ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΥΡΣΕΛΑΣ
(Πειραιάς 1-20/1/1931- Αθήνα 15/7/2017)
Θυμάμαι πως η μητέρα μου για να τα βγάλει
πέρα, όταν ήμουν μικρός αναγκαζόταν να νοικιάζει σε εργένηδες το μοναχικό
δωμάτιο της ταράτσας, στο πατρικό μας, μια και ο πατέρας- μετανάστης τότε στην
Αμερική- μόνο όποτε μας θυμόταν έστελνε κανένα φράγκο. Θυμάμαι ακόμα πώς οι
ενοικιαστές, όταν ξενοίκιαζαν το δωμάτιο, φεύγοντας ξεχνούσαν συνήθως κι από
κάτι κι εγώ τότε, μόλις μας αποχαιρετούσαν, σαν τρελός ανέβαινα τις σκάλες, να
δω τι ξέχασαν κι αυτή τη φορά.
Πότε έβρισκα μισοσπασμένες καρέκλες, πότε
μισοξεσκισμένα μαξιλάρια, πότε βιβλία- αυτά ποτέ δεν τα ‘βρισκα σκισμένα, ποτέ
δεν τους έλειπε ούτε η αρχή ούτε το τέλος.
Απ’ ό,τι θυμάμαι, αυτά τα βιβλία ήταν και τα
πρώτα που διάβασα και τα πρώτα που μ’ έβαλαν στον κόσμο της τέχνης και της
φαντασίας.
Ένας νοικάρης μάλιστα-αυτό το θυμάμαι πολύ
καλά- ο Χριστόφορος, είχε αφήσει στο συρτάρι του κομοδίνου μαζί με τα βιβλία κι
ένα σωρό πορνοπεριοδικά. Τα ΄δειξα στην παρέα και τρελάθηκαν. Ο Ευκαρπίδης, ο
μπαγάσας, μου ‘κλεψε και το καλύτερο. Τότε ήταν που ανακαλύψαμε- σε ασκήσεις
επί χάρτου- τι ποικιλίες μπορεί να ‘χει μια ερωτική πράξη. Οι εφαρμογές άρχισαν
αργότερα, πολύ αργότερα. Πάντως, αυτά τα περιοδικά υπήρξαν, όχι μόνο ένας
σημαντικός πιλότος της ερωτικής ζωής της παρέας, αλλά και ένας σημαντικότατος
παράγων της απελευθέρωσής μας.
Έκτοτε, εκείνη η παρέα, δεν είχε ταμπού και
προκαταλήψεις. Είχαμε μάθει να εκτιμούμε τη γυναίκα σε όλες τις φάσεις της ζωής
της, ξέραμε να κατανοούμε τα πάθη της και τις παρεκτροπές της και ποτέ, απ’
ό,τι ξέρω, δεν χαρακτηρίζαμε μια γυναίκα πόρνη, γιατί έτυχε να της αρέσει
περισσότερο από το συνηθισμένο ο έρωτας, όπως έτσι βάφτιζε, συλλήβδην, όλες τις
γυναίκες ο θείος Γιάννης.
Ο Μελανίτης, ένας άλλος ενοικιαστής μας,
πενηντάρης, φαλακρός, κοντούλης, ευχάριστος, άνθρωπος, εύθυμος, είχε θυμάμαι
αφήσει κρεμασμένο στον τοίχο ένα κεντράκι με τη φωτογραφία της μνήμης του, με
μαγιό, στην πλαζ. Όταν έφυγε, όλοι ξέραμε πώς τον είχε ήδη εγκαταλείψει.
Ξανθιά, όμορφη, με μεγάλο στήθος. Ίσως και γι’ αυτό ξενοίκιασε το σπίτι, επειδή
τον εγκατέλειψε η Σοφία’ έτσι την έλεγαν.
Πέταξα, θυμάμαι το πλαίσιο-ήταν σπασμένο και
το τζάμι-και κράτησα την φωτογραφία. Ακόμα την έχω. Ο Μελανίτης έφυγε για το
χωριό του. Προς στιγμήν μάλιστα, αποπειράθηκε να αντικαταστήσει τη Σοφία με τη
μάνα μου. Είχα ακούσει, μέσες άκρες, το διάλογο που είχε μαζί της, εκείνη τη
νύχτα των μεγάλων αποφάσεων, καθώς προσπαθούσε να την πείσει να έρχεται να
κοιμάται πότε- πότε μαζί του, τις νύχτες, που άλλωστε το δικαιούται μια και ο
άντρα της- ο πατέρας μου δηλαδή-την έχει ήδη παρατήσει και ζει μια χαρά τη
ζωούλα του στην Αστόρια.
Και δεν της έλεγε ψέματα, μια και κάτι
ξαδέλφες της, μετανάστριες κι αυτές στην Αμερική, την πληροφορούσαν κάθε τόσο,
πότε ότι ο άντρας της τραβιέται με μια ζωντοχήρα, πότε ότι την έχει γκαστρώσει
κιόλας, πότε ότι έχει παιδί από μια άλλη και γι’ αυτό, όπως πάει το πράγμα, μην
είναι κουτή και τον περιμένει να γυρίσει, γιατί ποτέ δεν θα γυρίσει και καλά θα
κάνει να κοιτάξει κι αυτή τη ζωούλα της.
Αυτά περίπου της έλεγε ο Μελανίτης, και πώς
να μην αφήνει να πηγαίνει χαμένος ο χρόνος και που θα ξαναβρεί τις ευκαιρίες
και να μην είναι χαζή, «γιατί μια φορά μας έρχονται τέτοιες ευκαιρίες και ποτέ
πια».
Ήταν βλέπεις και λογιστής και ήξερε να της
τα σερβίρει λογικά και τετράγωνα, αλλά ήταν και παραμυθάς και της κατέβασε,
θυμάμαι, ιστορίες και ιστορίες, πώς έτσι το έπραξε και μια θεία του, πώς έτσι
ξαναπαντρεύτηκε κι η μάνα του, πώς έτσι θα μπορούσαν να το πράξουν και οι δυό
τους και να περνάνε πολύ ωραία τις νύχτες τους. Μόλις κοιμάται ο μικρός, της έλεγε,
θ’ ανεβαίνει τις σκάλες και θα ‘ρχεται στο δωμάτιο της ταράτσας και κει θα
βρίσκουν μόνοι τους τις χαρές της ζωής. Αν δεν δεχθεί, θα φύγει της είπε, θα
ξενοικιάσει το δωμάτιο και θα πάρει των ομματιών του και θα φύγει, οριστικά και
αμετάκλητα.
Η μάνα μου δεν δέχθηκε και το ξενοίκιασε το
δωμάτιο. Υποθέτω-μάλλον είμαι βέβαιος-πως για καιρό θα τη βασάνιζε εκείνο το
όχι της. Όχι ότι τολμώ να κάνω κάποιο παραλληλισμό με το γνωστό ότι του Καβάφη,
αλλά εμένα πολύ με προβλημάτισε εκείνος ο προβληματισμός της και πάντα μου
θύμιζε, δεν ξέρω γιατί, κι εκείνο το όχι του Καβάφη.
Πάντως, έχω μείνει με την εντύπωση, πώς δεν
το ‘πε και τόσο εύκολα εκείνο το όχι, πολύ το πάλεψε για να το πει.
Αργότερα, πολύ αργότερα, όταν είχε πεθάνει
πια και ο πατέρας, τη ρώτησα αν είχε ποτέ μετανιώσει για κείνο το όχι.
Παραξενεύτηκε-που το θυμήθηκα και πώς το ‘ξερα; Στο τέλος μου είπε πως ναι,
μπορεί και να ‘χει μετανιώσει, μπορεί. Τι κέρδισε άλλωστε;
Όταν έφυγε και ο Μελανίτης, πολύ γρήγορα
ξανανοικιάστηκε το δωμάτιο της ταράτσας. Το νοίκιασε, θυμάμαι, ο Ιάκωβος, ένας
γαλανομάτης, συμπαθητικούλης, ναυτικός, τρίτος μηχανικός σε ποστάλια,
κοντούλης, κατσαρομάλλης, μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο, ίδιο με της Τζοκόντας.
Του το είχα πει κιόλας, όταν μια φορά είχα δει την Τζοκόντα στο αναγνωστικό του
σχολείου- «ίδιο με της Τζοκόντας το χαμόγελό σας, κύριε Ιάκωβε» -του έδειξα και
τη φωτογραφία και γέλασε. Μάλλον χαμογέλασε.
Με τον Ιάκωβο, δεν είμαι βέβαιος αν η μάνα
μου είχε μέχρι τέλος τις ίδιες αντιστάσεις, όπως και στον Μελανίτη. Και μάλλον
δεν τις είχε, γι’ αυτό και κείνος, από κάθε ταξίδι που γυρνούσε, μας έφερνε κι
από ένα ακριβό δώρο.
Εμένα μου χάρισε ένα ολλανδέζικο ραδιόφωνο
«Φίλιπς». Από το Αμβούργο το πήρε. Παγκοσμίου λήψεως, εντυπωσιακό, με πολύχρωμα
φωτάκια και γραμμένες στο καντράν όλες τις πρωτεύουσες του κόσμου.
Το ‘βαζα τις νύχτες κι άκουγα μουσική. Πολύ
μου άρεσαν τα κονσέρτα για βιολί κι ορχήστρα. Ίσως γι’ αυτό, επειδή άκουγα
μουσική, δεν ήμουνα βέβαιος αν η μάνα μου τις νύχτες ανηφόριζε τις σκάλες για
το δωμάτιο της ταράτσας. Μερικές φορές νομίζω, κάτι πήρε τ’ αυτί μου, αλλά δεν
είμαι βέβαιος’ και ποτέ, όσες φορές κι αν τη ρώτησα αργότερα, ποτέ δεν το
ομολόγησε. Απαντούσε πάντα μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο, ίδιο με της Τζοκόντας
και το δικό της. Είχα βέβαια πάντα την ελπίδα ότι κάποτε θα μου ανοίξει τα
χαρτιά της. Δεν τ’ άνοιξε. Πέθανε και πάει, τέλειωσε κι αυτή η ελπίδα.
Τα ξαναθυμήθηκα όλ’ αυτά, γιατί θέλοντας να
ξεκαθαρίσω μια αποθήκη- τι θα κρατήσω και τι θα πετάξω- ξαναβρήκα παραπεταμένο
εκείνο το «Φίλιπς». Δεν το είχα πετάξει, αν και έχει πάψει να παίζει εδώ και
πολλά χρόνια. Το κουβαλώ όπου κι όσες φορές μετακομίζω. Δεν ξέρω, έχει
καταντήσει ένα πρόβλημα, ένα βάρος. Μήπως όμως και η μνήμη, με τον καιρό, δεν
καταντά κι αυτή ένα πρόβλημα, ένα βάρος;
Να, γιατί κι αυτή η μέρα, στην τελευταία
μετακόμιση, καθώς κάθομαι σε μια σαραβαλιασμένη πολυθρόνα της αποθήκης,
σκέφτομαι και θυμάμαι και δεν ξέρω τι να κάνω, σε ποιο σωρό να το περάσω. Στα
πράγματα που θα πετάξω ή στα πράγματα που θα κρατήσω;
ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΥΡΣΕΛΑΣ
Το δημοσίευμα «Αποχαιρετισμοί» του Πειραιώτη
θεατρικού συγγραφέα, πεζογράφου και σεναριογράφου Κώστα Μουρσελά, ενός εμβληματικού
δημιουργού της Λογοτεχνικής Πειραϊκής Σχολής, είναι η συμμετοχή του στο
λογοτεχνικό περιοδικό «Το Δέντρο» 103/ Καλοκαίρι 1998 που ήταν αφιερωμένο σε
μια «(Α) Συνήθη Ημέρα» της ζωής των Συγγραφέων. Διαβάζουμε μεταξύ άλλων και τα
κείμενα του θεατρικού συγγραφέα Ιάκωβου Καμπανέλλη, του πεζογράφου Πέτρου Αμπατζόγλου,
του ποιητή και κριτικού Κώστα Στεριόπουλου και άλλων. Το κείμενο αναδημοσιεύτηκε
και στην Κυριακάτικη έκδοση της εφημερίδας «Η ΕΠΟΧΗ» 19 Ιουλίου 1998, σ. 22. Στην
ίδια σελίδα πληροφορούμαστε την απώλεια πλήρης ημερών της Θεσσαλονικιάς (1901) αδερφής
του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, λυρικής ποιήτριας, μεταφράστριας και θεατρικής
συγγραφέως της Γενιάς του 1930 Χρυσούλας Αργυριάδου- Πεντζίκη, της γνωστής και
αγαπητής Ζωής Καρέλλη.
Τέλος, από τις σκληρές ειδήσεις της ημέρας,
πληροφορηθήκαμε την απώλεια- μόλις 67 χρονών- του πολυσχιδούς παραγωγικότατου
βραβευμένου, ταλαντούχου πεζογράφου, αρθρογράφου, κριτικού, ποιητή και συγγραφέα
παιδικών βιβλίων Αλέξη Σταμάτη, γιου
της γνωστής ηθοποιού Μπέτυς Αρβανίτη.
Διαβάζουμε από την ηλεκτρονική εφημερίδα «Το
Πρώτο Θέμα»:
«Η τελευταία
ανάρτηση του Αλέξη Σταμάτη πριν φύγει από τη ζωή: Δεν περιμένω ένα φάρμακο,
αλλά έναν επισκέπτη, έγραφε.
Ο γιος της
Μπέτυς Αρβανίτη και σύζυγός της ηθοποιού Εύας Σιμάτου αντιμετώπιζε μία σπάνια
ασθένεια του αίματος - Πέθανε στα 67 του Η τελευταία ανάρτηση του Αλέξη Σταμάτη
πριν φύγει από τη ζωή: Δεν περιμένω ένα φάρμακο, αλλά έναν επισκέπτη.
Σε μία
ανάρτηση με ιδιαίτερο νόημα είχε προχωρήσει ο Αλέξης Σταμάτης πέντε μέρες πριν γίνει γνωστή η είδηση
θανάτου του, με τον συγγραφέα που αντιμετώπιζε μία σπάνια ασθένεια του αίματος,
να σημειώνει μεταξύ άλλων πως « δεν περιμένω ένα φάρμακο, αλλά έναν επισκέπτη».
Ο γιος της Μπέτυς Αρβανίτη και σύζυγός της ηθοποιού Εύας Σιμάτου έφυγε από τη
ζωή, όπως έγινε γνωστό την Τρίτη 21 Ιουλίου, σε ηλικία 67 ετών. Την Πέμπτη, ο
συγγραφέας είχε κάνει μία δημοσίευση στον προσωπικό του λογαριασμό στο
Instagram αναφερόμενος στη δύναμη της
αιμοδοσίας, στην ελπίδα και στην ανώνυμη προσφορά.
Αρχικά, ο
Αλέξης Σταμάτης σημείωσε στη λεζάντα της ανάρτησής του: «Οι παλιοί αλχημιστές
περίμεναν την πρώτη σταγόνα του ελιξιρίου με απελπισία που εμοιαζε ήδη με
πίστη. Η αναμονή έχει κάτι από ναό και από σφαγείο. Στον ίδιο χώρο ελπίδα και
αποσύνθεση, όπως τα άνθη σε ένα φέρετρο συνεχίζουν να ευωδιάζουν χωρίς να
αντιλαμβάνονται τον νεκρό». Στη συνέχεια, είχε μοιραστεί σκέψεις και
συναισθήματά του, τονίζοντας πως δεν περίμενε
«ένα φάρμακο, αλλά έναν αθέατο συνοδοιπόρο»: «Το αίμα. Η μόνη αριστοκρατία που δεν
αναγνωρίζει τίτλους. Η μόνη βασιλεία που αλλάζει σώματα χωρίς επανάσταση. Οι
άνθρωποι επινόησαν σύνορα, σημαίες, επώνυμα, τραπεζικούς λογαριασμούς,
γενεαλογικά δέντρα. Το αίμα γελάει σιωπηλά με όλες αυτές τις δηθενιές.
Κυκλοφορεί στις φλέβες σαν ανώνυμος περιπλανώμενος, αδιάφορος για την ηθική
μας, για τις φιλοδοξίες μας, για τις μικρές αισχρότητες με τις οποίες και καλά
στολίζουμε τη λέξη "χαρακτήρας". Ένας άγνωστος θα κατοικήσει για λίγο
μέσα σου. Κανένα μυστήριο της Εκκλησίας δεν υπήρξε πιο κυριολεκτικό. Κοιτάζω το
άδειο μεταλλικό στήριγμα που σε λίγο θα κρατά τη σακούλα του αίματος, δεν περιμένω
ένα φάρμακο αλλά έναν επισκέπτη. Έναν αθέατο συνοδοιπόρο που θα περάσει από
κάθε γωνιά του σώματός μου, θα ακουμπήσει τα πιο σκοτεινά τοπία της ύπαρξής μου
και θα φύγει χωρίς να μάθει ποτέ το όνομά μου. Η ευγένεια της ανωνυμίας. Μορφή
αγάπης που δεν επιθυμεί να αγαπηθεί πίσω. Πόσο αλλόκοτο Περάσαμε αιώνες
υμνώντας την αυτάρκεια, ενώ το σώμα γνώριζε πάντοτε την αλήθεια. Δεν υπάρχει
αυτάρκεια. μόνο ανταλλαγή. Ο πρώτος άνθρωπος γεννήθηκε από το αίμα μιας
γυναίκας. Ο τελευταίος ίσως σωθεί από το αίμα ενός ξένου».
Τα Λογοτεχνικά Πάρεργα τον αποχαιρετούν με
θαυμασμό στον έμμετρο και πεζό λόγο του.
γ.χ.μ.
Πειραιάς
Τρίτη 21 Ιουλίου
2026
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου