Π Ε Ρ Ι Υ Ψ Ο Υ Σ
του Νίκου Εγγονόπουλου
Certes, l’ artiste desire s’ elever, … mais
l’ home doit rester obscur.
PAUL
CEZANNE
Ο ιταλός πυροτεχνουργός έχει εγκαταστήσει το
λιτό κι απέριττο, το φτωχικό εργαστήριό του, επί της κορυφής του αττικού λόφου.
Εκεί ασχολείται νυχθημερόν με τα άπειρα πειράματά του και με την Παρασκευή των
διάφορων προϊόντων του επιτηδεύματός του: βαρελότα, χαλκούνια, και άλλα
«μαϊτάπια». Γιατί αυτός είναι που προμηθεύει τους πανηγυριστάς τις παραμονές
των μεγάλων εορτών της Ορθοδοξίας, αλλά κι’ αυτός είναι, πάλι, πού, τις νύχτες
των εθνικών επετείων, διακοσμεί τους ουρανούς μας με λογής- λογής φανταχτερά
λουλούδια, μ’ εκθαμβωτικά πλουμιά και με ταχύτατες ρουκέττες που καταλήγουν σε
μυριόχρωμη βροχή από σπίθες. Σπανίως εγκαταλείπει το έργον, όμως, τα βράδυα,
ενίοτε, περιφέρει τη σακατεμένη κι’ αλαμπουρνέζικη σιλουέττα του, από καπηλειό
σε καπηλειό, χρησιμοποιώντας, κατά προτίμηση, τα σκοτεινότερα στενά της αγοράς.
Το επάγγελμά του είναι άκρως επικίνδυνο: πυρίτις, κι’ έσθ’ ότε δυναμίτις, είναι
η πρώτη ύλη των εργοχείρων του. Η παραμικρή απροσεξία αρκεί κι’ επέρχεται η
τρομερά καταστροφή: μέσα σε εκκωφαντικό κρότο τινάζονται στο καθαρό πρωϊνό και
το εργαστήρι κι’ ο πυροτεχνουργός μαζύ, και βλέπομε να στριφογυρνούν ψηλά στον
αέρα, ώρες, κι’ ο Ιταλός και τα σανίδια της μπαράγκας και πηχτά σύγνεφα σκόνης,
ενώ μιάν έντονη μυρωδιά μπαρούτης απλώνεται παντού.
Όμως ποτέ δεν επέρχεται το μοιραίον, γιατί
υπάρχει κ ά τ ι. Ένα μ υ σ τ ι κ ό. Κι’ αυτό το μυστικό είναι απλούστατα η σ ύ
ζ υ γ ο ς π ο υ γ ρ η γ ο ρ ε ί.
Πράγματι, η γυναίκα του, δική μας: ευλαβική κι’ ορθόδοξος χριστιανή,
ξημεροβραδυάζεται στις εκκλησίες, και κάνει βαθειές μετάνοιες, κι’ όλο
προσεύχεται για δαύτονε. Κι’ έτσι τονέ κρατά στη ζωή.
Μάλιστα κάτω στην χαράδρα που περιβάλλει τον
αττικό λοφίσκο, εκεί, η μαύρη, έχει σπείρει τον κόσμο μ' αναρίθμητα
προσκυνητάρια, τα περισσότερα μαρμάρινα, άλλα ταπεινότερα, όμως όλα με εικόνα
Θεοτόκου ή άλλου αγίου, κι’ όλα με μιά θυρίδα, για τα λεφτά. Κάθε τόσο συλλέγει
υπομονετικά τα χρήματα, και το μεγαλύτερο μέν μέρος διαθέτει γι’ αγαθοεργούς
σκοπούς, ενίσχυση απόρων, ανακούφιση ασθενών, αποπεράτωση εκκλησιών, κι’ ένα
άλλο μέρος το φυλά προσεκτικά, καθώς σκοπεύει μ’ αυτό, εν καιρώ, ν’ ανεγείρη
εκκλησία τιμωμένη με τ’ όνομα της Αγίας Αικατερίνης.
(Πιό πέρα, στη χαράδρα, κάποιος έχει
εγκαταστήσει κυψέλες, μελισσιών, σ’ ένα χωράφι, και, πιό πέρα ακόμη, μέσα σε
περιβόλι, είναι τα ερείπια μισοχτισμένου αρχοντικού).
Αυτή η ιστορία του Ιταλού είναι κι’ η
ιστορία η δικιά μας, Ελένη. Δεν είμαι εγώ ο πυροτεχνουργός; Τα ποιήματά μου δεν
είναι Πασχαλινά χαλκούνια, κι’ οι πίνακές μου καταπλήσσοντος κάλλους νυχτερινά
υπέρλαμπρα μετέωρα του Αττικού ουρανού; Κι’ όμως, εάν ακόμη δεν με
κατασπαράξανε αλύπητα, να πετάξουνε τις σάρκες μου στα σκυλιά, αυτό δεν το
χρωστάω σ’ εσένα, στη μεγάλη στοργή σου και στην αγάπη σου; Το ξέρω, μη μου το κρύφτεις,
το ξέρω σου λέω: π ρ ο σ ε ύ χ ε σ α ι για μένα!
Μάζευε τα λεφτά των προσκυνηταρίων μας και
σκόρπαε, με τ’ άγια λευκά σου χέρια, το καλό παντού. Όμως κράτα ένα μέρος, να
συγκεντρώσωμε, κι’ εμείς, λίγο-λίγο ένα ποσό, για ν’ ανεγείρουμε μιάν εκκλησιά
αφιερωμένη στην Βασίλισσα που είχε τ’ όνομά σου. Εκεί μέσα, σ’ αυτήν την
εκκλησία θε να σε παντρευτώ. Γιατί είσαι ωραία, έχεις την πιό ευγενική κι’
υπερήφανη ψυχή, και σ’ αγαπώ παράφορα.
ΝΙΚΟΥ
ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΥ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΤΟΜΟΣ Β΄ ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, Αθήνα,
Νοέμβριος 1977, σελ. 183-185
Δείγμα
Υψηλής Ποίησης
Έχω μπροστά μου διάφορες παλαιές σημειώσεις
μου, από την περίοδο που πρωτοδιάβασα το «Περί
Ύψους» του Λογγίνου στην γνωστή μετάφραση της γενιάς μου/μας, του Παναγή
Λεκατσά. Εδώ να διευκρινίσουμε ότι ούτε ειδικός είμαι, ούτε κλασικός φιλόλογος
ή επιστήμονας ερευνητής των αρχαίων κειμένων. Προσπαθώ να είμαι ένας συνεπής
φιλαναγνώστης της ελληνικής αρχαίας, βυζαντινής, της δημώδους και νεότερης
γραμματείας, ιδιαίτερα, της Ελληνικής Λογοτεχνίας και Ποιητικής παράδοσής μας. Επιθυμώ
να διαβάζω και να κατανοώ, να ερμηνεύω τα κείμενα με το βλέμμα ενός σύγχρονου,
σταθερού και κάπως επαρκούς αναγνώστη της ελληνικής και ευρύτερα της παγκόσμιας
ποιητικής παράδοσης και κληρονομιάς. Όπως η δική μου γενιά του 1980-που αν δεν
κάνω λάθος ανήκω- προσέλαβε, αγάπησε, και κατά κάποιον τρόπο «παραδόθηκε» στη
μαγεία, την ομορφιά, την λεκτική μαγγανεία και γλωσσική ηχητική πολυχρωμία,
νοηματική πανδαισία της διαχρονικής τυπολογίας της ελληνικής γλώσσας στην
ιστορική της διαδρομή, με τα διάφορα μέτρα και σταθμά της, τις φόρμες και τα
είδη της. Οι σημειώσεις και οι ερωτήσεις μου διαβάζοντας μεταγενέστερες
μεταφραστικές και εκδοτικές προτάσεις του «Περί Ύψους» του Λογγίνου, όπως την
εξαιρετική δουλειά, «ερμηνευτική έκδοση» του καθηγητή κυρίου Μιχάλη Ζ. Κοπιδάκη
της «Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης» Ηράκλειον 1990, σ.288, οι πληροφορίες που
συγκέντρωνα για το σημαντικό αυτό αρχαίο έργο Θεωρίας Κριτικής της Λογοτεχνίας
αυξήθηκαν στο μέτρο του δυνατού που μπορούσα, όπως κάθε καθημερινός
συστηματικός αναγνώστης φαντάζομαι. Έχω υπόψη μου και άλλες εκδοτικές προτάσεις
ή μικρές μελέτες ή βιβλιοκριτικές που δημοσιεύτηκαν για το έργο σε λογοτεχνικά
περιοδικά ή εφημερίδες.
Πρόσφατα
ζήτησα από την κριτικό και φιλόλογο κ. Ανθούλα Δανιήλ να μου αποστείλει αν
μπορούσε μία σύγχρονη, καινούργια μετάφραση του Λογγίνου των εκδόσεων
«ΚΟΥΚΚΙΔΑ», Αθήνα 2004 σε εισαγωγή και μετάφραση της φιλολόγου και ποιήτριας κ.
Ευσταθίας Δήμου. Το αναγνωστικό ενδιαφέρον μου κέντρισε η νέα μεταφραστική
πρωτοβουλία και άρχισα να αναμοχλεύω παλαιές σημειώσεις μου και άτακτα σχόλια
που φύλασσα καθώς διάβαζα διάφορα σχετικά με το «Περί Ύψους». Εδώ, θα μου επέτρεπαν
οι έλληνες και ξένοι αναγνώστες που βλέπουν και διαβάζουν τα Λογοτεχνικά
Πάρεργα, και ίσως βρίσκουν κάτι χρήσιμο για τις δικές τους εργασίες και
αναζητήσεις, να ξεκαθαρίσω τα εξής. Παρότι έγραφα ποίηση, δημοσίευα παράλληλα
και βιβλιοκριτικές και μικρές μελέτες για έλληνες και ξένους συγγραφείς. Αυτό σημαίνει, ότι δεν είμαι άγευστος από τον κριτικό λόγο, τις κριτικές φωνές των
σύγχρονων μεταπολιτευτικών ημερών μας. Πίστευα όμως και εξακολουθώ να πρεσβεύω
την άποψη, ότι όση χαρά και ικανοποίηση σου προσφέρει η πρωτογενής δημιουργία,
δηλαδή το ίδιο το ποιητικό, το πεζογραφικό, το διηγηματικό, το θεατρικό κλπ.
έργο όταν το πιάνεις στα χέρια σου και το διαβάζεις κατά μόνας, το αγγίζεις,
ξεφυλλίζεις τις σελίδες του, ευχαριστιέσαι με όσα γράφει ή δυσανασχετείς με όσα
διαβάζεις, σημειώνεις στα περιθώρια των φύλλων του, ανοίγεις με δύο λόγια μία
διαρκή συνομιλία μαζί του, μάλλον, και μπορεί να λαθεύω- δεν στην προσφέρει ένα
άλλο κριτικό βλέμμα το οποίο διαβάζει μία ποιητική συλλογή ένα μυθιστόρημα και
δημοσιεύει κατόπιν τις θέσεις του ως διαμεσολαβητής μεταξύ εσένα και του
συγγραφέα. Το ίδιο το κείμενο όποιο και να είναι αυτό, είναι που θα σε
συγκινήσει, θα σε συναρπάσει, θα σε ερεθίσει με την αμεσότητά του, την φωνή
του, τις ιδέες και θέσεις του. Το κείμενο είναι το πρωτεύον αυτό θα εξιτάρει
έναν φιλαναγνώστη. Η άποψη αυτή δεν αναιρεί την θέση και την αξία του
κριτικογράφου, όσων ασχολούνται με υπευθυνότητα και σοβαρότητα με την κριτική
βιβλίου και τις νέες εκδόσεις και παρουσιάσεις. Εξάλλου, στην ίδια κατηγορία ανήκει
και ο γράφων εδώ και χρόνια. Όμως, η αναγνωστική μαγγανεία ενός ποιήματος ενός
πεζού η οποία προσελκύει την προσοχή ενός αναγνώστη, είναι διαφορετικών τόνων,
ποιότητας και κλίματος από αυτήν ενός κριτικού σημειώματος που έγραψε ένα άλλο
βλέμμα, μία διαφορετική θεώρηση από την δική μας σαν αναγνώστες. Ο κριτικός λόγος
αυτονομήθηκε από τον πρωτογενή, απέκτησε την αυτοτέλειά του, την ξεχωριστή
ταυτότητά του και χαρακτήρα του, την ποιότητά του στην διαχρονική του διαδρομή.
Ένα κριτικό κείμενο έγινε από την μεριά του ένα άλλο συγγενές βεβαίως,
πρωτογενές αναγνωστικό κείμενο στα μάτια του αναγνώστη και των ειδικών
φιλολόγων, πανεπιστημιακών σχολιαστών και ερευνητών, κατάκτησε δικαιωματικά την
δική του παρουσία γράφοντας την ιστορία της κριτικής και θεωρητικής σκέψης μέσα
στο παγκόσμιο πολιτιστικό στερέωμα. Κάτι φυσικό, μια και από τον 1ο αιώνα που
γράφτηκε το «Περί Ύψος» του Λογγίνου, την ανακάλυψή του και την μετάφρασή του
από πνευματικούς κύκλους της Ευρώπης και της Ελλάδας ο κριτικός, δοκιμιακός και
θεωρητικός λόγος, άνθισε, κάρπισε και έδωσε τα εύοσμα Άνθη Κριτικής Ευλαβείας
του.
Γιατί τα παραπάνω, για κάτι μάλλον αναγκαίο
στην παρουσίαση του σημερινού σημειώματος. Καθώς επανήλθα στο «Περί Ύψος» του
Λογγίνου, ανέτρεξα και πάλι σε ορισμένα παλαιότερα διαβάσματά μου για καλύτερη
κατανόηση του έργου μια και η αναγνωστική οπτική των πρώτων χρόνων από το
διάβασμά του, της εκδοτικής εκδοχής του Παναγή Λεκατσά μέχρι σήμερα έχουν
περάσει αρκετές δεκαετίες και όλων μας η αναγνωστική ωρίμανση έχει αλλάξει.
Γνώριζα λοιπόν ορισμένα δημοσιεύματα που υπήρχαν και μιλούσαν για το «Περί
Ύψους» και πως το προσέλαβε η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία και διάφοροι έλληνες
λογοτέχνες. Κατέφυγα στα «ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΟΓΔΟΟΥ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ ΠΟΙΗΣΗΣ» με θέμα «ΠΟΙΗΣΗ
ΚΑΙ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ» Πανεπιστήμιο Πατρών 1-3 Ιουλίου 1988, εκδόσεις Αχαϊκές
Εκδόσεις» Ιούνιος 1990, σε επιμέλεια Σωκράτη Λ. Σκαρτσή. Στην δεύτερη μέρα του
Συνεδρίου ο καθηγητής Μ.Ζ. Κοπιδάκης μιλά για την «ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΚΠΛΗΞΗ ΚΑΙ
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΝΑΡΓΕΙΑ» (Λογγίνος, Περί Ύψους, κεφ. 15). Η ομιλία του
πανεπιστημιακού συγγραφέα προϋποθέτει την σχολιασμένη έκδοση της «Βικελαίας».
Όπως αναφέρει στην έναρξη της ομιλίας του: «Από τα έργα θεωρίας και κριτικής
της λογοτεχνίας που μας κληροδότησε η ελληνική αρχαιότητα το σημαντικότερο μετά
την Ποιητική του Αριστοτέλη είναι κατά γενική ομολογία η σύντομη πραγματεία του
Λογγίνου που επιγράφεται Περί ύψους. Από εσωτερικές και μόνο ενδείξεις
συνάγεται ότι το έργο θα πρέπει να γράφτηκε στα μέσα του πρώτου αιώνα μ.Χ. Ο
συγγραφέας του είναι άγνωστος το όνομα Διονύσιος Λογγίνος είναι μία σύμβαση. Θα
πρέπει πάντως να ήταν ένας πολύγλωσσος κοσμοπολίτης (από το κείμενό του
φαίνεται να γνώριζε στο πρωτότυπο τρείς λογοτεχνίες, την ελληνική, τη λατινική
και την εβραϊκή) με φιλοσοφική κατάρτιση και
με οξύτατη εκείνη την «άλογον αίσθησιν» που πρέπει να διαθέτει ο
κριτικός της λογοτεχνίας.
Το Περί ύψους αποτελεί συνδυασμό
τεχνολογικής πραγματείας και πνευματώδους δοκιμίου. Θέμα του είναι το ύψος στη
λογοτεχνία. Ο όρος ωστόσο ύψος απαιτεί κάποιες διασαφήσεις.», Η ομιλία περιλαμβάνεται
στις σελίδες 184-193 του τόμου. Ο πανεπιστημιακός επισημαίνει τις εξής
επιμέρους παρατηρήσεις «που μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως»: (ι)
Φαινομενολογική αναγωγή του ύψους. (ιι) Πηγές της υψηγορίας (ιιι) Το ύψος και ο
αναγνώστης (ιν) Το ύψος και ο δημιουργός του. Ενώ αναφέρεται και στο 15
κεφάλαιο του «Περί ύψους» ο λόγος είναι για τη φαντασία, «που φαίνεται να
ανήκει στην πρώτη πηγή της υψηγορίας, δηλαδή στο περί τας νοήσεις
αδρεπήβολον.». σ.189
Στις
απογευματινές συνεδρίες των Συμποσίων Ποίησης συνηθίζονταν να παρουσιάζονται
νέοι ποιητές και ποιήτριες και ακόμη να υποβάλλονται ερωτήσεις στους Ομιλητές.
Στην σελίδα 204-206 διαβάζουμε τις κατά την γνώμη μας σωστές 8 τον αριθμό
επισημάνσεις του ποιητή και συγγραφέα κ. Δημήτρη Καραμβάλη προς τον Μ.Ζ.
Κοπιδάκη σχετικά με το «Περί Ύψους» και
την απάντηση του Ομιλητή. Στην με αριθμό (η) μας λέει ο Δημήτρης Καραμβάλης:
«Δεν πρέπει να καταλήγουμε σε γενικά συμπεράσματα για την πεζογραφία μια και ο
συγγραφέας του «περί ύψους» αναφέρεται βασικά και κύρια στον ρητορικό λόγο,
έναν μονάχα από τους κλάδους της. Ούτε είναι νομίζω σωστή η θέση του ότι μόνο η
ρητορική φαντασία σκοπεύει στην ενάργεια. Το αντίθετο συμβαίνει. Η ποίηση είναι
ο αληθινός δρόμος. Τα ποιήματα είναι οι διαφορετικοί απλώς δρόμοι για να φτάσει
κανείς στον ίδιο σκοπό: την αλήθεια. Ευχαριστώ.». Στην απάντησή του ο καθηγητής
Μ.Ζ. Κοπιδάκης αναφέρει μεταξύ άλλων: «Οι παρατηρήσεις που έγιναν είναι σωστές,
αλλά θα σας κούραζα πάρα πολύ αν ανέπτυσσα όλα αυτά τα περίπλοκα προβλήματα.
Πράγματι το «Περί Ύψους» του Λογγίνου είναι μία απάντηση στο ομώνυμο και
ομόθεμο έργο του Καικιλίου. Νομίζω πάντως ότι το υπαινίχθηκα. Είπα ότι ο πρώτος
που χρησιμοποιεί τον όρο «ύψος» με τη σημασία που απαντά στον Λογγίνο ίσως ήταν
ο Καικίλιος.
Στο τελευταίο κεφάλαιο του «Περί ύψους»
μνημονεύεται όντως μια συζήτηση για την «λόγων απορίαν», που όπως ισχυρίζεται ο
συγγραφέας, μαστίζει την εποχή του. Οι συζητήσεις ήταν δύο: κάποιος φιλόσοφος
και ο ίδιος ο συγγραφέας. Αυτός που υποστηρίζει ότι λογοτεχνία μεγάλη δεν υπάρχει,
διότι επικρατεί ανελευθερία, είναι ο φιλόσοφος, τον οποίο ορισμένοι μελετητές
ταυτίζουν με τον Ιουδαίο Φίλωνα τον Αλεξανδρέα. Ο συγγραφέας αντιθέτως του
«Περί ύψους» υποστηρίζει μιαν άλλη άποψη: υψηλή λογοτεχνία δεν υπάρχει, γιατί
οι άνθρωποι είναι παραδομένοι σε υλικές μέριμνες, δηλαδή στην αναζήτηση και
στην απόλαυση του πλούτου….», σελ. 209.
Μιάς ευρύτερης προβληματικής ανάγνωση του
«Περί Ύψους» του Λογγίνου, πιο συγκεκριμένα για την σχέση του Λογγίνου και του
Νομπελίστα μας ποιητή Γιώργου Σεφέρη, μας δίνει ο καθηγητής της Θεωρίας και
Κριτικής της Λογοτεχνίας στο ΚΠΑ και ποιητής Νάσος Βαγενάς στο κείμενό του
«Σεφέρης και Λογγίνος» σελίδες 84-93. Αρχινά την συμμετοχή του ο Σεφερογενής
Βαγενάς: «Ίσως κανένα από τα λογοτεχνικά μας έργα, τις δύο τελευταίες
δεκαετίες, δεν υπέστη περισσότερο την κριτική παρανάγνωση απ’ ό,τι το έργο του
Σεφέρη. Η αυθαίρετη ανάγνωση του έργου αυτού δεν περιορίστηκε μόνο στο-ως εκ
της φύσεώς του πολύσημο- ποιητικό μέρος του αλλά επεκτάθηκε και στο δοκιμιακό.
Η άποψη ότι ο Σεφέρης είναι δύσπιστος προς τη θεωρία είναι μία από τις
αποφάνσεις αυτής της παρανάγνωσης, προς επίρρωση της οποίας ενίοτε
προσκομίζονται και συγκεκριμένα στοιχεία. Καθώς ένα από τα στοιχεία αυτά είναι
η υποτιθέμενη διαπίστωση της αδιαφορίας του Σεφέρη για το Περί Ύψους του
«Λογγίνου» (η οποία βλέπουμε να επαναλαμβάνεται σε κείμενο νέου, φιλέρευνου
φιλολόγου), θα σχολιάσουμε τις διαθέσεις του Σεφέρη προς τη θεωρία εξετάζοντας
συνοπτικά τις σχέσεις του με τον «Λογγίνο» (στο εξής Λογγίνος). Μια τέτοια
εξέταση θα ήταν χρήσιμη γιατί θα μπορούσε να βοηθήσει όχι μόνο να καταλάβουμε
ότι ο νους του Σεφέρη ως δοκιμιογράφου είναι περισσότερο θεωρητικός απ’ ό,τι
ορισμένοι πιστεύουν σήμερα, αλλά και να διακρίνουμε το είδος της θεωρητικής του
φύσης…..».
Το κείμενο του Νάσου Βαγενά είναι το 15ο στην σειρά των 19 άλλων δημοσιεύσεων (Αλεξάνδρα Σαμουήλ, Αλέξανδρος Αργυρίου, Γιώργος Αράγης, Δώρα Μεντή, Νόρα Αναγνωστάκη, Μανόλης Σαββίδης, Κατερίνα Κωστίου κ.ά.) και συμπεριλαμβάνεται στην ωραία έκδοση «ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ», εκδόσεις ΤΟ ΒΗΜΑ και ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΡΜΗΣ ΕΠΕ 2000. Αν ανατρέξουμε στον τόμο του Νάσου Βαγενά, «ΓΚΙΟΣΤΡΑ» ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΔΙΑΜΑΧΗΣ, εκδόσεις «μικρή Άρκτος», 2012, στις σελίδες 266-269, ο ποιητής μας δίνει την δική του ανταπάντηση σε όσα γράφει για το άρθρο «Σεφέρης και Λογγίνος» στον πεζογράφο και εκδότη του περιοδικού «Το Δέντρο» συγχωρεμένο Τάσο Γουδέλη. Επίσης στον τόμο του που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Κέδρος» 1999, με τίτλο «ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ», σελίδες στις σελίδες 61-64, αναδημοσιεύει κείμενό του στην έγκριτη πρωινή εφημερίδα Το Βήμα 23/6/1991. «ΠΕΡΙ ΥΨΟΥΣ». Ο Ν. Βαγενάς και σε άλλο του βιβλίο (βλέπε σημείωση 13, σελ. 311 του τόμου "Η ΕΙΡΩΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ" Κριτικές μελέτες για τη νεοελληνική γραμματεία, εκδ. Στιγμή 1994) υποστηρίζει την άποψη ότι ο θεωρητικός κριτικός Χάρολντ Μπλούμ, υιοθετεί τις απόψεις του Λογγίνου στο δικό του σύστημα που οικοδομεί στα έργα του. Βλέπε «Λογοτεχνικός Κανόνας» και άλλα που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Και κλείνει την επιφυλλίδα του (ο Βαγενάς) με μνεία στο ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου. Το 2009 όπως έχουμε μνημονεύσει στο προηγούμενο σημείωμά μας για το «Περί Ύψους» από τις εκδόσεις «Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος» ο ποιητής Νάσος Βαγενάς δημοσιεύει μία εκτενέστερη, αναλυτική και χρήσιμη στους αναγνώστες και ερευνητές ανακοίνωσή του «Ο ΛΟΓΓΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ», σελίδες 15-24, με την ευκαιρία της έκδοσης «Μ.Ζ. Κοπιδάκη». Εδώ ο Βαγενάς μας μιλά για τις 25 αναφορές του ποιητή Κωστή Παλαμά στο «Περί Ύψους» του Λογγίνου. Και, μας παρουσιάζει ένα εκτενές απόσπασμα του Κωστή Παλαμά για τον Ανδρέα Κάλβο από την περίφημη διάλεξή του. Η ανακοίνωση περιλαμβάνεται στον τόμο «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ» ΠΡΑΚΤΙΚΑ Κέρκυρα 2009, ο τόμος κυκλοφόρησε από το Ιόνιο Πανεπιστήμιο Τμήμα Ιστορίας είχε την επιμέλεια του καθηγητή και δοκιμιογράφου Θεοδόση Πυλαρινού. Άλλοι φιλόλογοι ερευνητές όπως ο κ. Καλοσπύρος, έχει εξετάσει την σχέση του Κωστή Παλαμά με τον Λογγίνο. Βλέπε τα Πρακτικά Γ’ Συνεδρίου 2016 για τον ποιητή Κωστή Παλαμά, τόμος Α. "Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ" ΕΒΔΟΜΉΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΌ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ. Βλέπε σελίδες 87-105, Νικόλαος Α. Ε. Καλοσπύρος "ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΛΟΓΓΙΝΟΣ" Ο ΠΟΙΗΤΙΚΩΤΕΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΡΙΤΙΚΩΤΑΤΟΝ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΤΩΝ ΤΕΧΝΟΓΡΑΦΩΝ" Στην αρχή της ανακοίνωσης δημοσιεύεται ΠΕΡΙΛΗΨΗ: "Στο έργο του Κωστή Παλαμά εντοπίζουμε αναφορές στον αρχαίο τεχνογράφο Λογγίνο, τον θεωρούμενο ως συγγραφέα της πραγματείας "Περί ύψους". Η φιλολογική ανάκριση των παλαμικών αναφορών στον Λογγίνο-τον οποίον χαρακτηρίζει "κριτικώτατον" και εκ των αρίστων τεχνογράφων- και το έργο του αποδεικνύει ότι η διαμόρφωση της ποιητικής του πραγματικού εθνικού μας ποιητή και η αίσθησή του για το υψηλό λειτούργημα της ποίησης σχετίζονται με τις θέσεις του αρχαίου θεωρητικού της λογοτεχνικής δημιουργίας. Εν προκειμένω, η αναδίφηση της παλαμικής αρχαιογνωσίας αποκαλύπτει εκλεκτικές οφειλές στην αρχαία ελληνική λογοτεχνική θεωρία.".
Όπως θα παρατηρήσει ο προσεκτικός αναγνώστης των Λογοτεχνικών Πάρεργων με την σημερινή μας ανάρτηση συμβαίνει κάτι «οξύμωρο», ενώ αναζητούσα ένα σύγχρονο κείμενο που να διαθέτει τα κριτήρια εκείνα που εντάσσεται στην κατηγορία που μας μιλά ο Λογγίνος στην πραγματεία του «Περί Ύψους», και θυμήθηκα έναν αγαπημένο μου ποιητή και ζωγράφο τον Νίκο Εγγονόπουλο και το ποίημά του, και πάλι στάθηκα στον κριτικό λόγο. Αντιγράφοντας λοιπόν σιγά-σιγά τα Λογγίνεια δημοσιεύματα του ποιητή Νάσου Βαγενά ώστε να τα μεταφέρω στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, κατέφυγα στον δεύτερο τόμο Ποιημάτων του Νίκου Εγγονόπουλου και μετέφερα το ποίημά του «Περί ύψους» που περιλαμβάνεται στην συλλογή του «ΕΝ ΑΝΘΗΡΩ ΕΛΛΗΝΙ ΛΟΓΩ» που κυκλοφόρησε το 1957. Ένα ζωντανό, ανθηρό, πολύχρωμο αρωματικό κείμενο, γραμμένο σε ωραία ελληνικά, με ένα εκπληκτικής ομορφιάς λεξιλόγιο, λέξεις και καταλήξεις που τοιχογραφούν εικόνες και στιγμές ελληνικής εικαστικής μαγείας, ένα ποίημα της ελληνικής ποιητικής μας παράδοσης που ανθοβολεί ελληνικότητα και βαθειά συνείδηση της ελληνικής ιστορικότητας μέσα στο παγκόσμιο πολιτιστικό γίγνεσθαι.
Καιρός να ξανά περπατήσουμε στους λειμώνες
που άνθισαν στην διαχρονία της ελληνικής γραμματείας.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
19 Μαϊου 2026
ΥΓ. Έφυγε από τη ζωή ο ιδιοκτήτης της «Πρωτοπορίας» και εκδότης Βαγγέλης
Τρικεριώτης
diastixo.gr
Δημοσιεύτηκε 19 Μαΐου 2026
Την
τελευταία του πνοή άφησε χθες, Δευτέρα 18 Μαΐου 2026, μία εμβληματική μορφή από
τον χώρο του βιβλίου: ο ιδιοκτήτης των βιβλιοπωλείων «Πρωτοπορία» και εκδότης
Βαγγέλης Τρικεριώτης.
Ο Βαγγέλης
Τρικεριώτης αποφοίτησε το 1965 από τη Γερμανική Σχολή Αθηνών και, την περίοδο
της δικτατορίας, μπήκε στον χώρο του βιβλίου με τη συμμετοχή του στην ομάδα των
Εκδόσεων Κάλβος. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο
Γράμματα και το βιβλιοπωλείο «Πρωτοπορία» στα Εξάρχεια· η επιτυχία του
βιβλιοπωλείου υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε καθιερώθηκε στη συνείδηση του
αναγνωστικού κοινού ως σημείο αναφοράς και οδήγησε στη δημιουργία των
καταστημάτων στη Θεσσαλονίκη και στην Πάτρα. Κατόπιν, απέκτησε και τους
εκδοτικούς οίκους Γλάρος και Γνώση.
Η κηδεία του
θα γίνει το Σάββατο 23 Μαΐου, στις 12:30, στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου