Τ Ζ Ι Ν Α Μ Π Α Χ Α Ο Υ Ε Ρ
(21/5/1913-22/8/1976)
“founding artist”
Αύγουστος ο «σκληρός μήνας» θανάτων για να
συμπληρώσω το μηνολόγιο του άγγλου ποιητή Τόμας Στερν Έλιοτ. Μίνι καύσωνας,
υγρασία, έλευση κουνουπιών. Η Πόλη βουβή, άδεια, έρημη. Που και που ο άνεμος
φέρνει στάχτες, η αναπνοή λαχανιάζει, η θλίψη των καμένων, οι ανθρώπινες
απώλειες οι καταστροφές, η ξηρασία. Ο Πλανήτης σε κρίση. Κόσμος συνωστίζεται
στα λιμάνια, στις προβλήτες, αναμένοντας τις αναχωρήσεις των πλοίων. Για
κοντινούς ή μακρινούς προορισμούς ανάλογα με το βαλάντιο του καθενός. Οι
τελευταίοι αδειούχοι, ελάχιστοι οι επιστρέφοντες. Ο ανεμιστήρας στο φουλ,
μπουκαλάκια νερό και αναψυκτικά δροσίζουν τη γεύση. Δυό ρόγες σταφύλι και ένα
γινωμένο ροδάκινο. Αίσθηση ζωής. Το βλέμμα σου πέφτει στους λουόμενους ανά την
παραλιακή επικράτεια της χώρας. Ψιλοζηλεύεις τους κολυμβητές, αυτούς που
λιάζονται στις παραλίες, τις ακτές, τα μικρά και μεγάλα μέλη των άγνωστών σου
οικογενειών πάνω στις ξαπλώστρες, τα παιδάκια που παίζουν χαρούμενα και αμέριμνα
με τα κουβαδάκια τους στην άμμο στριγκλίζοντας μεταξύ τους. Η μη αίσθηση του
παλιρροιακού Χρόνου του Ανθρώπου που καλπάζει πάνω στα αφρισμένα κύματα του
βίου. Περασμένες της νιότης μας μικρές θερινές απολαύσεις ανεπανάληπτες της
ψυχής και του σώματος αισθήσεις, μνήμες και παραστάσεις, εικόνες της Φύσης και
Ζωής ατελεύτητες.
Αύγουστος ο ελληνικός, ο σταφυλοφόρος, ο
σικομυρωδάτος, ο πενθοφόρος, θέρισε πολλές ελληνικές προσωπικότητες φέτος στο
πέρασμά του, τερματίζοντας την Καλοκαιρινή περίοδο. Συνοδεύουμε τους νεκρούς μας, συνομιλούμε
μαζί τους, μας κάνουν ερωτήσεις, μας θέτουν διλήμματα, απορίες. Δεν ξέρουμε τι
να τους απαντήσουμε. Θρηνούμε ακούγοντας να μεταφέρουν το μέλλον μας. Ακούμε
τον ψίθυρο που κάνουν οι ψυχές τους αναζητώντας λίγη περασμένη δροσιά ζωής.
Ίσως και να μας ζηλεύουν. Θυμάστε τα λόγια του Αχιλλέα βρισκόμενος στον Κάτω
Κόσμο που βάζει στα χείλη του ο ποιητής των ποιητών ο Όμηρος; Κάλλιο έσχατος
κολλήγας και αγρότης ζωντανός να σπέρνω και να καλλιεργώ την γη στο φως του
Ήλιου παρά πρώτος ανάμεσα στους νεκρούς, στα σκοτάδια. (σε δική μου ελεύθερη
ελπίζω όχι αυθαίρετη απόδοση). Το τελευταίο χρονικό διάστημα έχω την αίσθηση
ότι το Πειραιώτικο αυτό ιστολόγιο για την λογοτεχνία, την ποίηση, τις τέχνες
και τα γράμματα, τον πολιτισμό κοντεύει να μετατραπεί σε ένα είδος «γραφείου
λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών- πολιτιστικών τελετών». Ένα «ανοιχτό μνημόσυνο
για κεκοιμημένους της γλώσσας, των λέξεων». Ακούγεται λιγάκι μακάβριο αλλά με
τόσους αναπάντεχους και ίσως μη αναμενόμενους θανάτους, φυσιογνωμιών που η
τρελή και ανόητη φαντασία σου τους είχε πλάσει «αθάνατους!!!». Τρομάζεις,
στρέφεσαι στην ανάρτηση πληροφοριών των Μπεργκμανικών ταινιών για μία άλλη
αίσθηση του χρόνου προηγούμενων δεκαετιών, όταν ακόμα οι σημερινοί νεκροί είχαν
την ζωή μπροστά τους.
Τα Λογοτεχνικά Πάρεργα στα πλαίσια των
πολιτιστικών και πνευματικών αφιερωμάτων τους λοιπόν αγαπητοί μου παραθεριστές
της έρημης Πόλης και των γεμάτων Παραλιών, σε πρόσωπα, συγγραφείς και
κριτικούς, ποιητικά, δοκιμιακά και πεζογραφικά έργα, παλαιές και σύγχρονες
εκδόσεις, καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες που σημάδεψαν τα χρόνια της ενηλικίωσής
μας και όχι μόνο μετά την Μεταπολίτευση, προσωπικότητες των χώρων της Τέχνης οι
οποίες διαμόρφωσαν κατά κάποιον τρόπο την συνείδηση και την αισθητική της γενιάς
μας, τις καλλιτεχνικές μας συνήθειες, επιλογές και αντιλήψεις, ευαισθησίες,
θέλησαν να δημοσιεύσουν δύο πρόχειρα λόγια- παρ’ ότι έχουν επίγνωση ότι δεν
είναι της αρμοδιότητάς τους- για την διάσημη Ελληνίδα ρομαντική πιανίστα που
μεσουράνησε τον προηγούμενο αιώνα παγκοσμίως την Τζίνα Μπαχάουερ. Η Τζίνα
Μπαχάουερ υπήρξε μία μορφή αγαπητή, θαυμαστή, σεβαστή μουσική προσωπικότητα που
ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα, μια διεθνώς καταξιωμένη και αναγνωρισμένη Ελληνίδα
κλασική πιανίστα. Η μουσική της φήμη στο εξωτερικό, αν δεν λαθεύω, ήταν
παράλληλη με εκείνη του κορυφαίου μαέστρου Δημήτρη Μητρόπουλου αν όχι και με
την φήμη της Μαρίας Κάλλας. Η Τζίνα Μπαχάουερ γεννήθηκε στην Αθήνα από πατέρα
αυστριακό και μητέρα ιταλίδα με εβραϊκές ρίζες καταγωγής, διέμενε στην Αθήνα
στην περιοχή του Χαλανδρίου. Φημολογείται ότι σε ηλικία μόλις οκτώ ετών έδωσε
το πρώτο της ρεσιτάλ σε φιλανθρωπική εκδήλωση υπέρ των τραυματιών του πολέμου.
Έκτοτε, έχαιρε απέραντου θαυμασμού και εκτίμησης σαν μία από τις δημοφιλέστερες
και εμπειρότερες πιανίστριες όλων των εποχών θα γράφαμε δίχως διάθεση υπερβολής.
Η ελληνίδα Τζίνα Μπαχάουερ υπήρξε μια πραγματικά σπάνια περίπτωση καλλιτεχνικής
φυσιογνωμίας και σημαίνον μέλος της παγκόσμιας πιανιστικής παράδοσης και των
κύκλων της Μουσικής, αλλά και της ελληνικής και ξένης υψηλής κοινωνίας. Οι
εμφανίσεις της άφηναν πάντοτε άριστες εντυπώσεις, καλλιεργούσαν στο ακροατήριό
της ένα κλίμα ζωηρότατης πιανιστικής ευφορίας και όχι μόνο. Η υποδοχή από το
ελληνικό και διεθνές κοινό της ήταν πάντα εντυπωσιακή από τα πρώτα χρόνια της
δημόσιας παρουσίας της σε νεαρή ακόμα ηλικία. Αν και το ανώνυμο λήμμα της
«Εκπαιδευτικής Εγκυκλοπαίδειας» της «Εκδοτικής Αθηνών- εφ. Τα Νέα» Αθήνα 1999,
σελ. 354, μας πληροφορεί ότι: «Στο ευρύτερο κοινό άφησε την εικόνα μιας
αριστοκράτισσας παρωχημένων εποχών, όχι άσχετη με την σχεδόν αδιάλειπτη
παρουσία, στις αθηναϊκές συναυλίες της, της τέως βασιλικής οικογένειας με την
οποία συνδεόταν φιλικά». Το παίξιμό της
όπως και πάλι μας πληροφορεί το ανώνυμο λήμμα: «χαρακτηρίζει σπάνια
τεχνική αρτιότητα συνδυασμένη με τέλειο έλεγχο της ποιότητας του ήχου και των
λεπτότερων εκφραστικών αποχρώσεων: ήταν ικανή να τις επαναλαμβάνει με
εντυπωσιακή ακρίβεια και πιστότητα σε δύο διαφορετικές εκτελέσεις του ίδιου
έργου. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ήταν ικανή και για μια βαθύτερη
πνευματικότητα, όπως στην αλησμόνητη ερμηνεία της (Ηρώδειο, 8.9.74) του
Κονσέρτου για πιάνο του Γκρηγκ, μοναδική ίσως σε παγκόσμια κλίμακα.»
Έδωσε πολυάριθμα ρεσιτάλ τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Υπολογίζονται σε πάνω από 600 τα ρεσιτάλ της που έδωσε στα Συμμαχικά
Στρατεύματα της Μέσης Ανατολής κατά την δύσκολη σκοτεινή πολεμική περίοδο του
Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και μπροστά στους Έλληνες του εξωτερικού. Η ίδια
διέμενε τότε στην Αίγυπτο. Η φήμη της εδραιώθηκε στα κατοπινά χρόνια παγκοσμίως
και ως δασκάλα πιάνου. Υπήρξε καθηγήτρια στο Ωδείο Αθηνών στο οποίο είχε
μαθητεύσει ως μαθήτρια κοντά στον Βάλντεμαρ Φρήμανν, ενώ περάτωσε τις σπουδές
της ως φοιτήτρια της Νομικής Σχολής Αθηνών. Το κοινό των θαυμαστών της σταθερά
μεγάλωνε, οι μαθητές και μαθήτριές της την λάτρευαν, την εκτιμούσαν βαθύτατα
για την μεγάλη της αγάπη και προσφορά στην κλασική μουσική, την τέχνη του
πιάνου, την πιανιστική της δεξιοτεχνία, ταλαντούχα αξιοσύνη αλλά και τις άλλες
της κοινωνικές προσφορές στην Μουσική ή όπως στην περίπτωση βοήθειας των
παιδιών της Κύπρου μετά την εθνική τραγωδία, την ξένη κατοχή και προσφυγιά.
Μεγάλη υπήρξε και η βοήθειά της-μέσω των διεθνών γνωριμιών της-στις εκδηλώσεις
του Φεστιβάλ Αθηνών.
Η Τζίνα Μπαχάουερ δεν υπήρξε μόνο ένα ας μας
επιτραπεί η έκφραση «μεγάλο μουσικό κέρδος» για την χώρα μας αλλά και ένα διακεκριμένο
και καταξιωμένο αναπόσπαστο κεφάλαιο της παγκόσμιας μουσικής κληρονομιάς διαχρονικά.
Ενδέχεται να είναι η δεύτερη διασημότερη παγκοσμίως ελληνίδα μετά την Μαρία
Κάλλας της μουσικής σκηνής. Ας μην εισέλθουμε όμως σε ξένα της κλασικής
μουσικής χωράφια, αλλά και μην λησμονώντας τις ελληνικές μουσικές μεγαλοφυείς
περιπτώσεις οικουμενικής εμβέλειας όπως του βαρύτονου Γιάννη Αγγελόπουλου που
διέμενε στον Πειραιά, του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζιδάκι. Το έμφυτο ταλέντο
της Τζίνας Μπαχάουερ και η μουσική της ευστροφία φανερώθηκε όπως είδαμε από την
νεαρή της ηλικία και σχολιάσθηκε ευμενώς κατά την διάρκεια και των υπολοίπων
χρόνων της βραβευμένης καριέρας της διεθνώς. Ως αρχή της μουσικής της
σταδιοδρομία θεωρείται το 1935 με την συμμετοχή της με τον αρχιμουσικό Δημήτρη
Μητρόπουλο. Περιόδευσε σε διάφορες ηπείρους όπως στην Αυστραλία, την Νέα
Ζηλανδία, της ΗΠΑ, όπου το 1971 έδωσε «το πρώτο της ρεσιτάλ στο Κέντρο Κένεντι
της Ουάσιγκτον ως «ιδρύτρια καλλιτέχνιδα» (founding artist). Ισχυρή και θερμή η έφεσή της, η
παθιασμένη θέλησή της για την Μουσική, πυρετώδη η αγάπη της, σταθερή η αφοσίωσή
της στο πιάνο. Δημιούργησε μία ηχητική δική της γλώσσα και συνδυασμούς αποτέλεσμα
της βαθειάς και ουσιαστικής της μακροχρόνιας πολύμοχθης παιδείας, καθημερινής
εξάσκησης της και αγωγής διδασκαλία. Η μουσική της ευαισθησία μεγάλη, διέθεται
μιά σπάνια ευελιξία στις εκτελέσεις της, οι έμπειρες πιανιστικές της κινήσεις
και η «πλαστικότητα» του ατομικού της ύφους ήταν εμφανείς. Κατείχε την ευχέρεια
να συνδυάζει το κλασικό με το σύγχρονο, την μοντέρνα πιανιστική φόρμα σε ένα
μαγευτικό αποτέλεσμα αντιληπτό ακόμα και στον πλέον αμύητο μουσικόφιλο ακροατή.
Προικισμένη η ερμηνευτική της πιανιστική αρτιότητα, εκπληκτικές οι εκτελέσεις
της, ονειρική η τεχνική της ικανότητα. Καλλιεργούσε μουσικά στους ακροατές τις
προϋποθέσεις μιάς άλλης ατμόσφαιρας, ενός άλλου κλίματος που «έσβηνε» μέσα στις
ηχητικές πολυχρωμίες των πλήκτρων των πιάνων-κατά την διάρκεια των εκτελέσεών
της- που ακολουθούσαν αρμονικά την εσωτερική της ευαισθησίας και γυναικεία
τρυφερότητα και αισθαντικότητα. Σίγουρα και τα άλλα μουσικά της προσόντα και
βαθιές γνώσεις, οι δημόσιες πρωτοβουλίες της κατέστησαν την Τζίνα Μπαχάουερ την
διασημότερη πιανιστική μορφή στο διεθνές μουσικό στερέωμα. Η Ελληνίδα
πιανίστρια στάθηκε ίση προς ίσους μπροστά σε μεγάλες μορφές της μουσικής της
εποχής της. Οι μουσικές της παραστάσεις, εμφανίσεις και τα πάμπολλα ρεσιτάλ που
συμμετείχε εντός και εκτός Ελλάδος-είτε ως σολίστ είτε μαζί με άλλες μουσικές
φυσιογνωμίες των χρόνων εκείνων, οι επίσημες διδασκαλίες της σε διακεκριμένα
πρόσωπα της εποχής (μαθήτριά της μεταξύ άλλων υπήρξαν η πρώην πριγκίπισσα
Ειρήνη της Ελλάδος και ο τότε Βασιλιάς Παύλος)- πάντα γέμιζαν τις αίθουσες και
τους συναυλιακούς χώρους. Οι συμμετοχές της με διεθνούς φήμης Ορχήστρες όπως
αυτές της Νέας Υόρκης και άλλων πολιτειών της Αμερικής άφηναν θετικές εντυπώσεις,
γράφουν όσοι ακτινογραφούν την μουσική της διαδρομή. Με σοβαρές σπουδές στο
ενεργητικό της η πρόωρα χαμένη πιανίστρια, έφυγε μόλις στα 63 της, σπούδασε στο
Ωδείο Αθηνών και κατόπιν μαθήτευσε κοντά σε σημαντικά μουσικά μεγέθη όπως ο
Σεργκέϊ Ραχμάνινωφ και ο Άλφρεντ Κορτό στην Παρισινή Ecole Normale de Musique. Αμέτρητες οι εμφανίσεις και
συναυλίες της στο εξωτερικό, οι περιοδείες της σε αρκετές πολιτείες της
Αμερικής ερμηνεύοντας έργα σπουδαίων κλασικών συνθετών όπως προαναφέραμε. Έφυγε
ξαφνικά από την ζωή στον ύπνο της στο σπίτι που διέμενε στο Χαλάνδρι, (την
βρήκε ο σύζυγός της διευθυντής Ορχήστρας Άλεξ Σέρμαν) στις 22 Αυγούστου του
1976, κάνοντας το μουσικόφιλο κοινό της Αθήνας που ανέμενε να την απολαύσει στο
Καλοκαιρινό Φεστιβάλ στο κατάμεστο Θέατρο του Ηρώδου του Αττικού να παγώσει, να
αναστατωθεί και φυσικά να λυπηθεί. Το μουσικοτραφές και μουσικόφιλο κοινό του
προηγούμενου αιώνα είχε παρακολουθήσει κονσέρτα της, την είχε ακούσει σε
συμμετοχές της σε ραδιοφωνικές εκπομπές και είχαμε μαγευτεί από την λαμπρότητα
του ύφους της, του ξεχωριστού της στιλ, την τεχνική της δεξιοτεχνία την λιτή
συγκίνηση που σκορπούσε, την πιανιστική της φινέτσα που κάθε φορά ανανεωνόταν.
Η Τζίνα Μπαχάουερ η Ελληνίδα πιανίστα, πρόσφερε πάντα στους ακροατές της με την
άρτια εμπειρία και κατάρτισή της ένα θαυμάσιο μουσικής ψυχαγωγίας αποτέλεσμα.
Δεν είμαστε ειδικοί ούτε ιθύνοντες
μουσικοκριτικοί, απλά κοινοί φιλότεχνοι μουσικόφιλοι που αγαπούν τα διάφορα
είδη της ελληνικής, ευρωπαϊκής και παγκόσμιας μουσικής και φυσικά της κλασικής.
Το Τρίτο Πρόγραμμα του Μελωδού των Ονείρων μας Μάνου Χατζιδάκι όπως και οι
συναυλίες του Μεγάρου που ίδρυσε ο μουσικόφιλος εκδότης Χρήστος Λαμπράκης υπήρξε
μεγάλο μουσικό σχολείο και εκπαιδευτήριο κλασικής μουσικής της γενιάς μας. Εδώ
παρενθετικά, εκ Πόλεως Πειραιώς να γράψουμε ότι είναι ακόμα έντονη η απορία μας
πώς έσβησαν τα Μουσικά φώτα της δημοσιότητας από ένα πειραιώτικο παιδί θαύμα
τον εξαίρετο πιανίστα Δημήτρη Σγούρο, πώς χάθηκε από το μουσικό προσκήνιο
ξαφνικά. Ένας μικρός μουσικός «μύθος» της Πόλης μας τις προηγούμενες δεκαετίες.
Αναρτώντας αυτό το σημείωμα στην μνήμη της, δεν
πιστεύουμε ότι η τιμημένη και βραβευμένη Ελληνίδα πιανίστα Τζίνα Μπαχάουερ έχει
ανάγκη της δικής μας αφιερωματικής αναφοράς στην πειραιώτικη ιστοσελίδα μας για
να μείνει ζωντανό το όνομά της. Η διεθνής βραβευμένη της παρουσία, η αναγνωρισημότητά
της, η ακτινοβολία του όνομά της και το έργο που άφησε πίσω της αποτελούν
παραδειγματικό σημείο για τους λάτρεις της μουσικής και του ελληνικού και
παγκόσμιου πολιτισμού. Το Ίδρυμα που δημιουργήθηκε στο όνομά της με ξεχωριστή
έγνοια και επιμέλεια φροντίζει να διατηρηθεί το έργο της και η παρουσία της
ζωντανή, βοηθώντας τις νέες γενιές των Μουσικών.
Από την μεριά μας, αντιγράφω δύο
πληροφοριακά κείμενα. Το πρώτο είναι από τον ιστότοπο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής που έχει αναρτηθεί στο διαδίκτυο και είναι
προσβάσημα τα στοιχεία σε όλους μας. Το δεύτερο είναι γραμμένο πριν μισό αιώνα
από τον Νίκο Παπουτσόπουλο, και το
αντιγράφω από την σελίδα 266, του 7ου τόμου, Σεπτέμβρης ’75-
Αύγουστος ’76 ετήσια έκδοση κριτικής ενημέρωσης
του «ΧΡΟΝΙΚΟ ‘76»
καλλιτεχνική πνευματική ζωή του Καλλιτεχνικού Πνευματικού Κέντρου «ΩΡΑ»,
Ξενοφώντος 7 στην Αθήνα. Εκδότης- Διευθυντής- Υπεύθυνος έκδοσης: Ασαντούρ
Μπαχαριάν. Επιμελητής σύνταξης: Μιχαήλ Μήτρας. Καλλιτεχνική επιμέλεια: Άγγελος
Καμπάνης. Διεκπεραίωση: Νίτσα Αλαμάνου. Συγκέντρωση και ταξινόμηση
πληροφοριακού υλικού: Αγγελική Μεσσάρη, Γιώργος Α. Παναγιώτου, Γιώργος Πλαπούτας,
Νίνα Τέτση, Γιάννα Τσιώμη.
--//--//--
ΕΘΝΙΚΗ
ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
Τζίνα
Μπαχάουερ
Πιανίστρια
Αυστριακής
και Ιταλικής καταγωγής, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21/5/1910. Από μικρή ηλικία
εκδήλωσε ιδιαίτερη κλίση στη μουσική. Σπούδασε πιάνο με τον Πολωνό πιανίστα
Βόλντεμαρ Φρήμαν στο Ωδείο Αθηνών, αποφοιτώντας με δίπλωμα και χρυσό μετάλλιο
(1929). Το διάστημα 1929/31 συνέχισε σπουδές με τον Άλφρεντ Κορτό στην Εθνική
Σχολή Μουσικής του Παρισιού (Ecole Normale de Musique). Σποραδικά πήρε, επίσης,
μαθήματα από τον συνθέτη Σεργκέι Ραχμάνινοφ στη Γαλλία και στην Ελβετία
(1933/35). Πρωτοεμφανίστηκε σε συναυλία με ορχήστρα το 1930. Το 1933 απέσπασε
το Μετάλλιο της Τιμής στο Διεθνή Διαγωνισμό της Βιέννης. Στην Ελλάδα
πρωτοεμφανίστηκε το 1935, σε συναυλία υπό τον Δημήτρη Μητρόπουλο και το 1937
στο Παρίσι σε συναυλία υπό τον Πιερ Μοντέ. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου
Πολέμου έζησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, δίνοντας 630 συναυλίες για τις
συμμαχικές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής. Το 1947 πρωτοεμφανίστηκε στο Λονδίνο,
με τη Νέα Ορχήστρα του Λονδίνου υπό τον αρχιμουσικό Άλεκ Σέρμαν, μελλοντικό
δεύτερο σύζυγό της. Το 1950 εμφανίστηκε στο Κάρνεγκι Χόλ της Νέας Υόρκης.
Υπήρξε στενή φίλη του αμερικανού αρχιμουσικού Μωρίς Αμπραβανέλ και εμφανιζόταν
τακτικά στις ΗΠΑ με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Γιούτα. Έκανε διεθνή
σταδιοδρομία. Το ρεπερτόριό της εκτεινόταν από τον Μότσαρτ μέχρι τον
Στραβίνσκι. Το 1976 ιδρύθηκε ο Διεθνής Διαγωνισμός Πιάνου «Τζίνα Μπαχάουερ»
στην Πόλη Σόλτ Λέικ. Ερμηνείες της διασώζονται στην εμπορική δισκογραφία (EMI,
Mercury κ.ά.). Απεβίωσε στην Αθήνα στις 22/8/1976. Κατά την περίοδο 1960-/70
διετέλεσε μέλος του ΔΣ της ΕΛΣ.
--//--//--//--
ΤΖΙΝΑ ΜΠΑΧΑΟΥΕΡ
(1913-1976)
του ΝΙΚΟΥ
ΠΑΠΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ
Πέθανε σε ηλικία 63 χρόνων η διάσημη
πιανίστα Τζίνα Μπαχάουερ, την Κυριακή 22 Αυγούστου 1976, ενώ 4.000 θεατές
καθισμένοι στις κερκίδες του Ηρωδείου περίμεναν να την δούν και να την ακούσουν
να ερμηνεύση σαν σολίστ το τρίτο κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα του Μπετόβεν,
με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Ουάσινγκτον και τον αρχιμουσικό Άνταλ Ντοράτι.
Την είδηση του θανάτου της Τζίνας Μπαχάουερ
ανήγγειλε στους θεατές του Ηρωδείου ο πρόεδρος του Ελληνικού Οργανισμού
Τουρισμού κ. Δασκαλάκης.
Η Τζίνα Μπαχάουερ γεννήθηκε στην Αθήνα από
γονείς Αυστριακούς, οι οποίοι είχαν εγκατασταθή στην Ελλάδα. Η Τζίνα Μπαχάουερ
από πολύ μικρή μελετούσε πιάνο και από 7 μόλις χρόνων άρχισε να συστηματοποιή
τη μουσική της μελέτη παρακολουθώντας μαθήματα στο Ωδείο Αθηνών, το οποίο και
της απένειμε το χρυσό μετάλλιο. Αργότερα η Μπαχάουερ συνέχισε τις σπουδές της
στην Εκόλ Νορμάλ ντέ Μυζίκ των Παρισίων και το 1933 πήρε το Πρώτο βραβείο του
Δήμου της Βιέννης. Από τα πρώτα της βήματα γνώρισε μεγάλη επιτυχία, αλλά μιά
οικογενειακή οικονομική κρίση την ανάγκασε να αφήση κάθε σκέψη για καριέρα και
άρχισε να διδάσκη στο Ωδείο Αθηνών.
Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος την βρήκε στο Κάϊρο.
Στα χρόνια του πολέμου έδωσε αμέτρητα κονσέρτα σε νοσοκομεία και στρατιωτικούς
καταυλισμούς για τα συμμαχικά στρατεύματα.
Από την εποχή εκείνη χρονολογούνται οι
στενοί δεσμοί της με τη βασιλική οικογένεια (δίδαξε και πιάνο στην πριγκίπισσα
Ειρήνη), τους οποίους και διατήρησε μέχρι τέλους της ζωής της, μένοντας
προσηλωμένη στην «ιδεολογία» της δυναστείας.
Στην Αίγυπτο επίσης γνώρισε τον συνθέτη
Γιάννη Χρήστου, που κι αυτός χάθηκε πρόωρα, τον οποίο αργότερα βοήθησε να κάνη
σημαντικές γνωριμίες με μουσικές προσωπικότητες στο εξωτερικό και ιδιαίτερα
στην Αγγλία.
Μετά τον πόλεμο η Τζίνα Μπαχάουερ, αφού το
1947 εμφανίστηκε για πρώτη φορά σαν σολίστ με τη Συμφωνική Ορχήστρα του
Λονδίνου και το 1950 με τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης με διευθυντή τον
αείμνηστο Έλληνα αρχιμουσικό Δημήτρη Μητρόπουλο, ανεγνωρίσθη διεθνώς, κατέκτησε
το φιλόμουσο κοινό ολόκληρου σχεδόν του κόσμου, συμπράττοντας με τις
μεγαλύτερες ορχήστρες και αποσπώντας τις καλύτερες κριτικές.
Προ εικοσαετίας, περίπου, γνωρίστηκε με τον
γνωστό Άγγλο αρχιμουσικό σερ Άλεκ Σέρμαν, τον οποίον παντρεύτηκε και με τον
οποίο έζησε μέχρι τον αιφνίδιο θάνατός της.
Οι εμφανίσεις της μεγάλης Ελληνίδας
πιανίστας αποτελούσαν πάντοτε στο Φεστιβάλ Αθηνών ένα ιδιαίτερα σημαντικό
γεγονός. Η ίδια αγαπούσε το Φεστιβάλ και πρόσφερε σ’ αυτό τις υπηρεσίες της.
Χάρη στις δικές της γνωριμίες, τους δικούς της αγώνες και τις δικές της
προσπάθειες το Φεστιβάλ Αθηνών πλουτιζόταν και με περισσότερα γνωστά μουσικά
ονόματα και με τα πιο διάσημα μουσικά συγκροτήματα του κόσμου. Είναι ακόμη
γνωστό πώς τα χρήματά της διέθετε για κοινωφελείς σκοπούς, όπως πρίν δύο λόγια
λόγου χάρη διέθετε τα χρήματα από τις συναυλίες και τα κοντσέρτα της για τα
παιδιά της Κύπρου.
Οι πραγματικά σοβαρές σπουδές της Τζίνα
Μπαχάουερ, η μελέτη της, η επιμονή της, μα περισσότερο η αγάπη της για τη
μουσική και ιδιαίτερα το πιάνο την οδήγησαν σε μιά συνεχή τελειοποίηση.
Συνέχεια, όπως έλεγε η ίδια, μελετούσε πολλές ώρες και προσπαθούσε να βελτιώνη
την τεχνική της. Ο ελληνικός και διεθνής Τύπος αφιέρωσε ολόκληρες σελίδες στη μνήμη της μεγάλης πιανίστας.
Προσωπικότητες της εποχής μας δήλωσαν τη λύπη τους για το θάνατό της Τζίνας
Μπαχάουερ.
Ένα σημαντικό μουσικό κεφάλαιο για την
Ελλάδα, και ιδιαίτερα για το Φεστιβάλ Αθηνών χάθηκε. Και μετά τον θάνατό της
όμως, με το ίδρυμα που δημιουργείται στην Αθήνα, στη μνήμη της Τζίνα Μπαχάουερ,
η συμβολή της στους νέους που σπουδάζουν μουσικά αλλά και στη μουσική
δημιουργία του τόπου μας είναι σημαντική.
ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ
Σαν Υστερόγραφο, πριν ολοκληρώσουμε την
ανάρτηση πρόχειρα θα ήθελα να συμπληρώσω ελάχιστα από το «ΧΡΟΝΙΚΟ ‘76». Των
σελίδων Μουσική-Χορός σύμβουλοι ήσαν ο Γιάννης Γ. Παπαϊωάννου και ο Χάρης
Ξανθουδάκης. Την Μουσική ταυτότητα της Χρονιάς είχαν ο Νίκος Παπουτσόπουλος και
η Ελένη Καραϊνδρου. Την Αποτίμηση έκαναν οι Κάτια Βρεττού, Γιώργος Λεωτσάκος,
Καίτη Ρωμανού και ο Μίλτος Καρατζάς. Ενώ από τις άλλες Τέχνες έχουμε τις εξής
απώλειες: Του δασκάλου και διασώστη ιστορικών τεκμηρίων του Ελληνικού Θεάτρου
Γιάννη Σιδέρη (1898-1975). Του παθιασμένου θεατράνθρωπου πού δίχως την δική του
πολύμοχθη συμβολή και ερευνητικές κοπιώδεις εργασίες ενδέχεται να είχε υφανθεί
διαφορετικά η Ιστορία του Ελληνικού Θεάτρου. Από τις πλαστικές τέχνες έχουμε
την απώλεια του ζωγράφου και δασκάλου καλών τεχνών στο Κολλέγιο «Ανατόλια»
Γιώργου Ν. Παραλή (1908-1975) γεννημένου στον Πολύγυρο της Χαλκιδικής και
εγκατεστημένου στην Θεσσαλονίκη όπου άφησε την τελευταία του πνοή. Το 1976 από
τον χώρο των Γραμμάτων και των Τεχνών έχουμε επίσης τις απώλειες των ποιητών,
μεταφραστών και δοκιμιογράφων, του ποιητή και στοχαστή Τάκη Κ. Παπατσώνη
(1895-1976), του Θεσσαλονικιού ποιητή και δοκιμιογράφου Γιώργου Θέμελη
(1900-1976). Και εκ της Πόλεως Πειραιώς της γνωστής μας «Μαρίτσας» κατά τον
συγγραφέα και πολιτικό Παναγιώτη Κανελλόπουλο, Πειραιώτισσας πεζογράφου,
ποιήτριας και ταξιδιογράφου Μαρίας Περ. Ράλλη (1905-1976) αδερφής της μεγάλης
μας τραγωδού Κατίνας Παξινού της εικαστικού Βαρβάρας Κωνσταντοπούλου
εγκατεστημένης στην Αγγλία και της Δημοτικής Συμβούλου Πειραιά Αθηνάς Δηλαβέρη
της οικογένειας αλευροβιομηχάνων Κωνσταντοπούλου.
Γιώργος Χ.
Μπαλούρδος
Πειραιάς
22/8/2026
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου