικής ερμηνείας στο Κ’ Φεστιβάλ Κινηματογράφου για τη συμμετοχή του στην ταινία του Ν. Νικολαϊδη «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμη»……

Τα Ποιήματα

          ΟΡΓΑΝΟ

Ως πότε

θα χτυπά στις φλέβες

το αίμα;

ως πότε θα φωνάζω

το όνομά Σου;

θα φεύγει λοιπόν

η ζωή μου,

θα ξανάρχεται;

ξύλο

σεντόνι,

γαλάζια νύχτα

προς τα πάνω.

          ΧΑΡΤΙ

Άνοιξε το συρτάρι

πάρε ό,τι θες’

αράδιασέ τα πάνω στο γυαλί

φύσα τη σκόνη-

εγώ δε θα μιλήσω

ίσως πιάσω τα χέρια σου

αν βρεις το άσπρο χαρτί

          ΡΟΥΧΑ

Μή μου λές να βιαστώ-

ράψε μου το κουμπί στο παντελόνι

την τρύπα από το σκώρο στο πουλόβερ-

μπορούν να περιμένουν

κρυώνοντας

θα περιμένω να τελειώσεις

          ΠΕΤΡΕΣ

Με παπούτσια σφιχτά

κλειστά ρούχα

ή με το υγρό κορμί δίπλα στο κύμα;

Με σπίτι από βελούδο και σκοτάδι

ή με το γυάλινο περίπτερο στον κήπο;

Χέρι ζεστό

πουκάμισο του ανέμου

ή σφαίρες στο παλτό

κι εφημερίδες;

Ψαλλίδι η αλήθεια

δύσκολη η αγάπη

η θάλασσα όσο πάει και θολώνει

ο ξένος στέκεται στην πόρτα

και δεν μπαίνει

Και τα Ποιήματα «Έρωτας» και «Ηχώ».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου